στον Πειραιά, μ’ ένα ουφ

Με διακόπτει την ώρα που κάνω κάτι δήθεν περισπούδαστες σκέψεις, ότι έχουμε καταναλώσει περισσότερο σινεμά για τις υπαρξιακές αγωνίες, διαστροφές, καύλες, αγωνίες των πλούσιων, όμορφων και υπερεπιτυχημένων ανθρώπων απ’ όσο μας αναλογεί. Δεν είναι λέξη αυτό που με διακόπτει, είναι ο ήχος κάποιου που ξεφυσά, κάποιου που βαρυγκωμά. Μοιάζει όμως με λέξη, ακούγεται σαν ένα πεντακάθαρο ουφ που σχηματίζεται απ’ την ανάσα και το ανακάτεμα των εσωτερικών ανέμων στα σωθικά του ανθρώπου που κάθεται ακριβώς πίσω μου και ξεφυλλίζει με υπερβολική ταχύτητα κόλλες Α4 σε ένα μπλε ντοσιέ. Η νεαρή δικηγόρος που ασκοφυσά ή μάλλον εκπνέει όλη την αγωνία του κόσμου, φτιάχνοντας ένα σαφές και θορυβώδες ουφ, τρέχει να προλάβει ποιος ξέρει τι, μια προθεσμία, το αφεντικό ή έναν πελάτη. Δεν μπορώ να δω τη φάτσα της και να πω όμορφη ή άσχημη ή το οτιδήποτε. Όλο το πρόσωπό της είναι ένα άγχος, μια υπερβολική ταραχή σε συνδυασμό με μια αδιανόητη προσπάθεια να βιαστεί, να βιαστούν όλα πάνω της. Τα δάχτυλα, τα μάτια, ο νους, το κομμάτι του μυαλού που διαβάζει και το κομμάτι που μυαλού που αναλύει και το κομμάτι του μυαλού που προετοιμάζει γι’ αυτά που ακολουθούν.

Τα διαδοχικά ουφ της στην αρχή μου φαίνονται περίεργα, στη συνέχεια λίγο αστεία, αλλά εντέλει, μέχρι να σηκωθώ απ’ τη θέση μου και χωρίς καλά καλά να το καταλάβω, έχουν αλλάξει όλη τη διάθεσή μου. Ξαφνικά έχω βαρύνει, σέρνεται ένας υπόγειος εκνευρισμός, σε λίγο οδηγώ κάπως νευρικά.

Ύστερα φτάνω στον Πειραιά και κάνω ακριβώς 34 λεπτά να παρκάρω. Μικροατυχίες (με πρόλαβε ο μπροστινός) και ανοησίες (η τύφλα που είδα δύο θέσεις αφού τις προσπέρασα) . Στο δρόμο για την επόμενη υπηρεσία, περπατώντας πλάι στη θάλασσα, ονειρεύομαι με τα μάτια ορθάνοιχτα μια μπόμπα, μια παραίτηση, μια ηρωική έξοδο, μια βουβή έξοδο και τίποτα απ’ όλα αυτά δεν κρατάει περισσότερο από 3,4 δευτερόλεπτα, γιατί ο κόσμος μου έχει δεχθεί μια φοβερή εισβολή από αυτό το απεγνωσμένο ουφ της νεαρής δικηγόρου. Τίποτα δεν υπάρχει πια, μόνο αυτό το ουφ που δεν μπορώ να τινάξω με κανένα τρόπο από πάνω μου.

*

Καθώς βγαίνω από το διάδρομο, εμφανίζεται ξαφνικά ένας τύπος μπροστά μου. Μοιάζει να έχει βγει από το πλάι επαρχιακής εκκλησίας, ο άγνωστος άντρας που κάνει διάφορες μικροδουλειές και κανείς δεν ξέρει λεπτομέρειες γι’ αυτόν, μα όλοι υποψιάζονται – από κάποιον κρύβεται, από κάτι προσπαθεί να ξεμπλέξει. Το πρόσωπό του είναι κίτρινο, κερί χρησιμοποιημένο ξανά ξανά που αναβόσβησε για τις προσευχές του ενός και του άλλου, είναι και κάπως καμπουριαστός, το βάρος τόσων δίκαιων και άδικων αιτημάτων. Σπάνια βιβλία, μου λέει και δείχνει μια όντως παλιακή έκδοση, Ονορέ ντε Μπαλζάκ, Ευγενία Γκραντέ. Πριν προλάβω να αρθρώσω λέξη, προσθέτει, χαμηλόφωνα, έχω κόψει και τα ναρκωτικά. Δίπλα μας, ένας σίφουνας η προϊσταμένη δίνει τέλος σε όλα αυτά με ένα κοφτό δεν είναι η υπηρεσία γι’ αυτές τις δουλειές. Αυτός υπακούει αμέσως και αποχωρεί ανέκφραστος. Πάει να ψάξει ένα χώρο γι’ αυτές τις δουλειές, αν υπάρχει πουθενά δηλαδή χώρος γι’ αυτές τις δουλειές ή αν υπάρχει τέλος πάντων χώρος έστω γι’ αυτόν τον ίδιο.

foto: Xavier Miserachs

foto: Xavier Miserachs

Δύο κορίτσια 35 (περίπου) χρονών συζητάνε. Ανακαλύπτουν ότι είχαν μια κοινή φίλη στα χρόνια του γυμνασίου. Η φίλη πέθανε στα 23 της. Φαντάζομαι εκείνη την εποχή, πρέπει να ένιωσαν πως τις καθόρισε ένας τέτοιος θάνατος. Θα ‘θελα να μείνω λίγο εκεί δίπλα τους, να κρυφακούσω γιατί αναρωτιέμαι αν θυμούνται καμιά ιστορία, κάποιο συγκεκριμένο σκηνικό ή αίσθημα, αν έμεινε δηλαδή τίποτα πέρα απ’ τη θολή σιλουέτα του ανθρώπου που έφυγε και μια κάπως αόριστη θλίψη.

Τέτοιοι είμαστε, τη μια στιγμή πενθούμε, σα σελίδες που σημαδεύτηκαν από ανεξίτηλο μελάνι, το κλάμα μας είναι ναοί του Ποσειδώνα – κομμάτια του θα στέκουν εκεί στους αιώνες των αιώνων. Την άλλη στιγμή, είμαστε κανονικά χρυσόψαρα, ο θρήνος μας είναι μια φράση στην άμμο, εκεί που γλύφει η θάλασσα. Καλοκαίρι 2004 κι από κάτω Πάτμος κι ύστερα αν δεν έχεις και καμιά φωτογραφία, δεν θυμάσαι αν στ’ αλήθεια βρέθηκες ποτέ εκεί κι αν σε σέρβιρε μια Ελίνα, Λίνα ή Ελένη, την οποία πάντως τότε ερωτευτήκατε ομαδικώς και για πάντα.

*

Στην οδό Φιλελλήνων ένας άντρας αρκετά μεγάλος σε ηλικία σπρώχνει μια γυναίκα εξίσου μεγάλης ηλικίας, αλλά και πολλών κιλών σε καροτσάκι. Αυτός φοράει καπέλο ναυτικού και δερμάτινο μπουφάν. Σταματάνε μια περαστική  και ρωτάνε κάτι για μια εκκλησία, δεν μπορώ να ακούσω ποια. Η γυναίκα τους λέει ότι είναι μακριά, έχει ανηφόρες, είναι έτσι κι αλλιώς. Εν ολίγοις τους αποθαρρύνει. Άστο ρε Τάκη, λέει η γυναίκα στο καροτσάκι, δεν ακούς τι είπε η γυναίκα; Ο Τάκης δε μιλάει, κάνει ένα νεύμα στη γυναίκα με το χέρι σα να λέει εντάξει μη σε νοιάζει, αλλά δεν βγάζει λέξη. Σηκώνει λίγο τα μανίκια του δερμάτινου και σπρώχνοντας, τραβάει την ανηφόρα.

4 σχόλια

Filed under παρατήρηση - σχόλιο - προεκτάσεις (απ' το δρόμο στο πληκτρολόγιο)

περιστρεφόμενο κατακάθι

Στη στάση καμιά δεκαριά άνθρωποι. Μισοί στο πεζοδρόμιο, ένας δυο κάθονται, οι άλλοι πάνω στην άσφαλτο, ανυπόμονοι, το βλέμμα χαμένο και εστιασμένο στο βάθος της λεωφόρου, λες και αν κοιτάξεις αρκετά επίμονα θα εμφανιστεί το λεωφορείο. Όμως αυτό αργεί.

Επάνω στο πεζοδρόμιο στέκεται κι αυτή, 40 με 45, τζιν και γκρι μακρυμάνικο, στη μέση μιας λίμνης από σακούλες σουπερμάρκετ, έξι, εφτά σακούλες όλες τίγκα. Είναι κουρασμένη και φαίνεται. Εννιά ώρες στη γραμμή παραγωγής φρέντο εσπρέσο, το ‘χει υπολογίσει, φτιάχνει ενάμιση καφέ το λεπτό, αδιάκοπα, με ένα διάλειμμα εικοσάλεπτο και ένα πεντάλεπτο. Φτιάχνει, φτιάχνει, φτιάχνει, να παίρνουν οι περαστικοί, να φεύγουν οι περαστικοί κι ύστερα σχολάει και είναι Παρασκευή και δεν έχει πάει σούπερ μάρκετ και πρέπει να πάει σούπερ μάρκετ και τελικά πάει. Δεν τα έχει υπολογίσει καλά, τα πράγματα είναι πολλά. Τα λεωφορεία μετά τον εξορθολογισμό των δρομολογίων δεν πάνε κέντρο, σταματάνε φιξ, να πάρεις δηλαδή πρώτα το μετρό και ύστερα το λεωφορείο. Σωστή απόφαση, αποφεύγουμε την κίνηση, ελαττώνεται η συμφόρηση, πάμε πιο γρήγορα. Μετέφερε μέσα στο μετρό πάνω κάτω τις έξι με εφτά σακούλες, έφτασε στη στάση και τώρα περιμένει.

Το λεωφορείο κάποτε φτάνει, έχει ήδη αρκετό κόσμο και μπαίνει κι άλλος και η γυναίκα προσπαθεί να μπει με τις σακούλες του σούπερ μάρκετ, πρώτα δηλαδή να τις πιάσει όλες να τις σηκώσει καλά και μετά να βρει χώρο να μπει να προχωρήσει λίγο πιο μέσα να βρει χώρο να τις ακουμπήσει δεν μπορεί να τις κρατάει για ένα ολόκληρο τέταρτο θα της κοπούν τα χέρια να τις αφήσει λίγο κάτω. Τις αφήνει και ποιος ξέρει αν ακουμπάνε στο δάπεδο ή στα παπούτσια των άλλων, πάντως δημιουργείται ένα θεματάκι, δεν είναι λίγοι αυτοί που δυσφορούν, αλλά αυτή έχει μάθει, προσπαθεί να μην εστιάζει, να μη δίνει σημασία, να ακούει και να παρατηρεί τέλος πάντων, αλλά αυτή η παρατήρηση να μη δημιουργεί συνέπειες. Το κόλπο το μαθαίνει κανείς στη δουλειά και μετά το επεκτείνει σε όλες τις δραστηριότητες. Όταν ο άλλος σε στραβοκοιτάζει, γκρινιάζει, κριτικάρει, τραμπουκίζει, η διαδικασία πάει ως εξής: Δέχεσαι τα ερεθίσματα, τα ρουφάς, τα οδηγείς μέσα από το λαιμό στο βάθος του στομαχιού (όχι χωρίς μια κάποια δυσκολία, πάντως σιγά σιγά το καταφέρνεις καλύτερα), τα καθίζεις εκεί, τα φέρνεις δεξιά κι αριστερά, ένα κατακάθι ελληνικού καφέ που βρίσκει τη φωλιά του κι εσύ μένεις απλά ακίνητος ή κάνεις ό,τι έκανες. Δεν επιτρέπεις στην κατάποση του δηλητηρίου να προκαλέσει αλυσιδωτές αντιδράσεις, ό,τι μπαίνει, μπαίνει καλώς και καλώς μένει εκεί και δε βγαίνει, παρά φωλιάζει για τα καλά και μαζεύεται σε μαύρες μάζες. Εσύ μένεις με μια έντονη ξινίλα, κάτι σαν καούρα που με τον καιρό συνηθίζεται, και μάλιστα έχεις και επιπλέον όπλα στη φαρέτρα σου, όπλα όλων των ειδών – λουμαρέν και ζαντάκ και ζάναξ – και όλα μετατρέπονται σιγά σιγά σε μια βουβή απελπισία που έχει μάθει να νανουρίζεται.

Αυτή δεν το βλέπει, αλλά στη θέση δίπλα της ένας διαβάζει συνέντευξη Κωστή Μπακογιάννη στην popaganda (Χωρίς να θέλω να είμαι αλαζόνας, το βιογραφικό μου δείχνει ότι δεν χρειάζομαι κανέναν για να με βάλει κάπου. Τη δουλειά μου θα τη βρω, τα παιδιά μου θα τα ζήσω και κατά πάσα πιθανότητα θα πληρώνομαι περισσότερο και θα δουλεύω λιγότερα). Οι στάσεις περνάνε, οι σακούλες πάνε λίγο πέρα δώθε αλλά σε γενικές γραμμές όλα καλά, κάποιος κάτι πάτησε, αλλά δεν πειράζει. Αυτή δεν το βλέπει, αλλά από την άλλη μεριά δίπλα της ένας γελάει γιατί βλέπει τα σχόλια στο facebook για το συνέδριο του συριζα και τον Τσίπρα που τουιτάρει δεν λυγίσαμε και δεν θα λυγίσουμε απέναντι στις δυνάμεις του παγκόσμιου καπιταλισμού. Εντωμεταξύ πέφτει και λίγο πάνω στον τύπο που γελάει, γιατί προκειμένου να περάσει κάποιος έχει αναγκαστεί να σηκώσει τις σακούλες και τα χέρια της λυγίζουν, γιατί οι σακούλες είναι βαριές και μετά από εννιά ώρες που μπορεί να ήταν και δέκα είναι ακόμη πιο βαριές και αν μπορούσαμε να μετρήσουμε, αν υπήρχε τρόπος, θα βλέπαμε ότι ο παγκόσμιος καπιταλισμός είναι σαφώς ελαφρύτερος για τον Τσίπρα απ’ ότι οι έξι εφτά σακούλες για εκείνη. Είναι άδικο να το λέει κανείς, αλλά έτσι είναι.

Ο τύπος που γελάει, δυσανασχετεί λίγο, την κοιτάζει και με τη μία καταλαβαίνει το ζόρι της, βλέπει στο πρόσωπό της, στις φλέβες των χεριών της που έχουν πεταχτεί όλη την ημέρα που έχει περάσει από πάνω της. Δυσφορεί λιγότερο, αλλά και πάλι δυσφορεί. Δε θέλει να το πει δυνατά, αλλά του φαίνεται ότι η γυναίκα μυρίζει και λίγο. Ίσως δηλαδή και να μυρίζει κάπως, τι ίσως, ας είμαστε ειλικρινείς μυρίζει. Προσπαθεί να μη το σκέφτεται και χαμογελάει συγκαταβατικά, χαμογελάει κι η γυναίκα, που μέσα της θεωρεί ότι να που βρήκε και λίγη κατανόηση απ’ το συνεπιβάτη. Χαμογελάνε και οι δύο κι ανάμεσά τους πλανάται η δυσφορία που προκαλούν έξι με εφτά σακούλες σε ένα γεμάτο λεωφορείο και η δυσφορία που προκαλεί μια άσχημη μυρωδιά σε ένα γεμάτο λεωφορείο. Είναι η μυρωδιά των φτωχών και των εργατών, δώδεκα ώρες στο δρόμο, εκτός σπιτιού, δώδεκα ώρες να ιδρώνεις και να ξεϊδρώνεις, δώδεκα ώρες να δέχεσαι ματιές που σε κάνουν ακόμη περισσότερο να ιδρώνεις και να ξεϊδρώνεις – ο απαιτητικός προϊστάμενος και ο βιαστικός πελάτης και ο μερακλής πελάτης που ξέρει ακριβώς τι θέλει αλλά κιόλας θέλει να ψωνίσει ταχύτατα απ’ τη γραμμή παραγωγής λάτε και καπουτσίνο. Όλα τα βλέμματα κι όλες οι άβολες συνθήκες (ανεβοκατέβα στις σκάλες του μετρό με τα χέρια σου να κόβονται απ’ τις σακούλες στριμώξου στο λεωφορείο) που δεν κάνουν τίποτα άλλο απ’ το να σε ιδρώνουν και να σε ξεϊδρώνουν. Κι έχεις κι εκείνο το τοξικό κατακάθι στο στομάχι.

Φτάνει επιτέλους σπίτι. Ένα γρήγορο ντους, να φύγει λίγη απ’ τη ντροπή κι ύστερα βλέπει το ασκούπιστο εδώ και μέρες σαλόνι. Καλύτερα να το κάνει τώρα, αύριο μόλις σχολάσει μόνο ξεκούραση. Μιαμιση μέρα συνεχόμενη ξεκούραση. Καλύτερα να το κάνει αμέσως, να βάλει σκούπα. Βλέπει όμως την ώρα και είναι αργά, δεν είναι τέλος πάντων η κατάλληλη ώρα για ηλεκτρική σκούπα. Τι σημαίνει όμως κατάλληλη ώρα για το θόρυβο της ηλεκτρικής σκούπας σε μια πολυκατοικία. Δεν υπάρχει απάντηση, υπάρχει μόνο ο χαρακτήρας του καθενός και τι θεωρεί ο καθένας λογικό και τι παράλογο. Αυτή είναι τέτοιος χαρακτήρας – το ‘χει αποφασίσει, ο τρόπος να προχωράς στη ζωή χωρίς να αποτρελαθείς είναι να ταΐζεις το στομάχι με κατακάθι, να τα τοποθετείς όλα εκεί, γιατί αλλιώς θα ανέβει το αίμα στο κεφάλι σου και οι κουβέντες και τα βλέμματα των άλλων θα φορτίσουν το ρεύμα σου και μετά άντε συμμάζεψε τον εαυτό σου. Μετά καλά ξεμπερδέματα.

Έτσι, φοράει τη μαύρη φόρμα για τις δουλειές, και πιάνει τη σκούπα την απλή. Και είναι γνωστό ότι όταν σκουπίζεις με τέτοια σκούπα, πάντα υπάρχει μια υποψία χορευτικού στις κινήσεις σου, γιατί δεν πιέζει το πάτωμα, δεν κάνεις μόνο μπρος πίσω και άλλες μονότονα μοτίβα. Χρησιμοποιώντας αυτή τη σκούπα, παρατηρείς τον εαυτό σου να δίνει επαναλαμβανόμενα χάδια –  άλλοτε γλυκά κι άλλοτε σκληρά – στο πάτωμα, να ζωγραφίζει αόρατες καμπύλες, να φέρνει σβούρες γύρω απ’ τον άξονά του. Η σκούπα αυτή, δεδομένου ότι επιτρέπει να ακούς ταυτόχρονα μουσική, από βαρετή διαδικασία, μπορεί ξαφνικά να μετατραπεί σε μια διαδικασία μεταμόρφωσης. Δεν είσαι γυναίκα, δεν είσαι άντρας που σκουπίζει, είσαι ένας περιστρεφόμενος δερβίσης που στροβιλίζεται. Κι εκεί πάνω στον στροβιλισμό η γυναίκα δεν σκουπίζει πια, σηκώνει τη σκούπα απ’ το έδαφος, την κρατάει λίγο πιο ψηλά, παράλληλα με το πάτωμα και γυρνάει όλο γυρνάει και χορεύει όλο χορεύει. Τώρα μάλιστα δεν περιστρέφεται κρατώντας μια σκούπα. Τώρα είναι ένας κανονικός στρόβιλος, ένα φυσικό φαινόμενο με χέρια και πόδια και κρατάει όχι μια σκούπα, αλλά ένα κανονικότατο όπλο, ένα πολυβόλο, ένα καλάσνικοφ. Ναι αυτό κρατάει, ένα καλάσνικοφ και η παλάμη της είναι σφιγμένη και τα χέρια της δε λυγίζουν απ’ το βάρος. Δεν είναι σακούλες να βαραίνουν, είναι ο χορός με τα λόγια της που δε βγαίνουν ποτέ κι έτσι δεν ξέρει τις λέξεις, είναι λοιπόν ο χορός με τα όπλα της.

Μέσα στο διαμέρισμα οι σφαίρες φεύγουνε σωρό, μια καταιγίδα που έρχεται απ’ το πλάι και σαρώνει τα πάντα και τίποτα δεν μπορεί να ξεφύγει. Γραμμές παραγωγής καπουτσίνο, αναμονές σε στάσεις, κυλιόμενες σκάλες, λεωφορεία, αποδοκιμαστικά βλέμματα, άδικες κριτικές, όλα σωριάζονται νεκρά. Κι όπως φεύγουν οι τρίχες, τα ψίχουλα και χνούδια απ’ την άκρη της σκούπας που είχαν μαζευτεί, έτσι φεύγουν και εκτοξεύονται οι σφαίρες, όχι δεν είναι σφαίρες, είναι μια ακτίνα λέιζερ, ένα μπλε φάσμα, μια άγνωστη χρωματιστή δύναμη που σαρώνει το σαλόνι, το σπίτι, τη στάση του λεωφορείου, ολόκληρη την πόλη. Δεν καταστρέφει, δεν σκοτώνει αυτή η κίνηση, μόνο σβήνει τα πάντα, είναι το αποτέλεσμα μια παχιάς βούρτσας που περνώντας από παντού απαλείφει το καθετί.

Σταματάει να στριφογυρίζει. Στο σαλόνι έχει απλωθεί η χθεσινή και η προχθεσινή σκόνη. Οι σακούλες είναι παρατημένες δίπλα στην πόρτα, τις ξέχασε, τίποτα δεν έχει τακτοποιηθεί, όλα είναι ακόμη χειρότερα. Η μαύρη φόρμα της παραείναι χαχόλικη, έχει ξεχειλώσει, κλωστές ξεπετάγονται απ’ την τσέπη και τα μπατζάκια και αυτή νιώθει σαν ξεπεσμένος κλόουν.

Σαν ξεπεσμένος κλόουν που λίγο πριν από μια καταδικασμένη σε άδεια καθίσματα παράσταση κουβαλάει επί ώρα τα συμπράγκαλά του. Μπογιές, μπαλόνια, κουβέρτες, μπαστούνια, καραμούζες, καπέλα, βαλίτσες, καρέκλες, τα ψώνια του, τις σακούλες του σούπερ μάρκετ και πάλι τις σακούλες του σούπερ μάρκετ. Γάλα, χαρτιά κουζίνας, τόνους, μακαρόνια, τυρί, κοκακόλες, μαλακτικά, απορρυπαντικά  κι όλα τ’ άλλα μικρά και μεγάλα αναγκαία μιας παράστασης, ποια παράστασης δηλαδή, ενός σπιτιού και μια ζωής. Τα αναγκαία μιας ζωής, αυτά δηλαδή που κουβαλάει κάθε φορά στο ίδιο λεωφορείο, στο ίδιο στρίμωγμα, στις ίδιες σκάλες, στο ίδιο διαμέρισμα. Τα αναγκαία μιας ζωής, τις σακούλες του σούπερ μάρκετ και το κατακάθι στο στομάχι.

coffee-shop-railway-statio

4 σχόλια

Filed under μικρές ιστορίες

μερικές θερινές σημειώσεις (ααα – τσιριγώτικο είναι αυτό;)

IMG_1474

.Το μασάζ της Β.

Η λέξη είναι αποσυναρμολόγηση. Η Β. αρχίζει να πιέζει με τα δάχτυλα στην πλάτη και η αίσθηση είναι ότι είμαι μια φριχτή άμορφη μάζα, μια σφιχτή μπάλα που σιγά σιγά, άγγιγμα το άγγιγμα, ζούληγμα το ζούληγμα, απλώνεται, ανοίγεται και τελικά παίρνει σχήμα. Όπως ένα εξαιρετικό διάβασμα πετάει μπροστά στα μάτια σου τα υλικά του κόσμου και μετά τα αφηγείται σε μια ενιαία ροή, έτσι και το μασάζ, πρώτα σου παρουσιάζει τον εαυτό σου χιλιοστό χιλιοστό και ύστερα στον αφηγείται ως ένα ενιαίο όλο. Ανακαλύπτεις κάθε σπόνδυλο, κάθε οστό, κάθε απόσταση μεταξύ αυτών και ύστερα αποκαλύπτεται ότι όλα αυτά βρίσκονται μέσα στο ίδιο σύνολο.

Και όταν μετά περπατάς και όταν επιχειρείς μπάσιμο με την πανταχού παρούσα αόρατη μπάλα και όταν τεντώνεσαι να φτάσεις τη θάλασσα απ’ το ανοιχτό παράθυρο του αυτοκινήτου και όταν είσαι στον Άγιο Γεώργιο και απλώνεις το χέρι στο βάθος, αντιλαμβάνεσαι τον εαυτό σου από άκρη σε άκρη, απ’ το δάχτυλο ως την κορυφή του κεφαλιού.

Ώστε έτσι είναι το σχήμα που περιέχει τόσες και τόσες ασυναρτησίες και χάη. Καλώς, συνεχίζουμε.

.Ηδυπάθεια.

Φτάνουμε στη γνωστή λιγότερη δημοφιλή παραλία με την ησυχία και τους γυμνιστές. Ακόμη είναι νωρίς, ο κόσμος ελάχιστος, οι γυμνιστές άφαντοι. Σχετικά δίπλα μας ένα ζευγάρι, ντυμένο, γλυκό, ίσως λίγο κυριλέ (καλό μαγιό, καλό χτένισμα, ωραίες πετσέτες – δεν είναι σωστή λέξη το κυριλέ, αλλά τέλος πάντων) αρχές διακοπών θα υποθέσω – δεν είναι και πολύ μαύροι. Σιγά σιγά ο κόσμος μαζεύεται. Ο κόσμος που μαζεύεται είναι γυμνός. Κάποιοι που πριν ίσως είχαν ανησυχήσει (μας είπαν ότι είναι παραλία γυμνιστών, αλλά τους βρήκαμε όλους ντυμένους, μπας και σημείωσες το όνομα λάθος; ή πάλι μαλακίες έλεγε ο άλλος κλπ) τώρα τα πετάνε ανακουφισμένοι. Παρατηρώ το σκηνικό.

Το κορίτσι πλησιάζει αργά το στόμα της στο αυτί του αγοριού. Βγάζει το πάνω μέρος του μπικίνι. Συνεχίζει να του μιλάει. Αυτός ακίνητος, καθισμένος στο καρεκλάκι του, με το γυαλί ηλίου καρφωμένο στη θάλασσα. Συνεχίζει ακάθεκτη, μιλάει και χαμογελάει. Μετά μοιάζει η κίνηση (από την απόσταση που είμαι) κάπως έτσι: έλα / ελαφρύ σύρσιμο μύτης πίσω απ’ το αυτί του και στο μάγουλο / έλα / λίγο τα χείλη, ίσα που ακουμπάνε / έλα / πρώτο αλατισμένο φιλί όχι ακριβώς πεταχτό όχι ακριβώς διαρκείας / έλα / χείλη με χείλη / έλα / δάγκωμα κάτω χείλους / έλα / μόνο βλέμμα / έλα / τώρα το σώμα της χαϊδεύει το δικό του, κολλάει το στήθος της πάνω του στιγμιαία και απομακρύνεται καθώς γέρνει προς το μέρος του / έλα / η γλώσσα της βγαίνει από το στόμα / έλα. Ο τύπος σηκώνεται, νομίζω χαμογελάει και βγάζει το μαγιό. Αυτή τον κοιτάζει κάπως δεν ξέρω να περιγράψω πως, γδύνεται κι αυτή τελείως και επιστρέφουν στην ενατένιση του μπλε τοπίου και του ελαφρού κύματος αμίλητοι, αλλά κάπως διαφορετικοί σε σχέση με πριν.

Με ενδιαφέρει αυτή η χειρονομία του κοριτσιού. Τι έλεγε; Τι έκανε; Δεν ήταν μια καθαρά καυλωτική προσφορά, δεν ήταν μια μικρή γκρινίτσα, δεν ήταν τρυφερότητα, δεν ήταν η ερωτική οικειότητα του ζευγαριού, δεν ήταν ένα παιχνίδι. Ήταν όλα μαζί και κάτι άλλο ανάμεσα. Φαντάζομαι μόνο ένα επαναλαμβανόμενο έλα αγόρι μου γδύσου και ξέρεις πόσο γουστάρω να σε βλέπω γυμνό.

.Νωποί.

Παλιά μου της έδιναν ατελείωτα οι φανατικοί εναλλακτικοί, φανατικοί γυμνιστές, φανατικοί αντι – ρακετίστες, παραλιάρχες, χιψτεροχίπιδες στην πραγματικότητα. Άρχιζα την κριτική και ήθελα να παίξω ποδόσφαιρο 11 – 11 στην ακρογιαλιά χτυπώντας μόνο καραβολίδες. Τα τελευταία δυο τρία χρόνια δεν εκνευρίζομαι τόσο, όχι γιατί βλέπω αυτούς με άλλο μάτι, αλλά γιατί άλλαξε το φόκους. Το καλοκαιρινό μου δράμα μετατοπίστηκε. Τριγυρνάω γύρω απ’ τη σκέψη του τι σημαίνει στ’ αλήθεια το μαγιό να στεγνώνει πάνω σου. Είναι σα να έχεις ένα μουσκεμένο πολιμπαγκ κολλημένο πάνω στον πούτσο σου.

 

.όλοι έχουμε άδικο, ως συνήθως.

Έχει πλάκα σε πρώτη φάση αυτός ο παράλληλος κόσμος ντόπιων τουριστών. Εμείς ρωτάμε ποια παραλία δε θα έχει πολύ κόσμο και αυτοί λένε ότι όλο τον Αύγουστο όλες οι παραλίες είναι χάλια. Δε βρισκόμαστε πουθενά να βγάλουμε μια μίνι συνεννόηση και αν η συζήτηση τραβήξει σε μάκρος το βλέμμα του ενός λέει απλά χωριάτες είστε αλαζόνες, νομίζετε σας ανήκει ο τόπος και του άλλου γίδια του Αυγούστου go home να ηρεμήσουμε. Φυσικά κάπου εκεί τελειώνει η πλάκα γιατί ως γνωστόν οι μισές αλήθειες πληγώνουν και χαλάνε την ατμόσφαιρα. Πέρσι η Χ., εσχάτως ντόπια ή τέλος πάντων μόνιμη στο νησί, μεθυσμένη και καθώς οδηγούσαμε απ’ τη Χώρα στον Ποταμό ή κάτι αντίστοιχο, φώναζε στα διερχόμενα αυτοκίνητα με αυτή την ιερή εξαλλοσύνη του απογευματινού θερινού αλκοόλ α ρε τα γίδια του Αυγούστου, κοίτα τους πως πάνε και άλλα αντίστοιχα. Γελούσα και ψιλοσυμφωνούσα (η μαζική ροή των τουριστών του Αυγούστου – η καλή παραλία του νησιού, η καλή ταβέρνα του νησιού, η καλή θέα του νησιού, εμείς οι Αθηναίοι αν δεν αναπαράξουμε τις ουρές και τις στήλες των φρι πρες δεν αισθανόμαστε καλά), από μέσα μου όμως πικραινόμουν γιατί, ας είμαστε ειλικρινείς, κι εγώ ένα γίδι του Αυγούστου είμαι. Καταναλώνω ομορφιά και τοπικές λιχουδιές με ένα ρολόι που τρέχει σε αντίστροφη μέτρηση, το ίδιο ρολόι μάλιστα που βλέπουν και μερικές χιλιάδες ακόμη έντρομοι Αθηναίοι αποφασισμένοι σε 5 ή 10 μέρες να αποβάλλουν το άγχος, να θαυμάσουν την απλότητα και να ρουφήξουν ομορφιά και κοκτέιλς σε ίσες δόσεις.

Βέβαια η αλήθεια είναι, έτσι όπως τη βλέπω εγώ δηλαδή, ότι ο Αύγουστος είναι γεμάτος γίδια, εισαγωγής και ντόπια. Όλοι γίδια είμαστε και μάλιστα όχι τόσο γλυκά και συμπαθή όσο τα πραγματικά. Έχει τεθεί το ερώτημα λάθος γι’ αυτό όλοι απαντάμε μαλακισμένα και άσχετα. Μη ρωτάς ποια είναι η έρημη παραλία του Αυγούστου με αγωνία και μη μιλάς με επιμονή για την γαλήνη του επαρχιώτη. Είναι όλα λάθος.

.προϋποθέσεις.

Στο χωριό που μέναμε χαιρετάμε δυο φορές τη μέρα τη γριά που κάθεται μέσα στο σπίτι με την πόρτα ανοιχτή που όλο κάποιος έχει πάει να κεραστεί καφέ και ειδήσεις. Την προτελευταία μέρα την ακούω που συζητάει με ένα νεαρό. Έχει μείνει μόνη της και σκέφτεται να πάει στο γηροκομείο. Δεν γίνεται να συνεχίσει έτσι. Καλά θα κάνεις της λέει ο τύπος. Κι ύστερα αυτή, με την γνωστή ανατριχιαστική σκληρότητα που προκαλεί η εμφάνιση της γραφειοκρατίας, απαριθμεί τις προϋποθέσεις για να σε δεχτούν στο γηροκομείο. Ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε. Μπροστά τους ο ελληνικός αχνίζει, μια λεπτή μαύρη γάτα κάνει το μπάνιο της και το καλοκαίρι τελειώνει.

.IMG_1431.

Όταν πια συνομήλικοί σου έχουν το καφενείο που πηγαίνεις στο νησί, τα πράγματα γίνονται σοβαρά, πολύ σοβαρά.

.Ασχήμια.

Στην επιστροφή, οδηγώντας στην εθνική στην Αθήνα, μένεις έκθαμβος ξανά. Σφαλιάρες ανείπωτης (και αχρείαστης) ασχήμιας. Χύμα λαμαρίνες, τσίγκοι, πινακίδες, τεράστιες ταμπέλες STUDIO 81, γυάλινα κτίρια, παρατημένες βιοτεχνίες, μολ, υπερκαταστήματα και ταράτσες σκουπιδιαριά, σκατά και απόσκατα τοποθετημένα το ένα δίπλα στο άλλο. Δεν είναι απλά η τσιμεντίλα, είναι η ασχήμια του είδους της τσιμεντίλας. Πως είσαι έτσι γαμώ την ψυχή σου, λες μέσα απ’ το δόντια σου. Το ξέρουμε βέβαια, η Αθήνα είναι βιώσιμη (και ίσως όμορφη) μόνο μέσα σε μικρόκοσμους, σε πολύ συγκεκριμένα οικοδομικά τετράγωνα. Απ’ την άλλη σε κανένα δεκαπενθήμερο όλα αυτά θα μου περάσουν και απλά θα αρχίζω πάλι να λέω για το ότι η φτώχεια της Νίκαιας έχει κάτι το αγαπητικό ή ότι η Κυψέλη με τα μαγαζιά των μεταναστών έχει μια άλλη ατμόσφαιρα και άλλα τέτοια παρεμφερή (τερατουργήματα του νου). Όλα είναι λάθος.

Γιατί το λένε τα πουλιά και τα κατεβασμένα βρακιά, το λένε τα ζουριδάκια και τα απλωμένα ρούχα των πολυκατοικιών, το λένε οι φυλακισμένες κούνιες και τα ίδια τα φρένα των αμαξιών. Το λένε όλοι ανεξαιρέτως. Η Αθήνα χρειάζεται μια καταστροφή. Μερικά από εκείνα τα μηχανήματα με τη μαύρη μπάλα και μερικούς γλυκά μεθυσμένους οδηγούς.

 

από τη συλλογή "το όνομά μου" του τσιριγώτη Γιώργου Λευθέρη που ήταν ακουμπισμένη δίπλα στο τραπέζι που πίναμε στα Τριφυλλιάνικα.

από τη συλλογή «το όνομά μου» του τσιριγώτη Γιώργου Λευθέρη που ήταν ακουμπισμένη δίπλα στο τραπέζι που πίναμε στα Τριφυλλιάνικα.

2 σχόλια

Filed under ασυναρτησίες

Καλοκαιράκι, αχ.

1.

Περιμένοντας στην ουρά τη βλέπω. Το ξανθό κορίτσι κουβαλάει καμιά ντουζίνα φακέλους από τη μία άκρη της αίθουσας στην άλλη. Περπατάει πάρα πολύ αργά, σέρνει τα πόδια της, τα μαλλιά της ακουμπάνε στη γυμνή πλάτη, το άσπρο μπλουζάκι της πίσω έχει μια τεράστια θαυμάσια τρύπα. Θυμήθηκα τις προάλλες (καθώς μου υποδείχθηκε ένα ποίημα) τη λέξη ραστώνη. Τι λέξη κι αυτή. Ορθώς είχα καιρό να τη συναντήσω και να την ακούσω, αφού είναι μια λέξη που μπορεί και ίσως πρέπει κιόλας να χρησιμοποιείται μόνο μόνη της. Είναι λέξη ολόκληρη νουβέλα, ολόκληρο τραγούδι, ολόκληρη σεκάνς και πάει λέγοντας. Ραστώνη. Καλώς δεν την ακούμε και πολύ συχνά, γιατί είναι λέξη εκτός της σημερινής πραγματικότητας, δεν μπορεί να μας καταλάβει και δεν μπορεί να χωρέσει σε ένα κόσμο διαρκούς εξωτερικής και εσωτερικής έντασης. Όσο εγώ σκέφτομαι τη λέξη ραστώνη το ξανθό κορίτσι συνεχίζει να την ενσαρκώνει. Όσοι – τυχεροί εν προκειμένω – περιμένουμε στην ουρά είμαστε μάρτυρες μιας υποβλητική σκηνής. Μια αόρατη δύναμη έχει σταθεί πάνω απ’ τα κεφάλια και απαντώντας στην ερώτηση κάποιου απ’ τους παρόντες, εξηγεί με πλήρη σαφήνεια τον ορισμό της «καλοκαιρινής νωχέλειας». Και όσο αυτή σέρνει σαδιστικά αργά τα πόδια της, θυμόμαστε όλοι ότι συνεχίζει ακόμη να υπάρχει κάτι πέρα απ’ την υπερβολικά αληθινή απόγνωση της σημερινής συγκυρίας. Μπορεί οι ζωές μας να πηγαίνουν ολοταχώς και με τα φρένα σπασμένα στο διάβολο, αλλά ο στιγμιαίος ερωτισμός του θέρους μας τραβάει απ’ τα μαλλιά σα να υπονοούσε ότι ποιος ξέρει ίσως και να μην πνιγούμε, ίσως και να μην υποκύψουμε αμέσως τώρα στο μοιραίο. Περιμένουμε αργοπίνοντας το μαγικό ελιξίριο, τους χυμούς της νωχελικής ομορφιάς.

Μετά από τρεις μέρες, περιμένοντας σε μια άλλη ουρά τη βλέπω. Το ξανθό κορίτσι κουβαλάει καμιά ντουζίνα φακέλους απ’ τη μία άκρη της αίθουσας στην άλλη. Περπατάει πάρα πολύ αργά, σέρνει τα πόδια της, το πρόσωπό της είναι παραμορφωμένο απ’ τις πιο βαθιές λαβωματιές της ανίας, το κορμί της είναι εξουθενωμένο. Αυτό δεν είναι νωχέλεια, αυτό είναι η ίδια η βαρβαρότητα μιας ζωής που τελειώνει σαδιστικά αργά ανάμεσα στους τέσσερις τοίχους. Αυτό είναι όλα τα στερεότυπα περί δημοσίου υπαλλήλου κι άλλα τόσα ακόμη καρφωμένα σε μία μορφή, σε μία κίνηση, σε δύο ατελείωτα λεπτά υποχρεωτικού κουβαλήματος. Όσοι περιμένουμε την παρακολουθούμε σε αυτή την μισοκωμική μισόδραματική (πάντως ολότελα ανθρώπινη) στιγμή και αποσβολωμένοι καθρεφτιζόμαστε. Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένοι κουβαλητές του ασήμαντου, πηγαίνοντας ολόισια προς την μάταια πρόσκρουση, που βέβαια δεν μπορεί να αναμένεται ούτε ως κάτι λυτρωτικό ούτε ως κάτι τραγικό.

Όταν τελείωσαν (προσωρινά μόνο εννοείται) οι ουρές αναρωτιόμουν ποιοι στ’ αλήθεια είμαστε, πως προχωράμε τα πρωινά του Ιουλίου και πως μας καταγράφει ο αόρατος φακός. Είμαστε ζωντανά σκίτσα της νωχέλειας, ερωτικά πλάσματα σε διάλειμμα απ’ την αληθινή ζωή (που όμως υπόσχεται ότι δεν αργεί να ξαναξεκινήσει) ή καταδικασμένα κορμιά, εξουθενωμένες σκουριές που κουβαλάνε το βάρος ενός ανόητου και ανιαρού κόσμου; Τι λέει ο ξένος που σε βλέπει να ιδροκοπάς με τα ρούχα της δουλειάς στο (άνευ κλιματισμού) μετρό; Σε πονάει, σε κρίνει, σε κατατάσσει στους κακομοίρηδες; Τι εκπέμπεται από ένα τυχαίο συρμό του Μετρό καθημερινή μεσημέρι; Μυρίζουν αργό βασανιστικό ερωτικό προσκλητήριο τα κορμιά ή μοιράζουν απλόχερα τη θλίψη του πλάσματος που πρέπει να παλέψει για να κερδίσει την πιθανότητα μιας υπερβαρετής καθημερινότητας.

2.

Θέλω να γράψω κάτι εξόχως αντικαλοκαιρινό και απαισιόδοξο για τους πρόσφυγες αλλά όλο το σταματάω. (Για όποιον κοιτάζει λίγο προσεκτικά το μέλλον προδιαγράφεται δραματικό. Έχουν μπει σε λειτουργία τα γρανάζια και προσεχώς ξεκινάει ο φαύλος κύκλος της – ακόμη μεγαλύτερης – βαναυσότητας.) Κάθε φορά που το αποφασίζω να κάτσω να το γράψω κάτι συμβαίνει. Τη μια φορά με προλαβαίνουν οι συμβολισμοί, τους καταναλώνω όπως το οξυγόνο κι ύστερα μπορώ να ξεράσω μόνο συγκίνηση και σκέψεις για το πόσο μεγάλο εσωτερικό μπαμ μπορεί να κάνει μια στιγμή. Έχω δίπλα μου τη Γιούσρα, ένα 9χρονο παιδί που έχει ζήσει 4 χρόνια πόλεμο, ανάβαση στα τούρκικα βουνά και πυροβολισμούς τούρκων μπάτσων, πλεύση του Αιγαίου με φουσκωτό και μετά διαμονή στα πατώματα του Πειραιά. Το παιδί δεν έχει πάει καν σχολείο, δεν έχει ζήσει σχεδόν τίποτα, απ’ όσα μπορούμε να πούμε ότι συγκροτούν ένα παιδί. Αλλά την έχω δίπλα μου, βόλτα στο αντιρατσιστικό φεστιβάλ (δεν μπορεί να αντιληφθεί καν τι εστί αντιρατσιστικό φεστιβάλ, δεν ξέρει αγγλικά, δεν ξέρω αραβικά, της κουτσολέω: πίπλ χίαρ λοβ λοβ ρεφιουτζίς και κάνει ααα γκουντ γκουντ). Είναι λοιπόν δίπλα μου και καθώς πάμε μπροστά για να δούμε τη συναυλία, συνειδητοποιώ ότι κατά πάσα πιθανότητα είναι η πρώτη φορά που βρίσκεται σε συναυλία και ξεκινάει η Φριτζήλα και ο Δεληβοριάς (άγνωστο πως θα λειτουργήσει αυτό στο συναυλιακό της μέλλον) και λένε το κλάμα του εμιγκράντου. Και η Γιούσρα μένει με το στόμα ανοιχτό, κοιτάζει με δέος, ακούει με δέος, ούτε βέβαια που ξέρει τι λέει το κομμάτι, δεν συνειδητοποιεί τίποτα, μόνο κοιτάζει και ακούει αυτή τη γυναίκα που τραγουδάει και είναι ενθουσιασμένη. Είναι ένα παιδί που ακούει μια φωνή που τραγουδάει και δεν ξέρει πώς να αντιδράσει παρά να χειροκροτήσει εκστασιασμένη και αυτή που συνήθως πάει ροδάνι η γλώσσα της να ακούει το ένα τραγούδι μετά το άλλο κολλημένη στο κάγκελο.

Πριν κάποια ώρα τυχαία καθώς τριγυρνούσαμε στο φεστιβάλ πέσαμε πάνω σε μια μίνι παράσταση, όλο το σκηνικό διαδραματιζόταν σε ένα ταξί (πέντε καρέκλες έκαναν το ταξί) η μία κοπέλα μίλαγε αραβικά, δύο μιλούσαν ελληνικά και μία αγγλικά. Και τα μικρά γελούσαν και έκατσαν να δουν απορροφημένα και ούτε παραπονέθηκαν όταν ακούγονταν ελληνικά ή αγγλικά και ούτε βιάστηκαν να ρωτήσουν τι και πως. Και στο τέλος οι συντελεστές της μίνι παράστασης κάπως όλοι μαζί πιάστηκαν και βγήκε απ’ την υπόκλιση κάτι περίεργο, μια αίσθηση αλλόκοτης συγκίνησης – ποιοι ήταν αυτοί οι άνθρωποι, άραγε να αγαπιούνται στ’ αλήθεια έτσι;

Κάποιοι φίλοι μας απ’ τη Συρία αυτές τις μέρες φεύγουν για Γαλλία, το περίφημο relocation. Κάποιοι άλλοι απ’ το Αφγανιστάν κι αλλού, ετοιμάζονται να ζήσουν την απόλυτη σκληρότητα στην Αθήνα, υποδυόμενοι πότε τα θύματα και πότε τους θύτες μιας κατάστασης που έχει στηθεί με τέτοιο τρόπο λες και πρέπει να ζήσουμε κι αυτό το Κακό σαν κάτι το αναπόφευκτο.

Την επόμενη μέρα, περιμένοντας στο ταχυδρομείο, σκεφτόμουν ποιος είναι άραγε ο δίκαιος τρόπος να μετρήσεις τη ζωή. Τι είναι στ’ αλήθεια καθοριστικό; Μια αγαπητική στιγμή την ώρα που η μουσική πλημμυρίζει τα πάντα ή η αγωνία ότι οι φίλοι σου θα πάνε να ζήσουν στα γαλλικά γκέτο, καταδικασμένοι να γυρνοβολάνε αιωνίως απ’ τη μνήμη του πολέμου στον κυνισμό της μητρόπολης; Ποια είναι η αληθινή ουσία των ημερών που ζω; Αυτές οι ώρες που συνυπάρχεις εντός μιας αφάνταστης μέχρι πρόσφατα παρέας ή η όλη περιρρέουσα ατμόσφαιρα, το υλικό ζόρι το δικό τους και το δικό μας;

Οι απαντήσεις ασφαλώς είναι περισσότερο θέμα οπτικής. Με ένα περίεργο τρόπο όμως, τον τελευταίο καιρό, άνθρωποι των οποίων το μέλλον (το κοντινό και πρακτικό) είναι συζητήσιμο, αόριστο και επισφαλές, βρήκαν ένα κοινό παρόν. Κι ας τρέχουμε προς τον τοίχο με το μαύρο μαντήλι στα μάτια, μπορούμε να κοιτάξουμε τριγύρω και να πούμε ότι ναι, υπάρχουμε. Μέχρι νεωτέρας έστω, υπάρχουμε σ’ αυτό το κοινό παρόν και έχουμε εξορίσει το χθες και το αύριο κι όποτε πια τελικά μας προλάβουν και τα δύο, ας μας προλάβουν. Θα δούμε τι θα γίνει.

3 σχόλια

Filed under ασυναρτησίες

ελαφοκυνηγός

Ετοιμάζομαι να δω το short term 12 και τσεκάρω λίγο τα σχόλια στο τορεντάδικο μήπως η εκδοχή που κατέβασα έχει κάποιο πρόβλημα, λείπουν κάμποσα λεπτά, δεν είναι συγχρονισμένος ο ήχος κλπ. Κοιτάζω και όλα είναι καλά, κανένα θέμα, όλα τα ευγενικά άβαταρ λένε τα μπράβο και τα ευχαριστούμε, όπως συνηθίζεται. Ανάμεσα στ’ άλλα, υπάρχει σχόλιο από ένα κόκκινο άβαταρ στο οποίο δεσπόζει κάτι σαν σαμουράι. Ο σχολιαστής μιλάει για την ταινία, λέει πόσο καλές είναι οι ερμηνείες και άλλα τέτοια. Προσθέτει όμως ότι μπορεί να ενθουσιάστηκε επειδή έχει παρόμοιο παρελθόν. Μεγάλωσε σε τέτοιου είδους σπίτια, σε αυτά που μένουν παιδιά χωρίς γονείς στις ΗΠΑ, περιμένοντας κάποια οικογένεια να δεχτεί να τα φιλοξενήσει για λίγο ή περισσότερο καιρό. Με βάση αυτή την εμπειρία, λέει ότι η ταινία είναι πολύ αληθινή, ότι αυτά που βλέπουμε συμβαίνουν, ότι τέτοιες είναι οι ζωές των ανθρώπων. Μου κάνει εντύπωση το σχόλιο, αλλά το ξεπερνάω.

Ύστερα βλέπω την ταινία και καθώς πέφτουν οι τίτλοι τέλους αδυνατώ να συγκεντρωθώ στο γεγονός ότι όντως μ’ άρεσε η ταινία, γιατί όλο σκέφτομαι το κόκκινο άβαταρ με τον σαμουράι που είχε γράψει «τη μία στιγμή γελούσα και την άλλη έκλαιγα». Το άβαταρ χωρίς γονείς ή με γονείς που δε μπόρεσαν να το μεγαλώσουν τέλος πάντων, γράφει σε ένα θρεντ που όλοι καταθέτουν τυπικά τις κριτικές τους για την ποιότητα του torrent (βίντεο: 8, ήχος: 9), ότι τη μία έκλαιγε και την άλλη γέλαγε. Έκλαιγε και γέλαγε βλέποντας στην οθόνη τις ζωές των ανθρώπων που του μοιάζουν.

186

 

*

Περπατάω στην Αιόλου και τη βλέπω, γυναίκα ντυμένη κανονικά – όπως εννοεί ο καθένας το κανονικά – εκεί γύρω στα 40, όρθια στα σκαλιά της Αγίας Ειρήνης να κάνει το σταυρό της αδιάκοπα και να ψιθυρίζει. Χειρονομία που διαρκεί τουλάχιστον τρία λεπτά, μετά δεν σταματάει, απλά εγώ συνεχίζω το δρόμο μου.

*

Παρήγγειλα απ’ τον Νεκτάριο τη Δεύτερη Προβολή και όπως συμβαίνει μερικές φορές με τα μεταχειρισμένα βιβλία βρήκα μέσα ένα σημείωμα, προφανώς γραμμένο από τον παλιό ιδιοκτήτη. Σε μια σελίδα ημερολογίου (Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 1986) ένα περίεργο πολιτικό σχόλιο (αντικαπιταλισμός; μικρό αντικομμουνιστικό κειμενάκι; απλό μίνι παραλήρημα; ποιος ξέρει που αναφέρεται) και ξαφνικά στο τέλος μια εντελώς προσωπική διαπίστωση.

«εγώ πάντα σκεπτόμουν ότι αυτό το καθεστώς είναι το πιο εγκληματικό και το πιο θανατηφόρο και η ανθρωπότητα δεν το είχε ποτέ αποδεχθεί. Η εφαρμογή αυτής της ιδέας σώριασε χιλιάδες ερείπια από νεκρούς. Θα ήθελα να ήμουν πιο ευτυχισμένος.»

 

IMG_0931

 

Αν καταφέρει κανείς να ξεκολλήσει από αυτή την τόσο σκληρά διατυπωμένη πικρή επιθυμία του γράφοντος, θα βρει από πίσω σημειωμένα τέσσερα τηλέφωνα, του Γιώργου, του Νίκου, του Δημήτρη και του Δημήτρη.

Σκέφτομαι ότι ασφαλώς ο γράφων, ο κάθε γράφων, θα ήθελε να είναι πιο ευτυχισμένος. Ναι βέβαια αλλά με τι δύναμη το γράφεις έτσι απλά, πως τα κατάφερες και αποτύπωσες αυτή τη στοιχειώδη πίκρα στις 13 Δεκεμβρίου 1986; Δεν είναι απλά πράγματα αυτά.

*

Ανάμεσα σε μία απ’ τις κλασσικές συζητήσεις για όλα και για τίποτα σε σπαστά ελληνικά/αγγλικά/αραβικά, μια φίλη απ’ τη Συρία κάνει ένα σχόλιο για ένα φιλικό μου πρόσωπο. Το σχόλιο μου κάνει τρομερή εντύπωση, είναι ταυτόχρονα φοβερά ακριβές, σκληρό και βαθύ. Τα δύο πρόσωπα ζήτημα είναι να έχουν συναντηθεί τρεις φορές. Παρόλο που στην περίπτωση μου μιλάμε για γνωριμία χρόνων, δε νομίζω ότι θα μπορούσα να σκεφτώ ποτέ αυτό το πράγμα, να αντιληφθώ κάτι πολύ κεντρικό δηλαδή για αυτό το άτομο και να το εκφράσω με τέτοιο δίκαιο και εύστοχο τρόπο. Είναι η ματιά μας επιλεκτική απέναντι σ’ αυτούς που αγαπάμε ή απλά ξεπερνάμε απείρως ευκολότερα τις λεπτομέρειες για να ξεκουραστούμε ξανά και ξανά στη θαυμαστή και πολύπαθη φιλία μας; Πώς κοιτάμε τους άλλους και πως εμφανιζόμαστε μπροστά στο κοινό της παρέας;

Κανέναν δεν ξέρουμε και όλοι μας ξέρουν, είμαστε ταυτόχρονα διάφανες αυλαίες και θεόκλειστα στρείδια.

*

Ο χρόνος είναι ένας αδιανόητος οδοστρωτήρας, τίποτα δεν μένει όρθιο ή ίδιο. Κάθε βράδυ τρώω μήλα  και απολαμβάνω εξίσου τη γεύση και το καθάρισμά τους, οι άνθρωποι γύρω μου δεν μοιάζουν ούτε κατσαρίδες ούτε γλυκούτσικοι κι αχνοί – δεν ξέρω πια πώς να τους κοιτάξω, ανέχομαι περισσότερο τα τηλεφωνήματα ακροατών σε αθλητικά ραδιόφωνα από την αριστερή πολιτική επικαιρότητα και σκέφτομαι ότι θα ήθελα να πάω στην Ισλανδία, το Περού, την Καμπότζη , κάποιο νησί που δεν μπορώ τώρα να αποφασίσω, τη Λισαβόνα ή τα αποστακτήρια του Tullamore.

*

αν όντως ενδιαφέρεσαι

να μάθεις πως περνάμε

θα σου πρότεινα να ξανάβλεπες

τον Ελαφοκυνηγό

Γ. Πρεβεδουράκης – χαρτάκια

4 σχόλια

Filed under Uncategorized

«να φυτρώσει λουλούδι δροσερό»

Σας γράφω έχοντας μέσα μου μίσος, μίσος πηχτό και άσβεστο.

Δεν είναι πολιτικώς ορθό, δεν είναι αποτελεσματικό, δεν είναι συνεπές με μια κάποια πολιτική συγκρότηση και σκέψη. Αλλά δεν μπορώ να κάνω κάτι άλλο παρά να περπατάω πάνω κάτω στην προβλήτα και να στριφογυρίζω μέσα μου αυτό το πέτρινο αίσθημα. Έχω στο στομάχι μια πέτρα που όλο μεγαλώνει και όλο σκληραίνει.

*

Ας φανταστούμε μια σκηνή: Λιμενικοί, υπάλληλοι κάποιας αόριστης ΜΚΟ, μπάτσοι, οδηγοί λεωφορείων και υπεύθυνοι ταξιδιωτικών πρακτορείων βρίσκονται έξω απ’ την πύλη Ε3 στον Πειραιά. Αδειάζουν την πύλη απ’ τους περίπου 150 πρόσφυγες που βρίσκονται μέσα. Χωρίς καμιά ειδοποίηση, χωρίς παρουσία διερμηνέα εμφανίζεται ξαφνικά ένα πρωί αυτή η κουστωδία και με βιαστικές κινήσεις προστάζει go go go. Τρίκαλα. Ανάμεσα στους πρόσφυγες υπάρχουν κάποιοι που έχουν κινήσει διαδικασίες με την Υπηρεσία Ασύλου. Που έχουν κλείσει ραντεβού για την επόμενη εβδομάδα. Άλλοι έχουν ιατρικά θέματα, πρέπει να ακολουθούν συγκεκριμένη θεραπεία ή να ξαναπάνε τις επόμενες μέρες στο γιατρό να τους ξαναδεί. Άλλοι δεν έχουν ενημερωθεί  ποτέ για τίποτα σχετικά με τις πιθανές επιλογές τους. Είναι άνθρωποι που δεν ξέρουν αγγλικά, που δεν ξέρουν τίποτα επίσημο σχετικά με την κατάσταση στα σύνορα ή με το τι μπορούν οι ίδιοι να κάνουν εναλλακτικά με το να προσπαθούν να περάσουν τα σύνορα παράνομα ή περιμένοντας υπομονετικά στη λάσπη. Υπάρχουν μικρά παιδιά και ένα που δεν έχει σαραντίσει που λένε. Υπάρχουν γέροι. Υπάρχουν γυναίκες μόνες με τρία παιδιά.

Η απάντηση σε όλα αυτά είναι διάφοροι ημιεπίσημοι τύποι, ένστολοι και μη, που φωνάζουν go go go. Φωνάζουν και βιάζονται. Οι αλληλέγγυοι που είναι παρόντες προφανώς δεν ξέρουν τι ακριβώς να κάνουν. Άλλοι γεμίζουν σακούλες με τρόφιμα και άλλα απαραίτητα, άλλοι ρωτάνε με επιμονή το λιμενικό, άλλοι έχουν μείνει αποσβολωμένοι και κοιτάνε. Ακολουθούν αγκαλιές, αποχαιρετισμοί και τα υπόλοιπα συγκινητικά.

Στο λεωφορείο μπαίνουν διάφοροι που δεν πρέπει να μπουν (γιατί είπαμε έχουν ξεκινήσει διαδικασίες που δεν γίνονται από απόσταση κλπ). Μία απ’ αυτές τις οικογένειες  έχει μαζέψει πράγματα και μένει αναποφάσιστη έξω απ’ το λεωφορείο. Κάποιοι κλαίνε. Δεν υπάρχει κάποιος να ξέρει αραβικά να τους πει να μη μπούνε, να τους εξηγήσει, να τους πείσει. Η φωνή από μέσα επιμένει go go go. Μπαίνουν στο λεωφορείο.

Η πύλη έχει αδειάσει. Την απολυμαίνουν. Διάφοροι που ξεγλίστρησαν απ’ το λεωφορείο για Τρίκαλα, είτε γιατί δεν έχουν εμπιστοσύνη, είτε γιατί ξέρουν κάτι παραπάνω, είτε για κάποια λίγα αγγλικά μιλάνε και συνενοήθηκαν με κάποιον, τριγυρνάνε στις άλλες πύλες, να βρουν σημείο να μείνουν.

*

Χύμα σημειώσεις από λίγες μέρες στο λιμάνι:

 

«φουτμπολ» λέει ο μπόμπιρας σχηματίζοντας ένα κύκλο με τα χέρια κι αν δεν βρεις μπάλα στην αποθήκη, βάζει τα κλάματα. Φούτμπολ ρε τι σου ζήτησε το παιδί ρε; Φουτμπολ.

1. Η ζωή στην Ε3 μπορεί να είναι καλύτερη απ’ τις λάσπες της Ειδομένης αλλά τι είναι άραγε η ζωή στην Ε3; Η λέξη που μας απασχολεί είναι η λέξη στρατόπεδο. Ουρές για συσσίτιο. Η έννοια συσσίτιο. Ερώτησεις ευγενικές (ή όχι ευγενικές) για τα πάντα: Να πάρω νερό; Να πάρω χυμό για το παιδί; Να πάρω κουβέρτα; Να πάρω παπούτσια γιατί αυτά έχουν διαλυθεί απ’ το αλάτι του Αιγαίου; Να πάρω κρουασάν; Να πάρω υγρό μαντηλάκι; Να πάρω κωλόχαρτο;

Όλα αυτά στη νοηματική. Όλα αυτά τα ρωτούν και τα ζητούν διαρκώς οι πρόσφυγες από άσχετους ανώνυμους αλληλέγγυους για να τα πάρουν. Οι πρόσφυγες χρειάζονται μονίμως την άδεια από κάποιον για να κάνουν το οτιδήποτε. Για να χέσουν ή να ξεδιψάσουν. Χρειάζονται άδεια. Χρειάζονται κάποιον να κάνει τη χειρονομία προς αυτούς.

Οι πρόσφυγες πρέπει να ρωτήσουν για να μάθουν το οτιδήποτε, πρέπει να ρωτήσουν για να χέσουν, πρέπει να ρωτήσουν για να πλύνουν τα ρούχα ή τα μούτρα τους. Πρέπει να σταθούν σε ουρά για το συσσίτιο. Να πουν στη νοηματική ότι το παιδί τους είναι άρρωστο. Να πουν στη νοηματική ότι το παιδί κρυώνει, χρειάζεται κουβέρτα.

Η ίδια η ύπαρξη του πρόσφυγα είναι υπό αίρεση. Η ζωή στο στρατόπεδο έτσι κι αλλιώς είναι η ζωή του ανθρώπου που ζητάει άδεια για όλα. Δεν δικαιούται εξορισμού τίποτα. Η ίδια η υπόστασή του δεν αρκεί για τίποτα. Πρέπει να του επιτραπεί να πάρει κωλόχαρτο, tide, χυμό, νερό, φαΐ, γάλα σκόνη. Πρέπει τα προϊόντα αυτά να υπάρχουν και να είναι η ώρα που μοιράζονται. Πρέπει να επιτρέψει η καθαρίστρια να χρησιμοποιηθεί η τουαλέτα και να μην την καθαρίζει εκείνη τη στιγμή. Η περίπτωση του πρόσφυγα στο στρατόπεδο είναι δύο φορές δυσκολότερη γιατί δεν μιλάει την ίδια γλώσσα με αυτόν που δίνει κατά κάποιο τρόπο την άδεια. Ο αλληλέγγυος ό,τι και να είναι, ο πιο ευγενικός, ο πιο λογικός, ο πιο καλόκαρδος, πιο πολιτικά συγκροτημένος είναι σε μια θέση εξορισμού προβληματική. Διαχειρίζεται το νερό, το κωλόχαρτο και την κουβέρτα του πρόσφυγα.

Αυτός ο διαχωρισμός πρέπει να βρεθεί τρόπος να σπάσει. Αυτή η απόσταση δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι μπορεί να σπάσει.

2. Το κράτος τον καιρό αυτό είναι παντοδύναμο σαν ένα φάντασμα. Δεν υπάρχει στο ίδιο το δωμάτιο, αλλά η απουσία του (όσο και η παρουσία του σε ένα άλλο επίπεδο) καθορίζει τα πάντα. Το κράτος στον Πειραιά δεν υπάρχει. Δεν προσφέρει τίποτα στους ανθρώπους. Δεν έχει δώσει ένα γάλα, ένα κωλόχαρτο, ένα νερό. Δεν έχει περάσει να ενημερώσει επίσημα και υπεύθυνα τους πρόσφυγες τι συμβαίνει στα σύνορα ή τι πρέπει να κάνει κανείς αν είναι Σύριος, Αφγανός, Ιρακινός ή οτιδήποτε άλλο. Δεν έχει στείλει έναν μεταφραστή. Δεν έχει στείλει έναν γιατρό. Έναν παιδίατρο. Ένα φάρμακο.

Δεν μένει όμως στα δεν. Όταν χρειαστεί κάνει και ζημιά σ’ όσα δεν είχε συμμετάσχει πριν. Παίρνει μαζικά ανθρώπους χωρίς να ρωτά τι και πως. Τους  μεταφέρει όπου να ’ναι. Δεν αναρωτιέται για τις ευπαθείς ομάδες. Επιτρέπει σε διακινητές, πράκτορες λεωφορείων να έρχονται στο λιμάνι και να κάνουν ό,τι γουστάρουν. Λέει ψέματα σε πρόσφυγες για να τους βάλει στα λεωφορεία. Υπάλληλος του υπουργείου έρχεται και τους λέει πάμε στην Κοζάνη, ενώ το λεωφορείο πάει στον Αλμυρό. Πάλι φυσικά χωρίς μεταφραστή.

Δεν αναφερόμαστε καν στα ουσιαστικά κλειστά σύνορα, στην παρανομοποίηση, στο σπρώξιμο να πάρουν τους δύσκολους παράνομους δρόμους της Αλβανίας ή στις λάσπες της Ειδομένης. Αυτά είναι γνωστά.

Εντωμεταξύ στον ίδιο περίπου ρόλο και οι ΜΚΟ. Διαρκώς απούσες. Μάλιστα παρατηρήθηκαν περιστατικά όπου άνθρωποι με καρτελάκια γνωστών ΜΚΟ πήγαιναν και έπιαναν οικογένειες οικογένειες και τους έλεγαν διάφορα, ποιος ξέρει τι. Οι ΜΚΟ αρνούνταν ότι έστειλαν κόσμο. Οι αλληλέγγυοι δεν είναι εύκολο να κάνουν τους μπάτσους για μια σειρά από λόγους. Δεν μπορείς να ελέγξεις το χώρο του λιμανιού αποτελεσματικά, είναι αυτονόητο. Κι αν κάποιος με διακριτικά πλησιάσει τους πρόσφυγες με δήθεν λεπτομέρειες και πληροφορίες για τα σύνορα, δεν είναι πάντα εύκολο να πείσεις τον πρόσφυγα ότι αυτά είναι ψέματα. Αν έχεις προλάβει να χτίσεις προσωπική σχέση ναι, αλλά αλλιώς; Ποιόν να πιστέψει ο απελπισμένος άνθρωπος;

3. Πριν δύο εβδομάδες οι πρόσφυγες με τους οποίους μιλούσα επέμεναν να πάνε Ειδομένη. Επέμεναν ότι μπορούν να περάσουν. Τώρα πολλοί απ’ αυτούς υπογράφουν για relocation ή λένε δεν είναι άσχημα στην Ελλάδα. Εμείς τι λέμε όμως; Θέλουμε να μείνουν εδώ οι πρόσφυγες αν έτσι θέλουν κι αυτοί; Τι είναι για μας αυτό το ενδεχόμενο; Πρόβλημα; Αναγκαστική εξέλιξη; Καλό; Κακό; Λέμε χαρτιά σε όλους για να πάνε όπου θέλουν. Σ’ αυτό το «όπου» περιλαμβάνεται και η Ελλάδα; Κι αν ναι, τι είμαστε διατεθειμένοι να κάνουμε και πως προετοιμαζόμαστε γι’ αυτό;

(κι αν έμεναν ο πλούτος, ο πολιτισμός, η ζωή που θα έβαζαν στον τόπο θα αποτελούσε ένα μέγιστο δώρο. ο τόπος που έζησε τον τρόμο των αβγών να γνωρίσει νέες γλώσσες, νέες συνήθειες, νέα αισθήματα)

4. Η (εξευτελιστική για εμάς όπως και να το κάνουμε) παρουσία Μαρινάκη – Κόκκαλη και λοιπών στον Πειραιά έχει διάφορες σημασίες. Πρώτα απ’ όλα και πέρα απ’ το ανθρωπιστικό ξέπλυμα, έχουμε το εξής φαινόμενο. Οι άνθρωποι που εξέθρεψαν τον ελληνικό φασισμό ταΐζουν τώρα τα εν δυνάμει θύματά του. Οι άνθρωποι που έπαιξαν με τα αβγά, με τον ρατσισμό, τώρα εμφανίζονται να σιτίζουν εκατοντάδες πρόσφυγες. Αυτό από μόνο του είναι πρόβλημα. Δεν θα έπρεπε να μπορεί να δώσει ούτε ένα πιλάφι ο άνθρωπος που η αριστερά και ο χώρος λένε και ξαναλένε ότι έχει συντελέσει στην άνοδο του φασισμού. Όμως υπάρχει ένα πρόβλημα. Το πιο απτό και πρακτικό. Τι θα φάνε οι χιλιάδες άνθρωποι στον Πειραιά;

Όταν το κράτος απουσιάζει και μάλιστα όταν απουσιάζει τόσο εξόφθαλμα η αριστερή κυβέρνηση απ’ τα πιο απλά και αναγκαία, το κενό καλύπτεται. Γι’ αυτού του είδους την κάλυψη ευθύνεται η αριστερή κυβέρνηση γιατί δίνει ένα άδειο γήπεδο που δεν θα έπρεπε να πατάνε κάποιοι το πόδι τους και λέει σ’ αυτούς τους ίδιους κάποιους: Παίξετε. Κάντε ό,τι θέλετε.

Αλλά και όταν το κίνημα απουσιάζει, τότε το κενό καλύπτεται. Συζήταγαν κάποια φίλοι αλληλέγγυοι στον Πειραιά αν θα έπρεπε να γίνει παρέμβαση και να εκδιωχθεί ο ολυμπιακός απ’ το λιμάνι. Ναι αλλά μπορούμε εμείς να αναλάβουμε το φαγητό τόσων ανθρώπων; Και ναι και όχι. Για κάποιο διάστημα συλλογικές κουζίνες και κάποια σωματεία το ανέλαβαν. Αλλά προφανώς δεν ήταν τόσο απλό και εύκολο να γίνεται αυτό διαρκώς. Οπότε για το ποσοστό που αναλογεί στο όχι, εμείς δεν μπορούμε να αναλάβουμε το φαγητό των ανθρώπων μας αναλογεί μια ευθύνη που τρυπώνει ο Μαρινάκης και ο δήμος Πειραιά. Θα πει κανείς: μα είναι εύκολο να ταϊστούν χιλιάδες άνθρωποι καθημερινά απ’ το κίνημα; Όχι, αλλά και πάλι δεν υπήρχε η απαιτούμενη προετοιμασία, η απαιτουμένη συζήτηση και η απαιτούμενη προσπάθεια από συλλογικότητες, οργανώσεις και κόμματα του προοδευτικού φάσματος (μη με ρωτάτε δεν ξέρω ποια εννοώ).

5. Η Ν. που πήγε στους Ζαπατίστας επαναλαμβάνει το πρώτο μάθημα που πήρε εκεί. Οργάνωσηοργάνωσηοργάνωση.

IMG_0302

η ζωή βρίσκει τον τρόπο, αυτοσχεδιάζει, συνεχίζει, παίζει. στη foto ιρακινή πρακτική για να περάσει η ώρα ευχάριστα.

6. Έχει ενδιαφέρον ότι οι καθαρίστριες στις πύλες του λιμανιού δεν είναι δημόσιοι υπάλληλοι. Είναι εργαζόμενες σε κάποιον εργολάβο. Οικολογικά Α.Ε. Είναι επίσης προφανές ότι οι γυναίκες αυτές ξεπατώνονταν ανελέητα με χαμηλό μισθό και τραγικές συνθήκες εργασίας. Μπορούσαμε να εντοπίσουμε τις γυναίκες που έκαναν και 24ωρο χωρίς να παίρνουν φυσικά υπερωρίες. Μπορούσαμε να εντοπίζουμε και γυναίκες που σιχτίριζαν γιατί θα πεθάνουμε απ’ τις αρρώστιες. Όλα λογικά και ανθρώπινα. Εδώ μπορούσαμε να παρατηρήσουμε δύο κατηγορίες ανθρώπων που για διαφορετικούς λόγους βρίσκονται στον ταξικό πάτο. Βλέπουμε τη συνύπαρξή τους και βλέπουμε ότι στο συντριπτικό ποσοστό μπορούν και γίνονται θαύματα. Ακόμη και όσοι ξεκίνησαν από ένα σχετικά ρατσιστικό σημείο, δεν μπόρεσαν με τον καιρό να μείνουν ασυγκίνητοι απ’ τη ζωή την ίδια. Τα παιδιά, οι οικογένειες, η μοναξιά, η εξαθλίωση. Όλα αυτά αν τα δεις από αρκετά κοντά, γράφουν σ’ ένα σημείο, που ο φτωχός άνθρωπος μπορεί να τα δει στον καθρέφτη του.

7. Φυσικά όταν πας κάπου όπως στον Πειραιά δεν περιμένεις να συναντήσεις πολιτικές συμφωνίες και κοινές οπτικές. Μπορεί να συναντάς εγωισμούς, παλαβομάρες, υστερίες, πανικούς, μικροεξουσίες, μικρότητες, αυτοπροβολή, αλλά αυτό δεν έχει σημασία. Μπορεί να μην ταιριάζουν τα χνώτα μας, μπορεί να μην κατέβουμε μαζί στην πορεία για τα δικαιώματα των κρατουμένων, μπορεί να μην έχουμε την ίδια ή ούτε καν παραπλήσια πολιτική οπτική, αλλά αυτό δεν έχει σημασία. Έχω μόνο απέραντο σεβασμό και βαθιά συμπάθεια για τους αλληλέγγυους που γνώρισα που είχαν δώσει μήνες ολόκληρους στο να βοηθήσουν όπως καταλαβαίνουν και μπορούν τους πρόσφυγες. Είναι συγκινητικό, είναι απίθανα συγκινητικό να βλέπεις τους ανθρώπους να παίρνουν αγνώστους στο σπίτι τους για να τους δώσουν το δικαίωμα σε ένα μπάνιο. Είναι συγκινητικό να βλέπεις ανθρώπους να βράζουν γάλα και να ψάχνουν παιδικά παπούτσια όλη μέρα. Είναι εκτός της καθημερινής λογικής, εκτός της εικόνας που έχουμε για τον κόσμο να παρατηρείς τον άνθρωπο που άφησε απόψε την τηλεόραση κλειστή και παλεύει να καταλάβει τι έχει ανάγκη ένας άνθρωπος που μιλάει αραβικά και φαρσί και ποιος ξέρει τι άλλο.

Είναι κατανοητό απ’ την άλλη για κάποιους να μην μπορούν να συνυπάρξουν έτσι. Κάποιοι χρειάζονται την ομάδα τους και τη συνεννόησή τους. Δεκτό, αρκεί να μην αποτελεί αυτό πρόφαση για την απραξία.

8. Χρειαζόμαστε δομές, καταλήψεις, καταλήψεις, δομές. Δεν χρειάζεται να είναι τεράστια και μεγαλεπήβολα τα σχέδια. Δύο διαμερίσματα ή πέντε, ένα ή οκτώ. Συλλογικότητα συλλογικότητα, παρέα παρέα (ναι μια παρέα αρκεί) μπορεί να βοηθήσει αυτούς τους ανθρώπους να μην περάσουν μήνες και χρόνια σε camps, γυμναστήρια και στρατόπεδα. Γιατί μπορεί να μοιάζει ότι η ζωή είναι η αναμονή μέχρι να πάνε στη Γερμανία ή όπου αλλού τους βγάλει ο δρόμος, αλλά η ζωή είναι και τώρα. Αυτές οι δύο εβδομάδες. Αυτοί οι τρεις μήνες. Αυτός ο ένας χρόνος. Τα στρατόπεδα όσο περιποιημένα κι αν γίνουν (που δεν πρόκειται) είναι στρατόπεδα. Εκεί μέσα δεν έχει ζωή.

Όχι στη στρατοπεδοποίηση. Ό,τι κι αν αποφασίσουν οι πρόσφυγες (relocation, επανένωση – αν έχουν συγγενείς σε κάποια ευρωπαϊκή χώρα, άσυλο εδώ, πορεία προς τα σύνορα όταν και αν χαλαρώσουν λίγο τα πράγματα) θα μείνουν για καιρό εδώ. Εκτός απ’ τις περιπτώσεις που – προς το παρόν – το κράτος παρέχει στέγη (relocation) , οι πρόσφυγες χρειάζεται κάπου να μείνουν. Χρειάζεται κάτι να τρώνε. Δεν είναι απαραίτητο ότι όλοι έχουν χρήματα.

Στήστε καταλήψεις, νοικιάστε ή παραχωρείστε σπίτια, φιλοξενείστε. Να ζήσουν για όσο – ας είναι και για πάντα, μακάρι – ανάμεσά μας, μαζί μας. Ας κάνουμε αυτό τον τόπο που εδώ και χρόνια ανθίζει ο φασισμός, ένα έδαφος που οι άνθρωποι θα βρουν κοινά σημεία, που θα βρουν τον τρόπο να ζουν μαζί. Δεν χρειάζεται οπωσδήποτε πείρα, συγκρότηση, υπόβαθρο (καλό είναι να υπάρχουν αλλά δεν πειράζει αν δεν). Για να παραφράσω τον Μέηλερ. Την κατάληψη πρώτα την κάνεις κι ύστερα τη μαθαίνεις.

Μην τους πετάξουμε στα στρατόπεδα. Να τους βάλουμε στις γειτονιές μας. Να υπάρξουμε μαζί τους. Να μάθουμε απ’ αυτούς, να μάθουνε από μας. Να βρούμε τρόπους και πρακτικές. Τώρα, όχι σε λίγο καιρό. Τώρα, αμέσως.

 

IMG_0308

στα δικά μας τα σχολεία (ντάξει, που λέει ο λόγος)

9. Τι είναι επείγον; Να στεγάσουμε και να δώσουμε φαΐ σε εκατό οικογένειες ή όσες μπορούμε τέλος πάντων; Ή να χτυπήσουμε το πρόβλημα στη ρίζα του (πορείες, πολιτική πίεση, ανυπακοή, σαμποτάζ στρατοπέδων/μεταφοράς, τρύπες στα σύνορα κλπ); Όλα είναι ταυτόχρονα επείγοντα με τρομακτικό τρόπο και πρέπει επιπλέον να βρούμε τον τρόπο να πούμε διαφορετικά τη λέξη επείγον. Να την πούμε έτσι που να την πιστέψουμε επιτέλους. Και να κάνει ο καθένας αυτό που μπορεί, αυτό που του ταιριάζει, αυτό με το οποίο νιώθει πιο κοντά, έχοντας πάντα στο μυαλό βέβαια τη βάση και την αρχή του προβλήματος, που είναι πολιτικό και μόνιμο. Αλλά τίποτα δεν είναι λίγο, τίποτα δεν είναι αχρείαστο, τίποτα δεν είναι μια τρύπα στο νερό. Όλα μετράνε και όλα κάτι προσθέτουν.

***

Σας γράφω και έχω μέσα μου έναν καινούριο κόσμο. Ο Μοχάμεντ και ο Μοχάμεντ και ο Άχμεντ και η Γιουσρα και ο Σαλάχ και ο Άχμεντ και τα πιτσιρίκια που αγαπάνε το Βαγγέλη και ένα σωρό άνθρωποι. Σας γράφω γιατί το ζήτημα είναι τόσο προσωπικό όσο είναι γενικό κι αόριστο. Είναι οι πρόσφυγες γενικά στη λάσπη της Ειδομένης και είναι η Καουσέρ συγκεκριμένα που κρυώνει στα Τρίκαλα. Σας γράφω γιατί έχω στο στομάχι μου την πιο τεράστια και ελαφριά πέτρα του πλανήτη. Είμαι σε μόνιμη αμηχανία, ντρέπομαι και αγχώνομαι. Αλλά βέβαια, γελάω, διασκεδάζω, ανταλλάζω περίεργες πληροφορίες. Και μαθαίνω. Μαθαίνω ότι το γάλα είναι χαλίμπ και ότι το χαλίμπ είναι γάλα. Μαθαίνω ότι ο Γκασάν ήταν ράφτης. Μαθαίνω ότι το Χαλέπι ήταν πολύ όμορφο.

Καθόμαστε με τον 16χρονο Μοχάμεντ. Έχουμε γνωριστεί με τις μέρες και καθόμαστε παρέα, κυρίως βουβά ή κουνώντας το κεφάλι. Τον βρίζω σε όλες τις γλώσσες που ξέρω. Κοτζάμ μαντράχαλος και δεν ξέρει μια λέξη στα αγγλικά να πούμε δυο πράγματα. Γελάει που τον βρίζω, δεν ξέρει τι λέω ακριβώς αλλά καταλαβαίνει στο περίπου και γελάει και βέβαια ανταποδίδω. Μια άλλη μέρα μαθαίνω απ’ την Άγια ότι ο Μοχάμεντ έχει να πάει σχολείο 3μιση χρόνια. Φτώχεια, πόλεμος, μετακίνηση, ,στρατόπεδο στην Τουρκία, Αιγαίο, Πειραιάς. Να γιατί δεν ξέρει μια λέξη αγγλικά, έχει να πάει σχολείο τρεισήμισι χρόνια. Πήγαμε τις προάλλες στην Υπηρεσία Ασύλου για να ξεκινήσει η οικογένειά του τις διαδικασίες. Χάος κι εκεί. Μεταφραστές με το σταγονόμετρο, αναμονή. Στο γυρισμό ήταν κουρασμένος, κοιμήθηκε στο αμάξι. Πάντως θα είχανε ραντεβού αυτή την εβδομάδα στην Υπηρεσία, όλη η οικογένεια ήταν κάπως χαρούμενη.

Την Πέμπτη ο Μοχάμεντ φορτώθηκε σ’ ένα λεωφορείο για τα Τρίκαλα χωρίς καλά καλά να καταλάβει τι συμβαίνει και που πήγαινε και τι θα μπορούσε να κάνει εκεί. Δεν ήμουν εκεί. Μου ‘παν ότι έκλαιγε εκείνο το πρωί και ότι όλη η οικογένεια ήταν σα χαμένη έξω απ’ το λεωφορείο.

***

Έχω ένα πηχτό και άσβεστο μίσος γι’ αυτό το κράτος και γι’ αυτή την Ευρώπη. Αλλά ταυτόχρονα είμαι ελαφρύς και περπατάω ένα μέτρο πάνω απ’ το έδαφος γιατί για τον Μοχάμεντ ενδιαφέρθηκαν στη στιγμή ένα σωρό άνθρωποι και είπαν, εδώ είμαι, θα βοηθήσω όπως μπορώ.

Και η οπτική μας ας είναι λοιπόν όλη την ώρα διπλή. Να ‘μαστε στο πλευρό όσων περισσότερων Μοχάμεντ μπορούμε, να γίνουμε αδέρφια με όσους περισσότερους Μοχάμεντ μπορούμε. Να μιλήσουμε επιτέλους την ίδια γλώσσα, τη νοηματική της συντροφικότητας. Την ίδια ώρα ας ακονίζουμε εργαλεία, μαχαίρια και κόφτες, ας σφίγγουμε τον διπλανό μας στο δρόμο. Η ζωή να περάσει, η ζωή να νικήσει. Οι άνθρωποι να συναντήσουν έναν γέρο στην Ειδομένη και όπως τους άνοιξε την πόρτα του σπιτιού του, να τους ανοίξει, αν θέλουν, και τα ίδια τα σύνορα.

10 σχόλια

Filed under ασυναρτησίες

γραμμή 719 (κυκλική)

Το 719 έχει τις παρακάτω στάσεις: όαση – πιπεριά – (πλ.) ελευθερίας. Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί με ευκολία ότι ένα είδος ευτυχίας θα μπορούσε να συνοψιστεί στην ιστορία που φτιάχνουν αυτές οι τρεις λέξεις. Να βρεθούμε σε μια όαση με άμμο και αρμυρίκια και στη σκιά τους να δοκιμάζουμε όλων των ειδών τις συνταγές που περιέχουν πιπεριές. Εκεί θα μπορούμε επιτέλους να είμαστε ελεύθεροι. Χορτάτοι, με ωραίες γεύσεις στο στόμα, γλυκό και καυτερό να εναλλάσσονται, δροσερή σκιά και κανενός είδους ωράριο, ρολόι, υπενθύμιση ότι αυτό που ζούμε διαρκεί τόσο όσο. Αλλά το όνομα μιας άλλης στάσης καραδοκεί. ΔΕΗ. Το όνειρο συντρίβεται υπό το βάρος ενός λογαριασμού, μια ληξιπρόθεσμης οφειλής, ως συνήθως δηλαδή, την πραγματικότητα πρώτα απ’ όλα τη χρωστάς. Τίποτα δεν είναι τσάμπα και αυτή είναι μια διαπίστωση ικανή να διαλύσει τα πάντα, ορατά κι αόρατα, όχι γιατί πρέπει να πληρώσεις, αλλά κυρίως εξαιτίας του υπαινιγμού που κρύβεται πίσω από μια τέτοια φιλοσοφία. Για όλα πρέπει να προσπαθήσεις εξωφρενικά, ο κόσμος είναι ωραίος αλλά κρατάει μονίμως λογαριασμό, το κρυφό κομπιουτεράκι που κάνει λογαριασμούς αδιάκοπα δεν υπολογίζει φτώχεια ή ψυχολογική διάθεση. Εν ολίγοις τίποτα δε δωρίζεται πια, τίποτα δεν χαρίζεται έτσι για το καλό, όλα είναι υπολογισμένα με την πιο μίζερη μεζούρα. Ποιος το χέζει ότι είσαι, το θέμα είναι αν έχεις.

Εντωμεταξύ ο οδηγός για κάποιο ακατανόητο λόγο τρέχει, σε τρία λεπτά που είμαι στο λεωφορείο έχει περάσει δύο κόκκινα, κόκκινα κόκκινα , όχι πορτοκαλί και τέτοια. Η ώρα είναι 11, δεν μπορώ να πιστέψω ότι τελειώνει η βάρδια και βιάζεται, αλλά ποιος ξέρει.

Ένα πρεζάκι τρώει αργά μια τυρόπιτα, έχει γεμίσει ψίχουλα και μικρά μικρά κομμάτια σφολιάτας. Δυο τρεις τον παρατηρούν. Η ανημπόρια πάντα τραβάει το βλέμμα κι όποιος κατεβάζει τα μάτια καταλαβαίνεις ότι μόλις σκέφτηκε το μικρό του προσωπικό σκανδαλάκι. Μπορεί μια μέρα κι εγώ να μη μπορώ να διαχειριστώ την υπαρξή μου; Όσοι κοιτάνε επικριτικά κι αφήνουν ελαφριά τς τς τς αντιλαμβάνεσαι ότι ζουν μια μίνι αυτοδικαίωση. Εγώ ποτέ δε θα κατέληγα έτσι. Όμως όλα είναι τυχερά, θέμα συγκυρίας και ενός γυρίσματος της στιγμής. Όλοι το ξέρουν, κανείς δεν το παραδέχεται. Είναι βολικό να αισθάνεσαι πως ό,τι κι αν έγινε, τουλάχιστον δεν απέτυχες, είσαι κομμάτι αυτής της κοινωνίας, οι άλλοι σε συναντούν και – ακόμη – σε αναγνωρίζουν στην πλευρά των νικητών. (Κι ας παίρνεις 400€ μισθό – το θέμα είναι να είσαι λειτουργικός).

Σε μια ταινία του Μπέργκμαν η γυναίκα πλένει τα δόντια της και ο άντρας της σκέφτεται ότι αυτή ακριβώς η μικρή κίνηση – το πλύσιμο των δοντιών – ήταν ένα στοιχείο της που ερωτεύτηκε κάποτε. Οι κοφτές κινήσεις, η γλύκα, ο συγκεκριμένος ιδιαίτερος ήχος. Σήμερα οι ίδιες κινήσεις της τον αηδιάζουν, του φαίνονται μπανάλ, απαίσιες, σχεδόν επιθετικές. Κοιτώντας τα πρόσωπα στο λεωφορείο, θυμήθηκα εκείνη τη σκηνή στην τουαλέτα. Χρειάζονται τα ίδια περίπου πράγματα για να αγαπήσεις τον κόσμο και για να τον σιχαθείς. Αλλάζει μόνο το αίσθημα της στιγμής και η δική σου συνειδητή επιλογή.

Στο Μετρό μπαίνει ένας (υπερ)χίψτερ βγαλμένος από περιοδικό, σχεδόν δεν ήταν πραγματικός. Δεν πρέπει να έχω ξαναδεί πιο προσεγμένο ντύσιμο από την κορφή ως τα νύχια. Αμέσως ανοίγει την τσάντα, βγάζει το Έθνος και αρχίζει να διαβάζει. Βλέπω κλεφτά τη φράση «ο Τσίπρας να δείξει πυγμή και να μην αφήσει τους αγρότες..». Ύστερα στις κυλιόμενες δεν μπορώ να ανέβω γρήγορα γιατί στην αριστερή μεριά κάθονται δύο γυναίκες εκεί γύρω στα σαράντα, ντυμένες όμορφα και απλά. Μοιάζουν πολύ συμπαθείς φυσιογνωμίες, δεν θέλω να είμαι αγενής, αλλά κάνω μια κίνηση ότι θα ήθελα να περάσω. Με κοιτάζουν, δεν κουνιούνται χιλιοστό και συνεχίζουν την κουβέντα τους. Στην επόμενη κυλιόμενη δύο τύποι, σχετικά φουσκωτοί με μαύρες φόρμες και σχεδόν ξυρισμένα μαλλιά έχουν πιάσει το ίδιο σημείο. Κάνω την ίδια κίνηση, ο ένας τύπος με βλέπει, κάνει απευθείας δεξιά και μου λέει χίλια συγνώμη. Η μέρα δεν προσφέρεται για συμπεράσματα, έχουν βγει όλοι εκτός πλαισίου και δεν θα μπορέσουμε να κάνουμε τις κατατάξεις που συνηθίζουμε και στις οποίες συνήθως πέφτουμε μέσα. Σήμερα όμως όλα είναι βαλμένα κάπου λάθος και το μόνο που μένει σταθερό είναι αυτή η κοινή μελαγχολία, δεν αντέχεται η μέρα. Στο λένε χωρίς να μιλάνε, όλοι οι επιβάτες, σε μετρό και λεωφορείο, στα Λιόσια, το Πανεπιστήμιο και το Συγγρού Φιξ.

Στο λεωφορείο ξανά, σκέφτομαι για εκατομμυριοστή φορά πως σιχαίνομαι αυτούς που μπαίνουν πριν κατέβει ο κόσμος, αυτούς που τρέχουν να καθίσουν ακόμη κι αν μπουν για τρεις στάσεις. Κοιτάζω τη γυναίκα που έκανε όλα τα παραπάνω με τον πλέον επιδεικτικό τρόπο και σκέφτομαι τι διάολο μυαλό κουβαλάει και που πάει με αυτό το ύφος που λέει – κακά τα ψέματα – εγώ θα κάτσω και άντε και γαμηθείτε είστε όλοι σκουλήκια και βρωμιάρηδες. Ταυτόχρονα με πιάνουν κάτι περίεργα, ίσως φταίει η μουσική στ’ ακουστικά, και λέω από μέσα μου, ποιος ξέρει ποιο τσακισμένο γόνατο, ποια καταπονημένη μέση κρύβεται κάτω απ’ τα ρούχα της. Και μου απαντάει από ένα φανταστικό τηλεπαράθυρο ο φιλελεύθερος της εποχής, αυτό δεν είναι δικαιολογία, μπορεί να είναι ευγενική, υπάρχει και προσωπική ευθύνη. Πριν προλάβω να του απαντήσω ότι ναι μεν αλλά, ένας φανερά εξουθενωμένος παππούς κάνει ακριβώς το ίδιο μπαίνοντας στο λεωφορείο στην επόμενη στάση. Τι να σου κάνουν και οι άνθρωποι αν έχουν μάθει ότι κανείς δε θα τους δώσει τίποτα και ότι δεν δικαιούνται τίποτα και ότι αν δεν αρπάξουν κάτι, θα μείνουν τελευταίοι και καταϊδρωμένοι. Ο φιλελεύθερος, της τότε εποχής, τους διαπαιδαγώγησε μια ζωή στον εξοντωτικό ανταγωνισμό, τους πιπίλισε το μυαλό ότι ο καθένας είναι μόνος και τίποτα δεν είναι τσάμπα και τώρα αυτοί έχουν γίνει η σύνοψη όλων των προηγούμενων προταγμάτων. Για να επιβιώσεις στη χώρα της μετωνυμίας πιθανότατα θα καταλήξεις να διαβάζεις το 3 σαν ε και για να επιβιώσεις στην ερημιά πιθανότατα θα καταλήξεις να γίνεις μισάνθρωπος, επιθετικός, μια σκληρή πέτρα. Ο διπλωμάτης ποιητής τα έχει πει για τη σκέψη του ανθρώπου που έχει καταντήσει πραμάτεια, αλλά ποιος να τον ακούσει, οι ίδιοι που τον υμνούν για το Νόμπελ του, αλλά βαριούνται να ακούσουν τα λόγια του, ζητούν απελευθέρωση των απολύσεων, μείωση του βασικού, αλλά ευγένεια στα λεωφορεία. Ναι, ναι ξέρω, δεν συνδέονται αυτά άμεσα μεταξύ τους. Μπορεί και όχι, μπορεί και ναι. Ο καθείς και η οπτική του για τον κόσμο και το μόνο που μένει αδιαπραγμάτευτο είναι ότι για να περπατήσεις στο κέντρο της Αθήνας πρέπει να έχεις τόσο γερό στομάχι ή τόσο κοντή μνήμη. Άντε και ένα ακόμη ενδεχόμενο: να πιστεύεις ότι ο καθένας παίρνει ό,τι του αξίζει και πως πέφτει μόνο όποιος δεν προσπάθησε αρκετά. Αστεία πράγματα δηλαδή ή μάλλον η συνταγή που μετατρέπει τον κυνισμό και την αλαζονεία σε αρθρογραφία.

Στριμωγμένος στο λεωφορείο, είναι η ώρα της ημέρας που αγαπάς όλο τον κόσμο κι όλοι σου φαίνονται τόσο πονεμένοι και κυνηγημένοι κι αδίκως εξαντλημένοι. Υπάρχει κάποιο αόρατο χέρι να χαϊδέψει απόψε όλη την ανθρωπότητα που παριστάνει τη σαρδέλα στα συνοικιακά δρομολόγια των λεωφορείων;

Ας πει και κάτι ο ποιητής:

Αυτό που πιάνω δεν είναι το χέρι σου πατέρα;

Αυτό δεν είναι το κεφάλι σου γερτό πριν απ’ τον ύπνο

εσύ δεν είσαι ο σκεφτικός που όλο ρωτάς τη μάνα

Μαρία γυρίσαν τα παιδιά;

Εσύ δεν είσαι ο ανυπέρβλητα πικρός και τρυφερός

φουμάρεις το τσιγάρο σου χαμογελάς ρωτάς:

Τί άλλο χρειάζεται ο κόσμος μωρέ παιδιά

για να πλαγιάζει κατά τη μεριά της καρδιάς;

 

6 σχόλια

Filed under τα ελάχιστα