το ‘να ξεχειλίζει τ’ άλλο

*

στο ταχυδρομείο το πρωί, περιμένουμε απ’ έξω. Διαβάζω το βιβλίο μου. Απ’ το βάθος ακούγεται μια φωνή που μιλάει και κλαίει. Είναι κάπως πίσω μου η φωνή που για να μην ακούγεται έχει μπει μέσα στο παρτέρι, έχει περάσει μέσα απ’ το θάμνο που έχει περιποιημένο και καλά φτιαγμένο ο δημοτικός κηπουρός. Έχει μπει μέσα εκεί στο χώμα πίσω απ’ τις φυλλωσιές, κάπου κάπου φαίνεται ένα κεφάλι, μια μάσκα, ένα χέρι που κρατάει το κινητό. Η φωνή κλαίει, κλαίει αδιάκοπα και μιλάει για λεφτά για χρωστούμενα, λέει που υποχρεώθηκε στην από πάνω στην πολυκατοικία. Λέει κάθε λίγα δευτερόλεπτα, σε κλείνω, πάω μέσα να πληρώσω και συνεχίζει να μιλάει και να κλαίει και να λέει κάντο όπως θες, δεν ξέρω κι εγώ τί να σου πω και ξανά κλάμα και ξανά σε κλείνω, πάω μέσα να πληρώσω.

Βγαίνει απ’ τους θάμνους, ανεβάζει τη μάσκα απ’ το σαγόνι στο στόμα. Ρουφάει τη μύτη, φέρνει τους καρπούς στα μάτια να τα σκουπίσει. Ετοιμάζεται να μπει στο ταχυδρομείο, να πληρώσει και όλο ακούγεται που ρουφάει τη μύτη.

*

τυχαία περίληψη σε οπισθόφυλλο του Παπαγιώργη: «μόνο αν με μια κίνηση ανεξήγητης βίας καλύψεις το πρόσωπο, ο άνθρωπος αφανίζεται».

Η γυναίκα που έκλαιγε. Δεν είδα καθαρά το πρόσωπό της, εξαιτίας της μάσκας. Στ’ αλήθεια δεν μπόρεσα να πιάσω κάτι απ’ τον πόνο της. Μου έμεινε ο ήχος, ο τρόπος που ρουφάς μύξες και δάκρυα, ο τρόπος που προσπαθείς να ανασκουμπωθείς, ο τρόπος που πιέζεις τον εαυτό σου να συνέλθει. Να συνέλθει για να μπει μέσα να πληρώσει.

*

Τι να καταλάβεις απ’ τον αφανισμένο άνθρωπο; Πως συνδέεσαι με ένα μη πρόσωπο; Εστιάζεις με όλη σου τη δύναμη στα μάτια, στο βλέμμα. Εκεί θα προσπαθήσεις να αποκρυπτογραφήσεις τα πάντα. Αλλά είναι σαν ένα παζλ που δεν μπορεί να τελειώσει, η έκφραση δεν ολοκληρώνεται, η χαρά δε χαίρεται, η λύπη δε λυπάται, η θλίψη δεν θλίβεται, η κάβλα δεν απευθύνεται. Κόβιντ μας έχεις διαλύσει, μας έχεις ξεσκίσει τα σωθικά.

*

Στο δρόμο τρυκάκια. «δεν ξεριζώνονται οι νύχτες από μέσα μας».

Στίχοι για τη νύχτα, αναμνήσεις από τη νύχτα, λαχτάρα για τη νύχτα.

*

Φυσικά και όλοι είναι χάλια, αφού ζούμε τη στιγμή που όλα τα διλήμματα (ως συνήθως) είναι κακά και όλες οι αποφάσεις λάθος.

Το κράτος/τα κράτη διαλέγουν να απαντήσουν στην πανδημία με τη δύναμη των μπάτσων και την ακλόνητη πεποίθηση ότι δεν υπάρχει τίποτα δομικό και ουσιαστικό να αλλάξει στον τρόπο που βλέπουμε και ζούμε τον κόσμο. Εμείς νικημένοι πολλαπλώς ανάμεσα στο στρες του ποιος θα κολλήσει, ποιος φτωχός κι απόκληρος θα την πληρώσει με τη υγεία και τη ζωή του και στο στρες ότι η ζωή μας έχει πατήσει pause και κάποια στιγμή ίσως, αν είμαστε τυχεροί, αν όλα πάνε κάπως απροσδόκητα καλά, τότε ίσως να συνεχιστεί. Πως να χωρέσεις στο ίδιο μυαλό, στην ίδια καρδιά τρομοκρατικές απαγορεύσεις γελοίου επιπέδου και τις αληθινές συνέπειες της ασθένειας; Πως να χωρέσεις το σηκωμένο δάχτυλο των προνομιούχων που από ένα όμορφο και γεμάτο σπίτι μας λένε ότι δε θα πάθουμε τίποτα να μείνουμε μέσα, να μη συναναστραφούμε με άλλους για λίγο (δηλαδή για πολύ); Πως να χωρέσει ο μόνος τον κόσμο των τακτοποιημένων που του λέει ότι ιτς οκέι, θα φλερτάρει ξανά το 2022;

Παλέψαμε με τα μέσα κι έξω τέρατα μπας και μπορέσουμε ν’ αγγιχτούμε όπως το ζητάει η επιθυμία μας και τώρα το φιλί κι η αγκαλιά είναι όσα συνιστούν τα πιο αρμόδια χείλη να αποφεύγουμε. Δεν είναι τίποτα. Υπομονή, μη ζήσετε μέχρι να ζήσετε. Και αυτή η απαίσια αθλιότητα, να υποψιάζεσαι πως έχει βάση, γιατί δεν υπάρχει τίποτα άλλο ανάμεσα σε σένα και τον ιό (έτσι που τα ‘φερε η ακροδεξιά στροφή του δυτικού κόσμου) πέρα απ’ την αυτοσυγκράτηση και τον (αυτό)περιορισμό. Κι ενώ ξέρεις πως μάλλον κάτι τέτοιο είναι η αλήθεια, ταυτόχρονα να ξέρεις πως αυτό δεν είναι αρκετό για να ‘χεις να πορεύεσαι. Δεν ξεριζώνονται, το είπαμε.

*

Απ’ τον καιρό των μνημονίων συνηθίσαμε τη ρητορική που πανηγύριζε υπέρ της λιτότητας των άλλων. Τώρα ζούμε τον (κυρίαρχο) λόγο υπέρ της δυστυχίας των άλλων. Πανδημία, φτώχεια, no future, σπίτι σας, δουλειά σας και μια ελληνική σημαία στο μπαλκόνι να ταραχτούνε οι προαιώνιοι εχθροί.

Η δεξιά κατουριέται πάνω της που ‘ναι πάλι ο δεσμοφύλακας και ο βασανιστής, χωρίς να χρειάζεται να υποδυθεί κάτι άλλο. Θάτσερ + Τραμπ < ή = Άδωνις Γεωργιάδης

*

Εντωμεταξύ χίλιοι κατασκευαστές ακροδεξιάς ιδεολογίας (ασφάλεια + ομοφοβία + ΜΙΣΟΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΞΕΝΟΥΣ) συνιστούν μία μόνο λύση: ΝΑ ΑΝΑΘΕΣΟΥΜΕ ΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ ΣΤΟΥΣ ΜΠΑΤΣΟΥΣ. Τί άλλο δηλαδή;

*

Το μεσημέρι μπαίνω σε φούρνο φορτσάτος για γραβιερόπιτα, φρέντο εσπρέσο και μπουκαλάκι νερό και η γυναίκα απ’ έξω μου ζητάει ένα ευρώ – δεν έχω ψιλά, μόνο κάρτα – ε κέρνα με ένα καφέ, κάτι να βάλω στο στόμα μου.

Θέλω να βάλω στο στόμα μου την πίκρα και το χαλασμό αυτό του κόσμου και να τον μασάω σαν τσίχλα που διάλεξα την εντελώς λάθος στιγμή να μασήσω και τώρα πρέπει να περάσουν ώρες και ώρες με αυτή στο στόμα, αφού δεν έχει που να την πετάξω και κάθομαι εκεί που όλοι κοιτάνε.

*

Το βράδυ στο οντεόν πάω να φύγω και μου φέρνει ένα σφηνάκι. Σαν από μηχανής θεός, σαν βροχή από ζωή, σαν μια περίληψη όλων όσων υπάρχουν ακόμη εκεί έξω κι ανασαίνουν, τσουγκρίζουμε τα ποτηράκια, κατεβάζουμε τις μάσκες και άσπρο πάτο. Πίνω κι έχω μήνες να πιω τόσο ωραίο ουίσκι. Πίνω και η γλώσσα μου θέλει να μιλήσει δέκα γλώσσες ταυτόχρονα, θέλει να γευτεί δέκα ζωές ταυτόχρονα, θέλει να καταρρεύσει δέκα φορές κι ύστερα, να μην υπάρχει ύστερα.

*

Αμέσως μετά, στο αυτοκίνητο θα κριθούν τα πάντα στο σαφλ:

στάλα στάλα η ευτυχία / ή το δηλητήριο / το ‘να ξεχειλίζει τ’ άλλο / στο ποτήρι που θα πιω

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized

κι ακούμε

Οδηγώ στην Αμαλίας μπροστά απ’ τη βουλή. Απ’ την βασιλέως Γεωργίου ξαφνικά βλέπω να έρχεται τρέχοντας ένας σκύλος, έχει κάτι από λυκόσκυλο, αλλά είναι πιο λεπτό και πιο μαύρο. Φοράει επιστήθιο και το λουρί του σέρνεται. Στρίβει κατευθείαν στην πανεπιστημίου και τρέχει μες στη μέση του δρόμου. Η γλώσσα είναι έξω και το βλέμμα μοιάζει χαμένο (ή τέλος πάντων εγώ το ερμηνεύω έτσι, εγώ που λέω μέσα μου ότι ξέρω ν’ αναγνωρίζω στο βλέμμα του σκύλου μου το ένα ή το άλλο, την πείνα ή τη χαρά ή την απορία ή το επείγον του αιτήματος για βόλτα).

Κολλάω κάπως, οδηγώ ακριβώς πίσω απ’ το σκύλο, ο σκύλος κόβει, κάνει δεξιά, ξανακόβει, κάνει αριστερά, πατάω απότομα φρένο χωρίς καν να κοιτάξω τι γίνεται πίσω μου. Ο από πίσω μου όμως έχει καταλάβει τι γίνεται και πάει σιγά. Ο σκύλος μπαίνει στον λεωφορειόδρομο μπροστά στο ζόναρς, ο λεωφορειατζής δεν κόβει, φωνάζω μέσα απ’ το αμάξι, εεεεεεεεεε, κόψε ρε μαλάκα, κόψε ρεεεεεεε. Ένας τύπος με μηχανάκι οδηγεί πολύ κοντά στο σκύλο, του κορνάρει και προσπαθεί να τον οδηγήσει προς το πεζοδρόμιο. Ένας άλλος με ποδήλατο τρέχει κι αυτός ξοπίσω. Ο σκύλος όμως με τη γλώσσα έξω και το λουρί να σέρνεται πίσω συνεχίζει μια λαχανιασμένη και χαμένη πορεία – σα να τρέχει κουρασμένος προς το πουθενά, σα να πήρε μια τρομάρα κάπου στο σύνταγμα και δεν πρέπει να σταματήσει -. Ένας άλλο λεωφορειατζής λίγο μετά το οφθαλμιατρείο πηγαίνει κάπως γρήγορα, το σκυλί στρίβει προς τη μεριά του, ο ποδηλάτης τρομάζει, κάνει απότομη στροφή προς το λεωφορείο για να τον δει και να κόψει, το λεωφορείο κόβει όμως ο ποδηλάτης έχει χάσει την ισορροπία του και πέφτει στην άσφαλτο. Σηκώνεται αμέσως και συνεχίζει την καταδίωξη μαζί με τον τύπο με τη μηχανή. Φαίνεται πως ο σκύλος είναι έτοιμος να ανέβει στο πεζοδρόμιο, αλλά τελικά στρίβει στην Σίνα. Εγώ συνεχίζω ευθεία προς το ραντεβού μου και μάχομαι με τις τύψεις που δεν έστριψα και προσπαθώ να διώξω μια στεναχώρια, έρχεται ένας άλλος σκύλος στο μυαλό και η αόρατη μηχανή προβολής δείχνει σκηνές από το πρόσφατο παρελθόν.

Τι θα γίνει αν χαθεί ο σκύλος μου; Από ποιου το χέρι ξέφυγε το λουρί αυτού του σκύλου; Πότε θα σταματήσει να τρέχει αυτός ο σκύλος; Τι υπάρχει σε αυτό το λαχανιασμένο βλέμμα; Τι υπάρχει σε αυτό το τρέξιμο δίχως τέλος;

Φτάνω στη νέα Ομόνοια, μπάτσοι με μηχανές παντού (λες και κάτι γέννησε άπειρες ντουζίνες από δαύτους μέσα στην καραντίνα) ή όπου υπάρχει γρηγόρης κι Everest κι άλλα τέτοια παρόμοια. Περνάνε ανάμεσα στ’ αυτοκίνητα με τα φώτα ν’ αναβοσβήνουν στην κίνηση προς πλατεία Καραϊσκάκη, οι δρόμοι τους ανήκουν είναι αλήθεια είναι πρακτικό να αυτό, ισχύει, στο αμάξι παίζει

σχίζεται το χαρτί μόνο του
αγοράζεις μετά σελοτέιπ και το κολλάς

*

Λίγο αργότερα πίνω τον πρώτο καφέ σε μαγαζί μετά από καιρό. Είναι περίεργο, η κοπέλα που σερβίρει φοράει μάσκα και το πρόσωπο που είναι μισό δεν αποκαλύπτει χαρά, σπάσιμο, νεύρα ή κούραση. Βασικά δεν αποκαλύπτει τίποτα. Ακούς μόνο μια φωνή που εξυπηρετεί, κι αυτή όχι καθαρά. Παλεύεις να δεις τα σημάδια αλλά τελικά μόνο παραλαμβάνεις τον καφέ σου και πληρώνεις.

*

Έξω από ένα φούρνο περιμένω και πίσω μου μια κυρία. Μπαίνω μέσα παραγγέλνω και περιμένω ύστερα απ’ έξω. Κάτι λέμε με την γυναίκα που δουλεύει. Τυπικά πράγματα του στιλ άντε να δούμε τι θα γίνει, τι να κάνουμε κάπως θα βγει κι αυτό, χαζογελάω και συνειδητοποιώ ότι η κυρία καθώς μιλάω κάνει βήματα πίσω. Δεν με ενοχλεί, το καταλαβαίνω απόλυτα, είναι λογικό. Είναι και μεγάλη. Το καταλαβαίνω απόλυτα. Ίσως αυτό με ενοχλεί, που αυτό το πισωπάτημα είναι το λογικό.

*

Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας έκανα διάφορες μεγαλόστομες αποτιμήσεις, μέτραγα το χρόνο με βάση αγώνες, συλλογικές διεκδικήσεις, σμιξίματα (ο δεκέμβριος του 2008, ο μάης του ’10, οι πλατείες, ο φεβρουάριος του ’12, σάιτ, ραδιόφωνα, κείμενα). Χθες, με αφορμή τον Δημάκη, συνειδητοποίησα ότι μετράω την τελευταία δεκαετία και παραπάνω ανάποδα (γρηγορόπουλος, λουκμάν, ουαλίντ, φύσσας, ζακ, βασανισμένοι σε τμήματα, στην πέτρου ράλλη, σε κέντρα κράτησης μεταναστών και και και). Λέω για πλάκα, τα καλύτερά μας χρόνια τα περάσαμε στην ύφεση και αυτό που δεν λέω είναι ότι τα καλύτερα μας χρόνια τα περάσαμε μιλώντας ονόματα δολοφονημένων, κυνηγημένων, φυλακισμένων. Πιθανώς πάντα έτσι να ήταν και ακόμη πιο πιθανώς να είμαι εντελώς λάθος που όλα αυτά τα σκέφτηκα με αφορμή αυτόν τον σκύλο που έτρεχε με το λουρί να σέρνεται και τα αμάξια να μη σταματάνε και να μην υπάρχει σημείο ο σκύλος να νιώσει λίγο ασφάλεια και να σταθεί. Αλλά ήταν το αίσθημα του σκύλου ή καλύτερα το αίσθημα που εγώ φόρεσα στο σκύλο, ότι αυτή η πόλη είναι εχθρική, αυτή η πόλη δεν είναι για μας, πρέπει ν’ αρχίσουμε να τρέχουμε και να μη σταματάμε.

*

Αλλά όλα είναι μαζί εδώ, τα ίσια και τα αντίθετά τους κι όσο συμβαίνει το χειρότερο, τρυπώνει απ’ το παράθυρο το καλύτερο κι όσο ο σκύλος έτρεχε και το λουρί σερνόταν, ο ποδηλάτης έπεφτε και σηκωνόταν και έκανε πετάλι για να πιάσει και να ηρεμήσει τον σκύλο. Και σα να μου ήρθε αργότερα η εικόνα, δηλαδή τι αργότερα, σήμερα το πρωί, ότι όσο ο ποδηλάτης σηκωνόταν απ’ το οδόστρωμα, χαμογελούσε. Κι ακόμη, όταν πήγα τουαλέτα στην καφετέρια, πέτυχα την κοπέλα για μερικά δευτερόλεπτα χωρίς μάσκα να τσεκάρει το κινητό της και να γελάει. Και τέλος, το βράδυ, άμα έχεις πιει δύο ποτά, μια κουβέντα είναι αρκετή, είναι αρκετή για να αισθανθείς τόσο καλύτερα, που είναι αστείο, είναι αστείο που χρειάζεσαι μισή κουβέντα και είσαι έτοιμος να επανακαταλάβεις την πόλη, να τρέξεις πίσω απ’ το σκύλο, να πας στην κατεχάκη, να νιώσεις ότι κάτι πάει λάθος με αυτόν τον πολλαπλασιασμό των διάδων στους δρόμους, να νιώσεις ότι και πίσω απ’ τη μάσκα υπάρχει ακόμη πρόσωπο.

λακ

στίκερ στην τουαλέτα του lacandona

 

2 Σχόλια

Filed under Uncategorized

κανείς δεν το θέλει δικό του αυτό

Όταν ήμουν μικρός, καθισμένος στο οικογενειακό χόντα που έπαιρνε τις στροφές του αχλαδόκαμπου, έπαιζα συχνά το γνωστό παιχνίδι. Έπιανα μια λέξη και την έλεγα συνεχόμενα και γρήγορα, ξανά και ξανά, μέχρι που η λέξη έχανε το νόημα της, μέχρι που ξέχναγα τι σημαίνει η λέξη και τι σημαίνει λέξη και τα γράμματα γίνονταν απλά ήχοι στη σειρά, θόρυβος, γδούπος – ηχοτοπίο (για να ‘μαι λίγο πιο κάρεντ). Προχθές μεταξύ ύπνου και ξύπνιου μου βγήκε ασυναίσθητα ένα κοβιντκοβιντκοβιντκοβιντκοβιντκοβιντκοβιντ που το έλεγα και το ξαναέλεγα μέχρι που δεν ήξερα τίποτα. Ούτε τι είναι αυτό το εξωτικό κόβιντ, ούτε σε τι συνίσταται, ούτε τι συνέπειες έχει.

1

A horror story, the face is a horror story.

Οδηγώντας μπροστά απ’ το αστυνομικό τμήμα βλέπω απ’ έξω τρεις μπάτσους που στέκονται όρθιοι με κολλημένα τα κεφάλια και κοιτάζουν την οθόνη του κινητού. Ο ένας ξύνει τη μύτη του. Μπροστά στα ΚΕΠ με διαφορά πέντε λεπτών μια γυναίκα γύρω στα πενήντα και ένας άντρας αρκετά μεγαλύτερος. Και οι δύο προσπαθούν να μπουν μέσα. Η πόρτα κλειδωμένη. Έρχεται η υπάλληλος, και οι δύο θέλουν το ίδιο. Να ανανεώσουν την κάρτα ανεργίας. Η υπάλληλος δεν απαντάει, δείχνει από τη μέσα μεριά του τζαμιού ένα χαρτί κολλημένο. Η ανανέωση της κάρτας γίνεται αυτόματα ή αυτοδικαίως ή κάτι τέτοιο. Και οι δύο όμως κάτι δεν καταλαβαίνουν, κάτι δεν τους πείθει, κάτι τους συμβαίνει. Η γυναίκα φοράει μάσκα, αλλά όχι γάντια. Ψηλαφίζει το τζάμι πηγαίνοντας με το δάχτυλο γραμμή γραμμή την ανακοίνωση. Ύστερα τρίβει το μάτι της. Ο άντρας λίγο αργότερα σπρώχνει την πόρτα, ακουμπάει κι αυτός το τζάμι. Μετά, κάθεται μπροστά στο χαρτί της ανακοίνωσης, το χέρι τρίβει το πηγούνι. Μένει εκεί τρίβει και διαβάζει. Ξανακοιτάζει προς το βάθος του ΚΕΠ, θα ήθελε να ρωτήσει κάτι παραπάνω.

Στη συνέχεια, στα πεζοδρόμια, στο ταχυδρομείο, στο σούπερ παρατηρώ τους ανθρώπους. Δεν μπορούν να πάρουν τα χέρια απ’ το πρόσωπό τους. Είναι λες και κάθε λίγο σχηματίζεται στο μυαλό τους η απορία: υπάρχω ακόμη; Και αμέσως αντανακλαστικά απλώνουν τα δάχτυλα στη μύτη στα μάτια στο στόμα στα μούσια στ’ αυτιά. Όλα αυτά τα ξυσίματα είναι το ανακουφιστικό ναι στην προηγούμενη ερώτηση, που κάθε τόσο πυροβολεί στο μυαλό. Ναι, ξύνομαι, ακουμπιέμαι, το δάχτυλο βρίσκει κάτι στέρεο. Άρα υπάρχω ακόμη, είμαι εδώ, έχω σώμα και σκιά.

Διαβάζω διάφορα ενδιαφέροντα.

[η τυραννία του ενδιαφέροντος -> κάθε αλλόκοτος συνειρμός, κάθε τραβηγμένη σύνδεση, κάθε παρατήρηση στο πεδίο της κουλτούρας όσο μικρή ή περιπτωσιολογική κι αν είναι, τραβάει την προσοχή και χωράει από ένα ποστ μέχρι ένα διδακτορικό (τα ‘χει γράψει ο Ντελίλλο απ’ το ’80). Κι εγώ ασθμαίνοντας ανοίγω ένα έξτρα ταμπ]

Στα πορνοσάιτ τελευταία ευδοκιμούν δύο είδη βίντεο. Σε κάποια βλέπουμε τα πάντα, αλλά εκτός οθόνης μένει διαρκώς το πρόσωπο. Σε κάποια άλλα βλέπουμε μόνο το πρόσωπο να καπνίζει, να τρώει, να πασαλείβεται, να κοιμάται, να μιλάει.

Τί συμβαίνει με το προσωπάκι μας; Μας λένε τώρα ότι πάση θυσία πρέπει να μην το ακουμπάμε. Η αιώνια αμηχανία της συναναστροφής, οι ίδιοι οι αναπόφευκτοι πολυποίκιλοι δισταγμοί της ύπαρξης καθιστούν την νούμερο ένα άμυνα το άγγιγμα του προσώπου. Πως ζει αυτός που δεν ξύνεται, δεν τρίβεται, δεν χαϊδεύεται;

2

Κάλτσουραλ μπάγκατζ

Από την αρχή της καραντίνας έχω ζωστεί με όλων των ειδών τα πολεμοφόδια: δύο κανονικά βιβλία, 7 ebooks απ’ το verso, σοκοφρετάκια, netflix, cinobo, κάθε μέρα 4 με 10 μπουκμαρκς κειμενάρες και κειμενάκια, σερενετάκια, διαγράμματα και στατιστικές, μιμς, ονλάιν πιλάτες, λακτάκια, λάιβ στριμινγκ καλλιτεχνών, συνδρομές σε τρία ειδησεογραφικά site, γκρουπ με ενδιαφέροντα μουσικά πράγματα, γκρουπ ενημερωτικά για τον covid, γαλακτομπούρεκο.

Όλη αυτή η συσσώρευση μου δημιουργεί ταυτόχρονα ανακούφιση και δυσφορία. Εφευρίσκω μια ανάγκη. Να παρακολουθήσω, να μείνω updated, να κερδίσω το χαμένο χρόνο σε ταινίες, σε άρθρα, σε λόγο, σε θεατρικές παραστάσεις. Να ξέρω όλη την κριτική σχετικά με τη διαχείριση του κοβιντ από συνωμοσιολόγους, λοξούς στοχαστές, επιδημιολόγους, φιλοσόφους, συλλογικότητες, δημοσιολόγους. Όλο αυτό με αγχώνει.

Ταυτόχρονα καθησυχάζομαι. Βλέπω ταινίες που αλλάζουν όλη την ατμόσφαιρα. Θυμάμαι πόσο καλή ηθοποιός είναι η ανετ μπένινγκ, αποχαυνώνομαι με τον λαιμό της τζέσικα τσαστέιν, ετοιμάζω λίστες, γελάω με τον τσανγκ στο community. Στο αυτοκίνητο ακούω μοσχολιού και αλεξίου τα ίδια τέσσερα – πέντε τραγούδια και τραγουδάω. Στο σπίτι το μισό soundtrack του barry lyndon, ένα τραγούδι της dua lipa, δύο της πλάτωνος, μια συναυλία του χατζιδάκι, ένα άλμπουμ του μαμαγκάκη και αυτά που βλέπω στο τλ από άτομα που συμπαθώ κι ούτε κοιτάζω τι είναι. Ακούω αλλιώς το δεν ξεριζώνονται οι νύχτες από μέσα μας.

(Με φαντάζομαι στο σκαμπό ενός μπαρ με τα χέρια άγκυρες και γάντζους στην ξύλινη μπάρα και ο χαρδαλιάς με συνοδεία οπκε να με τραβάει απ’ τις μασχάλες, απ’ τα πόδια, απ’ το λαιμό. Θέλει να με στείλει σπίτι, να μου κόψει πρόστιμο, να μου βγάλει τα νύχια, να με κλειδώσει σ’ ένα μικρό δωμάτιο με μια οθόνη που παίζει όλη μέρα αποτελέσματα αστυνομικών ελέγχων και απηυδισμένους από τον απείθαρχο λαό χατζηνικολάου).

Νιώθω το όριο της χαϊφιντελικής ιδέας που ταλαιπώρησε (και υπηρέτησε) κόσμο και κοσμάκη, ότι δηλαδή στ’ αλήθεια είμαστε αυτό που μας αρέσει κι όχι αυτό που είμαστε. Όμως οι αποσκευές μας, όσο λυτρωτικές κι αν είναι, που είναι, δεν είναι αρκετές για να σπρώξουν το κάρο, όταν όλοι οι δρόμοι είναι γεμάτη λάσπη. Οκ, όχι πολύ πετυχημένη παρομοίωση, αλλά ας πούμε ότι καταλαβαινόμαστε. Ένα τραγούδι θέλει κάπου να απευθυνθεί, κάπου ν’ ακουμπήσει, κάπου να σε στείλει. Αυτό το κάπου όμως, αυτός ο κάποιος, είναι πίσω από μια πόρτα κλειστή.

***

[Πως διάολο έτυχε να κολλήσω με αυτή τη φράση λίγο πριν απ’ όλο αυτό] Όλοι θέλουν δικό τους το τέλος του κόσμου, γράφει ο Ντελίλλο. Όμως σε ημιδιαλυμένα νοσοκομεία, έγκλειστοι, με άδειους δρόμους, στένοντας sms σε πενταψήφια και μακριά ο ένας απ’ τον άλλον, δεν υπάρχουν ωραίες δηλώσεις, τρυφερές χειρονομίες, μεγαλεπήβολα σχέδια, λάθος επιλογές. Αυτό είναι ένα τέλος που δε μπορεί να γίνει δικό μας.

Ένας Ιταλός απ’ το Μπέργκαμο περνάει απ’ την οθόνη. Ο δημοσιογράφος του κάνει ερωτήσεις. Προσπαθεί να ξεκινήσει να μιλάει αλλά δεν τα καταφέρνει. Λέει μόνο την πρώτη λέξη κι ύστερα τον πιάνουν κλάματα. Νιώθω πως έχει περάσει ένα δεκάλεπτο. Σκέφτομαι κάποιους που ξέρω απ’ το Μπέργκαμο που αγαπάνε την Αταλάντα. Πως είναι να ‘ναι το Μπέργκαμο η πόλη σου; Άνθρωποι απ’ την Κίνα γράφουν τι σημαίνει λοκντάουντ χωρίς λεφτά, χωρίς δυνατότητα να κάνεις συνδρομές και παραγγελίες, χωρίς μπιντζ γουότσινγκ με γλυκά και πατατάκια. Στο νότο της Ιταλίας ειδήσεις για λούτινγκ – δεν έχουν φράγκο να αγοράσουν το οτιδήποτε – μια πραγματική πολιτική ανάγκη . Στο σούπερ μάρκετ η ταμίας έχει κλατάρει. Στην Καλλιθέα σε ένα μικρό συνοικιακό κατάστημα με λάμπες και άλλα ηλεκτρολογικά ένας τύπος κάθεται μέσα με κατεβασμένο το ρολό και δεν κάνει τίποτα. Στη Νέα Σμύρνη ένας παππούς ακούει μπερδεμένος ότι πρέπει να περιμένει έξω απ’ το μίνι μάρκετ. Ένας μπαίνει ένας βγαίνει. Η ρομαντικοποίηση της καραντίνας είναι ταξικό προνόμιο, λέει ένα σύνθημα των ημερών. Το ίδιο και η ρομαντικοποίηση του τέλους.

***

***

Tο youtube κάνει πρόγραμμα μόνο του και ξαναπέφτω στο στίχο του Cohen you were born to judge the world, forgive me but I wasn’t. Θα ήθελα να μπορώ να πω κάτι αντίστοιχο, αλλά μετά την πρώτη εβδομάδα, η ανησυχία δίνει τη θέση της στην εξαλλοσύνη. Βλέπω ένα μπάτσο να κάνει κεφαλοκλείδωμα σε έναν μάλλον παππού. Βλέπω πέτσες, σταϊκούρες, γεωργιάδηδες, κοντοζαμάνηδες. Βλέπω το βασικό εργαλείο διαχείρισης μιας πανδημίας να είναι οι μπάτσοι – ε τί θα ήταν, οι άνθρωποι τέτοιοι είναι. Νιώθω ότι σχεδόν ξεχάσαμε τον εθνικό παροξυσμό που ζούσαμε μέχρι πριν είκοσι μέρες, αλλά κάνω λάθος, αυτοί που πρέπει θυμούνται. Απλώς τα κρούσματα, τα φάρμακα, τα εμβόλια και οι ΜΕΘ, έχουν σκεπάσει ελαφρά το γεγονός ότι οι άνθρωποι στα γκρικ-γιουροπίαν στρατόπεδα συγκέντρωσης καταδικάζονται να περάσει από πάνω τους η πανδημία. Πνίξιμο, πουσμπακς, black sites, φυλακή και τώρα κόβιντ.

3

Είναι μια καλή ευκαιρία να καταλάβει κανείς τα όσα λέγονται για την απλήρωτη οικιακή εργασία. Κάθε φορά που μας λένε πόσο πρέπει να απολυμαίνουμε συνέχεια ή να βάζουμε πλυντήρια ή ν’ αερίζουμε ή να προσέχουμε τη διατροφή μας και να μαγειρεύουμε ή να φροντίζουμε το χώρο μας (το σπίτι μας – η αρένα μας), αναρωτιέμαι πού είναι ο μισθός για αυτό το πράγμα. Έχω στο νου κάτι θείες, κάτι γυναίκες, τη μάνα μου και με πιάνει η ψυχή μου, που δούλευαν και δουλεύουν μια ζωή δύο δουλειές, η μία κακοπληρωμένη και η άλλη απλήρωτη.

***

ΜΙΣΓΙΟΥ

Τηρουμένων των αναλογιών και αφού προς το παρόν εμένα η ελληνικότητα μου δίνει συγχαρητήρια και συμβουλές ή με απειλεί και μου κόβει πρόστιμα για να μένω σπίτι, σκέφτομαι τι μου λείπει.

Τα μπαρ. Να μην πρέπει να με πιάσει ταχυκαρδία αν τύχει να δω από μακριά τους γονείς μη και τα σταγονίδιά μου κάνουν μεγαλύτερη των δύο μέτρων διαδρομή. Να μην παρατηρώ τι πιάνει ο καθένας εκεί έξω. Να κάνω τη διαδρομή εξάρχεια κουκάκι με τα πόδια με μια στάση ίσως στο λακαντόνα. Κάποιοι άνθρωποι. Κάποιοι πολύ κοντινοί και κάποιοι μισοάγνωστοι που ένιωθα μια αόριστη ασφάλεια ότι είναι κάπου (σε ένα καφέ, σε ένα ψιλικατζίδικο) και θα δω τις φάτσες τους. Σκέφτομαι τον γνωστό που σε πιάνει από πίσω καθώς μπαίνει στο χώρο πριν τον δεις και πριν σου μιλήσει. Τι ωραία αίσθηση. Σκέφτομαι ξυπολυσιές και βαρέθηκα να πλένω χέρια, να κάτσουμε σε ένα πεζοδρόμιο και να φάμε παγωτό και σουβλάκια και να μη φοράει κανείς γάντια και ο υπάλληλος να ‘χει πιάσει το χωνάκι. Να κυκλοφορήσουμε την πόλη και να τα πιάσουμε όλα. Να απλώσουμε τα κουλά μας σε όλα τα βιβλιοπωλεία, να ξεφυλλίσουμε αυτά που δε θα αγοράσουμε, να περάσουμε από μαγαζιά με ρούχα και να απλώσουμε την παλάμη σ’ ότι είναι κρεμασμένο.

Επιχειρήματα επί επιχειρημάτων ενάντια στους μικρόκοσμους και τώρα το μόνο που σκέφτομαι είναι να αγοράσουμε ένα σπίτι να ‘χει στη μέση μια κοινή αυλή σαν παλιά ελληνική ταινία ή μια ολόκληρη πολυκατοικία και να σπάσουμε τις αποστάσεις τις μονάδες και τις μοναξιές και τις δυαδικότητες, να ‘χουμε μια αστική φάρμα (παναγία μου τι έφτασα να λέω) να ‘μαστε όλοι τριγύρω. Το εξτέντεντ φάμιλι δοκιμάζεται στα τσατς, θα βγει δυνατό ή όχι δεν έχει σημασία, αυτές οι μέρες υπενθυμίζουν τη χάρη της συλλογικής ζωής. Μου λείπει να περπατήσω γύρω απ’ το σταθμό αττική και στην αριστοτέλους, να μπω να πάρω απ’ τον έναν φούρνο τυρόπιτα και απ’ τον άλλο καφέ και και και. Και να δοκιμάσουμε απ’ το ίδιο ποτήρι, απ’ το ίδιο πηρούνι.

Νοστάλγησα να διαβάσω το νοστάλγησα του γκόρπα λίγο πριν βγω απ’ το σπίτι χωρίς να έχω κανονίσει τίποτα, όμως να το υποψιάζομαι πως θ’ αργήσω.

4 Σχόλια

Filed under ασυναρτησίες, Uncategorized

πειράζει, δεν πειράζει

Στο Καπανδρίτι μια κάποια στραβοτιμονιά, ενώ κοιτάζω το gps για να σιγουρευτώ ότι είναι πατημένο (και τώρα και για πάντα) το αποφυγή διοδίων. Τα δευτερόλεπτα που το αμάξι κάνει τη μίνι βαρκάδα του δεξιά-αριστερά, συμπίπτουν με τα πρώτα δευτερόλεπτα που παίρνει μπρος ο Johann Pachelbel. Η στιγμή (αφού δεν πάθαμε και τίποτα) είναι κινηματογραφική, είναι κατασκευασμένη για να τη δω – από μακριά ενώ τη ζω – κινηματογραφικά. Βλέπω τον εαυτό μου σαν τον άτυχο ήρωα και μου ξεφεύγει ένα δεν πειράζει για τον τύπο που προβάλλεται στον φανταστικό πανί. Χαλάλι η στραβοτιμονιά, άμα είναι να έχει τέτοιο soundtrack.

Φυσικά δεν είναι ταινία και αφού, φανταστικά πάλι, αυτοχαστουκιστώ αναγνωρίζω την συνύπαρξη αμετροέπειας και βλακείας. Να οδηγείς κοιτώντας το κινητό και όχι το δρόμο και το αμάξι να φεύγει κι εσύ να λες δεν πειράζει επειδή είναι κατάλληλη η μουσική. Εντωμεταξύ ήδη το cd έχει προχωρήσει παρακάτω, stars are stars και θεέ μου υπολογιστή, οπότε με συγχωρώ αυτόματα, ακούω, οδηγώ και απολαμβάνω χωρίς την παραμικρή ενοχή. Ας πούμε και μια κουβέντα παραπάνω στην τελική. Και τί πειράζει;

Λίγο πιο κάτω σε έναν επαρχιακό δρόμο, ή σε κάτι τέλος πάντων που η επιθυμία μου για οδήγηση σε επαρχιακό δρόμο βαφτίζει έτσι, βλέπω έναν κουριερά που καταλαβαίνω ότι μόλις πριν λίγο είχε πέσει με το μηχανάκι. Η μηχανή είναι ακόμη ξαπλωμένη στην άκρη του δρόμου και αυτός δίπλα, στέκεται όρθιος, και τινάζεται. Σταματάω λίγα μέτρα πιο κάτω, ο επίσημος λόγος είναι ότι θέλω να σιγουρευτώ ότι ο άνθρωπος είναι καλά, στην πραγματικότητα απλά παρατηρώ. Ο τύπος τινάζεται και καθαρίζεται καλά και ενδιάμεσα ρίχνει ματιές προς τα πάνω, ποιος ξέρει αν ευχαριστεί το θεό ή αν βρίζει την παναγία ή και τα δύο μαζί. Αμέσως μετά κάθεται κάτω, στην άκρη του δρόμου, σε κάτι που μοιάζει με τσιμεντένιο πεζοδρόμιο, βγάζει απ’ την εσωτερική τσέπη του μπουφάν ένα πακέτο και ανάβει τσιγάρο. Καπνίζει με φοβερή προσήλωση. Είναι απ’ αυτά τα τσιγάρα που ζηλεύεις κι ας μην καπνίζεις. Είναι απ’ αυτά τα τσιγάρα που λες αξίζει να πέσω (λίγο;), αν είναι να ανάψω τέτοιο τσιγάρο μετά.

56816079_272634503451969_7929360603171258368_n

Επανέρχομαι, θέλοντας και μη, σ’ αυτό το το προηγούμενο δεν πειράζει. Σκέφτομαι ότι στ’ αλήθεια πειράζει, αφού το μυαλό – κινηματογραφικά πάντα – κάνει μια γύρα σε καμιά δεκαριά αγαπημένα πρόσωπα, παλιά και νέα, σε τρία μέρη παραθαλάσσια και βουνίσια και σε άλλα τρία στην Αθήνα, στο τελευταίο επεισόδιο του δεύτερου κύκλου του fleabag, στη rosamund pike στο gone girl που επείγει να ξαναδώ, στην steffy argelich (ανοίγω και κλείνω instagram), στην – ο θεός να την κάνει – αίθουσα αναμονής για τη μεθ, στο κατ, πριν λίγο καιρό, και τα πρόσωπα που περίμεναν και περίμεναν και περίμεναν για λίγα λεπτά, για μια ματιά – στ’ αλήθεια για λίγο χρόνο ακόμη. Κι ύστερα θυμήθηκα ξαφνικά μια επιγραφή σε ένα γραφείο κάποιου, σε κάποια δημόσια υπηρεσία: Τα λόγια κυρίου, λόγια αγνά. Όταν έδινα πανελλήνιες είχα παπαγαλίσει μια φράση ο χριστός σώζει, επομένως ψεύδεται και την έλεγα κάθε τόσο στην εκθεσού, κι αυτή δυσανασχετούσε αλλά υπέμενε, κανονικά θα έπρεπε να με αρχίζει στα μπινελίκια κάθε είδους, αλλά αυτά έχουν οι καθηγητές – υπομονή. Κι ύστερα στιγμιαία αναρωτήθηκα, ο κούριερ που ‘χε πέσει λίγο νωρίτερα στο δρόμο, άραγε που επιλέγει να ακουμπήσει τη στιγμή της πτώσης, τη στιγμή του αβέβαιου αποτελέσματος; Στην επιγραφή για τα αγνά λόγια ή στον αφορισμό περί ψεύδους; Είναι μια απόφαση κι αυτή και πρέπει να την πάρει κανείς, έτσι μας λένε για τις αποφάσεις ότι πρέπει να τις παίρνουμε. Πρέπει να αποφασίσει λοιπόν κανείς, έστω εκείνη τη στιγμή, έστω κι αν δεν προλαβαίνει. Αλλά όπως κάθε δίλημμα, έτσι κι αυτό, απαντιέται καλύτερα, μόνο αν πεις none of the above, και επιλέξεις κάτι άλλο, κάτι αληθινά απελευθερωτικό και ανακουφιστικό και ανίσχυρο μεν μπροστά στις δυνάμεις του κόσμου, αλλά πάντως εντελώς δικό σου. Πχ. αφού πέσεις με το μηχανάκι, ξεσκονίζεσαι και κάθεσαι οκλαδόν στην άκρη του δρόμου και κάνεις αυτό το ένα, ολοδικό σου τσιγάρο, και εκεί ακριβώς είναι που κάνεις την επιλογή σου, όχι μεταξύ ζωής και θανάτου ασφαλώς, αλλά αυτήν που ακολουθεί της συγκυρίας, του τυχαίου, του διαρκούς αδιανόητου παιχνιδιού όλων όσων έρχονται με φόρα χιλιάδων χιλιομέτρων κατά πάνω σου. Κάτσε και κάνε το τσιγάρο σου ρε άνθρωπε.

Παραληρώ, αλλά φταίει η χθεσινοβραδινή λίστα με τα τραγούδια που έφτιαξα για τη διαδρομή μέχρι το Καπανδρίτι, που δεν μπόρεσε να αποκτήσει ταυτότητα (η λίστα εννοώ), αφού παλινδρομεί μεταξύ του θέλω να πάρω ναρκωτικά και να χοροχτυπηθώ σε τοίχους και πατώματα και του θέλω να πηδήξω απ’ τον έβδομο όροφο (αλλά να επιζήσω, έχοντας μερικές μικρογρατζουνιές).

56481812_356888168258401_7350738782238277632_n

Σε αυτό το σημείο – κι ενώ έχω φτάσει σχεδόν βαρυμπόμπη – είμαι έτοιμος να βγάλω ένα τελικό συμπέρασμα σχετικά με αυτό το δεν πειράζει (που δεν είπα βέβαια στ’ αλήθεια, αλλά και πόσο ψέματα είναι τελικά το σινεμά;), και πάνω που θα ‘μουν αυστηρός και δίκαιος με τον εαυτό μου και θα με έβαζα στη θέση μου, αρχίζει η st. vincent και όλα πάνε κατά διαόλου. Γιατί είτε πειράζει, είτε δεν πειράζει, θα έχουμε πάντα το emotional rescue της, τουλάχιστον εγώ δηλαδή θα το έχω, οπότε κάθομαι οκλαδόν στο πεζοδρόμιο και κάνω το τσιγάρο μου.

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized

στάχτη στα μπατζάκια μας

Έξω απ’ τα επείγοντα. Κάθεται και καπνίζει. Είναι – λέω – εβδομήντα χρονών. Τα μαλλιά της είναι σχετικά κοντά, αλλά όχι πολύ, έχουν σχετικό όγκο, αλλά όχι πολύ. Θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν αριστοκρατικά, αν αυτή η λέξη μπορούσε να περιγράψει κάτι ή να αποδώσει κάποιο συγκεκριμένο νόημα. Φοράει ένα σχετικά φαρδύ μαύρο υφασμάτινο παντελόνι με τσάκιση. Κάθεται σταυροπόδι, κοιτάζει τον απέναντι τοίχο, δηλαδή ένα πολύ συγκεκριμένο άσπρο κομμάτι του και καπνίζει. Καπνίζει με αργές μεγάλες ρουφηξιές κάτι λεπτά μακριά τσιγάρα. Άλλη μια τέχνη που εξαφανίστηκε με την κρίση και την καθολική σχεδόν επικράτηση του καπνού. Το να καπνίζεις τέτοια τσιγάρα με τέτοιο στιλ, να χρησιμοποιείς τα δάχτυλα με αυτόν το συγκεκριμένο τρόπο. Τσάμπα πήγε τόσο σινεμά, τόσες στερεοτυπικές εικόνες, τόση οπτική επιχειρηματολογία για το τι συνιστά ομορφιά. Κοιτάζω λίγο πλάγια τη γυναίκα που συνεχίζει να καπνίζει με αυτές τις αργές κινήσεις, που δεν αποπνέουν καμία ηρεμία, μόνο ίσως αφοσίωση, αφοσίωση στο απέναντι σημείο του τοίχου, αφοσίωση σ’ αυτή τη σκέψη που κάνει ξανά και ξανά. Λίγο πριν σηκωθώ παρατηρώ ότι όπως κάθεται σχεδόν ακίνητη, με το χέρι μόνο να επαναλαμβάνει την ίδια κίνηση, όλη η στάχτη πέφτει στο δεξί μπατζάκι της. Για κάποιο λόγο είμαι σίγουρος ότι το έχει καταλάβει. Το έχει καταλάβει και απλά καπνίζει το τσιγάρο, ανέκφραστη, σχεδόν όμορφη ή νηφάλια απελπισμένη, μες σ’ αυτή την ακινησία, που τη σπάει μόνο το χέρι της. Μια φορά για να φέρει τον καπνό στο στόμα κι άλλη μια για να πετάξει τη στάχτη στο μπατζάκι του παντελονιού της.

***

54729964_312062412825359_4029775738604355584_n

Τον βλέπω, μέσα απ’ το αυτοκίνητο, να περιμένει στη στάση του λεωφορείου και να βαδίζει πέρα δώθε εντός του περιορισμένου πλαισίου της. Είναι δώδεκα παρά, νύχτα. Τον είχα δει και νωρίς το μεσημέρι να ανεβοκατεβαίνει ορόφους στο νοσοκομείο. Με τα παλιακά γυαλάκια του, χαρτοφύλακα στο χέρι και το γκρίζο σακάκι, κύριος και καλοσιδερωμένος, αλλά ταυτόχρονα βαθιά χαμένος σ’ έναν αόρατο λαβύρινθο. Τώρα, μετά τόσες ώρες, περιμένει ένα λεωφορείο να πάει που; σπίτι του; να φτάσει μετά από πόση ώρα; Κάνω ένα σωρό εικασίες, προβολές, υποθέσεις. Νομίζω πως διαβάζω ξεκάθαρα στα μάτια του που δεν είδα, παρά μόνο φευγαλέα ή μάλλον καθόλου για να ‘μαι ειλικρινής, αυτό το αίσθημα της μοναξιάς. Της μοναξιάς που εμπεριέχεται στο να έχεις μείνει άπειρες ώρες στο νοσοκομείο, να έχεις παλέψει με το γραφειοκρατικό τέρας, να έχεις περάσει το προσωπικό σου δράμα, να έχεις περιμένει για νέα, για βελτίωση, για απάντηση, για ενημέρωση και μετά απ’ όλα αυτά να πρέπει να περιμένεις το βραδινό λεωφορείο στην πεθαμένη Κηφισίας. Να περπατάς πάνω κάτω τα δυομιση μέτρα της στάσης και να περιμένεις. Ηθοποιός από βουβή ταινία.

***

“(..) Δεν έχουμε ανάγκη από σουρεαλιστική τέχνη, ξέρεις. Για μένα, σουρεαλισμός είναι αυτό: δύο άνθρωποι, να αντιμετωπίζουν αυτό που είχαν να αντιμετωπίσουν.”

Φ. Ροθ – Πατρική Κληρονομιά

***

55892393_1090997947753328_5018929650588450816_n

Είμαι σ’ ένα live και καθώς κοιτάζω για πρώτη φορά τον Χ. να παίζει, ξεχνιέμαι. Η μουσική κάνει ένα περίεργο fade, δεν αφαιρούμαι συνειδητά για να σκεφτώ, απλά ξεχνιέμαι. Η ένταση χαμηλώνει, όπως όταν ακούς στ’ ακουστικά ένα δίσκο κάνοντας δουλειές και ο δίσκος τελειώνει και δεν το παίρνεις χαμπάρι γιατί αφενός είσαι αφοσιωμένος στις δουλειές, αφετέρου η μουσική έχει ήδη κάνει αυτό που κάνει η μουσική και έχεις συντονιστεί και παραμένεις εκεί. Τ’ ακουστικά βγάζουν σιωπή, αλλά τα ηχεία της ενδοχώρας παράγουν ακόμη το ίδιο αίσθημα. Με το αίσθημα λοιπόν ολοκάθαρο μέσα μου, αλλά και αυξημένη τη διαύγεια μιας επινοημένης βουβαμάρας, αρχίζω να κοιτάζω γύρω μου. Βλέπω γνωστές φάτσες, πρόσωπα αγαπημένα και τα βλέμματά τους εστιάζοντας στον Χ. αντανακλούν τη χαρά του και την πολλαπλασιάζουν. Δεν είναι αυτή η κάπως ενοχλητική περηφάνια γονεϊκού τύπου. Δεν έχει σχέση με το αποτέλεσμα ούτε όμως και με αυτόν καθεαυτόν τον άνθρωπο που ‘ναι απέναντί μας. Είναι ένα βύθισμα στη χαρά. Προφανώς ο καθένας βουλιάζει εκεί για τους λόγους του, πλάθει το δικό του νόημα, δίνει τις δικές του εξηγήσεις. Αλλά τι ‘ναι αυτό που αν εξηγήσεις αμέσως αλλάζει, τι ‘ναι αυτό που αντιστέκεται στην ερμηνεία, τι ‘ναι αυτό που δεν χωράει ούτε στη δικαίωση ούτε στο παράπονο ούτε στις αναμονές κάποιου μέλλοντος; Τι ‘ναι αυτό που βλέπω στα πρόσωπα και δεν προλαβαίνω να καταλάβω ή να χορτάσω; Γιατί φυσικά σιγά σιγά η μουσική κάνει ξανά fade in, δυναμώνει, με παίρνει απ’ τα μούτρα και εγώ επιστρέφω εκεί που ήμουν. Στο σημείο που προσέχεις αυτό που είχες εξαρχής θεωρήσει ότι θα είναι σημαντικό. Για λίγο όμως, ήμουν αλλού, ήμουν εκεί, ήμουν ποιος ξέρει που;

***

Βλέπω δυο ανθρώπους που μάλλον δεν γνωρίζονται καλά και στέκονται δίπλα δίπλα. Τους παρατηρώ καθώς ανταλλάσουν μερικές κουβέντες, ψιλοχαμογελάνε, κοιτάνε μπροστά χωρίς να λένε τίποτα, η σιωπή λίγο βαραίνει, κάτι ξαναλένε. Που και που μια ελαφριά κίνηση και ίσα που ακουμπάνε ώμο με ώμο. Να το πάλι το γνωστό εκκρεμές των ανθρώπων που πόσο τους αρέσει που ακουμπάνε λιγάκι κι ύστερα πάλι επιστρέφουν στη θέση τους, για να αντιληφθούν (ή και όχι) ότι η θέση τους έχει ήδη αλλάξει και σιγά σιγά ξαναπαίρνουν την κατηφόρα για το διπλανό ώμο και πάει λέγοντας. Εντωμεταξύ σκέφτομαι ότι κάποτε έβλεπα την αμηχανία στο σινεμά και με ενοχλούσε. Το θεωρούσα εύκολη λύση ή εξεζητημένη πόζα. Τώρα, η εικόνα των δύο ανθρώπων, με οδηγεί στο ξαφνικό συμπέρασμα ότι το πρόβλημα εντοπίζεται όχι στην ίδια την αμηχανία, αλλά στο γεγονός ότι το αίσθημα της αμηχανίας πολλές φορές επιβάλλει και μια βιασύνη να βρεθεί μια λύση στο δράμα, να πάμε παρακάτω, να παρθούν αποφάσεις, να γίνουν πράγματα, να ειπωθεί κάτι. Άρα, ίσως μια απάντηση θα ήταν όντως να μπορέσεις να ζήσεις μες στην αμηχανία. Στο ρευστό της κλίμα, στην αναποφασιστικότητά της, στην διαρκή αντίφαση που εμπεριέχει. Το εκκρεμές των ανθρώπων που ακουμπιούνται και απομακρύνονται προσφέρει διάφορα ενδεχόμενα. Ας μπει εδώ μια ανακουφιστική, θαυμάσια τελεία.

Ξαναγυρνάω το βλέμμα μου στους δύο ανθρώπους και το εκκρεμές λειτουργεί ακόμη, με όλα τα ενδεχόμενα άλυτα, αναπάντητα και εκκωφαντικά παρόντα.

***

Απολαμβάνω το βιβλίο στον ηλεκτρικό, γελάω σε κάτι σημεία με τον Ροθ να περιγράφει ότι προς το τέλος της ζωής του, ο πατέρας του έφερνε κάθε φορά και μια σακούλα με διάφορα αντικείμενα που δεν ήθελε πια. Ανάμεσά τους και κάποια που είχε χαρίσει ο ιδίος ο Ροθ παλιότερα σ’ αυτόν ή στη μητέρα του. Διαβάζω παρακάτω και σε μια στιγμή λέει ο Ροθ ότι είχε στείλει ένα αμάξι να πάρει τον πατέρα του απ’ την πόλη που έμενε και να τον φέρει στο σπίτι του για την καθιερωμένη επίσκεψη. Τρεις ώρες διαδρομή.

Ξαφνικά ένα (γραφικό) στράβωμα. Άσε μας ρε Ροθ, γράφεις το ένα υπαρξιακό μετά το άλλο επί 200 σελίδες και μετά πας και λες ότι στέλνεις αυτοκίνητο να παραλάβει τον πατέρα σου τρεις ώρες απόσταση και να τον φέρει πάλι πίσω. Κοιτάζω στο βαγόνι τις φάτσες και σκέφτομαι ότι όλοι αυτοί που είναι γύρω μου, αν αρρωστήσουν οι γονείς τους, ζήτημα είναι αν θα έχουν να πληρώσουν την αποκλειστική για το βράδυ. Άκου έστειλε οδηγό τρεις ώρες απόσταση. 

Σε αυτό το σημείο άνοιξε η πόρτα και κάμποσοι φτωχοί (τουλάχιστον στο μυαλό μου) ψάξαμε βιαστικά να βρούμε τις κυλιόμενες. Η μέρα συνεχίζεται.

55669568_2220252584680378_1566597507423666176_n

το τελικό σχόλιο περί αποδοχής & αγάπης σε τοίχο στο Κουκάκι

 

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized

ποταμάκι

Σήμερα στη βόλτα του σκύλου, φωτογραφίες πεταμένες στα σκουπίδια.

37961324_2294506440576234_6274932148415758336_n

1. Κάποιοι μετακόμισαν. Στο καινούριο σπίτι, αφημένα ένα σωρό πράγματα απ’ τους παλιούς ενοικιαστές, ποιος ξέρει γιατί. Λένε στο παιδί τους κατέβασέ τα στα σκουπίδια. Βαριέται αλλά τα κατεβάζει σιγά σιγά. Τελευταίες μένουν καμιά ντουζίνα φωτογραφίες. Πατάει ν’ ανοίξει ο κάδος, αλλά καθώς τις σηκώνει στον αέρα, κάπου πέφτει το μάτι του. Ομαδικές πόζες, πάσχα, μια κοντινή από κάποιο γλέντι σε μπουζούκια, μια όμορφη γυναίκα άλλης εποχής. Δεν του πάει καρδιά να τις πετάξει, αλλά φοβάται και να τις κρατήσει. Θα ‘ταν περίεργο και δεν έχει επιχείρημα να πει στους μεγάλους. Ίσως δεν μπορεί να τις κρατήσει, αλλά σίγουρα δεν μπορεί να τις αφήσει να χαθούν ανάμεσα σε αποφάγια, άδεια κουτιά πίτσας και μισάνοιχτες μαύρες σακούλες. Τις ακουμπάει στο πεζοδρόμιο κι επιστρέφει σπίτι να κολλήσει τους φίλους του στον τοίχο με μπλου τακ. Ασυναίσθητα χρησιμοποιεί μεγάλη ποσότητα μπλου τακ και πιέζει με αχρείαστα μεγάλη δύναμη τις φωτογραφίες στον τοίχο.

2. Κάποιος πέθανε και κάποιος προσπαθεί να αποχωριστεί τις μνήμες. Να μην τα βλέπω και βυθίζομαι ολοένα και βαθύτερα σ’ αυτό το παρελθόν που είναι αδύνατο πια να συζητηθεί παρέα, να γίνει ιστορία που λες γύρω απ’ το κοινό τραπέζι και γελάς ξανά και ξανά με το ίδιο παμπάλαιο αστείο. Να ξεχάσω για ν’ αναπνεύσω το χρόνο που τώρα αφαιρείται αναδρομικά.

3. Κάποιος κάνει μια καινούρια αρχή. Κέρδισε το τζόκερ ή παραιτήθηκε ή κουνήθηκαν απλά οι εσωτερικές τεκτονικές πλάκες. Δεν προσπαθεί να ξεχάσει, γιορτάζει, κοιτάζει μόνο μπροστά. Το παρελθόν είναι το βάρος που τον κρατούσε καθηλωμένο, τώρα όμως είναι ελαφρύς, ελαφρύς σαν πουλί κι όχι σαν φτερό (που έλεγε κι ο άλλος).

4. Δίπλα στο μικρό πάκο με τις φωτογραφίες είναι μια τσάντα. Κλάπηκε στην οδό τάδε το απόγευμα της τάδε ημερομηνίας. Η τσάντα περιείχε πορτοφόλι, κλειδιά, κινητό, ένα μικρό σημειωματάριο, ένα μπουκαλάκι νερό και τις φωτογραφίες. Η ιδιοκτήτρια τις βρήκε σε ένα κουτί και πήγαινε να τις δείξει στην αδερφή, στον πατέρα, κάτι φίλους της. Απλά ενθύμια που νομίσανε χαμένα ή η θεία Μαίρη μια φορά κοριτσάκι, υπήρξε όντως, το περίμενε κανείς; ή κάποιο πολύτιμο εύρημα – ο μπαμπάς που η πιο ευτυχισμένη του στιγμή ήταν η κυριακή του πάσχα. Την ώρα που της πήραν την τσάντα, σκεφτόταν έχουμε ζήσει, κι αν έχουμε ζήσει, ε και ψιλοχαμογελούσε. Ο κλέφτης πήρε ό,τι ήθελε απ’ την τσάντα και την παράτησε μαζί με το άχρηστο περιεχόμενο δίπλα σ’ ένα κάδο. Η πασχαλιάτικη φωτογραφία του φάνηκε οικεία, αλλά όλες οι αντίστοιχες φωτογραφίες μοιάζουν.

cl_lis

Το στιγμιότυπο από μια συνέντευξη της Λισπέκτορ που βρήκα στο φμπ τοίχο του Σ.Γ.

[Για κάποιο λόγο σήμερα μου ξανάρθε στο μυαλό αυτή η συνέντευξη και ο τρόπος που η Λισπέκτορ μιλάει, οι παύσεις, η ειλικρίνειά της που δημιουργεί σχεδόν δυσφορία.]

Περπατάω τους ίδιους δρόμους τρεις μέρες τώρα πηγαίνοντας πέρα δώθε με τον σκύλο. Οι φωτογραφίες είναι ακριβώς εκεί, στο ίδιο σημείο. Τις έχουν δει φαντάζομαι πολλοί άνθρωποι, αλλά κανείς δεν είπε να τις πάρει από εκεί, είτε για να τις πετάξει στον κάδο, είτε για οποιοδήποτε άλλο λόγο. Περπατάς και καθώς κοιτάς και ξανακοιτάς, το πρωί, το απόγευμα, το επόμενο πρωί τις ίδιες εικόνες – μια γυναίκα καλοχτενισμένη σε νυχτερινό κέντρο, ένας άντρας ποζάρει καθώς γυρίζει το αρνί, μια παλιότερη ομαδική πόζα – δημιουργείται μια αίσθηση αμηχανίας, κάτι λίγο ανεξήγητο. Δεν δικαιούμαι να τις πετάξω, καλά καλά δεν δικαιούμαι να τις ερμηνεύσω. Οι άνθρωποι της γειτονιάς περνούν και ξαναπερνούν και απλά στο σημείο γίνονται κάπως πιο προσεχτικοί, να μην τις πατήσουν, να ρίξουν και μια λοξή ματιά (αλλά να μην καρφωθούν κιόλας μένοντας για ώρα στο σημείο – πολύ περισσότερο να μην τις σηκώσουν, να μην τις κρατήσουν στα χέρια τους). Το παρελθόν ζυγίζει κάτι τόνους μερικές φορές και εντωμεταξύ χθες πέρασαν και οι υπάλληλοι καθαριότητας. Τίποτα δεν άλλαξε. Ποιος βάζει τα χέρια του να σηκώσει κάτι τόσο βαρύ κι ανεξιχνίαστο;

Άσε που 5. μπορεί κάποιος να μετάνιωσε για εκείνα τα λεπτά θυμού που οδήγησαν σ’ αυτή την ενέργεια. Καμιά φορά, σκέψη στη σκέψη, κουβέντα στην κουβέντα, το μυαλό γίνεται κατσαρόλα που βράζει, όλο βράζει, μέχρι που το νερό χύνεται απ’ έξω. Και κατεβάζεις ό,τι αναμνηστικό βρίσκεις μπροστά σου και τους δίνεις μια να πάνε στο διάολο κι αυτά κι ακόμη περισσότερα. Αλλά μερικές φορές οι άνθρωποι μετανιώνουν. Μπορεί λοιπόν κάποιο πρωί να δούμε να τρέχει κάποιος άγνωστος (ή ακόμη χειρότερα ένας γείτονας) απ’ τη γωνία, να έρχεται με φόρα και να γονατίζει δίπλα στον κάδο. Κι όπως κάποτε η Annette Bening στο American Beauty αγκάλιασε εκείνα τα πουκάμισα, έτσι και τώρα αυτή η άγνωστη φιγούρα θα κρατάει στα χέρια τις φωτογραφίες με ανακούφιση που ‘ναι ακόμη εκεί. Ίσως και να κλαίει λίγο.

Με αυτό το ενδεχόμενο να κρέμεται πάνω απ’ τα κεφάλια μας, δημοτικοί υπάλληλοι και κάτοικοι, δεν κάναμε τίποτα τρεις μέρες τώρα. Οι φωτογραφίες δεν είχαν κουνηθεί χιλιοστό.

Και τώρα Κυριακή μεσημέρι είναι όλοι κολλημένοι στο τζάμι της μπαλκονόπορτας και καθώς βρέχει, βλέπουν το νερό που κατεβάζει ο δρόμος σιγά σιγά να αυξάνεται, να αυξάνεται λίγο ακόμη, μέχρι που καβαλάει ελαφρά το χαμηλό έτσι κι αλλιώς πεζοδρόμιο και γίνεται μικρό ποταμάκι. Μικρό, πολύ μικρό, αλλά ικανό να παρασύρει σκουπιδάκια, φύλλα και άλλα μικροπράγματα που βρίσκονται στο πεζοδρόμιο. Μικρό, πολύ μικρό ποταμάκι, αλλά ικανό να σηκώσει και να πάρει μακριά το βάρος που τόσοι και τόσοι διστάσαμε να πάρουμε στα χέρια μας.

Σχολιάστε

Filed under ασυναρτησίες

όλη μέρα

Στο κατάστρωμα της μεγάλης φυγής ξεκινάω στραβά. Έχω τσιμπήσει με αυτό το βιβλίο που έχω δει να κυκλοφορεί αρκετά, δεξιά αριστερά στα σόσιαλ μίντια, και το ανοίγω, ενώ ο Πειραιάς είναι ήδη μία ώρα πίσω μας. Το “μουνάκι χθες και σήμερα” μου φαίνεται κακό, σχεδόν προβληματικό, η δε εισαγωγή που αναφέρεται στα ελληνικά χρόνια της κρίσης αντέχεται με δυσκολία. Πάντα δημιουργείται μια δυσφορία, όταν βάζουμε διάφορους διάσημους πολιτικούς στοχαστές που ζουν κάπου μακριά, να μας αναλύσουν τι έγινε την τελευταία δεκαετία στην Ελλάδα. Νομίζω πως ακούω μόνο κοινοτοπίες ή ανακρίβειες, τα εγκωμιαστικά ή ενθαρρυντικά λόγια με εκνευρίζουν κι έπειτα προς τι όλη αυτή η ανάγκη να μας πει κάποιος τι συμβαίνει εδώ πέρα. Λες και δεν πέρασε από πάνω μας η τελευταία δεκαετία. Γκρινιάζω από μέσα μου, ενώ θα έπρεπε να κοιμάμαι στο κατάστρωμα. Σκέφτομαι ότι ίσως ακόμη δεν είμαι σε διάθεση, ίσως ακόμη αναπνέω το ζεστό, αποπνιχτικό αέρα της Αθήνας του Ιουλίου, ίσως φταίει κάτι άλλο, κάτι που δεν μπορώ να αντιληφθώ τώρα. Αλλά και πάλι είναι ένα βιβλίο που τιτλοφορείται “το μουνάκι χθες και σήμερα” και το μουνάκι κυρίως απουσιάζει. Ύστερα, όταν εμφανίζεται το μουνάκι, εμφανίζεται (και) για να καταγγελθεί ο “αστυνομικός φεμινισμός”. Μ’ αυτά και μ’ αυτά το βιβλίο μ’ έχει χάσει, διαβάζω πυρετωδώς μόνο για να το τελειώσω πριν φτάσουμε.

Λίγο πριν φύγω διάβαζα ένα άρθρο για τον Baldwin που έλεγε “In place of America’s longstanding myths about what a man should be, he calls for a new vision of identity, not constructed by fear of the Other or violent hierarchies, but by reciprocity,complexity, border crossing, and becoming”. (αναφερόταν σ’ αυτό του το κείμενο στο playboy). Μετανιώνω φοβερά που τελευταία στιγμή άφησα το “φώναξέ το στα βουνά”. Η επιλογή των καλοκαιρινών βιβλίων είναι ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα, που δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται με ελαφρότητα.  

Δεν το βάζω κάτω, δεν είμαι τέτοιος τύπος. Είμαι δηλαδή, αλλά εντάξει. Διαβάζω το «ένα κάποιος τέλος» του Μπαρνς, και αυτό κυλάει σαν δροσερό νεράκι, μόνο που δε μ’ αρέσει το τέλος, σαν να υποκύψαμε ξαφνικά στις προτροπές παραγωγού και σεναριογράφου. Μετά έρχεται η περσινή αρραβωνιαστικιά από εκδόσεις Σιγαρέττα. Γίνεται μέσα μου μια σύνδεση – ο Μάρκος της Ζατέλη και ο Μάρκος της Πλάτωνος – φταίει κι ότι πια είμαι μακριά από την Αθήνα, βλέπω τη μέρα μόνο θάλασσα κι ορίζοντα και το βράδυ μόνο έναν γεμάτο άγνωστα φωτάκια ουράνιο θόλο. Ξαφνικά θέλω να γνωρίσω έναν Μάρκο, να έρχεται τα Σάββατα για καφέ με την υπόλοιπη παρέα και να λέμε ιστορίες, απ’ αυτές που ισορροπούν μεταξύ ελαφριάς θλίψης, ήρεμων υπαινιγμών και εντελώς αγαπητικής διάθεσης. Ξαφνικά σκέφτομαι ότι λογικά όλοι οι Μάρκοι αυτού του τόπου πρέπει να είναι υπέροχοι τύποι και ότι η Χ. είχε κάποτε όντως έναν γάτο που τον έλεγαν Μάρκο. Από που πήρε το όνομά του, να μια ερώτηση και γιατί τον θυμάμαι μόνο τόσο αόριστα (ή και καθόλου);

*

Τότε κατάλαβα πως, κατά κάποιο τρόπο, το να ζεις είναι μια μεγάλη καλοσύνη προς τους άλλους. Αρκεί να ζεις, κι αυτό από μόνο του καταλήγει στη μεγάλη καλοσύνη. Όποιος ζει ολοκληρωτικά ζει για τους άλλους, όποιος ζει τη δική του ευρύτητα κάνει μια προσφορά, ακόμη και αν η ζωή του περνά μέσα από την έλλειψη επικοινωνίας ενός κελιού. Το να ζεις είναι μια προσφορά τόσο μεγάλη που χιλιάδες άνθρωποι επωφελούνται από κάθε βιωμένη ζωή.

Κλαρίσε Λισπέκτορ

*

37652716_2283772398316305_1882719319591223296_n

Το λεωφορείο πηγαίνει αγκομαχώντας παίζοντας δυνατά τη μια μοντερνα νησιωτικα και την άλλη μελισσες. Το ένα είναι χειρότερο απ’ το άλλο, αλλά σε αυτή τη συνθήκη μπορείς να δεχτείς τα πάντα και μάλιστα ν’ ανακαλύψεις και εντός τους μια μικρή ιδιόμορφη φλογίτσα που μπορεί να μεσολαβήσει ευχαρίστως στο διάλογο ανάμεσα σε σένα και στον κόσμο. Ένα απαίσιο βιολί με μπιτ είναι τώρα ικανό να σηκώσει το βάρος όλης της μουσικής και να δικαιωθεί. Τα πάντα είναι συνθήκες, συγκυρίες, συμφραζόμενα. Σε αυτό το τοπίο, στις ανηφοροκατηφόρες από Καλοταρίτισσα μέχρι Μερσίνη, το λεωφορείο προσφέρει ένα τρυφερό βλέμμα στα μυστήρια του εαυτού και στο μέλλον των πραγμάτων. Εντωμεταξύ, δεν είναι ψέμα ούτε ψευδαίσθηση, τα φώτα στην οροφή του λεωφορείου παίζουν, αλλάζουν χρώματα, είναι ζωντανά και απίστευτα. Πού βαδίζουμε όλοι εμείς οι επιβάτες, ψηλαφιστά και αγχωμένα, πνιγμένοι στις λεπτομέρειες ενός κόσμου που αιωνίως ζητάει εκβιαστικά μια ρύθμιση, μια τακτοποίηση, μια διεκπεραίωση, μια απόφασή μας – ενώ εμείς φανερά περί άλλων τυρβάζουμε. Εδώ και τώρα, καθετί το οριστικό είναι ψεύτικο, καθετί το επιτακτικό είναι αδιάφορο.

Και απόψε τη νύχτα κάτω απ’ τον έναστρο ουρανό, ο corona borealis, ο βόρειος στέφανος θα είναι εκεί και θα μας κοιτάζει ακριβώς πάνω απ’ το κεφάλι μας. Η Μπέλλου από μέσα μου ψιθυρίζει δυνατά στον ουρανό που κάναμε ταβάνι / δε βλέπουμε τις νύχτες ξαστεριά. Και το λεωφορείο συνεχίζει να αγκομαχεί. Τίποτα δεν τρέχει, ούτε το όχημα, ούτε η άσφαλτος, ούτε το τοπίο. Στην καλύτερη σερνόμαστε πάνω κάτω και τα φώτα ακόμη παίζουν – ένα homage στη στιγμή που εμείς είμαστε απλοί επιβάτες μιας διαδρομής και τίποτα παραπάνω. Τίποτα παραπάνω από μια στιγμή παραδομού, που; οπουδήποτε του ήρθε καθενός στο κεφάλι.

*

Στο κατάστρωμα της επιστροφής, μια παρέα, μάλλον μπήκαν Νάξο ή ίσως Πάρο. Όλοι κοιμούνται, παντού πτώματα, σλιπιν μπαγκ, καρέκλες ενωμένες. Τριγυρίζω και ακούω την παρέα. Πάει να πει την περιγραφή της αλλά του φαίνεται αδύνατο να περιγράψει μια φιγούρα μη ταξινομήσιμη και πετάει απλά λέξεις. Χέρια, δάχτυλα, μαλλιά. Κι όλα τους σκούρα. Αυτοί εξοργίζονται. Εχουμε μάτια και βλέπουμε, έχουμε φαντασία και θα δούμε, πες μας την περιγραφή της. Δεν ξέρω τι λέξεις να πω γι’ αυτήν. Δεν μπορώ να δώσω ένα σύνολο, είναι όλα σκόρπια, επιμένει, κι ένα βράδυ, που ‘χε μάλλον δροσιά θυμάμαι κάτι κάλτσες σκούρες κι αυτές. Οι άλλοι δεν ικανοποιούνται, τον πιέζουν. Σιγά σιγά απομακρύνομαι απ’ τη συνεχιζόμενη ανάκριση. Είναι τρία άτομα που διψάνε για τι; ν’ ακούσουν πως ακριβώς είναι αυτή που είδε ο φίλος τους; Ή να πάθουν το ίδιο πάθημα με αυτόν; Είναι τρία άτομα, έχουν ουσιαστικά περικυκλώσει έναν τέταρτο και τον πιέζουν να μάθουν, να πάθουν. Τον πιέζουν να χάσουν κι αυτοί τις λέξεις τους. Βαρέθηκαν τις εύκολες περιγραφές. Θέλουν μια φιγούρα, ανίκανη να τυποποιηθεί απ’ την θερινή κάψα. Δείξε μας αυτή που δεν μπορεί ν’ αναφερθεί ούτε εν συντομία ούτε αναλυτικά.

37702692_2283776851649193_190433008749117440_n

*

Επιστροφή στην Αθήνα. Φιδάκια στα μπαλκόνια και μπλουζάκια κολλημένα απ’ τον ιδρώτα. Αυτός ο ιδιαίτερος πονοκέφαλος μετά από ώρες στο air condition. Κάποιες παραπάνω θέσεις παρκινγκ στη γειτονιά. Στο κέντρο τουρίστες λιώνουν μεσημεριάτικα βλέποντας ποιος ξέρει τι. Εντωμεταξύ, πάντα υποτιμώ το γεγονός ότι το αλκοόλ βαραίνει διαφορετικά με αυτή τη ζέστη.

Περνάω έξω από ένα μαγαζί. Απ’ έξω κολλημένο μπανεράκι διαφήμιση. Ψήνουμε όλη μέρα. Η χαρά του φρέσκου προϊόντος, η αμεσότητα της κατανάλωσης αυτού που μόλις παράχθηκε, σήμερα, τώρα, πέντε λεπτά πριν. Γλιτώσαμε τις χθεσινές τυρόπιτες, αλλά το σλογκανάκι λέει πολλές αλήθειες. Ψήνουμε όλη μέρα. Όλη μέρα. Συνέχεια. Όλη την ώρα ψηνουμε. Το βενζινάδικο στην Αμφιθέας δεν κλείνει ποτέ, το καινούριο μίνι μάρκετ στη γειτονιά δεν κλείνει ποτέ, το μαγαζάκι με τους καφέδες και τα σάντουιτς δεν κλείνει ποτέ. Η μισή Αθήνα δουλεύει όλη μέρα κι όλη νύχτα για να μη μας λείψει τίποτα. Όλα να ‘ναι φρέσκα, σημερινά, καινούρια. Ένα νέο εργοστάσιο χωρίς φουγάρα και ψηλούς τοίχους έχει διαχυθεί σε όλη την πόλη και είμαστε οι ακούραστοι, χαμογελαστοί, εξυπηρετικοί εργάτες του. Πίτσα στις 5 τα ξημερώματα, φρέντο εσπρέσο στις 2 τη νύχτα, βενζίνη στις 3, πατατάκια στις 4, πλύσιμο αμαξιού στις 4:15. Αυτή η πόλη δεν κοιμάται ποτέ. Ψήνει όλη μέρα, παράγει, εντατικοποιεί, βρίσκεται σε έναν αχαλίνωτο οργασμό δημιουργικότητας.

3 Σχόλια

Filed under ασυναρτησίες

ζεστά τσιμέντα

Δευτέρα.

Έχω καιρό να ακούσω ενημερωτική εκπομπή στο ραδιόφωνο, αλλά σήμερα φαίνεται είναι η μέρα. Πετυχαίνω τον Κοττάκη και το αφήνω εκεί να παίζει, καθώς ψάχνω να παρκάρω στο Ζωγράφου. Συζητάνε για τον ρουβίκωνα και για το pride. Συζητάνε για το ποιος πλήττεται απ’ τη δράση της οργάνωσης, μα η έννοια της δημόσιας τάξης βέβαια, η χώρα και διάφοροι άλλοι, συζητάνε για το αν θα κατέβει ο ρουβίκωνας στις εκλογές (και το συζητάνε σοβαρά) και τέλος συζητάνε το ποιος ωφελείται απ’ τη δράση της ομάδας. Το περίφημο cui bono, λέει χαρακτηριστικά ο Κοττάκης. Η φράση πάνω στην οποία συναντώνται οι πάντες, δεξιοί, αριστεροί, η ελεύθερη ώρα και πανεπιστημιακοί με διδακτορικό στη γεωστρατηγική ανάλυση του βαλκανικού χώρου. Νομίζω ότι αν οι monty python γύριζαν σήμερα τους Ιππότες του Νι, θα έβαζαν αυτούς τους γίγαντες να σε ρωτάνε αενάως, όπου σε πετύχουν σε κάθε δρόμο και στενό του κέντρου, cui bono. Ναι αλλά, cui bono, σκέψου το καλύτερα φίλε μου cui bono, κατάλαβες λοιπόν; CUI BONO αυτή είναι η σωστή ερώτηση, το πιασες επιτέλους πως συνδέονται τα κομμάτια CUI BONO, CUI BONO, CUI BONO, CUI BONO, CUI BONO.

Επιτέλους παρκάρω και το μόνο που μπορώ να σκεφτώ είναι το πόσο αδιανόητα αλλόκοτο, σε τόσα πολλά επίπεδα, ήταν αυτό που είχα ακούσει. Θα μπορούσε αυτή η εκπομπή, αυτούσια, χωρίς καμία απολύτως αλλαγή, να σταθεί ως μια αρκετά καλή, αν και κάπως τραβηγμένη, παρωδία.

35071151_2212424232117789_4831685775315697664_n

Πέμπτη.

εζεσταθηκαν τα τσιμεντα

επυρωσανε οι σωληνες

Χ.Σ.

Καταντάει αστείο, αλλά εντέλει φτάνεις σε διάφορα συζητήσεις να βλέπεις δύο πλευρές, μάλιστα όχι εναλλάξ, αλλά και τις δύο ταυτόχρονα. Είναι η Αθήνα ωραία (για να μην πω βιώσιμη) το καλοκαίρι; Ξέρει η Αθήνα να λειώνει; Πας το πρωί δουλειά και καθώς ιδρώνεις και ξεϊδρώνεις αλλάζοντας βαγόνια στο μετρό, αποφαίνεσαι οριστικά. Όλα τα ζητήματα έχουν πλέον συναιρεθεί στο ένα. Ή έχεις ή δεν έχεις. Η Αθήνα καλοκαίρι χωρίς λεφτά είναι εφιαλτική. Χωρίς μία για δροσερά κοκτέιλ το απογευματάκι, χωρίς μία για παγωμένες μπύρες το μεσημέρι, χωρίς μία για αυτή ή την άλλη συναυλία, χωρίς μία για a/c στο αμάξι, χωρίς μία για τριημεράκια στα κοντινά νησιά και το Σούνιο,  χωρίς μία για φαγητό έξω και ύστερα στο θερινό. Όλα αυτά που δεν μπορείς να απολαύσεις και που πλέον δεν μπορείς και να αποφύγεις. Γιατί όλα είναι παντού, ηλιοβασιλέματα στο ινσταγκραμ, καφενεία με φόντο τη θάλασσα στο facebook, μαγικές συναυλίες και στα δύο. Η φάση είναι παντού και γίνεται χαμός – η Αθήνα ξέρει να λειώνει, μόνο που μπορεί να το κάνει και χωρίς εσένα. Ή μάλλον εσένα σ’ αφήνει να περιμένεις ένα συρμό χωρίς κλιματισμό, σε βάζει να ντυθείς με παντελόνι, ενώ σκας, για να πας σε μια δουλειά που καλά καλά δεν πληρώνει. Σε βάζει να περπατάς σε πεζοδρόμια που βράζουν, ενώ από πάνω σου στάζουν βροχή τα a/c. Σε βάζει να κοιτάς στο βάθος της Συγγρού τη θάλασσα, ενώ η θάλασσα φέτος δεν είναι κάτι δεδομένο για σένα. Σε βάζει να παρατηρείς τους απειράριθμους τουρίστες που παίρνουν παγωτό, παίρνουν φωτογραφίες το φως, παίρνουν εισιτήριο και φεύγουν απ’ τον Πειραιά. Ενώ εσύ, ενώ εσύ στέκεσαι στη Σταδίου μαζεύοντας στιγμή τη στιγμή την εξουθενωτική ζέστη.

Αλλά την ίδια ώρα με κάποιο μαγικό τρόπο λεφτά πάντα κάπως βρίσκονται και αν δεν βρίσκονται λεφτά, βρίσκονται φίλοι βρίσκονται σπιτικές ρακές βρίσκονται κερασμένα ποτά βρίσκονται μαγικά μπαλκόνια βρίσκονται παγάκια βρίσκονται ένα σωρό κόλπα. Το ίδιο τσιμέντο που κυκλώνει τα πόδια σου και σε βράζει μέρα νύχτα, είναι το ίδιο τσιμέντο που χαρίζει μια ανάλαφρη ταλαιπωρημένη ιδρωμένη διαύγεια. Ο πονοκέφαλος του μεθυσιού είναι διαφορετικός, ο τρόπος που σε ρουφάει η καρέκλα στο καφέ είναι διαφορετικός, ο τρόπος που οι άνθρωπος κοιτάζονται είναι διαφορετικός – υπάρχει κάτι κουρασμένο, κάτι νωχελικό, κάτι που επιβάλλει να πέσει ο ρυθμός και να ακούσεις λίγο προσεχτικότερα, λίγο πιο ήρεμα, λίγο λιγότερο βιαστικά όλους τους απέναντι. Και όπως τα πόδια της παρέας απλώνονται στις καρέκλες του απέναντι και του δίπλα, όπως τα φουστάνια και τα υφάσματα μετατρέπονται σε αυτοσχέδιες βεντάλιες και όπως κουνιούνται πέρα δώθε βεντάλιες κανονικές και βεντάλιες από διαφημιστικά φυλλάδια, όλα ξαφνικά υπακούν σ’ αυτό το ψευτοαεράκι που δημιουργεί το ίδιο το αίσθημα των ανθρώπων γύρω σου. Και αυτό το αεράκι μοιάζει για μερικά λεπτά αρκετό για να καταρρίψει εκείνο το αντιδραστικό ή έχεις ή δεν έχεις. Αρκετό για να βουλιάξεις σε αυτή τη μητροπολιτική ιδέα ότι ξέρεις να λιώνεις, ότι όλοι δίπλα σου ξέρουν να λιώνουν. Ότι υπάρχει κάτι το σχεδόν ερωτικό σ’ αυτή την μισόγυμνη μουλιασμένη κατάρρευση.

Σάββατο.

Κάποια στιγμή στο Pride περπατάμε δίπλα από ένα φορτηγάκι και όπως ο κόσμος πάνω και κάτω από αυτό χορεύει, δίπλα δύο τύποι συζητάνε: – Τι ωραία να περπατάμε έτσι την Πανεπιστημίου ε; – Ναι ρε. – Καιρό είχα να κατέβω έτσι στο δρόμο. – Ναι κι εγώ, απ’ τις συγκεντρώσεις του ΝΑΙ νομίζω.

Για μερικά λεπτά περπατούσα και σκεφτόμουν τον συγκεκριμένο διάλογο. Αμφιταλαντευόμουν αν πρέπει να αφήσω τον εαυτό μου να ξενερώσει, να χαλαστεί, ίσως να κάτσω κανά μισάωρο ακόμη και μετά να φύγω. Φυσικά επανήλθε μέσα μου όλη η κριτική (με την οποία συμφωνώ έτσι κι αλλιώς) περί χορηγών, νέας δημοκρατίας, βονταφον, πρεσβειών, αποκλεισμών κλπ κλπ. Αλλά συνεχίζοντας να βρίσκομαι εκεί και παρατηρώντας λίγο τα πρόσωπα, αφέθηκα για λίγο σ’ αυτή την εικόνα των κορμιών και των προσώπων στα οποία ανήκε μια κεντρική αθηναϊκή λεωφόρος για λίγες ώρες. Έστω κι έτσι, έστω και μ’ αυτό τον τρόπο, μου φάνηκε τόσο εξωφρενικά γλυκιά αυτή η εικόνα. Η κατάληψη του δημόσιου χώρου από σώματα που μπορούσαν να είναι (προσωρινά τουλάχιστον) ελεύθερα. Να είναι προσωρινά τουλάχιστον, όπως αυτά θέλουν να είναι. Τα λιγοστά είναι η αλήθεια, πάντως υπαρκτά, επιθετικά βλέμματα τυχαίων περαστικών, έκαναν αυτή την αίσθηση ακόμη μεγαλύτερη.

Μάλιστα για να είμαι ειλικρινής, το πήγα και λίγο παρακάτω. Σκεφτόμουν ότι ένα μεγάλο κομμάτι της αριστεράς που έχει πρόβλημα με το pride και προτάσσει τους γνωστούς λόγους περί μη ριζοσπαστικού προτάγματος και περιεχομένου, έχει πέρα απ’ αυτά και ένα πρόβλημα να συνυπάρξει με αυτό το πλήθος. Νομίζω ότι νιώθει μια αμηχανία με τα βαμμένα πρόσωπα, τα ημίγυμνα σώματα, τη χαρά ενός χύμα και ακανόνιστου φλερτ. Νομίζω ότι έχει εξαπλωθεί και στ’ αριστερά αυτή η αφήγηση που λέει πράγματα του στιλ ναι αλλά δε χρειάζονται οι υπερβολές, ναι αλλά αυτή είναι πρόκληση για την πρόκληση και άλλα παρόμοια. Ενώ η ουσία είναι ακριβώς σε αυτό που οι άλλοι αποκαλούν πρόκληση και που φυσικά καθόλου τέτοια δεν είναι. Το περιεχόμενο ενός pride σαν αυτό του Σαββάτου, όσα και όποια ρητά διατυπωμένα αιτήματα κι αν έχει, επιτελεί έτσι κι αλλιώς και μια άλλη λειτουργία. Να φέρει στο προσκήνιο, στα τσιμέντα της Σταδίου και της πλατείας Συντάγματος το σώμα όπως θέλει ο καθένας να είναι, δηλαδή ημίγυμνο, γυμνό, ντυμένο έτσι, ντυμένο αλλιώς, βαμμένο λίγο, βαμμένο πολύ και πάει λέγοντας. Φέρνοντας σε αμηχανία αυτόν που κοιτάζει με τα μάτια του κοινωνικά κανονικού, το σώμα αποδεικνύει τις πολλαπλές καταπιέσεις και την φοβερά δυνατή κυρίαρχη πίστη σε αυτή τη μέση νορμάλ κατάσταση είτε αυτή είναι η πατρίς θρησκεία οικογένεια του δεξιού είτε ο σοβαρός αντικαπιταλισμός του αριστερού.

Έτσι αργότερα, όταν στα γκαζόν πέφτουν βροχή τα φιλάκια που δεν συνηθίζουν να πέφτουν βροχή στο δημόσιο χώρο, η ενσωμάτωση κάνει μερικά βήματα πίσω.

Θα κάνω λίγο αέρα με τη βεντάλια της Στέγης και όλα θα ξαναρθουν στα ίσα τους, αφού το θέμα μου δεν είναι στ’ αλήθεια το pride, αλλά ότι η κριτική για έλλειμμα ριζοσπαστικότητας μοιάζει να εκκινεί από θέσεις βουλιαγμένες μες στην κυρίαρχη αντίληψη για το τι συνιστά κανονική καθημερινότητα.

Δευτέρα.

Στο μετρό Ομόνοια μπαίνουν δύο πρεζάκια. Κάθεται ο ένας δίπλα μου και ο άλλος απέναντί μου. Ο άλλος που καθόταν στην τετράδα σηκώνεται αμέσως και στέκεται παραδίπλα όρθιος. Δεν ξέρω αν φταίνε οι κλασσικές επαναλαμβανόμενες υποδείξεις απ’ το ηχείο να προσέχουμε τα προσωπικά μας αντικείμενα ή η μυρωδιά. Η μυρωδιά των ανθρώπων που έχουν μείνει μέρες στο δρόμο. Η μυρωδιά των ανθρώπων που δεν έχουν αλλάξει ρούχα για μέρες. Μετά από λίγη ώρα, η συζήτησή τους γίνεται σε σχετικά δυνατούς τόνους.

– Ναι ρε φώτα στη βουλή. Τί άλλο θα δούμε ρε μαλάκα; Τί άλλο;

– Τί τι άλλο; Είδες τι είπε πάλι ο Τούρκος;

– Όχι ρε. Για πες.

(έχει γείρει μπροστά και δεν ακούω καλά)

– Το πάνε επιθετικά ρε. Έχει και εκλογές τώρα. Ο Ερντογάν βγαίνει και λέει διάφορα.

– Ναι και οι δικοί μας δεν κάνουν τίποτα. Τίποτα.

– Τι να κάνουνε μωρέ, αφού την εξουσία την έχουν κάτι αδερφές.

Σιωπή. Στο Σύνταγμα κατεβαίνω. Το τελευταίο πράγμα που ακούω είναι το παρακάτω:

– Κάτι τέτοιες στιγμές λέω, μακάρι να ‘χαμε τουλάχιστον τον Αντρέα τον Παπανδρέου.

1 σχόλιο

Filed under Uncategorized

κλικς

Είναι αργά και καθώς μετακινούμαι απ’ τον καναπέ προς το κρεβάτι, παρατηρώ ότι ο γάτος στέκεται σ’ ένα περίεργο σημείο στο χωλ. Έχει συγκεντρωθεί σε ένα και μόνο σημείο, όλο του το σώμα είναι ακινητοποιημένο, βρίσκεται σε θέση μάχης. Όχι μόνο έχει εντοπίσει μέσα στα σκοτάδια την κατσαρίδα, αλλά την έχει στριμώξει με τέτοιο τρόπο, ώστε αποδεικνύεται πανεύκολο να σηκώσω την παντόφλα και να κατεβάσω με φόρα μια, δύο, τρεις και τέσσερις φορες – καλύτερα να είμαστε σίγουροι. Ύστερα από λίγο ξανακοιτάζω τον γάτο που τεντώνεται και χασμουριέται (με τους κυνόδοντες να ξεπροβάλλουν, ένα σωστό γούνινο δρακουλίνι). Θα ήθελα να του πω ένα ευχαριστώ για τη βοήθεια, αλλά για να είμαι ειλικρινής, αυτό που αναβλύζει από μέσα μου είναι μια μικρή μίζερη ψευτονυσταγμένη γκρινίτσα – έφτασε πολύ μέσα η κατσαρίδα, δε νομίζεις; δε μπορούσες να τη σταματήσεις κοντά στη μπαλκονόπορτα; έπρεπε να έρθει ως εδώ; έλα πάμε, λίγη εγρήγορση παρακαλώ.

Αυτό λέγεται αχαριστία.

***

Είναι απογευματάκι και είμαι έξω στη γειτονιά, βόλτα με το σκύλο. Κάποια στιγμή παρατηρώ έναν τύπο, εκεί γύρω στα πενήντα. Λεπτός, ψηλός, μαύρα μαλλιά, μπλε τζιν, πιο σκούρο μπλε κοντομάνικο με γιακαδάκι και ένα απ’ αυτά τα δερμάτινα τσαντάκια στο ένα χέρι, ενώ στο άλλο κρατάει μια πίπα. Τον προσέχω περισσότερο, γιατί περπατάει αργά. Περπατάει πραγματικά αργά. Κάνει μικρά βήματα, τραβάει τζούρες και κοιτάζει δεξιά αριστέρα με νωχελικό τρόπο. Σταματάει στην άκρη του πεζοδρομίου για να περάσει το αυτοκινήτου ενώ έχει χρόνο να περάσει. Προσπαθεί επισταμένως να πηγαίνει διαρκώς απ’ το πεζοδρόμιο, παρόλο που σχεδόν παντού το πεζοδρόμιο είναι σχετικά στενό και υπάρχουν δέντρα, αυτοκίνητα και άλλα εμπόδια. Αυτός περπατάει αργά, πολύ αργά, καπνίζει και ατενίζει τον νεοσμυρνιώτικο ορίζοντα. Τον πετυχαίνω τρεις, τέσσερις μέρες συνεχόμενες. Είναι η ώρα που γυρνάει απ’ τη δουλειά υποθέτω, και παίρνει το χρόνο του για να επιστρέψει σπίτι, απολαμβάνοντας ό,τι τέλος πάντων υπάρχει να απολαύσει. Αλλά τη μία μέρα τυχαίνει και περπατάει μπροστά μου, με καθυστερεί γιατί ο σκύλος, λες και το κάνει επίτηδες υιοθετεί την ταχύτητά του. Περιμένουμε και ένα δυο αυτοκίνητα να περάσουν ενώ δε χρειαζόταν καθόλου να κάνουμε κάτι τέτοιο, αλλά έχουμε κολλήσει ακριβώς από πίσω του. Καταλαβαίνω ότι έχω εκνευριστεί, καταλαβαίνω ότι βιάζομαι, καταλαβαίνω ότι όσο διήρκεσαν τα δέκα παραπάνω δευτερόλεπτα που περιμέναμε μέχρι να διασχίζουμε το δρόμο έκανα ασυναίσθητα την κίνηση να βγάλω το κινητό – ίσως λίγο ινσταγκραμ; δεν αντέχεται αυτή η αναμονή, αυτή η βραδύτητα.

Τον προσπερνάω με δυσκολία, αυτός κάπως σα να γνέφει ένα γεια, αλλά εγώ συνεχίζω να προχωράω δύσκολα, γιατί ο σκύλος φαίνεται να προτιμάει τους ρυθμούς αυτού του τύπου και μάλιστα αποφάσισε υπέρ τους με τρόπο τόσο οριστικό, ώστε λίγο πριν φτάσουμε σπίτι σχεδόν τον τραβούσα απ’ το λουρί, λίγο ακόμη και θα τον έσερνα κανονικά. Πάντως με το που μπήκαμε, για κάποιο λόγο, μισοθυμήθηκα ένα απόσπασμα και με έπιασε αυτή η αίσθηση του επείγοντως, που πριν ακόμη βάλω φαΐ στον απογοητευμένο μέχρι αηδίας σκύλο, το έψαξα και το βρήκα:

“Πολλοί πιστεύουν ότι οι άνθρωποι εκπαιδεύουν τους σκύλους. Στην Αθήνα ισχύει το αντίθετο, οι σκύλοι εκπαιδεύουν τους ανθρώπους, τους μαθαίνουν να περπατούν στην πόλη ξανά και να μιλούν με αγνώστους”.

Απόλαυσα το κομμάτι και κάποια ακόμη απ’ το βιβλιαράκι, σαν την πρώτη φορά, έβαλα φαΐ στο σκύλο, αλλά και πάλι αν θέλω να είμαι ειλικρινής, η βραδύτητα του τύπου παρέμενε μέσα μου κάτι που προκαλούσε μια κάποια ελαφριά δυσφορία. Βιαζόμαστε, ήθελα να πω, σε κάποιον για κάποιο λόγο, αλλά δεν βιαζόμουν στ’ αλήθεια, μόνο δυσφορούσα με τη βραδύτητά του.

Και αυτό, αχαριστία λέγεται.

***

Ο ταξιτζής μπροστά μου, μιλάει στο κινητό ή κάτι κοιτάζει στο gps, πάντως χασομεράει και χάνουμε το φανάρι. Πριν προλάβω να σιχτιρίσω, βλέπω την κοπέλα που περνάει τη διάβαση. Φοράει ένα ωραίο σκούρο στενό παντελόνι που σταματάει λίγο πριν τον αστράγαλο και κρατάει ένα χαρτοφύλακα που για κάποιο λόγο μου φαίνεται πολύ σημαντικός. Δεν βλέπω ακριβώς το πρόσωπό της, αλλά αν έπρεπε να μαντέψω θα έλεγα ότι είναι πολύ όμορφη. Εντωμεταξύ έχει περάσει απέναντι, και σταματάει στη δεύτερη πόρτα – ακριβώς δίπλα στο παραθυρό μου δηλαδή – ακουμπάει κάτω το χαρτοφύλακα, κάτι που μου κάνει εντύπωση αφού είπαμε είναι πολύ σημαντικός, και χτυπάει το κουδούνι. Κοιτάζω με αυτή την αγωνία που σε πιάνει καμιά φορά σε ΜΜΜ ή σε λεωφόρους που τα φανάρια κρατάνε λίγο και κάποιος κάθεται κάπου μπροστά ή διαγώνια και σε πιάνει μια αίσθηση ότι θες να δεις το πρόσωπό του, σε πιάνει ξαφνικά φοβερή περιέργεια, αλλά το φανάρι γίνεται πράσινο, το πρόσωπο δεν γυρνάει ποτέ προς τα σένα και αν ήταν κομμάτι μιας ταινίας και όχι της πραγματικότητας αυτή η λεωφόρος, μάλλον θα πάταγες γκάζι και θα έκανες σφήνες μέχρι επιτέλους να σου αποκαλυφθεί αυτό το πρόσωπο. Αλλά εν προκειμένω είμαι τυχερός. Ναι μεν δεν γυρνάει το πρόσωπο, αλλά δεν ανάβει και το φανάρι. Το επόμενο δευτερόλεπτο όμως ανοίγει η πόρτα. Ακούω ένα καλώς τη και βλέπω το χέρι του άντρα που της κάνει νόημα να μπει μέσα. Ή μάλλον βλέπω το ύποπτο τατουάζ (κάτι σαν μαίανδρος;) στο χέρι του άντρα που της κάνει νόημα να μπει μέσα. Σηκώνω το βλέμμα και την ώρα που αυτή σηκώνει τον χαρτοφύλακα και εντέλει περνάει την είσοδο, βλέπω ότι το κτίριο αυτό είναι γραφεία του Σώρρα. Την ίδια στιγμή, ανάβει και το πράσινο.

***

Μου κρατάνε το ασανσέρ. Δύο άντρες γύρω στα σαράντα, σαρανταπέντε, στα καθαρά και καλοσιδερωμένα τους κοστούμια. Κρατάνε πακέτα τσιγάρα και οι δύο στα χέρια τους. Κατεβαίνουν για διάλειμμα, υποθέτω. Στέκομαι μπροστά τους με πρόσωπο στην πόρτα του ασανσέρ που κατεβαίνει σταδιακά τους ορόφους. Από πίσω μου ακούω:

-Είναι και αυτό ένας τρόπος να μειώνεται η απόσταση. Να υπάρχει μεγαλύτερη επαφή. Να τα πηγαίνω και να τα φέρνω ας πούμε από το μπάσκετ.

-Ναι ναι.

-Να τα έχω περισσότερο, να τα βλέπω περισσότερο, κατάλαβες;

-Ναι ναι.

-Δεν πιστεύω να μου πει όχι.

-Όχι ρε, δε θα σου πει όχι.

-Όχι γιατί άμα μου πει..

-Δεν το πιστεύω ρε, μην το λες καν, δε θα σου πει όχι.

-..

-Γιατί να σου πει όχι; Θα ήταν κακοήθεια. Δε λέει όχι.

-Κι εγώ έτσι πιστεύω.

-Ναι ρε, μην το σκέφτεσαι καν.

-Δε θα μου πει όχι, γιατί να μου πει όχι, ναι θα πει.

Ισόγειο. Καθώς φτάνω πρώτος στην είσοδο του κτιρίου, οι δύο τους τρία τέσσερα βήματα πίσω, τους κρατάω την πόρτα. Έχει ήδη βγάλει το τσιγάρο απ’ το πακέτο και το κρατάει σβηστό στα χείλη. Ευχαριστώ λέει κι εγώ ακούω πάλι δε θα μου πει όχι, γιατί να μου πει όχι, ναι θα πει. Σα να βρέθηκα στη λούπα μιας ιδιωτικής παράστασης ενός ερασιτεχνικού θίασου. δε θα μου πει όχι, γιατί να μου πει όχι, ναι θα πει. Με το που βγαίνουν, περπατάνε δέκα μέτρα, στέκονται κάτω από ένα δεντράκι στον πεζόδρομο και νομίζω πως ο ένας λέει στον άλλον μόνο τα ίδια λόγια. Καπνίζει και τα λέει. -δε θα μου πει όχι, γιατί να μου πει όχι, ναι θα πει. Τζούρα και τα ξαναλέει. δε θα μου πει όχι, γιατί να μου πει όχι, ναι θα πει.

***

33130975_2187238541303025_3439529451245797376_n.jpg

οδός Αριστοτέλους καμένη στο φως, το πρωινό μετά την κατσαρίδα.

1 σχόλιο

Filed under Uncategorized

μεγάλοι δρόμοι

Βρέθηκα στην Πολωνία σε εθνική γιορτή. 3 Μαΐου ήταν constitution day. Δεν έψαξα ποτέ τι ακριβώς είναι αυτό, ή και να έψαξα τέλος πάντων στο wikipedia, το ξέχασα αμέσως. Οπότε το πρωί της περασμένης Πέμπτης βρέθηκα σε ένα από τα πιο τουριστικά σημεία της Κρακοβίας, να αράζω οκλαδόν στο πλακόστρωτο και να παρακολουθώ μια σύντομη παρέλαση. Σημαίες, στρατιωτικά ρούχα, κόσμος που παρακολουθεί απ’ το πλάι κουνώντας πλαστικά λάβαρα με τα χρώματα της πατρίδας του. Καθώς κοιτούσα, και έχοντας γλιτώσει απ’ τον αντίστοιχο εκνευρισμό και τον καταιγισμό σκέψεων και συνειρμών, που θα μου προκαλούσε η θέα του ελληνικού αντίστοιχου, έμεινα κάπως άδειος να κοιτάζω. Μετά από λίγο όλα φάνταζαν γραφικά και κάπως γελοία. Τίποτα το σοβαρό, τίποτα το δραματικό. Μπροστά μου όλη αυτή η επίκληση στην πολωνικότητα ήταν μια άχρηστη ανοησία.

32085073_2172011962825683_2450602141736239104_n.jpg

Σκέφτομαι πόσες φορές άκουσα με αληθινό ενδιαφέρον κουβέντες για την ελληνικότητα, πόσες φορές άκουσα να μου λένε άλλο πατριωτισμός, άλλο εθνικισμός, πόσες φορές κάποιος κάπου έλεγε για την ελληνική ιδιοπροσωπία.

Μπροστά στους περήφανους Πολωνούς σημαιοφόρους, ήταν φανερό πια, πως έχει αχρηστευθεί μέσα μου κάθε διάθεση να ακούσω το οτιδήποτε για τον “καλώς εννοούμενο” πατριωτισμό, για την ελληνική ταυτότητα και άλλα παρόμοια. Ή δεν έχει αχρηστευθεί, απλά είναι κάτι που πια δεν καταλαβαίνω, δεν πιάνω καν, σαν κάτι πολωνέζικους καταλόγους σε μια καντίνα στην παλιά εβραϊκή συνοικία της Κρακοβίας. Όλα είναι ακαταλαβίστικα και ακόμη και το αλφάβητο δεν βοηθάει καθόλου να προσεγγίσω το νόημα. Γράμμα προς γράμμα, λέξη προς λέξη, όλο το μενού του πατριωτισμού μου είναι πλήρως ακατανόητο, ένας άγνωστος κόσμος.

Μετά από δυο μέρες, ο γλυκός κι ευγενικός ξεναγός, μετά από μια κουραστική μέρα και λίγο πριν αποχαιρετιστούμε, μας μιλάει για τη γυναίκα του. Δουλεύει κι αυτή πολύ. Καμιά φορά πάει βόλτες Παρασκευή απόγευμα στην παλιά πόλη. Και καθώς περπατάει ανάμεσα στους (απειράριθμους είναι η αλήθεια τουρίστες) δεν ακούει “καθόλου πολωνικά και νιώθει μειονότητα στην ίδια της την πόλη”. Ο συμπαθής άντρας δεν μας λέει ότι την ενοχλούν οι τουρίστες που σ’ εκείνο το σημείο της πόλης σε αναγκάζουν να στριμώχνεσαι σε κάθε σημείο του δρόμου. Δε μας λέει ότι την ενοχλούν οι παρέες μεθυσμένων Άγγλων που έρχονται για μπάτσελορ στην πόλη τους (άλλη μόδα πάλι αυτή) και κυκλοφορούν μεσημεριάτικα παρενοχλώντας ανθρώπους ζώα και τοπίο. Η γυναίκα του τύπου ενοχλείται για νιώθει μειονότητα και νιώθει μειονότητα γιατί δεν ακούει αρκετά πολωνικά στο ιστορικό και τουριστικό κέντρο της πόλης.

Με αυτή την χαλαρή κουβέντα, με αυτή τη μικρή διατύπωση που εισβάλλει στη συζήτησή μας, επιστρέφω αυτόματα στην παρέλαση. Αυτά που έβλεπα πριν γραφικά και κάπως γελοία, τώρα, με μια απλή φρασούλα ενός οδηγού, μετατράπηκαν σε επικίνδυνες επιδείξεις, σε απαρχές κακού, σε επαναλαμβανόμενα μοτίβα ενός κόσμου που νοιώθει μειονότητα όταν ακούει δίπλα στη γλώσσα του άλλες γλώσσες.

***

Αλλά και προσωπικότητες εβραϊκής καταγωγής, του κύρους ενός Gabriel Marcel, επεδείκνυαν υπέρμετρο ζήλο προκειμένου να καθησυχάσουν τους σύγχρονους Γερμανούς συνανθρώπους τους: Μόνο το τυφλό μίσος παρέμενε προσκολλημένο σε ένα παρελθόν το οποίο, κατά τα φαινόμενα, δεν ήταν παρά ένα εργατικό ατύχημα στην πορεία της γερμανικής Ιστορίας, χωρίς όμως η ευθύνη να βαραίνει τις πλατιές μάζες του γερμανικού έθνους.

Όσο για μένα, προς μεγάλη μου δυστυχία, ανήκα στην αξιόμεμπτη μειονότητα εκείνων που εξακολουθούσαν να κρατούν κακία. Κρατούσα πεισματικά κακία στη Γερμανία για τα δώδεκα χρόνια υπό τον Χίτλερ, έτρεφα αγανάκτηση για το βιομηχανικό ειδύλλιο της νέας Ευρώπης και τις μεγαλειώδεις αίθουσας της Εσπερίας. Όπως κάποτε στο στρατόπεδο, όταν είχα τραβήξει την προσοχή λόγω κακής στάσης του σώματος στο προσκλητήριο, τώρα συγκέντρωνα πάνω μου όχι μόνο τα επιτιμητικά βλέμματα των αλλοτινών συντρόφων μου στον αγώνα και στα μαρτύρια, οι οποίοι ορκίζονταν στο όνομα της συμφιλίωσης, αλλά και όσων από τους αντιπάλους μου είχαν πρόσφατα μεταπηδήσει στους κόλπους της ανοχής και της μακροθυμίας. Περιφρουρούσα τις μνησικακίες μου. Εφόσον, λοιπόν, ούτε μπορώ μα ούτε και θέλω να τις ξεφορτωθώ, πρέπει να μάθω να συνυπάρχω μαζί τους, ενώ συγχρόνως έχω καθήκον να τις αιτιολογήσω σε εκείνους ενάντια στους οποίους στρέφονται.

Jean Améry

***

Μνησικακίες. Διάβασα στο αεροπλάνο αυτό το δοκίμιο του Jean Améry που περιλαμβάνεται στο βιβλίο του, Πέρα απ’ την Eνοχή και την Εξιλέωση. Κι ύστερα το διάβασα και το ξαναδιάβασα. Βρίσκω συγκλονιστική (ας χρησιμοποιήσω μια λέξη που δεν είναι σχεδόν ποτέ ωραία να διαβάζει κανείς σε κείμενα) την αίσθηση εκνευρισμού και αηδίας, όταν το τρένο του Améry, περνά από μια χώρα σε άνθιση, από ένα πολυ-παινεμένο οικονομικό θαύμα, λίγα μόλις χρόνια μετά το τέλος του Ναζισμού. Ο Améry δεν μιλάει για την περίφημη αποναζιστοποίηση (που έτσι κι αλλιώς έγινε επιεικώς λειψά). Δεν μιλάει για εκδίκηση. Μιλάει για το αίσθημα του ανθρώπου που μένει μετέωρος μετά τη βαρβαρότητα. Όχι απλά γιατί ο θύτης δεν δικάστηκε ή δεν καταδικάστηκε επαρκώς, αλλά γιατί ο κόσμος αθώωσε στ’ αλήθεια μια ολόκληρη πορεία, μια διαδικασία, μια ολόκληρη χώρα που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο “όλοι τους θεωρούσαν ότι τα πάντα λειτουγούσαν με απόλυτη τάξη, και βάζω το χέρι μου στη φωτιά πως αν εκείνη την εποχή, το 1943, καλούνταν να να προσέλθουν στις κάλπες θα υπερψήφιζαν τον Χίτλερ και τους συνεργάτες του. Εργάτες, μικροαστοί, ακαδημαϊκοί, Γερμανοί από τη Βαυαρία, το Ζάαρλαντ, τη Σαξονία: δεν υπήρχε καμία διαφορά. Όσο για το θύμα, είτε το ήθελε είτε όχι, όφειλε να πιστέψει ότι ο Χίτλερ ήταν πράγματι ο γερμανικός λαός”. Ο Améry ζητά την κατάργηση του χρόνου, την εξάλειψη της ντροπής, την “ηθικοποίηση της ιστορίας”. Ο Améry μιλά για την πρεμούρα του κόσμου, να προχωρήσει, να υπερβεί το Γ’ Ράιχ, να προοδεύσει, να πει ό,τι έγινε, έγινε. Και εξηγεί με ένα βασανιστικά ειλικρινή και ακριβή τρόπο τι ακριβώς σημαίνει αυτό για τα θύματα των ναζί, για την πορεία του κόσμου, για την ίδια την ιστορία της Γερμανίας.

***

Γκρεμίστε τις autobahn. Σπάστε με κομπρεσέρ τους δρόμους της χούντας. Ισοπεδώστε κτίρια, πατέντες, μηχανήματα. Κάθε πρόοδος δεν είναι για καλό. Κάθε συμψηφισμός είναι για κακό. Τα τεχνολογικά επιτεύγματα μιας μηχανής θανάτου, δεν είναι τίποτα άλλο παρά τα ξεράσματα μιας μηχανής θανάτου. Κάθε άνθρωπος που εξυπηρετείται από μια επιστημονική κατάκτηση ή μια τεχνική ευκολία εκείνης της εποχής, είναι ένας άνθρωπος που μαζεύει και φοράει το πανωφόρι ενός Εβραίου που άφησαν οι ναζί στην αποβάθρα κατά την διαλογή (νεκροί από δω, εργάτες από κει) έξω απ’ το τρένο. Κάθε φορά που μιλάω για το μεγαλείο των δρόμων της Γερμανίας, ξαναδένω πισθάγκωνα στα κρατητήρια της γκεστάπο τον Améry. Κάθε φορά που ένα άρθρο αποθεώνει το οικονομικό θαύμα της Γερμανίας, γίνεται ένας αυτόματος λογιστικός υπολογισμός, ένας υπολογισμός που ζυγίζει τη ζωή και την βρίσκει κάθε φορά λίγη, συγκριτικά με ένα κομμάτι άσφαλτο ή ένα εξάρτημα αυτοκινήτου.

***

Μπαίνω στο Άουσβιτς και το μυαλό μου είναι κολλημένο στο ίδιο αυτό δοκίμιο του Améry. Σχεδόν ό,τι βλέπω περνάει μέσα απ’ το γραπτό του. Οι σωροί τα παπούτσια και η συλλογική ενοχή, τα παιδικά ρούχα και η συλλογική ενοχή, οι τόνοι μαλλιών και η συλλογική ενοχή, οι σωροί με τις πατερίτσες και τα τεχνητά μέλη και η συλλογική ενοχή. Ξεπερνάω τη βαρβαρότητα, όλο τον εσωτερικό διάλογο σχετικά με την ιδέα της μνήμης, τις ρίζες της ναζιστικής βίας του Τραβέρσο, την υποδειγματική τακτοποίηση του στρατοπέδου, τους τουρίστες που περιφέρονται γρήγορα από χώρο σε χώρο, τη συζήτηση για το τι ακολουθεί μετά την απελευθέρωση του στρατοπέδου από τους Σοβιετικούς. Τα ξεπερνάω όλα. Σκέφτομαι τον Améry καθώς αγγίζω τους τοίχους των αιθουσών, καθώς πιάνω τις πόρτες των κελιών, καθώς πατάω τα σκαλιά, καθώς πλησιάζω το συρματόπλεγμα.

Νιώθω λες και οι γραμμές του τρένου που φτάνουν μέσα στο Μπίρκεναου είχαν εξαρχής εγγεγραμμένη στη λειτουργία τους, την εξολόθρευση των Εβραίων, αλλά και το μετέπειτα οικονομικό θαύμα. Ας είμαι πιο ακριβής. Νιώθω βασικά ότι το βλέμμα του υπόλοιπου κόσμου κοίταξε σχεδόν με τον ίδιο τρόπο αυτό που συνέβη στη Γερμανία από τους Ναζί και αυτό που συνέβη αργότερα. Με εξαίρεση ένα μικρό διάστημα, ο κόσμος είδε με κάτι μεταξύ απάθειας, υπολογισμού και θαυμασμού την άρτια λειτουργία της γερμανικής μηχανής.

***

Σκέφτομαι τους δύο αυτούς ανθρώπους, τον Améry και τον Primo Levi. Ο ένας αυτοκτόνησε το 1978 και ο άλλος το 1987, δηλαδή 33 και 42 χρόνια μετά το Άουσβιτς. Σκέφτομαι αυτή την απόσταση, τα τόσα πολλά χρόνια και μου φαίνεται ότι αυτή η χρονική διάρκεια είναι κάτι αδύνατο να συλληφθεί.

***

Μία απ’ αυτές τις μέρες που ήμουν στην Πολωνία, είδα και το παρακάτω όνειρο. Στεκόμουν όρθιος σ’ ένα σημείο, το οποίο βρισκόταν κάπου χωρίς φόντο, δεν υπήρχε σκηνικό ή τοπίο να το περικλείει. Το σημείο ήταν σα να υπήρχε στο κενό. Φυσούσε ένα αεράκι κι εγώ φορούσα ένα πουκάμισο το οποίο κουνιόταν ελαφρά με τη φορά του ανέμου. Στο όνειρο απλώς στεκόμουν και παρατηρούσα το πουκάμισο, που ήταν ταυτόχρονα φαρδύ και υπερβολικά στενό. Κουνιόταν τσαπατσούλικα δεξιά αριστερά έτσι που έμοιαζε να μην έχει σχήμα και με ενοχλούσε που δεν κάθεται πάνω μου, ενώ την ίδια ώρα έσφιγγε πάνω μου τόσο πολύ που ασφυκτιούσα. Λες και προσπαθούσα να κάνω ρούχο μου ένα υπέρδιπλο σεντόνι και λες και προσπαθούσα να χωρέσω στο φανελάκι ενός μωρού. Μια δυσφορία που ολοένα μεγάλωνε και ενώ εύκολα μπορούσε να εξηγηθεί, όσο πέρναγε ο χρόνος, γινόταν όλο και περισσότερο αφόρητη. Ξύπνησα με ένα περίεργο αίσθημα και σχεδόν ψιθύρισα πωπω, δεν αντέχεται αυτό.

***

Το Άουσβιτς αποτελεί παρελθόν, παρόν και μέλλον της Γερμανίας.

Hans Magnus Enzensberger

32079695_2172012786158934_3907207362070446080_n

6 Σχόλια

Filed under ασυναρτησίες