καλοκαιρινό Ι: κρινάκια, το λευκό και το μπλε

[Ως συνήθως, χύμα σημειώσεις, αυτή τη φορά όχι σε τετράδιο, αλλά στο κινητό.]

Ξεκινήσαμε με το ερώτημα αν υπάρχει ακόμη καλοκαίρι.

Η δραματική επικαιρότητα, η σκληρή στάση δηλαδή του ελληνικού κράτους και της Ε.Ε. απέναντι στους πρόσφυγες, ακόμη και για τους πιο τυφλούς ή αδιάφορους έδειξε ότι αυτό που ζούμε φυσικά και δεν είναι τα ίχνη μιας κάποιας «ανθρωπιστικής κρίσης», όπως ίσως θέλουν να πιστεύουμε όσοι νομίζουν ότι το πρόβλημα έπεσε απ’ τον ουρανό και «τι να κάνουμε, έχουμε τα δικά μας προβλήματα». Το Πεδίον του Άρεως ήταν αποκαλυπτικό και κατά τη γνώμη μου ο καθένας μπορούσε να βγάλει άπειρα πολιτικά και προσωπικά συμπεράσματα από την πρώτη κιόλας επίσκεψη. Δεν είναι της παρούσης να σκεφτείς ότι μετά από το Πεδίο του Άρεως ό,τι και να πεις για  αυτό το πράγμα που αυτοαποκαλείται «αριστερή κυβέρνηση» θα είναι λίγο. Αυτό το ποστ είναι καλοκαιρινό, μακριά από μας η πολιτική.

Ακόμη υπήρχε όλο το καλοκαίρι η ιδέα ότι αυτό που ακολουθεί μετά από τις όποιες διακοπές θα είναι απείρως χειρότερο απ’ ό,τι έχουμε φανταστεί. Η ιδιαιτερότητα του να ζεις χρεωμένος, εσύ κ οι φίλοι σου για καιρό, είναι ότι το χρέος αυτό διαρκώς μεγαλώνει, ρουφώντας όχι μόνο την όποια οικονομική δυνατότητα για κάτι άλλο, αλλά κυρίως την ψυχική δύναμη να αντιμετωπίσεις τον κόσμο στο σύνολό του. Η κατάργηση του μέλλοντος, η κατάργηση του οποιουδήποτε επιθυμητού ενδεχόμενου στην πραγματικότητά σου, συνιστά ένα χτύπημα πολύ βαρύ, αφού τελικά δεν μπορείς να ζήσεις πουθενά. Το τώρα είναι μια διαρκής αγωνία, το χθες έτσι κι αλλιώς δεν μπορεί να προσφέρει πολλά περισσότερα από λίγη νοσταλγία (που δεν είναι και πάντα ακριβώς βοηθητική) και το αύριο, όπως ξαναείπα, είναι ανύπαρκτο. Συνεπώς είσαι καταδικασμένος στη διαρκή υστερία του παρόντος.

Υπάρχει το άδραξε τη μέρα, υπάρχει και το αν βγάλεις κι αυτή τη μέρα, πάλι καλά να λες.

***

Έχοντας στο νου και τα παραπάνω, κάποιες στιγμές μάλλον έχασα τα λογικά μου, μ’ έπιασε κάτι και σκεφτόμουν σενάρια επιστημονικής φαντασίας.

Ήμουν στη θάλασσα και κοιτούσα το σωρό τα μαγαζιά που συνωστίζονταν πάνω στην παραλία. Καφετέριες – εστιατόρια – μίνι μάρκετ – μπιτς μπαρ – σκέτα μπαρ – ενοικιαζόμενα δωμάτια. Όλα αυτά τα λευκά σπιτάκια, κτιριάκια, μαγαζάκια κολλητά στο μπλε της θάλασσας. Το λευκό και το μπλε. Το λευκό και το μπλε. Και οι κολυμβητές. Και ο ήλιος πάνω απ’ τα κεφάλια μας. Και ο απόηχος μιας μουσικής από ένα από τα λευκά σπιτάκια. Και οι τεντώστρες με τις ομπρέλες πάνω στο κύμα. Και ο φρέντο εσπρέσο 3,50 ευρώ σε πλαστικό.

Το λευκό και το μπλε.

Ποτέ ξανά δεν φαντάστηκα με τόση λεπτομέρεια ένα drone, μια ρουκέτα, μία έκρηξη, ένα μπαμ, μια καταστροφή, έναν μαύρο καπνό, το τέλος του λευκού και του μπλε.

Δεν υπάρχει ομορφιά που να έμεινε ανέγγιχτη από τη λαχτάρα αυτού του άπληστου και παμφάγου τρόπου ζωής. Το λευκό και το μπλε, αυτό το λευκό και αυτό το μπλε, είναι μόνο οφθαλμαπάτη, άλλοθι, ντροπή. Αλλά ο ποιητής συνεχίζει να μιλάει για το λευκό και το μπλε, σα να μην είμαστε εμείς οι ίδιοι άνθρωποι των λευκών σπιτιών που συνωστίζονται πάνω στην ακτή, οι ίδιοι ακριβώς που το μπλε μας είναι γεμάτο πτώματα.

Με τι καρδιά και τι βλέμμα βλέπουμε την ομορφιά; Κι είναι αυτή πια κάτι αόριστο, ασαφές, αιώνιο, πέρα απ’ τα ανθρώπινα;

***

DSC_0033

μπορεί κάποιος να μας πάρει και μας αφήσει σ’ αυτή την πλατεία. υπόσχομαι ότι θα πάψω να γκρινιάζω. (προσωρινά)

Είμαι υπερβολικός το ξέρω. Υπάρχει ακόμη κρυμμένο μπλε και λευκό, αθώο του αίματος. Και ο κυνηγημένος του χειμώνα χρειάζεται και αξίζει ένα διάλειμμα ομορφιάς. (Για να μπορεί μετά με άνεση να διαιωνίσει την ασχήμια, αλλά κι αυτό είναι ένα άλλο θέμα).

Επιστροφή καλύτερα στα σενάρια επιστημονικής φαντασίας.

Είμαι σε παραλία της Μεσσηνίας, με φοβερά νερά και φοβερή άμμο και η παραλία έχει καταληφθεί κατά το ήμισυ από το συνολάκι ξαπλώστρα/ ομπρέλα/ σκαμποτράπεζο για φρέντο και κατά το υπόλοιπο ήμισυ από μόνιμες κατασκευές (τις τέντες κήπων που πουλάει το πράκτικερ) που έχουν τοποθετήσει οι ντόπιοι, δένοντας και με αλυσίδες στα στηρίγματα της τέντας, καρέκλες, παιχνίδια, σακούλες τζάμπο.

Φαντάζομαι με κάθε λεπτομέρεια την ομάδα των μαυροφορεμένων κουκουλοφόρων που κατεβαίνουν νύχτα στην παραλία με ένα τεράστιο φορτηγό. Με πριόνια και εργαλεία όλων των ειδών, κόβουν τις μόνιμες κατασκευές και διαλύουν τις προσωρινές. Τα απομεινάρια τοποθετούνται όλα στο φορτηγό και απομακρύνονται πριν ξημερώσει. Το πρωί, ντόπιοι και τουρίστες, καταστηματάρχες, αποικιοκράτες και αποικιοκρατούμενοι, σοκάρονται μπροστά στη θέα της άδειας παραλίας. Βουβαμάρα, άμμος και ελαφρύ κυματάκι.

Φαντάζομαι με κάθε λεπτομέρεια μια απόφαση που λέει ότι ο τουρισμός, εξωτερικός και εσωτερικός, σταματάει για δύο χρόνια. Δε με συμφέρει είμαι αθηνέζος*, αλλά δεν πειράζει. Για δύο χρόνια τίποτα, μέχρι το τοπίο και οι άνθρωποι να ‘ρθουν λίγο στα συγκαλά τους.

Αλλά αυτά είναι αυτά που είναι, δηλαδή φαντασίες και μάλιστα όχι ιδιαίτερα επιτυχημένες. Το ερώτημα όμως παραμένει. Τι ακριβώς συνέβη αυτό το καλοκαίρι; Ή μάλλον, μπορέσαμε να δούμε καθόλου ομορφιά ή η πραγματικότητα το έκανε αδύνατο;

***

Θα πάρω τα λόγια του σφου Χρήστου σοβαρά, θα τον πιστέψω και θα δεχτώ ότι ναι, είδαμε ξανά τις τρίχες που ξάνθυνε ο ήλιος στα χέρια, το πίσω μέρος του λαιμού, στα σημεία που φυτρώνουν λίγες, εκεί φαίνεται όλη η τρυφερότητα με την οποία φέρεται ο ήλιος, τα μαλλιά που δείχνουν ότι ένας άνθρωπος προέρχεται από τη θάλασσα.

Κι είδαμε και τον κρίνο της θάλασσας. Την ακτή να αδειάζει αργά το απόγευμα, το αεράκι να μας ξαναγεννάει, το νερό να μας καταπίνει συμπονετικά. Το είδαμε το κρινάκι. Και μας είδε κι αυτό.

Ποιος ξέρει αν θα το ξαναδούμε ή αν η βαριά βιομηχανία της χώρας θα τα σαρώσει όλα τυφλωμένη από το κοινό όραμα δεξιών και αριστερών. Ανάπτυξη μέχρι τέλους, αυτός είναι ο φάρος που φέγγει μέχρι τα πέρατα του μπλε και του λευκού.

***

DSC_0111-001

«Συνεχίζουμε να πίνουμε, τίμιες μερίδες, μπουκάλια γενναιόδωρα, λογαριασμός σε δυσθεώρητα ύψη αλλά όλα εδώ πληρώνονται, τι ωραία που γυαλίζουν τα γόνατά σας στο σκοτάδι κορίτσια», έγραψε κάποια στιγμή ο ΚΚΜ. Στο σκοτάδι ναι, αλλά και στο φως.

***

Το καλοκαίρι κάτι γενέθλια, αλλά κυρίως κάτι θάνατοι όχι πολύ κοντινοί αλλά όχι και τόσο μακρινοί, επαναφέρουν το ζήτημα ότι το πικ (ας το πούμε) της ζωής ήταν, είναι αλλά δε θα ‘ναι για πολύ ακόμη στο εδώ και τώρα. Οι συζητήσεις για την ηλικία συνήθως δεν έχουν πολύ νόημα, παρά χρησιμεύουν για αυτομαστίγωση και επί τούτου μελαγχολία, αλλά και πάλι σκεφτόμουν όχι τόσο αν είμαι πια μεγάλος, μικρός ή κάτι το ενδιάμεσο, αλλά μάλλον σε τι συνίσταται αυτό το πικ του βίου, το οποίο ας πούμε ότι διανύουμε. Τι κάνει κανείς στο πικ; Δουλεύει περισσότερο από ποτέ; Βγάζει περισσότερα λεφτά από ποτέ; Δημιουργεί περισσότερο από ποτέ; Κάνει περισσότερες τρελές από ποτέ; Στρώνει το μέλλον; Βουτάει στις καταχρήσεις; Γίνεται άσωτος υιός ή προσεχτικός σχεδιαστής; Χαλαρώνει τώρα που μπορεί ή φορτσάρει σε όλα; Φεύγει για διακοπές τρώγοντας τα τελευταία δανεικά κι αγύριστα ή εργάζεται πυρετωδώς κυνηγώντας την προκοπή;

***

Δεν μπορώ να δώσω καμία απάντηση φυσικά. Σκέφτομαι μόνο ότι τώρα στο πικ, μπορώ να κάθομαι στην αυλή του χωριού ακίνητος για δέκα μέρες, μόνο με τα βιβλίο μου και καφέ. Ή ακόμη περισσότερο μπορώ να πηγαίνω στο καφενείο στο χωριό Πιτσινιάνικα στα Κύθηρα και να πίνω τη μία μπύρα πίσω απ’ την άλλη αλλά όχι με την αγωνιώδη ταχύτητα του αθηναίου, παρά με την βραδύτητα του ανθρώπου που βουλιάζει στο τοπίο και στις γουλιές.

Και τότε το ερώτημα θα επανέρχεται αλλιώς. Γιατί δε μένουμε ήδη στα Κύθηρα; Γιατί δε βιαζόμαστε περισσότερο να μείνουμε εδώ; Και η απάντηση δεν είναι τόσο πρακτική (τι δουλειά να κανείς), όσο θα πίστευε κανείς. Η απάντηση είναι κάπως πλαγίως πολιτική, αφού κι εκεί, στο ύστατο καταφύγιο, η επέλαση δεν σταματάει, δεν ανακόπτει τον καλπασμό της, δεν διστάζει να προαναγγείλει τον ερχομό της με σημαίες και με ταμπούρλα και με πινακίδες που γράφουν πάνω ΕΣΠΑ.

***

(..)μια νύχτα στο πράσινο ακρογιάλι της πατρίδας

(..)μια νύχτα στο πράσινο ακρογιάλι της πατρίδας

Ίσως ποτέ να μην το πίστεψα, γιατί δε με συνέφερε, αλλά η ομορφιά, αυτή η ομορφιά, πάει αγκαζέ με μια επιθυμία ελευθερίας. Κι όπως κάθε επιθυμία ελευθερίας, δεν μπορεί να αγοραστεί, να μπει σε πακέτο προσφοράς, να γίνει αντικείμενο διαπραγμάτευσης, να διαφημιστεί ως διάλειμμα από την κανονικότητα.

Το επίδικο είναι μια άλλη κανονικότητα. Με κρινάκια, ξανθές τρίχες, χαμηλούς ρυθμούς και χωρίς πτώματα.

***

Πιστεύω ότι το επόμενο ζήτημα που θα μας απασχολήσει είναι το ζήτημα του χώρου. Δεν πρόκειται να μείνει εκατοστό αναξιοποίητο. Όπως εννοούν εκείνοι την αξιοποίηση. Δεν πρόκειται να μείνει χιλιοστό, τοπίου ή ανθρώπου, ελεύθερο. Ήδη, όπως ακούσαμε από διπλανή παρέα σε παραλία, τα καγιέν συνωστίζονταν στην άκρη ενός ημιάγνωστου χωριού, έξω από ένα καφενείο, χωρίς ταμπέλα ή τιμοκατάλογο. Θα πρέπει να δούμε το ζήτημα του χώρου με άλλη ματιά.

*δέχομαι τον θεσ/νικιώτικο όρο αφού οι βόρειοι φίλοι μου έχουν πάντα ένα τρόπο να μιλάνε, που με κάνει ζηλεύω τα ιδιώματα, τις λέξεις, τις παροιμίες. Κάθε φορά που ανεβαίνω πάνω, νομίζω ότι η γλώσσα η ίδια έχει χιούμορ, φοράει κορδελάκια και καμιά φορά χορεύει από μόνη της.

| στο επόμενο: η μανία για τα πανηγύρια και το κυνήγι της αυθεντικότητας.

2 σχόλια

Filed under ασυναρτησίες

ας είμαστε ρεαλισταί

Καλούμαστε να είμαστε ρεαλιστές. Να μην επιλέξουμε την καταστροφή, το ακαριαίο θάνατο. Να μην προτάσσουμε το θυμικό. Να σκεφτούμε, να στοχαστούμε, να ζυγίσουμε. Να πούμε ναι, γιατί δεν υπάρχει εναλλακτική, γιατί η εναλλακτική είναι καταστροφική, γιατί η εναλλακτική είναι κομπογιαννίτικη, γιατί η εναλλακτική δεν είναι επαρκώς σχεδιασμένη και κοστολογημένη. Καλούμαστε να είμαστε ρεαλιστές.

*

Πριν από το δημοψήφισμα σε ένα από τα φεϊσμπουκικά καλέσματα του ναι, γράφεται από κάποιον χρήστη: «Το καταλαβαίνουμε πως πολλοί πολίτες είναι σε απόγνωση αυτή τη στιγμή. Αυτό τι σημαίνει πως είναι απαραίτητο να διαλυθεί ολόκληρη η χώρα;». Καλούμαστε να είμαστε ρεαλιστές. Οκ, βλέπουμε τους άστεγους, τους άνεργους, τους ανθρώπους που είναι σε απόγνωση. Αλλά αυτό τι σημαίνει; Αλήθεια, σωστή ερώτηση: Τι σημαίνει να βλέπεις αυτούς τους ανθρώπους;

Ή μάλλον, ας πάω ένα βήμα πιο πίσω. Πριν από την «περιπέτεια» του δημοψηφίσματος, βλέπαμε όλοι αυτούς τους ανθρώπους; Βλέπαμε όλοι την απόγνωση;

Και ξανά fast forward στο σήμερα. Καλούμαστε να είμαστε ρεαλιστές, δηλαδή να μη διαλυθεί η χώρα, επειδή κάποιοι πολίτες είναι σε απόγνωση. Άρα καλούμαστε να είμαστε ρεαλιστές και όσοι δεν είμαστε ήδη σε απόγνωση να σώσουμε τους εαυτούς μας (ή τη χώρα τέλος πάντων). Συγνώμη, αλλά για τους ανθρώπους που είναι σε απόγνωση δεν υπάρχει κάποια πρόβλεψη. Ίσως μόνο ότι σε λίγο αυτοί θα είναι περισσότεροι.

*

Ο Άδωνις Γεωργιάδης αυτή η εντελώς συμβολική για την ελλάδα προσωπικότητα των τελευταίων ετών σχολιάζει κάπου ότι δεν δαγκώνεις το χέρι που σε ταΐζει. Ας είμαστε ρεαλιστές. Δεν δαγκώνεις το χέρι που σε ταΐζει. Το χέρι που σου δίνει 1500 χιλιάρικο, 800 ευρώ, 400 ευρώ, 200 ευρώ ή ένα κομμάτι ψωμί, δεν το δαγκώνεις. Το χέρι που σε ταΐζει το φιλάς. Να είμαστε ρεαλιστές. Να αφήσουμε τις αναλύσεις. Να αφήσουμε τις ξύλινες εκφράσεις: ταξική πάλη. Να αφήσουμε την απόπειρα να κατανοήσουμε τα συγκρουόμενα συμφέροντα εντός της κοινωνίας. Το χέρι του αφεντικού πρέπει να το φιλάμε. Αν μάλιστα είναι και εφικτό, καλό είναι να κουνάμε που και που και την ουρά μας.

*

λολ. Τα λένε και μόνοι τους.

*

εγχειρίδιο μνημονίου ή σύντομες οδηγίες για να είστε ρεαλιστές:
Στον κλάδο τουρισμού – επισιτισμού ο καλεσμένος στο πάνελ μας λέει ότι τα μικρά ξενοδοχεία/ενοικιαζόμενα δωμάτια κλείνουν ή τώρα μετά τα νέα μέτρα θα αναγκαστούν να κλείσουν ή έστω να μην κόβουν απόδειξη (ακόμη κι όσοι έκοβαν). Αντιθέτως ευνοημένες οι αλυσίδες μεγάλων ξενοδοχείων, με αυξημένη κίνηση και αυξημένο κέρδος από το 2010 και μετά. Οι δημοσιογράφοι στο στούντιο κάνουν ότι δεν καταλαβαίνουν και ρωτάνε στο όνομα του καταναλωτή: η αύξηση του ΦΠΑ θα μετακυλυθεί στους καταναλωτές; Καλεσμένος στούντιο: όχι, ο ιδιοκτήτης ξενοδόχος θα συμπιέσει το εργατικό κόστος. Από το 2010 και μετά ο μισθός των εργαζόμενων στον κλάδο έχει πέσει κατά 40 με 50%. Επίσης εντατικοποιείται η εργασία στον κλάδο, αυξάνονται ταυτόχρονα δηλαδή οι ώρες εργασίας.
Στεναγμός ανακούφισης στο πάνελ και συμπέρασμα: Ο απ’ έξω τουρισμός αυξάνεται και θα αυξηθεί (άνοδος στα all inclusive και στις μεγάλες μονάδες), ο εσωτερικός τουρισμός θα εξαφανιστεί (γιατί αν ταιριάζει κάτι με την εντατικοποίηση της εργασίας, αυτό είναι η αδυναμία ξεκούρασης ή διακοπών). Η εσωτερική υποτίμηση και η εντατικοποίηση θα αυξηθεί επίσης, μικρές επιχειρήσεις κλείνουν, οι αλυσίδες θα γνωρίσουν κ άλλη άνθηση.
Με άλλα λόγια σκοτωθείτε εσείς να δουλεύετε για να αυξηθεί το περιθώριο κέρδους των άλλων (ή όπως έγραφε ο Ιωακείμογλου, ιδού το επίδικο της διαπραγμάτευσης).

Στεναγμός ανακούφισης στο πάνελ: Η βαριά βιομηχανία της χώρας αντέχει. Όσο για τους εργαζόμενους ας το αφήσουμε για τώρα. Δεν είναι αυτοί το θέμα μας.

*

εδώ θα έμπαινε τουίτ παπαδημούλη, αλλά εντάξει κρίμα είναι ο άνθρωπος. Ξεφτιλίζεται τόσο πολύ μόνος του.

*

Ρεαλισμός. Οι διατάξεις που διευκολύνουν τις τράπεζες στον πλειστηριασμό είναι προαπαιτούμενα. Μα και τι θέλετε, να καταστραφούμε ακαριαία; Έτσι κι αλλιώς, δεσμεύτηκε ο κύριος πρωθυπουργός, θα την προστατεύσει την α’ κατοικία. Και άλλωστε καούρα έχουν οι τράπεζες να πάρουν τα σπίτια του κοσμάκη στον Κορυδαλλό, το Βύρωνα και τα Πατήσια. Τι να τα κάνουν;

Ας είμαστε ρεαλιστές. Ο πλειστηριασμός είναι απλά μία μέθοδος για να εξασφαλιστεί η προθυμία, η εργατικότητα και η εξάλειψη των υπερβολικών απαιτήσεων του εργαζόμενου και άνεργου πληθυσμού. Χρειάζονται μερικές ιδιαίτερες προϋποθέσεις για να εργαστεί κανείς για 200 ευρώ δέκα ώρες. Στα πλαίσια του ρεαλισμού θα επανεξετάσουμε τα εργασιακά δικαιώματα και την ιδεοληψία της ιδιοκατοίκησης.

Η Ελλάδα πρέπει να γίνει ανταγωνιστική.

*

Ας είμαστε ρεαλιστές και ας κανιβαλίσουμε τους εσωκομματικούς αντιπάλους. Ας μην αναλάβουμε την ευθύνη που δεν είχαμε εναλλακτικό σχέδιο. Ας μην αναλάβουμε την ευθύνη να φτιάξουμε εναλλακτικό σχέδιο. Το σχέδιο είναι πάντα ένα και εμπεριέχεται στο εσωτερικό ενός ιδιότυπου φαύλου κύκλου. Παλεύουμε για να φτάσουμε στον κυβερνητισμό, ο οποίος μας τροφοδοτεί για να συνεχίσουμε να είμαστε κυβερνητικοί, με τρόπο ώστε ο τελικός στόχος να είναι η παραμονή στην κυβέρνηση.

*

Ας είμαστε ρεαλιστές. Πάντα υπάρχουν περιθώρια άσκησης αριστερής πολιτικής εφαρμόζοντας μνημόνιο. Δεν είναι άραγε ο Πανούσης προοδευτικός εγκληματολόγος; Δεν είναι άραγε εφικτή η περαιτέρω φτωχοποίηση του πληθυσμού χωρίς καταστολή; Δεν είναι άραγε εφικτή η αναμόρφωση του δημοσίου αν εκποιηθεί η περιουσία του; Δεν είναι άραγε εφικτή η κοινωνική πολιτική αν είναι ανασφάλιστοι και άνεργοι οι νέοι άνθρωποι;

Ας είμαστε ρεαλιστές και ας υιοθετήσουμε ένα νέο τρόπο σκέψης, ο οποίος συναντιέται τελευταία πολύ συχνά στις δυτικές χώρες. Όποιος εξαθλιώνεται, δεν προσμετράται στις στατιστικές και στους δείκτες. Αν αφαιρέσουμε τώρα ένα 20% από την εξίσωση – ας ζήσουνε σε σλαμς, ας βυθιστούν σε χρέη, ας τους διαγράψουμε κάθε μελλοντικό ενδεχόμενο ζωής – τα πράγματα δεν είναι τόσο άσχημα. Όσο προχωράμε θα αφαιρούμε ένα ποσοστό πληθυσμού από την εξίσωση. Το ξανάπαμε: επειδή υπάρχουν αυτοί «είναι απαραίτητο να διαλυθεί ολόκληρη η χώρα;».

*

Καλούμαστε να είμαστε ρεαλιστές. Τι κάνει την αριστερά, αριστερά; Η δυνατότητα να κυβερνά εφαρμόζοντας οποιαδήποτε πολιτική τύχει. Η δυνατότητα ελιγμού. Η μη προσκόλληση στις ιδεοληψίες. Από το πρόγραμμα για την ανθρωπιστική κρίση μέχρι τους πλειστηριασμούς πόση απόσταση χρειάζεται να διανυθεί; Όση απόσταση πιάνει ο χρόνος που χρειάζεται για να πεις την πιο διαβολική φράση: το μη χείρον βέλτιστον.

Καλούμαστε να είμαστε ρεαλιστές. Η αριστερά που επιλέγει να κυβερνήσει τώρα, δεν προετοιμάζει άλλες λύσεις, δεν σκέφτεται άλλα πράγματα, δεν κερδίζει χρόνο. Το ξεκαθάρισε ο Βούτσης. Η αριστερά που επιλέγει τώρα να κυβερνήσει θέλει να εφαρμόσει το πρόγραμμα.

Η φράση «δεν υπάρχει εναλλακτική» δεν είναι μια κουβέντα που προκύπτει από τη ζυγισμένη ανάλυση των σημερινών συνθηκών. Είναι μια ολόκληρη οπτική να αντιμετωπίζεις τα πράγματα. Η φράση «δεν υπάρχει εναλλακτική» είναι εντέλει μια δήλωση που υπαινίσσεται τις λέξεις κλειδιά: ΣΥΝΕΧΕΙΑ. ΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΤΑ. ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ.

*

Καλούμαστε να είμαστε ρεαλιστές. Η Μέρκελ με τη μεγαλύτερη ψυχραιμία του κόσμου και με παντελή απουσία υποκρισίας λέει κοιτώντας την μικρή παλαιστίνια: «κάποιοι θα γυρίσουν πίσω. Δεν θα τα καταφέρουμε αν λέμε ελάτε σε όλους.». Το κοριτσάκι από την Παλαιστίνη λέει ότι έχει όνειρα όπως όλοι. Η ηγέτης του δυτικού κόσμου της απαντάει ότι η δική της ευημερία υπερτερεί. Το δικό της δικαίωμα στη ζωή είναι ανώτερο. Της απαντάει ότι καλώς ή κακώς το μικρό κορίτσι πρέπει να επιστρέψει να πεθάνει στην Παλαιστίνη. Εδώ υπάρχει μια λογική και σε αυτή δεν χωράει το κορίτσι.

Βρίσκω τη σκηνή αυτή από τις σημαντικότερες σκηνές που έχουμε παρακολουθήσει τα τελευταία χρόνια. Η ειλικρίνεια απ’ όλες τις πλευρές έφτασε τα ανώτερα όριά της. Η Μέρκελ δεν παρίστανε καν τη λυπημένη, δεν χρειαζόταν, το κοινό της δεν την είχε ανάγκη. Η στάση της είναι προϊόν υπολογισμού, πολιτικής επιλογής και εντέλει ρεαλισμού. Η πλευρά Μέρκελ δεν θα τα καταφέρει αν έρθουν όλοι εδώ, στην Ευρώπη.

*

Καλούμαστε να είμαστε ρεαλιστές.

Σκέφτομαι το δευτερόλεπτο που η Μέρκελ πλησιάζει το κορίτσι. Το παιδί βγάζει ένα μαχαίρι και το κρατάει στο λαιμό της γερμανίδας. Χωρίς κραυγές, συναισθηματισμούς ή επικλήσεις σε κάποια μεγάλη δύναμη, σε κάποιο ιδανικό. Με σκέτο ρεαλισμό σκέφτομαι το κοριτσάκι να λέει: «Καταλαβαίνω τη θέση σας. Με αυτή την πολιτική σας επιλογή, με αυτή την ταξική – αν θέλετε – επίθεση που εξαπολύετε, είναι γεγονός ότι δεν θα τα καταφέρουμε όλοι».

Ο ρεαλισμός φυσικά και υπάρχει, απλά δεν είναι ίδιος για όλους. Η κάθε πλευρά έχει το δικό της ρεαλισμό, τη δική της επιβίωση να κοιτάξει.

Ο μπάτσος που θα έρθει να πετάξει από το σπίτι του έναν άνθρωπο υπηρετεί έναν ρεαλισμό. Κι έναν άλλο ρεαλισμό υπηρετούμε εμείς που θα επιχειρήσουμε να ματαιώσουμε μια τέτοια ενέργεια ωμής βίας (όπως την ερμηνεύουμε εμείς φυσικά).

Το αφεντικό που απλώνει το χέρι του για να το φιλήσουμε, θα πρέπει να έρθει αντιμέτωπο με το δικό μας ρεαλισμό, έναν ρεαλισμό που δαγκώνει.

Με άλλα λόγια, αν ο κυνισμός (ή έστω ο ρεαλισμός) της Λυμπεράκη επιτάσσει να λέει ότι ας μην αφήσουμε το ενδεχόμενο των πλειστηριασμών να σταματήσουν την υλοποίηση της συμφωνίας, ο δικός μας ρεαλισμός (ή έστω κυνισμός) επιτάσσει να λέμε ότι ας μην αφήσουμε το ενδεχόμενο υλοποίησης της συμφωνίας να σταματήσει την επιβίωσή μας.

*

Δεν μας ζητάνε απλά να είμαστε ρεαλιστές. Μας ζητάνε να συναινέσουμε στην εξαθλίωσή μας, προκειμένου να εξασφαλίσουν λίγο περιθώριο κέρδους ακόμη. Δεν μας ζητάνε απλά να είμαστε ρεαλιστές. Μας ζητάνε να πούμε την δομική αναπροσαρμογή ρυθμίσεις που κρύβουν και αναπτυξιακές πλευρές, προκειμένου να γίνουμε τα υποκείμενα μιας αιώνια κολοβής ζωής χωρίς μέλλον.

*

Χωρίς πολλά πολλά, χωρίς μιζέριες, χωρίς άσκοπη ανάλωση σε αυτά που χάθηκαν, ας ορίσουμε τον δικό μας ρεαλισμό και ας τον προετοιμάσουμε.

6 σχόλια

Filed under ασυναρτησίες

σκέψη μου παράλογη (δις)

Κλασικά σκόρπιες, ανάκατες και όχι πρωτότυπες σκέψεις για το όχι που θα πω την Κυριακή. Αλέρτ λαϊκισμού, μην προχωρήσετε αν θέλετε αναλύσεις δημοσιονομικού περιεχομένου.

<3

ανευθυνότης, λαϊκισμός, χιούμορ στις πιο κρίσιμες στιγμές.

***

Πρώτα η γκρίνια (ή αχ αυτός ο σύριζα).

Είναι ο σύριζα κατσαπλιάς και ασυνάρτητος; Ναι και ναι. Κάνει ένα δημοψήφισμα εντελώς απροετοίμαστος, χωρίς κανένα σχέδιο, καμία συγκρότηση, τίποτα απολύτως. Λέει στον κόσμο ψηφίστε όχι (καλά δεν έχει τρελαθεί κιόλας να το λέει, αλλά το λέει) και δεν έχει προβεί σε καμία απολύτως κίνηση για να εξασφαλίσει τα βασικά της διαχείρισης του κράτους και της καθημερινής ζωής από Δευτέρα. Δεν έχει καν εξασφαλίσει ότι θα υπάρχουν 10 ευρώ από τη Δευτέρα και μετά στις τράπεζες. Μάζεψε για καιρό ότι αποθεματικό υπήρχε και το έδινε σε δόσεις του ΔΝΤ. Μας παρουσιάζει ως περίεργο ότι έκανε δημοψήφισμα και του έκλεισαν τις τράπεζες. (όποτε και να γινόταν δημοψήφισμα θα έκλειναν οι τράπεζες, αλίμονο τώρα).

Εξάλλου, όσο ανόητη ήταν η ιδέα (αν ισχύει) ότι μετά τις εκλογές θα πάει στις Βρυξέλλες και η Ε.Ε. θα του πει «καλωσήρθατε, να τρατάρουμε λίγη ανάπτυξη κι ένα κουρεματάκι χρέους», άλλο τόσο ανόητη είναι η ιδέα (αν ισχύει) ότι επειδή θα ψηφίσουμε εμείς όχι η Ε.Ε. θα του πει «οκ, μας έπεισε ο κυρίαρχος λαός, να τρατάρουμε λίγη ανάπτυξη κι ένα κουρεματάκι χρέους».

Ο Σύριζα δυσκολεύεται να πει αυτή είναι η Ε.Ε. σήμερα, τώρα. Και θέλει να διαπραγματευτεί σκληρά, περιμένοντας την Ε.Ε. να φερθεί δημοκρατικά και αλληλέγγυα. Δεν πρόκειται να το κάνει και αυτό δεν είναι πρόβλημα της Ε.Ε. (δλδ είναι αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας τώρα), αλλά είναι πρόβλημα του σύριζα που δεν το αντιλαμβάνεται και κάθεται σε μια γωνία και καταγγέλλει. Επειδή ξέρεις ποια είναι η Ε.Ε. σήμερα, κανονικά θα έπρεπε να είσαι προετοιμασμένος. Και να έχεις ενημερώσει τον κόσμο, σοβαρά και ειλικρινά.

Και δύο ακόμη σημεία:

Την ώρα που μας λέει πείτε το όχι της αξιοπρέπειας κάθε τέσσερα λεπτά προτείνει στην Ε.Ε. ένα μνημόνιο, έτσι ώστε να νομιμοποιείται κάποιος να λέει ότι ψηφίζουμε πολύ ή μέτριο μνημόνιο ή απλά ψηφίζουμε για να νομιμοποιήσουμε περισσότερο από ποτέ την υπογραφή επόμενη μνημονίου.

Συν Παπαδημούλης: ναι ή όχι, όχι ή ναι; Τι ώρα είναι;

λολ

λολ

***

Ύστερα οι ερμηνείες (ή το δημοψήφισμα δεν έχει σχέση με το σύριζα).

Όλα τα παραπάνω έχουν σχέση μόνο με το κόμμα σύριζα, αλλά όχι τόσο με την γενική πραγματικότητα ή τέλος πάντων με τη δική μας πραγματικότητα. Όπως σε κάθε εκλογική αναμέτρηση κάθε ψήφος έχει τη δική της ερμηνεία και ακόμη περισσότερο η ίδια η ιστορία υπάρχει με διαφορετικό τρόπο από διαφορετικές σκοπιές. Όπως αυτή η στιγμή στο χρόνο δεν εξαρτάται από τις ερμηνείες του νδπασοκποταμι μπλοκ, έτσι δεν εξαρτάται από το τι έκανε και το *τι θα κάνει* τη Δευτέρα ο Τσίπρας.

όταν ο λαϊκισμός ξεπερνιέται από την ίδια την πραγματικότητα. Και ω ναι αυτή είναι η πραγματικότητα.

όταν ο λαϊκισμός ξεπερνιέται από την ίδια την πραγματικότητα. Και ω ναι αυτή είναι η πραγματικότητα.

(συγχωρείστε μου το α’ πρόσωπο από δω και πέρα, αλλά το α’ πληθ. θα μου έβγαινε εντελώς πατερναλιστικό)

Ψηφίζω όχι και ψηφίζω όχι μέχρι το τέλος ενάντια και στον σύριζα, ενάντια σε οποιονδήποτε νομίζει ότι το όχι σημαίνει επιλογή του ενός ή του άλλου μνημονίου. Ο οποιοσδήποτε μπορεί να προσπαθήσει να αντλήσει νομιμοποίηση και να εξηγήσει το όχι όπως θέλει, αυτό δε με απασχολεί. Εμένα με απασχολεί ότι το δικό μου όχι σημαίνει όχι σε όλα. Η ψήφος δεν είναι ψήφος στην αριστερά ή για την χαμένη τιμή της δημοκρατίας και άλλα παρόμοια και δεν με απασχολεί το πολιτικό μέλλον της θεσμικής αριστεράς στην Ελλάδα και η πολιτική αναπαραγωγή της. Η ιστορία των αγώνων δεν είναι η ιστορία της αριστεράς, αλλά η ιστορία των ανθρώπων της εργατικής τάξης, η ιστορία των καταπιεζόμενων, η ιστορία των φτωχοποιημένων και εκτοπισμένων.

Το όχι δεν ανήκει στον σύριζα ούτε δίνει πολιτικό κεφάλαιο στον σύριζα, ούτε εξαρτάται πλέον από τις κινήσεις του σύριζα. Αυτή είναι η επιθυμία μου και αυτή είναι η ερμηνεία μου και προφανώς ο καθένας μπορεί να διαφωνεί και να περιφέρει την ψήφο μου σαν μέρος ενός ποσοστού σε οποιοδήποτε τηλεοπτικό κανάλι για τους δικούς του σκοπούς. Αδιαφορώ.

Ξαναλέω, ψηφίζω όχι, όχι μέχρι τέλους, όχι ενάντια σε όλους όσους νομίζουν ότι θα διαλέξω τη μία ή την άλλη συμφωνία.

***

Σχετικά με το ναι και τα περί ευρωπαϊσμού δεν λέμε τίποτα, δεν χρειάζεται, θεωρώ ότι είναι και αστείο να το συζητάμε τις τελευταίες μέρες. Ας μιλήσουν οι ευρωβουλευτές.

να ένα βασικό επιχείρημα να απαντήσουμε όχι όποιο κι αν είναι το ερώτημα. φχαριστούμε Μαράκι.

να ένα βασικό επιχείρημα να απαντήσουμε όχι όποιο κι αν είναι το ερώτημα. φχαριστούμε Μαράκι.

***

και τελικά λέω όχι αναδρομικά με όλο το φόβο του κόσμου αλλά χωρίς αυταπάτες (ή γραφικότητες, λαϊκισμοί και άλλες ακρότητες)

Ξέρω και πιστεύω ότι κανείς δεν πρέπει να το ξεχνάει ότι το όχι κρύβει ένα σωρό κινδύνους και δραματικές εξελίξεις. Πολύ μεγαλύτερες ουρές, δελτία, παρατεταμένη περίοδο αβεβαιότητας, φτώχεια. Δεν συντάσσομαι με την τρομοκρατία των ΜΜΕ, αλλά πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας ότι όταν ψηφίζουμε όχι, δεν ψηφίζουμε γιατί μας το επιτρέπει κάποια καθησυχαστική δήλωση του Σόιμπλε («δεν θα βγείτε από το ευρώ, θα ξανασυζητήσουμε»), δεν ψηφίζουμε όχι, επειδή πιστεύουμε ότι τη Δευτέρα με κάποιο μαγικό τρόπο θα είναι καλύτερα. Όποιος ψηφίζει όχι να αναλάβει την ευθύνη το ρίσκο και το βάρος του εαυτού του. Ψηφίζω όχι και ενάντια σε μένα και το δικό μου φόβο.

Ψηφίζω όχι για λόγους αναδρομικότητας. Δεν είναι θέμα αξιοπρέπειας, είναι ότι τώρα που ξώφαλτσα και από σπόντα μπορώ να πω μια κουβέντα και θεσμικά, γιατί στο δρόμο έχουμε μιλήσει και θα ξαναμιλήσουμε, πρέπει η απάντησή μου να είναι το απόσταγμα πέντε χρόνων. Πρέπει να είναι μια περίληψη πέντε ετών διαρκούς εσωτερικής υποτίμησης και ανόδου του φασισμού.

Το όχι μου ξεκινά να συναντήσει τον φίλο Αντώνη που δύο χρόνια στην ημιφτώχεια δεν μας άφησε ούτε μια νύχτα να γυρίσουμε σπίτι στεγνοί, αλλά πλήρωνε και πληρώνει για όλους, χάνοντας ο ίδιος. Ξεκινά να συναντήσει τον φίλο Χρήστο που στις πιο δύσκολες οικονομικές συγκυρίες αρνήθηκε να εργαστεί τσάμπα περιμένοντας μια πληρωμή που ίσως κάποτε και να ερχόταν. Ξεκινά να συναντήσει τον φίλο Γιάννη που άκουσε τόσα χρόνια στις συνεντεύξεις για δουλειά τα μύρια όσα κι ακόμη γελάει σα μαλάκας λες και υπάρχει ένα αύριο κανονικό, με ζωή και απ’ όλα. Ξεκινά να συναντήσει τη φίλη Αγγελική που στεκόμενη στο χείλος του γκρεμού, έχοντας χάσει σχεδόν τα πάντα, είναι ο πιο αξιοπρεπής άνθρωπος που ξέρω. Ξεκινά να συναντήσει τη Σοφία που μέσα στο χυδαία ρατσιστικό τοπίο τριγύρω έτρεξε άγνωστη μεταξύ αγνώστων να κρατήσει το χέρι σε μια γυναίκα που δεν ξέρει ούτε ελληνικά ούτε αγγλικά ούτε καμία γνωστή γλώσσα στον κόσμο των δυτικών, αλλά που έφτασε έγκυος από κάπου και γέννησε σε ένα ελληνικό νοσοκομείο. Άγνωστη μεταξύ αγνώστων. Το όχι ξεκινά να συναντήσει τη Μαριάννα που δεν έκανε ούτε βήμα πίσω. Τα παιδιά που τρέχουν άυπνοι να βοηθήσουν τους μετανάστες ενάντια σε κάθε τι που θεωρεί κανονικό αυτή η κοινωνία. Τους αναρχικούς που έκαναν μοτοπορεία στα ΕΛΠΕ ενώ οι άλλοι κοιμούνταν χαλαροί μπροστά στους θανάτους των εργατών. Τις γυναίκες που η ελληνική κοινωνία και ο Ανδρέας Λοβέρδος διαπόμπευσαν για να διατρανώσουν το φασισμό τους και την ανωτερότητα της φριχτής τους πατρίδας. Τον Ουαλίντ που ποιος ξέρει που βρήκε τόση δύναμη και μίλησε όρθιος μπροστά στους βασανιστές του. Το πρωί που ξυπνήσαμε και διαβάσαμε σε μια υπηρεσιακή γλώσσα, το πιο σκληρό ποίημα, τις λέξεις που μας καθήλωσαν για πάντα, Shahzad Luqman που τρέχεις και κάνεις ποδήλατο μέσα στο φασιστότοπο;

Το όχι πάει να συναντήσει τα παιδιά του Δεκεμβρίου του 2008, του Μάη του ’10, του καλοκαιριού του ’11, του Φλεβάρη του ’12 και πάει λέγοντας. Τα παιδιά που μας στέλνουν mail απ’ έξω και συγκινούνται με μισό ποτήρι τσίπουρο, όχι γιατί είναι γραφικοί, αλλά γιατί δεν ήθελαν να φύγουν. Τον φίλο που δεν είναι πια εδώ – ποιος ξέρει τι εκπομπή θα έκανε τώρα και πόσο βάρος θα έπαιρνε από πάνω μας – , αλλά τότε μας περιέγραφε τι περνούν στα νοσοκομεία οι καρκινοπαθείς. Το όχι πάει να συναντήσει όσους θα απέχουν γιατί έχουν μια άλλη σοβαρή συγκροτημένη άποψη για την αλλαγή στην κοινωνία και δεν έχουν κάτσει ποτέ στ’ αβγά τους και δεν περιμένουν την Κυριακή για να πουν όχι, το λένε κάθε μέρα. Το όχι πάει να βρει ακόμη και όσους πουν ναι γιατί πολύ απλά φοβούνται, τους καταλαβαίνω, διαφωνώ αλλά τους καταλαβαίνω.

Κυρίως πάει να βρει όσους δεν έχουν τίποτα πια να χάσουν, ναι βέβαια πάντα έχεις κάτι παραπάνω να χάσεις, αλλά αυτό το παραπάνω κάποτε δεν είναι κάτι άλλο, παρά μια σκέτη αλυσίδα. Όσους έζησαν ήδη φτωχοί, όσους δεν φοβούνται τα κλειστά ATM γιατί γι’ αυτούς ήταν ήδη κλειστά, όσους κυνηγήθηκαν απ’ τους μπάτσους και τους φασίστες, όσους έχουν ήδη υπάρξει εκεί για τους διπλανούς τους.

Τέλος το όχι πάει να συναντήσει εμένα τον ίδιο, τον πρόσφατο εαυτό μου. Ό,τι έζησα πέντε χρόνια τώρα και όσα είδα, τους ανθρώπους και την πόλη να καταρρέουν, ενώ κάποιοι γιόρταζαν πρόθυμοι για τις θυσίες των άλλων απειλώντας μας με μονοδρόμους στις οθόνες των 8, όλα έχουν γίνει ένα. Όλα έχουν γίνει ένα και όλα μαζί είναι ένα όμορφο όχι, ψύχραιμο και πιο σίγουρο από ποτέ.

Κι αν βγει ναι και δικαιώσουμε αναδρομικά το ζόρι μας κι αν νομίσουμε ότι ανοίγεται μπροστά μας ένας εφιάλτης, πάλι εγώ όχι γιατί όλα συνεχίζονται. Κι αν βγει όχι κι απλά συνεχιστούν τα ίδια και τα παρόμοια (το πιθανότερο), πάλι εγώ όχι γιατί όλα συνεχίζονται. Όχι σε όλα, όχι μέχρι τέλους, όχι ενάντια σε κάθε δικαιολογημένο φόβο και κάθε αδικαιολόγητη ψευδαίσθηση. Όχι και την επόμενη μέρα, όποια κι αν είναι αυτή, όπως κι αν ξημερώσει, με οργάνωση, αλληλεγγύη και δύναμη.

όχι λάθη, πάντα λάθη.

όχι λάθη, πάντα λάθη.

7 σχόλια

Filed under ασυναρτησίες

σφίγγει τα δόντια

Η εποχή είναι τέτοια. Δεν μπορείς, δεν προλαβαίνεις να μετρήσεις το δικό σου ζόρι. Η πόλη σε γειώνει, σε αφήνει εμβρόντητο, σου ρίχνει μια σφαλιάρα. Ποιος είσαι εσύ που θα πεις το ένα και το άλλο, που θα παραπονεθείς; Δεν βλέπεις αυτόν που..; Τον άλλο που..; Την παράλλη που..; Αυτή η πόλη είναι μια διαρκής γεννήτρια προοπτικής. Δες το χειρότερο. Δες τον πάτο του βαρελιού. Δες τι σημαίνει πτώση. Αυτή η πόλη. Καταναλώνουμε φωτογραφίες μεταναστών στοιβαγμένων στα αμπάρια καραβιών. Καταναλώνουμε ιστορίες ανθρώπων που ζητάνε λεφτά στα ΜΜΜ. Καταναλώνουμε το αστικό τοπίο, σαν να μην ήταν ξεχειλισμένο από ανθρώπους που έπεσαν μια και καλή. Οριστικά. Καταναλώνουμε τις μέρες μας με τα ακουστικά στ’ αυτιά, λες και περιμένουμε απλά τη στιγμή που ο εκφωνητής θα πει: «ελάτε, ήταν όλα ψέματα. Επιστροφή στην προηγούμενη κανονικότητα».

Εντωμεταξύ φίλοι, γνωστοί και άσχετοι έχουν χάσει τον ύπνο τους. Δεν μπορούμε ούτε να παραδοθούμε πια.

Ναι βέβαια, υπάρχει ακόμη ένα φοβερό δίχτυ ασφαλείας. Με περιμένει πάντα ένα ωραίο πιάτο φαΐ, οι φίλοι ακόμη κερνάνε και έχω την φοβερή άνεση να μπορώ να καταρρεύσω στο μαξιλάρι δίπλα της και να ξέρω πως αυτή σίγουρα θα με δεχτεί, θα με παρηγορήσει, θα με επαναφέρει. Αυτή με επαναφορτίζει και εγώ αδειάζω χωρίς να έχω καταφέρει τίποτα, ούτε ένα κούτσικο χτύπημα στο θάνατο που μας κυνηγάει από όλα τα στενά, φορώντας όλα τα πρόσωπα.

*

IMG_2422

Είμαι στο Λαύριο. Μια γυναίκα παρκάρει μπροστά στο σουβλατζίδικο. Ο σερβιτόρος, ένα παιδί 20 χρονών, κάνει χαμηλόφωνα σχόλια στην παρέα του. Η γυναίκα κάνει μανούβρες, ενώ ο χώρος είναι, ομολογουμένως, μεγάλος. Χαζογελάνε και παρατηρούν. Άραγε πόσες μανούβρες ακόμη θα κάνει η άσχετη; Το παιδί, που λίγο πριν περδικλωνόταν με την παραγγελία και δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τι θέλουμε – αυτό είναι ένα φιλελεύθερο σχόλιο, να θυμηθώ να το σβήσω μετά – τώρα κορόιδευε τη γυναίκα που δυσκολεύτηκε να παρκάρει σωστά. Έπειτα από πέντε λεπτά ακριβώς στο ίδιο σημείο πάρκαρε ένας άντρας, αφήνοντας ένα με ενάμιση μέτρο κενό ανάμεσα στο πεζοδρόμιο και στο αμάξι. Δεν είπαν τίποτα. Δεν το παρατήρησαν καν. Το Λαύριο, σκέφτομαι, θα μπορούσε να είναι μια πολύ όμορφη πόλη. Είναι όμως μια Μεγαλόπολη με θάλασσα. Προποτζίδικα, λέπρα, καναπέδες, τζαμαρίες, φρέντο και καμιά διακοσαριά γυράδικα, ζήτημα αν υπάρχει ανάμεσά τους ένα αξιοπρεπές. Κάποτε το αγαπούσα πολύ το Λαύριο. Ανέπνεα γλυκιά επαρχία και καλωσόρισμα στο δρόμο για το Σούνιο και αλμύρα στα μπράτσα μας. Φυσικά έκανα λάθος. Μηχανάκια στρίβουν σαν τρελά και βγάζουν το θόρυβο της παρακμής, μιας παρακμής τέτοιας που είναι αυτοφυής και πρωτότοκη. Δεν προηγήθηκε τίποτα το όμορφο εδώ πέρα. Μια μέρα απλά έπεσε απ’ τον ουρανό ένας εφιάλτης.

Στην Πλάκα περνάει μια κοπέλα με κοντό σορτς μπροστά απ’ τον τύπο, που κρατάει το μενού και περιμένει στην είσοδο για να πιάσει τους περαστικούς τουρίστες. Κάνει με το κορμί του μια κίνηση σα να την ακολουθεί, σφίγγει κάπως τα δόντια λες και κάτι θα μουρμουρίσει και έπειτα γυρνάει στο συνάδελφό του μέσα στο κατάστημα με σαρδόνιο χαμόγελο. Η σκηνή, τόσο συνηθισμένη που μοιάζει αναπόφευκτη, αποπνέει μια αίσθηση σχεδόν βίαιη. Κάποτε θα αναγνώριζα και μια γλυκιά υπόγεια λαϊκότητα, μια υπενθύμιση της παντοκρατορίας του σώματος, ένα σκληρό φλερτ. Τώρα πια όχι. Τώρα μουρμουρίζω χυδαιότης χυδαιοτήτων τα πάντα χυδαιότης.

Η χυδαιότητα είναι ένα στιλ που επιβάλλεται. Τα σχόλια, τα βλέμματα και η υποτίμηση. Κάποτε θα έλεγα ότι τα σχόλια, προφανώς σεξιστικά, κρύβουν και μια φοβερή ακατέργαστη επιθυμία, μια λύσσα που πηγάζει απ’ τη ζωή που δεν βιώνεται. Όχι πια. Τώρα δε σκέφτομαι τίποτα. Σκέφτομαι μόνο ότι η κοπέλα όσο γρήγορα κι αν περπατήσει, δεν προλαβαίνει να φτάσει πουθενά. Αν είναι ελληνίδα, πιθανότατα τρώει ξύλο μέσα στο διαμέρισμα . Αν είναι ξένη διασύρεται ποικιλοτρόπως και κορτάρει με πιο μεγάλους κινδύνους. Πού θα τη βρουν και σε τι κατάσταση; Ξένες πουτάνες, ξένες χορεύτριες, ξένες καθαρίστριες. Οι ελληνικές αξίες απέναντί τους, αν αφαιρέσει κανείς την περιρρέουσα επιφανειακή ηθικολογία, συνοψίζονται σε μια ατελείωτη χυδαιότητα και μια τρομερή βία.

Το λαϊκό στοιχείο, πολυτραγουδισμένο ακατέργαστο διαμάντι, κοπιάρει τις ιδέες και τις πρακτικές μιας κυρίαρχης ιδεολογίας που ξέρει να πορεύεται μόνο βουτηγμένη στη χυδαιότητα. Ένας άνθρωπος με πολλά χρήματα, στο κωλόμπαρο αγοράζει ισχύ, υπεροχή, το δικαίωμά στη βία, που του υπόσχονται κάθε πρωί στο δρόμο για τη δουλειά. Ένας άνθρωπος στην Πλάκα, που δεν τολμάει να μιλήσει στο αφεντικό του στον ενικό, ξεσπάει μια ζωή καταπίεσης στο βλέμμα, στα λόγια, πιθανώς και στο σηκωμένο του χέρι. Έχει ιδεολογικοποιήσει την ανωτερότητα της φυσικής δύναμης. Γι’ αυτόν φυσική δύναμη είναι τα λεφτά. Δικαιούται να την τρώει απ’ το αφεντικό του. Δικαιούται να ξεσπάει στο περαστικό σορτς. Επιβάλλεται να συνεχίζει τη φυσική ροή των πραγμάτων. Η φυσική ροή των πραγμάτων εξηγείται με απλά λόγια – μεταξύ άλλων – στις ειδήσεις των οχτώ. Στο κήρυγμα, στον πατριωτικό λόγο, στα γυναικεία περιοδικά μόδας.

Στα αθλητικά σάιτ δίπλα στα αναλυτικά ρεπορτάζ για το πόσο γαμάτος και κιμπάρης και αρχιδάτος είναι ο τάδε ιδιοκτήτης ΠΑΕ, έχει πάντα και ένα μέρος που μπορούμε να απολαύσουμε την τάδε γκόμενα του τάδε πασίγνωστου ποδοσφαιριστή. Ή την τάδε εμφάνιση της τάδε τηλεπερσόνας. Τώρα τελευταία, έχουν ανακαλύψει τα σόσιαλ μίντια. Ιδού – προκλητική εμφάνιση της Χ. στο ινσταγραμ.

*

IMG_2422

Στο μεταξύ ποτέ δε μαθαίνουμε τίποτα.  Όλα είναι περιστατικά και ειδησούλες και υπερβολές κάποιων ομάδων και ανθρώπων. Αλλά και πάλι δε μαθαίνουμε τίποτα. Σαν τη φωνή εκείνης της γυναίκας σε μια πολυκατοικία, δύο τετράγωνα απ’ το σπίτι, για την οποία είχα ξαναγράψει ένα χρόνο πριν. Την ακούμε καθώς βγάζουμε βόλτα το σκύλο. Απ’ την απέναντι πολυκατοικία, ένας άντρας βγαίνει στο μπαλκόνι, «καθησυχάζει» εμάς και άλλους δυο περαστικούς. «Τη δέρνει». Δεν καταλαβαίνουμε τίποτα. Δεν ξέρουμε σε ποιο όροφο, σε ποιο μπαλκόνι να κοιτάξουμε, προς τα πού να φωνάξουμε. Φωνάζουμε γενικώς. Ενάντια στη ζωή και τον κόσμο τον ίδιο. Στο βάθος του δρόμου βγαίνει γρήγορα απ’ την πυλωτή και χάνεται αμέσως σε κάποιο άλλο στενό μια φιγούρα. Φοράει ένα σκούρο μπουφάν και δεν μπορείς να ξεχωρίσεις τίποτα άλλο. Αν είναι ψηλός, κοντός, χοντρός, αδύνατος, ξανθός, μελαχρινός. Έχει φύγει ήδη, μακριά, κανονικός ανάμεσα στους κανονικούς. Ο άντρας που μας έδωσε τις εξηγήσεις κλείνει τη μπαλκονόπορτα με ένα ελαφρύ γδούπο. Ο ουρανός βρέχει πρωτοσέλιδα της εσπρέσο και ποστ της αϊ – εφημερίδας.

Υγ. Μπόνους: με αφορμή ένα περιστατικό

2 σχόλια

Filed under τα ελάχιστα

μηχανή με ψάθα και γυμνή πλάτη

Στρίβεις στην Ποσειδώνος. Έχεις τα νεύρα σου γιατί κάτι σου μυρίζει περίεργα καθώς οδηγείς, ανοίγεις το καπό και καταλαβαίνεις ότι το αμάξι από κάπου χάνει λάδια. Κοιτάς για μερικά λεπτά το λάδι που ατμίζει, κουνάς λαστιχάκια, τσιμούχες και ό,τι άλλο νομίζεις πως δεν φαίνεται σε καλή κατάσταση. Στρίβεις στην Ποσειδώνος να το πας στο συνεργείο. Κονβερτιμπλ, μαύρα γυαλιά και μαυρισμένα (ήδη) κορμιά στο φανάρι. Αλλά στρίβεις στην Ποσειδώνος και σχεδόν αμέσως σε πιάνει απ’ το λαιμό η μυρωδιά. Θάλασσα. Εσύ πας εκνευρισμένος στο συνεργείο και το μόνο που στριφογυρνάει στο στόμα σου είναι το «πόσο; πόσο; πες μου απλά πόσο». Αλλά στρίβεις στην Ποσειδώνος και στη δεξιά λωρίδα το μηχανάκι δίπλα σου πάει αργά. Η κοπέλα φοράει χακί βερμούδα και από πάνω μόνο το μαγιό. Στο πίσω μέρος της μηχανής είναι δεμένη μια ψάθα. Ακούγεται ένας ανύπαρκτος ήχος, όπως πέφτει πάνω στα παγάκια το ζεστό αλκοόλ. Η μηχανή πάει αργά, το ζευγάρι συζητάει, όλη η Ποσειδώνος βλέπει απλά μια πλάτη. «Η ομορφιά σαν την καρφίτσα στο μπαλόνι που είναι ο κόσμος»

Ποιά σκηνή θα μας κάνει και σήμερα να ξεχαστούμε; Δεν είναι σωστή η χρήση της λέξης «ξεχαστούμε». Το «ξεχαστούμε» έχει αρνητική χροιά. Ποια σκηνή θα μας επιτρέψει σήμερα και για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα να μην έχει σημασία  τίποτα.

Ξαπλώνει στον καναπέ, τα μαλλιά της είναι στα πόδια σου. Δεν χαϊδεύεις τόσο, όσο παίρνεις απαντήσεις σε μια σειρά από ερωτήσεις. Συνέχισε.

Το ζευγάρι με τη μηχανή στρίβει κάπου δεξιά. Η πλάτη απομακρύνεται, ο εκφωνητής ξαναπαίρνει υπόσταση και οι ειδήσεις πυροβολούν τη στιγμή.

IMG_2217

Το πρωί στην Κοραή περπατάει μια γυναίκα με το μπαστούνι της. Είναι τυφλή. Φτάνει στην τράπεζα. Ψηλαφίζει με το χέρι της το τζάμι να βρει αν η πόρτα είναι προς τα δεξιά ή προς τα αριστερά. Είναι δίπλα στην πόρτα ακριβώς αλλά η ίδια δεν έχει καταλάβει ακόμη το σημείο που βρίσκεται. Όσο αυτή ψηλαφίζει με το λευκό μπαστούνι στο χέρι, μπαίνουν στην τράπεζα, απ’ αυτή την ίδια περίφημη πόρτα, τέσσερις (4) άνθρωποι. Την προσπερνούν, ο ένας στην πραγματικότητα κάνει κι ένα μικροελιγμό για να αποφύγει πιθανή σύγκρουση, απλώνουν το χέρι, πιάνουν το χερούλι κι ανοίγουν την πόρτα με την επιγραφή ΕΛΞΑΤΕ. Η γυναίκα ψηλαφίζει μερικά χιλιοστά δίπλα τους. Δεν τους κατηγορώ. Ο κόσμος που μπαίνει στην τράπεζα έχει το βλέμμα της κότας καθώς αυτή παρατηρεί τον θείο να πλησιάζει στο κοτέτσι για να δείξει στο ενθουσιασμένο ανιψάκι πως μπορεί το ζώο να προχωράει αν και του έχει κόψει το κεφάλι. Η κότα εστιάζει στο μαχαίρι που κρατάει ο χαμογελαστός θείος. Τίποτα άλλο δεν έχει σημασία σήμερα, μόνο η βαρβαρότητα που απλώνει τη σκιά της πάνω σου.

Τίποτα  δεν έχει σημασία. Μόνο μια πλάτη καθώς ξυπνάς στην παραλία και βγάζεις αργά το κεφάλι σου απ’ τη σκηνή. Κατουριέσαι αλλά νυστάζεις. Ανοίγεις τα μάτια, είναι 8 το πρωί και μια γυμνή πλάτη μερικά μέτρα παρακάτω τραβάει ευθεία για την πρώτη βουτιά της ημέρας. Δεν υπάρχει πουθενά γραμμένη η σωτηρία, μόνο κάτι νανοδευτερόλεπτα που τίποτα δεν έχει σημασία. «Η ομορφιά σαν την καρφίτσα στο μπαλόνι που είναι ο κόσμος»

tumblr_nbuh81EYZo1qlgyqfo1_1280

Τίποτα δεν έχει σημασία, αλλά αν μπορείς κάνε πως δεν ακούς τον εκφωνητή. Ανακοινώθηκε. Νέα. Ευρωπαϊκή. Πολιτική. Μεσόγειος.

Εδώ τίποτα δεν έχει σημασία, εκτός απ’ αυτά που φοράνε στολή. Μπάτσοι και φαντάροι συνοψίζουν την νέα ευρωπαϊκή πολιτική εντός και εκτός συνόρων. Αν δεν θες να επιλέξεις τον πόλεμο που θα δώσεις, τότε απλά συμμετέχεις σε αυτόν που προετοιμάζουν οι άλλοι για λογαριασμό σου. Έκανα μπάνιο κάποτε στην Κω και ούτε που φανταζόμουν ότι η απάντησή στα φουσκωτά που ξεχειλίζουν από ανθρώπους είναι οι στρατιωτικές περιπολίες, τα αληθινά πυρά, ένας πόλεμος, μερικά στρατόπεδα. Τίποτα απ’ αυτά δεν έχει σημασία γιατί η Ευρώπη πουλάει τα μουσεία, η Ευρώπη πουλάει τις διακοπές, η Ευρώπη πουλάει τους τουρίστες, η Ευρώπη πουλάει τις χάρτες των δικαιωμάτων.

Και τι σχέση μπορεί να έχει η γυμνή πλάτη στην Ποσειδώνος και τη Λέσβο και τη Δονούσα με όλα αυτά. Κι όμως. Στα ίδια νερά βρεχόμαστε. Άλλοι δροσίζονται κι άλλους τους τρώει το μαύρο σκοτάδι.

Ναι αλλά όλα αυτά αποτελούν ηλίθιους συμψηφισμούς, απόπειρες να ενοχοποιηθούν οι πάντες και τα πάντα.

Δεν ψάχνω τη στιγμή που θα ξεχαστούμε, αλλά τη στιγμή που για μερικά νανοδευτερόλεπτα τίποτα δεν έχει σημασία. Ξαπλώνετε στον καναπέ. Τα μαλλιά της είναι πάνω σου. Τα πόδια της είναι γυμνά, τρίβει ασυναίσθητα τις πατούσες της. Χαϊδεύεις ή περισσότερο εναποθέτεις το χέρι σου πάνω στα μαλλιά της. Φυσικά και όλα είναι ματαιότης ματαιοτήτων και απ’ αυτόν τον  κόσμο δε μπορούν να γλιτώσουν ούτε οι γυμνές πλάτες. Μένει απλά η ανάμνηση εκείνης της φοράς που η εικόνα ενός ανθρώπου νίκησε τα πάντα και μαζί τον ίδιο τον κόσμο.

Χαϊδεύεις τα μαλλιά της. Ή μάλλον δεν χαϊδεύεις τόσο, όσο παίρνεις απαντήσεις σε μια σειρά από ερωτήσεις. Συνέχισε.

«Η ομορφιά σαν την καρφίτσα στο μπαλόνι που είναι ο κόσμος»

3 σχόλια

Filed under τα ελάχιστα

ντιν ντιν ντιν

Όπως ψάχνεις στο mp3 player το τραγούδι που θα ακούσεις. Ακούς μόνο τον ήχο που κάνει το κουμπί που σημαίνει «επόμενο». Ντιν ντιν ντιν. Ή κάπως έτσι. Ανάμεσα στα δύο ντιν, συμβαίνει όλος ό κόσμος.

FullSizeRender

Κοιτάζω μπροστά μου το ATM, πλησιάζω, έχω πληρωθεί – λέμε τώρα – , ακριβώς από κάτω κάθεται μια γυναίκα, φαίνεται σε κακή κατάσταση, απελπισμένη, σηκώνω το βλέμμα, σκέφτομαι ότι η επόμενη τράπεζα είναι κοντά, να πάω σε άλλο ATM, να μην είναι άνθρωπος από κάτω καθισμένος, να μην είναι άνθρωπος απεγνωσμένος, ξανακοιτάζω το ATM, λέω θα πάω, σιγά, θα αποφύγω τη γυναίκα επειδή είναι άστεγη, ζητιάνα, ποιος ξέρει; Ξανακοιτάζω το ATM, ίδια εικόνα, ίδιο το ATM, η γυναίκα εκεί, μόνο που τώρα έχει βάλει το πρόσωπό της μέσα στις χούφτες της. Κλαίει, απελπίζεται, σκέφτεται. Κάνω στροφή 180 μοιρών, εδώ το πράγμα παραπήγε. Το σημείο πλέον είναι μη προσπελάσιμο. Σκέφτομαι τα δύο παρόμοια αλλά κάπως διαφορετικά καρέ και στ’ αυτιά μου ακούγεται το ντιν ντιν ντιν, το χέρι μου μέσα στην τσέπη του σακακιού, σπαστικά κι επαναλαμβανόμενα πατάει το κουμπί «επόμενο». Δεν μπορώ να βρω τραγούδι να ακούσω αυτή τη στιγμή. Ανάμεσα στο προηγούμενο και το επόμενο τραγούδι, που κανένα από τα δύο δεν θα ακούσω, το πρόσωπο κρύφτηκε, η γυναίκα έμεινε στο ίδιο σημείο, το ATM προσπεράστηκε. Μπορεί η κίνηση να μη σήμαινε τίποτα, μπορεί η κίνηση να ήταν κάτι που έχει επαναληφθεί πενήντα φορές εκείνο το πρωί, μπορεί να ήταν η στιγμή της οριστικής απόφασης της απόλυτης παραίτησης.

Ντιν ντιν ντιν.

Το ένα από τα γατάκια που μαζέψαμε ξαφνικά δεν είναι καλά. Μέσα σε μισή ώρα από κει που λύσσαγε, έτρωγε, κοιμόταν, τώρα σέρνεται. Δεν μπορεί να προχωρήσει, να σηκώσει πρώτα το ένα πόδι και μετά το άλλο. Σαν κάποιος να ξέχασε ξαφνικά τι συνιστά περπάτημα. Σα μια ασθένεια όχι τους σώματος, αλλά του μυαλού. Το παρατηρεί κανείς, δίχως να εισβάλλει το κύμα της αγάπης, δεν πρόλαβε, δύο μέρες είναι εδώ. Μια συμπάθεια, μια λύπη, μια απογοήτευση, αλλά όχι ακόμη αγάπη, όχι δέσιμο. Το χαϊδεύουμε, το κρατάμε ζεστό, όσο πιο ζεστό μπορούμε, το αφήνουμε να ηρεμήσει. Ένα πανέμορφο γατάκι μερικών ημερών. Πριν λίγες ώρες σκαρφάλωνε στη μπλούζα και κρεμόταν από τη φόρμα. Μέσα σε μισή ώρα υπάρχει μια πλήρης κατάπτωση. Μέσα σε μια ώρα έχει ήδη πεθάνει. Μέχρι να σκεφτούμε αν πρέπει να το χωρίσουμε από τα αδερφάκια του, να μην πεθάνει δίπλα τους – ποιος ξέρει αν αυτό είναι σωστό ή λάθος -, το γατάκι – με το πρόχειρο όνομα Μάξιμος ή Κική (ανάλογα τι θα αποδεικνυόταν) έχει πεθάνει. Ο χρόνος έτρεξε σαν παλαβός μέχρι να συναντήσει το θάνατο του Μάξιμου/της Κικής. Κι όμως τώρα ο χρόνος ξεκίνησε απότομα το αργό βάδισμα. Να το πάρουμε μέσα από την κούτα, να το μεταφέρουμε, να πάμε να το θάψουμε. Μα περίμενε. Εδώ υπάρχει ζήτημα. Πριν αλλάξει η ώρα, 8 το απόγευμα ήταν πριν, 8 και κάτι τώρα, οι συνθήκες έχουν αλλάξει ολοκληρωτικά. Από κει που το χάιδευες με όλη σου την ψυχή, που το πιανες, το άγγιζες, το τάιζες, ξαφνικά τίποτα. Το χέρι σου στέκεται ακίνητο πάνω από το γατί. Πώς πιάνεις τον πεθαμένο; Τι κι αν μέχρι τρία λεπτά πριν το χέρι σου οδηγούνταν στο χάδι με τη μεγαλύτερη ευκολία του κόσμου. Ξαφνικά το σώμα πεθαίνει, ο αέρας φεύγει, η ζωή αποχωρεί και το χέρι ζορίζεται να πλησιάσει. Το ίδιο σώμα που τρία λεπτά πριν προσκαλούσε χειρονομίες αγάπης, τώρα σε δυσκολεύει ακόμη και να το μεταφέρεις. Ας είμαι μεγαλόστομος: ο θάνατος είναι απόσταση. Όχι από άποψη μνήμης ή απώλειας. Από καθαρά πρακτική άποψη, από πραγματική άποψη. Το πλάσμα μπροστά μας, μόλις πεθάνει, είναι κάτι άλλο, κάτι που αποφεύγουμε, κάτι μακρινό, κάτι που μήπως να βάλουμε γάντια, να πάρουμε χαρτί για να το πιάσουμε. Όχι μόνο δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε το θάνατο, να πενθήσουμε, να αποχωριστούμε, αλλά σε ένα τελείως μικρό, ασήμαντο, αστείο πλαίσιο, δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε τον τοίχο που στήνει η στιγμή του τέλους. Τι κι αν το πλάσμα έπινε γάλα στην αγκαλιά μας; Τώρα, που πέθανε, είναι ένα κάτι, κάτι που δεν ξέρουμε τι ακριβώς είναι. Ίσως μια αλλοίωση του χρόνου και των αισθήσεων. Μια πινακίδα που λέει: Μην αγγίζετε. Μείνε μακριά.

Βέβαια, υπάρχει ακόμη στη μνήμη η σκηνή σ’ ένα σπίτι στο χωριό. Ο πεθαμένος ξαπλωμένος σ’ ένα κρεβάτι για ένα ολόκληρο βράδυ και γύρω γύρω κόσμος, ομιλίες, πιοτί, φαΐ. Πιτσιρίκια μπαινοβγαίναμε στο σπίτι γεμάτοι περιέργεια και μια αίσθηση σκανδαλιάς. Ο παππούς της τάδε έχει πεθάνει, αλλά είναι ακόμη εκεί, στο κρεβάτι. Η πινακίδα εδώ έλεγε: Άγγιξε. Μείνε κοντά. Και βέβαια σ’ αυτή την περίπτωση η πινακίδα απευθυνόταν εξίσου σε ζωντανούς και νεκρούς. Όχι όπως προηγουμένως, που φωνή είχε μόνο η απόσταση του ζωντανού ανθρώπου του 2015, που και σ’ αυτή την περίπτωση όπως σε τόσες άλλες, ακούει τον ίδιο λόγο στ’ αόρατα ακουστικά της συνείδησής του. Μείνε μακριά κι αν θες να αγγίξεις, βάλε γάντια, βάλε άλλον, βάλε ένα αλλοδαπό ή έστω μια ΜΚΟ. Τα χέρια σου όμως κράτα τα καθαρά ή μάλλον όλες τις ώρες σαπουνισμένα.

IMG_1807

 

Ντιν ντιν ντιν

Όταν πρωτοανακάλυψα (κι έμεινα εκεί – α τι ωραία γεύση αυτό το λαγκαβουλιν, σας ευχαριστούμε για την πρόταση, εμείς βέβαια θα συνεχίσουμε με τζέιμσον) κάπως τα ποιήματα και διάβαζα Σεφέρη, μου είχαν κάνει εντύπωση εκείνοι οι στίχοι

«Καθὼς περνοῦν τὰ χρόνια | πληθαίνουν οἱ κριτὲς ποὺ σὲ καταδικάζουν | καθὼς περνοῦν τὰ χρόνια καὶ κουβεντιάζεις μὲ λιγότερες φωνές, | βλέπεις τὸν ἥλιο μ᾿ ἄλλα μάτια».

Έτσι είναι βέβαια εκείνα τα χρόνια, εφηβεία και λίγο μετά. Αισθάνεσαι απέναντι σε όλον τον κόσμο, μάχεσαι μόνος σε μια μάχη που δεν μπορεί να εξηγηθεί ή να κατανοηθεί από κανέναν, κουβαλάς μια μελαγχολία αιώνων κι όλο νομίζεις πως μεγάλωσες, είδες, κατάλαβες. Όπως και να ’χει, μ’ άρεσε πολύ και ο στίχος και το ποίημα και τα σκεφτόμουν τις προάλλες, όταν το επόμενο ντιν με οδήγησε στα ασφαλή χέρια της Μοσχολιού κι αυτή απάντησε στον ποιητή, με μια απλή κουβέντα κι ένα τσικ ουίσκι στα χείλη: «όταν όλοι σε κρίνουν, σ’ αγαπάω».

Πόσο άδικος είμαι απέναντι στον κάτοχο του νόμπελ, όταν περπατάω στη Σταδίου, τραγουδάω και νιώθω σίγουρος ότι κανείς ποτέ δε θα το πει καλύτερα. «Όταν όλοι σε κρίνουν, σ’ αγαπάω». Ο στίχος πίνεται και μετά κουμπώνεις το σακάκι να ‘σαι ζεστός και περπατάς στη μισοάδεια Σταδίου. Υπάρχει ένας κόσμος όταν σταματάς να πατάς όλο επόμενο και επόμενο και ο ήχος αγκαλιάζει το σύμπαν εκείνου του λεπτού. Για εκεί όλο ψάχνουμε μια σίγουρη διαδρομή κι αυτή όλο μας διαφεύγει, καθώς διαρκώς σκεφτόμαστε, σχολιάζουμε, ξεχνάμε, χρωστάμε, συνηθίζουμε χανόμαστε και πεθαίνουμε.

4 σχόλια

Filed under τα ελάχιστα

σκόρδα, πάθη, σκρατς

1.

Καθώς βγάζω το σκύλο βόλτα περνάμε μέσα από τη λαϊκή. Είναι πρωί, ο κόσμος ακόμη δεν είναι πολύς. Στη γωνία ακριβώς απέναντι απ’ την αρχή της λαϊκής, ένας μάλλον μικρός πάγκος. Σκόρδα καλά τακτοποιημένα σε μικρά διχτάκια και χαρτιά κουζίνας. Ένας πιτσιρικάς, 12 με 14 χρονών ανεβάζει το τελευταίο ρολό στο καθορισμένο σημείο. Δίπλα του ένας κύριος, μάλλον ο πατέρας του. Του λέει, «πετάγομαι μια στιγμή μέχρι το αυτοκίνητο να το πάρω κι έρχομαι. Θα ‘σαι οκ;». Ναι λέει το πιτσιρίκι και κάνει ο πατέρας να φύγει αλλά κοντοστέκεται. Γυρνάει, το πλησιάζει και του κουμπώνει το μπουφάν μέχρι πάνω. «Κάνει κρύο» λέει κι απομακρύνεται. Το πιτσιρίκι με το μπουφάν τέλεια κλεισμένο και ανεβασμένη την κουκούλα στέκεται πίσω από τον πάγκο και περιμένει πελάτες.

Λίγο παραπέρα, στην άλλη γωνία του τετραγώνου, υπάρχει ένα σχολείο. Βλέπω τα παιδιά που τρέχουν στην αυλή, πρέπει να έχουν διάλειμμα. Μια γυναίκα, με ένα πολύ κομψό παλτό και ασορτί τσάντα, πλησιάζει στα κάγκελα. «Πέτρο» φωνάζει γλυκά. Ο Πέτρος έρχεται φωνάζοντας «η μαμά μου». Η μαμά του, του εξηγεί ότι πάει μέχρι το σούπερ μάρκετ, ο Πέτρος αντιδρά γιατί της έχει πει ότι είναι καλύτερος ο βασιλόπουλος από το καρφούρ, αυτή γελάει με το σχόλιο και αμέσως παρατηρεί ότι ο Πέτρος τρέχει στην αυλή στο διάλειμμα χωρίς μπουφάν. Του το λέει, έχει κρύο, είναι δυνατόν να μη φοράει το μπουφάν, αλλά ο Πέτρος γελάει, γελάει κι αυτή, τον χαιρετάει και ο Πέτρος συνεχίζει το τρέξιμο.

Όλα αυτά ενώ είναι Παρασκευή, που θα πει καθημερινή, και τα δύο συνομήλικα (πάνω κάτω) παιδιά ακούνε ότι κάνει κρύο και θα πρέπει να φοράνε τα μπουφάν τους και μάλιστα κουμπωμένα. Το ένα παιδί είναι στον πάγκο με τα σκόρδα και τα χαρτιά κουζίνας και φοράει την κουκούλα, το άλλο τρέχει στην αυλή, παίζει μπάλα, γελάει, προτιμά το βασιλόπουλο.

Ο λαϊκιστής σκηνοθέτης που κατοικεί πίσω απ’ τα μάτια μου παίζει με τις εξής εκδοχές:

α) ίδια είναι η αγάπη, ίδια κι απαράλλαχτη. Ο λαϊκατζής που δουλεύει με το μικρό του γιο και η κυρία που περνάει έξω απ’ το σχολείο με το κέφι της είναι δυο στάλες απ’ το ίδιο κρασί. Και οι δύο για το μπουφάν μιλάνε και οι δύο για το κρύο μιλάνε και οι δύο με την ίδια κίνηση έρχονται στο πρωινό της Παρασκευής. Χαμηλώνουν λίγο το κορμί τους, πιάνουν τις άκρες του μπουφάν, τις φέρνουν κοντά και ζεσταίνουν τα παιδιά τους. Και οι δυο προσεύχονται στο ίδιο άγιο φερμουαράκι.

β) καθόλου ίδια δεν είναι η αγάπη, η ζωή, η πραγματικότητα και το πρωινό της Παρασκευής. Στον ένα κόσμο κάποιος περνάει καλά με τους συνομηλίκους σε μια αυλή, αντιγράφοντας τον Μέσι και ξέρει τη διαφορά των σούπερ μάρκετ και ποιο έχει μεγαλύτερη ποικιλία αλλαντικών και ποιος ξέρει τι άλλο και κάνει χιούμορ με τη μάνα του. Στον άλλο κόσμο κάποιος τακτοποιεί σκόρδα σε διχτάκια, τα τοποθετεί σε ένα ξύλινο πάγκο, τα πουλάει, περιμένει τον πατέρα του να γυρίσει από το αυτοκίνητο, είναι καθημερινή και δεν έχει σχολείο, βλέπει εμένα με το σκύλο που πάμε αμέριμνοι την πρωινή μας βόλτα πίσω απ’ τα παλτά  μας και δεν ξέρει αν κρυώνει ή δουλεύει ή τραγουδάει έτσι είναι η ζωή και πώς να την αλλάξεις.

IMG_1651

2.

Τα πρωτοσέλιδα υπογραμμίζουν ότι ο λαός διαπραγματεύεται, ο λαός στηρίζει, ο λαός ανησυχεί, ο λαός φοβάται, ο λαός ενώνεται και ο λαός διχάζεται. Διαβάζεις με πλήρη αδιαφορία τα ρεπορτάζ και τις δημοσκοπήσεις και δεν καταλαβαίνεις τίποτα, απλά καταναλώνεις νούμερα, ποσοστά και την ιδέα του καθενός για το πού πάει το πράγμα και το «τι πιστεύει ο κόσμος». Τυχαίνει όμως Κυριακή μεσάνυχτα να συναντηθείς με ένα κομμάτι της κοινής γνώμης έξω από τα επείγοντα του δημόσιου νοσοκομείου.

Η γριά στο φορείο με ορό και αναπνευστικό σωληνάκι κουτουλάει σε πόρτες και τοίχους καθώς μεταφέρεται. Έχει ένα τεράστιο μπαλόνι (απλό κόκκινο ή μίκυ, οι λεπτομέρειες είναι προς διερεύνηση) κάτω απ’ το στήθος. Δεν έχω ξαναδεί άνθρωπο με τέτοιο φουσκωμένο θώρακα, αλλά βέβαια δεν συχνάζω στα νοσοκομεία. Μόλις συνέρχεται λίγο, η κόρη της, της ανακοινώνει ότι περιμένουν κάποιες επιπλέον εξετάσεις, και απόψε θα μείνει μέσα «για παρακολούθηση». Ύστερα προσπαθεί κάπως να βολευτεί καλύτερα στο δωμάτιο αναμονής και μιλάει κάποια στιγμή μόνο για να πει «πωπωπω, τα πάθη του χριστού περνάω». Και ιδού ένας τρόπος να έρχεσαι σε επαφή με τέτοια θέματα, πέρα απ’ τη συζήτηση για το χωρισμό κράτους εκκλησίας, τους παπάδες, τις φωτογραφίες μικρού ξωκλησιού κρεμασμένου πάνω απ’ τη θάλασσα και όλα τα σχετικά. Όταν δεν προσεγγίζουμε τα ζητήματα πολιτικά, σκεφτόμαστε με καρτ ποστάλ, αυτό είναι γνωστό εδώ και χρόνια. Η γριά όμως δεν μπορεί αλλιώς να περιγράψει την κατάστασή της, δεν μπορεί αλλιώς να αφηγηθεί το βάσανό της (που διαβεβαιώνω έμοιαζε πελώριο), παρά μπορεί μόνο να πει «τα πάθη του χριστού περνάω». Και ο χριστός δεν είναι μόνο αγάπη και ελπίδα, είναι το καταφύγιο των λέξεων, το ύστατο βοήθημα μια περιγραφής που αλλιώς θα έμενε λειψή και δυσνόητη. Εκεί, στο Αλεξάνδρα, Κυριακή μεσάνυχτα, η γριά περνούσε τα πάθη του χριστού και όντως τα περνούσε και αν μπορείς έλα σε μένα τον τυχαίο διπλανό της αναμονής να μου δώσεις να το καταλάβω αλλιώς.

Παραπέρα άλλη γριά με κάτι σαν αυτοσχέδια γκλίτσα/μπαστούνι παλεύει κάθε τόσο να σηκωθεί απ’ την καρέκλα της αναμονής στηριζόμενη και με τα δύο χέρια σ’ αυτό. Ζορίζεται, αλλά δεν βαρυγκομάει.  Ο γιος της, ένας αλαφροΐσκιωτος, με πέντε δόντια, παραλλαγή αεροπορίας, σκουφί χωρητικότητας δυο κεφαλιών ακόμη τουλάχιστον, προσπαθεί να την ηρεμήσει, θα μας φωνάξουν, λέει, πού πας, αφού δεν μπορείς, έχεις το πόδι σου. «Ε, θα το σύρω και αυτό τι θα κάνει, θα περπατήσει» του απαντάει και όντως το σέρνει κι αυτό υπακούει, αντανακλαστικά θα έλεγες και περπατάει. Ο γιος δεν μπορεί να κάτσει σε ένα μέρος, μιλάει σε ένα κινητό το οποίο αδυνατώ να καταλάβω πόσο παλιό είναι, με κάποια θεία και όταν περνάει από δίπλα μου παρατηρώ ότι στην τσέπη της παραλλαγής έχει ένα χαρτί υγείας. Ακριβώς όπως στο στρατόπεδο, ήξερες πως  όλοι κυκλοφορούν με το κωλόχαρτο στην τσέπη, σχεδόν μόνιμα. Τα κωλόχαρτα στο στρατό είναι γι’ αυτό ακριβώς το λόγο πλακέ.

Αργότερα καταφτάνει μια γυναίκα, η οποία όπως συνηθίζεται θα τσακωθεί με σχεδόν όλους για τη σειρά. Είναι καπάτσα και το μάτι της παίζει. Θα θελήσει να περάσει τον γέρο της πρώτο, λόγω ηλικίας και «ανάγκης». Κάποιες φωνές, κάποια ντροπή, κάποιοι παρακολουθούν αμίλητοι. Η γυναίκα, γύρω στα πενήντα, ξανθιά, ψηλές μπότες, με κάτι σαν γούνα και διάφορα χρυσαφικά. Οι υπόλοιποι την μετράνε. Ήρθε απευθείας από κάποιο κωλόμπαρο που σύχναζε ο κωλόγερος ή πρόκειται για μια απ’ αυτές τις περιπτώσεις που παλιά φύλαγε τον γέρο και τώρα, τώρα ποιος ξέρει τι ακριβώς; Τα βλέμματα φυσικά έχουν αποφασίσει, η ίδια έχει τσακωθεί και έχει τακτοποιήσει τον γέρο της. Περιμένουν τα αποτελέσματα μόνοι τους σε ένα διπλανό δωμάτιο που έχει ένα μηχάνημα για υπέρηχους. Ο γέρος κάθεται στην καρέκλα κι αυτή έχει μισοξαπλώσει στο κρεβάτι. Ο γέρος την κοιτάζει και δε μιλάει. Σχεδόν θαυμάζει το θέαμα. Αυτή απλά ψάχνει κάτι στο κινητό της.

IMG_1652

3.

Τη βλέπω στην Αιόλου, κοντά στην Αγία Ειρήνη. Φοράει στενό τζιν, απ’ αυτά τα κάπως μεγάλα ημιαθλητικά παπούτσια, σκούρο παλτό και σκούφο. Είναι τραγουδίστρια βορειοευρωπαϊκής ιντι φολκ μπάντας, Γαλλίδα φοιτήτρια αρχιτεκτονικής, underground ηθοποιός που η ομορφιά της την καταδικάζει να φωτογραφηθεί σύντομα γυμνή στη lifo. Ή είναι κάποια που δεν μπορεί να περιγραφεί ακριβώς γιατί υποψιάζεσαι ότι κάνει κάποιο αλλόκοτο επάγγελμα που δεν έχεις ξανακούσει ή γιατί είναι σχεδόν σίγουρο ότι κατάγεται από πέντε διαφορετικά μέρη τουλάχιστον. Φτιάχνω σενάρια στο μυαλό μου και καθώς περπατάει, τη βλέπω να σταματάει απότομα και να γυρνάει στα δεξιά της. Ο λαχειοπώλης της λέει πονηρά «Σκρατς;» κι αυτή απαντάει με το πλέον ελπιδοφόρο βλέμμα «εννοείται». Τους προσπερνάω βιαστικά και αναρωτιέμαι.Άραγε να κέρδισε; Και τι είναι το σκρατς; Και ποιος ψωνίζει από τον υπαίθριο λαχειοπώλη;

Και πως θα χωρέσει η ζωή στο σχήμα που έχουμε για να την περιγράψουμε; Τα ετοιματζίδικα πλαίσια πάει χάλασαν κι άντε να βρεις εσύ τρόπο να μιλήσεις τον καιρό χωρίς να αδικήσεις και να μικρύνεις τους ανθρώπους και τα πάθη τους.

4 σχόλια

Filed under ασυναρτησίες