Νέα Ελλάδα | ζώντας στο φως

Πριν δυο τρεις εβδομάδες κυκλοφόρησαν κάτι ρεπορτάζ που έλεγαν ότι αστυνομικοί εισέβαλαν σε σχολεία σε μια επαρχιακή πόλη για να εντοπίσουν απείθαρχους μαθητές που κάπνιζαν στις τουαλέτες του σχολείου. Δεν παρακολούθησα τη συνέχεια της είδησης, μόνο λίγες μέρες μετά είδα μια παρόμοια. Η αστυνομία μέσα στο σχολείο για να συλλάβει ένα μαθητή για κάποιο αδίκημα. Οι τοπικές ΕΛΜΕ διαμαρτυρήθηκαν γιατί η αστυνομία δεν ειδοποίησε, δεν ζήτησε τη συνεργασία ή την άδεια του συλλόγου των καθηγητών.

Την προηγούμενη Κυριακή στα Ενθέματα, ένα άρθρο μας ενημέρωνε «Πριν μία εβδομάδα, το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο ενέκρινε, με ισχυρή πλειοψηφία, τη διοργάνωση δύο ιδιωτικών εκδηλώσεων με δείπνο μέσα στην Αρχαία Αγορά, στη Στοά του Αττάλου, και στο Παναθηναϊκό Στάδιο».

Σε αυτές τις δύο μικρές ειδησούλες συνοψίζεται νομίζω με αρκετή καθαρότητα η «Νέα Ελλάδα». Χρησιμοποιώ τον όρο που ο πρωθυπουργός έχει βάλει στις δημόσιες τοποθετήσεις του τον τελευταίο καιρό. Πιθανότατα για να υπογραμμίσει το σημείο τομής, την αφετηρία, τη χρονική στιγμή που ξεκινά μια νέα εποχή για τη χώρα. Αυτή η ορολογία (Νέα Ελλάδα) που επανέρχεται είναι αποκαλυπτική. Κάποιος (που δεν θυμάμαι τώρα) έγραψε κάπου (που δεν θυμάμαι τώρα) για τον «τρίτο ελληνικό πολιτισμό».

Η Νέα Ελλάδα λοιπόν είναι αυτός ο τόπος που οι βαλκανικές μπίζνες συναντούν τον παλιό καλό φασισμό.

Η Νέα Ελλάδα είναι ο τόπος που ο «αλβανός» που βασανίζεται και δολοφονείται είναι κυρίως ο «αλβανός» που πριν σκότωσε έναν έλληνα πατέρα. Οι καταγγελίες των άλλων κρατουμένων, οι καταγγελίες των συγγενικών προσώπων του νεκρού δεν μετράνε. Ήταν «αλβανός φονιάς» (εδώ ίσως για κάποιους ιδεολογικούς συντρόφους του μπαλτάκου ή του κασιδιάρη, η χρήση της λέξης φονιάς να μοιάζει πλεονασμός). Η Νέα Ελλάδα είναι ο τόπος που προετοιμάζεται το ειδικό καθεστώς κρατουμένων, μια ρύθμιση που έρχεται από ένα δυστοπικό σενάριο κινηματογραφικής ταινίας. Η Νέα Ελλάδα νοικιάζει τον πρώην δημόσιο χώρο σε κάποια εταιρεία για ένα δείπνο δημοσίων σχέσεων. Η Νέα Ελλάδα κλείνει νοσοκομεία και χτίζει στρατόπεδα συγκέντρωσης, κάνει συμπράξεις με τον ιδιωτικό τομέα για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και χρησιμοποιεί θολές εκφράσεις όπως «κέντρο φιλοξενίας για τον ευπαθή πληθυσμό».

Η Νέα Ελλάδα είναι μια νέα (αλλά και ταυτόχρονα πολύ παλιά) οπτική, είναι μια νέα κουλτούρα, ένα νέος πολιτισμός. Είναι η μέθοδος που υπαγορεύει την επανακατάληψη των πόλεων, είναι ο τρόπος που υπαγορεύει στον Καμίνη να ζητάει ο κάθε δήμος να αναλάβει τις ευθύνες του σχετικά με τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, είναι η ιδέα που επιβάλλει στον Σπηλιωτόπουλο να επαναφέρει τον λόγο της δεξιάς του ’50.  Είναι η διαρκής υποτίμηση της ζωής των ανθρώπων, η μείωση του βασικού μισθού, η καθήλωση του βασικού μισθού, η κατάργηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, το κάθε μέρα όλη μέρα ανοιχτά τα μαγαζιά για να έρθει η ανάπτυξη και κάποια στιγμή ίσως ναι, ίσως να συζητήσουμε ότι δεν πρέπει να μένουν απλήρωτοι οι εργαζόμενοι. Αλλά πρώτα να ανοίξουμε τα μαγαζιά, να κινηθεί η αγορά, να έρθει η ανάπτυξη και να προσγειωθεί στην Κρήτη, στο Ελληνικό, στην Εύβοια, στις Σκουριές και παντού, όπου υπάρχει ελληνικό χώμα. Η Νέα Ελλάδα είναι ένας φοβερός συνδυασμός. Μια ατέλειωτη ειδική οικονομική ζώνη και μια πελώρια επενδυτική ευκαιρία. Ιατρικός τουρισμός για τους συνταξιούχους βορειοευρωπαίους, νταμάρια και ορυχεία και σκουπίδια για τους έλληνες επιχειρηματίες. Στρατόπεδα συγκέντρωσης για τους μετανάστες με αόριστο χρόνο διαμονής, μαύρη εργασία και μεγάλη ανεργία (η απειλή που καθιστά τους πάντες διαχειρίσιμους) για τους ντόπιους.

Εδώ λοιπόν, υπάρχει μόνο ένα σαξές στόρι κι αυτό δεν είναι άλλο απ’ την δημιουργία της Νέας Ελλάδας. Σ’ αυτή δεν υπάρχει μόνο (ούτε καν κυρίως) το φως του Μίλερ, το ζωογόνο, αυτό που αν είσαι λίγο ανυποψίαστος σε πείθει ότι ο κόσμος κάνει φιλοσοφικά σχόλια από μόνος του. Εδώ, κυριαρχεί το φως του Φραγκιά. Το φως κάτω απ’ το οποίο υπομένεις και καταπιέζεσαι, χωρίς λόγο ή πιθανότητα απόδρασης. Το φως που σε τυφλώνει κάθε μέρα, καθώς παραδίνεσαι, δουλεύοντας ή περιμένοντας να δουλέψεις ή περιμένοντας να τιμωρηθείς για κάτι που δεν ξέρεις κι εσύ ο ίδιος πια αν έκανες ή αν εννοείς.

Κατά τ’ άλλα, δημοσιογράφοι θα μας ενημερώνουν ότι ο σαμαράς δεν είχε σχέση με τίποτα, πολίτες θα λένε χοντράδες πάνω απ’ τα πτώματα των βασανισμένων και οι οργανώσεις θα βγάζουν ανακοινώσεις (πχ. εδώ και εδώ ) για τα αίσχη της Νέας Ελλάδας. Τουλάχιστον, κανείς δεν θα μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν ξέραμε τίποτα. Όλα βρίσκονται κάτω απ’ το υπέροχο αττικό φως.

8 σχόλια

Filed under ασυναρτησίες

οι ποινικοί να κατεβάσουν τα στυλό

Μπορείτε (καλύτερα) να διαβάσετε αυτό (του Χριστόπουλου) και αυτό (του Γιαννόπουλου) και να μην προχωρήσετε παρακάτω. Αυτοί τα λένε μια χαρά.

Σκεφτόμουν ότι δεν είχα τίποτα να προσθέσω σ’ αυτή την συζήτηση για το βιβλίο του Κουφοντίνα και το βιβλιοπωλείο που ανακοίνωνε ότι δε θα πουλάει το βιβλίο του γιατί σέβεται την ανθρώπινη ζωή. Και όντως δεν έχω να προσθέσω τίποτα ουσιαστικό, αλλά θα φλυαρήσω λιγάκι έτσι για το καλό. Κάποιοι εξ αριστερών βιάστηκαν ως συνήθως να ανοίξουν το στόμα και ότι προλάβαιναν έλεγαν, ασκώντας, πάλι ως συνήθως, κριτική σε άλλο απ’ αυτό που ήταν το πρόβλημα. Το βιβλιοπωλείο δεν έθεσε βέβαια ζήτημα απαγόρευσης (ή λογοκρισίας), απλά με την ανακοίνωσή του έδειχνε (εκτός απ’ το πόσο μακριά μπορείς να φτάσεις την πόζα) ότι αν είναι δύσκολο – όπως λένε – να βρεις μη παλαβό αριστερό, είναι τρεις φορές δύσκολο να βρεις σοβαρό φιλελεύθερο (ή ό,τι άλλο αυτοαποκαλούνται σήμερα ο Μανδραβέλης και η παρέα των οπαδών της κατ’ αυτούς μεταρρύθμισης). Ξαναλέω δεν πρόκειται προφανώς για απαγόρευση (σιγά μην επιβάλλουμε στον βιβλιοπώλη τι βιβλία θα πουλήσει), αλλά για κάτι πιο φτηνό και ταυτόχρονα πιο βαθύ και επικίνδυνο.

Από βίτσιο και έλλειψη άλλης λύσης (τί ν’ ακούσω εκείνη την ώρα; Κραουνάκη;) τα πρωινά στη δουλειά στις 12 ακούω βήμα fm. Παπαπαναγιώτου και Ραβανό (ναι αυτόν που έγραψε εκείνο το ανεπανάληπτο αριστούργημα για το άγιο όρος και τον πρωθυπουργό). Σήμερα η εκπομπή είχε καλεσμένη την ιδιοκτήτρια του ενλόγω βιβλιοπωλείου. Η ίδια απαντούσε άλλα αντ’ άλλων, μιλώντας μάλιστα πάντα στο όνομα της συνεννόησης και λέγοντας χαρακτηριστικά,  «θέλουμε να επιβάλλουμε τον πολιτισμένο διάλογο». Συνέχισε λέγοντας ότι κάποιοι υπερασπίζονται το δικαίωμα του Κουφοντίνα να γράφει βιβλία και αυτή υποστηρίζει το δικαίωμα του θύματος του Κουφοντίνα να ζει. Επίσης είπε ότι το δικαίωμα στη ζωή είναι ισχυρότερο απ’ το δικαίωμα στην ελευθερία. Στο σημείο αυτό φαντάζομαι ότι οι ακροατές θα πρέπει να  βραχυκύκλωσαν μέχρι του σημείου της πλήρους αποδιοργάνωσης. Η ιδιοκτήτρια του free thinking zone σύγκρινε ούτε λίγο ούτε πολύ το δικαίωμα στη συγγραφή ενός βιβλίου (-> ελευθερία) με το δικαίωμα του να παραμείνεις ζωντανός και να μη σε δολοφονήσουν (-> ζωή). Δεν κατάλαβα πως συγκρούονται αυτά τα δύο και γιατί πρέπει να αποφασίσω ποιό απ’ τα δύο υπερισχύει. Δεν κατάλαβα επίσης πως εγώ που υποστηρίζω το δικαίωμα του Κουφοντίνα να γράφει βιβλία, δεν υπερασπίζομαι το δικαίωμα του οποιουδήποτε να μην δολοφονηθεί απ’ τον συγγραφέα.

Κανείς άνθρωπος βέβαια δεν είναι χαζός και αυτές οι αντιπαραθέσεις άσχετων πραγμάτων μόνο τυχαίες δεν είναι. Δεν είναι ότι διακινδυνεύει το δικαίωμα κάποιου στη ζωή, είναι ότι δεν είμαστε ακριβώς σίγουροι ότι σεβόμαστε το δικαίωμα οποιουδήποτε να γράφει βιβλία. Δηλαδή είμαστε αλλά επειδή δηλώνουμε φιλελεύθεροι ή μεταρρυθμιστές ή ευρωπαϊστές ή της συνεννόησης γενικά, δεν μας πάει καλά να πούμε ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ να γράφεις βιβλία αν έχεις καταδικαστεί για ανθρωποκτονία, τρομοκρατία, ληστεία, διατάραξη κοινής ησυχίας ή ίσως και επαιτεία ξέρω ‘γω. Φυσικά μπορεί ο οποιοσδήποτε να μην πουλάει το οτιδήποτε, έχει αυτή την ελευθερία, δεν χρειάζεται όμως να επικαλείται δήθεν δικαιώματα που έρχονται το ένα αντιμέτωπο με το άλλο και κάποιο πρέπει να υπερισχύσει.

Τη σκυτάλη στην καλή εκπομπή αναλαμβάνει ο καλός δημοσιογράφος Παπαπαναγιώτου, ο οποίος αφού μας υπενθυμίσει ότι από μέρες έλεγε ότι αυτός δεν θα έδινε ποτέ ούτε λεπτό για να αγοράσει αυτό το βιβλίο, αλλά το διαβάζει γιατί του το έστειλε ο εκδοτικός οίκος, ρίχνει το παρασύνθημα. «Δεν πρόκειται για διακίνηση ιδεών». Χμ. Το ξαναλέει. «Το βιβλίο αυτό δεν είναι διακίνηση ιδεών». Μετά διακόπτει για διαφημίσεις ή για το επόμενο θέμα που είναι η τρόικα ή κάτι παρεμφερές. Στις ειδήσεις του σταθμού ακούμε για τις ειλικρινείς προσπάθειες τις κυβέρνησης απέναντι στην κακιά τρόικα, για το πασόκ και βασικά όλων των ειδών τα κυκλοφοριακά νέα. Κλειστή η τάδε οδός και η δείνα οδός γιατί κάποιοι κάνουν πορεία. «Δύσκολη μέρα για την Αθήνα η σημερινή». Όντως δύσκολη αλλά για άλλους εντελώς λόγους.

Επιστρέφουμε στον τρομοκράτη συγγραφέα. Τί σημαίνει η φράση αυτό το βιβλίο «δεν είναι διακίνηση ιδεών»; Τί συνέπεια έχει αυτός ο ισχυρισμός αν τον αποδεχτούμε; Δεν απαντώ, δεν μ’ αρέσει να βάζω λόγια στο στόμα άλλων και να ερμηνεύω. Πλάκα κάνω, φυσικά και μ’ αρέσει να ερμηνεύω. Ποιοί είναι λοιπόν όλοι αυτοί οι τύποι που μιλούν στο όνομα της κοινής λογικής, του ορθού λόγου και της «συνεννόησης» (αχ αυτή η ρημάδα η συναίνεση); Τί εννοούν με τα «δεν είναι διακίνηση ιδεών» και «προτιμώ το δικαίωμα του θύματος στη ζωή »;

Κάπου διάβασα ότι δεν χρειάζεται να χρησιμοποιούμε τον όρο «κυρίαρχη» ιδεολογία, αφού αυτή είναι η μοναδική κάθε φορά που υπάρχει. Η μοναδική σήμερα ιδεολογία συγχέει σκοπίμως την συγγραφή ενός βιβλίου με το ποινικό δίκαιο που αξιολογεί (συνήθως εδώ που τα λέμε, γιατί και εδώ ακόμη τα γυρίζει εσχάτως) πράξεις και όχι ιδέες ή σκέψεις. Η μοναδική σήμερα ιδεολογία *ακόμη* δεν βγάζει φιρμάνι για απαγορευμένα βιβλία, αλλά εξηγεί λεπτομερειακά, επικαλούμενη την κοινή λογική, την ανάγκη για συνεννόηση και μια δήθεν απέχθεια προς τη βία, το γιατί το δικαίωμα στη συγγραφή ενός βιβλίου ίσως και να καταπατά το δικαίωμα στη ζωή. (υπονοείται: μήπως τελικά κακώς ανεχόμαστε το βιβλίο του τρομοκράτη; μήπως κακώς ανεχόμαστε το δικαίωμα του ποινικού να έχει ιδέες; μήπως κακώς δεν θεωρούνται οι ίδιες οι ιδέες ποινικό αδίκημα; Μην λαϊκίσω περαιτέρω. Σταματάω το παραλήρημα).

Η μοναδική σήμερα ιδεολογία βλέπει τη βία στις σελίδες ενός τρομοκράτη. Η μοναδική σήμερα ιδεολογία δεν βλέπει όμως τη βία στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Εκεί είναι η καλή δουλειά του υπουργού. Την καλή δουλειά του υπουργού που την είδαμε και την ξαναείδαμε. Την είδαμε τα τελευταία δύο χρόνια στις εφόδους της αστυνομίας σε σπίτια, κατά τις οποίες μας επιδείκνυαν τις βιβλιοθήκες των ενοίκων. Την είδαμε στις διώξεις αναρχικών με στοιχεία της πλάκας. Την είδαμε με τον όλο και μεγαλύτερο περιορισμό των τρόπων της διαμαρτυρίας. Τώρα την βλέπουμε με τα όσα συμβαίνουν στο κολαστήριο στον Κορυδαλλό.

Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων στην νέα ελλάδα. Όσοι βάζουν πάνω απ’ όλα την «εθνική συνεννόηση» και στηρίζουν τις μεταρρυθμίσεις και την κοινή λογική και όσοι αντιδρούν και αυτομάτως κατατάσσονται στην κατηγορία των εν δυνάμει ποινικών. Και η αντιμετώπιση των ποινικών είτε απ’ την ακροδεξιά της ΝΔ είτε απ’ τους (αυτοαποκαλούμενους) φιλελεύθερους είναι παρόμοια. Κανένα έλεος, καμία ελευθερία, καμία ανοχή.

Τώρα θα μου πείτε πως μου ήρθαν όλα αυτά και τα κόλλησα ενώ μιλούσαμε για τον ψευδοαγώνα, ελευθερίας vs ζωής. Ε δεν ξέρω, ξαφνικά σκέφτηκα ότι με αυτό το ψευδοδίλημμα, σαν μαχαίρι στο λαιμό, προχωράμε εδώ και τέσσερα (ή 180 πάρ’ το όπως θες) χρόνια.

7 σχόλια

Filed under διάφορα

είσαι παντού

[ποστάκι που ξεκίνησε σαν μίνι ιστοριούλα για την πόλη, αλλά έχασε το δρόμο του και έγινε σεντονάκι χωρίς ειρμό και πραγματικό θέμα]

Οι κόρνες με ξύπνησαν. «Έλα, πάμε ρε παιδάκι μου» ακούστηκε από κάπου πίσω δεξιά η άγνωστη φωνή. Είχα μείνει ακίνητος, με νεκρά, κατεβασμένα παράθυρα και το ράδιο στο mute στο φανάρι της Πανεπιστημίου. «Άϊντε ρε. Κουνήσου λέμε». Έκανα νόημα, έβαλα πρώτη και ξεκίνησα.

Τη θυμόμουν Νοέμβριο του 2008 καθισμένη οκλαδόν στη μέση της Πανεπιστημίου. Είχε μια συναυλία αλληλεγγύης προς τους φυλακισμένους που είχαν εξεγερθεί σε όλη τη χώρα. Αυτή, ως συνήθως εκεί, οκλαδόν στο οδόστρωμα κάπνιζε και παρακολουθούσε τη συζήτηση της παρέας της. Το στένσιλ, παραφράζοντας το γνωστό σύνθημα, λέει «η ουτοπία είναι εδώ, κάτω απ’ τo τσιμέντο». Το στένσιλ δεν ξέρει να παραφράζει σωστά. «Η ουτοπία είναι εδώ, οκλαδόν πάνω στο τσιμέντο».

Προσπαθώ να θυμηθώ πότε την είδα πρώτη φορά. Πρέπει να ήταν 1998. Όπως οι περισσότεροι πήγαινα φροντιστήριο στα πέριξ της Κάνιγγος. Στις κοπάνες απ’ το φροντιστήριο ή πριν και μετά απ’ αυτό, πηγαίναμε εναλλάξ στο «Παλλάδιουμ» για ηλεκτρονικά ή στο «καφενείο το φοιτητικόν» για καφέ και μπύρα. Η Β. που ήταν πιο βγαλμένη και πιο ψαγμένη από μένα, τουλάχιστον τότε αλλά μάλλον και τώρα, με έπειθε κάθε φορά ότι αυτά τα διαγωνίσματα της Κυριακής δεν είχαν νόημα ή τέλος πάντων δεν είχαν τόσο νόημα όσο ο πρωινός καφές στο φοιτητικό. Η Β. ήταν ιδιαίτερη περίπτωση ανθρώπου, που να έχεις μάτια τότε να το δεις, και είχε διάφορες εμμονές. Μια απ’ αυτές είχε να κάνει με το περίφημο τζουκ μποξ του καφενείου. Τζουκ μποξ το 1998 μάλιστα. Γεμάτο Κατσιμιχαίους, Πυξ Λαξ, Τρύπες, Παπακωνσταντίνου και ότι άλλο ελληνικό θεωρούνταν τότε ροκ, έντεχνο κλπ. Περιέργως ανάμεσα στα τέτοιου είδους cd είχαν παρεισφρήσει ύπουλα και δύο εντελώς ακατανόητες επιλογές. Ένα διπλό cd του Σφακιανάκη και ένα με επιλογές Μητροπάνου. Οπότε κάθε μα κάθε φορά, είτε ήταν Τετάρτη απόγευμα είτε Κυριακή πρωί, η Β. θα έβαζε από καμιά μισή ντουζίνα φορές το «Παράλληλα» και το «αλλοίμονο». Με σεκλέτι που άρμοζε σε σαραντάχρονους που έχουν περάσει από σαράντα κύματα και έχουν βιώσει την ερωτική απώλεια στο πετσί τους, ακούγαμε με φοβερό σεβασμό και την επιβεβλημένη κίνηση – τίναγμα του χεριού – τα κομμάτια. Μία απ’ αυτές τις φορές, Κυριακή πρωί κατά τις 9μιση, την ώρα που ακούγαμε για τρίτη φορά το «αλλοίμονο» και η σερβιτόρα σκεφτόταν σοβαρά το ενδεχόμενο να μας δολοφονήσει με ένα σπασμένο σφηνοπότηρο ή έστω να μας πετάξει έξω, μπήκε στο «φοιτητικό» αυτή και η παρέα της. Η περιγραφή του ξανθού κοριτσιού που αντίκρισα τότε για πρώτη φορά αποβαίνει αδύνατη ή και αδιανόητη. Θα πετάξω απλά χύμα στο τραπέζι τις λέξεις: έλλειψη ελέους, ακαταλόγιστο, αχειροποίητη ή όπως είπε ένας τύπος κάποτε: ΠΑΤΑΓΟΣ.

Έκανα να συνέλθω δυο τρεις εβδομάδες, αλλά έτσι είναι τα νιάτα, ξεχνούν και φαρμακώνονται με την ίδια ευκολία, πολλές φορές μέσα στην ίδια ώρα. Εκείνη την περίοδο, νομίζαμε πως όλα συμβαίνουν στην πλατεία Εξαρχείων που κυκλοφορούν μόνο ενδιαφέροντες, περίεργοι, τρομεροί και τρομακτικοί τύποι. Τριγυρνούσαμε εκεί και την πετύχαινα πότε στο δρόμο, πότε στην Πρωτοπορία και μια φορά να ξεφυλλίζει ένα βιβλίο στο Εναλλακτικό βιβλιοπωλείο στη Θεμιστοκλέους. Προσπάθησα να δω ποιό ήταν, αλλά δεν τα κατάφερα, ούτε βρήκα το κουράγιο να ρωτήσω τον άνθρωπο που δούλευε μήπως είχε προσέξει τί και πώς. Τα επόμενα χρόνια, όταν ερχόμουν στην Αθήνα στις διακοπές απ’ την πόλη που σπούδαζα, την έβλεπα αραιά και που στο Κούσκο στην Κωλέττη (πριν ο δρόμος καταλήξει πολύ βαρύς για να πιεις απλά το ποτό σου χαζολογώντας) και δύο τρεις φορές στο Ποδήλατο. Πάντοτε περιτριγυρισμένη από διάφορους άσχετους τύπους, που όλοι έμοιαζαν μαλάκες, αδιάβαστοι, αδιάφοροι και δήθεν. Τουλάχιστον. Αντιθέτως αυτή κουβαλούσε μονίμως γύρω απ’ το κεφάλι της αυτό το ιδιόμορφο ερωτικό φωτοστέφανο, που έλεγε πότε γάμα με και πότε κρύψε με και πότε και τα δύο μαζί. Βεβαίως, παρά το ότι πρέπει να την κοίταζα σαν τρελός, αυτή δεν είχε ρίξει ούτε ένα βλέμμα. Μηδέν.

Μια φορά μια φίλη με πήγε στην Καλλιδρομίου, την οποία μέχρι τότε αγνοούσα. Απευθείας, είδα τα μαγαζιά στη σειρά και σκέφτηκα ότι ένα κορίτσι σαν κι αυτό κανονικά θα έπρεπε να βγαίνει εδώ. Με διαφορά μερικών χρόνων διαπίστωσα ότι όντως το κορίτσι έβγαινε εκεί. Πρέπει να ήταν γύρω στο 2010 όταν όντας υπέροχα σουρωμένος, ρωτούσα όσο πιο δυνατά μπορούσα, επίτηδες για να ενοχλήσω την παρέα, σε ποιό σκαμπό καθόταν άραγε παλιά ο Αρανίτσης. «Σε ποιό σκαμπό καθόταν ρε μαλάκες ο Ευγένιος; Πείτε μου να το φιλήσω τώρα; Σε ποιό;». Έπειτα με μια θεατρική κίνηση έπεσα στα γόνατα και όντως φίλησα το σκαμπό. Οι άλλοι γελούσαν, κεράστε το παιδί, δεν είναι καλά και τέτοια και ξαφνικά γυρνάω το κεφάλι μου και βλέπω απ’ την ανοιχτή πόρτα να μπαίνει αυτή και κάποιος άλλος. Κάποιος μαντράχαλος. Στα γόνατα, κρατώντας με τα δύο χέρια μου σφιχτά το σκαμπό, την είδα να με κοιτάζει για πρώτη φορά. Χαμογέλασε ελαφρά (ή μήπως ειρωνικά) και αυτή ήταν η τελευταία φορά που θα χαμογελούσε εκείνο το βράδυ. Εκείνο το βράδυ ή χώριζαν ή έλυναν για πάντα κάποιο σπουδαίο ζήτημα με κάθε επισημότητα και λεπτομέρεια. Πάντως δεν με ξανακοίταξε.

Το 2002 με 2003 είχαμε αλλάξει στέκια και μεθοκοπούσαμε φτηνά και γλυκά στο Ψυρρή. Στην Ψύρρα το μαγικό φίλτρο που λεγόταν ούζο βοηθούσε (ανάλογα την περίσταση) να ξεχάσεις ή να θυμηθείς τα πάντα στο άψε σβήσε. Έτσι, τα βράδια παρατηρούσαμε τον κόσμο που περπατούσε πάνω κάτω και ακόμη δεν ήταν τόσο πολύς ή τόσο κάπως ή μπορεί απλά τότε να αντέχαμε τα πάντα. Μια απ’ αυτές τις φορές την ώρα που έκλεισε το καφενείο κατευθυνθήκαμε στο Soul στην Ευριπίδου. Εκεί, συχνάζαμε επειδή στον Γ. άρεσε μια σερβιτόρα, η οποία δεν ήταν όμορφη αλλά ήταν «γυναίκα», έτσι προσπαθούσαμε να εξηγήσουμε τότε τη θηλυκότητα. Δίκιο είχαμε και μάλιστα δεν είχαμε καθόλου υποψιαστεί πόσο σοβαρή ήταν η παρατήρησή μας. Τίποτα δεν μπορούσαμε να υποψιαστούμε πόσο μάλλον που κάπου εκεί πρέπει να ανακαλύπταμε τί εστί τζιν τόνικ. Ακριβώς λοιπόν μ’ ένα τζιν τόνικ στο χέρι εκείνο το βράδυ την είδα στην άκρη του μπαρ. Αμέσως έφτιαξα το οπτικό μου πεδίο ώστε να μην φαίνεται τίποτα άλλο, παρά μόνο εκείνη. Χαμήλωσα το φωτισμό, μίκρυνα το κάδρο, έκλεισα τη μουσική και απλά κοιτούσα. Θα μπορούσα να είχα σκεφτεί να της μιλήσω κιόλας, αλλά δεν πρόλαβα να φτάσω ως εκεί. Δεν πρόλαβα γιατί ο μαντράχαλος εκείνης της βραδιάς την ακουμπούσε, την κρατούσε και τη φιλούσε διαρκώς. Το θέαμα ήταν αχώνευτο και δεν θα το άντεχα για πολύ. Τράβηξα τον Γ. απ’ το μανίκι να φύγουμε κι ας είναι μισογεμάτα τα ποτήρια μας (ύβρις). Δευτερόλεπτα πριν αγγίξω το πόμολο της πόρτας, γύρισα να την κοιτάξω (άτις). Δεν φιλιόταν, ο μαντράχαλος παράγγελνε, και αυτή μου έγνεψε χαμογελώντας (νέμεσις). Η βραδιά δεν είχε τελειώσει αλλά χρειαζόμουν ένα τόνο τζιν ή κανένα δίωρο περπάτημα. Σα χαμένος, βγήκα στην Ευριπίδου και τράβηξα στα τυφλά ευθεία. Περπατώντας, συζητώντας και παραληρώντας βρεθήκαμε ανάμεσα σε ένα ό,τι να ‘ναι πλήθος στην Σωκράτους. Πόλη πικρή σαν δηλητήριο. Το κορίτσι – ΠΑΤΑΓΟΣ σου γνέφει αλλά φιλιέται μ’ άλλον. Οι δρόμοι είναι όμορφοι αλλά οι άνθρωποι καταρρακώνονται. Ναρκωτικά και τράφικινγκ, πιες κάτι, απόψε η πόλη κερνάει κώνειο. Θολές μορφές έβγαιναν από κάτι μισογκρεμισμένες πόρτες και σουλούπωναν το μπλουζάκι τους. Ξαφνικά φανταζόμουν κάθε γυναίκα που είχα δει σε στριπτιζάδικο τα προηγούμενα χρόνια να βγαίνει από μια τέτοια πόρτα. Σωκράτους, νύχτα στην ισχυρή ολυμπιακή Αθήνα του ωραίου, του μεγάλου και του αληθινού. Και απάνω στις φύρδην μύγδην τύψεις να κατακάθεται ο μικρός μου εγωισμός. Με χαιρετάει και φιλιέται μ’ άλλον.

Μ’ αυτά και με τ’ άλλα το κόψαμε το Ψυρρή, γιατί είχε γεμίσει κάτι μοντέρνα ρεμπετάδικα στα οποία ο κόσμος διασκέδαζε με το (αν έχεις το θεό σου) «επιπόλαιο με λες» και άλλα παρόμοια. Τότε ζούσα στον απόηχο της Κομοτηνής, που με σπούδασε και με καλόμαθε και μου έδειξε ότι μαγαζί με λαϊκά, αν δεν έχει μπουζούκι με καλώδιο να πλησιάζει τα τραπέζια των θαμώνων, δεν έχει νόημα. Τότε ζούσαμε (έστω στρεβλά) την αγωνία του αγώνα για το αυθεντικό. Το αυθεντικό, αυτό ήταν μονίμως το ερώτημα. Τί να τα κάνουμε τα mainstream μπουζούκια με τους ρέμους και τους λοιπούς χλιαρούς τύπους που δεν ξεχωρίζουν το νταλκά απ’ το δακρύβρεχτο ριάλιτι της prime time; Είχαμε γίνει γραφικοί. Κάποιοι Κομοτηναίοι επεδείκνυαν την αδιαφορία τους πχ. για τον Βέρτη που τότε έκανε σουξέ, αφού εμείς τον ακούγαμε στο τάδε μαγαζί, όταν δεν τον ήξερε κανείς. Η γραφικότητα έφτανε σε άπιαστα όρια, όταν ας πούμε, στα τοπικά μπουζούκια της Φλώρινας οι εκεί φοιτητές και από κοντά εμείς οι φίλοι τους, αποθεώναμε το προσωπικό τραγούδι της «φίρμας» που πήγαινε νομίζω κάπως έτσι «της μια βραδιάς τα σ’ αγαπώ / είναι που με πονάνε. Της μια βραδιάς τα σ’ αγαπώ είναι που με μεθάνε». Σα να έλεγαν, τον γουστάρουμε τώρα που μπορούμε τον τύπο, γιατί αύριο μεθαύριο θα τον μάθουν οι Αθηνέζοι και θα γίνει mainstream και ποιός τον χέζει τότε; (Αργότερα μάθαμε ότι υπό συγκεκριμένες συνθήκες μπορείς να είσαι mainstream ή πάντως πασίγνωστος και αυθεντικός). Πάντως αυτή δεν την είδα ποτέ σε μπουζούκια. Ούτε στην Κομοτηνή, ούτε στην Φλώρινα, ούτε και στην Αθήνα.

Την είδα όμως με τον ίδιο μαντράχαλο ένα Ιούλιο στο γνωστό σημείο της καλοκαιρινής Αθήνας. Ο σταθμός του ηλεκτρικού στο Μοναστηράκι τα καλοκαίρια μετατρέπεται σε χώρο αναμονής για μια άλλη διάσταση. Ζέστη, μπαγκάζια και το εισιτήριο στα δόντια. Στο σταθμό κάθε καλοκαίρι τότε έβλεπες μαζί την ταλαιπωρία και το πανηγύρι, την προσμονή για το τρένο που θα σε οδηγήσει στο πλοίο που θα σε πάει στον επί γης παράδεισο, τον μόνο δηλαδή που έχει την παραμικρή σημασία. Στο σταθμό αυτή, καλοκαιρινή, αέρινη, αεράτη, μεταξωτή, ιδρωμένη και δροσερή περίμενε το τρένο μαζί του. Κρεμασμένη σχεδόν απ’ το λαιμό του. Αν δεν είχα εισιτήριο για την Πάτμο θα σκεφτόμουν σοβαρά το ενδεχόμενο να πέσω στις γραμμές. Με γλίτωσε η ιδέα της ψιλής άμμου. Εκείνη την μέρα πρέπει να την κοίταζα με φοβερό παράπονο.

Το Σεπτέμβριο την ξαναπέτυχα. Στον πεζόδρομο έξω απ’ το Pop. Κοιτούσαμε με τον Γ. μια αλλόκοτη ξανθιά που ήταν πανέμορφη αλλά ήταν ντυμένη κάτι (αργότερα μάθαμε πως αυτό το έλεγαν vintage και θα ερχόταν στη μόδα). Ήταν ντυμένη κάτι όχι άσχημο, αλλά από άλλη εποχή. Μόνο που επειδή αυτό το από άλλη εποχή παραήταν πετυχημένο, αυτομάτως καθιστούσε την κοπέλα άξια παρατήρησης τόσο, ώστε αυτό το στοιχείο να ξεπερνάει την ομορφιά της (που δεν ήταν αμελητέα). Ε όλο αυτό ήταν αλλόκοτο. Κάποια στιγμή η ξανθιά αυτή χαιρέτησε μια άλλη κοπέλα. Ασυναίσθητα και οι δυο μας γυρίσαμε να δούμε ποια ήταν και ω το θαύμα, ήταν αυτή, η περίφημη αυτή. Αυτή τη φορά μάλιστα χωρίς μαντράχαλο αλλά με μια φίλη της. Αφού χαιρέτησαν, στάθηκαν δίπλα μας. Το μόνο που κατάφερα να ακούσω στο επόμενο λεπτό ήταν ότι η φίλη της δεν ήθελε να κάτσει, γιατί το μαγαζί ήταν ακριβό και ο κόσμος κάπως και δεν ακουγόταν μουσική αλλά θόρυβος. Δίκιο είχε βέβαια, αλλά ήμουν αποφασισμένος, σχεδόν σαν σούπερ ήρωας ή ατρόμητος ντετέκτιβ στο L.A. Confidential και γύρισα να της μιλήσω. Είχε όμως ήδη ξεκινήσει και το μόνο που κατάφερα ήταν να την αγγίξω ελάχιστα στην πλάτη, λες και προσπαθούσα να αποφύγω το αναπόφευκτο. Το ένιωσε, μου χαμογέλασε (τρίτη φορά πια, μπράβο λεβέντη μου να τις χιλιάσεις) και είπε σχεδόν ψιθυριστά, την επόμενη φορά. Αμέσως ένιωσα μια χαρά ίση με χίλιες χαρές και βάλε, ήπια μονορούφι μισό τενεκέ τζιν και αισθάνθηκα ταυτόχρονα δικαίωση και ανυπομονησία παρόμοια φαντάζομαι με αυτή του σκύλου που βλέπει στα χέρια σου το μπαλάκι να πλησιάζει προς το στόμα του. Τί πάνω και τί κάτω απ’ το τσιμέντο. Η ουτοπία είναι εδώ και σου δίνει το πιο πολλά υποσχόμενο ραντεβού του σύμπαντος. «Την επόμενη φορά».

Τζίφος. Μηδέν. Τίποτα. Γιατί η επόμενη φορά ήταν μετά από χρόνια. Νοέμβρη του 2008, οκλαδόν στη μέση της Πανεπιστημίου. Λίγο μεγαλύτερη και άρα λίγο περισσότερο γοητευτική, αλλά εξακολουθητικά απίθανα όμορφη. Δε μιλήσαμε. Ούτε την κοίταξα καν. Απέφυγα και να περάσω από δίπλα της. Βλέπεις τώρα δεν ήμουν εγώ μόνος. Σκέφτηκα ότι θα μπορούσα να γίνω γραφικός, αλλά το απέφυγα. Δεν ξέρω γιατί, δεν ξέρω καν αν ήθελα να το αποφύγω. Η τύχη τα φέρνει έτσι μερικές φορές και η ουτοπία δεν αποκαλύπτεται ποτέ, μένει κάτω απ’ το τσιμέντο. Ή αποκαλύπτεται μια άλλη ουτοπία απ’ αυτή που περίμενες, κάτω απ’ το διπλανό τσιμέντο. Όπως και να ‘χει τώρα, τόσα χρόνια μετά, δεν ξέρω πως θυμήθηκα αυτή τη συγκεκριμένη ανώνυμη ξανθιά ουτοπία. Είχα καιρό να τη σκεφτώ και τι να σκεφτώ δηλαδή, ούτε το όνομά της ήξερα, ούτε ένα τόσο δα στοιχείο. Ήξερα μόνο την εικόνα της. Στο φοιτητικό καφενείο, στον σταθμό στο Μοναστηράκι, στα Εξάρχεια, στο soul και στο pop, στην Πανεπιστημίου. Κάτι χαμόγελα, πολλές αδιαφορίες, ένα άγγιγμα στην πλάτη και ένα ψιθυριστό ραντεβού που δεν έγινε ποτέ, «την επόμενη φορά». Ήξερα μόνο την εικόνα της. ΠΑΤΑΓΟΣ που έλεγε ένας τύπος κάποτε.

«Ξεκίνα ρε μαλάκα». Όχι μόνο δεν υπήρχε η ουτοπία πάνω σ’ αυτό το τσιμέντο, αλλά ο οδηγός από πίσω κόρναρε και ξανακόρναρε τάχα αγανακτισμένος. Κάθε φορά που περνάω την Πανεπιστημίου τα ίδια. Σε κάθε φανάρι, βλέπω φαντάσματα να κάθονται οκλαδόν στη μέση του δρόμου.

6 σχόλια

Filed under παρένθεση

εικόνες

της πόλης, της οθόνης, των fm και άλλων τινών ορατών και αοράτων

*

IMAG0417

περπατάς και λες: πόσο σκατά είναι όλα; περπατάς και λες: πόσο όμορφα είναι όλα;

Πλατεία Βικτωρίας. Βαριεστημένοι μπάτσοι, όχι μπάτσοι, δελτάδες. Κάθονται στο πεζούλι. Δίπλα τους, πεταμένα στο περβάζι τρία τέσσερα μισοτελειωμένα πλαστικά ποτήρια καφέ. Ένας ξύνει το κεφάλι, άλλος κοιτάζει τον κόσμο που περνάει. Λίγο πιο πίσω ένας πωλητής της Σχεδίας, όρθιος με την κόκκινη στολή του. Ανάμεσά τους περνάει ένας παπάς με μια σακούλα zara. Είναι πολύ βιαστικός. Ένας άντρας βγάζει βόλτα το σκυλί του στην περίφημη οδό Ελπίδος. Έχει κάποιο πρόβλημα στα πόδια. Φοράει εκείνα τα ειδικά παπούτσια με τους πολύ χοντρούς πάτους. Σέρνει τα πόδια του προς το δέντρο και μαζεύει τα σκατά του σκυλιού του. Με αργό βηματισμό πηγαίνει προς το σκουπιδοτενεκέ. Στο τέλος του δρόμου ένας παππούς επίσης με το σκυλί του. Με βλέπει που κοιτάζω. «Ξέρεις γιατί μυρίζονται τα σκυλιά; Κάποτε, πριν πολλά χρόνια, μια περίεργη αρρώστια είχε πέσει σαν επιδημία πάνω σε πολλά απ’ αυτά. Μαζεύτηκαν λοιπόν, έκαναν μια συνέλευση και αποφάσισαν να στείλουν έναν σκύλο απ’ όλους να σπουδάσει γιατρός. Να μάθει την τέχνη, να βρει το γιατρικό για την αρρώστια. Μάζεψαν όλα τα κόκκαλά τους, του τα έδωσαν, εφόδια για το μακρύ ταξίδι και τον έστειλαν στο καλό. Ο σκύλος όμως εξαφανίστηκε, δεν γύρισε ποτέ. Από τότε, κάθε φορά που κάποιο σκυλί βλέπει ένα άλλο, το μυρίζει, να καταλάβει μπας και είναι αυτό, ο μαλάκας που έφυγε με όλα τα κόκκαλα του κόσμου». 

*

ο τοίχος ξέρει και βάζει τα πράγματα στη θέση τους. Ούτε με τους φασίστες της δύσης, ούτε με τους φασίστες της ανατολής.

ο τοίχος ξέρει και βάζει τα πράγματα στη θέση τους. Ούτε με τους φασίστες της δύσης, ούτε με τους φασίστες της ανατολής.

Τελευταία φορά που άκουσα Βερύκιο Σταυρόπουλο, ήταν λίγο πριν τις εκλογές, σε μια εκπομπή που είχαν καλεσμένο τον Χρυσοχοΐδη. Σε αυτήν την κάτι σαν συνέντευξη, έλεγαν ότι ο Χρυσοχοΐδης είναι ο καλύτερος υπουργός προ-πο που έχει υπάρξει ποτέ. Υπενθυμίζω ότι ήταν εποχή που ο «καλύτερος υπουργός προ-πο που έχει υπάρξει ποτέ» έφτιαχνε τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Στο τέλος της εκπομπής, με μεγάλο ενθουσιασμό, οι δύο δημοσιογράφοι πρότειναν ο Χρυσοχοΐδης να παραμείνει υπουργός προ-πο όποια κι αν είναι η κυβέρνηση. Ο Χρυσοχοΐδης να είναι ο μόνιμος υπουργός προ-πο.

Το πρόσωπο του φασισμού είναι εμφανές σε όποιον θέλει να δει και να ακούσει. Δεν αποκαλύπτεται ξαφνικά από μερικά ομοφοβικά (και άκρως εμετικά) σχόλια. Αποκαλύπτεται και απ’ τις επευφημίες για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης ή απ’ την υπεράσπιση του αφεντικούλη όταν υπάρχει πρόβλημα. Πρόσφατα θαυμάσαμε σε αρκετές εκπομπές από το ραδιόφωνο του αλφα ένα ρεσιτάλ τυφλής υπεράσπισης του εργοδότη. Αποκαλύπτεται και όταν για καιρό αναπαράγεις τη ρητορική της μόνης διεξόδου, η οποία συνίσταται στην διαρκή υποτίμηση των ανθρώπων που εργάζονται ή βρίσκονται στην ανεργία.

Έτσι, το πρόσωπο του φασισμού δεν είναι κάτι καινούριο, ούτε είναι κάτι που κρύβεται αν ζητήσει κάποιος συγνώμη για τα ομοφοβικά σχόλια. Γιατί ο φασισμός δεν είναι μόνο οι μαχαιροβγάλτες των αβγών, αλλά κυρίως όσοι μιλούν τη γλώσσα και χρησιμοποιούν τα επιχειρήματα και προωθούν τις πρακτικές των αβγών, παίρνοντας ταυτόχρονα τις δημοκρατικές αποστάσεις τους. Με άλλα λόγια, δεν είναι τόσο ο βερύκιος, αλλά το (διαρκώς αναπτυσσόμενο) κοινωνικό ρεύμα που γουστάρει τα ομοφοβικά σχόλια, *αλλά και* ενθουσιάζεται με τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και την κάθε είδους καταστολή και επίδειξη ισχύος.

*

Στη Σταδίου πέφτω σε μια συγκέντρωση. Νιώθω ένα περίεργο ωραίο συναίσθημα. Κάποιοι ακόμη διαδηλώνουν, μαζεύονται, με το έναν ή το άλλον τρόπο επιμένουν. Φωνάζουν συνθήματα. Η πόλη έχει μια αόριστη ομορφιά, κάτι παρηγορητικό, έτσι που μεγάλοι στην πλειοψηφία τους άνθρωποι φωνάζουν κάτι παλιακά συνθήματα στη μέση του δρόμου. Τα mp3 είναι στο shuffle και λες από κάποια διαβολική σύμπτωση ακούγεται το δρόμοι παλιοί, σαν υπενθύμιση του γιατί πάντα σ’ άρεσε να περπατάς ώρες στην πόλη. Μια κλούβα έχει κλείσει το δρόμο. Στο πλάι της στο πεζοδρόμιο δύο σειρές ΜΑΤάδες. Έχουν αφήσει μόνο μια στενή λωρίδα για να περνάνε οι πεζοί. Μπροστά μου ένας νεαρός, ούτε είκοσι χρονών. Απ’ την αντίθετη μεριά έρχεται ένα παρόμοιας ηλικίας και μάλλον φοβερής γοητείας κορίτσι. Το αγόρι, ενώ περπατάμε ανάμεσα στις ανεξάντλητα άσχημες στολές, σταματάει απότομα και κάνει νόημα στο κορίτσι με το χέρι «Πέρασε». Το ξανθό κορίτσι, τώρα το παρατηρώ καλύτερα είναι πραγματικά πολύ όμορφη, χαμογελάει (σα να λέει, ναι θα σου δώσω το τηλέφωνό μου, αρκεί να με πάρεις το πολύ σε δύο ώρες από τώρα) και περνάει. Καθώς με προσπερνάει, τη βλέπω να αλλάζει ρούχα με μία μόνο κίνηση, να μένει με μία κίτρινη φόρμα και με το χατορι χανζο της να μετατρέπει το πέρασμά μας ανάμεσά τους, σε ένα λυτρωτικό λουτρό αίματος. Η ξινισμένη φάτσα του πιτσιρικά κάτω απ’ το ηλίθιο κράνος με ξυπνάει. Τα κεφάλια τους είναι ακόμη στη θέση τους και τα δάχτυλα στα γκλόμπ τους. Ο νεαρός προχωράει μπροστά προς Σύνταγμα, το ξανθό κορίτσι προς Ομόνοια και έτσι χάνονται οριστικά, λες και η παρουσία των μπάτσων ανάγκασε το φλερτ τους σε αποτυχία.

*

IMAG0418

IMAG0421

Μπαλκόνια, απλωμένα ρούχα και άλλα διάφορα ταπεινά και χιλιοειπωμένα. Μια ζεστασιά, μια παρηγοριά πηγάζει απ’ την αίσθηση μιας κοινής μοίρας όλων αυτών που μελαγχολούν, σκύβουν το κεφάλι, λένε αστεία σε αγνώστους, φλερτάρουν, κουτσαίνουν και βιάζονται. Το τραγούδι έλεγε:

Ένας φαφούτης γέροντας,
ένας παραλυμένος
να σέρνει το κουφάρι του
που ήταν αναγκασμένος,
τον πλησιάζει και στ’ αυτί
σκύβει, του ψιθυρίζει:
«Για μάντεψε σκατόμαγκα
ο κώλος μου τι μυρίζει;»

2 σχόλια

Filed under ασυναρτησίες

επιτέλους, λίγη συναίνεση

Τις προάλλες είδα εντελώς τυχαία το Rendition. Τα καλά του να κατεβάζεις χύμα ταινίες. Χωρίς να είναι κάτι φοβερό, είχε κάποια ενδιαφέροντα στοιχεία. Η ταινία (που όπως βλέπω τώρα βασίζεται σε ένα πραγματικό περιστατικό) αφηγείται, μεταξύ άλλων, την ιστορία ενός Αιγύπτιου που ζει στην Αμερική τα τελευταία 20 χρόνια και εργάζεται ως χημικός μηχανικός, καλοπληρωμένος και καταξιωμένος. Από ένα λάθος ή τέλος πάντων από μια πληροφορία που έχει η cia, ο άνθρωπος συλλαμβάνεται μυστικά και μεταφέρεται μυστικά σε μια άγνωστη φυλακή εκτός ΗΠΑ για ανάκριση. Εκεί υποβάλλεται σε διάφορα βασανιστήρια, δεν ενημερώνεται φυσικά για τίποτα, δεν έχει δικηγόρο ή οποιοδήποτε δικαίωμα, ενώ δεν ενημερώνονται και οι δικοί του. Ο άνθρωπος εξαφανίζεται και απ’ το αεροδρόμιο βρίσκεται ξαφνικά σε ένα μπουντρούμι, όπου αντιμετωπίζει ηλεκτροσόκ, ξύλο και ηλίθιες ερωτήσεις. Όλα αυτά ξεκινάνε από μια πληροφορία, από ένα λειψό και ό,τι να ‘ναι στοιχείο. Στο έργο φαίνεται ξεκάθαρα ότι η «υπηρεσία» αντιλαμβάνεται να βασανίζει ένα άνθρωπο απλά τυχαία, από μια ανακρίβεια ή μια σύμπτωση, αλλά δεν δείχνει να ενδιαφέρεται. Σε μια σκηνή ο πρωταγωνιστής, που έχει κάποιες ας πούμε ηθικές αναστολές, λέει στο βασανιστή «δεν έχει απαντήσεις να σου δώσει, δεν το βλέπεις;». Ο βασανιστής ψιλοενοχλημένος του απαντάει: «ε τότε θα γράψεις στην αναφορά σου: δεν έδωσε απαντήσεις»

*

Μια από τις συζητήσεις που επανέρχεται συνέχεια απ’ το 2010 και μετά είναι η γνωστή κολοκυθιά «χούντα» – «ξέρετε πώς ήταν τότε η χούντα, μη λέτε βλακείες» – «δηλαδή πώς ήταν η χούντα, χούντα σου λέω είναι» – «φαντασιώσεις είναι αυτά, καμία σχέση με χούντα» κλπ κλπ. (Θυμάμαι βέβαια το Ραφαηλίδη που έλεγε ότι η επταετία ήταν της πλάκας. Αφού λοιπόν αυτό ήταν της πλάκας, φαντάσου τι είναι το σημερινό, ούτε καν ανέκδοτο). Αν και βαρετή λοιπόν η συζήτηση περί χούντας ή μη, έχει ένα ενδιαφέρον. Απ’ τις μυστικές φυλακές της CIA ως το Γκουανταναμο και απ’ τις προληπτικές προσαγωγές μέχρι τους διάφορους αντιτρομοκρατικούς νόμους και τα βασανιστήρια, μπορούμε ίσως να υποψιαστούμε μερικά πράγματα. Στη Λαμπεντούζα, στην Ισπανία, στο Φαρμακονήσι βλέπουμε παρόμοιες πολιτικές. Στρατόπεδα συγκέντρωσης υπάρχουν σε όλη την Ευρώπη. Οι μετανάστες μπαίνουν στο δημόσιο διάλογο μόνο ως «μεταναστευτικό πρόβλημα» που πρέπει να λυθεί. Οπότε, αν είσαι δεξιός τους πνίγεις (ή τους αφήνεις να πνίγονται), αν είσαι κεντρώος τους στοιβάζεις σε στρατόπεδα και αναθέτεις σε ΜΚΟ μια κάποια υλική στήριξη(είσαι και ανθρωπιστής, τί να κάνεις;), αν είσαι αριστερός δυσκολεύεσαι να ψελλίσεις ότι χωράμε όλοι και απλά καταγγέλλεις. Εντωμεταξύ η πολιτισμένη και δημοκρατική συνεργασία των Κρατών έχει λύσεις για το «πρόβλημα».

*

ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ:

1. Σύντομο φωτορεπορτάζ: Η μη χούντα, ο μη φασισμός, το σοβαρό Κράτος, το δημοσιονομικά προσαρμοσμένο Κράτος κάνει δημόσιες σχέσεις και ανταλλάσσει απόψεις. Ποτέ δεν ξέρεις τι θα σου χρειαστεί.

2. ή αν προτιμάτε τα παιχνίδια, σύντομο κουίζ: κοιτάξτε προσεκτικά τις επόμενες φωτογραφίες και βρείτε το φασίστα

1888574_669499583112747_768277685_n

mixaloliakos-ntora660

john-mccain-oleh-tyahnybok

*

Ναζί και νάζια στην Ελλάδα, στην Ουκρανία, στην Ισπανία. Κατά τ’ άλλα να προφυλάξουμε τη δημοκρατία μας, να τη σώσουμε απ’ τους αναρχικούς και τους πολέμιους των επενδύσεων και τους απεργούς και όσους ζορίζονται να βολευτούν με ένα μισθό, ένα επίδομα ή την ελπίδα αυτών. Να προφυλάξουμε τη δημοκρατία μας. Να την προστατεύσουμε (τουλάχιστον, αυτό μας λέει ο Βορίδης).

*

Το πρόβλημα ίσως δεν είναι  ότι οι δυτικές κοινωνίες, οι κοινωνίες των περίφημων δημοκρατιών του πλανήτη όχι μόνο ανέχονται τα παραπάνω, όχι μόνο τα αποδέχονται ή συναινούν σε αυτά, αλλά τα θεωρούν και αυτονόητα όπλα που χρησιμοποιούνται κατά των εχθρών της δημοκρατίας. Το πρόβλημα είναι ότι οι δυτικές κοινωνίες συνεχίζουν να φωνάζουν για την υπεροχή τους, για την αξία της δημοκρατίας, για την Ευρώπη και άλλα τέτοια κουραφέξαλα. Το πρόβλημα είναι ότι δεν είναι πρόβλημα οι επιχειρήσεις σκούπα ή οι βασανισμοί κρατουμένων.

Τώρα που διαβάζω για το νέο κόμμα του (εθνικού μας) πλυντηρίου και για πιθανές υποψηφιότητες της ΝΔ στο Ευρωκοινβούλιο (ο γνωστός ακροδεξιός σύμβουλος και φίλος του πρωθυπουργού), σκέφτομαι ότι ίσως αυτή η περίφημη σύγκλιση, η συναίνεση, η συνεννόηση για την οποία μας ζαλίζουν τόσα χρόνια, έγινε επιτέλους πραγματικότητα. Συζήτησαν οι (εθνικές) δυνάμεις, έγινε η (εθνική) συνεννόηση. Αυτή τη σύγκλιση ζούμε εδώ και δύο χρόνια ας πούμε, όταν λίγο πριν τις εκλογές του ’12, Πιπιλή και Καμίνης (ο κεντρώος, ο σοβαρός, ο κεντροαριστερός, ο ανένταχτος ή ότι άλλο τον δηλώνουν οι δημοσιογράφοι σήμερα) έβγαιναν εναλλάξ στα ραδιόφωνα και μιλούσαν για την ανάγκη δημιουργίας των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Και έλεγαν ότι δεν μπορεί ο κάθε δήμαρχος να διαμαρτύρεται ότι δεν τα θέλει στο δήμο του. Όπως με τα σκουπίδια, έτσι και με τους έγκλειστους μετανάστες, κανείς δεν τους θέλει έξω απ’ την πόρτα του. Εδώ επιτέλους συμφωνούμε. Και ιδού το πρόσωπο της συναίνεσης. Όχι δεν εννοώ τον Καμίνη. Εννοώ το μεταναστευτικό και την Βίλα Αμαλίας (για την οποία ο Ρηγόπουλος της Κ γράφει ότι το τηλεοπτικό κοινό την λέει έτσι, αλλά οι παλιοί Αθηναίοι την ξέρουν ως σχολείο στο οποίο φοίτησαν πολλοί ΕΠΩΝΥΜΟΙ ΑΘΗΝΑΙΟΙ). Εννοώ το μαφιόζικο καπιταλισμό και την λυσσώδη καταστολή. Εννοώ το φασισμό με ή χωρίς δωρικούς χαιρετισμούς. Το πρόσωπο της (εθνικής) συναίνεσης καθρεφτίζεται στον Κορυδαλλό, στις Σκουριές, στα προγράμματα κοινωφελούς εργασίας του ΟΑΕΔ, στην Αμυγδαλέζα και πάει λέγοντας.

2 σχόλια

Filed under υπερβολές, ασυναρτησίες

με τα δόντια

Ανηφόριζα την πλαγιά, σέρνοντας αργά τα βήματά μου. Ακόμη και τα μάτια μου είχαν κάτι το νωχελικό, καθώς ακουμπούσαν πότε δεξιά και πότε αριστερά στη διαδρομή προς την όχι και τόσο μακρινή κορυφή. Κάποτε στην Αστυπάλαια ένα παρόμοιο συναίσθημα. Ήταν νωρίς το απόγευμα σε ένα καφενείο. Τα πόδια ξυπόλυτα πάνω στο δροσερό τσιμέντο, ένας καφές γλυκός – για μένα που δεν πίνω τα γλυκά – και ένα αεράκι απίθανο. Φυσούσε αυτό το αεράκι του Αυγούστου, το για κάποιο λόγο καθησυχαστικό. Θα μισοκοιμόμουν άνετα εκεί, καθιστός στην ψάθινη καρέκλα με το χέρι χωμένο σ’ ένα μπολ γεμάτο σταφύλια. Πότε πότε θα έτρωγα ένα απ’ αυτά, μεταξύ ύπνου και ξύπνιου. Σχεδόν σε ένα όνειρο που μπορείς να γράψεις το σενάριο, να το σκηνοθετήσεις, να παίξεις και να το παρακολουθήσεις. Το ωραιότερο θερινό σινεμά του πλανήτη λειτουργεί 24 ώρες το 24ωρο πίσω απ’ το βλέμμα σου. Αρκεί να είναι Αύγουστος ή έστω Ιούλιος, να είσαι στην Αστυπάλαια ή έστω στα Κύθηρα, αρκεί να έχει σταφύλια ή έστω καρπούζι. Αρκεί μόνο να ανηφορίζεις αυτή την πλαγιά.

Ξάπλωνα στον μικρό αμμόλοφο. Ίδιος με εκείνο στην Ψιλή Άμμο της Πάτμου. Μια γυμνή πανέμορφη Γερμανίδα ζει εκεί, απ’ την πρώτη φορά που πήγα, καμιά δεκαπενταριά χρόνια πριν. Τρως κεφτέδες και τηγανιτές πατάτες στην ταβέρνα και η καρέκλα σου βυθίζεται στην άμμο. Κοιμάσαι κάτω απ’ το τεράστιο αρμυρίκι μέχρι το καραβάκι να πάρει τους τουρίστες μακριά και να μείνεις μόνος ή σχεδόν μόνος, τουρίστας κι εσύ, αλλά πάντως περιμένεις να φύγουν οι άλλοι. Μετά τρέχεις προς τη θάλασσα. Είναι πισίνα, καθρέφτης, πράσινο φως  και τα νερά που βαφτίζονται οι αληθινοί πιστοί. Βλέπεις τον εαυτό σου να κάνει μακροβούτια και να αιωρείται στην επιφάνεια της θάλασσας και ο ήλιος καίει το μέτωπο σου και συγχωρείσαι, λυτρώνεσαι, γεννιέσαι και πεθαίνεις, όλα μέσα στο ίδιο δευτερόλεπτο. Αρκεί να είσαι εκεί, ξαπλωμένος στον μικρό αμμόλοφο.

Με την πλάτη στο έλατο και τα χέρια να αγγίζουν τα εκατοντάδες μανιτάρια. Καθόμουν στο Μαίναλο λίγο μετά τη διασταύρωση για Βυτίνα, στον κορμό κάποιου δέντρου που για κάποιο λόγο βρισκόταν πεσμένο, σφηνωμένο ανάμεσα σε δύο έλατα. Βλέπεις τον ατμό που βγάζει η ανάσα και το κάτουρο. Βλέπεις με τα μάτια κλειστά. Ήχοι που έρχονται από παντού, πουλιά, ζώα, τριξίματα, ο άνεμος που βρίσκει στο ένα ή το άλλο εμπόδιο. Η χωματίλα απ’ τη βροχή σου σπάει τη μύτη. Κάθεσαι απλά και κοιτάς το βουνό. Βουλιάζεις μέσα του. Το κρύο του είναι παραδόξως ζεστό, η ατμόσφαιρα είναι ένα ξεκάθαρο χάδι. Αρκεί να είσαι εκεί, χαμένος στο βουνό.
picΑνοίγω τα μάτια μου, είναι έξη το πρωί. Δίπλα μου κοιμάται, η ανάσα της ανεβοκατεβάζει το κεφάλι μου πάνω στο στομάχι της. Το χέρι μου ξυπνάει κανονικά, τα δάχτυλά παίρνουν μορφή, γίνονται μικρά ανθρωπάκια και διαγράφουν μια ιλιγγιώδη διαδρομή. Ξεκινάνε απ’ το πλευρό της κάτω απ’ τη μασχάλη, τραβάνε κατά μέσα, πέφτουν για λίγο στον αφαλό, συνεχίζουν την πορεία τους. Ανηφορίζουν την πλαγιά, ξαπλώνουν για λίγο στον αμμόλοφο, χάνονται στο βουνό. Η κρεβατοκάμαρα αυτοκαταργείται, τα σεντόνια διαλύονται στο ημίφως, οι τοίχοι λειώνουν, ο κόσμος εξαφανίζεται. Η πλαγιά δεν είναι πλαγιά, ο αμμόλοφος δεν είναι αμμόλοφος, το βουνό δεν είναι βουνό. Ανοίγω τα μάτια. Κοιτάζω το βυζί της που βρίσκεται λίγα μόνο χιλιοστά μακριά. Ο κόσμος εξαφανίζεται αλλά υπάρχει μπροστά μου κάτι πιο γλυκό από το σταφύλι, κάτι πιο λυτρωτικό απ’ το ελαφρύ κύμα, κάτι πιο ζεστό απ’ την ηρεμία του βουνού, πιο καθησυχαστικό, πιο ζωντανό, πιο παλαβό, πιο απερίγραπτο. Ο κόσμος εξαφανίζεται και δεν έχω τίποτα, ούτε ώρα, ούτε νύστα, ούτε χέρι, ούτε δάχτυλο. Έχω μόνο ένα στόμα, είμαι ένα στόμα δηλαδή και δεν φαίνεται να υπάρχει τίποτα άλλο πια, παρά μόνο το ενδεχόμενο εγώ, το στόμα δηλαδή, να κατασπαράξει, να κατασπαράξω δηλαδή, αυτό που απλώνεται γαλήνιο, απίθανο και σχεδόν εξωπραγματικό μπροστά μου.

Αποφασίζω οριστικά ότι ο τρόπος να πηγαίνω απ’ το όνειρο στον ξύπνιο και πάλι πίσω, είναι με τα δόντια.

*το κείμενο αυτό γράφτηκε για το
δι-ιστολογικό αφιέρωμα με θέμα “Ερωτική Ιστορία¨ που δημοσιεύτηκε στο enfo.gr και συμμετείχαν οι silentcrossing,βιβλιοθηκάριοςτσαλαπετεινός, old boy, rubies and cloudsτο καραντί, kospanti, μπανάνα, ερυθρό καγκουρώαναγεννημένηαδέσποτος σκύλος,angry calgonitχαμένο επεισόδιο, μπουλακάκης, ποδηλάτισσακυνοκέφαλοι και η lemon

3 σχόλια

Φεβρουαρίου 18, 2014 · 9:11 μμ

την είδες;

Πήγαμε στον λογιστή. Καθίσαμε στο γραφείο του για καμιά ώρα και μας έκανε την καρδιά περιβόλι. «Φύγετε» μας λέει, «αυτή είναι η επαγγελματική μου συμβουλή». Κι ύστερα μια παράθεση άγνωστων λέξεων και αλλόκοτων φθόγγων, κομμάτια μιας άγνωστης γλώσσας αποτελούμενης από νούμερα και ποσοστά. Κοίταζα τον φίλο δίπλα μου. Ήταν κόκκινος. Κόκκινος κόκκινος, όχι αστεία. Σαν παπαρούνα ή σαν σημαία, λες και όλο του το αίμα είχε μαζευτεί στο κεφάλι και γύρναγε σαν τρελό ανάμεσα στο μυαλό και πίσω απ’ τα μάτια.

Στο δρόμο πιο μετά, στην Πλάκα, περπατούσα ανάμεσα σε δυο γκρουπ τουριστών. Ακούγονταν μόνο κάτι ψιθυριστά σχεδόν γαλλικά και ο ήχος των ρολών καθώς γλίστραγαν προς το πεζοδρόμιο. Σ’ ένα μαγαζί με σουβενίρ, ο υπάλληλος μάζευε μπλούζες με την επιγραφή Λεωνίδας ή την ελληνική σημαία.

«Φύγετε, δεν έχει νόημα». Αυτή ήταν η επαγγελματική του συμβουλή.

Περπατούσα με τον άλλο κάτι δρόμους παρακάτω, «την είδες;» μου λέει. Ναι ρε, φυσικά την είδα. Και το κορίτσι που σέρβιρε και αυτή που καθόταν με το σκουφάκι μες στο μαγαζί. Πώς γίνεται να μην την είδα;

Όσες επαγγελματικές συμβουλές ακούω, όσες ρυθμίσεις κι αν απλωθούν τρομαχτικά μπροστά στα μάτια μου, πάντα θα διακόπτεται αναγκαστικά η κουβέντα περί ποσοστών απ’ την κοπέλα με το σκουφάκι. Πάντα θα φαίνεται πίσω απ’ τη τζαμαρία, στο σκαμπό του μπαρ και πάντα εμείς θα καθυστερούμε το βηματισμό μας, μήπως γυρίσει το κεφάλι να δούμε καθαρότερα το πρόσωπό της. Κι ύστερα η καθυστέρηση θα γίνεται παύση, στεκόμαστε στη μέση του πεζοδρομίου, ενοχλώντας τους περαστικούς και στην ανάγκη κάνουμε και μερικά βήματα πίσω.

Γιατί ποιός λογιστής μπορεί να πει την αλήθεια; Μπορεί να οργανώσει και να διαχειριστεί μια κάποια όψη της πραγματικότητας. Αυτής της πραγματικότητας που διαστρέφει και εξουθενώνει το βλέμμα, την αίσθηση, το άσκοπο περπάτημα. Αλλά την αλήθεια; Πώς να την πει, αφού δεν την ξέρει; Χάσαμε στα ποσοστά, γίναμε κόκκινοι απ’ το άγχος, είδαμε το σκουφάκι. Άρα η ζυγαριά γέρνει προς το μέρος μας.

Παλιότερα, όταν πιεζόμουν απ’ την εφορία, τη δουλειά ή ό,τι άλλο, ξέφευγα απ’ το αδιέξοδο σκεπτόμενος ότι σε κάθε περίπτωση, ανά πάσα στιγμή, μπορώ να κάνω ένα αλματάκι, να πάρω τον ηλεκτρικό και μετά ένα οποιοδήποτε πλοίο από μια οποιοδήποτε πύλη. Μ’ ένα τελευταίο άντε γαμήσου από το κατάστρωμα θα αποχαιρετήσω την υπέροχη κι αφόρητη πόλη κι ύστερα θα βρεθώ σε κάποιο απ’ τα γνωστά παραθαλάσσια ταβερνάκια. Χωρίς τουρίστες αφού δε θα ‘ναι καλοκαίρι, θα κάθομαι σ’ ένα ακριανό τραπεζάκι και γύρω όλα άδεια. Στα μάτια μόνο θάλασσα και καρό τραπεζομάντηλα. Θα γινόμουν ψαράς ή αχθοφόρος ή κάτι σχετικό. Το όνομά μου θα χανόταν απ’ τα επίσημα χαρτιά του κράτους ή κάπου θα παράπεφτε. Θα περπατούσα κάθε πρωί πάνω κάτω την παραλία και θα ακουγόταν μόνο ο αέρας και ο ήχος που κάνει το βότσαλο όταν συγκρούεται με το νερό.

«What’s your way out?» που ρωτάνε τώρα τελευταία στις σειρές μυστικοί πράκτορες και περιβόητοι εγκληματίες. Μια παραλία στην Πάτμο ή ένα χωριό στην Αμοργό απαντάω αυτομάτως και κάπως ενοχλημένα στην εντελώς εκνευριστική πρωταγωνίστρια του homeland, να κοιτάξεις τα δικά σου τα χαΐρια, μη σε νοιάζει για μένα, ένα σωρό τόποι με περιμένουν. Και τέλος πάντων, θυμάμαι πάντα τί σημαίνει να κοιμάσαι στο κατάστρωμα.

Πήγαμε στον λογιστή. Καθίσαμε στο γραφείο του για καμιά ώρα και μας έκανε την καρδιά περιβόλι. Τι περίεργη φράση αυτή. Και γιατί παρακαλώ χρησιμοποιείται αρνητικά; Θα έπρεπε να λέμε μου έκανε την καρδιά περιβόλι, σε εντελώς διαφορετικές περιπτώσεις. Πχ. Τον συνάντησα τυχαία στην πλατεία. Καθίσαμε για ένα σύντομο καφέ, μετά με κέρασε και μια μπύρα, θυμήθηκε και κάτι παλιά αστεία. Μου έκανε την καρδιά περιβόλι. Ή δεν πρόλαβα καλά καλά να της μιλήσω και με έπιασε να με φιλήσει. Μου έκανε την καρδιά περιβόλι.

Πήγαμε στον λογιστή. Καθίσαμε στο γραφείο του για καμιά ώρα. «Φύγετε» μας λέει, «αυτή είναι η επαγγελματική μου συμβουλή». Έχεις δίκιο, έπρεπε να ‘χαμε πει. Εκείνη με το σκουφάκι κάθεται ακόμη στο μπαρ με πλάτη στη τζαμαρία. Πώς να ‘ναι άραγε το πρόσωπό της; Μιλάει μήπως τη γλώσσα των ποσοστών; Ή αδιαφορεί γι’ αυτήν, δεν καταλαβαίνει γρι από λογιστικά, αλλά μόνο γελάει, κουβεντιάζει, πίνει, φιλάει και τελικά καθρεφτίζει τον πραγματικό κόσμο;

6 σχόλια

Filed under ασυναρτησίες