σκόρδα, πάθη, σκρατς

1.

Καθώς βγάζω το σκύλο βόλτα περνάμε μέσα από τη λαϊκή. Είναι πρωί, ο κόσμος ακόμη δεν είναι πολύς. Στη γωνία ακριβώς απέναντι απ’ την αρχή της λαϊκής, ένας μάλλον μικρός πάγκος. Σκόρδα καλά τακτοποιημένα σε μικρά διχτάκια και χαρτιά κουζίνας. Ένας πιτσιρικάς, 12 με 14 χρονών ανεβάζει το τελευταίο ρολό στο καθορισμένο σημείο. Δίπλα του ένας κύριος, μάλλον ο πατέρας του. Του λέει, «πετάγομαι μια στιγμή μέχρι το αυτοκίνητο να το πάρω κι έρχομαι. Θα ‘σαι οκ;». Ναι λέει το πιτσιρίκι και κάνει ο πατέρας να φύγει αλλά κοντοστέκεται. Γυρνάει, το πλησιάζει και του κουμπώνει το μπουφάν μέχρι πάνω. «Κάνει κρύο» λέει κι απομακρύνεται. Το πιτσιρίκι με το μπουφάν τέλεια κλεισμένο και ανεβασμένη την κουκούλα στέκεται πίσω από τον πάγκο και περιμένει πελάτες.

Λίγο παραπέρα, στην άλλη γωνία του τετραγώνου, υπάρχει ένα σχολείο. Βλέπω τα παιδιά που τρέχουν στην αυλή, πρέπει να έχουν διάλειμμα. Μια γυναίκα, με ένα πολύ κομψό παλτό και ασορτί τσάντα, πλησιάζει στα κάγκελα. «Πέτρο» φωνάζει γλυκά. Ο Πέτρος έρχεται φωνάζοντας «η μαμά μου». Η μαμά του, του εξηγεί ότι πάει μέχρι το σούπερ μάρκετ, ο Πέτρος αντιδρά γιατί της έχει πει ότι είναι καλύτερος ο βασιλόπουλος από το καρφούρ, αυτή γελάει με το σχόλιο και αμέσως παρατηρεί ότι ο Πέτρος τρέχει στην αυλή στο διάλειμμα χωρίς μπουφάν. Του το λέει, έχει κρύο, είναι δυνατόν να μη φοράει το μπουφάν, αλλά ο Πέτρος γελάει, γελάει κι αυτή, τον χαιρετάει και ο Πέτρος συνεχίζει το τρέξιμο.

Όλα αυτά ενώ είναι Παρασκευή, που θα πει καθημερινή, και τα δύο συνομήλικα (πάνω κάτω) παιδιά ακούνε ότι κάνει κρύο και θα πρέπει να φοράνε τα μπουφάν τους και μάλιστα κουμπωμένα. Το ένα παιδί είναι στον πάγκο με τα σκόρδα και τα χαρτιά κουζίνας και φοράει την κουκούλα, το άλλο τρέχει στην αυλή, παίζει μπάλα, γελάει, προτιμά το βασιλόπουλο.

Ο λαϊκιστής σκηνοθέτης που κατοικεί πίσω απ’ τα μάτια μου παίζει με τις εξής εκδοχές:

α) ίδια είναι η αγάπη, ίδια κι απαράλλαχτη. Ο λαϊκατζής που δουλεύει με το μικρό του γιο και η κυρία που περνάει έξω απ’ το σχολείο με το κέφι της είναι δυο στάλες απ’ το ίδιο κρασί. Και οι δύο για το μπουφάν μιλάνε και οι δύο για το κρύο μιλάνε και οι δύο με την ίδια κίνηση έρχονται στο πρωινό της Παρασκευής. Χαμηλώνουν λίγο το κορμί τους, πιάνουν τις άκρες του μπουφάν, τις φέρνουν κοντά και ζεσταίνουν τα παιδιά τους. Και οι δυο προσεύχονται στο ίδιο άγιο φερμουαράκι.

β) καθόλου ίδια δεν είναι η αγάπη, η ζωή, η πραγματικότητα και το πρωινό της Παρασκευής. Στον ένα κόσμο κάποιος περνάει καλά με τους συνομηλίκους σε μια αυλή, αντιγράφοντας τον Μέσι και ξέρει τη διαφορά των σούπερ μάρκετ και ποιο έχει μεγαλύτερη ποικιλία αλλαντικών και ποιος ξέρει τι άλλο και κάνει χιούμορ με τη μάνα του. Στον άλλο κόσμο κάποιος τακτοποιεί σκόρδα σε διχτάκια, τα τοποθετεί σε ένα ξύλινο πάγκο, τα πουλάει, περιμένει τον πατέρα του να γυρίσει από το αυτοκίνητο, είναι καθημερινή και δεν έχει σχολείο, βλέπει εμένα με το σκύλο που πάμε αμέριμνοι την πρωινή μας βόλτα πίσω απ’ τα παλτά  μας και δεν ξέρει αν κρυώνει ή δουλεύει ή τραγουδάει έτσι είναι η ζωή και πώς να την αλλάξεις.

IMG_1651

2.

Τα πρωτοσέλιδα υπογραμμίζουν ότι ο λαός διαπραγματεύεται, ο λαός στηρίζει, ο λαός ανησυχεί, ο λαός φοβάται, ο λαός ενώνεται και ο λαός διχάζεται. Διαβάζεις με πλήρη αδιαφορία τα ρεπορτάζ και τις δημοσκοπήσεις και δεν καταλαβαίνεις τίποτα, απλά καταναλώνεις νούμερα, ποσοστά και την ιδέα του καθενός για το πού πάει το πράγμα και το «τι πιστεύει ο κόσμος». Τυχαίνει όμως Κυριακή μεσάνυχτα να συναντηθείς με ένα κομμάτι της κοινής γνώμης έξω από τα επείγοντα του δημόσιου νοσοκομείου.

Η γριά στο φορείο με ορό και αναπνευστικό σωληνάκι κουτουλάει σε πόρτες και τοίχους καθώς μεταφέρεται. Έχει ένα τεράστιο μπαλόνι (απλό κόκκινο ή μίκυ, οι λεπτομέρειες είναι προς διερεύνηση) κάτω απ’ το στήθος. Δεν έχω ξαναδεί άνθρωπο με τέτοιο φουσκωμένο θώρακα, αλλά βέβαια δεν συχνάζω στα νοσοκομεία. Μόλις συνέρχεται λίγο, η κόρη της, της ανακοινώνει ότι περιμένουν κάποιες επιπλέον εξετάσεις, και απόψε θα μείνει μέσα «για παρακολούθηση». Ύστερα προσπαθεί κάπως να βολευτεί καλύτερα στο δωμάτιο αναμονής και μιλάει κάποια στιγμή μόνο για να πει «πωπωπω, τα πάθη του χριστού περνάω». Και ιδού ένας τρόπος να έρχεσαι σε επαφή με τέτοια θέματα, πέρα απ’ τη συζήτηση για το χωρισμό κράτους εκκλησίας, τους παπάδες, τις φωτογραφίες μικρού ξωκλησιού κρεμασμένου πάνω απ’ τη θάλασσα και όλα τα σχετικά. Όταν δεν προσεγγίζουμε τα ζητήματα πολιτικά, σκεφτόμαστε με καρτ ποστάλ, αυτό είναι γνωστό εδώ και χρόνια. Η γριά όμως δεν μπορεί αλλιώς να περιγράψει την κατάστασή της, δεν μπορεί αλλιώς να αφηγηθεί το βάσανό της (που διαβεβαιώνω έμοιαζε πελώριο), παρά μπορεί μόνο να πει «τα πάθη του χριστού περνάω». Και ο χριστός δεν είναι μόνο αγάπη και ελπίδα, είναι το καταφύγιο των λέξεων, το ύστατο βοήθημα μια περιγραφής που αλλιώς θα έμενε λειψή και δυσνόητη. Εκεί, στο Αλεξάνδρα, Κυριακή μεσάνυχτα, η γριά περνούσε τα πάθη του χριστού και όντως τα περνούσε και αν μπορείς έλα σε μένα τον τυχαίο διπλανό της αναμονής να μου δώσεις να το καταλάβω αλλιώς.

Παραπέρα άλλη γριά με κάτι σαν αυτοσχέδια γκλίτσα/μπαστούνι παλεύει κάθε τόσο να σηκωθεί απ’ την καρέκλα της αναμονής στηριζόμενη και με τα δύο χέρια σ’ αυτό. Ζορίζεται, αλλά δεν βαρυγκομάει.  Ο γιος της, ένας αλαφροΐσκιωτος, με πέντε δόντια, παραλλαγή αεροπορίας, σκουφί χωρητικότητας δυο κεφαλιών ακόμη τουλάχιστον, προσπαθεί να την ηρεμήσει, θα μας φωνάξουν, λέει, πού πας, αφού δεν μπορείς, έχεις το πόδι σου. «Ε, θα το σύρω και αυτό τι θα κάνει, θα περπατήσει» του απαντάει και όντως το σέρνει κι αυτό υπακούει, αντανακλαστικά θα έλεγες και περπατάει. Ο γιος δεν μπορεί να κάτσει σε ένα μέρος, μιλάει σε ένα κινητό το οποίο αδυνατώ να καταλάβω πόσο παλιό είναι, με κάποια θεία και όταν περνάει από δίπλα μου παρατηρώ ότι στην τσέπη της παραλλαγής έχει ένα χαρτί υγείας. Ακριβώς όπως στο στρατόπεδο, ήξερες πως  όλοι κυκλοφορούν με το κωλόχαρτο στην τσέπη, σχεδόν μόνιμα. Τα κωλόχαρτα στο στρατό είναι γι’ αυτό ακριβώς το λόγο πλακέ.

Αργότερα καταφτάνει μια γυναίκα, η οποία όπως συνηθίζεται θα τσακωθεί με σχεδόν όλους για τη σειρά. Είναι καπάτσα και το μάτι της παίζει. Θα θελήσει να περάσει τον γέρο της πρώτο, λόγω ηλικίας και «ανάγκης». Κάποιες φωνές, κάποια ντροπή, κάποιοι παρακολουθούν αμίλητοι. Η γυναίκα, γύρω στα πενήντα, ξανθιά, ψηλές μπότες, με κάτι σαν γούνα και διάφορα χρυσαφικά. Οι υπόλοιποι την μετράνε. Ήρθε απευθείας από κάποιο κωλόμπαρο που σύχναζε ο κωλόγερος ή πρόκειται για μια απ’ αυτές τις περιπτώσεις που παλιά φύλαγε τον γέρο και τώρα, τώρα ποιος ξέρει τι ακριβώς; Τα βλέμματα φυσικά έχουν αποφασίσει, η ίδια έχει τσακωθεί και έχει τακτοποιήσει τον γέρο της. Περιμένουν τα αποτελέσματα μόνοι τους σε ένα διπλανό δωμάτιο που έχει ένα μηχάνημα για υπέρηχους. Ο γέρος κάθεται στην καρέκλα κι αυτή έχει μισοξαπλώσει στο κρεβάτι. Ο γέρος την κοιτάζει και δε μιλάει. Σχεδόν θαυμάζει το θέαμα. Αυτή απλά ψάχνει κάτι στο κινητό της.

IMG_1652

3.

Τη βλέπω στην Αιόλου, κοντά στην Αγία Ειρήνη. Φοράει στενό τζιν, απ’ αυτά τα κάπως μεγάλα ημιαθλητικά παπούτσια, σκούρο παλτό και σκούφο. Είναι τραγουδίστρια βορειοευρωπαϊκής ιντι φολκ μπάντας, Γαλλίδα φοιτήτρια αρχιτεκτονικής, underground ηθοποιός που η ομορφιά της την καταδικάζει να φωτογραφηθεί σύντομα γυμνή στη lifo. Ή είναι κάποια που δεν μπορεί να περιγραφεί ακριβώς γιατί υποψιάζεσαι ότι κάνει κάποιο αλλόκοτο επάγγελμα που δεν έχεις ξανακούσει ή γιατί είναι σχεδόν σίγουρο ότι κατάγεται από πέντε διαφορετικά μέρη τουλάχιστον. Φτιάχνω σενάρια στο μυαλό μου και καθώς περπατάει, τη βλέπω να σταματάει απότομα και να γυρνάει στα δεξιά της. Ο λαχειοπώλης της λέει πονηρά «Σκρατς;» κι αυτή απαντάει με το πλέον ελπιδοφόρο βλέμμα «εννοείται». Τους προσπερνάω βιαστικά και αναρωτιέμαι.Άραγε να κέρδισε; Και τι είναι το σκρατς; Και ποιος ψωνίζει από τον υπαίθριο λαχειοπώλη;

Και πως θα χωρέσει η ζωή στο σχήμα που έχουμε για να την περιγράψουμε; Τα ετοιματζίδικα πλαίσια πάει χάλασαν κι άντε να βρεις εσύ τρόπο να μιλήσεις τον καιρό χωρίς να αδικήσεις και να μικρύνεις τους ανθρώπους και τα πάθη τους.

4 σχόλια

Filed under ασυναρτησίες

μικρά κατόπιν εορτών

Ψωνίζουμε απ’ αυτό το πετ σοπ τελευταία. Το έχουν δύο νέα παιδιά και το χαρακτηριστικό του μαγαζιού είναι η διαφορά στη μονάδα μέτρησης του χρόνου (ή μάλλον η διαφορά της αίσθησης του χρόνου) που ισχύει εντός και εκτός μαγαζιού. Εννοώ ότι τα παιδιά λειτουργούν αργά. Συζητούν με τον κανονικό ρυθμό, με τον ρυθμό που αν υπήρχε θα ήταν κανονικός. Παίρνουν ανάσες ανάμεσα στις προτάσεις, εξηγούν αναλυτικά, ψάχνουν τις σωστές λέξεις, ακούνε το συνομιλητή με προσοχή, απαντάνε σ’ αυτό που ρωτάς. Σου δίνουν χρόνο να αποφασίσεις. Αυτή ή την άλλη τροφή. Αυτή ή την άλλη πρωτεΐνη. Αυτό ή το άλλο ποσοστό κρέατος στην κροκέτα. Ο τρόπος του είναι εν μέρει ένα στέρεο κομμάτι ξεκούρασης που σου χαρίζεται καθώς μπαίνεις στο μικρό κατάστημα. Κλείνεις την πόρτα κι αφήνεις απ’ έξω όλη την υπόλοιπη πόλη. Από την άλλη, ο τρόπος τους είναι μια μαύρη τρύπα. Έρχεσαι από το άγχος του «από το πρωί είχα να κάνω τέσσερις δουλειές, έκανα τις δύο, νιώθω σα να έκανα οκτώ», βιάζεσαι χωρίς συγκεκριμένο λόγο ή ακριβώς γι’ αυτό, έχεις διπλοπαρκάρει ή έψαξες δέκα λεπτά για μια θέση με άπειρη μανούβρα, φτάνεις εκεί και ξαφνικά είναι σα να πέφτεις σε ένα τοίχο.

Η βραδύτητά τους, που τόσο εκτιμάς, μοιάζει με όπλο στραμμένο στο ανοιχτό στόμα σου. Η παραμικρή παύση νιώθεις ότι σε καθυστερεί ασύλληπτα, η λεπτομερής απάντηση στις ερωτήσεις νιώθεις ότι είναι αχρείαστη, η χειρονομία του έξτρα μικρού δώρου προτιμάς να απουσίαζε.

Οπότε το ερώτημα γεννιέται ξαφνικά μέσα σου, πόσο πολύ έχει φουντώσει η αρρώστια μέσα σου. Βιάζεσαι να προλάβεις τι; Μια όσο το δυνατόν μεγαλύτερη βουτιά στο κακό και το βάσανο; Ένα όσο το δυνατόν βαθύτερο γλίστρημα σε μια ταχύτητα που αφαιρεί από τα μέρη το όνομα και από τους ανθρώπους το σχήμα;

Την τελευταία φορά που πήγα στο πετ σοπ, παραμονή πρωτοχρονιάς, τρέχοντας και διπλοπαρκαρισμένος, ήταν σαν επίσκεψη σε γιατρό. Έφυγα έχοντας πάρει αντιβίωση, κούρα, τριήμερη επίσκεψη σε ιαματικά λουτρά. Μπήκα στο αυτοκίνητο σχεδόν άλλος, λες και ο τύπος εκεί μέσα με έγδυσε από το σκληρό και ψυχοφθόρο 2014 και με έστειλε σπίτι κάπως πιο έτοιμο για το επόμενο ζόρι.

Καμιά φορά σκέφτομαι έτσι είναι οι άνθρωποι που κατάφεραν ένα μέρος του ονείρου τους. Έφτιαξαν μαζί το πετ σοπ όπως το ονειρεύονταν, με τις συγκεκριμένες τροφές, λίγο πιο εναλλακτικές, λίγο πιο εκτός κυρίαρχου εμπορίου, κάθονται στο γραφείο τους και στα πόδια τους γουργουρίζουν γάτες, κάνουν δώρο σε πελάτες λιχουδιές για τα σκυλιά τους. Συνεπώς, ναι, η βραδύτητα (η παύση από το ασταμάτητο μπιτ της συλλογικής παράνοιας) είναι το δώρο τους. Που και που τη σκέψη μου γι’ αυτούς δηλητηριάζει η φράση χαλασμός των τελευταίων ετών: «είναι βιώσιμο;». Αδιαφορώ να πάρω απάντηση και ανταλλάζω την ερώτηση: «πόσο ζωντανοί είναι; Τι ακτινοβολούν;»

tumblr_nazotxtV5e1swze9do3_1280

*

Ο Κ. μου λέει μη γεμίζεις συνέχεια το ποτήρι σου. Δεν είναι εδώ το μέρος για τόσο ουίσκι. Μεγαλώσαμε πια. Χάριζε το μεθύσι σου σε λίγους. Δεν είναι όλα τα μέρη ίδια. Μην λειώνεις εδώ κι εκεί, με αυτόν ή τον άλλον. Το μεθύσι πια πρέπει να σε βρίσκει σε ζεστό, οικείο, δικό σου χώρο. Οι άλλοι γύρω πρέπει να είναι συμπότες και αγαπημένοι, όχι άσχετοι, ημιγνωστοί, παρέες, τρελαμένοι. Ο παλαβός εαυτός του αλκοόλ να μοιράζεται με φειδώ και μόνο σε όσους έχουν στόμα και δάχτυλα να τον χωρέσουν. Οι άλλοι να είναι προϊόν επιλογής και κοινής συγκίνησης, όχι αποτέλεσμα τύχης, ανάγκης ή συγκυρίας.

Ο Λ. μου ότι λέει όλο άδειο είναι το ποτήρι σου. Δεν έχει σημασία πια αν και που εκτίθεσαι. Όσο μεγαλώνεις το μόνο κοινό είναι ο εαυτός σου, θα κριθείς έτσι κι αλλιώς και δεν θα έχει σημασία. Δεν λέει να μην σε νοιάζει η εικόνα που σχηματίζουν οι άλλοι, λέει ότι η εικόνα, η έκθεση δεν υπάρχουν. Υπάρχει μόνο ο εαυτός μόνος μπροστά στον κόσμο και δεν υπάρχει δευτερόλεπτο για χάσιμο καθώς η σκηνή κάθε ώρα λιγοστεύει. Ότι παράσταση έχεις να δώσεις, δώστη. Βούτα τώρα κι όποιος καταλάβει, κατάλαβε.

*

Στο Βαρδάρη και στη Βάθη, στου Συγγρού και στου Ψειρή
οι καλύτεροί μου φίλοι λιώνουνε σαν το κερί

*

Καμιά φορά αναρωτιέμαι τι αξία στ’ αλήθεια έχουν τα λεφτά (ß τι φράση παναζίαμ, να ‘χε και λίγο μπουζουκάκι από πίσω, θα γινόμαστε).  Λένε διάφοροι ότι τα λεφτά είναι χειρότερα κι από σκατά, δεν σημαίνουν τίποτα. Το πλαίσιο όμως εντός του οποίου είμαστε καρφωμένοι αναγορεύει τα λεφτά – θέλοντας και μη – στο κυρίαρχο ζήτημα. Αν δεν έχεις, σχεδόν δεν μπορείς να είσαι. Η αφραγκία σκοτώνει πρώτα την αξιοπρέπεια. Δεν μπορείς, δεν πας, δεν κάνεις. Απ’ την άλλη, η επιβίωση είναι ένα διαρκές κυνήγι ενός κόκκαλου που σου κάθεται στο λαιμό. Η επιβίωση κατέστη το συνώνυμο μιας άθλιας εργασίας, ενός αγκομαχητού να βρεις τρόπο ύπαρξης μέσα στο διαρκή ζόφο και συνοψίζεται από το ανάποδο της επιθυμίας. Γλύψε, υπέμεινε, κάνε αυτό που δε θες. Τα τελευταία χρόνια κοιτάζω τη δουλειά μου. Πρέπει να δουλεύω περισσότερο για να κερδίζω λιγότερα. Ως απάντηση δουλεύω ακόμη λιγότερο για να κερδίζω ακόμη πιο λίγα. Η αντίδραση είναι ενστικτώδης. Η τεμπελιά μου επιχειρεί να με πιάσει απ’ τα μαλλιά καθώς ο αγώνας για επιβίωση μου κάνει πατητή στην κινούμενη άμμο. Ο αγώνας για επιβίωση δε ρωτάει τι θες, τι λες, τι κάνεις. Απαιτεί, εδώ και τώρα, αρπάζει απ’ το λαιμό, βάζει τελεσίγραφα κάθε πέντε λεπτά. Θα μας σκοτώσει ο αγώνας για επιβίωση. Από την άλλη η λέξη αφραγκία είναι δηλωτική της θέσης μας στον κόσμο κι αυτή η θέση είναι η θέση του προνομιούχου. Άλλοι άνθρωποι στη θέση της λέξης «αφραγκία», λένε «φτώχεια», «πείνα». Άλλοι άνθρωποι δεν κλαίνε απλώς το ενδεχόμενο του σινεμά ή του νυχτερινού μπαρ που λείπει. Η θέση μας στον κόσμο είναι περίεργη. Μας σπρώχνουν βιαίως όλο και πιο κάτω, αλλά από κάτω υπάρχει ένα χάος για το οποίο δυσκολευόμαστε να μιλήσουμε, πόσο μάλλον να το προσεγγίσουμε στ’ αλήθεια.

tumblr_nazotxtV5e1swze9do6_1280

*

(..) Μάνα δεν ξέρεις τον κακό καιρό που κάνει έξω

έξω απ’ το σπίτι σου η αρχαία μάχη μαίνεται στην τελευταία της

φάση.

Φτωχιά μου καίγεσαι πικραίνεσαι πονάς και περιμένεις

φυλακισμένη σε τανάλια σπαραχτικών ονείρων

που θέλουν να μας δουν σε θέση «κοινωνική» και καλοπαντρεμένους

στην εκκλησία στις επισκέψεις της ωραίας Κυριακής.

Όταν τυχαίνει να πετύχουμε κανένα μεροκάματο

εκεί που καθαρίζεις στην κουζίνα τις πατάτες μας

παραμιλάς απ’ τους μαυραγορίτες αγοράζεις

βέρες χρυσαφικά κιλίμια πιατικά σεντόνια

σαν ανοιξιάτικο λιβάδι αναστενάζεις

και λες τα χέρια σου σηκώνοντας προς το ταβάνι «Δόξα σοι ο Θεός»

Για κάτι τέτοια σ’ αποπαίρνουμε σε στέλνουμε στο διάολο

με δαγκωμένη την καρδιά σε σπρώχνουμε όπως

πόρτα παραθυρόφυλλο καρέκλα. Επιβάλλοντας

απότομα διαστήματα σιωπής ελπίζουμε

να μαχαιρώσουμε τον πόνο μας

κι αντί γι’ αυτόν εσένα μαχαιρώνουμε

με βάναυσες κι όμως στο βάθος συντριμμένες φράσεις

σου σπάμε τη μιλιά όπως σπάμε μουσική γλυκιά γυρίζοντας

το διακόπτη του ραδιοφώνου απότομα

μέσα στη μοναξιά

μ’ έξαλλο φέρσιμο σχεδόν απελπισμένο.

Μάνα εκείνο που λέμε απλώς καρδιά

Χρειάζεται όλου του κόσμου τον παλμό για να μπορεί

να πάλλει

στα μέτρα του μέλλοντος.(..)

Θ. Γκόρπας

*

Κι ύστερα τόσα και τόσα και τόσα ακόμη.

Το βιβλίο στο κομοδίνο, το μελομακάρονο στις δύο τη νύχτα, η γάτα που γουργουρίζει. Πόσα καραφάκια ρακές προλαβαίνουμε να πιούμε; Πόσους Jack White προλαβαίνουμε να κολλήσουμε σε πόσες Μπέλλου; Πόσους δεν προλαβαίνουμε να δούμε στο καφέ με τη φτηνή μπύρα και το ονειρικό Tullamore; Τι αποχαιρετάμε κάθε φορά που μεθάμε; Ποιος εαυτός θάβεται ζωντανός για λίγες ώρες; Σε τι υποτασσόμαστε όταν λέμε «έτσι είναι, δεν μπορεί να γίνει αλλιώς»;

Σκέφτομαι ότι η αγάπη για τις ασυναρτησίες ξεκινάει από την ιδέα ότι μπορώ να περιγράψω τη ζωή με σκισμένες φωτογραφίες, με παζλ ανθρώπων, με διάσπαρτα αστεία, με ξεχασμένα αξέχαστα βουνά και κλειστά πια παραθαλάσσια μπαρ.

Ψάχνω ένα παλιό ποστ ενός αγαπημένου βλόγερ να το τυπώσω να το βάλω στο κομοδίνο και του χρόνου να το σημειώσω στη λίστα με τα δέκα αγαπημένα μου βίβλία. Αλλά έχω χάσει τα bookmarks και η μνήμη δε με βοηθάει. Κάποτε αυτό το ποστ με είχε στείλει στο διάολο. Τώρα δεν υπάρχει πια πουθενά και το βλογ εκείνο έχει κατέβει.

υγ. οι εικόνες από εδώ

3 σχόλια

Filed under ασυναρτησίες

ένα στέρεο πράγμα

Την είδε πρώτη φορά πριν τρία χρόνια. Στη δημόσια υπηρεσία που τον έστελναν από τη δουλειά, αυτή είχε μόλις αρχίσει να δουλεύει. Στη μεγάλη αίθουσα του αρχείου, καθόταν στο τρίτο γραφείο στα αριστερά. Κάθε φορά που κοιτούσε νούμερα και γράμματα και το μάτι του περνούσε απ’ την αριστερή μεριά της αίθουσας, έκανε μια παύση. Η αναζήτηση του σωστού αρχείου σταματούσε, γιατί δεν μπορούσες να αναζητάς κάτι όταν το είχες ήδη βρει. Δέκα δεκαπέντε δευτερόλεπτα παύση και παρατήρηση. Η μάχη των δαχτύλων με το πληκτρολόγιο, ένα χαμόγελο απ’ το αστείο της διπλανής, μια απάντηση σ’ έναν άγνωστο που ζητούσε να εξυπηρετηθεί.

Την είδε πρώτη φορά πριν τρία χρόνια. Στη δημόσια υπηρεσία σε ένα γραφείο με τα γυαλάκια της και τα κασκολάκια της. Εκεί που πάνε οι ιδέες για να πεθάνουν. Στο βασίλειο της ανίας των άχρηστων κανόνων (αν υπάρχουν κι άλλου είδους είναι έτσι κι αλλιώς συζητήσιμο). Εκείνη επέμενε. Κατέβα στην κόλαση που παγώνουν τα πάντα, στο μηδέν που στεγνώνει ακόμη κι ο ιδρώτας, στο κενό που όλα αιωρούνται και τίποτα δεν κινείται. Εκεί ήταν κι όμως εκείνη επέμενε. Επέμενε με τα δάχτυλά της, με το σβηστό χαμόγελο, με τα μαύρα γυαλιά της. Φυσικά και γίνεται να φυτρώσει λουλούδι στην άσφαλτο, φυσικά και γίνεται να βγει μουσική από την κατσαρόλα, φυσικά και μπορεί να ζήσει έρωτας σε ένα άθλιο room to let βγαλμένο από κακή φωτοτυπία, φυσικά και γίνεται αυτό που δεν μπορείς να φανταστείς ότι μπορεί να γίνει. Εκείνη επέμενε και η ύπαρξή της ήταν η πιο χειροπιαστή απόδειξη ότι μπορείς να αντισταθείς στα πάντα. Ακόμη και στην κατάρρευση του τοπίου και της ζωής που συμβαίνει στο χώρο της δουλειάς.

Μετά από τρία χρόνια διαρκώς πήγαινε έλα, αυτοκίνητο κίνηση, δοκιμές με το λεωφορείο, μετακίνηση με βιβλίο, μετακίνηση με ακουστικά, εκείνη παρέμενε εκεί. Στο τρίτο γραφείο στ’ αριστερά.

Τώρα την είχε ρουφήξει το πληκτρολόγιο, το αστείο της διπλανής, ο άγνωστος που ζητούσε να εξυπηρετηθεί. Στο τηλέφωνο έκλεινε τραπέζι στον Μαραβέγια ή τον Χατζηγιάννη. Συζητούσε με την συνάδελφο για την καινούρια συνοικιακή καφετέρια με τους καναπέδες και το brunch. Αρχειοθετούσε και αρχειοθετούνταν. Τα μάτια πίσω απ’ τα γυαλιά κρύφτηκαν, βούλιαξαν, τα δάχτυλα δεν ήταν πια μακριά, το χαμόγελο δεν ήταν σβηστό ήταν φορετό.

Τι ζητάμε από έναν άνθρωπο για να τον δούμε όμορφο. Να μην μοιάζει, να μην στέκεται στην πεπατημένη, να μην κόβει τις άκρες του για να χωρέσει στο πλαίσιο. Να μην βουλιάξει. Να μην ακούγεται η φωνή του σαν του συναδέλφου στο αριστερό γραφείο, να μην φαίνεται το χαμόγελό του σαν του συναδέλφου στο δεξιό γραφείο. Η ομορφιά καταργείται από μια απόφαση, που δεν πάρθηκε ποτέ στ’ αλήθεια, αλλά είχε τις πιο μη αναστρέψιμες συνέπειες . Η απόφαση να συμμετέχεις στη συλλογική παράνοια, να κάνεις τη δουλειά σου, να βγεις για ποτό και να πας για ύπνο. Η ροή των πραγμάτων σε πήρε και σε σήκωσε και ξυπνάς μια μέρα και να που όντως δεν φυτρώνει λουλούδι στην άσφαλτο, δεν παίζει μουσική η κατσαρόλα, δεν υπάρχει έρωτας στο room to let.

Από κει και πέρα δεν υπάρχει ομορφιά, μόνο η δικαίωση της συμπόρευσης με την «κοινή λογική».

 *

φωτογραφία (18)

Τους είδα. Ανάμεσα σε καμιά δεκαριά ανθρώπους. Χαμογελάνε, πάει ο ένας να ανοίξει το στόμα, δεν έχει λέξη. Δεν είναι αμηχανία, είναι που δεν μπορείς να πεις κάτι , γιατί δεν όλα μοιάζουν άκαιρα ή εντελώς άσχετα. Τα τυπικά δεν έχουν νόημα. Θες να πηδήξεις πέντε ώρες συζήτησης και τρεις ώρες αλκοόλ και να βρεθείς κατευθείαν εκεί. Στο μέρος που πάνε οι άνθρωποι για να συναντηθούν. Πλησίασε μια δυο φορές ο ένας τον άλλο, πήγαν κάτι να πουν, δεν είπαν τίποτα, είπαν μισή πρόταση.

Δεν είναι μόνο ερωτικό το θέμα. Γνωρίζεις κάποιον που έγραψε αυτό το συγκεκριμένο κάτι και δεν ξέρεις τι να πεις. Τι να σου κάνουν κι οι λέξεις οι κακόμοιρες που έχουν αρχή μέση και τέλος, που έχουν σειρά και κανόνες; Πώς να μεταφέρεις το απλό καθαρό αίσθημα κι ένα κομμάτι του νοήματος; Θες απλά να απλώσεις το χέρι και να δώσεις σε έναν άνθρωπο λίγη ατόφια συγκίνηση. Να μπορούσες να τη στερεοποιήσεις, να την κάνεις πράγμα, με γωνίες μυρωδιά και βάρος. Να την κρατήσεις στα χέρια και να την παραδόσεις με κάθε έλλειψη επισημότητας σ’ ένα πρόσωπο.

Δεν ξέρω ακριβώς τι να σου πω, με ταράζεις που σε βλέπω δέκα άτομα μακριά, να, πάρε αυτό το πράγμα. Είναι το αίσθημά μου.

Δεν ξέρω ακριβώς τι να σου πω, διάβασα κάποτε εκείνη την κουβέντα, με τάραξες, να, πάρε αυτό το πράγμα. Είναι το αίσθημά μου.

Τους είδα. Ανάμεσα σε καμιά δεκαριά ανθρώπους. Χαμογελάνε, πάει ο ένας να ανοίξει το στόμα, δεν έχει λέξη. Μην ανησυχείτε, δεν έχετε να πείτε τίποτα, γιατί είναι τέτοια η περίπτωσή σας. Θα πρέπει να συνεννοηθείτε αλλιώς, χωρίς λόγια, με βλέμματα, μάτια, γέλια, τσουγκρίσματα, φιλιά. Ποιος ξέρει; Να βρείτε τρόπο.

*

φωτογραφία (17)

Εσύ θα το είχες γράψει καλύτερα.

Μια κάρτα είναι μωρέ πως κάνεις έτσι. Μια κάρτα είναι. Μα είναι δυνατόν να θες να βάλεις σε τρεις γραμμές όλη την αγάπη και  όλο το μίσος για τον κόσμο; Πώς να τακτοποιήσεις τη σκέψη σου έτσι;

Εντωμεταξύ έξω δεν έχει σταματήσει να βρέχει.

Στο είπα, εσύ θα το είχες γράψει καλύτερα. Εγώ πια ξέρω μόνο να λαϊκίζω και να μιλάω με συνθήματα. Έχω χάσει τις λέξεις μου και ο κόσμος μου ξινίζει.

Χρειάζεσαι μια νίκη.

Χρειάζομαι λίγο οξυγόνο, λίγη επιμονή, ένα μακρινό ταξίδι και δυο ανθρώπους που να πιστεύουν σε κάτι περισσότερο απ’ το εφικτό.

Δοκίμασε ρε παιδί μου, δοκίμασε σου λέω. Μια κάρτα είναι.

Γεια σας.

Ο Χ. έκανε ένα γιο, του έδωσε το όνομα του πατέρα του. Βάζουμε κονιάκ και γελάμε. Μας έστειλε βίντεο από την Ολλανδία, πως αλλάζει τον μικρό. Η δουλειά είναι καλή και οι γείτονες ωραίοι τύποι. Οι Σύριοι είναι ακόμη στην πλατεία. Απ’ ότι φαίνεται ετοιμάζονται να τους διώξουν, χαλάνε το γιορτινό κλίμα. Γενικά, δεν φαίνεται να μπορεί να βρεθεί λύση γι’ αυτούς. Είναι οριστικό.

Καλές γιορτές.

Σας στέλνουμε φιλιά.

Αγάπη σε σας και επίθεση στον κόσμο.

2 σχόλια

Filed under ασυναρτησίες

καλά και συγκινητικά

Το ζευγάρι, 65 με 70, κάθεται στο πιο άβολο τραπέζι του μαγαζιού. Τρώνε και πίνουν και στο ενδιάμεσο ψιθυρίζουν μεταξύ τους. Κάποια στιγμή ο άντρας σηκώνεται και χορεύει ένα ζεϊμπέκικο. Η γυναίκα δεν κουνιέται καθόλου απ’ τη θέση, βαράει παλαμάκια με ένα τόσο ήρεμο τρόπο που, αν μπορούσαν όλα απότομα να σιγήσουν, ίσως να καταλάβαινες ότι δεν βγάζουν καθόλου ήχο. Άηχα παλαμάκια, ωραία, ρυθμικά, χαμογελαστά.

Τους κοιτάζω και δεν ξέρω αν πρέπει να δω ομορφιά ή στερεότυπο. Η ατμόσφαιρα είναι ωραία, στο ίδιο μαγαζί μετά από καιρό, η ρακί έχει γλυκιά γεύση χωρίς να είναι γλυκιά η ίδια, τα τραγουδάκια μπερδεύονται με τη νύχτα και τις μικροδιαφωνίες των θαμώνων, δεν υπάρχουν μικρόφωνα και ηχεία. Το τραγούδι χάνει 17 με 21% της συγκίνησης κάθε φορά που λέγεται από μικροφώνου, δείχνει μια πρόσφατη έρευνα του προσωπικού πανεπιστημίου των δικών μου αναμνήσεων.

Είναι συγκινητικά όλα αυτά, οπότε πατάω το κουμπί ομορφιά. Το ζευγάρι είναι αγαπημένο, τόσα χρόνια ψιθυρίζουν ο ένας στον άλλο προστυχόλογα, σχόλια και τρυφερούς αφορισμούς. Τα παλαμάκια δεν βγάζουν ήχο γιατί δεν χρειάζεται, τα χέρια τους ενώνονται καθώς αυτός τα τεντώνει προς το άπειρο στριφογυρίζοντας και αυτή τα απομακρύνει για να πάρουν φόρα μέχρι το επόμενο βουβό κλαπ. Όλα είναι καλά και συγκινητικά, τόσο καλά και συγκινητικά, που βγαίνω έξω απ’ το μαγαζί, ψάχνω τράπεζα να βγάλω λεφτά, τίποτα να μη σταθεί εμπόδιο στο θα πιούμε όσο θέλουμε. Όσο θέλουμε στη γλώσσα της κυριακής μεσημέρι, σημαίνει όσο αντέχουμε.

Όλα είναι καλά και συγκινητικά. Περπατάω στην οδό Ιουλιανού, να βρω τράπεζα να γυρίσω γρήγορα, άραγε τώρα ποιό τραγούδι χάνω; Κοιτάζω μέχρι όσο φτάνει το βλέμμα, τράπεζα δεν φαίνεται. Φαίνεται όμως απέναντι, ένα σύνθημα στον τοίχο και δίπλα το φωτάκι ανοιχτό. Κυριακή 4 το μεσημέρι, όλα είναι καλά και συγκινητικά και το φως είναι ανοιχτό.

φωτογραφία (15)

Τί ψιθυρίζει ο ένας στον άλλο ενώ ο στίχος λέει «και μες την νύχτα χάνονται |
αργά τα βήματα σου». Τί σκέφτεται η γυναίκα την ώρα που ρίχνει τα βουβά κλαπ. Τί σκέφτεται ο άντρας καθώς το τεντωμένο του χέρι περνάει ελάχιστα πάνω απ’ το κεφάλι του μπουζουξή. Τι σκέφτεται αυτός που γράφει με το σπρέι ΞΕΦΤΙΛΕΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΣ δίπλα στο αναμμένο φωτάκι. Τι σκέφτεται η γυναίκα που κατεβαίνει τα τρία σκαλάκια και το βλέμμα της πέφτει υπό το αναμμένο φωτάκι στη φράση ΞΕΦΤΙΛΕΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΣ.

*

Ποιος ξέρει τι σκέφτεται ο καθένας και εντωμεταξύ ενάμιση μήνα πριν, Σεπτέμβριος ωραίος σαν τραγούδι χωρίς ρεύμα, ο τουρίστας ανεβαίνει στο κατάστρωμα, στέκεται στο τελευταίο σκαλί και του ξεφεύγει ένα «oh, that’s nice». Τι σκέφτεται ο άνθρωπος που ανεβαίνει στα 40 του πρώτη φορά σε καράβι, πάνω απ’ το κεφάλι του ο απογευματινός ήλιος, γύρω του η θάλασσα, μπροστά του άσπρη κουπαστή και ξεφτισμένα κόκκινα σωσίβια. Κοιτάει σα χαζός γύρω γύρω, έχει κόψει την κίνηση, η γυναίκα του τον σπρώχνει.

Ζήλεψα την ιδέα της πρώτης φοράς στο κατάστρωμα και ζηλεύω την ιδέα του καταστρώματος γενικά. Αλλά και το κατάστρωμα. καλό και συγκινητικό όσο κι αν είναι, οδεύει προς την αυτοκατάργησή του. Οι ντόπιοι δε λένε «oh that’s nice», λένε τι ώρα έχει το γρήγορο, τι ώρα έχει το σουπερφαστ, το χάισπιντ, αυτό με τις θέσεις αεροπλάνου, με το a/c, με το παράθυρο που δεν ανοιγοκλείνει γιατί δεν είναι παράθυρο είναι τζάμι, έχει διαφορά, άλλο παράθυρο άλλο τζάμι. Απ’ το παράθυρο κοιτάς, το τζάμι επέχει θέση τοίχου. Το βλέπεις που κάθονται όλοι οι ταξιδιώτες στριμωγμένοι στα τραπεζάκια των γκούντις και των ανάλογων εσωτερικών σαλονιών. Έξω είναι κάτι φαντάροι που ταξιδεύουν μόνοι, κάτι παρέες πιτσιρικιών που καπνίζουν ή παίζουν χαρτιά, μετανάστες ή τίποτα νεαροί τουρίστες.

Ίσως είναι καλύτερο έτσι, ίσως έτσι, μέσα στο πλοίο στις θέσεις λεωφορείου με το a/c και τις τηλεοράσεις να παίζουν σε απόσταση λίγων μέτρων όλα τα κανάλια, ίσως να είναι καλύτερα. Ίσως έτσι να είναι καλά και συγκινητικά. Γιατί αν είσαι έξω στο κατάστρωμα, χτυπημένος από ήλιο και αέρα και ένα εκατομμύριο σκέψεις που προκαλούνται αυτομάτως απ’ την έλλειψη ορίου στο βλέμμα, αν είσαι έξω, λέω, πού ξέρεις αν θα δεις εκεί, μέσα στο συγκινητικό του όλου πράγματος, κανένα πτώμα να επιπλέει στα ανοιχτά. Που ξέρεις πως θα αντιδράσει η τουριστική, η διακοπεύουσα εκδοχή του εαυτού σου στη θέα ενός πτώματος, όσο μελαμψό κι αν είναι αυτό.

*

Ποιος ξέρει τι σκέφτεται ο ξένος τουρίστας που πλέει προς το ξενοδοχείο και την πανάκριβη κατεψυγμένη άγευστη χωριάτικη, ποιος ξέρει τι σκέφτεται ο ντόπιος τουρίστας που πλέει στα ίδια νερά με τα θύματα της πολιτικής του επιλογής και εντωμεταξύ όλα αυτά, απ’ την Ιουλιανού στο κατάστρωμα, γυρνάνε στο μυαλό μου στη διαδρομή του Μετρό, Συγγρού Φιξ – Πανεπιστήμιο και πάλι πίσω. Όλα είναι καλά και συγκινητικά. Όλα είναι εδώ και μοιράζουν εναλλάξ χαστούκια και πατ πατ.  Θάλασσες, γλάροι, χαϊσπίντ IV, μπουζούκια, τα φωτάκια του studio απέναντι και τα φωτάκια των νησιών απέναντι, ο τουρίστας που πάτησε πρώτη φορά κατάστρωμα και η γυναίκα που κατέβηκε για χιλιοστή φορά τα σκαλάκια κάτω από το ανοιχτό 24 ώρες το 24ωρο φωτάκι.

*

«I was going to die, sooner or later, whether or not I had even spoken myself. My silences had not protected me. Your silences will not protect you…. What are the words you do not yet have? What are the tyrannies you swallow day by day and attempt to make your own, until you will sicken and die of them, still in silence? We have been socialized to respect fear more than our own need for language.»

Audre Lorde

*

Βρέθηκα τελευταία να γράφω καθισμένος σε ένα τραπεζάκι ανάμεσα σε φωνές, ιδέες και ποτήρια και παρόλο που κανείς σοβαρός άνθρωπος δε θέλει να γράφει και να αποσπάται, να διακόπτεται, να κόβεται, να του κουνάνε το λαπτοπ και να του τραβάνε το καλώδιο, ξαφνικά ένιωσα ότι με ενδιαφέρει περισσότερο να πατάω τα πλήκτρα με παρέα. Γράφω συλλογικά και υπάρχω ως παρέα, οπότε οι λέξεις μου βρίσκουν το δρόμο τους για εκεί       ( thecricket.gr ), συχνά, με περισσότερη χαρά και ικανοποίηση. Τίποτα δεν είναι καλό, αλλά πολλά είναι συγκινητικά.

Ο στίχος χωρίς ρεύμα, μικρόφωνο, καλώδιο, χωρίς οτιδήποτε φτιαχτό επιμένει να μας συναντάει «και μες την νύχτα χάνονται |αργά τα βήματα σου». Τραγουδάει ένα κορίτσι απ’ την παρέα και εμείς βαράμε παλαμάκια. Όσα ντεσιμπέλ έχει ο καθένας τα καταθέτει στο κοινό τραπέζι. Είναι Κυριακή απόγευμα κι είμαστε, για σήμερα, τυχεροί.

4 σχόλια

Filed under ασυναρτησίες

ο Αλ στο σκαμπό

Μια δημοσιογράφος ζηλεύει, κατά κάποιο τρόπο, την νεκρολογία που γράφτηκε για κάποιον Big Al που πέθανε στις 21 Σεπτεμβρίου. Διαβάζω:

He despised canned cranberry sauce, wearing shorts, cigarette butts in his driveway, oatmeal, loud-mouth know-it-alls, Tabasco sauce, reality TV shows, and anything to do with the Kardashians…

(..)

He also loved milk shakes, fried shrimp, the Steelers, the Playboy channel, Silky’s Gentleman’s Club, taking afternoon naps in his recliner, hanging out at the VFW, playing poker, eating jelly beans by the handful, and his hunting dogs-his favorite being Holly Hill Rip Van Winkle, a loyal beagle that answered to the nickname of Rip…

Big Al was world-renowned for his lack of patience, not holding back his opinion, and a knack for telling it like it is. He was highly proficient at cursing. He liked four-letter words just about as much as four-wheel drive pick-up trucks. He was a connoisseur of banana cream pie and a firm believer that ham sandwiches should only be served on Mancini’s bread. He always told you the truth, even if it wasn’t what you wanted to hear. He was generous to a fault, a pussy cat at heart, and yet he sugar-coated absolutely nothing…

His fondness of spaghetti Westerns was only surpassed by his love of bacon, beer and butter pecan ice cream… Quite a teller of tales, Big Al’s elaborate stories often were punctuated with the phrase, «And that’s when I kicked his ass.» He enjoyed outlaw country music: Waylon, Willie, Hank, Johnny. He was also on a first-name basis with the Four Horsemen of liquor: Jack, Jim, Johnnie and Jose…

Αυτός που έγραψε τη νεκρολογία παίρνει το μικροσκόπιο και κοιτάζει λεπτομερώς τα χούγια και τις επιθυμίες του big Al. Σαν αυτοαναφορικό ποστάκι, σαν άρθρο καλλιτέχνη σε φρι πρες που μιλάει για τον εαυτό του μέσα στην πόλη τα χρόνια που ήταν νέος και σημαντικός. Σα να έχει σημασία το πώς πρέπει να τρώγεται ένα τοστ ζαμπόν. Σα να έχει σημασία η γνώμη ενός κάποιου για τις Καρντάσιανς. Μια μακροσκελής αφήγηση των πιο λεπτών, των πιο ασήμαντων και μπανάλ κομματιών της ζωής ενός big Al. Διαβάζω κι αναρωτιέμαι πως θα προσεγγίσω αυτό το πράγμα, σαν άλλη μια απ’ τις περίφημες αμερικάνικες παλαβομάρες – διαρκείς εξουθενωτικές γιορτές του ασήμαντου – ή σαν μια τρυφερή χειρονομία.

Η ανάγκη κάποιου κοντινού του big Al να μην υπάρχει το παραμικρό περιθώριο παρεξήγησης για τον άνθρωπό του. Θα αφηγηθεί όλες τις λεπτομέρειες ώστε να μην μπορεί κανείς να πει κάτι άλλο, να μη μπορεί κανείς να θυμηθεί κάτι άλλο. Θα ανασυστήσω τον big Al λες και εγώ τον δημιούργησα, εγώ τον έζησα, εγώ τον ήξερα, εγώ τον κατάλαβα. Το έργο ενός καθαρού εγωισμού δηλαδή, που θέλει να αποκλείσει τις υπόλοιπες ερμηνείες, που ακόμη χειρότερα θέλει να απαγορεύσει στον big Al οποιαδήποτε αμφισημία, οποιαδήποτε άλλη πιθανότητα. Θέλει να απαγορεύσει στον big Al τη δυνατότητα να υπάρχει έξω απ’ το βλέμμα του γράφοντος.

Απ’ την άλλη όταν μιλάω εγώ πχ. για την Κομοτηνή του 2002, δεν είναι γιατί επιζητώ την αποκλειστικότητα της ερμηνείας, αλλά γιατί θέλω να σώσω μερικές στιγμές, μερικές μέρες που ήδη, είναι η αλήθεια, έχουν αποσυρθεί όχι μόνο απ’ την πραγματικότητα αλλά κι απ’ την ίδια τη μνήμη. Υπάρχουν θραύσματα που φτιάχνουν ένα παζλ που εξυπηρετεί την εκάστοτε ανάγκη, η μέρα εκείνη όμως, η πολυαγαπημένη, έχει χαθεί.

Όπως και να’ χει, ο συγγραφέας της νεκρολογίας λέγοντας μας ότι ο πεθαμένος ονόμασε το μπιγκλ του από έναν ήρωα ενός παράδοξου διηγήματος ή λέγοντάς μας ότι ο big Al γούσταρε τα φορτηγάκια, τις πίτες με μπανάνα, το κανάλι του playboy ή τον Ηανκ Williams, πιθανόν να θέλει να συγκρατήσει στη ζωή ένα μόνο συγκεκριμένο απόγευμα. Σ’ αυτό το μπαρ που ο μακαρίτης σύχναζε, μπορεί ο συγγραφέας μια Κυριακή απόγευμα να ήπιε δέκα jack Daniels ακούγοντας στο ριπίτ το«lost highway» και ο big Al να έλεγε μια απ’ αυτές τις ιστορίες που τόσο του άρεσε να λέει.

I’m a rolling stone, all alone and lost
For a life of sin, I have paid the cost
When I pass by, all the people say
«Just another guy on the lost highway»

Ίσως λοιπόν το μικροσκόπιο, ίσως οι λεπτομέρειες, ίσως αυτό το μακροσκελές ποστάκι υπό μορφή νεκρολογίας να είναι μόνο μια τρυφερή και απεγνωσμένη προσπάθεια να αντιμετωπίσει ο συγγραφέας το δικό του θάνατο. Τον κανονικό αλλά και το μικρό θάνατο που βρίσκεται εκεί σε κάθε ξύπνημα, κάθε πρωινό. Το μικρό θάνατο που του στερεί – λίγο λίγο, μια ελάχιστη λεπτομέρεια του παρελθόντος τη φορά – ένα ταξίδι στη Φλώρινα, μια αγαπημένη θεία που πέθανε, έναν φίλο που μένει πια μακριά, ένα απόγευμα στο Ποπ και πάει λέγοντας. Ο συγγραφέας, ίσως, προσπαθεί να τα βάλει με αυτό τον ιδιότυπο μικρό θάνατο. Ο ζωντανός προχωρώντας προς το μέλλον πάει να συναντήσει έναν απότομο τερματισμό. Από πίσω του όμως ταυτόχρονα μαζεύεται το χαλί. Το παρελθόν σβήνεται, κομμάτια αφαιρούνται, έτσι που αν ο κόσμος σου είναι 50 μέτρα, θα’ ναι πάντα 50 μέτρα, όσο κι αν προχωρήσεις. Γιατί εσύ μπορεί να ζήσεις άλλα είκοσι χρόνια μετά το θάνατο του big Al, αλλά τί να το κάνεις αν εντωμεταξύ έχεις ξεχάσει τη φράση με την οποία έκλεινε τις ιστορίες ο big Al. Ο big Al ήταν λίγο απ’ τη ζωή σου. Αν χαθεί αυτή η φράση έχεις χάσει καμιά πενηνταριά απογεύματα.

Μπορεί λοιπόν ο τρόμος του ανθρώπου που κάθισε μπροστά στο πληκτρολόγιο να γράψει μια τυπική νεκρολογία, να μας έδωσε αυτή την τρυφερή και πικρή απόπειρα να αποχαιρετίσουμε μεν τον big Al αλλά να κρατήσουμε και κάτι, να μείνει ζωντανό κάτι τέλος πάντων, μπας και δεν αδειάσει το σκαμπό του Al στο μπαρ.

-//-

«Αυτή η αιωνιότητα μιας χρήσης, που είναι η κάθε μέρα – μολονότι δεν παραλείπει να επανέρχεται, πάλι και πάλι, ξανά μανά – είναι με νοίκι, ορίζει αυστηρές προθεσμίες και δεν αναγνωρίζει κανένα ενοικιοστάσιο».

Κωστής Παπαγιώργης.

3 σχόλια

Filed under τα ελάχιστα

χαρά

// κειμενάκι γραμμένο για το project χαρά που η ομάδα [nomades artcore] πραγματοποίησε στη Μυτιλήνη στις αρχές Αυγούστου //

Μοιάζει με έκρηξη. Το παιδί που παίρνει φόρα και πηδάει απ’ το βράχο στη θάλασσα κρατώντας σφιχτά με τα χέρια του τα λυγισμένα γόνατα. Μπόμπα. Σηκώνεται ένα νερένιο μανιτάρι, ακούγεται ένας γδούπος, ένα τεράστιο ανθρώπινο βότσαλο στη θάλασσα και το νερό φτάνει ψηλά και καταβρέχει τους υπόλοιπους. Χαρά. Έχει καύσωνα, ήσουν κολλημένος στην κίνηση, ιδροκοπάς, φτάνεις, η άμμος καίει, πετάς τη μπλούζα όπως όπως και βουτάς τρέχοντας. Χαρά. Τέλειωσες τη δουλειά, το πουκάμισο σε στενεύει, η τσάντα είναι βαριά, κάθισες στο τραπεζάκι στον πεζόδρομο, ήρθε η παγωμένη μπύρα. Χαρά. Ξεκλειδώνεις, γυρνάς σπίτι μετά από κάμποσες ώρες, ο σκύλος έχει κολλήσει τη μούρη του στην πόρτα. Κουνιέται η ουρά του πέρα δώθε, κουνιέται και το σώμα του ολόκληρο. Πηδάει πάνω σου, λυγίζει τα πόδια του, κάνει κύκλους γύρω απ’ τον εαυτό του. Ο σκύλος ξέρει να σου πει τί θα πει χαρά. Χαρά. Το παγωτό καϊμάκι, τα σταφύλια, το παγωμένο νερό, ένα σαρδάμ μπροστά στους φίλους, ο μεσημεριανός ύπνος σε αυλή, τα γεμιστά, οι λαχανοντολμάδες, τα εισιτήρια για το ταξίδι εκδόθηκαν, μεθύσι καθημερινή απόγευμα, συναυλία και όλοι χορεύουν, αυτοσχέδια ερμηνεία άπαιχτου ακόμη μιούζικαλ στο σαλόνι, ο Μπομπ Ρος και συ στον καναπέ νυσταγμένος, τα χαστουκόψαρα, τα κείμενα κάποιας ouming, ονειρεύεσαι στον ξύπνιο, κάποιος που λέει με φοβερό τρόπο ανέκδοτα, μια αιώρα, ένας θερινός κινηματογράφος, ένα παιδί κάνει μια απίθανη ερώτηση, ο ήλιος τον Μάιο, τον Σεπτέμβριο, το Φεβρουάριο. Χαρά. Πέτυχες τη Χαρά τη χορεύτρια στο δρόμο. Διάβασες τους Πτυχιούχους. Άκουσες ένα οποιοδήποτε τραγούδι τη στιγμή ακριβώς που το χρειαζόσουν. Ήσουν στο μαιευτήριο, στα γενέθλια, στην αίθουσα αναμονής και όλα πήγαν καλά. Την παρατήρησες τη στιγμή που περνούσε, έπιασε με τη χούφτα της το βασιλικό και τον κούνησε ελαφρά. Γυρνάς πατημένος στην εθνική για να προλάβεις, μετανιώνεις την ίδια στιγμή που τρέχεις, αλλά τρέχεις, φτάνεις, προλαβαίνεις και ιδού μια αγκαλιά που μετανιώνεις ακόμη περισσότερο που έτρεχες, αλλά εσύ νιώθεις μόνο χαρά. Ατόφια χαρά. Σου έκαναν ένα δώρο. Έκανες ένα δώρο. Ήταν ένα μπλουζάκι που πάνω έχει μια ατάκα που θα την καταλάβει μόνο η παρέα. Γελάς και τη φοράς σαν πολύτιμο λάφυρο και σαν πανοπλία. Μπήκε η κωλόμπαλα, μιάμιση ώρα παρακαλάς, μπήκε. Χαρά. Γαλακτομπούρεκο. Κεράσια. Ουίσκι. Τάβλι στο χωριό. Πανηγύρι σε άσχετο χωριό, τρως μέχρι σκασμού και πίνεις και στο τέλος είσαι ο τελευταίος στο χορό. Σε σέρνουν. Σε σέρνουν σ’ αυτό το μέρος που είναι άβολα και βολικά, γνώριμα και νοσταλγικά, που είναι εδώ και τώρα και να δεις πως το λένε, το λένε χαρά. Χαρά. Είπε ναι με τη μία, είπε έρχομαι, είπε φίλα με, είπε και τι δεν είπε, μίλαγε διαρκώς. Χαρά. Το παγωμένο ποτάμι στη Φλώρινα, η παλιά πόλη στην Ξάνθη, το πλοίο βγαίνει από το λιμάνι του Πειραιά. Επιτέλους ξαπλώνεις, επιτέλους τους βλέπεις, επιτέλους φωνάζεις, επιτέλους ξεκινάς. Είναι 22 Δεκεμβρίου τα μπαρ της Αθήνας είναι όλα γεμάτα, φωνάζετε και δεν χορταίνεστε. Είναι Αύγουστος και τα αστέρια στο νησί είναι πιο καθαρά απ’ το δρόμο. Περπατάτε αργά, το αλάτι στα μαλλιά, κοιτάτε πάνω και βλέπετε παντού. Που και που κάποιος λέει ένα μισοπετυχημένο αστείο. Περπατάτε αργά. Δεν βιάζεστε. Χαρά.

DSC_0127

2 σχόλια

Filed under ασυναρτησίες, Uncategorized

με βήμα κανονικό

Είναι σχεδόν αδύνατο να διατηρήσεις την ψυχραιμία σου, πόσο μάλλον να μην βυθιστείς σε μια γενική πικρή διάθεση, αν συνδυαστεί η επιστροφή σου με διάβασμα των σχολίων των θιασωτών της λιτότητας (και πλέον της εξόντωσης) των άλλων. Δεν υπάρχει δωρεάν γεύμα, δεν υπάρχει Κυριακή, δεν υπάρχουν ναζί, δεν υπάρχει τίποτα παρά μόνο ένας λογαριασμός και η συναίνεση στην περιφρόνηση.

Είναι βέβαια άδικο να κρίνεις τον κόσμο μέσα από την οθόνη που παίζει ειδήσεις, φορολογικά νέα, νεοναζί, αδιαφορία και ακραίο συντηρητισμό. Δεν μπορείς να αντιληφθείς τον κόσμο εστιάζοντας μόνο στον περιρρέοντα ρατσισμό, στα κυριακάτικα αφεντικά, στον κυνισμό των αρθρογράφων της καθημερινής, στη βλακεία των μπάτσων που κυνηγάνε ελεύθερους κατασκηνωτές.

Είναι εξίσου άδικο να κρίνεις τον κόσμο με κριτήριο την σκιά του αρμυρικιού, του κέδρου και της καρυδιάς. Δεν μπορείς να εστιάσεις μόνο στον ψίθυρο του κύματος, στα αλμυρά χείλη, στο παγωμένο αλκοόλ και το κυκλαδίτικο τοπίο. Δεν μπορείς να αντιληφθείς τον κόσμο έχοντας κυρίως στο μυαλό τη νυχτερινή ησυχία στον Χρούσο κάτω από τα εκατομμύρια αστέρια ή το είδος της ηδονής που νιώθεις όταν τρως και πίνεις και είσαι ξυπόλυτος με τα πόδια χωμένα στην άμμο.

Αλλά βέβαια τώρα τελευταία δεν έχει και πολλά να καταλάβεις. Καλά τα λέει ο σραόσα: Ο ηθικισμός είναι απροκάλυπτα πλέον πολιτικό όπλο. Πάει πέρα από την καταπίεση της επιθυμίας, προς την κατεύθυνση της συστηματικής και εντατικής κατασκευής ενοχής για κάθε μορφή ετερότητας ή δημιουργικής αυτοέκφρασης που θα προκαλούσε οποιαδήποτε ανατάραξη στο εργοτάξιο του κόσμου-φυλακή στο οποίο ζούμε: η μισανθρωπία στην υπηρεσία της εξουσίας.

*

Προς στιγμή τις προάλλες νόμιζα πως άλλαξα πίστα, πως κατέκτησα ένα κάποιο επίπεδο ηρεμίας ή και διαύγειας. Φυσικά τίποτα τέτοιο δεν ισχύει, απλά είχα ξεβγαλθεί στο δροσερό νερό και είχα συνηθίσει σε μια δροσιά που συναντά κανείς σε ορισμένα παραθαλάσσια μέρη ή σε ορεινά χωριά. Το πρώτο βράδυ ξαπλώσαμε στη σκηνή (αμέριμνοι και παράνομοι) και ξαφνικά, αφού τα αθηναϊκά μάτια που βλέπουν μόνο μέχρι  τα δυο τρία μέτρα έψαξαν για τσιμέντο μάταια, συνειδητοποίησα ότι από πάνω υπήρχε μόνο ουρανός. Να βάλουμε τα πράγματα σε μια σειρά. Να δούμε το μέγεθος των πραγμάτων, αμπελοφιλοσόφησα για 30 περίπου δευτερόλεπτα. Μετά κοιμήθηκα σα σκύλος. Ευτυχισμένο κουλουράκι.

διαύγεια

διαύγεια

*

Μ’ αρέσουν τα διηγήματα της Κιτσοπούλου, μ’ αρέσουν αρκετά μάλιστα. Απλά κάθε φορά που τα διαβάζω σαν αυτόματη αντίδραση, σκέφτομαι από μέσα μου ότι ναι ρε παιδί μου, αλλά κάπως υπερβολικά είναι όλα αυτά. Κάπως τραβηγμένα. Ο Παντζαράς της ιστορίας δέρνει, τα γαμάει όλα, αθάνατη ελληνική επαρχία. Αλλά εγώ σκέφτομαι την ίδια κιόλας στιγμή, εντάξει αλλά για πότε μιλάμε; Πότε έπεφτε ξύλο μέσα στα σπίτια και τα διαμερίσματα; Πότε ζούσαν οι άνθρωποι αυτά τα δράματα;

Δεν περνάνε δυο μέρες από την επιστροφή και στη βόλτα του σκύλου ακούω φωνές. Από τη μια πολυκατοικία ακούγεται ένα σπαραχτικό «Νίκο, Νίκο μη σε παρακαλώ» κι ύστερα σιωπή. Από την απέναντι ο τύπος που έχει βγει στο μπαλκόνι μας βλέπει που κοιτάμε αποσβολωμένοι και λέει κάτι του στιλ τη δέρνει πάλι, θα τη σκοτώσει. Πριν προλάβουμε να αποφασίσουμε να κάνουμε κάτι, ο τύπος από το μπαλκόνι μας δείχνει κάποιον που βγήκε από την πολυκατοικία και απομακρύνεται με κανονικό ρυθμό χωρίς να μας κοιτάξει (ενώ μέχρι λίγα δευτερόλεπτα πριν φωνάζαμε). Αυτός είναι. Αυτός είναι. Κανονικός, με ζελέ και καρό βερμούδα. Κανονικός, απομακρύνεται με κανονικό βήμα. Δεν βιάζεται, ούτε γυρνάει να μας κοιτάξει. Στεκόμαστε ακίνητοι δέκα μέτρα πίσω. Α ρε αθάνατη ελληνική επαρχία,  άντρακλες, λεβέντες, καραμπουζουκλήδες, σούζα η άλλη μπροστά σου, σούζα. Α ρε αθάνατη ελληνική Αθήνα. Απομακρύνεται ο λεβέντης. Βήμα κανονικό. Χωρίσανε πρόσφατα συνεχίζει την ενημέρωση ο τύπος. Κι επειδή χωρίσανε, θα σου δείξει μωρή, θα σου δείξει. Τι σημαίνει χωρίσανε. Ρε λεβέντης ρε. Α ρε αθάνατη ελληνική Ελλάδα. Απομακρύνεται η Ελλάδα με βήμα κανονικό. Τσολιάς ρε, ίσια το κορμί, λεβέντης περπατάει προς τον κεντρικό. Να τον δει να τον χαίρεται η μάνα του έτσι που περπατάει. Με το κεφάλι ψηλά.

Σήμερα, μιάμιση μέρα μετά, προχωράω προς το αυτοκίνητο στη Νίκαια. Μπροστά μου στα σκουπίδια μια γυναίκα, δε θα ‘ταν πάνω από πενήντα. Ψάχνει, ανασκαλεύει. Το ντύσιμό της κανονικό, δεν φανερώνει άνθρωπο πεταμένο από τη ζωή, κουρέλι. Μια χαρά. Αξιοπρεπέστατη. Γυρνάει και με κοιτάει, δεν παίρνει τίποτα. Προσέχω λίγο καλύτερα. Το μάτι της μαυρισμένο. Μπουνιά στο αριστερό μάτι. Χαμήλωσα το βλέμμα ασυναίσθητα, εγωιστικά και καθόλου αξιοπρεπώς. Και φτωχοί και λεβέντες ρε. Και έλληνες. Αθάνατη ελληνική Νίκαια. Περήφανοι, φτωχοί και λεβέντες.

φωτογραφία (10)

εριστικό σχόλιο κάτω από ωραίο ελληνικό ξύλινο παράθυρο

*

Κατά τ’ άλλα, τα γνωστά. Δεν υπάρχει δωρεάν γεύμα. Μην γκρινιάζετε, δουλέψτε, σκάψτε, σκάστε.

*

Σκόρπιες σκέψεις κλασσικά για τη συνέχεια του νεοελληνικού κράτους. Το Μαπούτσε περιγράφει την Αργεντινή, τη χούντα της, την ιστορία και τους ήρωές της. Και μιλάει με σαφήνεια και ακρίβεια για την λεβέντισσα ελλάδα. Για τις περιουσίες που αποκτήθηκαν επί κατοχής, για τους ταγματασφαλίτες, τους βασανιστές και την εκκλησία. Η περίφημη συζήτηση για την Αργεντινή (θέλουμε να γίνουμε/δε θέλουμε να γίνουμε) είναι εκτός τόπου και χρόνου. Με την Αργεντινή δε μας χωρίζει ένας ωκεανός και μερικές χώρες. Είμαστε δύο κόλλες χαρτί και ανάμεσά μας κάποιος έβαλε απλά ένα καρμπόν. Και είτε σε λένε Βιντέλα είτε Μάλλιο γράφεις με το ίδιο μελάνι, το ίδιο συνέχεια κείμενο, την ίδια ιστορία. Την ιστορία του φασισμού.

*

Ο ήρωας του καλοκαιριού όμως δεν ήταν ο Μουνής, όσο ενδιαφέρον και να παρουσίαζε η περίπτωσή του. Ούτε η Μαπούτσε. Ο ήρωας ήταν ο αναρχοσυνδικαλιστής Σεμπαστιάν Σαν Βισέντε, ο Περαστικός του Ταϊμπό. Κι αυτός περισσότερο απ’ όλους συνετέλεσε στη διαύγεια που πρόσκαιρα απέδωσα στην παραλία, την άμμο και το τσίπουρο. Ο Σαν Βισέντε δε γκρίνιαζε, μόνο ζούσε. Όλο το καλοκαίρι, ο Σαν Βισέντε έτρεχε ανάμεσα στις φλόγες του Φεργκιουσον ή στη Γάζα, μπορεί και στα δύο ταυτόχρονα. Έτρεχε και στεκόταν με το πιστόλι στο χέρι μπροστά στο τραμ που οδηγούσε ο απεργοσπάστης. Βοηθούσε τους υφαντουργούς να οργανωθούν, διαφωνούσε για τις περίφημες συνθήκες (αν και επέμενε φοβερά στο θέμα της οργάνωσης και ήταν πρώτος στη δουλειά, είτε πρόκειτο να γράψει στη γραφομηχανή είτε να σκουπίσει τα γραφεία), πίστευε και στην επιθυμία, στο εδώ και τώρα, στον αγώνα σήμερα. Εξηγούσε στο νεαρό σύντροφό του, ότι δεν μπορεί να ανήκει στην ιδιοκτησία σου μια γυναίκα, ούτε αν την πληρώνεις. Ο Σαν Βισέντε ζούσε ανάμεσα στους εργάτες και τους περιθωριακούς, δεν υποτιμούσε κανέναν, ούτε και φοβόταν να πει ότι φοβάται. Ο Σαν Βισέντε όταν του έλεγαν ότι ο καιρός δεν είναι κατάλληλος ή ότι έπρεπε να προσέχει ή ότι τα αφεντικά τον έχουν στον μάτι, απαντούσε ότι την επανάσταση την κουβαλούσε μέσα του και την παίρνει μαζί του όπου πάει, είναι σαν αποσκευή. Και στη λεβέντισσα Ελλάδα και στο Μεξικό και στην Ισπανία. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν αντιλαμβανόταν την πραγματικότητα, αλλά ότι ίσως δεν θα άφηνε τη συγκεκριμένη ανάγνωσή της (που κυριαρχεί) να τον καθορίζει.

«Γιατί μπήκατε παράνομα στη χώρα;»

«Επειδή δεν πιστεύω στην παρανομία. Και μιας και το έφερε η κουβέντα, δεν πιστεύω ούτε στα σύνορα. Ανάμεσα σε Μεξικό και Γουατεμάλα δεν υπάρχει καμία διαφορά. Δεν έχει διαφορά το ένα δέντρο από το άλλο μέσα στη ζούγκλα. Ούτε και τα δέντρα αναγνωρίζουν σύνορα»

*

Με άλλα λόγια, και οι δύο περπατάνε κανονικά, με βήμα κανονικό. Και ο Νίκος και ο Σαν Βισέντε. Μόνο που ο Σαν Βισέντε γυρνάει κάθε λίγο και μας κοιτάζει. Και συνεχίζει παντού, σε όλο τον κόσμο, να περπατάει κανονικά. Κι ας τον κυνηγάνε όλοι οι Νίκοι του πλανήτη. Έχει την ωραιότερη αποσκευή και την παίρνει μαζί του όπου πάει.

7 σχόλια

Filed under ασυναρτησίες