γεγονότα

Χάζευε η Μ. κάποιες παλιές βιντεοκασέτες και κοιτάζοντάς τες, θυμήθηκα ξανά τον τρόπο που συνηθίζαμε να τραβάμε τότε βίντεο και φωτογραφίες. Σε κάθε ταξίδι μάς έπιανε μια φοβερή πρεμούρα να αποτυπώσουμε μνημεία, κτήρια, τοπόσημα, τοπία. 36άρια φιλμ γεμάτα με τζαμιά, παζάρια, Βόσπορο, δρόμους της Istanbul, και το πολύ καμιά δεκαριά φωτογραφίες με φιγούρες και πρόσωπα. Στο Παρίσι λες και μας είχαν πει ότι δεν υπάρχει άλλη προηγούμενη αποτύπωση της πόλης, κι ούτε άλλη στο μέλλον θα υπάρξει. Εμείς και μόνο εμείς είμαστε υπεύθυνοι για τη διατήρηση της ιστορικής μνήμης. Αλλά και κάτι καλοκαιρινά φιλμ όλο θάλασσες, ηλιοβασιλέματα, μύλους, πόρτες και μπλε παράθυρα.

Στη βιντεοκασέτα που έβλεπε η Μ. παρακολουθούσα ατελείωτα τοπία, κτήρια και δρόμους. Μια δυο φορές μου ξέφυγε ένα άιντε ρε, γύρνα την κάμερα να δούμε ποιοι είναι εκεί. Τι τα γράφεις όλα αυτά τα έρημα τοπία, τις ακίνητες ξένες εικόνες; Έμοιαζε λες και όλοι είχαν παραταχθεί πίσω από την βιντεοκάμερα κι αυτή κατέγραφε μόνο εικόνες ενός ξενοδοχείου στην παραλία και κάπου από πίσω ακούγονταν φωνούλες, φωνούλες ξένες και φωνούλες αγαπημένες.

Τι ήταν αυτό που μας έσπρωχνε να φωτογραφίσουμε όλο το τριγύρω και να ξεχνάμε ή να σνομπάρουμε τα πρόσωπα; Δεν υπήρχε ίσως ακόμα η αίσθηση του ίντερνετ – αυτό το όλα είναι εδώ, στον υπολογιστή σου, η πεποίθηση ότι δεν υπάρχει καρτ ποστάλ που να μην είναι ήδη αποθηκευμένη στο google images, άρα τι νόημα έχει όλη αυτή η προσπάθεια; Ή ίσως υπήρχε μια χαζή αίσθηση σοβαρότητας. Να είμαστε τυπικοί, να φωτογραφήσουμε την παναγία των παρισίων, τον Σηκουάνα, το Πομπιντού.

Μεγαλώνοντας, σιγά σιγά, παρατηρείται ένα σιφτ. Τα τοπία πιάνουν πια ίσο χώρο, και κάποτε μάλιστα εξαϋλώνονται μπροστά στα σώματα και τα πρόσωπα. Μια φορά στα Κουφονήσια, σχεδόν 150 φωτογραφίες, όλες πρόσωπα γύρω από ένα τραπέζι, όλες από την ίδια μέρα, από το πρωί ως το βράδυ. Πρόσωπα που τρώνε, που γελάνε, που κοιτάνε το άπειρο ή τους απέναντι, που χαζεύουν, που φωνάζουν, που τσουγκρίζουν. Η τελευταία φοιτητική έξοδος, πριν τον αποχαιρετισμό, ένα 36αρι φιλμ όλο πρόσωπα, πάλι γύρω από ένα τραπέζι (εδώ έντερ και λίγο γλυκό σαντνες). Σε μια έξοδο στο Ψυρρή σε ένα απ’ αυτά τα νέο-ρεμπετάδικα, μια 60αρα κασέτα όλη με δηλώσεις και λάιβ σχολιασμό των τραγουδιών από την ομήγυρη. Κοντινό στο κοντινό, ενώ θα μπορούσαμε να είμαστε οπουδήποτε, αφού δεν υπάρχει οπτική αναφορά σε κάτι που θα αποκάλυπτε το μαγαζί. Δεν υπάρχει background, δεν υπάρχει χώρος, υπάρχουν μόνο πρόσωπα και φωνούλες.

Τώρα κάθε φορά που μπλέκω με τα παλιά κουτιά με τις φωτογραφίες και τις κασέτες, διαπιστώνω πως το μόνο που έχει ενδιαφέρον, είναι τα πρόσωπα και οι φωνούλες. Πρόσωπα αλλοιωμένα πια, πιο χαρούμενα ή πιο λυπημένα, κάποια απόντα και χαμένα, πάντως πρόσωπα, πρόσωπα, πρόσωπα.

***

***

Στο Μπακαλόγατο ο Κώστας Δούκας παραφθείρει τα πρόσωπα και τα κάνει προσώπατα – κατά το γεγονότα και τα χρήματα. Μ’ έναν τρόπο, προσθέτοντας αυτή την κατάληξη (-τα), τα κάνει πιο συμπαγή, πιο αληθινά, πιο απτά. Μετατρέπει τα βλέμματα πάνω στα πρόσωπα σε πολύ ειδικά και συγκεκριμένα συμβάντα. Τους χαρίζει μονιμότητα και αλήθεια. Τα προσώπατα έχουν υλικότητα, μπορείς να απλώσεις το χέρι και να τ’ αγγίξεις, μπορείς να τα τρίψεις, να τα χαϊδέψεις, να κολλήσεις πάνω τους, να ξαπλώσεις μαζί τους.

Μάλιστα, στην ταινία ο Δούκας τα αντιπαραβάλλει με τα χρήματα, τι αξία έχουν τα χρήματα μπροστά στα προσώπατα. Τα χρήματα είναι χαρτί, τα πιάνεις και τα σκίζεις, τα προσώπατα είναι σχεδόν οριστικά σχήματα, βράχοι, ακλόνητα γεγονότα.

***

Τον τελευταίο καιρό ξεκίνησα ξανά να βλέπω Bob Ross. Ένα επεισόδιο πριν τον ύπνο, έτσι ως προληπτικό φάρμακο για πιθανούς εφιάλτες (όχι ότι πετυχαίνει βέβαια, αλλά ηρεμεί τις σκέψεις. Ό,τι τέλος πάντων μπορώ να ελέγξω, όντως ελέγχεται χάρη στο Bob). Σε αυτή τη θέαση των εκπομπών λοιπόν, παρατηρώ ότι δεν κοιτάζω σχεδόν καθόλου τον πίνακα, το έργο. Κολλάω στο πρόσωπο, στα χέρια και στα πινέλα – ακόμη και την ώρα που η κάμερα ζουμάρει στα σχήματα και τα χρώματα – τα μάτια παραμένουν καθηλωμένα στις τρίχες του πινέλου, στα δάχτυλα, στα λόγια, στον ήχο του πινέλου ή της σπάτουλας (δηλαδή στις φωνούλες).

***

***

Αφηγούμενος έναν απ’ τους τελευταίους (εντελώς άκυρους) εφιάλτες συνειδητοποίησα ξαφνικά ότι σε όλους τους εφιάλτες σε όλη τη ζωή μου πουθενά δεν υπάρχουν πρόσωπα. Ακόμα και όταν εμφανίζονται γνωστά κι αγαπημένα άτομα, τα πρόσωπά τους είναι κάπως θολά. Ακόμα και στα ερωτικά όνειρα, όταν ξέρω ποιο είναι το απέναντι άτομο, κάπως ξέρω χωρίς όμως να υπάρχει εντελώς καθαρό το πρόσωπο – σα να υπάρχει ένα είδος πίξελς ή σα να μη μπορεί ο σκηνοθέτης του ονείρου (γκουχ γκουχ, δηλαδή εγώ) να νετάρει.

***

***

Κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά πέφτω πάνω σε δυο τρεις φωτογραφιούλες από την Κω, έχω ελάχιστες γιατί που να βρεις όρεξη για αναμνήσεις όταν είσαι φαντάρος. Μια θάλασσα, ένα στενό με μαγαζιά, το στρατόπεδο (εξωτερική όψη). Στενάχωρα ή τζενέρικ πράγματα. Είναι περίεργο γιατί αυτό που σκέφτομαι τώρα είναι ότι όντως δε θυμάμαι δυο πρόσωπα που θα ήθελα να θυμάμαι, κάπως σα να μετανιώνω που είχα τέτοια άρνηση να φωτογραφήσω το οτιδήποτε. Ήθελα απλά να φύγω τρέχοντας από κει και να μην ξανακοιτάξω πίσω. Αν το ήξερα ότι θα θυμόμουν ένα ποδήλατο, μια πλάτη, κάτι ποτήρια, κάτι φευγαλέους ήχους, αλλά όχι τα συγκεκριμένα ένα δύο πρόσωπα, όχι τις φωνές, θα είχα ίσως σπαταλήσει ένα 36αρι φιλμ ή καμιά εκατοστή κλικ. Γιατί τώρα η κατάσταση έχει ως εξής, βρίσκομαι να αναρωτιέμαι: τι θυμάσαι από έναν άνθρωπο αν δεν είσαι σίγουρος ότι θυμάσαι το πρόσωπό του; Τι θυμάσαι αν υπάρχει περίπτωση να συναντηθείτε στο δρόμο και δεν είσαι σίγουρος αν θυμάσαι το πρόσωπο, αν θα αναγνωρίσεις τις φωνούλες;

As it was with him ,forgetting will begin with your eyes. / Then as with him, it will swallow your voice. / Then as with him, it will consume you entirely, little by little. / You will become a song, λέει η Emmanuelle Riva στο Hiroshima mon amour.

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized

τέσσερα μηδέν

Ανανέωσα τα ντιπ κρεμμυδιού, τα τσιπς και το γουακαμόλε και βγήκα έξω στα σκαλιά. Δεν υπήρχε κανένας εκεί γύρω, και ήμουν πολύ κακόκεφη για να φωνάξω τους φίλους μας να έρθουν να δουν το υπέροχο ηλιοβασίλεμα. Υπάρχει λέξη αντίθετη από το déjà vu; Ή κάποια λέξη που να περιγράφει πώς είδα όλο μου το μέλλον να περνάει μπροστά από τα μάτια μου; Είδα ότι εγώ θα έμενα στην Εθνική Τράπεζα της Αλμπουκέρκης και ο Μπέρνι θα τελείωνε το διδακτορικό του, θα συνέχιζε να ζωγραφίζει άσχημους πίνακες και να φτιάχνει λασπωμένα κεραμικά, θα έπαιρνε μονιμότητα στο πανεπιστήμιο. Θα αποκτούσαμε δύο κόρες· η μία θα γινόταν οδοντίατρος και η άλλη θα εθιζόταν στην κοκαΐνη. Εντάξει, δεν τα ήξερα όλα αυτά, αλλά το έβλεπα, τα πράγματα θα ήταν δύσκολα. Και ήξερα ότι μετά από χρόνια ο Μπέρνι πιθανόν θα με εγκατέλειπε για καμιά φοιτήτριά του και θα ένιωθα ράκος, αλλά έπειτα θα επέστρεφα στο σχολείο, οπότε στα πενήντα μου θα έκανα επιτέλους όσα ήθελα να κάνω, μα θα ήμουν κουρασμένη.

Lucia Berlin – Οδός Λιντ, Αλμπουκέρκη [ Βράδυ στον Παράδεισο ]

Όταν διαβάζω Berlin θέλω να χαμογελάσω απ’ τα βάθη της καρδιάς μου ή να κλάψω απ’ τα βάθη της καρδιάς μου ή να πάω σε μια θέα και να παριστάνω πως ατενίζω σκεπτικός (ιδανικά στον αη γιώργη στα Κύθηρα που βλέπεις γύρω γύρω τη θάλασσα ψεύτικη, μακέτα, σαν ένα μπλε ασπράδι αυγού που απλώνεται ήπια και πυκνά).

***

Πού πήγε ο χρόνος;

Έχουν γραφτεί τόσα και τόσα σχετικά, άλλα μεγαλειώδη και άλλα εντελώς φτηνά. Στο μυαλό μου πάντα έρχεται εκείνη η ατάκα απ’ το Things to do in Denver when you ‘re dead. Η ζωή περνάει πιο γρήγορα κι απ’ τις διακοπές.

Νομίζω πως απ’ τα 28 μέχρι τα 40 έχουν περάσει δυόμιση χρόνια το πολύ. Και θα ορκιζόμουν ότι μέχρι τα 18 θυμάμαι μόνο καμιά ντουζίνα σκηνικά τα οποία επανέρχονται εμμονικά και συζητιούνται από μέσα μου κι απ’ έξω ξανά και ξανά, σαν ένα φιξ σκηνικό που χρησιμοποιείται σε σήριαλ, εκπομπές και ταινίες κι όλο λες τι διάολο άλλο background δεν έχει; Κι αν όχι, γιατί;

***

ninjababy [ 2021 ] έλα να σχεδιάσεις την Αθήνα, τα Βαλκάνια, το σύμπαν.

***

Έξω από το μετρό Ακρόπολη δύο αγόρια αγκαλιασμένα σφιχτά, πολύ σφιχτά και το ένα κλαίει με τα μούτρα στο λαιμό του άλλου. Κλαίει πολύ. Καθώς προσπερνάω, ακούω να λέει συγνώμη που κλαίω. Ούτε δέκα μέτρα πιο κάτω ένα αγόρι κουβαλάει ένα άλλο, προχωράνε καλικούτσα. Αυτό που κουβαλάει στην πλάτη το άλλο λέει είναι παιχνίδι εμπιστοσύνης, άστα ρε και το δεύτερο αγόρι αφήνει τα χέρια, χαλαρώνει τα πόδια και απλώνεται σαν σακί, χύνεται πάνω στην πλάτη του φίλου του. Ένα κορίτσι κρατάει δύο τσάντες στα χέρια και δυσανασχετεί γελώντας, γελάει δυσανασχετώντας, ενώ λέει τελειώνετε ρε.

Πού πήγε ο χρόνος;

Έξω απ’ το μετρό Φιξ μια κυρία ανοίγει, χωρίς να σταματάει να περπατάει ένα γαλάζιο φάκελο. Διακρίνω μόνο στο εξωτερικό του φακέλου τα γράμματα ΔΙΑΓΝΩΣΤ… Πάει να γυρίσει σελίδα, αυτή δε γυρνάει, πάει να σαλιώσει το δάχτυλο, το δάχτυλο βρίσκει στη μάσκα. Κατεβάζει τη μάσκα, σαλιώνει καλά. Γυρνάει σελίδα. Στο δεξί κομμάτι της σελίδας μια σειρά από νούμερα.

***

Ο χρόνος πήγε στο μεγάλωμα και τα γηρατειά των ζώων με τα οποία συγκατοικώ. Ένας κτηνίατρος έλεγε τις προάλλες, ε όσο μεγαλώνουν γίνονται περίεργα, βγάζουν γκρίνιες. Έτσι μοιάζουν οι επιθυμίες, οι απαιτήσεις, οι προσδοκίες, όταν εκφράζονται σαφώς και με ακρίβεια. Περίεργες και σίγουρα πάντως όχι και τόσο βολικές.

Προσπαθώ να γυρίσω τη ματαιότητα ή την αγωνία, σε ευγνωμοσύνη και απόλαυση. Δεν δυσκολεύομαι, είναι τέτοιος ο χαρακτήρας μου. Stop and smell the roses. Μάλιστα, να μυρίσω. Ο Όζζυ μυρίζει τσουρεκίλα. Ο Κυριάκος χώμα μετά από βροχή. Ο Λεφτέρης σιδερότυπο.

***

Το λέω και το ξαναλέω, τίποτα πιο μπανάλ απ’ την κρίση μέσης ( ; ) ηλικίας. Και σα να μην έφτανε το μίζερο κλισέ, έχουμε και τις αναπαραστάσεις στην ποπ κουλτούρα. Παλιμπαιδισμός και ξεσπάσματα και εσωτερικό κενό ή ψυχικός τρόμος, και τελικά μια (βεβιασμένα) γλυκιά επαναξιολόγηση και επιστροφή σε μια αγάπη που είναι ασφάλεια που είναι αγάπη που είναι ασφάλεια που είναι αγάπη – Τζον Κιούζακ για σένα λέω. Ακόμη και στην όποια προσωπική υπαρξιακή κρίση πρέπει να χωρέσουμε εντός των στενών προκαθορισμένων ορίων που έχτισε για μας κάποιο εργοστάσιο προκάτ αφηγήσεων. Όλος ο κόσμος είναι οριοθετημένος, ΚΟΜΜΕΝΟΣ ΣΕ ΚΟΜΜΑΤΑΚΙΑ, οικόπεδα και τεμάχια. Ακόμα και η πιο κρυμμένη ενδοχώρα είναι καλά μετρημένη και καταχωρημένη σε μια τεράστια βάση δεδομένων, στο υπ’ αριθμόν 1.345.678.911 κελί του αόρατου εξέλ.

***

Ο Βασίλης, τον οποίο έχω να δω από το 2006, με μια δραματική γλαφυρότητα περιέγραφε την εμπειρία του ιντερνετικού πορνό ως εξής: «υπάρχει μια σχετική διάθεση, διαλέγω το σωστό σάιτ, ακολουθεί εξερεύνηση, η κάβλα κάπως αρχίζει να λειτουργεί, είμαι στα δεκαπέντε ταμπς ανοιχτά, ό,τι ανοίγει είναι λίγο περισσότερο καβλωτικό, κάθε εικόνα λειτουργεί αθροιστικά, ανοίγω κι άλλα κι άλλα. Ύστερα, τελειώνω. Αμέσως πέφτει μαυρίλα στην οθόνη, κλείνω όλα τα ταμπς μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου και νιώθω ένα κακό άδειασμα. Τώρα όλα όσα έβλεπα μοιάζουν ντεκαβλέ, σαντ, κακοφωτισμένα, γραφικά, γκοτέσκα, εντέλει παντελώς άσχημα».

Μπαίνω στον πειρασμό να κάνω την αναλογία μεταξύ χρόνου, δηλαδή ζωής και ιντερνετικού πορνό. Ζεις ζεις ζεις, ζεις παραπάνω, λαχταράς παραπάνω, ζεις κι άλλο, κι άλλο. Και ξαφνικά πέφτει μαυρίλα και όλα όσα ζούσες ένα μάτσο από sad ταμπς.

Υπερβολές και γκρίνιες.

***

Ένα από τα αγαπημένα μου ποίηματα είναι ο Διάκος του Καρυωτάκη. Σαν τις αναμνήσεις κι αυτό, επανέρχεται εμμονικά, λες και είναι ένα απ’ πέντε έξι συνολικά ποιήματα που έχουν γραφτεί στην ιστορία.

Μέρα του Απρίλη.

Πράσινο λάμπος,

γελούσε ο κάμπος

με το τριφύλλι.

Ως την εφίλει

το πρωινό θάμπος,

η φύση σάμπως

γλυκά να ομίλει.

Εκελαδούσαν πουλιά,

πετώντας όλο πιο πάνω.

Τ’ άνθη ευωδούσαν.

Κι είπε απορώντας:

«Πώς να πεθάνω;»


Κώστα Καρυωτάκη πες μας για άνθη και πουλιά, πες μας για το πρωινό θάμπος και το τριφύλλι. Χεστήκαμε για τα 200 χρόνια, τις επετείους, τα Ναβαρίνα, τη ναυμαχία ή το Costa, χεστήκαμε για τη Γιάννα Αγγελοπούλου Δασκαλάκη και την ελληνική Δημοκρατία.

Ρώτα μόνο «Πώς να πεθάνω;». Ρώτα «Πώς να πεθάνω;». Ρώτα να σου πω κι εγώ για άνθη και πουλιά, για το πρωινό θάμπος και το τριφύλλι, για τη Lucia Berlin και το σαλούν, εκεί που θα συναντηθούμε.

3 Σχόλια

Filed under Uncategorized

πες μου πως το ‘κανες αυτό

Το 2022 θα είναι η χρονιά που θα γίνω 40. Ε και τί;

Τί σημασία έχει in the grand scheme of things, σε μια χρονιά που μας έχει τσαλαπατήσει. Σε μια χρονιά που τα λοκντάουνς και τα αφόρητα πανδημικά σκατά δεν είναι καν το γεγονός της χρονιάς, αφού, τί να κάνουμε, οι συνεχιζόμενες δολοφονίες στη μεσόγειο, όσο κι αν αποτελούν το επιστέγασμα της χαρούμενης και περήφανης λύσσας για τη διατήρηση και προώθηση του ευρωπαϊκού τρόπου ζωής, παραμένουν συνεχιζόμενες μαζικές δολοφονίες.

*

Τώρα είναι η στιγμή που όλοι οι λόγοι γύρω απ’ την πανδημία μοιάζουν να μην είναι αρκετοί ή, ας είμαι ειλικρινής, μοιάζουν λάθος, λάθος, λάθος.

Όταν μου ζητείται (ή μου ζητάω) να προσέχω αναρωτιέμαι τι σημαίνει αυτό. Ο σκοπός είναι να επιβιώσουμε, αλλά είναι και να ζήσουμε και μην αρχίσω τη μπουρδολογία της μεταξύ τους διαφοράς, γιατί εν προκειμένω δεν έχει σημασία. Σκοπός δεν υπάρχει ακριβώς. Τρέχουμε ασθμαίνοντας πίσω απ’ το τελευταίο μίλι ή την επέλαση της πανδημίας, ψάχνουμε μια πληροφορία που να μπορεί να μας κουβαλήσει για πάνω από μια βδομάδα, αλλά προφανώς αυτό δε μπορεί να συμβεί και αυτό που μένει είναι κάτι αρκετά δύστροπο, κάτι που επιτρέπει ανάλογα με το φόβο ή το φόμο της στιγμής να ριχτείς στη ζωή ή να κάτσεις λίγο μέσα. Μετά αποτραβιέσαι από τύψεις ή χαλιέσαι που πάλι κάτι χάνεις, κάτι που γίνεται, κάτι που κάποιος δεν σταμάτησε. Κι ο κύκλος συνεχίζει. Όταν μαθαίνεις κάποιο κακό νέο, για λίγο παγώνεις κι ύστερα ο κύκλος συνεχίζει. Παραμένει αναλλοίωτο ένα μόνιμο αόριστο άγχος, πότε για την ασθένεια, πότε για αυτή την αδιανόητη επίθεση στον ταξικό πάτο, πότε για τίποτα συγκεκριμένο, δηλαδή για όλα.

Τριγύρω όλοι είναι σε διαφορετικές ταχύτητες. Κάποιος αυτή τη βδομάδα τρόμαξε, κάποιος θα συναντήσει τους γονείς του, κάποιος θέλει να τριφτεί αγκώνα με αγκώνα σε κάποια μπάρα, κάποιος απόψε θα μοιραστεί ό,τι καλούδι έχει πάνω του, κάποιος έχει να κάνει εμβόλιο, κάποιος αναρωτιέται τι διαφορά έχει το τεστ από το άλλο τεστ, κάποιος κάνει σα να μην τρέχει τίποτα και κάποιος είναι σε διαρκή κατάσταση αναμονής. Αναμονής για τί πράγμα; Για το τέλος όλου αυτού που δεν τελειώνει και αυτό μάλλον δεν είναι η πανδημία, αλλά αυτή η πυγμή που μας πατάει σαν τσίχλα πάνω στο πεζοδρόμιο (δηλαδή σε πρώτη φάση το μητσοτακέικο, και στο βάθος ο καπιταλισμός).

*

Είπα πεζοδρόμιο και σκέφτηκα ότι, παρόλα τα σημαντικά σκατά της χρονιάς, δε νομίζω ότι έχω ρίξει περισσότερο βρισίδι απ’ ό,τι για την πανεπιστημίου του μπακογιάννη.

 *

Το 2022 θα είναι η χρονιά που θα γίνω 40.

Τελευταία έχω χάσει μέχρι και τη χαρά του περπατήματος στην πόλη. Η πόλη έχει παραγίνει εχθρική, τελευταία φορά που την ένιωσα κάπως, ήταν, ΠΑΝΑΓΙΑΜΟΥ ΠΟΥ ΕΧΩ ΦΤΑΣΕΙ, όταν έπεσα πάνω σε ένα παλιό τραγούδι των φατμέ (ναι, των φατμέ), που μιλάει για τη Σταδίου. Η Σταδίου είναι ένας γενικώς άδειος εδώ και πολλά χρόνια δρόμος, αλλά την έχω περπατήσει πολλά βράδια μόνος μου με ακουστικά, τόσο που μου έχει δημιουργηθεί η εντύπωση ότι είναι ο δρόμος που έχω βρεθεί μόνος μου περισσότερο από κάθε άλλον στην Αθήνα. Ή μάλλον, για να το πω πιο μεγαλόστομα, μου έχει δημιουργηθεί η εντύπωση ότι και η Σταδίου έχει βρεθεί πολλές φορές εντελώς μόνη (ή τέλος πάντων άδεια) με μόνη παρέα εμένα.

Ενιγουέι, το τραγούδι λέει:

Έλα κράτα με απ’ τη μέση / γιατί θ’ απογειωθώ / σκέψου μεσάνυχτα και κάτι στη Σταδίου να πετώ.

*

Τί με συγκινεί σε αυτό το κομμάτι; Κλασικές ρομαντικοποιημένες εικόνες της πόλης: το galaxy, η αναμονή στην αφετηρία των λεωφορείων πεντέμιση το πρωί αφού δεν υπάρχουν λεφτά για ταξί, ο απόηχος μιας πορείας μια δεκαετία πίσω ή και δυο χρόνια πίσω, τα μεγάλα πεζοδρόμια με βροχή, πρόσωπα αρχαία, ένα γλυκό στριμωξίδι που τότε έμοιαζε κουραστικό και τώρα το κοιτάζω με δίψα μεσημεριού Ιουλίου, τα ποιήματα του Γκόρπα (τι ωραία που έπιασε έτσι την πόλη, φευγαλέα, ημισκοτεινά, μελαγχολικά, μπατίρικα, αναπολογητικά, με ήσυχη λαχτάρα – κάτι σημερινά χιπ χοπ κομμάτι έχουν παρόμοιο βλέμμα και πολύ μ’ αρέσουν).

Με ενοχλεί που έχω πετύχει στο galaxy τον Πορτοκάλογλου τόσες φορές. Νιώθω ότι κάτι κλέβει απ’ το κομμάτι, το μετατρέπει σε μια κυριολεξία πολύ προσωπική (του). Με ενοχλεί γενικά ο Πορτοκάλογλου βέβαια. Απ’ την άλλη το κομμάτι με πιάνει, ψέματα δεν μπορώ να πω, με πιάνει πολύ.

*

*

Το 2022 θα είναι η χρονιά που θα γίνω 40. Η κρίση ηλικίας είναι κάτι βαρετό, χιλιοειπωμένο, μπανάλ.

Κολλημένος στην κίνηση της Σταδίου, με πιάνει ξανά τυχαίο κομμάτι. Έχει πεθάνει η Χριστιάνα, γίνονται ψευτοαφιερώματα και κάποιος πετάει στο facebook ένα βίντεο στο γιουτιούμπ, τον κραουνάκη το 1982 να κάθεται στο πιάνο και να παίζει το να μη μπορώ να σ’ αγαπήσω. Απαπα.

Με συγκινούν τραγούδια ανθρώπων που με ενοχλούν. Συγκινούμαι και δεν ξέρω τι να αποδώσω που. Ένα απ’ τα αποτελέσματα της πανδημίας είναι ότι όλοι και όλα είναι ταυτόχρονα πιο αφόρητα και πιο ευάλωτα από ποτέ – δεν ξέρεις αν πρέπει να συναισθανθείς, να βρίσεις, να δραπετεύσεις, να ετοιμάσεις βαλίτσες ή να πέσεις μέσα σε μια αγκαλιά και να γουργουρίσεις κλαίγοντας. Να χάσεις την ταυτότητα πια γίνεται μόνο σε ταινίες και ο χρόνος κυλάει πιο γρήγορα απ’ το νερό και έχει μείνει κολλημένος στο Φεβρουάριο/Μάρτιο του ‘20.

*

Αύριο πρέπει να πάω να πάρω το καινούριο της Λισπέκτορ. Κάθε φορά που δυσκολεύομαι, μου έρχεται η φράση της «τα πράγματα είναι πάντοτε παραμονές». Περιμένω κάτι απ’ αυτό το βιβλίο, περιμένω κάτι απ’ αυτό τον δρόμο, περιμένω κάτι απ’ αυτή τη χρονιά. Όμως κάθε προσδοκία είναι μια αναβολή, κάθε αισιοδοξία είναι άκαιρη και βάναυση, κάθε σκέψη διακόπτεται απότομα από μια αίσθηση μόνιμου επείγοντος.

*

Το τραγούδι λέει: Το σκοτάδι έγινε μέρα / πες μου πώς το ‘κανες αυτό.

Θα σου πω εγώ λοιπόν Πορτοκάλογλου, αφού έχω κολλήσει με αυτό το πράμα και δε λέει να φύγει απ’ τα αυτιά μου. Για αρχή ήμαστε και είμαστε εκεί, πρέζεντ, κονέκτεντ πως το λένε. Όπως και όσο μπορούμε. Βλέποντας και κάνοντας. Πρέζεντ.

1 σχόλιο

Filed under Uncategorized

το ‘να ξεχειλίζει τ’ άλλο

*

στο ταχυδρομείο το πρωί, περιμένουμε απ’ έξω. Διαβάζω το βιβλίο μου. Απ’ το βάθος ακούγεται μια φωνή που μιλάει και κλαίει. Είναι κάπως πίσω μου η φωνή που για να μην ακούγεται έχει μπει μέσα στο παρτέρι, έχει περάσει μέσα απ’ το θάμνο που έχει περιποιημένο και καλά φτιαγμένο ο δημοτικός κηπουρός. Έχει μπει μέσα εκεί στο χώμα πίσω απ’ τις φυλλωσιές, κάπου κάπου φαίνεται ένα κεφάλι, μια μάσκα, ένα χέρι που κρατάει το κινητό. Η φωνή κλαίει, κλαίει αδιάκοπα και μιλάει για λεφτά για χρωστούμενα, λέει που υποχρεώθηκε στην από πάνω στην πολυκατοικία. Λέει κάθε λίγα δευτερόλεπτα, σε κλείνω, πάω μέσα να πληρώσω και συνεχίζει να μιλάει και να κλαίει και να λέει κάντο όπως θες, δεν ξέρω κι εγώ τί να σου πω και ξανά κλάμα και ξανά σε κλείνω, πάω μέσα να πληρώσω.

Βγαίνει απ’ τους θάμνους, ανεβάζει τη μάσκα απ’ το σαγόνι στο στόμα. Ρουφάει τη μύτη, φέρνει τους καρπούς στα μάτια να τα σκουπίσει. Ετοιμάζεται να μπει στο ταχυδρομείο, να πληρώσει και όλο ακούγεται που ρουφάει τη μύτη.

*

τυχαία περίληψη σε οπισθόφυλλο του Παπαγιώργη: «μόνο αν με μια κίνηση ανεξήγητης βίας καλύψεις το πρόσωπο, ο άνθρωπος αφανίζεται».

Η γυναίκα που έκλαιγε. Δεν είδα καθαρά το πρόσωπό της, εξαιτίας της μάσκας. Στ’ αλήθεια δεν μπόρεσα να πιάσω κάτι απ’ τον πόνο της. Μου έμεινε ο ήχος, ο τρόπος που ρουφάς μύξες και δάκρυα, ο τρόπος που προσπαθείς να ανασκουμπωθείς, ο τρόπος που πιέζεις τον εαυτό σου να συνέλθει. Να συνέλθει για να μπει μέσα να πληρώσει.

*

Τι να καταλάβεις απ’ τον αφανισμένο άνθρωπο; Πως συνδέεσαι με ένα μη πρόσωπο; Εστιάζεις με όλη σου τη δύναμη στα μάτια, στο βλέμμα. Εκεί θα προσπαθήσεις να αποκρυπτογραφήσεις τα πάντα. Αλλά είναι σαν ένα παζλ που δεν μπορεί να τελειώσει, η έκφραση δεν ολοκληρώνεται, η χαρά δε χαίρεται, η λύπη δε λυπάται, η θλίψη δεν θλίβεται, η κάβλα δεν απευθύνεται. Κόβιντ μας έχεις διαλύσει, μας έχεις ξεσκίσει τα σωθικά.

*

Στο δρόμο τρυκάκια. «δεν ξεριζώνονται οι νύχτες από μέσα μας».

Στίχοι για τη νύχτα, αναμνήσεις από τη νύχτα, λαχτάρα για τη νύχτα.

*

Φυσικά και όλοι είναι χάλια, αφού ζούμε τη στιγμή που όλα τα διλήμματα (ως συνήθως) είναι κακά και όλες οι αποφάσεις λάθος.

Το κράτος/τα κράτη διαλέγουν να απαντήσουν στην πανδημία με τη δύναμη των μπάτσων και την ακλόνητη πεποίθηση ότι δεν υπάρχει τίποτα δομικό και ουσιαστικό να αλλάξει στον τρόπο που βλέπουμε και ζούμε τον κόσμο. Εμείς νικημένοι πολλαπλώς ανάμεσα στο στρες του ποιος θα κολλήσει, ποιος φτωχός κι απόκληρος θα την πληρώσει με τη υγεία και τη ζωή του και στο στρες ότι η ζωή μας έχει πατήσει pause και κάποια στιγμή ίσως, αν είμαστε τυχεροί, αν όλα πάνε κάπως απροσδόκητα καλά, τότε ίσως να συνεχιστεί. Πως να χωρέσεις στο ίδιο μυαλό, στην ίδια καρδιά τρομοκρατικές απαγορεύσεις γελοίου επιπέδου και τις αληθινές συνέπειες της ασθένειας; Πως να χωρέσεις το σηκωμένο δάχτυλο των προνομιούχων που από ένα όμορφο και γεμάτο σπίτι μας λένε ότι δε θα πάθουμε τίποτα να μείνουμε μέσα, να μη συναναστραφούμε με άλλους για λίγο (δηλαδή για πολύ); Πως να χωρέσει ο μόνος τον κόσμο των τακτοποιημένων που του λέει ότι ιτς οκέι, θα φλερτάρει ξανά το 2022;

Παλέψαμε με τα μέσα κι έξω τέρατα μπας και μπορέσουμε ν’ αγγιχτούμε όπως το ζητάει η επιθυμία μας και τώρα το φιλί κι η αγκαλιά είναι όσα συνιστούν τα πιο αρμόδια χείλη να αποφεύγουμε. Δεν είναι τίποτα. Υπομονή, μη ζήσετε μέχρι να ζήσετε. Και αυτή η απαίσια αθλιότητα, να υποψιάζεσαι πως έχει βάση, γιατί δεν υπάρχει τίποτα άλλο ανάμεσα σε σένα και τον ιό (έτσι που τα ‘φερε η ακροδεξιά στροφή του δυτικού κόσμου) πέρα απ’ την αυτοσυγκράτηση και τον (αυτό)περιορισμό. Κι ενώ ξέρεις πως μάλλον κάτι τέτοιο είναι η αλήθεια, ταυτόχρονα να ξέρεις πως αυτό δεν είναι αρκετό για να ‘χεις να πορεύεσαι. Δεν ξεριζώνονται, το είπαμε.

*

Απ’ τον καιρό των μνημονίων συνηθίσαμε τη ρητορική που πανηγύριζε υπέρ της λιτότητας των άλλων. Τώρα ζούμε τον (κυρίαρχο) λόγο υπέρ της δυστυχίας των άλλων. Πανδημία, φτώχεια, no future, σπίτι σας, δουλειά σας και μια ελληνική σημαία στο μπαλκόνι να ταραχτούνε οι προαιώνιοι εχθροί.

Η δεξιά κατουριέται πάνω της που ‘ναι πάλι ο δεσμοφύλακας και ο βασανιστής, χωρίς να χρειάζεται να υποδυθεί κάτι άλλο. Θάτσερ + Τραμπ < ή = Άδωνις Γεωργιάδης

*

Εντωμεταξύ χίλιοι κατασκευαστές ακροδεξιάς ιδεολογίας (ασφάλεια + ομοφοβία + ΜΙΣΟΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΞΕΝΟΥΣ) συνιστούν μία μόνο λύση: ΝΑ ΑΝΑΘΕΣΟΥΜΕ ΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ ΣΤΟΥΣ ΜΠΑΤΣΟΥΣ. Τί άλλο δηλαδή;

*

Το μεσημέρι μπαίνω σε φούρνο φορτσάτος για γραβιερόπιτα, φρέντο εσπρέσο και μπουκαλάκι νερό και η γυναίκα απ’ έξω μου ζητάει ένα ευρώ – δεν έχω ψιλά, μόνο κάρτα – ε κέρνα με ένα καφέ, κάτι να βάλω στο στόμα μου.

Θέλω να βάλω στο στόμα μου την πίκρα και το χαλασμό αυτό του κόσμου και να τον μασάω σαν τσίχλα που διάλεξα την εντελώς λάθος στιγμή να μασήσω και τώρα πρέπει να περάσουν ώρες και ώρες με αυτή στο στόμα, αφού δεν έχει που να την πετάξω και κάθομαι εκεί που όλοι κοιτάνε.

*

Το βράδυ στο οντεόν πάω να φύγω και μου φέρνει ένα σφηνάκι. Σαν από μηχανής θεός, σαν βροχή από ζωή, σαν μια περίληψη όλων όσων υπάρχουν ακόμη εκεί έξω κι ανασαίνουν, τσουγκρίζουμε τα ποτηράκια, κατεβάζουμε τις μάσκες και άσπρο πάτο. Πίνω κι έχω μήνες να πιω τόσο ωραίο ουίσκι. Πίνω και η γλώσσα μου θέλει να μιλήσει δέκα γλώσσες ταυτόχρονα, θέλει να γευτεί δέκα ζωές ταυτόχρονα, θέλει να καταρρεύσει δέκα φορές κι ύστερα, να μην υπάρχει ύστερα.

*

Αμέσως μετά, στο αυτοκίνητο θα κριθούν τα πάντα στο σαφλ:

στάλα στάλα η ευτυχία / ή το δηλητήριο / το ‘να ξεχειλίζει τ’ άλλο / στο ποτήρι που θα πιω

1 σχόλιο

Filed under Uncategorized

κι ακούμε

Οδηγώ στην Αμαλίας μπροστά απ’ τη βουλή. Απ’ την βασιλέως Γεωργίου ξαφνικά βλέπω να έρχεται τρέχοντας ένας σκύλος, έχει κάτι από λυκόσκυλο, αλλά είναι πιο λεπτό και πιο μαύρο. Φοράει επιστήθιο και το λουρί του σέρνεται. Στρίβει κατευθείαν στην πανεπιστημίου και τρέχει μες στη μέση του δρόμου. Η γλώσσα είναι έξω και το βλέμμα μοιάζει χαμένο (ή τέλος πάντων εγώ το ερμηνεύω έτσι, εγώ που λέω μέσα μου ότι ξέρω ν’ αναγνωρίζω στο βλέμμα του σκύλου μου το ένα ή το άλλο, την πείνα ή τη χαρά ή την απορία ή το επείγον του αιτήματος για βόλτα).

Κολλάω κάπως, οδηγώ ακριβώς πίσω απ’ το σκύλο, ο σκύλος κόβει, κάνει δεξιά, ξανακόβει, κάνει αριστερά, πατάω απότομα φρένο χωρίς καν να κοιτάξω τι γίνεται πίσω μου. Ο από πίσω μου όμως έχει καταλάβει τι γίνεται και πάει σιγά. Ο σκύλος μπαίνει στον λεωφορειόδρομο μπροστά στο ζόναρς, ο λεωφορειατζής δεν κόβει, φωνάζω μέσα απ’ το αμάξι, εεεεεεεεεε, κόψε ρε μαλάκα, κόψε ρεεεεεεε. Ένας τύπος με μηχανάκι οδηγεί πολύ κοντά στο σκύλο, του κορνάρει και προσπαθεί να τον οδηγήσει προς το πεζοδρόμιο. Ένας άλλος με ποδήλατο τρέχει κι αυτός ξοπίσω. Ο σκύλος όμως με τη γλώσσα έξω και το λουρί να σέρνεται πίσω συνεχίζει μια λαχανιασμένη και χαμένη πορεία – σα να τρέχει κουρασμένος προς το πουθενά, σα να πήρε μια τρομάρα κάπου στο σύνταγμα και δεν πρέπει να σταματήσει -. Ένας άλλο λεωφορειατζής λίγο μετά το οφθαλμιατρείο πηγαίνει κάπως γρήγορα, το σκυλί στρίβει προς τη μεριά του, ο ποδηλάτης τρομάζει, κάνει απότομη στροφή προς το λεωφορείο για να τον δει και να κόψει, το λεωφορείο κόβει όμως ο ποδηλάτης έχει χάσει την ισορροπία του και πέφτει στην άσφαλτο. Σηκώνεται αμέσως και συνεχίζει την καταδίωξη μαζί με τον τύπο με τη μηχανή. Φαίνεται πως ο σκύλος είναι έτοιμος να ανέβει στο πεζοδρόμιο, αλλά τελικά στρίβει στην Σίνα. Εγώ συνεχίζω ευθεία προς το ραντεβού μου και μάχομαι με τις τύψεις που δεν έστριψα και προσπαθώ να διώξω μια στεναχώρια, έρχεται ένας άλλος σκύλος στο μυαλό και η αόρατη μηχανή προβολής δείχνει σκηνές από το πρόσφατο παρελθόν.

Τι θα γίνει αν χαθεί ο σκύλος μου; Από ποιου το χέρι ξέφυγε το λουρί αυτού του σκύλου; Πότε θα σταματήσει να τρέχει αυτός ο σκύλος; Τι υπάρχει σε αυτό το λαχανιασμένο βλέμμα; Τι υπάρχει σε αυτό το τρέξιμο δίχως τέλος;

Φτάνω στη νέα Ομόνοια, μπάτσοι με μηχανές παντού (λες και κάτι γέννησε άπειρες ντουζίνες από δαύτους μέσα στην καραντίνα) ή όπου υπάρχει γρηγόρης κι Everest κι άλλα τέτοια παρόμοια. Περνάνε ανάμεσα στ’ αυτοκίνητα με τα φώτα ν’ αναβοσβήνουν στην κίνηση προς πλατεία Καραϊσκάκη, οι δρόμοι τους ανήκουν είναι αλήθεια είναι πρακτικό να αυτό, ισχύει, στο αμάξι παίζει

σχίζεται το χαρτί μόνο του
αγοράζεις μετά σελοτέιπ και το κολλάς

*

Λίγο αργότερα πίνω τον πρώτο καφέ σε μαγαζί μετά από καιρό. Είναι περίεργο, η κοπέλα που σερβίρει φοράει μάσκα και το πρόσωπο που είναι μισό δεν αποκαλύπτει χαρά, σπάσιμο, νεύρα ή κούραση. Βασικά δεν αποκαλύπτει τίποτα. Ακούς μόνο μια φωνή που εξυπηρετεί, κι αυτή όχι καθαρά. Παλεύεις να δεις τα σημάδια αλλά τελικά μόνο παραλαμβάνεις τον καφέ σου και πληρώνεις.

*

Έξω από ένα φούρνο περιμένω και πίσω μου μια κυρία. Μπαίνω μέσα παραγγέλνω και περιμένω ύστερα απ’ έξω. Κάτι λέμε με την γυναίκα που δουλεύει. Τυπικά πράγματα του στιλ άντε να δούμε τι θα γίνει, τι να κάνουμε κάπως θα βγει κι αυτό, χαζογελάω και συνειδητοποιώ ότι η κυρία καθώς μιλάω κάνει βήματα πίσω. Δεν με ενοχλεί, το καταλαβαίνω απόλυτα, είναι λογικό. Είναι και μεγάλη. Το καταλαβαίνω απόλυτα. Ίσως αυτό με ενοχλεί, που αυτό το πισωπάτημα είναι το λογικό.

*

Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας έκανα διάφορες μεγαλόστομες αποτιμήσεις, μέτραγα το χρόνο με βάση αγώνες, συλλογικές διεκδικήσεις, σμιξίματα (ο δεκέμβριος του 2008, ο μάης του ’10, οι πλατείες, ο φεβρουάριος του ’12, σάιτ, ραδιόφωνα, κείμενα). Χθες, με αφορμή τον Δημάκη, συνειδητοποίησα ότι μετράω την τελευταία δεκαετία και παραπάνω ανάποδα (γρηγορόπουλος, λουκμάν, ουαλίντ, φύσσας, ζακ, βασανισμένοι σε τμήματα, στην πέτρου ράλλη, σε κέντρα κράτησης μεταναστών και και και). Λέω για πλάκα, τα καλύτερά μας χρόνια τα περάσαμε στην ύφεση και αυτό που δεν λέω είναι ότι τα καλύτερα μας χρόνια τα περάσαμε μιλώντας ονόματα δολοφονημένων, κυνηγημένων, φυλακισμένων. Πιθανώς πάντα έτσι να ήταν και ακόμη πιο πιθανώς να είμαι εντελώς λάθος που όλα αυτά τα σκέφτηκα με αφορμή αυτόν τον σκύλο που έτρεχε με το λουρί να σέρνεται και τα αμάξια να μη σταματάνε και να μην υπάρχει σημείο ο σκύλος να νιώσει λίγο ασφάλεια και να σταθεί. Αλλά ήταν το αίσθημα του σκύλου ή καλύτερα το αίσθημα που εγώ φόρεσα στο σκύλο, ότι αυτή η πόλη είναι εχθρική, αυτή η πόλη δεν είναι για μας, πρέπει ν’ αρχίσουμε να τρέχουμε και να μη σταματάμε.

*

Αλλά όλα είναι μαζί εδώ, τα ίσια και τα αντίθετά τους κι όσο συμβαίνει το χειρότερο, τρυπώνει απ’ το παράθυρο το καλύτερο κι όσο ο σκύλος έτρεχε και το λουρί σερνόταν, ο ποδηλάτης έπεφτε και σηκωνόταν και έκανε πετάλι για να πιάσει και να ηρεμήσει τον σκύλο. Και σα να μου ήρθε αργότερα η εικόνα, δηλαδή τι αργότερα, σήμερα το πρωί, ότι όσο ο ποδηλάτης σηκωνόταν απ’ το οδόστρωμα, χαμογελούσε. Κι ακόμη, όταν πήγα τουαλέτα στην καφετέρια, πέτυχα την κοπέλα για μερικά δευτερόλεπτα χωρίς μάσκα να τσεκάρει το κινητό της και να γελάει. Και τέλος, το βράδυ, άμα έχεις πιει δύο ποτά, μια κουβέντα είναι αρκετή, είναι αρκετή για να αισθανθείς τόσο καλύτερα, που είναι αστείο, είναι αστείο που χρειάζεσαι μισή κουβέντα και είσαι έτοιμος να επανακαταλάβεις την πόλη, να τρέξεις πίσω απ’ το σκύλο, να πας στην κατεχάκη, να νιώσεις ότι κάτι πάει λάθος με αυτόν τον πολλαπλασιασμό των διάδων στους δρόμους, να νιώσεις ότι και πίσω απ’ τη μάσκα υπάρχει ακόμη πρόσωπο.

λακ

στίκερ στην τουαλέτα του lacandona

 

2 Σχόλια

Filed under Uncategorized

κανείς δεν το θέλει δικό του αυτό

Όταν ήμουν μικρός, καθισμένος στο οικογενειακό χόντα που έπαιρνε τις στροφές του αχλαδόκαμπου, έπαιζα συχνά το γνωστό παιχνίδι. Έπιανα μια λέξη και την έλεγα συνεχόμενα και γρήγορα, ξανά και ξανά, μέχρι που η λέξη έχανε το νόημα της, μέχρι που ξέχναγα τι σημαίνει η λέξη και τι σημαίνει λέξη και τα γράμματα γίνονταν απλά ήχοι στη σειρά, θόρυβος, γδούπος – ηχοτοπίο (για να ‘μαι λίγο πιο κάρεντ). Προχθές μεταξύ ύπνου και ξύπνιου μου βγήκε ασυναίσθητα ένα κοβιντκοβιντκοβιντκοβιντκοβιντκοβιντκοβιντ που το έλεγα και το ξαναέλεγα μέχρι που δεν ήξερα τίποτα. Ούτε τι είναι αυτό το εξωτικό κόβιντ, ούτε σε τι συνίσταται, ούτε τι συνέπειες έχει.

1

A horror story, the face is a horror story.

Οδηγώντας μπροστά απ’ το αστυνομικό τμήμα βλέπω απ’ έξω τρεις μπάτσους που στέκονται όρθιοι με κολλημένα τα κεφάλια και κοιτάζουν την οθόνη του κινητού. Ο ένας ξύνει τη μύτη του. Μπροστά στα ΚΕΠ με διαφορά πέντε λεπτών μια γυναίκα γύρω στα πενήντα και ένας άντρας αρκετά μεγαλύτερος. Και οι δύο προσπαθούν να μπουν μέσα. Η πόρτα κλειδωμένη. Έρχεται η υπάλληλος, και οι δύο θέλουν το ίδιο. Να ανανεώσουν την κάρτα ανεργίας. Η υπάλληλος δεν απαντάει, δείχνει από τη μέσα μεριά του τζαμιού ένα χαρτί κολλημένο. Η ανανέωση της κάρτας γίνεται αυτόματα ή αυτοδικαίως ή κάτι τέτοιο. Και οι δύο όμως κάτι δεν καταλαβαίνουν, κάτι δεν τους πείθει, κάτι τους συμβαίνει. Η γυναίκα φοράει μάσκα, αλλά όχι γάντια. Ψηλαφίζει το τζάμι πηγαίνοντας με το δάχτυλο γραμμή γραμμή την ανακοίνωση. Ύστερα τρίβει το μάτι της. Ο άντρας λίγο αργότερα σπρώχνει την πόρτα, ακουμπάει κι αυτός το τζάμι. Μετά, κάθεται μπροστά στο χαρτί της ανακοίνωσης, το χέρι τρίβει το πηγούνι. Μένει εκεί τρίβει και διαβάζει. Ξανακοιτάζει προς το βάθος του ΚΕΠ, θα ήθελε να ρωτήσει κάτι παραπάνω.

Στη συνέχεια, στα πεζοδρόμια, στο ταχυδρομείο, στο σούπερ παρατηρώ τους ανθρώπους. Δεν μπορούν να πάρουν τα χέρια απ’ το πρόσωπό τους. Είναι λες και κάθε λίγο σχηματίζεται στο μυαλό τους η απορία: υπάρχω ακόμη; Και αμέσως αντανακλαστικά απλώνουν τα δάχτυλα στη μύτη στα μάτια στο στόμα στα μούσια στ’ αυτιά. Όλα αυτά τα ξυσίματα είναι το ανακουφιστικό ναι στην προηγούμενη ερώτηση, που κάθε τόσο πυροβολεί στο μυαλό. Ναι, ξύνομαι, ακουμπιέμαι, το δάχτυλο βρίσκει κάτι στέρεο. Άρα υπάρχω ακόμη, είμαι εδώ, έχω σώμα και σκιά.

Διαβάζω διάφορα ενδιαφέροντα.

[η τυραννία του ενδιαφέροντος -> κάθε αλλόκοτος συνειρμός, κάθε τραβηγμένη σύνδεση, κάθε παρατήρηση στο πεδίο της κουλτούρας όσο μικρή ή περιπτωσιολογική κι αν είναι, τραβάει την προσοχή και χωράει από ένα ποστ μέχρι ένα διδακτορικό (τα ‘χει γράψει ο Ντελίλλο απ’ το ’80). Κι εγώ ασθμαίνοντας ανοίγω ένα έξτρα ταμπ]

Στα πορνοσάιτ τελευταία ευδοκιμούν δύο είδη βίντεο. Σε κάποια βλέπουμε τα πάντα, αλλά εκτός οθόνης μένει διαρκώς το πρόσωπο. Σε κάποια άλλα βλέπουμε μόνο το πρόσωπο να καπνίζει, να τρώει, να πασαλείβεται, να κοιμάται, να μιλάει.

Τί συμβαίνει με το προσωπάκι μας; Μας λένε τώρα ότι πάση θυσία πρέπει να μην το ακουμπάμε. Η αιώνια αμηχανία της συναναστροφής, οι ίδιοι οι αναπόφευκτοι πολυποίκιλοι δισταγμοί της ύπαρξης καθιστούν την νούμερο ένα άμυνα το άγγιγμα του προσώπου. Πως ζει αυτός που δεν ξύνεται, δεν τρίβεται, δεν χαϊδεύεται;

2

Κάλτσουραλ μπάγκατζ

Από την αρχή της καραντίνας έχω ζωστεί με όλων των ειδών τα πολεμοφόδια: δύο κανονικά βιβλία, 7 ebooks απ’ το verso, σοκοφρετάκια, netflix, cinobo, κάθε μέρα 4 με 10 μπουκμαρκς κειμενάρες και κειμενάκια, σερενετάκια, διαγράμματα και στατιστικές, μιμς, ονλάιν πιλάτες, λακτάκια, λάιβ στριμινγκ καλλιτεχνών, συνδρομές σε τρία ειδησεογραφικά site, γκρουπ με ενδιαφέροντα μουσικά πράγματα, γκρουπ ενημερωτικά για τον covid, γαλακτομπούρεκο.

Όλη αυτή η συσσώρευση μου δημιουργεί ταυτόχρονα ανακούφιση και δυσφορία. Εφευρίσκω μια ανάγκη. Να παρακολουθήσω, να μείνω updated, να κερδίσω το χαμένο χρόνο σε ταινίες, σε άρθρα, σε λόγο, σε θεατρικές παραστάσεις. Να ξέρω όλη την κριτική σχετικά με τη διαχείριση του κοβιντ από συνωμοσιολόγους, λοξούς στοχαστές, επιδημιολόγους, φιλοσόφους, συλλογικότητες, δημοσιολόγους. Όλο αυτό με αγχώνει.

Ταυτόχρονα καθησυχάζομαι. Βλέπω ταινίες που αλλάζουν όλη την ατμόσφαιρα. Θυμάμαι πόσο καλή ηθοποιός είναι η ανετ μπένινγκ, αποχαυνώνομαι με τον λαιμό της τζέσικα τσαστέιν, ετοιμάζω λίστες, γελάω με τον τσανγκ στο community. Στο αυτοκίνητο ακούω μοσχολιού και αλεξίου τα ίδια τέσσερα – πέντε τραγούδια και τραγουδάω. Στο σπίτι το μισό soundtrack του barry lyndon, ένα τραγούδι της dua lipa, δύο της πλάτωνος, μια συναυλία του χατζιδάκι, ένα άλμπουμ του μαμαγκάκη και αυτά που βλέπω στο τλ από άτομα που συμπαθώ κι ούτε κοιτάζω τι είναι. Ακούω αλλιώς το δεν ξεριζώνονται οι νύχτες από μέσα μας.

(Με φαντάζομαι στο σκαμπό ενός μπαρ με τα χέρια άγκυρες και γάντζους στην ξύλινη μπάρα και ο χαρδαλιάς με συνοδεία οπκε να με τραβάει απ’ τις μασχάλες, απ’ τα πόδια, απ’ το λαιμό. Θέλει να με στείλει σπίτι, να μου κόψει πρόστιμο, να μου βγάλει τα νύχια, να με κλειδώσει σ’ ένα μικρό δωμάτιο με μια οθόνη που παίζει όλη μέρα αποτελέσματα αστυνομικών ελέγχων και απηυδισμένους από τον απείθαρχο λαό χατζηνικολάου).

Νιώθω το όριο της χαϊφιντελικής ιδέας που ταλαιπώρησε (και υπηρέτησε) κόσμο και κοσμάκη, ότι δηλαδή στ’ αλήθεια είμαστε αυτό που μας αρέσει κι όχι αυτό που είμαστε. Όμως οι αποσκευές μας, όσο λυτρωτικές κι αν είναι, που είναι, δεν είναι αρκετές για να σπρώξουν το κάρο, όταν όλοι οι δρόμοι είναι γεμάτη λάσπη. Οκ, όχι πολύ πετυχημένη παρομοίωση, αλλά ας πούμε ότι καταλαβαινόμαστε. Ένα τραγούδι θέλει κάπου να απευθυνθεί, κάπου ν’ ακουμπήσει, κάπου να σε στείλει. Αυτό το κάπου όμως, αυτός ο κάποιος, είναι πίσω από μια πόρτα κλειστή.

***

[Πως διάολο έτυχε να κολλήσω με αυτή τη φράση λίγο πριν απ’ όλο αυτό] Όλοι θέλουν δικό τους το τέλος του κόσμου, γράφει ο Ντελίλλο. Όμως σε ημιδιαλυμένα νοσοκομεία, έγκλειστοι, με άδειους δρόμους, στένοντας sms σε πενταψήφια και μακριά ο ένας απ’ τον άλλον, δεν υπάρχουν ωραίες δηλώσεις, τρυφερές χειρονομίες, μεγαλεπήβολα σχέδια, λάθος επιλογές. Αυτό είναι ένα τέλος που δε μπορεί να γίνει δικό μας.

Ένας Ιταλός απ’ το Μπέργκαμο περνάει απ’ την οθόνη. Ο δημοσιογράφος του κάνει ερωτήσεις. Προσπαθεί να ξεκινήσει να μιλάει αλλά δεν τα καταφέρνει. Λέει μόνο την πρώτη λέξη κι ύστερα τον πιάνουν κλάματα. Νιώθω πως έχει περάσει ένα δεκάλεπτο. Σκέφτομαι κάποιους που ξέρω απ’ το Μπέργκαμο που αγαπάνε την Αταλάντα. Πως είναι να ‘ναι το Μπέργκαμο η πόλη σου; Άνθρωποι απ’ την Κίνα γράφουν τι σημαίνει λοκντάουντ χωρίς λεφτά, χωρίς δυνατότητα να κάνεις συνδρομές και παραγγελίες, χωρίς μπιντζ γουότσινγκ με γλυκά και πατατάκια. Στο νότο της Ιταλίας ειδήσεις για λούτινγκ – δεν έχουν φράγκο να αγοράσουν το οτιδήποτε – μια πραγματική πολιτική ανάγκη . Στο σούπερ μάρκετ η ταμίας έχει κλατάρει. Στην Καλλιθέα σε ένα μικρό συνοικιακό κατάστημα με λάμπες και άλλα ηλεκτρολογικά ένας τύπος κάθεται μέσα με κατεβασμένο το ρολό και δεν κάνει τίποτα. Στη Νέα Σμύρνη ένας παππούς ακούει μπερδεμένος ότι πρέπει να περιμένει έξω απ’ το μίνι μάρκετ. Ένας μπαίνει ένας βγαίνει. Η ρομαντικοποίηση της καραντίνας είναι ταξικό προνόμιο, λέει ένα σύνθημα των ημερών. Το ίδιο και η ρομαντικοποίηση του τέλους.

***

***

Tο youtube κάνει πρόγραμμα μόνο του και ξαναπέφτω στο στίχο του Cohen you were born to judge the world, forgive me but I wasn’t. Θα ήθελα να μπορώ να πω κάτι αντίστοιχο, αλλά μετά την πρώτη εβδομάδα, η ανησυχία δίνει τη θέση της στην εξαλλοσύνη. Βλέπω ένα μπάτσο να κάνει κεφαλοκλείδωμα σε έναν μάλλον παππού. Βλέπω πέτσες, σταϊκούρες, γεωργιάδηδες, κοντοζαμάνηδες. Βλέπω το βασικό εργαλείο διαχείρισης μιας πανδημίας να είναι οι μπάτσοι – ε τί θα ήταν, οι άνθρωποι τέτοιοι είναι. Νιώθω ότι σχεδόν ξεχάσαμε τον εθνικό παροξυσμό που ζούσαμε μέχρι πριν είκοσι μέρες, αλλά κάνω λάθος, αυτοί που πρέπει θυμούνται. Απλώς τα κρούσματα, τα φάρμακα, τα εμβόλια και οι ΜΕΘ, έχουν σκεπάσει ελαφρά το γεγονός ότι οι άνθρωποι στα γκρικ-γιουροπίαν στρατόπεδα συγκέντρωσης καταδικάζονται να περάσει από πάνω τους η πανδημία. Πνίξιμο, πουσμπακς, black sites, φυλακή και τώρα κόβιντ.

3

Είναι μια καλή ευκαιρία να καταλάβει κανείς τα όσα λέγονται για την απλήρωτη οικιακή εργασία. Κάθε φορά που μας λένε πόσο πρέπει να απολυμαίνουμε συνέχεια ή να βάζουμε πλυντήρια ή ν’ αερίζουμε ή να προσέχουμε τη διατροφή μας και να μαγειρεύουμε ή να φροντίζουμε το χώρο μας (το σπίτι μας – η αρένα μας), αναρωτιέμαι πού είναι ο μισθός για αυτό το πράγμα. Έχω στο νου κάτι θείες, κάτι γυναίκες, τη μάνα μου και με πιάνει η ψυχή μου, που δούλευαν και δουλεύουν μια ζωή δύο δουλειές, η μία κακοπληρωμένη και η άλλη απλήρωτη.

***

ΜΙΣΓΙΟΥ

Τηρουμένων των αναλογιών και αφού προς το παρόν εμένα η ελληνικότητα μου δίνει συγχαρητήρια και συμβουλές ή με απειλεί και μου κόβει πρόστιμα για να μένω σπίτι, σκέφτομαι τι μου λείπει.

Τα μπαρ. Να μην πρέπει να με πιάσει ταχυκαρδία αν τύχει να δω από μακριά τους γονείς μη και τα σταγονίδιά μου κάνουν μεγαλύτερη των δύο μέτρων διαδρομή. Να μην παρατηρώ τι πιάνει ο καθένας εκεί έξω. Να κάνω τη διαδρομή εξάρχεια κουκάκι με τα πόδια με μια στάση ίσως στο λακαντόνα. Κάποιοι άνθρωποι. Κάποιοι πολύ κοντινοί και κάποιοι μισοάγνωστοι που ένιωθα μια αόριστη ασφάλεια ότι είναι κάπου (σε ένα καφέ, σε ένα ψιλικατζίδικο) και θα δω τις φάτσες τους. Σκέφτομαι τον γνωστό που σε πιάνει από πίσω καθώς μπαίνει στο χώρο πριν τον δεις και πριν σου μιλήσει. Τι ωραία αίσθηση. Σκέφτομαι ξυπολυσιές και βαρέθηκα να πλένω χέρια, να κάτσουμε σε ένα πεζοδρόμιο και να φάμε παγωτό και σουβλάκια και να μη φοράει κανείς γάντια και ο υπάλληλος να ‘χει πιάσει το χωνάκι. Να κυκλοφορήσουμε την πόλη και να τα πιάσουμε όλα. Να απλώσουμε τα κουλά μας σε όλα τα βιβλιοπωλεία, να ξεφυλλίσουμε αυτά που δε θα αγοράσουμε, να περάσουμε από μαγαζιά με ρούχα και να απλώσουμε την παλάμη σ’ ότι είναι κρεμασμένο.

Επιχειρήματα επί επιχειρημάτων ενάντια στους μικρόκοσμους και τώρα το μόνο που σκέφτομαι είναι να αγοράσουμε ένα σπίτι να ‘χει στη μέση μια κοινή αυλή σαν παλιά ελληνική ταινία ή μια ολόκληρη πολυκατοικία και να σπάσουμε τις αποστάσεις τις μονάδες και τις μοναξιές και τις δυαδικότητες, να ‘χουμε μια αστική φάρμα (παναγία μου τι έφτασα να λέω) να ‘μαστε όλοι τριγύρω. Το εξτέντεντ φάμιλι δοκιμάζεται στα τσατς, θα βγει δυνατό ή όχι δεν έχει σημασία, αυτές οι μέρες υπενθυμίζουν τη χάρη της συλλογικής ζωής. Μου λείπει να περπατήσω γύρω απ’ το σταθμό αττική και στην αριστοτέλους, να μπω να πάρω απ’ τον έναν φούρνο τυρόπιτα και απ’ τον άλλο καφέ και και και. Και να δοκιμάσουμε απ’ το ίδιο ποτήρι, απ’ το ίδιο πηρούνι.

Νοστάλγησα να διαβάσω το νοστάλγησα του γκόρπα λίγο πριν βγω απ’ το σπίτι χωρίς να έχω κανονίσει τίποτα, όμως να το υποψιάζομαι πως θ’ αργήσω.

4 Σχόλια

Filed under ασυναρτησίες, Uncategorized

πειράζει, δεν πειράζει

Στο Καπανδρίτι μια κάποια στραβοτιμονιά, ενώ κοιτάζω το gps για να σιγουρευτώ ότι είναι πατημένο (και τώρα και για πάντα) το αποφυγή διοδίων. Τα δευτερόλεπτα που το αμάξι κάνει τη μίνι βαρκάδα του δεξιά-αριστερά, συμπίπτουν με τα πρώτα δευτερόλεπτα που παίρνει μπρος ο Johann Pachelbel. Η στιγμή (αφού δεν πάθαμε και τίποτα) είναι κινηματογραφική, είναι κατασκευασμένη για να τη δω – από μακριά ενώ τη ζω – κινηματογραφικά. Βλέπω τον εαυτό μου σαν τον άτυχο ήρωα και μου ξεφεύγει ένα δεν πειράζει για τον τύπο που προβάλλεται στον φανταστικό πανί. Χαλάλι η στραβοτιμονιά, άμα είναι να έχει τέτοιο soundtrack.

Φυσικά δεν είναι ταινία και αφού, φανταστικά πάλι, αυτοχαστουκιστώ αναγνωρίζω την συνύπαρξη αμετροέπειας και βλακείας. Να οδηγείς κοιτώντας το κινητό και όχι το δρόμο και το αμάξι να φεύγει κι εσύ να λες δεν πειράζει επειδή είναι κατάλληλη η μουσική. Εντωμεταξύ ήδη το cd έχει προχωρήσει παρακάτω, stars are stars και θεέ μου υπολογιστή, οπότε με συγχωρώ αυτόματα, ακούω, οδηγώ και απολαμβάνω χωρίς την παραμικρή ενοχή. Ας πούμε και μια κουβέντα παραπάνω στην τελική. Και τί πειράζει;

Λίγο πιο κάτω σε έναν επαρχιακό δρόμο, ή σε κάτι τέλος πάντων που η επιθυμία μου για οδήγηση σε επαρχιακό δρόμο βαφτίζει έτσι, βλέπω έναν κουριερά που καταλαβαίνω ότι μόλις πριν λίγο είχε πέσει με το μηχανάκι. Η μηχανή είναι ακόμη ξαπλωμένη στην άκρη του δρόμου και αυτός δίπλα, στέκεται όρθιος, και τινάζεται. Σταματάω λίγα μέτρα πιο κάτω, ο επίσημος λόγος είναι ότι θέλω να σιγουρευτώ ότι ο άνθρωπος είναι καλά, στην πραγματικότητα απλά παρατηρώ. Ο τύπος τινάζεται και καθαρίζεται καλά και ενδιάμεσα ρίχνει ματιές προς τα πάνω, ποιος ξέρει αν ευχαριστεί το θεό ή αν βρίζει την παναγία ή και τα δύο μαζί. Αμέσως μετά κάθεται κάτω, στην άκρη του δρόμου, σε κάτι που μοιάζει με τσιμεντένιο πεζοδρόμιο, βγάζει απ’ την εσωτερική τσέπη του μπουφάν ένα πακέτο και ανάβει τσιγάρο. Καπνίζει με φοβερή προσήλωση. Είναι απ’ αυτά τα τσιγάρα που ζηλεύεις κι ας μην καπνίζεις. Είναι απ’ αυτά τα τσιγάρα που λες αξίζει να πέσω (λίγο;), αν είναι να ανάψω τέτοιο τσιγάρο μετά.

56816079_272634503451969_7929360603171258368_n

Επανέρχομαι, θέλοντας και μη, σ’ αυτό το το προηγούμενο δεν πειράζει. Σκέφτομαι ότι στ’ αλήθεια πειράζει, αφού το μυαλό – κινηματογραφικά πάντα – κάνει μια γύρα σε καμιά δεκαριά αγαπημένα πρόσωπα, παλιά και νέα, σε τρία μέρη παραθαλάσσια και βουνίσια και σε άλλα τρία στην Αθήνα, στο τελευταίο επεισόδιο του δεύτερου κύκλου του fleabag, στη rosamund pike στο gone girl που επείγει να ξαναδώ, στην steffy argelich (ανοίγω και κλείνω instagram), στην – ο θεός να την κάνει – αίθουσα αναμονής για τη μεθ, στο κατ, πριν λίγο καιρό, και τα πρόσωπα που περίμεναν και περίμεναν και περίμεναν για λίγα λεπτά, για μια ματιά – στ’ αλήθεια για λίγο χρόνο ακόμη. Κι ύστερα θυμήθηκα ξαφνικά μια επιγραφή σε ένα γραφείο κάποιου, σε κάποια δημόσια υπηρεσία: Τα λόγια κυρίου, λόγια αγνά. Όταν έδινα πανελλήνιες είχα παπαγαλίσει μια φράση ο χριστός σώζει, επομένως ψεύδεται και την έλεγα κάθε τόσο στην εκθεσού, κι αυτή δυσανασχετούσε αλλά υπέμενε, κανονικά θα έπρεπε να με αρχίζει στα μπινελίκια κάθε είδους, αλλά αυτά έχουν οι καθηγητές – υπομονή. Κι ύστερα στιγμιαία αναρωτήθηκα, ο κούριερ που ‘χε πέσει λίγο νωρίτερα στο δρόμο, άραγε που επιλέγει να ακουμπήσει τη στιγμή της πτώσης, τη στιγμή του αβέβαιου αποτελέσματος; Στην επιγραφή για τα αγνά λόγια ή στον αφορισμό περί ψεύδους; Είναι μια απόφαση κι αυτή και πρέπει να την πάρει κανείς, έτσι μας λένε για τις αποφάσεις ότι πρέπει να τις παίρνουμε. Πρέπει να αποφασίσει λοιπόν κανείς, έστω εκείνη τη στιγμή, έστω κι αν δεν προλαβαίνει. Αλλά όπως κάθε δίλημμα, έτσι κι αυτό, απαντιέται καλύτερα, μόνο αν πεις none of the above, και επιλέξεις κάτι άλλο, κάτι αληθινά απελευθερωτικό και ανακουφιστικό και ανίσχυρο μεν μπροστά στις δυνάμεις του κόσμου, αλλά πάντως εντελώς δικό σου. Πχ. αφού πέσεις με το μηχανάκι, ξεσκονίζεσαι και κάθεσαι οκλαδόν στην άκρη του δρόμου και κάνεις αυτό το ένα, ολοδικό σου τσιγάρο, και εκεί ακριβώς είναι που κάνεις την επιλογή σου, όχι μεταξύ ζωής και θανάτου ασφαλώς, αλλά αυτήν που ακολουθεί της συγκυρίας, του τυχαίου, του διαρκούς αδιανόητου παιχνιδιού όλων όσων έρχονται με φόρα χιλιάδων χιλιομέτρων κατά πάνω σου. Κάτσε και κάνε το τσιγάρο σου ρε άνθρωπε.

Παραληρώ, αλλά φταίει η χθεσινοβραδινή λίστα με τα τραγούδια που έφτιαξα για τη διαδρομή μέχρι το Καπανδρίτι, που δεν μπόρεσε να αποκτήσει ταυτότητα (η λίστα εννοώ), αφού παλινδρομεί μεταξύ του θέλω να πάρω ναρκωτικά και να χοροχτυπηθώ σε τοίχους και πατώματα και του θέλω να πηδήξω απ’ τον έβδομο όροφο (αλλά να επιζήσω, έχοντας μερικές μικρογρατζουνιές).

56481812_356888168258401_7350738782238277632_n

Σε αυτό το σημείο – κι ενώ έχω φτάσει σχεδόν βαρυμπόμπη – είμαι έτοιμος να βγάλω ένα τελικό συμπέρασμα σχετικά με αυτό το δεν πειράζει (που δεν είπα βέβαια στ’ αλήθεια, αλλά και πόσο ψέματα είναι τελικά το σινεμά;), και πάνω που θα ‘μουν αυστηρός και δίκαιος με τον εαυτό μου και θα με έβαζα στη θέση μου, αρχίζει η st. vincent και όλα πάνε κατά διαόλου. Γιατί είτε πειράζει, είτε δεν πειράζει, θα έχουμε πάντα το emotional rescue της, τουλάχιστον εγώ δηλαδή θα το έχω, οπότε κάθομαι οκλαδόν στο πεζοδρόμιο και κάνω το τσιγάρο μου.

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized

στάχτη στα μπατζάκια μας

Έξω απ’ τα επείγοντα. Κάθεται και καπνίζει. Είναι – λέω – εβδομήντα χρονών. Τα μαλλιά της είναι σχετικά κοντά, αλλά όχι πολύ, έχουν σχετικό όγκο, αλλά όχι πολύ. Θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν αριστοκρατικά, αν αυτή η λέξη μπορούσε να περιγράψει κάτι ή να αποδώσει κάποιο συγκεκριμένο νόημα. Φοράει ένα σχετικά φαρδύ μαύρο υφασμάτινο παντελόνι με τσάκιση. Κάθεται σταυροπόδι, κοιτάζει τον απέναντι τοίχο, δηλαδή ένα πολύ συγκεκριμένο άσπρο κομμάτι του και καπνίζει. Καπνίζει με αργές μεγάλες ρουφηξιές κάτι λεπτά μακριά τσιγάρα. Άλλη μια τέχνη που εξαφανίστηκε με την κρίση και την καθολική σχεδόν επικράτηση του καπνού. Το να καπνίζεις τέτοια τσιγάρα με τέτοιο στιλ, να χρησιμοποιείς τα δάχτυλα με αυτόν το συγκεκριμένο τρόπο. Τσάμπα πήγε τόσο σινεμά, τόσες στερεοτυπικές εικόνες, τόση οπτική επιχειρηματολογία για το τι συνιστά ομορφιά. Κοιτάζω λίγο πλάγια τη γυναίκα που συνεχίζει να καπνίζει με αυτές τις αργές κινήσεις, που δεν αποπνέουν καμία ηρεμία, μόνο ίσως αφοσίωση, αφοσίωση στο απέναντι σημείο του τοίχου, αφοσίωση σ’ αυτή τη σκέψη που κάνει ξανά και ξανά. Λίγο πριν σηκωθώ παρατηρώ ότι όπως κάθεται σχεδόν ακίνητη, με το χέρι μόνο να επαναλαμβάνει την ίδια κίνηση, όλη η στάχτη πέφτει στο δεξί μπατζάκι της. Για κάποιο λόγο είμαι σίγουρος ότι το έχει καταλάβει. Το έχει καταλάβει και απλά καπνίζει το τσιγάρο, ανέκφραστη, σχεδόν όμορφη ή νηφάλια απελπισμένη, μες σ’ αυτή την ακινησία, που τη σπάει μόνο το χέρι της. Μια φορά για να φέρει τον καπνό στο στόμα κι άλλη μια για να πετάξει τη στάχτη στο μπατζάκι του παντελονιού της.

***

54729964_312062412825359_4029775738604355584_n

Τον βλέπω, μέσα απ’ το αυτοκίνητο, να περιμένει στη στάση του λεωφορείου και να βαδίζει πέρα δώθε εντός του περιορισμένου πλαισίου της. Είναι δώδεκα παρά, νύχτα. Τον είχα δει και νωρίς το μεσημέρι να ανεβοκατεβαίνει ορόφους στο νοσοκομείο. Με τα παλιακά γυαλάκια του, χαρτοφύλακα στο χέρι και το γκρίζο σακάκι, κύριος και καλοσιδερωμένος, αλλά ταυτόχρονα βαθιά χαμένος σ’ έναν αόρατο λαβύρινθο. Τώρα, μετά τόσες ώρες, περιμένει ένα λεωφορείο να πάει που; σπίτι του; να φτάσει μετά από πόση ώρα; Κάνω ένα σωρό εικασίες, προβολές, υποθέσεις. Νομίζω πως διαβάζω ξεκάθαρα στα μάτια του που δεν είδα, παρά μόνο φευγαλέα ή μάλλον καθόλου για να ‘μαι ειλικρινής, αυτό το αίσθημα της μοναξιάς. Της μοναξιάς που εμπεριέχεται στο να έχεις μείνει άπειρες ώρες στο νοσοκομείο, να έχεις παλέψει με το γραφειοκρατικό τέρας, να έχεις περάσει το προσωπικό σου δράμα, να έχεις περιμένει για νέα, για βελτίωση, για απάντηση, για ενημέρωση και μετά απ’ όλα αυτά να πρέπει να περιμένεις το βραδινό λεωφορείο στην πεθαμένη Κηφισίας. Να περπατάς πάνω κάτω τα δυομιση μέτρα της στάσης και να περιμένεις. Ηθοποιός από βουβή ταινία.

***

“(..) Δεν έχουμε ανάγκη από σουρεαλιστική τέχνη, ξέρεις. Για μένα, σουρεαλισμός είναι αυτό: δύο άνθρωποι, να αντιμετωπίζουν αυτό που είχαν να αντιμετωπίσουν.”

Φ. Ροθ – Πατρική Κληρονομιά

***

55892393_1090997947753328_5018929650588450816_n

Είμαι σ’ ένα live και καθώς κοιτάζω για πρώτη φορά τον Χ. να παίζει, ξεχνιέμαι. Η μουσική κάνει ένα περίεργο fade, δεν αφαιρούμαι συνειδητά για να σκεφτώ, απλά ξεχνιέμαι. Η ένταση χαμηλώνει, όπως όταν ακούς στ’ ακουστικά ένα δίσκο κάνοντας δουλειές και ο δίσκος τελειώνει και δεν το παίρνεις χαμπάρι γιατί αφενός είσαι αφοσιωμένος στις δουλειές, αφετέρου η μουσική έχει ήδη κάνει αυτό που κάνει η μουσική και έχεις συντονιστεί και παραμένεις εκεί. Τ’ ακουστικά βγάζουν σιωπή, αλλά τα ηχεία της ενδοχώρας παράγουν ακόμη το ίδιο αίσθημα. Με το αίσθημα λοιπόν ολοκάθαρο μέσα μου, αλλά και αυξημένη τη διαύγεια μιας επινοημένης βουβαμάρας, αρχίζω να κοιτάζω γύρω μου. Βλέπω γνωστές φάτσες, πρόσωπα αγαπημένα και τα βλέμματά τους εστιάζοντας στον Χ. αντανακλούν τη χαρά του και την πολλαπλασιάζουν. Δεν είναι αυτή η κάπως ενοχλητική περηφάνια γονεϊκού τύπου. Δεν έχει σχέση με το αποτέλεσμα ούτε όμως και με αυτόν καθεαυτόν τον άνθρωπο που ‘ναι απέναντί μας. Είναι ένα βύθισμα στη χαρά. Προφανώς ο καθένας βουλιάζει εκεί για τους λόγους του, πλάθει το δικό του νόημα, δίνει τις δικές του εξηγήσεις. Αλλά τι ‘ναι αυτό που αν εξηγήσεις αμέσως αλλάζει, τι ‘ναι αυτό που αντιστέκεται στην ερμηνεία, τι ‘ναι αυτό που δεν χωράει ούτε στη δικαίωση ούτε στο παράπονο ούτε στις αναμονές κάποιου μέλλοντος; Τι ‘ναι αυτό που βλέπω στα πρόσωπα και δεν προλαβαίνω να καταλάβω ή να χορτάσω; Γιατί φυσικά σιγά σιγά η μουσική κάνει ξανά fade in, δυναμώνει, με παίρνει απ’ τα μούτρα και εγώ επιστρέφω εκεί που ήμουν. Στο σημείο που προσέχεις αυτό που είχες εξαρχής θεωρήσει ότι θα είναι σημαντικό. Για λίγο όμως, ήμουν αλλού, ήμουν εκεί, ήμουν ποιος ξέρει που;

***

Βλέπω δυο ανθρώπους που μάλλον δεν γνωρίζονται καλά και στέκονται δίπλα δίπλα. Τους παρατηρώ καθώς ανταλλάσουν μερικές κουβέντες, ψιλοχαμογελάνε, κοιτάνε μπροστά χωρίς να λένε τίποτα, η σιωπή λίγο βαραίνει, κάτι ξαναλένε. Που και που μια ελαφριά κίνηση και ίσα που ακουμπάνε ώμο με ώμο. Να το πάλι το γνωστό εκκρεμές των ανθρώπων που πόσο τους αρέσει που ακουμπάνε λιγάκι κι ύστερα πάλι επιστρέφουν στη θέση τους, για να αντιληφθούν (ή και όχι) ότι η θέση τους έχει ήδη αλλάξει και σιγά σιγά ξαναπαίρνουν την κατηφόρα για το διπλανό ώμο και πάει λέγοντας. Εντωμεταξύ σκέφτομαι ότι κάποτε έβλεπα την αμηχανία στο σινεμά και με ενοχλούσε. Το θεωρούσα εύκολη λύση ή εξεζητημένη πόζα. Τώρα, η εικόνα των δύο ανθρώπων, με οδηγεί στο ξαφνικό συμπέρασμα ότι το πρόβλημα εντοπίζεται όχι στην ίδια την αμηχανία, αλλά στο γεγονός ότι το αίσθημα της αμηχανίας πολλές φορές επιβάλλει και μια βιασύνη να βρεθεί μια λύση στο δράμα, να πάμε παρακάτω, να παρθούν αποφάσεις, να γίνουν πράγματα, να ειπωθεί κάτι. Άρα, ίσως μια απάντηση θα ήταν όντως να μπορέσεις να ζήσεις μες στην αμηχανία. Στο ρευστό της κλίμα, στην αναποφασιστικότητά της, στην διαρκή αντίφαση που εμπεριέχει. Το εκκρεμές των ανθρώπων που ακουμπιούνται και απομακρύνονται προσφέρει διάφορα ενδεχόμενα. Ας μπει εδώ μια ανακουφιστική, θαυμάσια τελεία.

Ξαναγυρνάω το βλέμμα μου στους δύο ανθρώπους και το εκκρεμές λειτουργεί ακόμη, με όλα τα ενδεχόμενα άλυτα, αναπάντητα και εκκωφαντικά παρόντα.

***

Απολαμβάνω το βιβλίο στον ηλεκτρικό, γελάω σε κάτι σημεία με τον Ροθ να περιγράφει ότι προς το τέλος της ζωής του, ο πατέρας του έφερνε κάθε φορά και μια σακούλα με διάφορα αντικείμενα που δεν ήθελε πια. Ανάμεσά τους και κάποια που είχε χαρίσει ο ιδίος ο Ροθ παλιότερα σ’ αυτόν ή στη μητέρα του. Διαβάζω παρακάτω και σε μια στιγμή λέει ο Ροθ ότι είχε στείλει ένα αμάξι να πάρει τον πατέρα του απ’ την πόλη που έμενε και να τον φέρει στο σπίτι του για την καθιερωμένη επίσκεψη. Τρεις ώρες διαδρομή.

Ξαφνικά ένα (γραφικό) στράβωμα. Άσε μας ρε Ροθ, γράφεις το ένα υπαρξιακό μετά το άλλο επί 200 σελίδες και μετά πας και λες ότι στέλνεις αυτοκίνητο να παραλάβει τον πατέρα σου τρεις ώρες απόσταση και να τον φέρει πάλι πίσω. Κοιτάζω στο βαγόνι τις φάτσες και σκέφτομαι ότι όλοι αυτοί που είναι γύρω μου, αν αρρωστήσουν οι γονείς τους, ζήτημα είναι αν θα έχουν να πληρώσουν την αποκλειστική για το βράδυ. Άκου έστειλε οδηγό τρεις ώρες απόσταση. 

Σε αυτό το σημείο άνοιξε η πόρτα και κάμποσοι φτωχοί (τουλάχιστον στο μυαλό μου) ψάξαμε βιαστικά να βρούμε τις κυλιόμενες. Η μέρα συνεχίζεται.

55669568_2220252584680378_1566597507423666176_n

το τελικό σχόλιο περί αποδοχής & αγάπης σε τοίχο στο Κουκάκι

 

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized

ποταμάκι

Σήμερα στη βόλτα του σκύλου, φωτογραφίες πεταμένες στα σκουπίδια.

37961324_2294506440576234_6274932148415758336_n

1. Κάποιοι μετακόμισαν. Στο καινούριο σπίτι, αφημένα ένα σωρό πράγματα απ’ τους παλιούς ενοικιαστές, ποιος ξέρει γιατί. Λένε στο παιδί τους κατέβασέ τα στα σκουπίδια. Βαριέται αλλά τα κατεβάζει σιγά σιγά. Τελευταίες μένουν καμιά ντουζίνα φωτογραφίες. Πατάει ν’ ανοίξει ο κάδος, αλλά καθώς τις σηκώνει στον αέρα, κάπου πέφτει το μάτι του. Ομαδικές πόζες, πάσχα, μια κοντινή από κάποιο γλέντι σε μπουζούκια, μια όμορφη γυναίκα άλλης εποχής. Δεν του πάει καρδιά να τις πετάξει, αλλά φοβάται και να τις κρατήσει. Θα ‘ταν περίεργο και δεν έχει επιχείρημα να πει στους μεγάλους. Ίσως δεν μπορεί να τις κρατήσει, αλλά σίγουρα δεν μπορεί να τις αφήσει να χαθούν ανάμεσα σε αποφάγια, άδεια κουτιά πίτσας και μισάνοιχτες μαύρες σακούλες. Τις ακουμπάει στο πεζοδρόμιο κι επιστρέφει σπίτι να κολλήσει τους φίλους του στον τοίχο με μπλου τακ. Ασυναίσθητα χρησιμοποιεί μεγάλη ποσότητα μπλου τακ και πιέζει με αχρείαστα μεγάλη δύναμη τις φωτογραφίες στον τοίχο.

2. Κάποιος πέθανε και κάποιος προσπαθεί να αποχωριστεί τις μνήμες. Να μην τα βλέπω και βυθίζομαι ολοένα και βαθύτερα σ’ αυτό το παρελθόν που είναι αδύνατο πια να συζητηθεί παρέα, να γίνει ιστορία που λες γύρω απ’ το κοινό τραπέζι και γελάς ξανά και ξανά με το ίδιο παμπάλαιο αστείο. Να ξεχάσω για ν’ αναπνεύσω το χρόνο που τώρα αφαιρείται αναδρομικά.

3. Κάποιος κάνει μια καινούρια αρχή. Κέρδισε το τζόκερ ή παραιτήθηκε ή κουνήθηκαν απλά οι εσωτερικές τεκτονικές πλάκες. Δεν προσπαθεί να ξεχάσει, γιορτάζει, κοιτάζει μόνο μπροστά. Το παρελθόν είναι το βάρος που τον κρατούσε καθηλωμένο, τώρα όμως είναι ελαφρύς, ελαφρύς σαν πουλί κι όχι σαν φτερό (που έλεγε κι ο άλλος).

4. Δίπλα στο μικρό πάκο με τις φωτογραφίες είναι μια τσάντα. Κλάπηκε στην οδό τάδε το απόγευμα της τάδε ημερομηνίας. Η τσάντα περιείχε πορτοφόλι, κλειδιά, κινητό, ένα μικρό σημειωματάριο, ένα μπουκαλάκι νερό και τις φωτογραφίες. Η ιδιοκτήτρια τις βρήκε σε ένα κουτί και πήγαινε να τις δείξει στην αδερφή, στον πατέρα, κάτι φίλους της. Απλά ενθύμια που νομίσανε χαμένα ή η θεία Μαίρη μια φορά κοριτσάκι, υπήρξε όντως, το περίμενε κανείς; ή κάποιο πολύτιμο εύρημα – ο μπαμπάς που η πιο ευτυχισμένη του στιγμή ήταν η κυριακή του πάσχα. Την ώρα που της πήραν την τσάντα, σκεφτόταν έχουμε ζήσει, κι αν έχουμε ζήσει, ε και ψιλοχαμογελούσε. Ο κλέφτης πήρε ό,τι ήθελε απ’ την τσάντα και την παράτησε μαζί με το άχρηστο περιεχόμενο δίπλα σ’ ένα κάδο. Η πασχαλιάτικη φωτογραφία του φάνηκε οικεία, αλλά όλες οι αντίστοιχες φωτογραφίες μοιάζουν.

cl_lis

Το στιγμιότυπο από μια συνέντευξη της Λισπέκτορ που βρήκα στο φμπ τοίχο του Σ.Γ.

[Για κάποιο λόγο σήμερα μου ξανάρθε στο μυαλό αυτή η συνέντευξη και ο τρόπος που η Λισπέκτορ μιλάει, οι παύσεις, η ειλικρίνειά της που δημιουργεί σχεδόν δυσφορία.]

Περπατάω τους ίδιους δρόμους τρεις μέρες τώρα πηγαίνοντας πέρα δώθε με τον σκύλο. Οι φωτογραφίες είναι ακριβώς εκεί, στο ίδιο σημείο. Τις έχουν δει φαντάζομαι πολλοί άνθρωποι, αλλά κανείς δεν είπε να τις πάρει από εκεί, είτε για να τις πετάξει στον κάδο, είτε για οποιοδήποτε άλλο λόγο. Περπατάς και καθώς κοιτάς και ξανακοιτάς, το πρωί, το απόγευμα, το επόμενο πρωί τις ίδιες εικόνες – μια γυναίκα καλοχτενισμένη σε νυχτερινό κέντρο, ένας άντρας ποζάρει καθώς γυρίζει το αρνί, μια παλιότερη ομαδική πόζα – δημιουργείται μια αίσθηση αμηχανίας, κάτι λίγο ανεξήγητο. Δεν δικαιούμαι να τις πετάξω, καλά καλά δεν δικαιούμαι να τις ερμηνεύσω. Οι άνθρωποι της γειτονιάς περνούν και ξαναπερνούν και απλά στο σημείο γίνονται κάπως πιο προσεχτικοί, να μην τις πατήσουν, να ρίξουν και μια λοξή ματιά (αλλά να μην καρφωθούν κιόλας μένοντας για ώρα στο σημείο – πολύ περισσότερο να μην τις σηκώσουν, να μην τις κρατήσουν στα χέρια τους). Το παρελθόν ζυγίζει κάτι τόνους μερικές φορές και εντωμεταξύ χθες πέρασαν και οι υπάλληλοι καθαριότητας. Τίποτα δεν άλλαξε. Ποιος βάζει τα χέρια του να σηκώσει κάτι τόσο βαρύ κι ανεξιχνίαστο;

Άσε που 5. μπορεί κάποιος να μετάνιωσε για εκείνα τα λεπτά θυμού που οδήγησαν σ’ αυτή την ενέργεια. Καμιά φορά, σκέψη στη σκέψη, κουβέντα στην κουβέντα, το μυαλό γίνεται κατσαρόλα που βράζει, όλο βράζει, μέχρι που το νερό χύνεται απ’ έξω. Και κατεβάζεις ό,τι αναμνηστικό βρίσκεις μπροστά σου και τους δίνεις μια να πάνε στο διάολο κι αυτά κι ακόμη περισσότερα. Αλλά μερικές φορές οι άνθρωποι μετανιώνουν. Μπορεί λοιπόν κάποιο πρωί να δούμε να τρέχει κάποιος άγνωστος (ή ακόμη χειρότερα ένας γείτονας) απ’ τη γωνία, να έρχεται με φόρα και να γονατίζει δίπλα στον κάδο. Κι όπως κάποτε η Annette Bening στο American Beauty αγκάλιασε εκείνα τα πουκάμισα, έτσι και τώρα αυτή η άγνωστη φιγούρα θα κρατάει στα χέρια τις φωτογραφίες με ανακούφιση που ‘ναι ακόμη εκεί. Ίσως και να κλαίει λίγο.

Με αυτό το ενδεχόμενο να κρέμεται πάνω απ’ τα κεφάλια μας, δημοτικοί υπάλληλοι και κάτοικοι, δεν κάναμε τίποτα τρεις μέρες τώρα. Οι φωτογραφίες δεν είχαν κουνηθεί χιλιοστό.

Και τώρα Κυριακή μεσημέρι είναι όλοι κολλημένοι στο τζάμι της μπαλκονόπορτας και καθώς βρέχει, βλέπουν το νερό που κατεβάζει ο δρόμος σιγά σιγά να αυξάνεται, να αυξάνεται λίγο ακόμη, μέχρι που καβαλάει ελαφρά το χαμηλό έτσι κι αλλιώς πεζοδρόμιο και γίνεται μικρό ποταμάκι. Μικρό, πολύ μικρό, αλλά ικανό να παρασύρει σκουπιδάκια, φύλλα και άλλα μικροπράγματα που βρίσκονται στο πεζοδρόμιο. Μικρό, πολύ μικρό ποταμάκι, αλλά ικανό να σηκώσει και να πάρει μακριά το βάρος που τόσοι και τόσοι διστάσαμε να πάρουμε στα χέρια μας.

Σχολιάστε

Filed under ασυναρτησίες

όλη μέρα

Στο κατάστρωμα της μεγάλης φυγής ξεκινάω στραβά. Έχω τσιμπήσει με αυτό το βιβλίο που έχω δει να κυκλοφορεί αρκετά, δεξιά αριστερά στα σόσιαλ μίντια, και το ανοίγω, ενώ ο Πειραιάς είναι ήδη μία ώρα πίσω μας. Το “μουνάκι χθες και σήμερα” μου φαίνεται κακό, σχεδόν προβληματικό, η δε εισαγωγή που αναφέρεται στα ελληνικά χρόνια της κρίσης αντέχεται με δυσκολία. Πάντα δημιουργείται μια δυσφορία, όταν βάζουμε διάφορους διάσημους πολιτικούς στοχαστές που ζουν κάπου μακριά, να μας αναλύσουν τι έγινε την τελευταία δεκαετία στην Ελλάδα. Νομίζω πως ακούω μόνο κοινοτοπίες ή ανακρίβειες, τα εγκωμιαστικά ή ενθαρρυντικά λόγια με εκνευρίζουν κι έπειτα προς τι όλη αυτή η ανάγκη να μας πει κάποιος τι συμβαίνει εδώ πέρα. Λες και δεν πέρασε από πάνω μας η τελευταία δεκαετία. Γκρινιάζω από μέσα μου, ενώ θα έπρεπε να κοιμάμαι στο κατάστρωμα. Σκέφτομαι ότι ίσως ακόμη δεν είμαι σε διάθεση, ίσως ακόμη αναπνέω το ζεστό, αποπνιχτικό αέρα της Αθήνας του Ιουλίου, ίσως φταίει κάτι άλλο, κάτι που δεν μπορώ να αντιληφθώ τώρα. Αλλά και πάλι είναι ένα βιβλίο που τιτλοφορείται “το μουνάκι χθες και σήμερα” και το μουνάκι κυρίως απουσιάζει. Ύστερα, όταν εμφανίζεται το μουνάκι, εμφανίζεται (και) για να καταγγελθεί ο “αστυνομικός φεμινισμός”. Μ’ αυτά και μ’ αυτά το βιβλίο μ’ έχει χάσει, διαβάζω πυρετωδώς μόνο για να το τελειώσω πριν φτάσουμε.

Λίγο πριν φύγω διάβαζα ένα άρθρο για τον Baldwin που έλεγε “In place of America’s longstanding myths about what a man should be, he calls for a new vision of identity, not constructed by fear of the Other or violent hierarchies, but by reciprocity,complexity, border crossing, and becoming”. (αναφερόταν σ’ αυτό του το κείμενο στο playboy). Μετανιώνω φοβερά που τελευταία στιγμή άφησα το “φώναξέ το στα βουνά”. Η επιλογή των καλοκαιρινών βιβλίων είναι ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα, που δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται με ελαφρότητα.  

Δεν το βάζω κάτω, δεν είμαι τέτοιος τύπος. Είμαι δηλαδή, αλλά εντάξει. Διαβάζω το «ένα κάποιος τέλος» του Μπαρνς, και αυτό κυλάει σαν δροσερό νεράκι, μόνο που δε μ’ αρέσει το τέλος, σαν να υποκύψαμε ξαφνικά στις προτροπές παραγωγού και σεναριογράφου. Μετά έρχεται η περσινή αρραβωνιαστικιά από εκδόσεις Σιγαρέττα. Γίνεται μέσα μου μια σύνδεση – ο Μάρκος της Ζατέλη και ο Μάρκος της Πλάτωνος – φταίει κι ότι πια είμαι μακριά από την Αθήνα, βλέπω τη μέρα μόνο θάλασσα κι ορίζοντα και το βράδυ μόνο έναν γεμάτο άγνωστα φωτάκια ουράνιο θόλο. Ξαφνικά θέλω να γνωρίσω έναν Μάρκο, να έρχεται τα Σάββατα για καφέ με την υπόλοιπη παρέα και να λέμε ιστορίες, απ’ αυτές που ισορροπούν μεταξύ ελαφριάς θλίψης, ήρεμων υπαινιγμών και εντελώς αγαπητικής διάθεσης. Ξαφνικά σκέφτομαι ότι λογικά όλοι οι Μάρκοι αυτού του τόπου πρέπει να είναι υπέροχοι τύποι και ότι η Χ. είχε κάποτε όντως έναν γάτο που τον έλεγαν Μάρκο. Από που πήρε το όνομά του, να μια ερώτηση και γιατί τον θυμάμαι μόνο τόσο αόριστα (ή και καθόλου);

*

Τότε κατάλαβα πως, κατά κάποιο τρόπο, το να ζεις είναι μια μεγάλη καλοσύνη προς τους άλλους. Αρκεί να ζεις, κι αυτό από μόνο του καταλήγει στη μεγάλη καλοσύνη. Όποιος ζει ολοκληρωτικά ζει για τους άλλους, όποιος ζει τη δική του ευρύτητα κάνει μια προσφορά, ακόμη και αν η ζωή του περνά μέσα από την έλλειψη επικοινωνίας ενός κελιού. Το να ζεις είναι μια προσφορά τόσο μεγάλη που χιλιάδες άνθρωποι επωφελούνται από κάθε βιωμένη ζωή.

Κλαρίσε Λισπέκτορ

*

37652716_2283772398316305_1882719319591223296_n

Το λεωφορείο πηγαίνει αγκομαχώντας παίζοντας δυνατά τη μια μοντερνα νησιωτικα και την άλλη μελισσες. Το ένα είναι χειρότερο απ’ το άλλο, αλλά σε αυτή τη συνθήκη μπορείς να δεχτείς τα πάντα και μάλιστα ν’ ανακαλύψεις και εντός τους μια μικρή ιδιόμορφη φλογίτσα που μπορεί να μεσολαβήσει ευχαρίστως στο διάλογο ανάμεσα σε σένα και στον κόσμο. Ένα απαίσιο βιολί με μπιτ είναι τώρα ικανό να σηκώσει το βάρος όλης της μουσικής και να δικαιωθεί. Τα πάντα είναι συνθήκες, συγκυρίες, συμφραζόμενα. Σε αυτό το τοπίο, στις ανηφοροκατηφόρες από Καλοταρίτισσα μέχρι Μερσίνη, το λεωφορείο προσφέρει ένα τρυφερό βλέμμα στα μυστήρια του εαυτού και στο μέλλον των πραγμάτων. Εντωμεταξύ, δεν είναι ψέμα ούτε ψευδαίσθηση, τα φώτα στην οροφή του λεωφορείου παίζουν, αλλάζουν χρώματα, είναι ζωντανά και απίστευτα. Πού βαδίζουμε όλοι εμείς οι επιβάτες, ψηλαφιστά και αγχωμένα, πνιγμένοι στις λεπτομέρειες ενός κόσμου που αιωνίως ζητάει εκβιαστικά μια ρύθμιση, μια τακτοποίηση, μια διεκπεραίωση, μια απόφασή μας – ενώ εμείς φανερά περί άλλων τυρβάζουμε. Εδώ και τώρα, καθετί το οριστικό είναι ψεύτικο, καθετί το επιτακτικό είναι αδιάφορο.

Και απόψε τη νύχτα κάτω απ’ τον έναστρο ουρανό, ο corona borealis, ο βόρειος στέφανος θα είναι εκεί και θα μας κοιτάζει ακριβώς πάνω απ’ το κεφάλι μας. Η Μπέλλου από μέσα μου ψιθυρίζει δυνατά στον ουρανό που κάναμε ταβάνι / δε βλέπουμε τις νύχτες ξαστεριά. Και το λεωφορείο συνεχίζει να αγκομαχεί. Τίποτα δεν τρέχει, ούτε το όχημα, ούτε η άσφαλτος, ούτε το τοπίο. Στην καλύτερη σερνόμαστε πάνω κάτω και τα φώτα ακόμη παίζουν – ένα homage στη στιγμή που εμείς είμαστε απλοί επιβάτες μιας διαδρομής και τίποτα παραπάνω. Τίποτα παραπάνω από μια στιγμή παραδομού, που; οπουδήποτε του ήρθε καθενός στο κεφάλι.

*

Στο κατάστρωμα της επιστροφής, μια παρέα, μάλλον μπήκαν Νάξο ή ίσως Πάρο. Όλοι κοιμούνται, παντού πτώματα, σλιπιν μπαγκ, καρέκλες ενωμένες. Τριγυρίζω και ακούω την παρέα. Πάει να πει την περιγραφή της αλλά του φαίνεται αδύνατο να περιγράψει μια φιγούρα μη ταξινομήσιμη και πετάει απλά λέξεις. Χέρια, δάχτυλα, μαλλιά. Κι όλα τους σκούρα. Αυτοί εξοργίζονται. Εχουμε μάτια και βλέπουμε, έχουμε φαντασία και θα δούμε, πες μας την περιγραφή της. Δεν ξέρω τι λέξεις να πω γι’ αυτήν. Δεν μπορώ να δώσω ένα σύνολο, είναι όλα σκόρπια, επιμένει, κι ένα βράδυ, που ‘χε μάλλον δροσιά θυμάμαι κάτι κάλτσες σκούρες κι αυτές. Οι άλλοι δεν ικανοποιούνται, τον πιέζουν. Σιγά σιγά απομακρύνομαι απ’ τη συνεχιζόμενη ανάκριση. Είναι τρία άτομα που διψάνε για τι; ν’ ακούσουν πως ακριβώς είναι αυτή που είδε ο φίλος τους; Ή να πάθουν το ίδιο πάθημα με αυτόν; Είναι τρία άτομα, έχουν ουσιαστικά περικυκλώσει έναν τέταρτο και τον πιέζουν να μάθουν, να πάθουν. Τον πιέζουν να χάσουν κι αυτοί τις λέξεις τους. Βαρέθηκαν τις εύκολες περιγραφές. Θέλουν μια φιγούρα, ανίκανη να τυποποιηθεί απ’ την θερινή κάψα. Δείξε μας αυτή που δεν μπορεί ν’ αναφερθεί ούτε εν συντομία ούτε αναλυτικά.

37702692_2283776851649193_190433008749117440_n

*

Επιστροφή στην Αθήνα. Φιδάκια στα μπαλκόνια και μπλουζάκια κολλημένα απ’ τον ιδρώτα. Αυτός ο ιδιαίτερος πονοκέφαλος μετά από ώρες στο air condition. Κάποιες παραπάνω θέσεις παρκινγκ στη γειτονιά. Στο κέντρο τουρίστες λιώνουν μεσημεριάτικα βλέποντας ποιος ξέρει τι. Εντωμεταξύ, πάντα υποτιμώ το γεγονός ότι το αλκοόλ βαραίνει διαφορετικά με αυτή τη ζέστη.

Περνάω έξω από ένα μαγαζί. Απ’ έξω κολλημένο μπανεράκι διαφήμιση. Ψήνουμε όλη μέρα. Η χαρά του φρέσκου προϊόντος, η αμεσότητα της κατανάλωσης αυτού που μόλις παράχθηκε, σήμερα, τώρα, πέντε λεπτά πριν. Γλιτώσαμε τις χθεσινές τυρόπιτες, αλλά το σλογκανάκι λέει πολλές αλήθειες. Ψήνουμε όλη μέρα. Όλη μέρα. Συνέχεια. Όλη την ώρα ψηνουμε. Το βενζινάδικο στην Αμφιθέας δεν κλείνει ποτέ, το καινούριο μίνι μάρκετ στη γειτονιά δεν κλείνει ποτέ, το μαγαζάκι με τους καφέδες και τα σάντουιτς δεν κλείνει ποτέ. Η μισή Αθήνα δουλεύει όλη μέρα κι όλη νύχτα για να μη μας λείψει τίποτα. Όλα να ‘ναι φρέσκα, σημερινά, καινούρια. Ένα νέο εργοστάσιο χωρίς φουγάρα και ψηλούς τοίχους έχει διαχυθεί σε όλη την πόλη και είμαστε οι ακούραστοι, χαμογελαστοί, εξυπηρετικοί εργάτες του. Πίτσα στις 5 τα ξημερώματα, φρέντο εσπρέσο στις 2 τη νύχτα, βενζίνη στις 3, πατατάκια στις 4, πλύσιμο αμαξιού στις 4:15. Αυτή η πόλη δεν κοιμάται ποτέ. Ψήνει όλη μέρα, παράγει, εντατικοποιεί, βρίσκεται σε έναν αχαλίνωτο οργασμό δημιουργικότητας.

3 Σχόλια

Filed under ασυναρτησίες