σφίγγει τα δόντια

Η εποχή είναι τέτοια. Δεν μπορείς, δεν προλαβαίνεις να μετρήσεις το δικό σου ζόρι. Η πόλη σε γειώνει, σε αφήνει εμβρόντητο, σου ρίχνει μια σφαλιάρα. Ποιος είσαι εσύ που θα πεις το ένα και το άλλο, που θα παραπονεθείς; Δεν βλέπεις αυτόν που..; Τον άλλο που..; Την παράλλη που..; Αυτή η πόλη είναι μια διαρκής γεννήτρια προοπτικής. Δες το χειρότερο. Δες τον πάτο του βαρελιού. Δες τι σημαίνει πτώση. Αυτή η πόλη. Καταναλώνουμε φωτογραφίες μεταναστών στοιβαγμένων στα αμπάρια καραβιών. Καταναλώνουμε ιστορίες ανθρώπων που ζητάνε λεφτά στα ΜΜΜ. Καταναλώνουμε το αστικό τοπίο, σαν να μην ήταν ξεχειλισμένο από ανθρώπους που έπεσαν μια και καλή. Οριστικά. Καταναλώνουμε τις μέρες μας με τα ακουστικά στ’ αυτιά, λες και περιμένουμε απλά τη στιγμή που ο εκφωνητής θα πει: «ελάτε, ήταν όλα ψέματα. Επιστροφή στην προηγούμενη κανονικότητα».

Εντωμεταξύ φίλοι, γνωστοί και άσχετοι έχουν χάσει τον ύπνο τους. Δεν μπορούμε ούτε να παραδοθούμε πια.

Ναι βέβαια, υπάρχει ακόμη ένα φοβερό δίχτυ ασφαλείας. Με περιμένει πάντα ένα ωραίο πιάτο φαΐ, οι φίλοι ακόμη κερνάνε και έχω την φοβερή άνεση να μπορώ να καταρρεύσω στο μαξιλάρι δίπλα της και να ξέρω πως αυτή σίγουρα θα με δεχτεί, θα με παρηγορήσει, θα με επαναφέρει. Αυτή με επαναφορτίζει και εγώ αδειάζω χωρίς να έχω καταφέρει τίποτα, ούτε ένα κούτσικο χτύπημα στο θάνατο που μας κυνηγάει από όλα τα στενά, φορώντας όλα τα πρόσωπα.

*

IMG_2422

Είμαι στο Λαύριο. Μια γυναίκα παρκάρει μπροστά στο σουβλατζίδικο. Ο σερβιτόρος, ένα παιδί 20 χρονών, κάνει χαμηλόφωνα σχόλια στην παρέα του. Η γυναίκα κάνει μανούβρες, ενώ ο χώρος είναι, ομολογουμένως, μεγάλος. Χαζογελάνε και παρατηρούν. Άραγε πόσες μανούβρες ακόμη θα κάνει η άσχετη; Το παιδί, που λίγο πριν περδικλωνόταν με την παραγγελία και δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τι θέλουμε – αυτό είναι ένα φιλελεύθερο σχόλιο, να θυμηθώ να το σβήσω μετά – τώρα κορόιδευε τη γυναίκα που δυσκολεύτηκε να παρκάρει σωστά. Έπειτα από πέντε λεπτά ακριβώς στο ίδιο σημείο πάρκαρε ένας άντρας, αφήνοντας ένα με ενάμιση μέτρο κενό ανάμεσα στο πεζοδρόμιο και στο αμάξι. Δεν είπαν τίποτα. Δεν το παρατήρησαν καν. Το Λαύριο, σκέφτομαι, θα μπορούσε να είναι μια πολύ όμορφη πόλη. Είναι όμως μια Μεγαλόπολη με θάλασσα. Προποτζίδικα, λέπρα, καναπέδες, τζαμαρίες, φρέντο και καμιά διακοσαριά γυράδικα, ζήτημα αν υπάρχει ανάμεσά τους ένα αξιοπρεπές. Κάποτε το αγαπούσα πολύ το Λαύριο. Ανέπνεα γλυκιά επαρχία και καλωσόρισμα στο δρόμο για το Σούνιο και αλμύρα στα μπράτσα μας. Φυσικά έκανα λάθος. Μηχανάκια στρίβουν σαν τρελά και βγάζουν το θόρυβο της παρακμής, μιας παρακμής τέτοιας που είναι αυτοφυής και πρωτότοκη. Δεν προηγήθηκε τίποτα το όμορφο εδώ πέρα. Μια μέρα απλά έπεσε απ’ τον ουρανό ένας εφιάλτης.

Στην Πλάκα περνάει μια κοπέλα με κοντό σορτς μπροστά απ’ τον τύπο, που κρατάει το μενού και περιμένει στην είσοδο για να πιάσει τους περαστικούς τουρίστες. Κάνει με το κορμί του μια κίνηση σα να την ακολουθεί, σφίγγει κάπως τα δόντια λες και κάτι θα μουρμουρίσει και έπειτα γυρνάει στο συνάδελφό του μέσα στο κατάστημα με σαρδόνιο χαμόγελο. Η σκηνή, τόσο συνηθισμένη που μοιάζει αναπόφευκτη, αποπνέει μια αίσθηση σχεδόν βίαιη. Κάποτε θα αναγνώριζα και μια γλυκιά υπόγεια λαϊκότητα, μια υπενθύμιση της παντοκρατορίας του σώματος, ένα σκληρό φλερτ. Τώρα πια όχι. Τώρα μουρμουρίζω χυδαιότης χυδαιοτήτων τα πάντα χυδαιότης.

Η χυδαιότητα είναι ένα στιλ που επιβάλλεται. Τα σχόλια, τα βλέμματα και η υποτίμηση. Κάποτε θα έλεγα ότι τα σχόλια, προφανώς σεξιστικά, κρύβουν και μια φοβερή ακατέργαστη επιθυμία, μια λύσσα που πηγάζει απ’ τη ζωή που δεν βιώνεται. Όχι πια. Τώρα δε σκέφτομαι τίποτα. Σκέφτομαι μόνο ότι η κοπέλα όσο γρήγορα κι αν περπατήσει, δεν προλαβαίνει να φτάσει πουθενά. Αν είναι ελληνίδα, πιθανότατα τρώει ξύλο μέσα στο διαμέρισμα . Αν είναι ξένη διασύρεται ποικιλοτρόπως και κορτάρει με πιο μεγάλους κινδύνους. Πού θα τη βρουν και σε τι κατάσταση; Ξένες πουτάνες, ξένες χορεύτριες, ξένες καθαρίστριες. Οι ελληνικές αξίες απέναντί τους, αν αφαιρέσει κανείς την περιρρέουσα επιφανειακή ηθικολογία, συνοψίζονται σε μια ατελείωτη χυδαιότητα και μια τρομερή βία.

Το λαϊκό στοιχείο, πολυτραγουδισμένο ακατέργαστο διαμάντι, κοπιάρει τις ιδέες και τις πρακτικές μιας κυρίαρχης ιδεολογίας που ξέρει να πορεύεται μόνο βουτηγμένη στη χυδαιότητα. Ένας άνθρωπος με πολλά χρήματα, στο κωλόμπαρο αγοράζει ισχύ, υπεροχή, το δικαίωμά στη βία, που του υπόσχονται κάθε πρωί στο δρόμο για τη δουλειά. Ένας άνθρωπος στην Πλάκα, που δεν τολμάει να μιλήσει στο αφεντικό του στον ενικό, ξεσπάει μια ζωή καταπίεσης στο βλέμμα, στα λόγια, πιθανώς και στο σηκωμένο του χέρι. Έχει ιδεολογικοποιήσει την ανωτερότητα της φυσικής δύναμης. Γι’ αυτόν φυσική δύναμη είναι τα λεφτά. Δικαιούται να την τρώει απ’ το αφεντικό του. Δικαιούται να ξεσπάει στο περαστικό σορτς. Επιβάλλεται να συνεχίζει τη φυσική ροή των πραγμάτων. Η φυσική ροή των πραγμάτων εξηγείται με απλά λόγια – μεταξύ άλλων – στις ειδήσεις των οχτώ. Στο κήρυγμα, στον πατριωτικό λόγο, στα γυναικεία περιοδικά μόδας.

Στα αθλητικά σάιτ δίπλα στα αναλυτικά ρεπορτάζ για το πόσο γαμάτος και κιμπάρης και αρχιδάτος είναι ο τάδε ιδιοκτήτης ΠΑΕ, έχει πάντα και ένα μέρος που μπορούμε να απολαύσουμε την τάδε γκόμενα του τάδε πασίγνωστου ποδοσφαιριστή. Ή την τάδε εμφάνιση της τάδε τηλεπερσόνας. Τώρα τελευταία, έχουν ανακαλύψει τα σόσιαλ μίντια. Ιδού – προκλητική εμφάνιση της Χ. στο ινσταγραμ.

*

IMG_2422

Στο μεταξύ ποτέ δε μαθαίνουμε τίποτα.  Όλα είναι περιστατικά και ειδησούλες και υπερβολές κάποιων ομάδων και ανθρώπων. Αλλά και πάλι δε μαθαίνουμε τίποτα. Σαν τη φωνή εκείνης της γυναίκας σε μια πολυκατοικία, δύο τετράγωνα απ’ το σπίτι, για την οποία είχα ξαναγράψει ένα χρόνο πριν. Την ακούμε καθώς βγάζουμε βόλτα το σκύλο. Απ’ την απέναντι πολυκατοικία, ένας άντρας βγαίνει στο μπαλκόνι, «καθησυχάζει» εμάς και άλλους δυο περαστικούς. «Τη δέρνει». Δεν καταλαβαίνουμε τίποτα. Δεν ξέρουμε σε ποιο όροφο, σε ποιο μπαλκόνι να κοιτάξουμε, προς τα πού να φωνάξουμε. Φωνάζουμε γενικώς. Ενάντια στη ζωή και τον κόσμο τον ίδιο. Στο βάθος του δρόμου βγαίνει γρήγορα απ’ την πυλωτή και χάνεται αμέσως σε κάποιο άλλο στενό μια φιγούρα. Φοράει ένα σκούρο μπουφάν και δεν μπορείς να ξεχωρίσεις τίποτα άλλο. Αν είναι ψηλός, κοντός, χοντρός, αδύνατος, ξανθός, μελαχρινός. Έχει φύγει ήδη, μακριά, κανονικός ανάμεσα στους κανονικούς. Ο άντρας που μας έδωσε τις εξηγήσεις κλείνει τη μπαλκονόπορτα με ένα ελαφρύ γδούπο. Ο ουρανός βρέχει πρωτοσέλιδα της εσπρέσο και ποστ της αϊ – εφημερίδας.

Υγ. Μπόνους: με αφορμή ένα περιστατικό

Σχολιάστε

Filed under τα ελάχιστα

μηχανή με ψάθα και γυμνή πλάτη

Στρίβεις στην Ποσειδώνος. Έχεις τα νεύρα σου γιατί κάτι σου μυρίζει περίεργα καθώς οδηγείς, ανοίγεις το καπό και καταλαβαίνεις ότι το αμάξι από κάπου χάνει λάδια. Κοιτάς για μερικά λεπτά το λάδι που ατμίζει, κουνάς λαστιχάκια, τσιμούχες και ό,τι άλλο νομίζεις πως δεν φαίνεται σε καλή κατάσταση. Στρίβεις στην Ποσειδώνος να το πας στο συνεργείο. Κονβερτιμπλ, μαύρα γυαλιά και μαυρισμένα (ήδη) κορμιά στο φανάρι. Αλλά στρίβεις στην Ποσειδώνος και σχεδόν αμέσως σε πιάνει απ’ το λαιμό η μυρωδιά. Θάλασσα. Εσύ πας εκνευρισμένος στο συνεργείο και το μόνο που στριφογυρνάει στο στόμα σου είναι το «πόσο; πόσο; πες μου απλά πόσο». Αλλά στρίβεις στην Ποσειδώνος και στη δεξιά λωρίδα το μηχανάκι δίπλα σου πάει αργά. Η κοπέλα φοράει χακί βερμούδα και από πάνω μόνο το μαγιό. Στο πίσω μέρος της μηχανής είναι δεμένη μια ψάθα. Ακούγεται ένας ανύπαρκτος ήχος, όπως πέφτει πάνω στα παγάκια το ζεστό αλκοόλ. Η μηχανή πάει αργά, το ζευγάρι συζητάει, όλη η Ποσειδώνος βλέπει απλά μια πλάτη. «Η ομορφιά σαν την καρφίτσα στο μπαλόνι που είναι ο κόσμος»

Ποιά σκηνή θα μας κάνει και σήμερα να ξεχαστούμε; Δεν είναι σωστή η χρήση της λέξης «ξεχαστούμε». Το «ξεχαστούμε» έχει αρνητική χροιά. Ποια σκηνή θα μας επιτρέψει σήμερα και για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα να μην έχει σημασία  τίποτα.

Ξαπλώνει στον καναπέ, τα μαλλιά της είναι στα πόδια σου. Δεν χαϊδεύεις τόσο, όσο παίρνεις απαντήσεις σε μια σειρά από ερωτήσεις. Συνέχισε.

Το ζευγάρι με τη μηχανή στρίβει κάπου δεξιά. Η πλάτη απομακρύνεται, ο εκφωνητής ξαναπαίρνει υπόσταση και οι ειδήσεις πυροβολούν τη στιγμή.

IMG_2217

Το πρωί στην Κοραή περπατάει μια γυναίκα με το μπαστούνι της. Είναι τυφλή. Φτάνει στην τράπεζα. Ψηλαφίζει με το χέρι της το τζάμι να βρει αν η πόρτα είναι προς τα δεξιά ή προς τα αριστερά. Είναι δίπλα στην πόρτα ακριβώς αλλά η ίδια δεν έχει καταλάβει ακόμη το σημείο που βρίσκεται. Όσο αυτή ψηλαφίζει με το λευκό μπαστούνι στο χέρι, μπαίνουν στην τράπεζα, απ’ αυτή την ίδια περίφημη πόρτα, τέσσερις (4) άνθρωποι. Την προσπερνούν, ο ένας στην πραγματικότητα κάνει κι ένα μικροελιγμό για να αποφύγει πιθανή σύγκρουση, απλώνουν το χέρι, πιάνουν το χερούλι κι ανοίγουν την πόρτα με την επιγραφή ΕΛΞΑΤΕ. Η γυναίκα ψηλαφίζει μερικά χιλιοστά δίπλα τους. Δεν τους κατηγορώ. Ο κόσμος που μπαίνει στην τράπεζα έχει το βλέμμα της κότας καθώς αυτή παρατηρεί τον θείο να πλησιάζει στο κοτέτσι για να δείξει στο ενθουσιασμένο ανιψάκι πως μπορεί το ζώο να προχωράει αν και του έχει κόψει το κεφάλι. Η κότα εστιάζει στο μαχαίρι που κρατάει ο χαμογελαστός θείος. Τίποτα άλλο δεν έχει σημασία σήμερα, μόνο η βαρβαρότητα που απλώνει τη σκιά της πάνω σου.

Τίποτα  δεν έχει σημασία. Μόνο μια πλάτη καθώς ξυπνάς στην παραλία και βγάζεις αργά το κεφάλι σου απ’ τη σκηνή. Κατουριέσαι αλλά νυστάζεις. Ανοίγεις τα μάτια, είναι 8 το πρωί και μια γυμνή πλάτη μερικά μέτρα παρακάτω τραβάει ευθεία για την πρώτη βουτιά της ημέρας. Δεν υπάρχει πουθενά γραμμένη η σωτηρία, μόνο κάτι νανοδευτερόλεπτα που τίποτα δεν έχει σημασία. «Η ομορφιά σαν την καρφίτσα στο μπαλόνι που είναι ο κόσμος»

tumblr_nbuh81EYZo1qlgyqfo1_1280

Τίποτα δεν έχει σημασία, αλλά αν μπορείς κάνε πως δεν ακούς τον εκφωνητή. Ανακοινώθηκε. Νέα. Ευρωπαϊκή. Πολιτική. Μεσόγειος.

Εδώ τίποτα δεν έχει σημασία, εκτός απ’ αυτά που φοράνε στολή. Μπάτσοι και φαντάροι συνοψίζουν την νέα ευρωπαϊκή πολιτική εντός και εκτός συνόρων. Αν δεν θες να επιλέξεις τον πόλεμο που θα δώσεις, τότε απλά συμμετέχεις σε αυτόν που προετοιμάζουν οι άλλοι για λογαριασμό σου. Έκανα μπάνιο κάποτε στην Κω και ούτε που φανταζόμουν ότι η απάντησή στα φουσκωτά που ξεχειλίζουν από ανθρώπους είναι οι στρατιωτικές περιπολίες, τα αληθινά πυρά, ένας πόλεμος, μερικά στρατόπεδα. Τίποτα απ’ αυτά δεν έχει σημασία γιατί η Ευρώπη πουλάει τα μουσεία, η Ευρώπη πουλάει τις διακοπές, η Ευρώπη πουλάει τους τουρίστες, η Ευρώπη πουλάει τις χάρτες των δικαιωμάτων.

Και τι σχέση μπορεί να έχει η γυμνή πλάτη στην Ποσειδώνος και τη Λέσβο και τη Δονούσα με όλα αυτά. Κι όμως. Στα ίδια νερά βρεχόμαστε. Άλλοι δροσίζονται κι άλλους τους τρώει το μαύρο σκοτάδι.

Ναι αλλά όλα αυτά αποτελούν ηλίθιους συμψηφισμούς, απόπειρες να ενοχοποιηθούν οι πάντες και τα πάντα.

Δεν ψάχνω τη στιγμή που θα ξεχαστούμε, αλλά τη στιγμή που για μερικά νανοδευτερόλεπτα τίποτα δεν έχει σημασία. Ξαπλώνετε στον καναπέ. Τα μαλλιά της είναι πάνω σου. Τα πόδια της είναι γυμνά, τρίβει ασυναίσθητα τις πατούσες της. Χαϊδεύεις ή περισσότερο εναποθέτεις το χέρι σου πάνω στα μαλλιά της. Φυσικά και όλα είναι ματαιότης ματαιοτήτων και απ’ αυτόν τον  κόσμο δε μπορούν να γλιτώσουν ούτε οι γυμνές πλάτες. Μένει απλά η ανάμνηση εκείνης της φοράς που η εικόνα ενός ανθρώπου νίκησε τα πάντα και μαζί τον ίδιο τον κόσμο.

Χαϊδεύεις τα μαλλιά της. Ή μάλλον δεν χαϊδεύεις τόσο, όσο παίρνεις απαντήσεις σε μια σειρά από ερωτήσεις. Συνέχισε.

«Η ομορφιά σαν την καρφίτσα στο μπαλόνι που είναι ο κόσμος»

2 σχόλια

Filed under τα ελάχιστα

ντιν ντιν ντιν

Όπως ψάχνεις στο mp3 player το τραγούδι που θα ακούσεις. Ακούς μόνο τον ήχο που κάνει το κουμπί που σημαίνει «επόμενο». Ντιν ντιν ντιν. Ή κάπως έτσι. Ανάμεσα στα δύο ντιν, συμβαίνει όλος ό κόσμος.

FullSizeRender

Κοιτάζω μπροστά μου το ATM, πλησιάζω, έχω πληρωθεί – λέμε τώρα – , ακριβώς από κάτω κάθεται μια γυναίκα, φαίνεται σε κακή κατάσταση, απελπισμένη, σηκώνω το βλέμμα, σκέφτομαι ότι η επόμενη τράπεζα είναι κοντά, να πάω σε άλλο ATM, να μην είναι άνθρωπος από κάτω καθισμένος, να μην είναι άνθρωπος απεγνωσμένος, ξανακοιτάζω το ATM, λέω θα πάω, σιγά, θα αποφύγω τη γυναίκα επειδή είναι άστεγη, ζητιάνα, ποιος ξέρει; Ξανακοιτάζω το ATM, ίδια εικόνα, ίδιο το ATM, η γυναίκα εκεί, μόνο που τώρα έχει βάλει το πρόσωπό της μέσα στις χούφτες της. Κλαίει, απελπίζεται, σκέφτεται. Κάνω στροφή 180 μοιρών, εδώ το πράγμα παραπήγε. Το σημείο πλέον είναι μη προσπελάσιμο. Σκέφτομαι τα δύο παρόμοια αλλά κάπως διαφορετικά καρέ και στ’ αυτιά μου ακούγεται το ντιν ντιν ντιν, το χέρι μου μέσα στην τσέπη του σακακιού, σπαστικά κι επαναλαμβανόμενα πατάει το κουμπί «επόμενο». Δεν μπορώ να βρω τραγούδι να ακούσω αυτή τη στιγμή. Ανάμεσα στο προηγούμενο και το επόμενο τραγούδι, που κανένα από τα δύο δεν θα ακούσω, το πρόσωπο κρύφτηκε, η γυναίκα έμεινε στο ίδιο σημείο, το ATM προσπεράστηκε. Μπορεί η κίνηση να μη σήμαινε τίποτα, μπορεί η κίνηση να ήταν κάτι που έχει επαναληφθεί πενήντα φορές εκείνο το πρωί, μπορεί να ήταν η στιγμή της οριστικής απόφασης της απόλυτης παραίτησης.

Ντιν ντιν ντιν.

Το ένα από τα γατάκια που μαζέψαμε ξαφνικά δεν είναι καλά. Μέσα σε μισή ώρα από κει που λύσσαγε, έτρωγε, κοιμόταν, τώρα σέρνεται. Δεν μπορεί να προχωρήσει, να σηκώσει πρώτα το ένα πόδι και μετά το άλλο. Σαν κάποιος να ξέχασε ξαφνικά τι συνιστά περπάτημα. Σα μια ασθένεια όχι τους σώματος, αλλά του μυαλού. Το παρατηρεί κανείς, δίχως να εισβάλλει το κύμα της αγάπης, δεν πρόλαβε, δύο μέρες είναι εδώ. Μια συμπάθεια, μια λύπη, μια απογοήτευση, αλλά όχι ακόμη αγάπη, όχι δέσιμο. Το χαϊδεύουμε, το κρατάμε ζεστό, όσο πιο ζεστό μπορούμε, το αφήνουμε να ηρεμήσει. Ένα πανέμορφο γατάκι μερικών ημερών. Πριν λίγες ώρες σκαρφάλωνε στη μπλούζα και κρεμόταν από τη φόρμα. Μέσα σε μισή ώρα υπάρχει μια πλήρης κατάπτωση. Μέσα σε μια ώρα έχει ήδη πεθάνει. Μέχρι να σκεφτούμε αν πρέπει να το χωρίσουμε από τα αδερφάκια του, να μην πεθάνει δίπλα τους – ποιος ξέρει αν αυτό είναι σωστό ή λάθος -, το γατάκι – με το πρόχειρο όνομα Μάξιμος ή Κική (ανάλογα τι θα αποδεικνυόταν) έχει πεθάνει. Ο χρόνος έτρεξε σαν παλαβός μέχρι να συναντήσει το θάνατο του Μάξιμου/της Κικής. Κι όμως τώρα ο χρόνος ξεκίνησε απότομα το αργό βάδισμα. Να το πάρουμε μέσα από την κούτα, να το μεταφέρουμε, να πάμε να το θάψουμε. Μα περίμενε. Εδώ υπάρχει ζήτημα. Πριν αλλάξει η ώρα, 8 το απόγευμα ήταν πριν, 8 και κάτι τώρα, οι συνθήκες έχουν αλλάξει ολοκληρωτικά. Από κει που το χάιδευες με όλη σου την ψυχή, που το πιανες, το άγγιζες, το τάιζες, ξαφνικά τίποτα. Το χέρι σου στέκεται ακίνητο πάνω από το γατί. Πώς πιάνεις τον πεθαμένο; Τι κι αν μέχρι τρία λεπτά πριν το χέρι σου οδηγούνταν στο χάδι με τη μεγαλύτερη ευκολία του κόσμου. Ξαφνικά το σώμα πεθαίνει, ο αέρας φεύγει, η ζωή αποχωρεί και το χέρι ζορίζεται να πλησιάσει. Το ίδιο σώμα που τρία λεπτά πριν προσκαλούσε χειρονομίες αγάπης, τώρα σε δυσκολεύει ακόμη και να το μεταφέρεις. Ας είμαι μεγαλόστομος: ο θάνατος είναι απόσταση. Όχι από άποψη μνήμης ή απώλειας. Από καθαρά πρακτική άποψη, από πραγματική άποψη. Το πλάσμα μπροστά μας, μόλις πεθάνει, είναι κάτι άλλο, κάτι που αποφεύγουμε, κάτι μακρινό, κάτι που μήπως να βάλουμε γάντια, να πάρουμε χαρτί για να το πιάσουμε. Όχι μόνο δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε το θάνατο, να πενθήσουμε, να αποχωριστούμε, αλλά σε ένα τελείως μικρό, ασήμαντο, αστείο πλαίσιο, δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε τον τοίχο που στήνει η στιγμή του τέλους. Τι κι αν το πλάσμα έπινε γάλα στην αγκαλιά μας; Τώρα, που πέθανε, είναι ένα κάτι, κάτι που δεν ξέρουμε τι ακριβώς είναι. Ίσως μια αλλοίωση του χρόνου και των αισθήσεων. Μια πινακίδα που λέει: Μην αγγίζετε. Μείνε μακριά.

Βέβαια, υπάρχει ακόμη στη μνήμη η σκηνή σ’ ένα σπίτι στο χωριό. Ο πεθαμένος ξαπλωμένος σ’ ένα κρεβάτι για ένα ολόκληρο βράδυ και γύρω γύρω κόσμος, ομιλίες, πιοτί, φαΐ. Πιτσιρίκια μπαινοβγαίναμε στο σπίτι γεμάτοι περιέργεια και μια αίσθηση σκανδαλιάς. Ο παππούς της τάδε έχει πεθάνει, αλλά είναι ακόμη εκεί, στο κρεβάτι. Η πινακίδα εδώ έλεγε: Άγγιξε. Μείνε κοντά. Και βέβαια σ’ αυτή την περίπτωση η πινακίδα απευθυνόταν εξίσου σε ζωντανούς και νεκρούς. Όχι όπως προηγουμένως, που φωνή είχε μόνο η απόσταση του ζωντανού ανθρώπου του 2015, που και σ’ αυτή την περίπτωση όπως σε τόσες άλλες, ακούει τον ίδιο λόγο στ’ αόρατα ακουστικά της συνείδησής του. Μείνε μακριά κι αν θες να αγγίξεις, βάλε γάντια, βάλε άλλον, βάλε ένα αλλοδαπό ή έστω μια ΜΚΟ. Τα χέρια σου όμως κράτα τα καθαρά ή μάλλον όλες τις ώρες σαπουνισμένα.

IMG_1807

 

Ντιν ντιν ντιν

Όταν πρωτοανακάλυψα (κι έμεινα εκεί – α τι ωραία γεύση αυτό το λαγκαβουλιν, σας ευχαριστούμε για την πρόταση, εμείς βέβαια θα συνεχίσουμε με τζέιμσον) κάπως τα ποιήματα και διάβαζα Σεφέρη, μου είχαν κάνει εντύπωση εκείνοι οι στίχοι

«Καθὼς περνοῦν τὰ χρόνια | πληθαίνουν οἱ κριτὲς ποὺ σὲ καταδικάζουν | καθὼς περνοῦν τὰ χρόνια καὶ κουβεντιάζεις μὲ λιγότερες φωνές, | βλέπεις τὸν ἥλιο μ᾿ ἄλλα μάτια».

Έτσι είναι βέβαια εκείνα τα χρόνια, εφηβεία και λίγο μετά. Αισθάνεσαι απέναντι σε όλον τον κόσμο, μάχεσαι μόνος σε μια μάχη που δεν μπορεί να εξηγηθεί ή να κατανοηθεί από κανέναν, κουβαλάς μια μελαγχολία αιώνων κι όλο νομίζεις πως μεγάλωσες, είδες, κατάλαβες. Όπως και να ’χει, μ’ άρεσε πολύ και ο στίχος και το ποίημα και τα σκεφτόμουν τις προάλλες, όταν το επόμενο ντιν με οδήγησε στα ασφαλή χέρια της Μοσχολιού κι αυτή απάντησε στον ποιητή, με μια απλή κουβέντα κι ένα τσικ ουίσκι στα χείλη: «όταν όλοι σε κρίνουν, σ’ αγαπάω».

Πόσο άδικος είμαι απέναντι στον κάτοχο του νόμπελ, όταν περπατάω στη Σταδίου, τραγουδάω και νιώθω σίγουρος ότι κανείς ποτέ δε θα το πει καλύτερα. «Όταν όλοι σε κρίνουν, σ’ αγαπάω». Ο στίχος πίνεται και μετά κουμπώνεις το σακάκι να ‘σαι ζεστός και περπατάς στη μισοάδεια Σταδίου. Υπάρχει ένας κόσμος όταν σταματάς να πατάς όλο επόμενο και επόμενο και ο ήχος αγκαλιάζει το σύμπαν εκείνου του λεπτού. Για εκεί όλο ψάχνουμε μια σίγουρη διαδρομή κι αυτή όλο μας διαφεύγει, καθώς διαρκώς σκεφτόμαστε, σχολιάζουμε, ξεχνάμε, χρωστάμε, συνηθίζουμε χανόμαστε και πεθαίνουμε.

4 σχόλια

Filed under τα ελάχιστα

σκόρδα, πάθη, σκρατς

1.

Καθώς βγάζω το σκύλο βόλτα περνάμε μέσα από τη λαϊκή. Είναι πρωί, ο κόσμος ακόμη δεν είναι πολύς. Στη γωνία ακριβώς απέναντι απ’ την αρχή της λαϊκής, ένας μάλλον μικρός πάγκος. Σκόρδα καλά τακτοποιημένα σε μικρά διχτάκια και χαρτιά κουζίνας. Ένας πιτσιρικάς, 12 με 14 χρονών ανεβάζει το τελευταίο ρολό στο καθορισμένο σημείο. Δίπλα του ένας κύριος, μάλλον ο πατέρας του. Του λέει, «πετάγομαι μια στιγμή μέχρι το αυτοκίνητο να το πάρω κι έρχομαι. Θα ‘σαι οκ;». Ναι λέει το πιτσιρίκι και κάνει ο πατέρας να φύγει αλλά κοντοστέκεται. Γυρνάει, το πλησιάζει και του κουμπώνει το μπουφάν μέχρι πάνω. «Κάνει κρύο» λέει κι απομακρύνεται. Το πιτσιρίκι με το μπουφάν τέλεια κλεισμένο και ανεβασμένη την κουκούλα στέκεται πίσω από τον πάγκο και περιμένει πελάτες.

Λίγο παραπέρα, στην άλλη γωνία του τετραγώνου, υπάρχει ένα σχολείο. Βλέπω τα παιδιά που τρέχουν στην αυλή, πρέπει να έχουν διάλειμμα. Μια γυναίκα, με ένα πολύ κομψό παλτό και ασορτί τσάντα, πλησιάζει στα κάγκελα. «Πέτρο» φωνάζει γλυκά. Ο Πέτρος έρχεται φωνάζοντας «η μαμά μου». Η μαμά του, του εξηγεί ότι πάει μέχρι το σούπερ μάρκετ, ο Πέτρος αντιδρά γιατί της έχει πει ότι είναι καλύτερος ο βασιλόπουλος από το καρφούρ, αυτή γελάει με το σχόλιο και αμέσως παρατηρεί ότι ο Πέτρος τρέχει στην αυλή στο διάλειμμα χωρίς μπουφάν. Του το λέει, έχει κρύο, είναι δυνατόν να μη φοράει το μπουφάν, αλλά ο Πέτρος γελάει, γελάει κι αυτή, τον χαιρετάει και ο Πέτρος συνεχίζει το τρέξιμο.

Όλα αυτά ενώ είναι Παρασκευή, που θα πει καθημερινή, και τα δύο συνομήλικα (πάνω κάτω) παιδιά ακούνε ότι κάνει κρύο και θα πρέπει να φοράνε τα μπουφάν τους και μάλιστα κουμπωμένα. Το ένα παιδί είναι στον πάγκο με τα σκόρδα και τα χαρτιά κουζίνας και φοράει την κουκούλα, το άλλο τρέχει στην αυλή, παίζει μπάλα, γελάει, προτιμά το βασιλόπουλο.

Ο λαϊκιστής σκηνοθέτης που κατοικεί πίσω απ’ τα μάτια μου παίζει με τις εξής εκδοχές:

α) ίδια είναι η αγάπη, ίδια κι απαράλλαχτη. Ο λαϊκατζής που δουλεύει με το μικρό του γιο και η κυρία που περνάει έξω απ’ το σχολείο με το κέφι της είναι δυο στάλες απ’ το ίδιο κρασί. Και οι δύο για το μπουφάν μιλάνε και οι δύο για το κρύο μιλάνε και οι δύο με την ίδια κίνηση έρχονται στο πρωινό της Παρασκευής. Χαμηλώνουν λίγο το κορμί τους, πιάνουν τις άκρες του μπουφάν, τις φέρνουν κοντά και ζεσταίνουν τα παιδιά τους. Και οι δυο προσεύχονται στο ίδιο άγιο φερμουαράκι.

β) καθόλου ίδια δεν είναι η αγάπη, η ζωή, η πραγματικότητα και το πρωινό της Παρασκευής. Στον ένα κόσμο κάποιος περνάει καλά με τους συνομηλίκους σε μια αυλή, αντιγράφοντας τον Μέσι και ξέρει τη διαφορά των σούπερ μάρκετ και ποιο έχει μεγαλύτερη ποικιλία αλλαντικών και ποιος ξέρει τι άλλο και κάνει χιούμορ με τη μάνα του. Στον άλλο κόσμο κάποιος τακτοποιεί σκόρδα σε διχτάκια, τα τοποθετεί σε ένα ξύλινο πάγκο, τα πουλάει, περιμένει τον πατέρα του να γυρίσει από το αυτοκίνητο, είναι καθημερινή και δεν έχει σχολείο, βλέπει εμένα με το σκύλο που πάμε αμέριμνοι την πρωινή μας βόλτα πίσω απ’ τα παλτά  μας και δεν ξέρει αν κρυώνει ή δουλεύει ή τραγουδάει έτσι είναι η ζωή και πώς να την αλλάξεις.

IMG_1651

2.

Τα πρωτοσέλιδα υπογραμμίζουν ότι ο λαός διαπραγματεύεται, ο λαός στηρίζει, ο λαός ανησυχεί, ο λαός φοβάται, ο λαός ενώνεται και ο λαός διχάζεται. Διαβάζεις με πλήρη αδιαφορία τα ρεπορτάζ και τις δημοσκοπήσεις και δεν καταλαβαίνεις τίποτα, απλά καταναλώνεις νούμερα, ποσοστά και την ιδέα του καθενός για το πού πάει το πράγμα και το «τι πιστεύει ο κόσμος». Τυχαίνει όμως Κυριακή μεσάνυχτα να συναντηθείς με ένα κομμάτι της κοινής γνώμης έξω από τα επείγοντα του δημόσιου νοσοκομείου.

Η γριά στο φορείο με ορό και αναπνευστικό σωληνάκι κουτουλάει σε πόρτες και τοίχους καθώς μεταφέρεται. Έχει ένα τεράστιο μπαλόνι (απλό κόκκινο ή μίκυ, οι λεπτομέρειες είναι προς διερεύνηση) κάτω απ’ το στήθος. Δεν έχω ξαναδεί άνθρωπο με τέτοιο φουσκωμένο θώρακα, αλλά βέβαια δεν συχνάζω στα νοσοκομεία. Μόλις συνέρχεται λίγο, η κόρη της, της ανακοινώνει ότι περιμένουν κάποιες επιπλέον εξετάσεις, και απόψε θα μείνει μέσα «για παρακολούθηση». Ύστερα προσπαθεί κάπως να βολευτεί καλύτερα στο δωμάτιο αναμονής και μιλάει κάποια στιγμή μόνο για να πει «πωπωπω, τα πάθη του χριστού περνάω». Και ιδού ένας τρόπος να έρχεσαι σε επαφή με τέτοια θέματα, πέρα απ’ τη συζήτηση για το χωρισμό κράτους εκκλησίας, τους παπάδες, τις φωτογραφίες μικρού ξωκλησιού κρεμασμένου πάνω απ’ τη θάλασσα και όλα τα σχετικά. Όταν δεν προσεγγίζουμε τα ζητήματα πολιτικά, σκεφτόμαστε με καρτ ποστάλ, αυτό είναι γνωστό εδώ και χρόνια. Η γριά όμως δεν μπορεί αλλιώς να περιγράψει την κατάστασή της, δεν μπορεί αλλιώς να αφηγηθεί το βάσανό της (που διαβεβαιώνω έμοιαζε πελώριο), παρά μπορεί μόνο να πει «τα πάθη του χριστού περνάω». Και ο χριστός δεν είναι μόνο αγάπη και ελπίδα, είναι το καταφύγιο των λέξεων, το ύστατο βοήθημα μια περιγραφής που αλλιώς θα έμενε λειψή και δυσνόητη. Εκεί, στο Αλεξάνδρα, Κυριακή μεσάνυχτα, η γριά περνούσε τα πάθη του χριστού και όντως τα περνούσε και αν μπορείς έλα σε μένα τον τυχαίο διπλανό της αναμονής να μου δώσεις να το καταλάβω αλλιώς.

Παραπέρα άλλη γριά με κάτι σαν αυτοσχέδια γκλίτσα/μπαστούνι παλεύει κάθε τόσο να σηκωθεί απ’ την καρέκλα της αναμονής στηριζόμενη και με τα δύο χέρια σ’ αυτό. Ζορίζεται, αλλά δεν βαρυγκομάει.  Ο γιος της, ένας αλαφροΐσκιωτος, με πέντε δόντια, παραλλαγή αεροπορίας, σκουφί χωρητικότητας δυο κεφαλιών ακόμη τουλάχιστον, προσπαθεί να την ηρεμήσει, θα μας φωνάξουν, λέει, πού πας, αφού δεν μπορείς, έχεις το πόδι σου. «Ε, θα το σύρω και αυτό τι θα κάνει, θα περπατήσει» του απαντάει και όντως το σέρνει κι αυτό υπακούει, αντανακλαστικά θα έλεγες και περπατάει. Ο γιος δεν μπορεί να κάτσει σε ένα μέρος, μιλάει σε ένα κινητό το οποίο αδυνατώ να καταλάβω πόσο παλιό είναι, με κάποια θεία και όταν περνάει από δίπλα μου παρατηρώ ότι στην τσέπη της παραλλαγής έχει ένα χαρτί υγείας. Ακριβώς όπως στο στρατόπεδο, ήξερες πως  όλοι κυκλοφορούν με το κωλόχαρτο στην τσέπη, σχεδόν μόνιμα. Τα κωλόχαρτα στο στρατό είναι γι’ αυτό ακριβώς το λόγο πλακέ.

Αργότερα καταφτάνει μια γυναίκα, η οποία όπως συνηθίζεται θα τσακωθεί με σχεδόν όλους για τη σειρά. Είναι καπάτσα και το μάτι της παίζει. Θα θελήσει να περάσει τον γέρο της πρώτο, λόγω ηλικίας και «ανάγκης». Κάποιες φωνές, κάποια ντροπή, κάποιοι παρακολουθούν αμίλητοι. Η γυναίκα, γύρω στα πενήντα, ξανθιά, ψηλές μπότες, με κάτι σαν γούνα και διάφορα χρυσαφικά. Οι υπόλοιποι την μετράνε. Ήρθε απευθείας από κάποιο κωλόμπαρο που σύχναζε ο κωλόγερος ή πρόκειται για μια απ’ αυτές τις περιπτώσεις που παλιά φύλαγε τον γέρο και τώρα, τώρα ποιος ξέρει τι ακριβώς; Τα βλέμματα φυσικά έχουν αποφασίσει, η ίδια έχει τσακωθεί και έχει τακτοποιήσει τον γέρο της. Περιμένουν τα αποτελέσματα μόνοι τους σε ένα διπλανό δωμάτιο που έχει ένα μηχάνημα για υπέρηχους. Ο γέρος κάθεται στην καρέκλα κι αυτή έχει μισοξαπλώσει στο κρεβάτι. Ο γέρος την κοιτάζει και δε μιλάει. Σχεδόν θαυμάζει το θέαμα. Αυτή απλά ψάχνει κάτι στο κινητό της.

IMG_1652

3.

Τη βλέπω στην Αιόλου, κοντά στην Αγία Ειρήνη. Φοράει στενό τζιν, απ’ αυτά τα κάπως μεγάλα ημιαθλητικά παπούτσια, σκούρο παλτό και σκούφο. Είναι τραγουδίστρια βορειοευρωπαϊκής ιντι φολκ μπάντας, Γαλλίδα φοιτήτρια αρχιτεκτονικής, underground ηθοποιός που η ομορφιά της την καταδικάζει να φωτογραφηθεί σύντομα γυμνή στη lifo. Ή είναι κάποια που δεν μπορεί να περιγραφεί ακριβώς γιατί υποψιάζεσαι ότι κάνει κάποιο αλλόκοτο επάγγελμα που δεν έχεις ξανακούσει ή γιατί είναι σχεδόν σίγουρο ότι κατάγεται από πέντε διαφορετικά μέρη τουλάχιστον. Φτιάχνω σενάρια στο μυαλό μου και καθώς περπατάει, τη βλέπω να σταματάει απότομα και να γυρνάει στα δεξιά της. Ο λαχειοπώλης της λέει πονηρά «Σκρατς;» κι αυτή απαντάει με το πλέον ελπιδοφόρο βλέμμα «εννοείται». Τους προσπερνάω βιαστικά και αναρωτιέμαι.Άραγε να κέρδισε; Και τι είναι το σκρατς; Και ποιος ψωνίζει από τον υπαίθριο λαχειοπώλη;

Και πως θα χωρέσει η ζωή στο σχήμα που έχουμε για να την περιγράψουμε; Τα ετοιματζίδικα πλαίσια πάει χάλασαν κι άντε να βρεις εσύ τρόπο να μιλήσεις τον καιρό χωρίς να αδικήσεις και να μικρύνεις τους ανθρώπους και τα πάθη τους.

4 σχόλια

Filed under ασυναρτησίες

μικρά κατόπιν εορτών

Ψωνίζουμε απ’ αυτό το πετ σοπ τελευταία. Το έχουν δύο νέα παιδιά και το χαρακτηριστικό του μαγαζιού είναι η διαφορά στη μονάδα μέτρησης του χρόνου (ή μάλλον η διαφορά της αίσθησης του χρόνου) που ισχύει εντός και εκτός μαγαζιού. Εννοώ ότι τα παιδιά λειτουργούν αργά. Συζητούν με τον κανονικό ρυθμό, με τον ρυθμό που αν υπήρχε θα ήταν κανονικός. Παίρνουν ανάσες ανάμεσα στις προτάσεις, εξηγούν αναλυτικά, ψάχνουν τις σωστές λέξεις, ακούνε το συνομιλητή με προσοχή, απαντάνε σ’ αυτό που ρωτάς. Σου δίνουν χρόνο να αποφασίσεις. Αυτή ή την άλλη τροφή. Αυτή ή την άλλη πρωτεΐνη. Αυτό ή το άλλο ποσοστό κρέατος στην κροκέτα. Ο τρόπος του είναι εν μέρει ένα στέρεο κομμάτι ξεκούρασης που σου χαρίζεται καθώς μπαίνεις στο μικρό κατάστημα. Κλείνεις την πόρτα κι αφήνεις απ’ έξω όλη την υπόλοιπη πόλη. Από την άλλη, ο τρόπος τους είναι μια μαύρη τρύπα. Έρχεσαι από το άγχος του «από το πρωί είχα να κάνω τέσσερις δουλειές, έκανα τις δύο, νιώθω σα να έκανα οκτώ», βιάζεσαι χωρίς συγκεκριμένο λόγο ή ακριβώς γι’ αυτό, έχεις διπλοπαρκάρει ή έψαξες δέκα λεπτά για μια θέση με άπειρη μανούβρα, φτάνεις εκεί και ξαφνικά είναι σα να πέφτεις σε ένα τοίχο.

Η βραδύτητά τους, που τόσο εκτιμάς, μοιάζει με όπλο στραμμένο στο ανοιχτό στόμα σου. Η παραμικρή παύση νιώθεις ότι σε καθυστερεί ασύλληπτα, η λεπτομερής απάντηση στις ερωτήσεις νιώθεις ότι είναι αχρείαστη, η χειρονομία του έξτρα μικρού δώρου προτιμάς να απουσίαζε.

Οπότε το ερώτημα γεννιέται ξαφνικά μέσα σου, πόσο πολύ έχει φουντώσει η αρρώστια μέσα σου. Βιάζεσαι να προλάβεις τι; Μια όσο το δυνατόν μεγαλύτερη βουτιά στο κακό και το βάσανο; Ένα όσο το δυνατόν βαθύτερο γλίστρημα σε μια ταχύτητα που αφαιρεί από τα μέρη το όνομα και από τους ανθρώπους το σχήμα;

Την τελευταία φορά που πήγα στο πετ σοπ, παραμονή πρωτοχρονιάς, τρέχοντας και διπλοπαρκαρισμένος, ήταν σαν επίσκεψη σε γιατρό. Έφυγα έχοντας πάρει αντιβίωση, κούρα, τριήμερη επίσκεψη σε ιαματικά λουτρά. Μπήκα στο αυτοκίνητο σχεδόν άλλος, λες και ο τύπος εκεί μέσα με έγδυσε από το σκληρό και ψυχοφθόρο 2014 και με έστειλε σπίτι κάπως πιο έτοιμο για το επόμενο ζόρι.

Καμιά φορά σκέφτομαι έτσι είναι οι άνθρωποι που κατάφεραν ένα μέρος του ονείρου τους. Έφτιαξαν μαζί το πετ σοπ όπως το ονειρεύονταν, με τις συγκεκριμένες τροφές, λίγο πιο εναλλακτικές, λίγο πιο εκτός κυρίαρχου εμπορίου, κάθονται στο γραφείο τους και στα πόδια τους γουργουρίζουν γάτες, κάνουν δώρο σε πελάτες λιχουδιές για τα σκυλιά τους. Συνεπώς, ναι, η βραδύτητα (η παύση από το ασταμάτητο μπιτ της συλλογικής παράνοιας) είναι το δώρο τους. Που και που τη σκέψη μου γι’ αυτούς δηλητηριάζει η φράση χαλασμός των τελευταίων ετών: «είναι βιώσιμο;». Αδιαφορώ να πάρω απάντηση και ανταλλάζω την ερώτηση: «πόσο ζωντανοί είναι; Τι ακτινοβολούν;»

tumblr_nazotxtV5e1swze9do3_1280

*

Ο Κ. μου λέει μη γεμίζεις συνέχεια το ποτήρι σου. Δεν είναι εδώ το μέρος για τόσο ουίσκι. Μεγαλώσαμε πια. Χάριζε το μεθύσι σου σε λίγους. Δεν είναι όλα τα μέρη ίδια. Μην λειώνεις εδώ κι εκεί, με αυτόν ή τον άλλον. Το μεθύσι πια πρέπει να σε βρίσκει σε ζεστό, οικείο, δικό σου χώρο. Οι άλλοι γύρω πρέπει να είναι συμπότες και αγαπημένοι, όχι άσχετοι, ημιγνωστοί, παρέες, τρελαμένοι. Ο παλαβός εαυτός του αλκοόλ να μοιράζεται με φειδώ και μόνο σε όσους έχουν στόμα και δάχτυλα να τον χωρέσουν. Οι άλλοι να είναι προϊόν επιλογής και κοινής συγκίνησης, όχι αποτέλεσμα τύχης, ανάγκης ή συγκυρίας.

Ο Λ. μου ότι λέει όλο άδειο είναι το ποτήρι σου. Δεν έχει σημασία πια αν και που εκτίθεσαι. Όσο μεγαλώνεις το μόνο κοινό είναι ο εαυτός σου, θα κριθείς έτσι κι αλλιώς και δεν θα έχει σημασία. Δεν λέει να μην σε νοιάζει η εικόνα που σχηματίζουν οι άλλοι, λέει ότι η εικόνα, η έκθεση δεν υπάρχουν. Υπάρχει μόνο ο εαυτός μόνος μπροστά στον κόσμο και δεν υπάρχει δευτερόλεπτο για χάσιμο καθώς η σκηνή κάθε ώρα λιγοστεύει. Ότι παράσταση έχεις να δώσεις, δώστη. Βούτα τώρα κι όποιος καταλάβει, κατάλαβε.

*

Στο Βαρδάρη και στη Βάθη, στου Συγγρού και στου Ψειρή
οι καλύτεροί μου φίλοι λιώνουνε σαν το κερί

*

Καμιά φορά αναρωτιέμαι τι αξία στ’ αλήθεια έχουν τα λεφτά (ß τι φράση παναζίαμ, να ‘χε και λίγο μπουζουκάκι από πίσω, θα γινόμαστε).  Λένε διάφοροι ότι τα λεφτά είναι χειρότερα κι από σκατά, δεν σημαίνουν τίποτα. Το πλαίσιο όμως εντός του οποίου είμαστε καρφωμένοι αναγορεύει τα λεφτά – θέλοντας και μη – στο κυρίαρχο ζήτημα. Αν δεν έχεις, σχεδόν δεν μπορείς να είσαι. Η αφραγκία σκοτώνει πρώτα την αξιοπρέπεια. Δεν μπορείς, δεν πας, δεν κάνεις. Απ’ την άλλη, η επιβίωση είναι ένα διαρκές κυνήγι ενός κόκκαλου που σου κάθεται στο λαιμό. Η επιβίωση κατέστη το συνώνυμο μιας άθλιας εργασίας, ενός αγκομαχητού να βρεις τρόπο ύπαρξης μέσα στο διαρκή ζόφο και συνοψίζεται από το ανάποδο της επιθυμίας. Γλύψε, υπέμεινε, κάνε αυτό που δε θες. Τα τελευταία χρόνια κοιτάζω τη δουλειά μου. Πρέπει να δουλεύω περισσότερο για να κερδίζω λιγότερα. Ως απάντηση δουλεύω ακόμη λιγότερο για να κερδίζω ακόμη πιο λίγα. Η αντίδραση είναι ενστικτώδης. Η τεμπελιά μου επιχειρεί να με πιάσει απ’ τα μαλλιά καθώς ο αγώνας για επιβίωση μου κάνει πατητή στην κινούμενη άμμο. Ο αγώνας για επιβίωση δε ρωτάει τι θες, τι λες, τι κάνεις. Απαιτεί, εδώ και τώρα, αρπάζει απ’ το λαιμό, βάζει τελεσίγραφα κάθε πέντε λεπτά. Θα μας σκοτώσει ο αγώνας για επιβίωση. Από την άλλη η λέξη αφραγκία είναι δηλωτική της θέσης μας στον κόσμο κι αυτή η θέση είναι η θέση του προνομιούχου. Άλλοι άνθρωποι στη θέση της λέξης «αφραγκία», λένε «φτώχεια», «πείνα». Άλλοι άνθρωποι δεν κλαίνε απλώς το ενδεχόμενο του σινεμά ή του νυχτερινού μπαρ που λείπει. Η θέση μας στον κόσμο είναι περίεργη. Μας σπρώχνουν βιαίως όλο και πιο κάτω, αλλά από κάτω υπάρχει ένα χάος για το οποίο δυσκολευόμαστε να μιλήσουμε, πόσο μάλλον να το προσεγγίσουμε στ’ αλήθεια.

tumblr_nazotxtV5e1swze9do6_1280

*

(..) Μάνα δεν ξέρεις τον κακό καιρό που κάνει έξω

έξω απ’ το σπίτι σου η αρχαία μάχη μαίνεται στην τελευταία της

φάση.

Φτωχιά μου καίγεσαι πικραίνεσαι πονάς και περιμένεις

φυλακισμένη σε τανάλια σπαραχτικών ονείρων

που θέλουν να μας δουν σε θέση «κοινωνική» και καλοπαντρεμένους

στην εκκλησία στις επισκέψεις της ωραίας Κυριακής.

Όταν τυχαίνει να πετύχουμε κανένα μεροκάματο

εκεί που καθαρίζεις στην κουζίνα τις πατάτες μας

παραμιλάς απ’ τους μαυραγορίτες αγοράζεις

βέρες χρυσαφικά κιλίμια πιατικά σεντόνια

σαν ανοιξιάτικο λιβάδι αναστενάζεις

και λες τα χέρια σου σηκώνοντας προς το ταβάνι «Δόξα σοι ο Θεός»

Για κάτι τέτοια σ’ αποπαίρνουμε σε στέλνουμε στο διάολο

με δαγκωμένη την καρδιά σε σπρώχνουμε όπως

πόρτα παραθυρόφυλλο καρέκλα. Επιβάλλοντας

απότομα διαστήματα σιωπής ελπίζουμε

να μαχαιρώσουμε τον πόνο μας

κι αντί γι’ αυτόν εσένα μαχαιρώνουμε

με βάναυσες κι όμως στο βάθος συντριμμένες φράσεις

σου σπάμε τη μιλιά όπως σπάμε μουσική γλυκιά γυρίζοντας

το διακόπτη του ραδιοφώνου απότομα

μέσα στη μοναξιά

μ’ έξαλλο φέρσιμο σχεδόν απελπισμένο.

Μάνα εκείνο που λέμε απλώς καρδιά

Χρειάζεται όλου του κόσμου τον παλμό για να μπορεί

να πάλλει

στα μέτρα του μέλλοντος.(..)

Θ. Γκόρπας

*

Κι ύστερα τόσα και τόσα και τόσα ακόμη.

Το βιβλίο στο κομοδίνο, το μελομακάρονο στις δύο τη νύχτα, η γάτα που γουργουρίζει. Πόσα καραφάκια ρακές προλαβαίνουμε να πιούμε; Πόσους Jack White προλαβαίνουμε να κολλήσουμε σε πόσες Μπέλλου; Πόσους δεν προλαβαίνουμε να δούμε στο καφέ με τη φτηνή μπύρα και το ονειρικό Tullamore; Τι αποχαιρετάμε κάθε φορά που μεθάμε; Ποιος εαυτός θάβεται ζωντανός για λίγες ώρες; Σε τι υποτασσόμαστε όταν λέμε «έτσι είναι, δεν μπορεί να γίνει αλλιώς»;

Σκέφτομαι ότι η αγάπη για τις ασυναρτησίες ξεκινάει από την ιδέα ότι μπορώ να περιγράψω τη ζωή με σκισμένες φωτογραφίες, με παζλ ανθρώπων, με διάσπαρτα αστεία, με ξεχασμένα αξέχαστα βουνά και κλειστά πια παραθαλάσσια μπαρ.

Ψάχνω ένα παλιό ποστ ενός αγαπημένου βλόγερ να το τυπώσω να το βάλω στο κομοδίνο και του χρόνου να το σημειώσω στη λίστα με τα δέκα αγαπημένα μου βίβλία. Αλλά έχω χάσει τα bookmarks και η μνήμη δε με βοηθάει. Κάποτε αυτό το ποστ με είχε στείλει στο διάολο. Τώρα δεν υπάρχει πια πουθενά και το βλογ εκείνο έχει κατέβει.

υγ. οι εικόνες από εδώ

3 σχόλια

Filed under ασυναρτησίες

ένα στέρεο πράγμα

Την είδε πρώτη φορά πριν τρία χρόνια. Στη δημόσια υπηρεσία που τον έστελναν από τη δουλειά, αυτή είχε μόλις αρχίσει να δουλεύει. Στη μεγάλη αίθουσα του αρχείου, καθόταν στο τρίτο γραφείο στα αριστερά. Κάθε φορά που κοιτούσε νούμερα και γράμματα και το μάτι του περνούσε απ’ την αριστερή μεριά της αίθουσας, έκανε μια παύση. Η αναζήτηση του σωστού αρχείου σταματούσε, γιατί δεν μπορούσες να αναζητάς κάτι όταν το είχες ήδη βρει. Δέκα δεκαπέντε δευτερόλεπτα παύση και παρατήρηση. Η μάχη των δαχτύλων με το πληκτρολόγιο, ένα χαμόγελο απ’ το αστείο της διπλανής, μια απάντηση σ’ έναν άγνωστο που ζητούσε να εξυπηρετηθεί.

Την είδε πρώτη φορά πριν τρία χρόνια. Στη δημόσια υπηρεσία σε ένα γραφείο με τα γυαλάκια της και τα κασκολάκια της. Εκεί που πάνε οι ιδέες για να πεθάνουν. Στο βασίλειο της ανίας των άχρηστων κανόνων (αν υπάρχουν κι άλλου είδους είναι έτσι κι αλλιώς συζητήσιμο). Εκείνη επέμενε. Κατέβα στην κόλαση που παγώνουν τα πάντα, στο μηδέν που στεγνώνει ακόμη κι ο ιδρώτας, στο κενό που όλα αιωρούνται και τίποτα δεν κινείται. Εκεί ήταν κι όμως εκείνη επέμενε. Επέμενε με τα δάχτυλά της, με το σβηστό χαμόγελο, με τα μαύρα γυαλιά της. Φυσικά και γίνεται να φυτρώσει λουλούδι στην άσφαλτο, φυσικά και γίνεται να βγει μουσική από την κατσαρόλα, φυσικά και μπορεί να ζήσει έρωτας σε ένα άθλιο room to let βγαλμένο από κακή φωτοτυπία, φυσικά και γίνεται αυτό που δεν μπορείς να φανταστείς ότι μπορεί να γίνει. Εκείνη επέμενε και η ύπαρξή της ήταν η πιο χειροπιαστή απόδειξη ότι μπορείς να αντισταθείς στα πάντα. Ακόμη και στην κατάρρευση του τοπίου και της ζωής που συμβαίνει στο χώρο της δουλειάς.

Μετά από τρία χρόνια διαρκώς πήγαινε έλα, αυτοκίνητο κίνηση, δοκιμές με το λεωφορείο, μετακίνηση με βιβλίο, μετακίνηση με ακουστικά, εκείνη παρέμενε εκεί. Στο τρίτο γραφείο στ’ αριστερά.

Τώρα την είχε ρουφήξει το πληκτρολόγιο, το αστείο της διπλανής, ο άγνωστος που ζητούσε να εξυπηρετηθεί. Στο τηλέφωνο έκλεινε τραπέζι στον Μαραβέγια ή τον Χατζηγιάννη. Συζητούσε με την συνάδελφο για την καινούρια συνοικιακή καφετέρια με τους καναπέδες και το brunch. Αρχειοθετούσε και αρχειοθετούνταν. Τα μάτια πίσω απ’ τα γυαλιά κρύφτηκαν, βούλιαξαν, τα δάχτυλα δεν ήταν πια μακριά, το χαμόγελο δεν ήταν σβηστό ήταν φορετό.

Τι ζητάμε από έναν άνθρωπο για να τον δούμε όμορφο. Να μην μοιάζει, να μην στέκεται στην πεπατημένη, να μην κόβει τις άκρες του για να χωρέσει στο πλαίσιο. Να μην βουλιάξει. Να μην ακούγεται η φωνή του σαν του συναδέλφου στο αριστερό γραφείο, να μην φαίνεται το χαμόγελό του σαν του συναδέλφου στο δεξιό γραφείο. Η ομορφιά καταργείται από μια απόφαση, που δεν πάρθηκε ποτέ στ’ αλήθεια, αλλά είχε τις πιο μη αναστρέψιμες συνέπειες . Η απόφαση να συμμετέχεις στη συλλογική παράνοια, να κάνεις τη δουλειά σου, να βγεις για ποτό και να πας για ύπνο. Η ροή των πραγμάτων σε πήρε και σε σήκωσε και ξυπνάς μια μέρα και να που όντως δεν φυτρώνει λουλούδι στην άσφαλτο, δεν παίζει μουσική η κατσαρόλα, δεν υπάρχει έρωτας στο room to let.

Από κει και πέρα δεν υπάρχει ομορφιά, μόνο η δικαίωση της συμπόρευσης με την «κοινή λογική».

 *

φωτογραφία (18)

Τους είδα. Ανάμεσα σε καμιά δεκαριά ανθρώπους. Χαμογελάνε, πάει ο ένας να ανοίξει το στόμα, δεν έχει λέξη. Δεν είναι αμηχανία, είναι που δεν μπορείς να πεις κάτι , γιατί δεν όλα μοιάζουν άκαιρα ή εντελώς άσχετα. Τα τυπικά δεν έχουν νόημα. Θες να πηδήξεις πέντε ώρες συζήτησης και τρεις ώρες αλκοόλ και να βρεθείς κατευθείαν εκεί. Στο μέρος που πάνε οι άνθρωποι για να συναντηθούν. Πλησίασε μια δυο φορές ο ένας τον άλλο, πήγαν κάτι να πουν, δεν είπαν τίποτα, είπαν μισή πρόταση.

Δεν είναι μόνο ερωτικό το θέμα. Γνωρίζεις κάποιον που έγραψε αυτό το συγκεκριμένο κάτι και δεν ξέρεις τι να πεις. Τι να σου κάνουν κι οι λέξεις οι κακόμοιρες που έχουν αρχή μέση και τέλος, που έχουν σειρά και κανόνες; Πώς να μεταφέρεις το απλό καθαρό αίσθημα κι ένα κομμάτι του νοήματος; Θες απλά να απλώσεις το χέρι και να δώσεις σε έναν άνθρωπο λίγη ατόφια συγκίνηση. Να μπορούσες να τη στερεοποιήσεις, να την κάνεις πράγμα, με γωνίες μυρωδιά και βάρος. Να την κρατήσεις στα χέρια και να την παραδόσεις με κάθε έλλειψη επισημότητας σ’ ένα πρόσωπο.

Δεν ξέρω ακριβώς τι να σου πω, με ταράζεις που σε βλέπω δέκα άτομα μακριά, να, πάρε αυτό το πράγμα. Είναι το αίσθημά μου.

Δεν ξέρω ακριβώς τι να σου πω, διάβασα κάποτε εκείνη την κουβέντα, με τάραξες, να, πάρε αυτό το πράγμα. Είναι το αίσθημά μου.

Τους είδα. Ανάμεσα σε καμιά δεκαριά ανθρώπους. Χαμογελάνε, πάει ο ένας να ανοίξει το στόμα, δεν έχει λέξη. Μην ανησυχείτε, δεν έχετε να πείτε τίποτα, γιατί είναι τέτοια η περίπτωσή σας. Θα πρέπει να συνεννοηθείτε αλλιώς, χωρίς λόγια, με βλέμματα, μάτια, γέλια, τσουγκρίσματα, φιλιά. Ποιος ξέρει; Να βρείτε τρόπο.

*

φωτογραφία (17)

Εσύ θα το είχες γράψει καλύτερα.

Μια κάρτα είναι μωρέ πως κάνεις έτσι. Μια κάρτα είναι. Μα είναι δυνατόν να θες να βάλεις σε τρεις γραμμές όλη την αγάπη και  όλο το μίσος για τον κόσμο; Πώς να τακτοποιήσεις τη σκέψη σου έτσι;

Εντωμεταξύ έξω δεν έχει σταματήσει να βρέχει.

Στο είπα, εσύ θα το είχες γράψει καλύτερα. Εγώ πια ξέρω μόνο να λαϊκίζω και να μιλάω με συνθήματα. Έχω χάσει τις λέξεις μου και ο κόσμος μου ξινίζει.

Χρειάζεσαι μια νίκη.

Χρειάζομαι λίγο οξυγόνο, λίγη επιμονή, ένα μακρινό ταξίδι και δυο ανθρώπους που να πιστεύουν σε κάτι περισσότερο απ’ το εφικτό.

Δοκίμασε ρε παιδί μου, δοκίμασε σου λέω. Μια κάρτα είναι.

Γεια σας.

Ο Χ. έκανε ένα γιο, του έδωσε το όνομα του πατέρα του. Βάζουμε κονιάκ και γελάμε. Μας έστειλε βίντεο από την Ολλανδία, πως αλλάζει τον μικρό. Η δουλειά είναι καλή και οι γείτονες ωραίοι τύποι. Οι Σύριοι είναι ακόμη στην πλατεία. Απ’ ότι φαίνεται ετοιμάζονται να τους διώξουν, χαλάνε το γιορτινό κλίμα. Γενικά, δεν φαίνεται να μπορεί να βρεθεί λύση γι’ αυτούς. Είναι οριστικό.

Καλές γιορτές.

Σας στέλνουμε φιλιά.

Αγάπη σε σας και επίθεση στον κόσμο.

2 σχόλια

Filed under ασυναρτησίες

καλά και συγκινητικά

Το ζευγάρι, 65 με 70, κάθεται στο πιο άβολο τραπέζι του μαγαζιού. Τρώνε και πίνουν και στο ενδιάμεσο ψιθυρίζουν μεταξύ τους. Κάποια στιγμή ο άντρας σηκώνεται και χορεύει ένα ζεϊμπέκικο. Η γυναίκα δεν κουνιέται καθόλου απ’ τη θέση, βαράει παλαμάκια με ένα τόσο ήρεμο τρόπο που, αν μπορούσαν όλα απότομα να σιγήσουν, ίσως να καταλάβαινες ότι δεν βγάζουν καθόλου ήχο. Άηχα παλαμάκια, ωραία, ρυθμικά, χαμογελαστά.

Τους κοιτάζω και δεν ξέρω αν πρέπει να δω ομορφιά ή στερεότυπο. Η ατμόσφαιρα είναι ωραία, στο ίδιο μαγαζί μετά από καιρό, η ρακί έχει γλυκιά γεύση χωρίς να είναι γλυκιά η ίδια, τα τραγουδάκια μπερδεύονται με τη νύχτα και τις μικροδιαφωνίες των θαμώνων, δεν υπάρχουν μικρόφωνα και ηχεία. Το τραγούδι χάνει 17 με 21% της συγκίνησης κάθε φορά που λέγεται από μικροφώνου, δείχνει μια πρόσφατη έρευνα του προσωπικού πανεπιστημίου των δικών μου αναμνήσεων.

Είναι συγκινητικά όλα αυτά, οπότε πατάω το κουμπί ομορφιά. Το ζευγάρι είναι αγαπημένο, τόσα χρόνια ψιθυρίζουν ο ένας στον άλλο προστυχόλογα, σχόλια και τρυφερούς αφορισμούς. Τα παλαμάκια δεν βγάζουν ήχο γιατί δεν χρειάζεται, τα χέρια τους ενώνονται καθώς αυτός τα τεντώνει προς το άπειρο στριφογυρίζοντας και αυτή τα απομακρύνει για να πάρουν φόρα μέχρι το επόμενο βουβό κλαπ. Όλα είναι καλά και συγκινητικά, τόσο καλά και συγκινητικά, που βγαίνω έξω απ’ το μαγαζί, ψάχνω τράπεζα να βγάλω λεφτά, τίποτα να μη σταθεί εμπόδιο στο θα πιούμε όσο θέλουμε. Όσο θέλουμε στη γλώσσα της κυριακής μεσημέρι, σημαίνει όσο αντέχουμε.

Όλα είναι καλά και συγκινητικά. Περπατάω στην οδό Ιουλιανού, να βρω τράπεζα να γυρίσω γρήγορα, άραγε τώρα ποιό τραγούδι χάνω; Κοιτάζω μέχρι όσο φτάνει το βλέμμα, τράπεζα δεν φαίνεται. Φαίνεται όμως απέναντι, ένα σύνθημα στον τοίχο και δίπλα το φωτάκι ανοιχτό. Κυριακή 4 το μεσημέρι, όλα είναι καλά και συγκινητικά και το φως είναι ανοιχτό.

φωτογραφία (15)

Τί ψιθυρίζει ο ένας στον άλλο ενώ ο στίχος λέει «και μες την νύχτα χάνονται |
αργά τα βήματα σου». Τί σκέφτεται η γυναίκα την ώρα που ρίχνει τα βουβά κλαπ. Τί σκέφτεται ο άντρας καθώς το τεντωμένο του χέρι περνάει ελάχιστα πάνω απ’ το κεφάλι του μπουζουξή. Τι σκέφτεται αυτός που γράφει με το σπρέι ΞΕΦΤΙΛΕΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΣ δίπλα στο αναμμένο φωτάκι. Τι σκέφτεται η γυναίκα που κατεβαίνει τα τρία σκαλάκια και το βλέμμα της πέφτει υπό το αναμμένο φωτάκι στη φράση ΞΕΦΤΙΛΕΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΣ.

*

Ποιος ξέρει τι σκέφτεται ο καθένας και εντωμεταξύ ενάμιση μήνα πριν, Σεπτέμβριος ωραίος σαν τραγούδι χωρίς ρεύμα, ο τουρίστας ανεβαίνει στο κατάστρωμα, στέκεται στο τελευταίο σκαλί και του ξεφεύγει ένα «oh, that’s nice». Τι σκέφτεται ο άνθρωπος που ανεβαίνει στα 40 του πρώτη φορά σε καράβι, πάνω απ’ το κεφάλι του ο απογευματινός ήλιος, γύρω του η θάλασσα, μπροστά του άσπρη κουπαστή και ξεφτισμένα κόκκινα σωσίβια. Κοιτάει σα χαζός γύρω γύρω, έχει κόψει την κίνηση, η γυναίκα του τον σπρώχνει.

Ζήλεψα την ιδέα της πρώτης φοράς στο κατάστρωμα και ζηλεύω την ιδέα του καταστρώματος γενικά. Αλλά και το κατάστρωμα. καλό και συγκινητικό όσο κι αν είναι, οδεύει προς την αυτοκατάργησή του. Οι ντόπιοι δε λένε «oh that’s nice», λένε τι ώρα έχει το γρήγορο, τι ώρα έχει το σουπερφαστ, το χάισπιντ, αυτό με τις θέσεις αεροπλάνου, με το a/c, με το παράθυρο που δεν ανοιγοκλείνει γιατί δεν είναι παράθυρο είναι τζάμι, έχει διαφορά, άλλο παράθυρο άλλο τζάμι. Απ’ το παράθυρο κοιτάς, το τζάμι επέχει θέση τοίχου. Το βλέπεις που κάθονται όλοι οι ταξιδιώτες στριμωγμένοι στα τραπεζάκια των γκούντις και των ανάλογων εσωτερικών σαλονιών. Έξω είναι κάτι φαντάροι που ταξιδεύουν μόνοι, κάτι παρέες πιτσιρικιών που καπνίζουν ή παίζουν χαρτιά, μετανάστες ή τίποτα νεαροί τουρίστες.

Ίσως είναι καλύτερο έτσι, ίσως έτσι, μέσα στο πλοίο στις θέσεις λεωφορείου με το a/c και τις τηλεοράσεις να παίζουν σε απόσταση λίγων μέτρων όλα τα κανάλια, ίσως να είναι καλύτερα. Ίσως έτσι να είναι καλά και συγκινητικά. Γιατί αν είσαι έξω στο κατάστρωμα, χτυπημένος από ήλιο και αέρα και ένα εκατομμύριο σκέψεις που προκαλούνται αυτομάτως απ’ την έλλειψη ορίου στο βλέμμα, αν είσαι έξω, λέω, πού ξέρεις αν θα δεις εκεί, μέσα στο συγκινητικό του όλου πράγματος, κανένα πτώμα να επιπλέει στα ανοιχτά. Που ξέρεις πως θα αντιδράσει η τουριστική, η διακοπεύουσα εκδοχή του εαυτού σου στη θέα ενός πτώματος, όσο μελαμψό κι αν είναι αυτό.

*

Ποιος ξέρει τι σκέφτεται ο ξένος τουρίστας που πλέει προς το ξενοδοχείο και την πανάκριβη κατεψυγμένη άγευστη χωριάτικη, ποιος ξέρει τι σκέφτεται ο ντόπιος τουρίστας που πλέει στα ίδια νερά με τα θύματα της πολιτικής του επιλογής και εντωμεταξύ όλα αυτά, απ’ την Ιουλιανού στο κατάστρωμα, γυρνάνε στο μυαλό μου στη διαδρομή του Μετρό, Συγγρού Φιξ – Πανεπιστήμιο και πάλι πίσω. Όλα είναι καλά και συγκινητικά. Όλα είναι εδώ και μοιράζουν εναλλάξ χαστούκια και πατ πατ.  Θάλασσες, γλάροι, χαϊσπίντ IV, μπουζούκια, τα φωτάκια του studio απέναντι και τα φωτάκια των νησιών απέναντι, ο τουρίστας που πάτησε πρώτη φορά κατάστρωμα και η γυναίκα που κατέβηκε για χιλιοστή φορά τα σκαλάκια κάτω από το ανοιχτό 24 ώρες το 24ωρο φωτάκι.

*

«I was going to die, sooner or later, whether or not I had even spoken myself. My silences had not protected me. Your silences will not protect you…. What are the words you do not yet have? What are the tyrannies you swallow day by day and attempt to make your own, until you will sicken and die of them, still in silence? We have been socialized to respect fear more than our own need for language.»

Audre Lorde

*

Βρέθηκα τελευταία να γράφω καθισμένος σε ένα τραπεζάκι ανάμεσα σε φωνές, ιδέες και ποτήρια και παρόλο που κανείς σοβαρός άνθρωπος δε θέλει να γράφει και να αποσπάται, να διακόπτεται, να κόβεται, να του κουνάνε το λαπτοπ και να του τραβάνε το καλώδιο, ξαφνικά ένιωσα ότι με ενδιαφέρει περισσότερο να πατάω τα πλήκτρα με παρέα. Γράφω συλλογικά και υπάρχω ως παρέα, οπότε οι λέξεις μου βρίσκουν το δρόμο τους για εκεί       ( thecricket.gr ), συχνά, με περισσότερη χαρά και ικανοποίηση. Τίποτα δεν είναι καλό, αλλά πολλά είναι συγκινητικά.

Ο στίχος χωρίς ρεύμα, μικρόφωνο, καλώδιο, χωρίς οτιδήποτε φτιαχτό επιμένει να μας συναντάει «και μες την νύχτα χάνονται |αργά τα βήματα σου». Τραγουδάει ένα κορίτσι απ’ την παρέα και εμείς βαράμε παλαμάκια. Όσα ντεσιμπέλ έχει ο καθένας τα καταθέτει στο κοινό τραπέζι. Είναι Κυριακή απόγευμα κι είμαστε, για σήμερα, τυχεροί.

4 σχόλια

Filed under ασυναρτησίες