πάντα αυτός εμένα

Κοροϊδεύω τον Χρήστο που γίνεται του χρόνου σαράντα. Κλισέ αστειάκια και από μέσα μου παίζει σε λούπα το nel mezzo del camin di nostra vita – στο μέσο της διαδρομής της ζωής, όπως το πρωτοδιάβασα στον Παπαγιώργη (στο σύμπαν των φοιτητικών χρόνων το περί Μέθης προηγείται της Θείας Κωμωδίας και μοιάζει διπλά επείγον).

Το βράδυ πάω να κατουρήσω στο μπαρ και το κορίτσι που περιμένει μπροστά στον νιπτήρα, μου ανοίγει χώρο περάστε. Πόσο πιο μεγάλος είμαι απ’ αυτήν; Πόσο πιο μεγάλος μοιάζω; Στα χείλη του απέναντι, ο ενικός είναι κάποτε αγενής και ο πληθυντικός κάποτε πικρός.

27907368_2067348713292009_432188379_o

(via instagram.com/yallah )

*

Συμβολή Γ’ Σεπτεμβρίου και Ιουλιανού, το αυτοκίνητο τρέχει κάπως παραπάνω, αλλά το φανάρι είναι πράσινο. Ο πεζός άντρας, εκεί γύρω στα πενήντα, διασχίζει το δρόμο χωρίς ιδιαίτερη βιασύνη. Εγώ περπατάω, στ’ ακουστικά κάτι φριχτά αθλητικά, στο ένα χέρι το φρέντο εσπρέσο και στο άλλο η ζαμπονοτυρόπιτα – τυπικό δείγμα ενός ανθρώπου που έχει παραιτηθεί από κάθε προσδοκία ποιότητας. Περπατάω και αντιλαμβάνομαι ότι κανείς απ’ τους δυο, ούτε ο οδηγός ούτε ο πεζός, έχουν υπολογίσει σωστά, και ασυναίσθητα επιβραδύνω κοιτώντας το σκηνικό που έχει στηθεί μπροστά μου. Λες και ήχησε κάποιος βουβός συναγερμός και οι δύο ταυτόχρονα καταλαβαίνουν προς τα που βαδίζουν. Ο οδηγός κοκκαλώνει το φρένο, ο πεζός τρέχει, το αυτοκίνητο κάνει ένα μικρό τετακέ, ο ήχος του λάστιχου στην άσφαλτο σκεπάζει μια θλιβερή συζήτηση για τη διαιτησία. Ο πεζός γλιτώνει στο τσακ, πατάει το απέναντι πεζοδρόμιο και σταυροκοπιέται. Στα μάτια του υπάρχει μόνο τρόμος. Στέκεται στο ίδιο σημείο και σταυροκοπιέται ξανά και ξανά. Βλέπω όσο μπορώ μέσα στο αυτοκίνητο. Ο οδηγός έχει σηκώσει τα χέρια του και κρατάει το κεφάλι του. Το φανάρι παραμένει πράσινο, αλλά αυτός δε λέει να ξαναξεκινήσει. Συνεχίζω τη διαδρομή για τη δουλειά, αυτοί στο ραδιόφωνο κάνουν σαν να μη τρέχει τίποτα, ενώ εδώ μπροστά μου παραλίγο να τελειώσουν (με τον ένα ή τον άλλο τρόπο) δυο ζωές. Θα πεθάνουμε μια μέρα στα καλά καθούμενα κι αυτοί ακόμη θα λιβανίζουν τους μαρινάκηδες.

*

Στο μετρό. Μπαίνει ένας τύπος, δεν τον βλέπω μόνο ακούω, λέει ότι έχει ανάγκη, ότι θέλει να φάει, ότι δεν έχει τίποτα. Κοιτάζω προς τα πίσω και πριν προλάβω να σκεφτώ το οτιδήποτε, τον βλέπω να σηκώνει το χέρι ψηλά. Στο χέρι κρατάει ένα ντέφι. Υπάρχει μια μικρή παύση, λες και όλο το βαγόνι λέει από μέσα του ένα-δύο-τρία και αρχίζει:

Την είδα απόψε λαϊκά να τα κερδίσω τα λεφτά,
να σου χαρίσω φως μου τ’ αστέρια όλου του κόσμου.
Μια μέρα θα `ναι αληθινά τα όνειρά μας τα κρυφά.

Χτυπάει το ντέφι με ορμή και τραγουδάει με όλη του τη δύναμη, σχεδόν φωνάζει. Στο τέλος, αφού, για όσο τουλάχιστον μπορώ να δω, δεν έχει μαζέψει ούτε πενηντάλεπτο, αρχίζει να φωνάζει σε μας. Δε λέω ντροπή μου, μεγάλη μου ντροπή, αλλά ντροπή σας και σας. Ντροπή σας ρε.

Δυο στάσεις μετά, μπαίνει μια γυναίκα, η οποία επίσης ζητάει λεφτά. Μόνο που δεν μιλάει δυνατά, δεν εξηγεί κάποια ιστορία. Μόνο έρχεται, πιάνει έναν προς έναν ξεχωριστά, πλησιάζει τη φάτσα της στη φάτσα του καθενός (σε τέτοια απόσταση που βλέπεις ότι όλοι ένας προς ένας αισθάνονται με τη σειρά τους εντελώς άβολα) και με κάτι αλλόκοτα μάτια, εξωπραγματικά γουρλωμένα και ένα εξίσου περίεργο πεντακάθαρο πάλλευκο και ίσιο χαμόγελο, ζητάει κάτι. Σιγά σιγά όλοι παίρνουν χαμπάρι τι γίνεται και όλοι υποπτεύομαι πως νιώθουν σα να ετοιμάζονται να πουν μάθημα στον πίνακα μπροστά σε όλη την τάξη. Βλέπεις αυτό το άβολο πλησίασμα, σκέφτεσαι γρήγορα τρόπους να το αποφύγεις, αλλά το ξέρεις καλά, έρχεται, φτάνει και συ δεν θα το αποφύγεις. Ούτε αυτή η γυναίκα θα πάρει τίποτα απ’ τους επιβάτες.

Το συμπέρασμα είναι ότι τίποτα δεν πιάνει πια σ’ αυτό τον κόσμο. Ούτε το τραγούδι, ούτε η υπενθύμιση της ντροπής, ούτε το να κοιταχτούμε στα μάτια, ούτε τίποτα. Θέλουμε απλά να πάει ο καθένας στη δουλειά του, στο σπίτι του, στον προορισμό του.

*

«το όνομά μας είναι η ψυχή μας» . Πάντα με εντυπωσίαζε αυτή η φράση. Αυτό σκέφτομαι την ώρα που μπροστά στο μέγαρο μουσικής η αριστερή λωρίδα είναι κλειστή. Περνάμε σημειωτόν και κοιτάμε απ’ τα κλειστά μας παράθυρα τον μηχανόβιο που τώρα είναι ξαπλωμένος – μόνο το δεξί του γόνατο είναι κάπως ανασηκωμένο – με τα χέρια σταυρωμένα πάνω στο στήθος του. Μια κοπέλα κάθεται οκλαδόν δίπλα του και φαίνεται να τον αγγίζει απαλά στο ένα χέρι. Έχει ανοίξει το τζαμάκι του κράνους και την βλέπεις να του μιλάει ήσυχα, καθησυχαστικά. Πιο μπροστά ένα αστυνομικό και ένα μαύρο αμάξι κάπως άτσαλα, διαγώνια, σταματημένο. Ο οδηγός του, στηρίζεται μεταξύ πόρτας και θέσης και μιλάει στο τηλέφωνο. Έχει γυρισμένη την πλάτη στον ξαπλωμένο άντρα. Αυτός τον χτύπησε, πρέπει να σκέφτονται όλοι περνώντας από μπροστά. Καθώς περνάω μπροστά απ’ τον πεσμένο άνθρωπο, μου ξανάρχεται αυτό το «το όνομά μας είναι η ψυχή μας». Θα πεθάνουμε μια μέρα στα καλά καθούμενα και η αριστερά θα κάνει γεωπολιτικές αναλύσεις για χάρη του ελληνικού έθνουςκράτους.

Ύστερα από ώρα, έχω φτάσει πια στη Φρατζή και στο φανάρι μια γυναίκα ίδια η Μπέλλου πλησιάζει τα αμάξια. Μικρόσωμη, με κοντά μαλλιά, φορούσε μακρύ μπουφάν και μαύρα χοντρά κοκάλινα γυαλιά. Έρχεται και σε μένα. Πριν κάνει την κίνηση, την παρατηρώ που τακτοποιεί το μπουφάν, να πέφτει σωστά πάνω της.

Τον πόνο έχω αδελφό
μα τον κρατώ βαθιά κρυφό
δεν έχω φίλους για να πω
το ντέρτι που με καίει
να ξαλαφρώσω την καρδιά
που μέρα νύχτα κλαίει.

Περιπλανώμενη ζωή
περιπλανώμενο κορμί.

*

«χάλασα το χρόνο, τώρα ο χρόνος χαλάει εμένα»

( σχήμα κύκλου για να κλείσει το ποστίδιο. Ένα απ’ τα κεφάλαια στο βιβλίο του Παπαγιώργη χρησιμοποιούσε αυτή τη φράση )

Advertisements

1 σχόλιο

Filed under ασυναρτησίες

εορταστικό ποτ πουρί

Η φωνή στο ραδιόφωνο λέει λέει λέει και τελειώνει υπογραμμίζοντας: τώρα για τις διακοπές σας ΚΑΙ γύρος γαλοπούλα.

*

Στερεοτυπικές κουβεντούλες για τη φύση της εξουσίας. Στην πρόσφατη ομιλία της Angela Davis, μπαίνοντας σε ενημέρωναν ότι μπορείς να καθίσεις όπου θες, απ’ την τρίτη σειρά και μετά, αφού οι δύο πρώτες είναι πιασμένες. Πιασμένες (και) από λευκούς μεσοαστούς άντρες μεταξύ ακαδημίας και βουλευτικού εδράνου, που άκουγαν με προσοχή την Davis να μιλάει για τις φυλακές, τους μετανάστες και διάφορα άλλα παρόμοια, την ώρα που οι ίδιοι λευκοί μεσοαστοί άντρες ετοιμάζουν νέο Σωφρονιστικό κώδικα ή κρατάν έγκλειστους εκατοντάδες μετανάστες ή τους πνίγουν ή τους απελαύνουν και πάει λέγοντας. Είναι εντελώς βαρετές οι καταγγελίες περί υποκρισίας, και η εικόνα του συριζαίου που τεντώνεται στην πρώτη σειρά (γιατί κράτησε αρκετά η ομιλία και πιαστήκαμε) δεν φλερτάρει με τίποτα παραπάνω απ’ την κανονικότητα, αλλά ο εκνευρισμός δεν καταλαβαίνει από ορθολογισμούς και αναμενόμενα. Δεν πειράζει, ραντεβού στη μπάρα του low profile, του ζοναρς ή σε κάποια μοντέρνα ταβέρνα με βιολογικό κυρίως πιάτο.

*

Καθημερινοί μικροεξευτελισμοί: για να ακούσεις λαϊκά έχεις καταφύγει σε ραδιοφωνικό σταθμό ιδιοκτησίας (ή κάτι ανάλογο) χατζηνικολάου. Μπόνους, ο ανά πάσα στιγμή τρόμος ότι μπορεί το επόμενο τραγούδι να είναι Μαραβέγιας. Και ναι, το επόμενο τραγούδι θα είναι Μαραβέγιας.

Αριστερά απόνερα : η ελαφριά (αλλά όχι λιγότερο απωθητική) μυρωδιά κυβερνητισμού καθώς μπαίνεις στον ένοικο.

*

Τη στιγμή που στην ελλάδα το metoo περνά και δεν μας ακουμπά ο μανδραβέλης γράφει για μια γνωστή τραγουδίστρια:

pm

Ποιο καλό και σπλαχνικό σύμπαν θα σκηνοθετήσει μια διαδρομή του έγκριτου δημοσιογράφου καθώς διασχίζει τα γραφεία στην Καθημερινή και οι εργαζόμενοι σηκώνονται καθώς περνάει από δίπλα τους και ξερνάνε ένας ένας πράσινη χολή πάνω του;

*

το πρόσωπό της ήταν μια σκοτεινή μάσκα, που πίσω της πάλευαν η επιθετικότητα και η ταπεινοφροσύνη. Τα μάτια της δεν έχαναν ούτε στιγμή την επιφυλακτικότητά τους, ήταν πάντοτε έτοιμα, μέσα σ’ ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, να σκοτεινιάσουν γεμάτα περιφρόνηση. Ακόμα κι όταν ήταν φιλική υπήρχε κάτι στον τρόπο της, στη φωνή της που ήταν μια προειδοποίηση˙  περίμενε πάντα μια καλυμμένη προσβολή ή κάποιο αισχρό υπονοούμενο. Και είχε κάθε λόγο να νιώθει έτσι. Δεν ήταν στριμμένη. Όλα αυτά δεν βρίσκονταν απλά στη φαντασία της. Η συμπεριφορά της ήταν συνέπεια του τρόπου που φερόταν ο κόσμος στα κορίτσια που είχαν κακή φήμη – και όλα τα μαύρα κορίτσια είχαν γεννηθεί με κακή φήμη.

James Baldwin – μια άλλη χώρα

*

Αποικιοκρατία είναι το πλήθος της documenta που νοικιάζει με ένα χιλιάρικο στούντιο στην Κολοκοτρώνη (ΦΟ ΒΕ ΡΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ), ψάχνει παρεμπιπτόντως να αγοράσει ρετιρέ στα Εξάρχεια (όλα πολύ ωραία, αλλά να εδώ στην Αθήνα, είναι πολύ κοντά το μπαλκόνι με τους απέναντι) , πίνει κάθε βράδυ στην καντίνα σοσιάλ (επειδή κάνει μόνο 5 ευρώ), αποκιοκρατία και ο τουρίστας που έρχεται σκ να πετάξει πέτρες στους μπάτσους και να τρέξει πάνω κάτω τη στουρνάρη (το πρόβλημα φυσικά δεν είναι οι πέτρες, αλλά το βλέμμα, το άγριο και πεινασμένο βλέμμα του τουρίστα). Όλη η Αθήνα ένα ατέλειωτο φαληράκι, ένα ξεχαρβαλωμένο και σκληρό τοπίο που δέχεται επίθεση από ένα ξεσαλωμένο τσούρμο άγγλων που μέθυσαν στα μπαράκια της χώρας της Κω.

Γενικώς, το προσόν μας είναι οι υπηρεσίες, εξυπηρέτηση τουριστών.

*

Η γριά στην οδό Μίμαντος ανεβαίνει αργά τα σκαλιά της ημιυπόγειας εισόδου της πολυκατοικίας και κρατάει σφιχτά τον μεγάλο τετράγωνο φάκελο με την επιγραφή ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΤΙΚΗ ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΗ. Που πας με τη φωτογραφία των μέσα σου; Ποια διάγνωση θα ‘ναι από σήμερα η μόνη σου αλήθεια;

 

1 σχόλιο

Filed under Uncategorized

πελαργός

Ακούω μια άσχετη ιστορία και μου μένει μόνο μια εικόνα. Μια γυναίκα καπνίζει στον απορροφητήρα. Είναι όρθια, φυσάει τον καπνό προς το σημείο που κάνει θόρυβο και ρουφάει τον αέρα. Ακούει ας πούμε Ronettes ή κάτι αντίστοιχο, παλιό και γλυκό. Η μπαλκονόπορτα είναι ελάχιστα ανοιχτή, ένα σωρό κρύο όμως μπαίνει μέσα. Τη στιγμή που θα μπορούσε να είναι ακριβή, χαλάει ο ήχος από μέσα. Η τηλεόραση παίζει ειδήσεις, ο σύντροφος ενημερώνεται, όλα όσα πρέπει να ξέρετε για το κοινωνικό μέρισμα. Στήνει αυτί, να κάνουμε Χριστούγεννα, βήμα 1, βήμα 2 και πάει λέγοντας. Κάπου στο βήμα 5 ή βήμα 6 το χάνει. Το έντυπο Α21 με έχασε. Ξέρω ένα σωρό άλλα, Ε1, Ε3, Ε9, ΦΠΑ – βιες, αλλά το αυτό το Α21 απλά παραείναι, είναι το όριο, το ξεπέρασμα του οποίου για μένα σημαίνει παραίτηση. Δε γαμιέται και το koinwnikomerisma.gr , λέει σχεδόν δυνατά και πως στο διάολο γίνεται και ο σύντροφος την ακούει ανάμεσα στον Αντ1 και τις Ronettes και κάτι ψελλίζει, έτσι κάνεις και μετά δεν παίζει φράγκο. Δεν παίζει τίποτα και ενώ αυτή συνεχίζει να καπνίζει το ένα τσιγάρο καπάκι στ’ άλλο, τρία πρεζάκια σήμερα το πρωί στην οδό Καποδιστρίου κοιτάζουν ένα χαρτί κάποιας δημόσιας υπηρεσίας, είναι κάτι που πρέπει να καταλάβουν, αλλά είναι και οι τρεις χάλια, είναι εμφανές ότι κάτι δεν μπορούν να καταλάβουν και είναι εμφανές ότι προσπαθούν, αλλά κανείς δε σταματάει να ρωτήσει τι έγινε ρε παιδιά να βοηθήσω, κανείς δε σταματά κι είναι λογικό γιατί είναι τρία πρεζάκια, είναι τρεις άνδρες απόλυτα υπεύθυνοι για την κατάστασή τους, υπεύθυνοι και πιθανώς επικίνδυνοι. Εντωμεταξύ έχει δίκιο ο ζητιάνος στην Σταδίου όταν λέει μη με εγκαταλείπετε, αυτή είναι η σωστή φράση, όχι βοηθείστε, όχι ό,τι έχετε ευχαρίστηση, όχι σας παρακαλώ, η σωστή φράση είναι αυτή. Μη με εγκαταλείπετε. Τον είχαμε, τον είχατε, τον είχαν κάποιοι τέλος πάντων, τον κρατούσαν, ήταν εκεί κοντά και τώρα ζητάει απλά λίγη γαμημένη επιμονή και να παραμείνουν αυτοί οι κάποιοι στην αρχική τους θέση, εκεί που τους τοποθέτησε της ζωής και της κοινωνίας η αίσθηση καθήκοντος, για να μη μιλήσω για αγάπη. Με με εγκαταλείπετε. Ξεκινάει ένα παιχνίδι, γέρνω προς το γκρεμό και κάποιος, εσείς, με κρατάτε απ’ το γιακά και ξαφνικά αυτό το χέρι βαρέθηκε, κουράστηκε, εξαφανίστηκε τέλος πάντων και τώρα που αιωρούμαι όλο και πιο κοντά στην άβυσσο, λέω απλά ε, που είναι αυτό το χέρι, μη με εγκαταλείπετε. Αλλά εγώ ο ζητιάνος κάνω προφανώς λάθος, αφού ειδικά στις περιπτώσεις των αποτυχημένων, των εντελώς χαμένων είναι που πριμοδοτείται στην ερμηνεία και στην νομιμοποίηση της καταδίκης, η χρήση της απόλυτης προσωπικής ευθύνης. Φταις, πέσε. Και η γυναίκα συνεχίζει να καπνίζει, ελαφρά απογοητευμένη, αλλά όχι ιδιαίτερα, έτσι πάνε αυτά τα πράγματα, καλύτερα να μην περιμένεις πολλά κι ας είσαι τόσο όμορφη, τόσο ελαφροπάτητη, τόσο ταιριαστή στο κάδρο του κόσμου. Σκέφτεται να κάνει ένα διάλειμμα απ’ το πάφα πούφα, αλλά και τι να κάνει; Ειδήσεις; καλύτερα να πηδήξει απ’ τον τέταρτο όροφο με το κεφάλι. Λίγο φέισμπουκ; Αλλά δεν αντέχει, δεν αντέχω να δω ξανά τη φάση πόσο καλοί οι μετανάστες που βοηθάνε τους Έλληνες πλημμυροπαθείς, πόσο συγκλονιστικοί οι παλιοί Έλληνες αριστεροί που μες στη βροχή και το χαλασμό υψώνουν τη γροθιά, και δε φταίνε φυσικά ο μετανάστες ούτε οι παλιοί αριστεροί, αλλά όλοι εμείς που το παρόν εξαντλείται στους συμβολισμούς και τις επετείους και τις προσπάθειες να αποδειχθεί με ένα φωτογραφικό ενασταντανέ ότι οι ξένοι είναι καλοί άνθρωποι, όπως κι εμείς. Αλλά δε χρειάζεται οι ξένοι να είναι καλοί άνθρωποι, πόσο μάλλον που δεν είμαστε κι εμείς καθόλου τέτοιοι, κάτι αρχίδια είμαστε, καλό θα ήταν κάποια στιγμή να το παραδεχτούμε. Δεν έχει νόημα η ηλίθια επιμονή στην απονομή του τροπαίου του καλού ανθρώπου, ό,τι μπορούμε κάνουμε, ό,τι μας έμαθαν από παλιά, να μισούμε κανά ξένο, να παρελαύνουμε με τη γαλανόλευκη κι αν κανένας απ’ αυτούς μας αποδείξει πόσο φιλότιμος (και φτηνός) είναι, ε ας πάει και το παλιάμπελο, εμείς τις εξαιρέσεις είμαστε έτοιμοι να τις επισημάνουμε σε πολλά συνεχόμενα οικογενειακά τραπέζια. Ξανά τσιγάρο στον απορροφητήρα, ο σύντροφος κάνει ζάπινγκ πριν βάλουμε σειρά, στα ριάλιτι και στα σπορ έχουμε την βασιλική επιστροφή του θεού. Σαν πελώριο τανκ, εισβάλει στο σαλόνι μας, στ’ αυτιά μας, η επίκληση στη βοήθειά του, είναι φοβερό αυτό, να το λες δημόσια, να το λες μπροστά στην κάμερα χωρίς ίχνος αστεϊσμού ή σεμνότητας, να ζητάς τη βοήθεια του θεού. Να δώσει ο μεγαλοδύναμος να ανοίξουν οι άλλοι χριστιανοί 15 μπουκάλια τσόνι μπλακ στα μπουζούκια που τραγουδάς και να βάλεις εκείνο το κρίσιμο τρίποντο και να δίνει γενικώς, να σε αγαπάνε τα παιδιά σου και μάλιστα εσύ να τους το ανταποδίδεις και να συγκινείσαι ενθυμούμενος το πρώτο πολυβόλο που τους πήρες απ’ τα τζάμπο. To the first of many guys. Φέρνε τσιγάρα, βάλε τον απορροφητήρα στο 4, κι ας πάει μέχρι το 3. Βάλε κάτι να ακούμε, κάτι ειλικρινές, κάτι που να μη θυμίζει τίποτα, κάτι που να μη βασίζεται στο άλλοθι του παλιού αριστερού ηθικού μεγαλείου ή στην κακομοιριά της δεξιάς ηθικολογίας.

Η γυναίκα αγνοεί τις φωνές του συντρόφου απ’ το σαλόνι, χέσε μας κι εσύ ρε μαλάκα, δε βλέπεις τι γίνεται εδώ πέρα;. Στέκεται στο ένα πόδι, πελαργός, που μέσα σ’ ένα δευτερόλεπτο συνειδητοποίησε όση πραγματικότητα μπορεί να χωρέσει στο μικρό του κεφάλι. Και τώρα απομένει δίπλα στον απορροφητήρα – όρθια στο ένα πόδι – και καπνίζει κοιτώντας το στενό άπειρο της κουζίνας, την άκρη του χαρτιού κουζίνας που πάλλεται απαλά κρεμασμένο στον λευκό τοίχο.

3 Σχόλια

Filed under ασυναρτησίες

διάσπαρτα κομμάτια αυγούστου

Απ’ όλους μας αυτός είναι ο πιο ευτυχισμένος γιατί δεν έχει καμμιά ιδέα σχηματισμένη εκ των προτέρων για το τι ζητεί σ’ αντάλλαγμα για τον έρωτά του. Και το ν’ αγαπά κανείς έτσι, με τέτοιον απρομελέτητον τρόπο, είναι κάτι που οι περισσότεροι πρέπει να μετεκπαιδευθούν σ’ αυτό όταν περάσουν τα πενήντα. Τα παιδιά αγαπάνε μ’ αυτό τον τρόπο. Το ίδιο κι αυτός. Δεν αστειεύομαι.

Λώρενς Ντάρρελ

και να τρεις εικόνες καλοκαιριού:

  • μια ριγέ ασπρόμαυρη φούστα, η φωτογραφία όλο πόδια και σεντόνι.
  • το λιγοστό μαύρο τριχωτό ανάμεσα στα πόδια. Η γυναίκα ξαπλωμένη, το ένα πόδι απλωμένο, το άλλο λυγισμένο. Ένα καλά τακτοποιημένο πλαίσιο ευτυχίας.
  • η στιγμιαία παράδοση του σκηνικού σ’ ένα τζιν σορτσάκι.

21291611_1886561661370716_1320698911_n

Είμαστε αιχμάλωτοι της μητροπολιτικής βαναυσότητας, της ανελέητης τρεχάλας και της πόζας που επιμένει σώνει και ντε ότι εδώ συμβαίνει κάτι πάρα πολύ καινούριο, πάρα πολύ ενδιαφέρον. Ταυτόχρονα, είμαστε αιχμάλωτοι του θερινού φολκλόρ και του επιβεβλημένου δέους μπροστά στην φυσική ομορφιά.

και να άλλη μια εικόνα καλοκαιριού:

  • Μπαλκόνι με κίτρινα πατζούρια και ξύλινες καρέκλες και ο αέρας να μας χαϊδεύει, πότε ελαφρά πότε με τρελή δύναμη. Οι Ξεριζωμένοι του Sebald μια λεπτή χειρονομία, η ασύλληπτη δύναμη των ιστοριών του Πάουλ Μπεράιτερ και του Άμπροζ Άντελβαρτ.

και μια εικόνα για τον αυτόματο σχηματισμό νοσταλγίας:

  • ένα καφενείο με μεγάλα παράθυρα (γαλάζιο και κίτρινο χρώμα σαν πύλες προς ένα βίο γαλήνιο και κάπου πεταμένες άχρηστες οι αγωνίες των καθημερινών μικροϋπολογισμών) κι εμείς να τρώμε αχόρταγα τα πιο βασικά, ντομάτα ψιλοκομμένη και μπόλικο κρεμμύδι.

Αγαπώ τη μπάρα του low profile όσο το βράχο στα δεξιά της Λίμνης ή την πρώτη πολύ μικρή σπηλιά στο Σπαραγαρίο. Μπορώ να ζήσω χωρίς τίποτα απ’ αυτά, αλλά κατά καιρούς ονειρεύομαι το αποκλειστικό βασίλειο του ενός ή του άλλου. Μεταξύ της σκληρότητας της δυτικής μητρόπολης και της σκληρότητας μιας ξεφτιλισμένης επαρχίας, εμφανίζεται η ασφαλής επιλογή μεταξύ μιας ήττας και μιας ήττας. Αλλά εμείς σηκώνουμε το κινητό | φωτογραφίζουμε την ομορφιά, αστική και υπαίθρια | ανοίγουμε τα μάτια | φανταζόμαστε περπατώντας ανάμεσα στ’ ερείπια ότι μπορεί ακόμη να μας περισώσουν αδέσποτες, περιρρέουσες ριπές ομορφιάς. (και όντως κάπως έτσι γίνεται).

21291733_1886561571370725_1956056222_n

μετά τη φωτιά στα Κύθηρα

Και να άλλη μια εικόνα καλοκαιριού:

  • η αιώρα που γίνεται κουκούλι, τα μάτια της σχεδόν κλείνουν και ω, να βουλιάζεις στο βυθό της τρυφερότητας απροστάτευτη και με το κεφάλι εντελώς άδειο.

Ενδεχόμενοι παράδεισοι: Το Τσιρίγο χωρίς Τσιριγώτες, το χωριό μου χωρίς συχωριανούς, η Αθήνα χωρίς το δήμαρχό της ή τους επελαύνοντες μιζεροφασίστες της. Διαγράφω αμέσως τα παραπάνω γιατί αποτελούν σαφές δείγμα ελιτισμού και αλαζονείας, αφού αποδίδουν την ευθύνη για το παρόν χάλι μόνο στους άλλους, ενώ εμείς (οι όποιοι εμείς) υπονοείται ότι κάποιοι είμαστε και κάτι παραπάνω ξέρουμε για τη συνύπαρξη και την ομορφιά και το διαρκές γιόλο.

(Όταν αναφέρομαι σε άλλους τους οποίους κατηγορώ ανελέητα από μέσα μου εννοώ: τους ξενοδόχους και εστιάτορες που δε θέλουν τους ελεύθερους κατασκηνωτές αλλά τον «τουρισμό της καγιέν», τους αγαπητικούς των στρατοπέδων συγκέντρωσης, τους εκτοξευτές μίσους απέναντι σε καθετί που δεν περιλαμβάνεται στο γνωστό τρίπτυχο πατρίς – θρησκεία – οικογένεια (και άλλα υπερσυντηρητικά σχήματα), τους ανθρώπους που μετέτρεψαν τις κοινές αυλές τους σε σκουπιδότοπους και τις παραλίες τους σε μπιτς μπαρ, τους πολύπλευρους ευαγγελιστές της ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ. Τους σιχαίνομαι και τους θεωρώ σχεδόν αθώους. Κρίμα, σκέφτομαι, και αυτό – το κρίμα – πάει σε μένα.)

21396840_1886561558037393_318990234_n.jpg

να μια εικόνα καλοκαιριού:

  • Το ρόδο της Ιεριχού (ή ρόδο της νεκρανάστασης ή ρόδο της Παναγίας). Το ακουμπάμε σε ένα πράσινο πλαστικό βαθύ πιάτο, ρίχνουμε νερό και ανοίγει, πρασινίζει, ανθίζει. Το ξεχνάμε και γίνεται μια κλειστή, ξερή μπάλα. Θέλει πότισμα το καθετί, ενώ εμείς έχουμε κάνει επί χρόνια σκληρή προπόνηση στην αυτοματοποιημένη εγκατάλειψη.

Όταν κουρνιάζει μια γάτα ή ένας σκύλος στα πόδια σου στο κάτω μέρος του κρεβατιού, στ’ αλήθεια δεν κουρνιάζει μια γάτα ή ένας σκύλος. Υπάρχει μια εστία ζέστης παρηγορητικής, παρόμοια με αυτή που αισθάνεσαι όταν κοιτάς έναν αγαπημένο φίλο να κάνει κάτι ανιαρό και κοινότοπο. Λυγίζεις όταν βλέπεις κάποιον να μαζεύει το μαγαζί μετά το κλείσιμο, να τινάζει τα πατάκια, να ρίχνει νερό στο φλιτζάνι του καφέ πάνω απ’ το νεροχύτη.

και να δύο εικόνες καλοκαριού:

  • ανάσκελα γυμνοί διαβάζουν μισοκοιμισμένοι, έχοντας ξεπεράσει το σημείο βρασμού, ο ιδρώτας έχει στεγνώσει και η αίσθηση ότι το φως τους καθηλώνει, τους καρφώνει στο έδαφος, σα να σε ισοπεδώνει μια δύναμη φιλική. Αλυσοδεμένοι στη ζωή, βγαίνει αβίαστος ο φριχτός πομπώδης τίτλος, αλλά η ουσία είναι ότι κάτι υπάρχει σ αυτή την ακινησία και άντε να το εντοπίσεις.
  • απόγευμα, οι καρέκλες έξω απ’ το σπίτι. Στο χωριό Κ., και σε κάθε χωριό, μια γυναίκα κάθε απόγευμα κάθεται σταυροπόδι καπνίζοντας και κοιτάζει τα αυτοκίνητα ντόπιων και τουριστών που περνούν πολύ κοντά της, στο ύψος των ματιών. Κι όλο κοιτάζει και καπνίζει.

Πώς σου ήρθε η ιδέα ότι το πιο θαυμάσιο πράγμα που θα μπορούσα να κάνω στη ζωή ήταν να’ μαι υπάκουος;

Φίλιπ Ροθ

 

 

3 Σχόλια

Filed under ασυναρτησίες, Uncategorized

παραμονές

1. Παρόλο που το σινεμά που προτιμώ είναι αυτό του Mike Leigh, του Ken Loach, του Spike Lee του Fatih Akin (και πάει λέγοντας), καμιά φορά με πιάνω να σκέφτομαι ότι να, τώρα αυτό που (δε) λέω από μέσα μου, αυτή η ατμόσφαιρα που με έχει κυκλώσει εσωτερικά, αυτό το αίσθημα που δεν έχει βρει λέξεις αλλά είναι τόσο ξεκάθαρο, θα ήθελα να το αφηγηθεί ο Terence Malick. Καθώς περπατάω στην οδό Αριστοτέλους και δεν έχω λόγια να πω τη συνθήκη που έχω φτιάξει μέσα στο μυαλό μου, τη συνθήκη που με περιβάλλει, τις σκέψεις που δεν παίρνουν λόγια, μου έρχεται ο Malick. Τα μάτια μου, σαν κάμερα, αρχίζουν να κινούνται, καταγράφοντας με ακρίβεια και τρυφερότητα, περικυκλώνοντας το θέμα, χαϊδεύοντάς το, αγκαλιάζοντάς το. Ποιο είναι το θέμα; Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα μέσα στην οποία σιγοβράζουν οι αφορισμοί που συμβαίνουν μέσα στα σωθικά μου. (Στην πραγματικότητα αμφισβητείται η ύπαρξη του θέματος – είναι ένα αίσθημα αγνώστων στοιχείων, αταυτοποίητο. Ένας κυκλώνας – ήρεμος πάντως – αποφάσεων, ενδείξεων, παρατηρήσεων, συγκινητικών στιγμών, πιθανοτήτων, κόμπων και ίσιων γραμμών).

Μια γυναικεία φιγούρα γυρίζει γύρω από έναν άγνωστο ήρωα. Με τεντωμένο χέρι διαγώνια προς τα κάτω και ανοιχτά δάχτυλα που απλώνονται παράλληλα με το έδαφος. Λες και το χέρι είναι άξονας που την κρατά σταθερή σ’ ένα σημείο του κόσμου και το κορμί γυρνά απαλά γύρω του. Ένας άνθρωπος με λειτουργία υδρογείου ή διαβήτη.

Επόμενα πλάνα: Χορτάρια στον άνεμο. Ένας άντρας με γυρισμένα μπατζάκια  βρέχει τα πόδια του σε μια ακτή. Σκηνές από πάρτυ, γεμάτα ποτήρια, έρημες λεωφόροι. Κι ύστερα η φωνή του αφηγητή, άντε τώρα να διαλέξεις ποιον θες σ’ αυτό το ρόλο, ας μείνει καλύτερα κι αυτός αταυτοποίητος.

Τι λέει η φωνή;

to_the_wonder_terrence_malick_33

2. Άραγε πως νιώθει ο αφρικανός την ώρα που βλέπει να έρχονται τα μέλη της ανθρωπιστικής αποστολής από τη βόρεια Ευρώπη;

Αν και συμπαθείς στη συντριπτική πλειοψηφία τους, ξένοι, κυρίως ευρωπαίοι αλλά και αμερικανοί, δημοσιογράφοι και ακτιβιστές δημιουργούν ανάμεικτα συναισθήματα στους κατοίκους της περιοχής των Αθηνών. Είναι συγκινητικό (και έχει και πλάκα) το ενδιαφέρον τους για τα βάσανα των αιχμαλώτων της επταετίας της καταστροφής που διανύουμε. Ο κόσμος του βοηθά, τους απαντά, τους υποδεικνύει. Αλλά από ένα σημείο και μετά πολλοί ντόπιοι, όχι απαραίτητα συνειδητά, τους κοιτούν με μισό μάτι. Κανείς δεν αγαπάει τον τουρίστα, ακόμη κι αν αυτός έρχεται με τις καλύτερες των προθέσεων, γιατί αυτός κρύβει πάντα κάτι απ’ το βλέμμα του καταχτητή, του εμπόρου, του συλλέκτη εξωτικών στιγμών κι ζόρικων εμπειριών.

Όπως πάμε εμείς στα μικρά νησιά του καλοκαιριού και αρχίζουμε να πετάμε με ρυθμούς πολυβόλου τις φυσιολατρικές διαπιστώσεις (αχ, εδώ ζείτε μέσα στην ομορφιά, αλί σε μας) σε συνδυασμό με τις συμβουλές του ασυγκράτητου ξένου (ίσως θα έπρεπε να έχετε μια πιο οικολογική προσέγγιση στο συγκεκριμένο θέμα – το δημοτικό συμβούλιο τι κάνει – έχω μερικές ιδέες για την προστασία και την ανάδειξη του τοπίου). Όμως είμαστε εκεί για είκοσι μέρες (στην καλύτερη) και έχουμε επιλέξει με προσοχή τη σαγιονάρα, το μαγιώ και το σλόγκαν της μπλούζας μας, προκειμένου να φτάσουμε στην ψυχική ανάταση και την ένωση με το τοπίο μια ώρα αρχύτερα.

Το διάλειμμά σου, η ζωή μου.

malick_article_story_large

3. Έμπλεξα τις προάλλες πάλι σε αυτή την ανόητη συζήτηση: τίποτα δεν γίνεται στην Ελλάδα (λογοτεχνικά), δεν γράφεται τίποτα της προκοπής. Έχασα γρήγορα την ψυχραιμία μου και η κουβέντα πήγε στα γενικά και θεωρητικά και άκρη φυσικά δεν βγήκε. Μετά σκεφτόμουν ότι θα μπορούσα απλά να πω ότι μετά το καλοκαίρι διάβασα Παπαμάρκο, Ξυλούρη, Παπαντώνη, Παπαδάκη και αυτό θα ήταν αρκετό.

Μικρές τραγωδίες που κλονίζουν τη δυνατότητα να λες ΕΧΩ ΔΙΚΙΟ ΓΙΑ ΟΛΑ. Πήρα τον «Καρυότυπο» του Παπαντώνη περισσότερο για να έχω επιχειρήματα να κράξω κάποιον που αντιπαθώ και που το εκθείαζε. Άλλωστε οι κριτικές του συγγραφέα στην εφημερίδα δε μου άρεσαν καθόλου, σα να είχαν ένα περίεργο ύφος, τέτοιο που είχε σίγουρα αυτός που το εκθείαζε. Το ξεκίνησα σχεδόν γκρινιάζοντας δυνατά, σαν αναγνωστικός Αλέφαντος, αν ήμουν σκίτσο τα συννεφάκια δίπλα μου θα έλεγαν καμιά εκατομμυριοστή έλα μωρέ έλα μωρέ έλα μωρέ έλα μωρέ έλα μωρέ.

Σήμερα, η κατάσταση περιγράφεται ως εξής: είμαι μεταξύ της απόφασης να το ξαναδιαβάσω και της γκρινιάρικης ανυπομονησίας για το επόμενο βιβλίο του συγγραφέα.

Τίποτα δεν είναι σίγουρο, ακόμη και ένας εντελώς αντιπαθής τύπος μπορεί να προτείνει ένα ωραίο βιβλίο, αν και για να δικαιολογήσω τον εαυτό μου, κάτι τέτοιο προφανώς είναι ένα γεγονός σπάνιο, σχεδόν εξωπραγματικό.

perspectivemalick_baskin

4. Το πρωί συνάντησα στο δρόμο τη μάνα του γάτου μου. Δηλαδή τη μάνα που τον παράτησε στο μπαλκόνι μου, μία μέρα αφού τον γέννησε. Στέκεται και με κοιτάει, κάνω κι εγώ το ίδιο. Δεν περιμένω καμιά ερώτηση, έστω τυπική, ένα δείγμα ανησυχίας, ένα ελάχιστο νεύμα και φυσικά δικαιώνομαι. Απλά στέκεται και με κοιτάζει.

Είμαστε μ’ ένα τρόπο μάνες του ίδιου παιδιού, αλλά δεν ξέρω τίποτα γι’ αυτή, μόνο μια σκόρπια κουβέντα μια γειτόνισσας. Καταραμένη τη φωνάζω. Όλο γεννάει παιδιά και τα παρατάει. Όλη την ώρα αυτό κάνει. Κακίες πιθανότατα, αλλά κι αυτή δεν δείχνει καμία διάθεση να υπερασπιστεί τον εαυτό της, να παρουσιάσει κάποια επιχειρήματα υπέρ της, να αποκαταστήσει το όνομά της (το πραγματικό εννοώ) στα μάτια μιας αυστηρής, σε οικογενειακά ζητήματα, συνοικίας. Είναι αλήθεια, η γειτονιά έχει έντονες ευαισθησίες. Ακόμη συζητάει βγαίνοντας απ’ το ψιλικατζίδικο ή απ’ το να στο άλλο μπαλκόνι γι’ αυτόν τον σύζυγο που δέρνει τη γυναίκα του. Κάθε τόσο το ίδιο γίνεται.

Την κοιτάζω για ώρα, διπλωμένος στο παλτό μου, κάνω κι ένα δυο βήματα να την πλησιάσω λίγο ακόμη. Μένει ακίνητη, αδιάφορη, σα να μη καταλαβαίνει τίποτα. Για λίγο αιωρούμαι μεταξύ του καλά είναι, μην ανησυχείς και του μάνα είσαι συ;  αλλά δεν λέω τίποτα. Ποιος είμαι γω να κουνήσω το δάχτυλο ή ακόμη περισσότερο να συγχωρήσω μια τέτοια πράξη;

screen-shot-2011-06-03-at-4-20-13-am

5. Τέτοιες μέρες επετειακές – γενέθλια, πρωτοχρονιές, σημαδιακές ημερομηνίες και άλλα παρόμοια – σκέφτεσαι αναπόφευκτα κάτι σχετικό με το χρόνο.

Λέει κάπου η Λισπέκτορ στην «ώρα του αστεριού»  τα πράγματα είναι πάντοτε παραμονές, αλλά τι παραμονές. Παραμονές μιας αλλαγής βλέμματος. Με τον καιρό αντιλαμβάνεται ο καθένας ότι έχει πει ήδη πολλές φορές από σήμερα βλέπω τα πράγματα αλλιώς  ή από σήμερα είμαι άλλος. Αλλά η κατάσταση, η εσωτερική κατάσταση, αυτή που δίνει όνομα και νόημα στα πράγματα, μένει ακριβώς ίδια. Το βλέπουμε καθαρά σε κάποιους πολιτικά κατασταλαγμένους. Ορκίζονται στις νέες ερμηνείες, στο άκουσμα του καιρού και άλλα παρόμοια και το νέο τους βλέμμα μπορεί να κοιτάξει μόνο εντός του ίδιου πλαισίου που ανάλογα την εποχή δικαιώνεται περισσότερο ή λιγότερο, πάντως να αλλάξει δεν μπορεί.

Πως άραγε γλιτώνεις απ’ την ασφυξία, απ’ τη στασιμότητα και την αναβολή; Στη χούφτα σου κλεισμένη σφιχτά, αυτή η φράση της Λισπέκτορ τα πράγματα είναι πάντοτε παραμονές. Σε γρατζουνάει, σε γκρεμίζει, σε ξυπνάει στη μέση της νύχτας. Έρχεται στα χέρια σου, ως αγγελιοφόρος ανησυχητικών εξελίξεων, ως υπενθύμιση καθετί αναπόφευκτου, ως σπρώξιμο και ως ο ήχος ενός γκονγκ που χτυπάει για κάθε καλό και κακό. Παραμονή της αλλαγής βλέμματος, παραμονή αυτού που θα συμβεί.

Αυτό ήθελα να λέει η φωνή του αφηγητή. Τη φράση της Λισπέκτορ.

1 σχόλιο

Filed under ασυναρτησίες, Uncategorized

στον Πειραιά, μ’ ένα ουφ

Με διακόπτει την ώρα που κάνω κάτι δήθεν περισπούδαστες σκέψεις, ότι έχουμε καταναλώσει περισσότερο σινεμά για τις υπαρξιακές αγωνίες, διαστροφές, καύλες, αγωνίες των πλούσιων, όμορφων και υπερεπιτυχημένων ανθρώπων απ’ όσο μας αναλογεί. Δεν είναι λέξη αυτό που με διακόπτει, είναι ο ήχος κάποιου που ξεφυσά, κάποιου που βαρυγκωμά. Μοιάζει όμως με λέξη, ακούγεται σαν ένα πεντακάθαρο ουφ που σχηματίζεται απ’ την ανάσα και το ανακάτεμα των εσωτερικών ανέμων στα σωθικά του ανθρώπου που κάθεται ακριβώς πίσω μου και ξεφυλλίζει με υπερβολική ταχύτητα κόλλες Α4 σε ένα μπλε ντοσιέ. Η νεαρή δικηγόρος που ασκοφυσά ή μάλλον εκπνέει όλη την αγωνία του κόσμου, φτιάχνοντας ένα σαφές και θορυβώδες ουφ, τρέχει να προλάβει ποιος ξέρει τι, μια προθεσμία, το αφεντικό ή έναν πελάτη. Δεν μπορώ να δω τη φάτσα της και να πω όμορφη ή άσχημη ή το οτιδήποτε. Όλο το πρόσωπό της είναι ένα άγχος, μια υπερβολική ταραχή σε συνδυασμό με μια αδιανόητη προσπάθεια να βιαστεί, να βιαστούν όλα πάνω της. Τα δάχτυλα, τα μάτια, ο νους, το κομμάτι του μυαλού που διαβάζει και το κομμάτι που μυαλού που αναλύει και το κομμάτι του μυαλού που προετοιμάζει γι’ αυτά που ακολουθούν.

Τα διαδοχικά ουφ της στην αρχή μου φαίνονται περίεργα, στη συνέχεια λίγο αστεία, αλλά εντέλει, μέχρι να σηκωθώ απ’ τη θέση μου και χωρίς καλά καλά να το καταλάβω, έχουν αλλάξει όλη τη διάθεσή μου. Ξαφνικά έχω βαρύνει, σέρνεται ένας υπόγειος εκνευρισμός, σε λίγο οδηγώ κάπως νευρικά.

Ύστερα φτάνω στον Πειραιά και κάνω ακριβώς 34 λεπτά να παρκάρω. Μικροατυχίες (με πρόλαβε ο μπροστινός) και ανοησίες (η τύφλα που είδα δύο θέσεις αφού τις προσπέρασα) . Στο δρόμο για την επόμενη υπηρεσία, περπατώντας πλάι στη θάλασσα, ονειρεύομαι με τα μάτια ορθάνοιχτα μια μπόμπα, μια παραίτηση, μια ηρωική έξοδο, μια βουβή έξοδο και τίποτα απ’ όλα αυτά δεν κρατάει περισσότερο από 3,4 δευτερόλεπτα, γιατί ο κόσμος μου έχει δεχθεί μια φοβερή εισβολή από αυτό το απεγνωσμένο ουφ της νεαρής δικηγόρου. Τίποτα δεν υπάρχει πια, μόνο αυτό το ουφ που δεν μπορώ να τινάξω με κανένα τρόπο από πάνω μου.

*

Καθώς βγαίνω από το διάδρομο, εμφανίζεται ξαφνικά ένας τύπος μπροστά μου. Μοιάζει να έχει βγει από το πλάι επαρχιακής εκκλησίας, ο άγνωστος άντρας που κάνει διάφορες μικροδουλειές και κανείς δεν ξέρει λεπτομέρειες γι’ αυτόν, μα όλοι υποψιάζονται – από κάποιον κρύβεται, από κάτι προσπαθεί να ξεμπλέξει. Το πρόσωπό του είναι κίτρινο, κερί χρησιμοποιημένο ξανά ξανά που αναβόσβησε για τις προσευχές του ενός και του άλλου, είναι και κάπως καμπουριαστός, το βάρος τόσων δίκαιων και άδικων αιτημάτων. Σπάνια βιβλία, μου λέει και δείχνει μια όντως παλιακή έκδοση, Ονορέ ντε Μπαλζάκ, Ευγενία Γκραντέ. Πριν προλάβω να αρθρώσω λέξη, προσθέτει, χαμηλόφωνα, έχω κόψει και τα ναρκωτικά. Δίπλα μας, ένας σίφουνας η προϊσταμένη δίνει τέλος σε όλα αυτά με ένα κοφτό δεν είναι η υπηρεσία γι’ αυτές τις δουλειές. Αυτός υπακούει αμέσως και αποχωρεί ανέκφραστος. Πάει να ψάξει ένα χώρο γι’ αυτές τις δουλειές, αν υπάρχει πουθενά δηλαδή χώρος γι’ αυτές τις δουλειές ή αν υπάρχει τέλος πάντων χώρος έστω γι’ αυτόν τον ίδιο.

foto: Xavier Miserachs

foto: Xavier Miserachs

Δύο κορίτσια 35 (περίπου) χρονών συζητάνε. Ανακαλύπτουν ότι είχαν μια κοινή φίλη στα χρόνια του γυμνασίου. Η φίλη πέθανε στα 23 της. Φαντάζομαι εκείνη την εποχή, πρέπει να ένιωσαν πως τις καθόρισε ένας τέτοιος θάνατος. Θα ‘θελα να μείνω λίγο εκεί δίπλα τους, να κρυφακούσω γιατί αναρωτιέμαι αν θυμούνται καμιά ιστορία, κάποιο συγκεκριμένο σκηνικό ή αίσθημα, αν έμεινε δηλαδή τίποτα πέρα απ’ τη θολή σιλουέτα του ανθρώπου που έφυγε και μια κάπως αόριστη θλίψη.

Τέτοιοι είμαστε, τη μια στιγμή πενθούμε, σα σελίδες που σημαδεύτηκαν από ανεξίτηλο μελάνι, το κλάμα μας είναι ναοί του Ποσειδώνα – κομμάτια του θα στέκουν εκεί στους αιώνες των αιώνων. Την άλλη στιγμή, είμαστε κανονικά χρυσόψαρα, ο θρήνος μας είναι μια φράση στην άμμο, εκεί που γλύφει η θάλασσα. Καλοκαίρι 2004 κι από κάτω Πάτμος κι ύστερα αν δεν έχεις και καμιά φωτογραφία, δεν θυμάσαι αν στ’ αλήθεια βρέθηκες ποτέ εκεί κι αν σε σέρβιρε μια Ελίνα, Λίνα ή Ελένη, την οποία πάντως τότε ερωτευτήκατε ομαδικώς και για πάντα.

*

Στην οδό Φιλελλήνων ένας άντρας αρκετά μεγάλος σε ηλικία σπρώχνει μια γυναίκα εξίσου μεγάλης ηλικίας, αλλά και πολλών κιλών σε καροτσάκι. Αυτός φοράει καπέλο ναυτικού και δερμάτινο μπουφάν. Σταματάνε μια περαστική  και ρωτάνε κάτι για μια εκκλησία, δεν μπορώ να ακούσω ποια. Η γυναίκα τους λέει ότι είναι μακριά, έχει ανηφόρες, είναι έτσι κι αλλιώς. Εν ολίγοις τους αποθαρρύνει. Άστο ρε Τάκη, λέει η γυναίκα στο καροτσάκι, δεν ακούς τι είπε η γυναίκα; Ο Τάκης δε μιλάει, κάνει ένα νεύμα στη γυναίκα με το χέρι σα να λέει εντάξει μη σε νοιάζει, αλλά δεν βγάζει λέξη. Σηκώνει λίγο τα μανίκια του δερμάτινου και σπρώχνοντας, τραβάει την ανηφόρα.

4 Σχόλια

Filed under παρατήρηση - σχόλιο - προεκτάσεις (απ' το δρόμο στο πληκτρολόγιο)

περιστρεφόμενο κατακάθι

Στη στάση καμιά δεκαριά άνθρωποι. Μισοί στο πεζοδρόμιο, ένας δυο κάθονται, οι άλλοι πάνω στην άσφαλτο, ανυπόμονοι, το βλέμμα χαμένο και εστιασμένο στο βάθος της λεωφόρου, λες και αν κοιτάξεις αρκετά επίμονα θα εμφανιστεί το λεωφορείο. Όμως αυτό αργεί.

Επάνω στο πεζοδρόμιο στέκεται κι αυτή, 40 με 45, τζιν και γκρι μακρυμάνικο, στη μέση μιας λίμνης από σακούλες σουπερμάρκετ, έξι, εφτά σακούλες όλες τίγκα. Είναι κουρασμένη και φαίνεται. Εννιά ώρες στη γραμμή παραγωγής φρέντο εσπρέσο, το ‘χει υπολογίσει, φτιάχνει ενάμιση καφέ το λεπτό, αδιάκοπα, με ένα διάλειμμα εικοσάλεπτο και ένα πεντάλεπτο. Φτιάχνει, φτιάχνει, φτιάχνει, να παίρνουν οι περαστικοί, να φεύγουν οι περαστικοί κι ύστερα σχολάει και είναι Παρασκευή και δεν έχει πάει σούπερ μάρκετ και πρέπει να πάει σούπερ μάρκετ και τελικά πάει. Δεν τα έχει υπολογίσει καλά, τα πράγματα είναι πολλά. Τα λεωφορεία μετά τον εξορθολογισμό των δρομολογίων δεν πάνε κέντρο, σταματάνε φιξ, να πάρεις δηλαδή πρώτα το μετρό και ύστερα το λεωφορείο. Σωστή απόφαση, αποφεύγουμε την κίνηση, ελαττώνεται η συμφόρηση, πάμε πιο γρήγορα. Μετέφερε μέσα στο μετρό πάνω κάτω τις έξι με εφτά σακούλες, έφτασε στη στάση και τώρα περιμένει.

Το λεωφορείο κάποτε φτάνει, έχει ήδη αρκετό κόσμο και μπαίνει κι άλλος και η γυναίκα προσπαθεί να μπει με τις σακούλες του σούπερ μάρκετ, πρώτα δηλαδή να τις πιάσει όλες να τις σηκώσει καλά και μετά να βρει χώρο να μπει να προχωρήσει λίγο πιο μέσα να βρει χώρο να τις ακουμπήσει δεν μπορεί να τις κρατάει για ένα ολόκληρο τέταρτο θα της κοπούν τα χέρια να τις αφήσει λίγο κάτω. Τις αφήνει και ποιος ξέρει αν ακουμπάνε στο δάπεδο ή στα παπούτσια των άλλων, πάντως δημιουργείται ένα θεματάκι, δεν είναι λίγοι αυτοί που δυσφορούν, αλλά αυτή έχει μάθει, προσπαθεί να μην εστιάζει, να μη δίνει σημασία, να ακούει και να παρατηρεί τέλος πάντων, αλλά αυτή η παρατήρηση να μη δημιουργεί συνέπειες. Το κόλπο το μαθαίνει κανείς στη δουλειά και μετά το επεκτείνει σε όλες τις δραστηριότητες. Όταν ο άλλος σε στραβοκοιτάζει, γκρινιάζει, κριτικάρει, τραμπουκίζει, η διαδικασία πάει ως εξής: Δέχεσαι τα ερεθίσματα, τα ρουφάς, τα οδηγείς μέσα από το λαιμό στο βάθος του στομαχιού (όχι χωρίς μια κάποια δυσκολία, πάντως σιγά σιγά το καταφέρνεις καλύτερα), τα καθίζεις εκεί, τα φέρνεις δεξιά κι αριστερά, ένα κατακάθι ελληνικού καφέ που βρίσκει τη φωλιά του κι εσύ μένεις απλά ακίνητος ή κάνεις ό,τι έκανες. Δεν επιτρέπεις στην κατάποση του δηλητηρίου να προκαλέσει αλυσιδωτές αντιδράσεις, ό,τι μπαίνει, μπαίνει καλώς και καλώς μένει εκεί και δε βγαίνει, παρά φωλιάζει για τα καλά και μαζεύεται σε μαύρες μάζες. Εσύ μένεις με μια έντονη ξινίλα, κάτι σαν καούρα που με τον καιρό συνηθίζεται, και μάλιστα έχεις και επιπλέον όπλα στη φαρέτρα σου, όπλα όλων των ειδών – λουμαρέν και ζαντάκ και ζάναξ – και όλα μετατρέπονται σιγά σιγά σε μια βουβή απελπισία που έχει μάθει να νανουρίζεται.

Αυτή δεν το βλέπει, αλλά στη θέση δίπλα της ένας διαβάζει συνέντευξη Κωστή Μπακογιάννη στην popaganda (Χωρίς να θέλω να είμαι αλαζόνας, το βιογραφικό μου δείχνει ότι δεν χρειάζομαι κανέναν για να με βάλει κάπου. Τη δουλειά μου θα τη βρω, τα παιδιά μου θα τα ζήσω και κατά πάσα πιθανότητα θα πληρώνομαι περισσότερο και θα δουλεύω λιγότερα). Οι στάσεις περνάνε, οι σακούλες πάνε λίγο πέρα δώθε αλλά σε γενικές γραμμές όλα καλά, κάποιος κάτι πάτησε, αλλά δεν πειράζει. Αυτή δεν το βλέπει, αλλά από την άλλη μεριά δίπλα της ένας γελάει γιατί βλέπει τα σχόλια στο facebook για το συνέδριο του συριζα και τον Τσίπρα που τουιτάρει δεν λυγίσαμε και δεν θα λυγίσουμε απέναντι στις δυνάμεις του παγκόσμιου καπιταλισμού. Εντωμεταξύ πέφτει και λίγο πάνω στον τύπο που γελάει, γιατί προκειμένου να περάσει κάποιος έχει αναγκαστεί να σηκώσει τις σακούλες και τα χέρια της λυγίζουν, γιατί οι σακούλες είναι βαριές και μετά από εννιά ώρες που μπορεί να ήταν και δέκα είναι ακόμη πιο βαριές και αν μπορούσαμε να μετρήσουμε, αν υπήρχε τρόπος, θα βλέπαμε ότι ο παγκόσμιος καπιταλισμός είναι σαφώς ελαφρύτερος για τον Τσίπρα απ’ ότι οι έξι εφτά σακούλες για εκείνη. Είναι άδικο να το λέει κανείς, αλλά έτσι είναι.

Ο τύπος που γελάει, δυσανασχετεί λίγο, την κοιτάζει και με τη μία καταλαβαίνει το ζόρι της, βλέπει στο πρόσωπό της, στις φλέβες των χεριών της που έχουν πεταχτεί όλη την ημέρα που έχει περάσει από πάνω της. Δυσφορεί λιγότερο, αλλά και πάλι δυσφορεί. Δε θέλει να το πει δυνατά, αλλά του φαίνεται ότι η γυναίκα μυρίζει και λίγο. Ίσως δηλαδή και να μυρίζει κάπως, τι ίσως, ας είμαστε ειλικρινείς μυρίζει. Προσπαθεί να μη το σκέφτεται και χαμογελάει συγκαταβατικά, χαμογελάει κι η γυναίκα, που μέσα της θεωρεί ότι να που βρήκε και λίγη κατανόηση απ’ το συνεπιβάτη. Χαμογελάνε και οι δύο κι ανάμεσά τους πλανάται η δυσφορία που προκαλούν έξι με εφτά σακούλες σε ένα γεμάτο λεωφορείο και η δυσφορία που προκαλεί μια άσχημη μυρωδιά σε ένα γεμάτο λεωφορείο. Είναι η μυρωδιά των φτωχών και των εργατών, δώδεκα ώρες στο δρόμο, εκτός σπιτιού, δώδεκα ώρες να ιδρώνεις και να ξεϊδρώνεις, δώδεκα ώρες να δέχεσαι ματιές που σε κάνουν ακόμη περισσότερο να ιδρώνεις και να ξεϊδρώνεις – ο απαιτητικός προϊστάμενος και ο βιαστικός πελάτης και ο μερακλής πελάτης που ξέρει ακριβώς τι θέλει αλλά κιόλας θέλει να ψωνίσει ταχύτατα απ’ τη γραμμή παραγωγής λάτε και καπουτσίνο. Όλα τα βλέμματα κι όλες οι άβολες συνθήκες (ανεβοκατέβα στις σκάλες του μετρό με τα χέρια σου να κόβονται απ’ τις σακούλες στριμώξου στο λεωφορείο) που δεν κάνουν τίποτα άλλο απ’ το να σε ιδρώνουν και να σε ξεϊδρώνουν. Κι έχεις κι εκείνο το τοξικό κατακάθι στο στομάχι.

Φτάνει επιτέλους σπίτι. Ένα γρήγορο ντους, να φύγει λίγη απ’ τη ντροπή κι ύστερα βλέπει το ασκούπιστο εδώ και μέρες σαλόνι. Καλύτερα να το κάνει τώρα, αύριο μόλις σχολάσει μόνο ξεκούραση. Μιαμιση μέρα συνεχόμενη ξεκούραση. Καλύτερα να το κάνει αμέσως, να βάλει σκούπα. Βλέπει όμως την ώρα και είναι αργά, δεν είναι τέλος πάντων η κατάλληλη ώρα για ηλεκτρική σκούπα. Τι σημαίνει όμως κατάλληλη ώρα για το θόρυβο της ηλεκτρικής σκούπας σε μια πολυκατοικία. Δεν υπάρχει απάντηση, υπάρχει μόνο ο χαρακτήρας του καθενός και τι θεωρεί ο καθένας λογικό και τι παράλογο. Αυτή είναι τέτοιος χαρακτήρας – το ‘χει αποφασίσει, ο τρόπος να προχωράς στη ζωή χωρίς να αποτρελαθείς είναι να ταΐζεις το στομάχι με κατακάθι, να τα τοποθετείς όλα εκεί, γιατί αλλιώς θα ανέβει το αίμα στο κεφάλι σου και οι κουβέντες και τα βλέμματα των άλλων θα φορτίσουν το ρεύμα σου και μετά άντε συμμάζεψε τον εαυτό σου. Μετά καλά ξεμπερδέματα.

Έτσι, φοράει τη μαύρη φόρμα για τις δουλειές, και πιάνει τη σκούπα την απλή. Και είναι γνωστό ότι όταν σκουπίζεις με τέτοια σκούπα, πάντα υπάρχει μια υποψία χορευτικού στις κινήσεις σου, γιατί δεν πιέζει το πάτωμα, δεν κάνεις μόνο μπρος πίσω και άλλες μονότονα μοτίβα. Χρησιμοποιώντας αυτή τη σκούπα, παρατηρείς τον εαυτό σου να δίνει επαναλαμβανόμενα χάδια –  άλλοτε γλυκά κι άλλοτε σκληρά – στο πάτωμα, να ζωγραφίζει αόρατες καμπύλες, να φέρνει σβούρες γύρω απ’ τον άξονά του. Η σκούπα αυτή, δεδομένου ότι επιτρέπει να ακούς ταυτόχρονα μουσική, από βαρετή διαδικασία, μπορεί ξαφνικά να μετατραπεί σε μια διαδικασία μεταμόρφωσης. Δεν είσαι γυναίκα, δεν είσαι άντρας που σκουπίζει, είσαι ένας περιστρεφόμενος δερβίσης που στροβιλίζεται. Κι εκεί πάνω στον στροβιλισμό η γυναίκα δεν σκουπίζει πια, σηκώνει τη σκούπα απ’ το έδαφος, την κρατάει λίγο πιο ψηλά, παράλληλα με το πάτωμα και γυρνάει όλο γυρνάει και χορεύει όλο χορεύει. Τώρα μάλιστα δεν περιστρέφεται κρατώντας μια σκούπα. Τώρα είναι ένας κανονικός στρόβιλος, ένα φυσικό φαινόμενο με χέρια και πόδια και κρατάει όχι μια σκούπα, αλλά ένα κανονικότατο όπλο, ένα πολυβόλο, ένα καλάσνικοφ. Ναι αυτό κρατάει, ένα καλάσνικοφ και η παλάμη της είναι σφιγμένη και τα χέρια της δε λυγίζουν απ’ το βάρος. Δεν είναι σακούλες να βαραίνουν, είναι ο χορός με τα λόγια της που δε βγαίνουν ποτέ κι έτσι δεν ξέρει τις λέξεις, είναι λοιπόν ο χορός με τα όπλα της.

Μέσα στο διαμέρισμα οι σφαίρες φεύγουνε σωρό, μια καταιγίδα που έρχεται απ’ το πλάι και σαρώνει τα πάντα και τίποτα δεν μπορεί να ξεφύγει. Γραμμές παραγωγής καπουτσίνο, αναμονές σε στάσεις, κυλιόμενες σκάλες, λεωφορεία, αποδοκιμαστικά βλέμματα, άδικες κριτικές, όλα σωριάζονται νεκρά. Κι όπως φεύγουν οι τρίχες, τα ψίχουλα και χνούδια απ’ την άκρη της σκούπας που είχαν μαζευτεί, έτσι φεύγουν και εκτοξεύονται οι σφαίρες, όχι δεν είναι σφαίρες, είναι μια ακτίνα λέιζερ, ένα μπλε φάσμα, μια άγνωστη χρωματιστή δύναμη που σαρώνει το σαλόνι, το σπίτι, τη στάση του λεωφορείου, ολόκληρη την πόλη. Δεν καταστρέφει, δεν σκοτώνει αυτή η κίνηση, μόνο σβήνει τα πάντα, είναι το αποτέλεσμα μια παχιάς βούρτσας που περνώντας από παντού απαλείφει το καθετί.

Σταματάει να στριφογυρίζει. Στο σαλόνι έχει απλωθεί η χθεσινή και η προχθεσινή σκόνη. Οι σακούλες είναι παρατημένες δίπλα στην πόρτα, τις ξέχασε, τίποτα δεν έχει τακτοποιηθεί, όλα είναι ακόμη χειρότερα. Η μαύρη φόρμα της παραείναι χαχόλικη, έχει ξεχειλώσει, κλωστές ξεπετάγονται απ’ την τσέπη και τα μπατζάκια και αυτή νιώθει σαν ξεπεσμένος κλόουν.

Σαν ξεπεσμένος κλόουν που λίγο πριν από μια καταδικασμένη σε άδεια καθίσματα παράσταση κουβαλάει επί ώρα τα συμπράγκαλά του. Μπογιές, μπαλόνια, κουβέρτες, μπαστούνια, καραμούζες, καπέλα, βαλίτσες, καρέκλες, τα ψώνια του, τις σακούλες του σούπερ μάρκετ και πάλι τις σακούλες του σούπερ μάρκετ. Γάλα, χαρτιά κουζίνας, τόνους, μακαρόνια, τυρί, κοκακόλες, μαλακτικά, απορρυπαντικά  κι όλα τ’ άλλα μικρά και μεγάλα αναγκαία μιας παράστασης, ποια παράστασης δηλαδή, ενός σπιτιού και μια ζωής. Τα αναγκαία μιας ζωής, αυτά δηλαδή που κουβαλάει κάθε φορά στο ίδιο λεωφορείο, στο ίδιο στρίμωγμα, στις ίδιες σκάλες, στο ίδιο διαμέρισμα. Τα αναγκαία μιας ζωής, τις σακούλες του σούπερ μάρκετ και το κατακάθι στο στομάχι.

coffee-shop-railway-statio

4 Σχόλια

Filed under μικρές ιστορίες