Category Archives: Uncategorized

ζεστά τσιμέντα

Δευτέρα.

Έχω καιρό να ακούσω ενημερωτική εκπομπή στο ραδιόφωνο, αλλά σήμερα φαίνεται είναι η μέρα. Πετυχαίνω τον Κοττάκη και το αφήνω εκεί να παίζει, καθώς ψάχνω να παρκάρω στο Ζωγράφου. Συζητάνε για τον ρουβίκωνα και για το pride. Συζητάνε για το ποιος πλήττεται απ’ τη δράση της οργάνωσης, μα η έννοια της δημόσιας τάξης βέβαια, η χώρα και διάφοροι άλλοι, συζητάνε για το αν θα κατέβει ο ρουβίκωνας στις εκλογές (και το συζητάνε σοβαρά) και τέλος συζητάνε το ποιος ωφελείται απ’ τη δράση της ομάδας. Το περίφημο cui bono, λέει χαρακτηριστικά ο Κοττάκης. Η φράση πάνω στην οποία συναντώνται οι πάντες, δεξιοί, αριστεροί, η ελεύθερη ώρα και πανεπιστημιακοί με διδακτορικό στη γεωστρατηγική ανάλυση του βαλκανικού χώρου. Νομίζω ότι αν οι monty python γύριζαν σήμερα τους Ιππότες του Νι, θα έβαζαν αυτούς τους γίγαντες να σε ρωτάνε αενάως, όπου σε πετύχουν σε κάθε δρόμο και στενό του κέντρου, cui bono. Ναι αλλά, cui bono, σκέψου το καλύτερα φίλε μου cui bono, κατάλαβες λοιπόν; CUI BONO αυτή είναι η σωστή ερώτηση, το πιασες επιτέλους πως συνδέονται τα κομμάτια CUI BONO, CUI BONO, CUI BONO, CUI BONO, CUI BONO.

Επιτέλους παρκάρω και το μόνο που μπορώ να σκεφτώ είναι το πόσο αδιανόητα αλλόκοτο, σε τόσα πολλά επίπεδα, ήταν αυτό που είχα ακούσει. Θα μπορούσε αυτή η εκπομπή, αυτούσια, χωρίς καμία απολύτως αλλαγή, να σταθεί ως μια αρκετά καλή, αν και κάπως τραβηγμένη, παρωδία.

35071151_2212424232117789_4831685775315697664_n

Πέμπτη.

εζεσταθηκαν τα τσιμεντα

επυρωσανε οι σωληνες

Χ.Σ.

Καταντάει αστείο, αλλά εντέλει φτάνεις σε διάφορα συζητήσεις να βλέπεις δύο πλευρές, μάλιστα όχι εναλλάξ, αλλά και τις δύο ταυτόχρονα. Είναι η Αθήνα ωραία (για να μην πω βιώσιμη) το καλοκαίρι; Ξέρει η Αθήνα να λειώνει; Πας το πρωί δουλειά και καθώς ιδρώνεις και ξεϊδρώνεις αλλάζοντας βαγόνια στο μετρό, αποφαίνεσαι οριστικά. Όλα τα ζητήματα έχουν πλέον συναιρεθεί στο ένα. Ή έχεις ή δεν έχεις. Η Αθήνα καλοκαίρι χωρίς λεφτά είναι εφιαλτική. Χωρίς μία για δροσερά κοκτέιλ το απογευματάκι, χωρίς μία για παγωμένες μπύρες το μεσημέρι, χωρίς μία για αυτή ή την άλλη συναυλία, χωρίς μία για a/c στο αμάξι, χωρίς μία για τριημεράκια στα κοντινά νησιά και το Σούνιο,  χωρίς μία για φαγητό έξω και ύστερα στο θερινό. Όλα αυτά που δεν μπορείς να απολαύσεις και που πλέον δεν μπορείς και να αποφύγεις. Γιατί όλα είναι παντού, ηλιοβασιλέματα στο ινσταγκραμ, καφενεία με φόντο τη θάλασσα στο facebook, μαγικές συναυλίες και στα δύο. Η φάση είναι παντού και γίνεται χαμός – η Αθήνα ξέρει να λειώνει, μόνο που μπορεί να το κάνει και χωρίς εσένα. Ή μάλλον εσένα σ’ αφήνει να περιμένεις ένα συρμό χωρίς κλιματισμό, σε βάζει να ντυθείς με παντελόνι, ενώ σκας, για να πας σε μια δουλειά που καλά καλά δεν πληρώνει. Σε βάζει να περπατάς σε πεζοδρόμια που βράζουν, ενώ από πάνω σου στάζουν βροχή τα a/c. Σε βάζει να κοιτάς στο βάθος της Συγγρού τη θάλασσα, ενώ η θάλασσα φέτος δεν είναι κάτι δεδομένο για σένα. Σε βάζει να παρατηρείς τους απειράριθμους τουρίστες που παίρνουν παγωτό, παίρνουν φωτογραφίες το φως, παίρνουν εισιτήριο και φεύγουν απ’ τον Πειραιά. Ενώ εσύ, ενώ εσύ στέκεσαι στη Σταδίου μαζεύοντας στιγμή τη στιγμή την εξουθενωτική ζέστη.

Αλλά την ίδια ώρα με κάποιο μαγικό τρόπο λεφτά πάντα κάπως βρίσκονται και αν δεν βρίσκονται λεφτά, βρίσκονται φίλοι βρίσκονται σπιτικές ρακές βρίσκονται κερασμένα ποτά βρίσκονται μαγικά μπαλκόνια βρίσκονται παγάκια βρίσκονται ένα σωρό κόλπα. Το ίδιο τσιμέντο που κυκλώνει τα πόδια σου και σε βράζει μέρα νύχτα, είναι το ίδιο τσιμέντο που χαρίζει μια ανάλαφρη ταλαιπωρημένη ιδρωμένη διαύγεια. Ο πονοκέφαλος του μεθυσιού είναι διαφορετικός, ο τρόπος που σε ρουφάει η καρέκλα στο καφέ είναι διαφορετικός, ο τρόπος που οι άνθρωπος κοιτάζονται είναι διαφορετικός – υπάρχει κάτι κουρασμένο, κάτι νωχελικό, κάτι που επιβάλλει να πέσει ο ρυθμός και να ακούσεις λίγο προσεχτικότερα, λίγο πιο ήρεμα, λίγο λιγότερο βιαστικά όλους τους απέναντι. Και όπως τα πόδια της παρέας απλώνονται στις καρέκλες του απέναντι και του δίπλα, όπως τα φουστάνια και τα υφάσματα μετατρέπονται σε αυτοσχέδιες βεντάλιες και όπως κουνιούνται πέρα δώθε βεντάλιες κανονικές και βεντάλιες από διαφημιστικά φυλλάδια, όλα ξαφνικά υπακούν σ’ αυτό το ψευτοαεράκι που δημιουργεί το ίδιο το αίσθημα των ανθρώπων γύρω σου. Και αυτό το αεράκι μοιάζει για μερικά λεπτά αρκετό για να καταρρίψει εκείνο το αντιδραστικό ή έχεις ή δεν έχεις. Αρκετό για να βουλιάξεις σε αυτή τη μητροπολιτική ιδέα ότι ξέρεις να λιώνεις, ότι όλοι δίπλα σου ξέρουν να λιώνουν. Ότι υπάρχει κάτι το σχεδόν ερωτικό σ’ αυτή την μισόγυμνη μουλιασμένη κατάρρευση.

Σάββατο.

Κάποια στιγμή στο Pride περπατάμε δίπλα από ένα φορτηγάκι και όπως ο κόσμος πάνω και κάτω από αυτό χορεύει, δίπλα δύο τύποι συζητάνε: – Τι ωραία να περπατάμε έτσι την Πανεπιστημίου ε; – Ναι ρε. – Καιρό είχα να κατέβω έτσι στο δρόμο. – Ναι κι εγώ, απ’ τις συγκεντρώσεις του ΝΑΙ νομίζω.

Για μερικά λεπτά περπατούσα και σκεφτόμουν τον συγκεκριμένο διάλογο. Αμφιταλαντευόμουν αν πρέπει να αφήσω τον εαυτό μου να ξενερώσει, να χαλαστεί, ίσως να κάτσω κανά μισάωρο ακόμη και μετά να φύγω. Φυσικά επανήλθε μέσα μου όλη η κριτική (με την οποία συμφωνώ έτσι κι αλλιώς) περί χορηγών, νέας δημοκρατίας, βονταφον, πρεσβειών, αποκλεισμών κλπ κλπ. Αλλά συνεχίζοντας να βρίσκομαι εκεί και παρατηρώντας λίγο τα πρόσωπα, αφέθηκα για λίγο σ’ αυτή την εικόνα των κορμιών και των προσώπων στα οποία ανήκε μια κεντρική αθηναϊκή λεωφόρος για λίγες ώρες. Έστω κι έτσι, έστω και μ’ αυτό τον τρόπο, μου φάνηκε τόσο εξωφρενικά γλυκιά αυτή η εικόνα. Η κατάληψη του δημόσιου χώρου από σώματα που μπορούσαν να είναι (προσωρινά τουλάχιστον) ελεύθερα. Να είναι προσωρινά τουλάχιστον, όπως αυτά θέλουν να είναι. Τα λιγοστά είναι η αλήθεια, πάντως υπαρκτά, επιθετικά βλέμματα τυχαίων περαστικών, έκαναν αυτή την αίσθηση ακόμη μεγαλύτερη.

Μάλιστα για να είμαι ειλικρινής, το πήγα και λίγο παρακάτω. Σκεφτόμουν ότι ένα μεγάλο κομμάτι της αριστεράς που έχει πρόβλημα με το pride και προτάσσει τους γνωστούς λόγους περί μη ριζοσπαστικού προτάγματος και περιεχομένου, έχει πέρα απ’ αυτά και ένα πρόβλημα να συνυπάρξει με αυτό το πλήθος. Νομίζω ότι νιώθει μια αμηχανία με τα βαμμένα πρόσωπα, τα ημίγυμνα σώματα, τη χαρά ενός χύμα και ακανόνιστου φλερτ. Νομίζω ότι έχει εξαπλωθεί και στ’ αριστερά αυτή η αφήγηση που λέει πράγματα του στιλ ναι αλλά δε χρειάζονται οι υπερβολές, ναι αλλά αυτή είναι πρόκληση για την πρόκληση και άλλα παρόμοια. Ενώ η ουσία είναι ακριβώς σε αυτό που οι άλλοι αποκαλούν πρόκληση και που φυσικά καθόλου τέτοια δεν είναι. Το περιεχόμενο ενός pride σαν αυτό του Σαββάτου, όσα και όποια ρητά διατυπωμένα αιτήματα κι αν έχει, επιτελεί έτσι κι αλλιώς και μια άλλη λειτουργία. Να φέρει στο προσκήνιο, στα τσιμέντα της Σταδίου και της πλατείας Συντάγματος το σώμα όπως θέλει ο καθένας να είναι, δηλαδή ημίγυμνο, γυμνό, ντυμένο έτσι, ντυμένο αλλιώς, βαμμένο λίγο, βαμμένο πολύ και πάει λέγοντας. Φέρνοντας σε αμηχανία αυτόν που κοιτάζει με τα μάτια του κοινωνικά κανονικού, το σώμα αποδεικνύει τις πολλαπλές καταπιέσεις και την φοβερά δυνατή κυρίαρχη πίστη σε αυτή τη μέση νορμάλ κατάσταση είτε αυτή είναι η πατρίς θρησκεία οικογένεια του δεξιού είτε ο σοβαρός αντικαπιταλισμός του αριστερού.

Έτσι αργότερα, όταν στα γκαζόν πέφτουν βροχή τα φιλάκια που δεν συνηθίζουν να πέφτουν βροχή στο δημόσιο χώρο, η ενσωμάτωση κάνει μερικά βήματα πίσω.

Θα κάνω λίγο αέρα με τη βεντάλια της Στέγης και όλα θα ξαναρθουν στα ίσα τους, αφού το θέμα μου δεν είναι στ’ αλήθεια το pride, αλλά ότι η κριτική για έλλειμμα ριζοσπαστικότητας μοιάζει να εκκινεί από θέσεις βουλιαγμένες μες στην κυρίαρχη αντίληψη για το τι συνιστά κανονική καθημερινότητα.

Δευτέρα.

Στο μετρό Ομόνοια μπαίνουν δύο πρεζάκια. Κάθεται ο ένας δίπλα μου και ο άλλος απέναντί μου. Ο άλλος που καθόταν στην τετράδα σηκώνεται αμέσως και στέκεται παραδίπλα όρθιος. Δεν ξέρω αν φταίνε οι κλασσικές επαναλαμβανόμενες υποδείξεις απ’ το ηχείο να προσέχουμε τα προσωπικά μας αντικείμενα ή η μυρωδιά. Η μυρωδιά των ανθρώπων που έχουν μείνει μέρες στο δρόμο. Η μυρωδιά των ανθρώπων που δεν έχουν αλλάξει ρούχα για μέρες. Μετά από λίγη ώρα, η συζήτησή τους γίνεται σε σχετικά δυνατούς τόνους.

– Ναι ρε φώτα στη βουλή. Τί άλλο θα δούμε ρε μαλάκα; Τί άλλο;

– Τί τι άλλο; Είδες τι είπε πάλι ο Τούρκος;

– Όχι ρε. Για πες.

(έχει γείρει μπροστά και δεν ακούω καλά)

– Το πάνε επιθετικά ρε. Έχει και εκλογές τώρα. Ο Ερντογάν βγαίνει και λέει διάφορα.

– Ναι και οι δικοί μας δεν κάνουν τίποτα. Τίποτα.

– Τι να κάνουνε μωρέ, αφού την εξουσία την έχουν κάτι αδερφές.

Σιωπή. Στο Σύνταγμα κατεβαίνω. Το τελευταίο πράγμα που ακούω είναι το παρακάτω:

– Κάτι τέτοιες στιγμές λέω, μακάρι να ‘χαμε τουλάχιστον τον Αντρέα τον Παπανδρέου.

Advertisements

1 σχόλιο

Filed under Uncategorized

κλικς

Είναι αργά και καθώς μετακινούμαι απ’ τον καναπέ προς το κρεβάτι, παρατηρώ ότι ο γάτος στέκεται σ’ ένα περίεργο σημείο στο χωλ. Έχει συγκεντρωθεί σε ένα και μόνο σημείο, όλο του το σώμα είναι ακινητοποιημένο, βρίσκεται σε θέση μάχης. Όχι μόνο έχει εντοπίσει μέσα στα σκοτάδια την κατσαρίδα, αλλά την έχει στριμώξει με τέτοιο τρόπο, ώστε αποδεικνύεται πανεύκολο να σηκώσω την παντόφλα και να κατεβάσω με φόρα μια, δύο, τρεις και τέσσερις φορες – καλύτερα να είμαστε σίγουροι. Ύστερα από λίγο ξανακοιτάζω τον γάτο που τεντώνεται και χασμουριέται (με τους κυνόδοντες να ξεπροβάλλουν, ένα σωστό γούνινο δρακουλίνι). Θα ήθελα να του πω ένα ευχαριστώ για τη βοήθεια, αλλά για να είμαι ειλικρινής, αυτό που αναβλύζει από μέσα μου είναι μια μικρή μίζερη ψευτονυσταγμένη γκρινίτσα – έφτασε πολύ μέσα η κατσαρίδα, δε νομίζεις; δε μπορούσες να τη σταματήσεις κοντά στη μπαλκονόπορτα; έπρεπε να έρθει ως εδώ; έλα πάμε, λίγη εγρήγορση παρακαλώ.

Αυτό λέγεται αχαριστία.

***

Είναι απογευματάκι και είμαι έξω στη γειτονιά, βόλτα με το σκύλο. Κάποια στιγμή παρατηρώ έναν τύπο, εκεί γύρω στα πενήντα. Λεπτός, ψηλός, μαύρα μαλλιά, μπλε τζιν, πιο σκούρο μπλε κοντομάνικο με γιακαδάκι και ένα απ’ αυτά τα δερμάτινα τσαντάκια στο ένα χέρι, ενώ στο άλλο κρατάει μια πίπα. Τον προσέχω περισσότερο, γιατί περπατάει αργά. Περπατάει πραγματικά αργά. Κάνει μικρά βήματα, τραβάει τζούρες και κοιτάζει δεξιά αριστέρα με νωχελικό τρόπο. Σταματάει στην άκρη του πεζοδρομίου για να περάσει το αυτοκινήτου ενώ έχει χρόνο να περάσει. Προσπαθεί επισταμένως να πηγαίνει διαρκώς απ’ το πεζοδρόμιο, παρόλο που σχεδόν παντού το πεζοδρόμιο είναι σχετικά στενό και υπάρχουν δέντρα, αυτοκίνητα και άλλα εμπόδια. Αυτός περπατάει αργά, πολύ αργά, καπνίζει και ατενίζει τον νεοσμυρνιώτικο ορίζοντα. Τον πετυχαίνω τρεις, τέσσερις μέρες συνεχόμενες. Είναι η ώρα που γυρνάει απ’ τη δουλειά υποθέτω, και παίρνει το χρόνο του για να επιστρέψει σπίτι, απολαμβάνοντας ό,τι τέλος πάντων υπάρχει να απολαύσει. Αλλά τη μία μέρα τυχαίνει και περπατάει μπροστά μου, με καθυστερεί γιατί ο σκύλος, λες και το κάνει επίτηδες υιοθετεί την ταχύτητά του. Περιμένουμε και ένα δυο αυτοκίνητα να περάσουν ενώ δε χρειαζόταν καθόλου να κάνουμε κάτι τέτοιο, αλλά έχουμε κολλήσει ακριβώς από πίσω του. Καταλαβαίνω ότι έχω εκνευριστεί, καταλαβαίνω ότι βιάζομαι, καταλαβαίνω ότι όσο διήρκεσαν τα δέκα παραπάνω δευτερόλεπτα που περιμέναμε μέχρι να διασχίζουμε το δρόμο έκανα ασυναίσθητα την κίνηση να βγάλω το κινητό – ίσως λίγο ινσταγκραμ; δεν αντέχεται αυτή η αναμονή, αυτή η βραδύτητα.

Τον προσπερνάω με δυσκολία, αυτός κάπως σα να γνέφει ένα γεια, αλλά εγώ συνεχίζω να προχωράω δύσκολα, γιατί ο σκύλος φαίνεται να προτιμάει τους ρυθμούς αυτού του τύπου και μάλιστα αποφάσισε υπέρ τους με τρόπο τόσο οριστικό, ώστε λίγο πριν φτάσουμε σπίτι σχεδόν τον τραβούσα απ’ το λουρί, λίγο ακόμη και θα τον έσερνα κανονικά. Πάντως με το που μπήκαμε, για κάποιο λόγο, μισοθυμήθηκα ένα απόσπασμα και με έπιασε αυτή η αίσθηση του επείγοντως, που πριν ακόμη βάλω φαΐ στον απογοητευμένο μέχρι αηδίας σκύλο, το έψαξα και το βρήκα:

“Πολλοί πιστεύουν ότι οι άνθρωποι εκπαιδεύουν τους σκύλους. Στην Αθήνα ισχύει το αντίθετο, οι σκύλοι εκπαιδεύουν τους ανθρώπους, τους μαθαίνουν να περπατούν στην πόλη ξανά και να μιλούν με αγνώστους”.

Απόλαυσα το κομμάτι και κάποια ακόμη απ’ το βιβλιαράκι, σαν την πρώτη φορά, έβαλα φαΐ στο σκύλο, αλλά και πάλι αν θέλω να είμαι ειλικρινής, η βραδύτητα του τύπου παρέμενε μέσα μου κάτι που προκαλούσε μια κάποια ελαφριά δυσφορία. Βιαζόμαστε, ήθελα να πω, σε κάποιον για κάποιο λόγο, αλλά δεν βιαζόμουν στ’ αλήθεια, μόνο δυσφορούσα με τη βραδύτητά του.

Και αυτό, αχαριστία λέγεται.

***

Ο ταξιτζής μπροστά μου, μιλάει στο κινητό ή κάτι κοιτάζει στο gps, πάντως χασομεράει και χάνουμε το φανάρι. Πριν προλάβω να σιχτιρίσω, βλέπω την κοπέλα που περνάει τη διάβαση. Φοράει ένα ωραίο σκούρο στενό παντελόνι που σταματάει λίγο πριν τον αστράγαλο και κρατάει ένα χαρτοφύλακα που για κάποιο λόγο μου φαίνεται πολύ σημαντικός. Δεν βλέπω ακριβώς το πρόσωπό της, αλλά αν έπρεπε να μαντέψω θα έλεγα ότι είναι πολύ όμορφη. Εντωμεταξύ έχει περάσει απέναντι, και σταματάει στη δεύτερη πόρτα – ακριβώς δίπλα στο παραθυρό μου δηλαδή – ακουμπάει κάτω το χαρτοφύλακα, κάτι που μου κάνει εντύπωση αφού είπαμε είναι πολύ σημαντικός, και χτυπάει το κουδούνι. Κοιτάζω με αυτή την αγωνία που σε πιάνει καμιά φορά σε ΜΜΜ ή σε λεωφόρους που τα φανάρια κρατάνε λίγο και κάποιος κάθεται κάπου μπροστά ή διαγώνια και σε πιάνει μια αίσθηση ότι θες να δεις το πρόσωπό του, σε πιάνει ξαφνικά φοβερή περιέργεια, αλλά το φανάρι γίνεται πράσινο, το πρόσωπο δεν γυρνάει ποτέ προς τα σένα και αν ήταν κομμάτι μιας ταινίας και όχι της πραγματικότητας αυτή η λεωφόρος, μάλλον θα πάταγες γκάζι και θα έκανες σφήνες μέχρι επιτέλους να σου αποκαλυφθεί αυτό το πρόσωπο. Αλλά εν προκειμένω είμαι τυχερός. Ναι μεν δεν γυρνάει το πρόσωπο, αλλά δεν ανάβει και το φανάρι. Το επόμενο δευτερόλεπτο όμως ανοίγει η πόρτα. Ακούω ένα καλώς τη και βλέπω το χέρι του άντρα που της κάνει νόημα να μπει μέσα. Ή μάλλον βλέπω το ύποπτο τατουάζ (κάτι σαν μαίανδρος;) στο χέρι του άντρα που της κάνει νόημα να μπει μέσα. Σηκώνω το βλέμμα και την ώρα που αυτή σηκώνει τον χαρτοφύλακα και εντέλει περνάει την είσοδο, βλέπω ότι το κτίριο αυτό είναι γραφεία του Σώρρα. Την ίδια στιγμή, ανάβει και το πράσινο.

***

Μου κρατάνε το ασανσέρ. Δύο άντρες γύρω στα σαράντα, σαρανταπέντε, στα καθαρά και καλοσιδερωμένα τους κοστούμια. Κρατάνε πακέτα τσιγάρα και οι δύο στα χέρια τους. Κατεβαίνουν για διάλειμμα, υποθέτω. Στέκομαι μπροστά τους με πρόσωπο στην πόρτα του ασανσέρ που κατεβαίνει σταδιακά τους ορόφους. Από πίσω μου ακούω:

-Είναι και αυτό ένας τρόπος να μειώνεται η απόσταση. Να υπάρχει μεγαλύτερη επαφή. Να τα πηγαίνω και να τα φέρνω ας πούμε από το μπάσκετ.

-Ναι ναι.

-Να τα έχω περισσότερο, να τα βλέπω περισσότερο, κατάλαβες;

-Ναι ναι.

-Δεν πιστεύω να μου πει όχι.

-Όχι ρε, δε θα σου πει όχι.

-Όχι γιατί άμα μου πει..

-Δεν το πιστεύω ρε, μην το λες καν, δε θα σου πει όχι.

-..

-Γιατί να σου πει όχι; Θα ήταν κακοήθεια. Δε λέει όχι.

-Κι εγώ έτσι πιστεύω.

-Ναι ρε, μην το σκέφτεσαι καν.

-Δε θα μου πει όχι, γιατί να μου πει όχι, ναι θα πει.

Ισόγειο. Καθώς φτάνω πρώτος στην είσοδο του κτιρίου, οι δύο τους τρία τέσσερα βήματα πίσω, τους κρατάω την πόρτα. Έχει ήδη βγάλει το τσιγάρο απ’ το πακέτο και το κρατάει σβηστό στα χείλη. Ευχαριστώ λέει κι εγώ ακούω πάλι δε θα μου πει όχι, γιατί να μου πει όχι, ναι θα πει. Σα να βρέθηκα στη λούπα μιας ιδιωτικής παράστασης ενός ερασιτεχνικού θίασου. δε θα μου πει όχι, γιατί να μου πει όχι, ναι θα πει. Με το που βγαίνουν, περπατάνε δέκα μέτρα, στέκονται κάτω από ένα δεντράκι στον πεζόδρομο και νομίζω πως ο ένας λέει στον άλλον μόνο τα ίδια λόγια. Καπνίζει και τα λέει. -δε θα μου πει όχι, γιατί να μου πει όχι, ναι θα πει. Τζούρα και τα ξαναλέει. δε θα μου πει όχι, γιατί να μου πει όχι, ναι θα πει.

***

33130975_2187238541303025_3439529451245797376_n.jpg

οδός Αριστοτέλους καμένη στο φως, το πρωινό μετά την κατσαρίδα.

1 σχόλιο

Filed under Uncategorized

διάσπαρτα κομμάτια αυγούστου

Απ’ όλους μας αυτός είναι ο πιο ευτυχισμένος γιατί δεν έχει καμμιά ιδέα σχηματισμένη εκ των προτέρων για το τι ζητεί σ’ αντάλλαγμα για τον έρωτά του. Και το ν’ αγαπά κανείς έτσι, με τέτοιον απρομελέτητον τρόπο, είναι κάτι που οι περισσότεροι πρέπει να μετεκπαιδευθούν σ’ αυτό όταν περάσουν τα πενήντα. Τα παιδιά αγαπάνε μ’ αυτό τον τρόπο. Το ίδιο κι αυτός. Δεν αστειεύομαι.

Λώρενς Ντάρρελ

και να τρεις εικόνες καλοκαιριού:

  • μια ριγέ ασπρόμαυρη φούστα, η φωτογραφία όλο πόδια και σεντόνι.
  • το λιγοστό μαύρο τριχωτό ανάμεσα στα πόδια. Η γυναίκα ξαπλωμένη, το ένα πόδι απλωμένο, το άλλο λυγισμένο. Ένα καλά τακτοποιημένο πλαίσιο ευτυχίας.
  • η στιγμιαία παράδοση του σκηνικού σ’ ένα τζιν σορτσάκι.

21291611_1886561661370716_1320698911_n

Είμαστε αιχμάλωτοι της μητροπολιτικής βαναυσότητας, της ανελέητης τρεχάλας και της πόζας που επιμένει σώνει και ντε ότι εδώ συμβαίνει κάτι πάρα πολύ καινούριο, πάρα πολύ ενδιαφέρον. Ταυτόχρονα, είμαστε αιχμάλωτοι του θερινού φολκλόρ και του επιβεβλημένου δέους μπροστά στην φυσική ομορφιά.

και να άλλη μια εικόνα καλοκαιριού:

  • Μπαλκόνι με κίτρινα πατζούρια και ξύλινες καρέκλες και ο αέρας να μας χαϊδεύει, πότε ελαφρά πότε με τρελή δύναμη. Οι Ξεριζωμένοι του Sebald μια λεπτή χειρονομία, η ασύλληπτη δύναμη των ιστοριών του Πάουλ Μπεράιτερ και του Άμπροζ Άντελβαρτ.

και μια εικόνα για τον αυτόματο σχηματισμό νοσταλγίας:

  • ένα καφενείο με μεγάλα παράθυρα (γαλάζιο και κίτρινο χρώμα σαν πύλες προς ένα βίο γαλήνιο και κάπου πεταμένες άχρηστες οι αγωνίες των καθημερινών μικροϋπολογισμών) κι εμείς να τρώμε αχόρταγα τα πιο βασικά, ντομάτα ψιλοκομμένη και μπόλικο κρεμμύδι.

Αγαπώ τη μπάρα του low profile όσο το βράχο στα δεξιά της Λίμνης ή την πρώτη πολύ μικρή σπηλιά στο Σπαραγαρίο. Μπορώ να ζήσω χωρίς τίποτα απ’ αυτά, αλλά κατά καιρούς ονειρεύομαι το αποκλειστικό βασίλειο του ενός ή του άλλου. Μεταξύ της σκληρότητας της δυτικής μητρόπολης και της σκληρότητας μιας ξεφτιλισμένης επαρχίας, εμφανίζεται η ασφαλής επιλογή μεταξύ μιας ήττας και μιας ήττας. Αλλά εμείς σηκώνουμε το κινητό | φωτογραφίζουμε την ομορφιά, αστική και υπαίθρια | ανοίγουμε τα μάτια | φανταζόμαστε περπατώντας ανάμεσα στ’ ερείπια ότι μπορεί ακόμη να μας περισώσουν αδέσποτες, περιρρέουσες ριπές ομορφιάς. (και όντως κάπως έτσι γίνεται).

21291733_1886561571370725_1956056222_n

μετά τη φωτιά στα Κύθηρα

Και να άλλη μια εικόνα καλοκαιριού:

  • η αιώρα που γίνεται κουκούλι, τα μάτια της σχεδόν κλείνουν και ω, να βουλιάζεις στο βυθό της τρυφερότητας απροστάτευτη και με το κεφάλι εντελώς άδειο.

Ενδεχόμενοι παράδεισοι: Το Τσιρίγο χωρίς Τσιριγώτες, το χωριό μου χωρίς συχωριανούς, η Αθήνα χωρίς το δήμαρχό της ή τους επελαύνοντες μιζεροφασίστες της. Διαγράφω αμέσως τα παραπάνω γιατί αποτελούν σαφές δείγμα ελιτισμού και αλαζονείας, αφού αποδίδουν την ευθύνη για το παρόν χάλι μόνο στους άλλους, ενώ εμείς (οι όποιοι εμείς) υπονοείται ότι κάποιοι είμαστε και κάτι παραπάνω ξέρουμε για τη συνύπαρξη και την ομορφιά και το διαρκές γιόλο.

(Όταν αναφέρομαι σε άλλους τους οποίους κατηγορώ ανελέητα από μέσα μου εννοώ: τους ξενοδόχους και εστιάτορες που δε θέλουν τους ελεύθερους κατασκηνωτές αλλά τον «τουρισμό της καγιέν», τους αγαπητικούς των στρατοπέδων συγκέντρωσης, τους εκτοξευτές μίσους απέναντι σε καθετί που δεν περιλαμβάνεται στο γνωστό τρίπτυχο πατρίς – θρησκεία – οικογένεια (και άλλα υπερσυντηρητικά σχήματα), τους ανθρώπους που μετέτρεψαν τις κοινές αυλές τους σε σκουπιδότοπους και τις παραλίες τους σε μπιτς μπαρ, τους πολύπλευρους ευαγγελιστές της ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ. Τους σιχαίνομαι και τους θεωρώ σχεδόν αθώους. Κρίμα, σκέφτομαι, και αυτό – το κρίμα – πάει σε μένα.)

21396840_1886561558037393_318990234_n.jpg

να μια εικόνα καλοκαιριού:

  • Το ρόδο της Ιεριχού (ή ρόδο της νεκρανάστασης ή ρόδο της Παναγίας). Το ακουμπάμε σε ένα πράσινο πλαστικό βαθύ πιάτο, ρίχνουμε νερό και ανοίγει, πρασινίζει, ανθίζει. Το ξεχνάμε και γίνεται μια κλειστή, ξερή μπάλα. Θέλει πότισμα το καθετί, ενώ εμείς έχουμε κάνει επί χρόνια σκληρή προπόνηση στην αυτοματοποιημένη εγκατάλειψη.

Όταν κουρνιάζει μια γάτα ή ένας σκύλος στα πόδια σου στο κάτω μέρος του κρεβατιού, στ’ αλήθεια δεν κουρνιάζει μια γάτα ή ένας σκύλος. Υπάρχει μια εστία ζέστης παρηγορητικής, παρόμοια με αυτή που αισθάνεσαι όταν κοιτάς έναν αγαπημένο φίλο να κάνει κάτι ανιαρό και κοινότοπο. Λυγίζεις όταν βλέπεις κάποιον να μαζεύει το μαγαζί μετά το κλείσιμο, να τινάζει τα πατάκια, να ρίχνει νερό στο φλιτζάνι του καφέ πάνω απ’ το νεροχύτη.

και να δύο εικόνες καλοκαριού:

  • ανάσκελα γυμνοί διαβάζουν μισοκοιμισμένοι, έχοντας ξεπεράσει το σημείο βρασμού, ο ιδρώτας έχει στεγνώσει και η αίσθηση ότι το φως τους καθηλώνει, τους καρφώνει στο έδαφος, σα να σε ισοπεδώνει μια δύναμη φιλική. Αλυσοδεμένοι στη ζωή, βγαίνει αβίαστος ο φριχτός πομπώδης τίτλος, αλλά η ουσία είναι ότι κάτι υπάρχει σ αυτή την ακινησία και άντε να το εντοπίσεις.
  • απόγευμα, οι καρέκλες έξω απ’ το σπίτι. Στο χωριό Κ., και σε κάθε χωριό, μια γυναίκα κάθε απόγευμα κάθεται σταυροπόδι καπνίζοντας και κοιτάζει τα αυτοκίνητα ντόπιων και τουριστών που περνούν πολύ κοντά της, στο ύψος των ματιών. Κι όλο κοιτάζει και καπνίζει.

Πώς σου ήρθε η ιδέα ότι το πιο θαυμάσιο πράγμα που θα μπορούσα να κάνω στη ζωή ήταν να’ μαι υπάκουος;

Φίλιπ Ροθ

 

 

3 Σχόλια

Filed under ασυναρτησίες, Uncategorized

παραμονές

1. Παρόλο που το σινεμά που προτιμώ είναι αυτό του Mike Leigh, του Ken Loach, του Spike Lee του Fatih Akin (και πάει λέγοντας), καμιά φορά με πιάνω να σκέφτομαι ότι να, τώρα αυτό που (δε) λέω από μέσα μου, αυτή η ατμόσφαιρα που με έχει κυκλώσει εσωτερικά, αυτό το αίσθημα που δεν έχει βρει λέξεις αλλά είναι τόσο ξεκάθαρο, θα ήθελα να το αφηγηθεί ο Terence Malick. Καθώς περπατάω στην οδό Αριστοτέλους και δεν έχω λόγια να πω τη συνθήκη που έχω φτιάξει μέσα στο μυαλό μου, τη συνθήκη που με περιβάλλει, τις σκέψεις που δεν παίρνουν λόγια, μου έρχεται ο Malick. Τα μάτια μου, σαν κάμερα, αρχίζουν να κινούνται, καταγράφοντας με ακρίβεια και τρυφερότητα, περικυκλώνοντας το θέμα, χαϊδεύοντάς το, αγκαλιάζοντάς το. Ποιο είναι το θέμα; Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα μέσα στην οποία σιγοβράζουν οι αφορισμοί που συμβαίνουν μέσα στα σωθικά μου. (Στην πραγματικότητα αμφισβητείται η ύπαρξη του θέματος – είναι ένα αίσθημα αγνώστων στοιχείων, αταυτοποίητο. Ένας κυκλώνας – ήρεμος πάντως – αποφάσεων, ενδείξεων, παρατηρήσεων, συγκινητικών στιγμών, πιθανοτήτων, κόμπων και ίσιων γραμμών).

Μια γυναικεία φιγούρα γυρίζει γύρω από έναν άγνωστο ήρωα. Με τεντωμένο χέρι διαγώνια προς τα κάτω και ανοιχτά δάχτυλα που απλώνονται παράλληλα με το έδαφος. Λες και το χέρι είναι άξονας που την κρατά σταθερή σ’ ένα σημείο του κόσμου και το κορμί γυρνά απαλά γύρω του. Ένας άνθρωπος με λειτουργία υδρογείου ή διαβήτη.

Επόμενα πλάνα: Χορτάρια στον άνεμο. Ένας άντρας με γυρισμένα μπατζάκια  βρέχει τα πόδια του σε μια ακτή. Σκηνές από πάρτυ, γεμάτα ποτήρια, έρημες λεωφόροι. Κι ύστερα η φωνή του αφηγητή, άντε τώρα να διαλέξεις ποιον θες σ’ αυτό το ρόλο, ας μείνει καλύτερα κι αυτός αταυτοποίητος.

Τι λέει η φωνή;

to_the_wonder_terrence_malick_33

2. Άραγε πως νιώθει ο αφρικανός την ώρα που βλέπει να έρχονται τα μέλη της ανθρωπιστικής αποστολής από τη βόρεια Ευρώπη;

Αν και συμπαθείς στη συντριπτική πλειοψηφία τους, ξένοι, κυρίως ευρωπαίοι αλλά και αμερικανοί, δημοσιογράφοι και ακτιβιστές δημιουργούν ανάμεικτα συναισθήματα στους κατοίκους της περιοχής των Αθηνών. Είναι συγκινητικό (και έχει και πλάκα) το ενδιαφέρον τους για τα βάσανα των αιχμαλώτων της επταετίας της καταστροφής που διανύουμε. Ο κόσμος του βοηθά, τους απαντά, τους υποδεικνύει. Αλλά από ένα σημείο και μετά πολλοί ντόπιοι, όχι απαραίτητα συνειδητά, τους κοιτούν με μισό μάτι. Κανείς δεν αγαπάει τον τουρίστα, ακόμη κι αν αυτός έρχεται με τις καλύτερες των προθέσεων, γιατί αυτός κρύβει πάντα κάτι απ’ το βλέμμα του καταχτητή, του εμπόρου, του συλλέκτη εξωτικών στιγμών κι ζόρικων εμπειριών.

Όπως πάμε εμείς στα μικρά νησιά του καλοκαιριού και αρχίζουμε να πετάμε με ρυθμούς πολυβόλου τις φυσιολατρικές διαπιστώσεις (αχ, εδώ ζείτε μέσα στην ομορφιά, αλί σε μας) σε συνδυασμό με τις συμβουλές του ασυγκράτητου ξένου (ίσως θα έπρεπε να έχετε μια πιο οικολογική προσέγγιση στο συγκεκριμένο θέμα – το δημοτικό συμβούλιο τι κάνει – έχω μερικές ιδέες για την προστασία και την ανάδειξη του τοπίου). Όμως είμαστε εκεί για είκοσι μέρες (στην καλύτερη) και έχουμε επιλέξει με προσοχή τη σαγιονάρα, το μαγιώ και το σλόγκαν της μπλούζας μας, προκειμένου να φτάσουμε στην ψυχική ανάταση και την ένωση με το τοπίο μια ώρα αρχύτερα.

Το διάλειμμά σου, η ζωή μου.

malick_article_story_large

3. Έμπλεξα τις προάλλες πάλι σε αυτή την ανόητη συζήτηση: τίποτα δεν γίνεται στην Ελλάδα (λογοτεχνικά), δεν γράφεται τίποτα της προκοπής. Έχασα γρήγορα την ψυχραιμία μου και η κουβέντα πήγε στα γενικά και θεωρητικά και άκρη φυσικά δεν βγήκε. Μετά σκεφτόμουν ότι θα μπορούσα απλά να πω ότι μετά το καλοκαίρι διάβασα Παπαμάρκο, Ξυλούρη, Παπαντώνη, Παπαδάκη και αυτό θα ήταν αρκετό.

Μικρές τραγωδίες που κλονίζουν τη δυνατότητα να λες ΕΧΩ ΔΙΚΙΟ ΓΙΑ ΟΛΑ. Πήρα τον «Καρυότυπο» του Παπαντώνη περισσότερο για να έχω επιχειρήματα να κράξω κάποιον που αντιπαθώ και που το εκθείαζε. Άλλωστε οι κριτικές του συγγραφέα στην εφημερίδα δε μου άρεσαν καθόλου, σα να είχαν ένα περίεργο ύφος, τέτοιο που είχε σίγουρα αυτός που το εκθείαζε. Το ξεκίνησα σχεδόν γκρινιάζοντας δυνατά, σαν αναγνωστικός Αλέφαντος, αν ήμουν σκίτσο τα συννεφάκια δίπλα μου θα έλεγαν καμιά εκατομμυριοστή έλα μωρέ έλα μωρέ έλα μωρέ έλα μωρέ έλα μωρέ.

Σήμερα, η κατάσταση περιγράφεται ως εξής: είμαι μεταξύ της απόφασης να το ξαναδιαβάσω και της γκρινιάρικης ανυπομονησίας για το επόμενο βιβλίο του συγγραφέα.

Τίποτα δεν είναι σίγουρο, ακόμη και ένας εντελώς αντιπαθής τύπος μπορεί να προτείνει ένα ωραίο βιβλίο, αν και για να δικαιολογήσω τον εαυτό μου, κάτι τέτοιο προφανώς είναι ένα γεγονός σπάνιο, σχεδόν εξωπραγματικό.

perspectivemalick_baskin

4. Το πρωί συνάντησα στο δρόμο τη μάνα του γάτου μου. Δηλαδή τη μάνα που τον παράτησε στο μπαλκόνι μου, μία μέρα αφού τον γέννησε. Στέκεται και με κοιτάει, κάνω κι εγώ το ίδιο. Δεν περιμένω καμιά ερώτηση, έστω τυπική, ένα δείγμα ανησυχίας, ένα ελάχιστο νεύμα και φυσικά δικαιώνομαι. Απλά στέκεται και με κοιτάζει.

Είμαστε μ’ ένα τρόπο μάνες του ίδιου παιδιού, αλλά δεν ξέρω τίποτα γι’ αυτή, μόνο μια σκόρπια κουβέντα μια γειτόνισσας. Καταραμένη τη φωνάζω. Όλο γεννάει παιδιά και τα παρατάει. Όλη την ώρα αυτό κάνει. Κακίες πιθανότατα, αλλά κι αυτή δεν δείχνει καμία διάθεση να υπερασπιστεί τον εαυτό της, να παρουσιάσει κάποια επιχειρήματα υπέρ της, να αποκαταστήσει το όνομά της (το πραγματικό εννοώ) στα μάτια μιας αυστηρής, σε οικογενειακά ζητήματα, συνοικίας. Είναι αλήθεια, η γειτονιά έχει έντονες ευαισθησίες. Ακόμη συζητάει βγαίνοντας απ’ το ψιλικατζίδικο ή απ’ το να στο άλλο μπαλκόνι γι’ αυτόν τον σύζυγο που δέρνει τη γυναίκα του. Κάθε τόσο το ίδιο γίνεται.

Την κοιτάζω για ώρα, διπλωμένος στο παλτό μου, κάνω κι ένα δυο βήματα να την πλησιάσω λίγο ακόμη. Μένει ακίνητη, αδιάφορη, σα να μη καταλαβαίνει τίποτα. Για λίγο αιωρούμαι μεταξύ του καλά είναι, μην ανησυχείς και του μάνα είσαι συ;  αλλά δεν λέω τίποτα. Ποιος είμαι γω να κουνήσω το δάχτυλο ή ακόμη περισσότερο να συγχωρήσω μια τέτοια πράξη;

screen-shot-2011-06-03-at-4-20-13-am

5. Τέτοιες μέρες επετειακές – γενέθλια, πρωτοχρονιές, σημαδιακές ημερομηνίες και άλλα παρόμοια – σκέφτεσαι αναπόφευκτα κάτι σχετικό με το χρόνο.

Λέει κάπου η Λισπέκτορ στην «ώρα του αστεριού»  τα πράγματα είναι πάντοτε παραμονές, αλλά τι παραμονές. Παραμονές μιας αλλαγής βλέμματος. Με τον καιρό αντιλαμβάνεται ο καθένας ότι έχει πει ήδη πολλές φορές από σήμερα βλέπω τα πράγματα αλλιώς  ή από σήμερα είμαι άλλος. Αλλά η κατάσταση, η εσωτερική κατάσταση, αυτή που δίνει όνομα και νόημα στα πράγματα, μένει ακριβώς ίδια. Το βλέπουμε καθαρά σε κάποιους πολιτικά κατασταλαγμένους. Ορκίζονται στις νέες ερμηνείες, στο άκουσμα του καιρού και άλλα παρόμοια και το νέο τους βλέμμα μπορεί να κοιτάξει μόνο εντός του ίδιου πλαισίου που ανάλογα την εποχή δικαιώνεται περισσότερο ή λιγότερο, πάντως να αλλάξει δεν μπορεί.

Πως άραγε γλιτώνεις απ’ την ασφυξία, απ’ τη στασιμότητα και την αναβολή; Στη χούφτα σου κλεισμένη σφιχτά, αυτή η φράση της Λισπέκτορ τα πράγματα είναι πάντοτε παραμονές. Σε γρατζουνάει, σε γκρεμίζει, σε ξυπνάει στη μέση της νύχτας. Έρχεται στα χέρια σου, ως αγγελιοφόρος ανησυχητικών εξελίξεων, ως υπενθύμιση καθετί αναπόφευκτου, ως σπρώξιμο και ως ο ήχος ενός γκονγκ που χτυπάει για κάθε καλό και κακό. Παραμονή της αλλαγής βλέμματος, παραμονή αυτού που θα συμβεί.

Αυτό ήθελα να λέει η φωνή του αφηγητή. Τη φράση της Λισπέκτορ.

1 σχόλιο

Filed under ασυναρτησίες, Uncategorized

χαρά

// κειμενάκι γραμμένο για το project χαρά που η ομάδα [nomades artcore] πραγματοποίησε στη Μυτιλήνη στις αρχές Αυγούστου //

Μοιάζει με έκρηξη. Το παιδί που παίρνει φόρα και πηδάει απ’ το βράχο στη θάλασσα κρατώντας σφιχτά με τα χέρια του τα λυγισμένα γόνατα. Μπόμπα. Σηκώνεται ένα νερένιο μανιτάρι, ακούγεται ένας γδούπος, ένα τεράστιο ανθρώπινο βότσαλο στη θάλασσα και το νερό φτάνει ψηλά και καταβρέχει τους υπόλοιπους. Χαρά. Έχει καύσωνα, ήσουν κολλημένος στην κίνηση, ιδροκοπάς, φτάνεις, η άμμος καίει, πετάς τη μπλούζα όπως όπως και βουτάς τρέχοντας. Χαρά. Τέλειωσες τη δουλειά, το πουκάμισο σε στενεύει, η τσάντα είναι βαριά, κάθισες στο τραπεζάκι στον πεζόδρομο, ήρθε η παγωμένη μπύρα. Χαρά. Ξεκλειδώνεις, γυρνάς σπίτι μετά από κάμποσες ώρες, ο σκύλος έχει κολλήσει τη μούρη του στην πόρτα. Κουνιέται η ουρά του πέρα δώθε, κουνιέται και το σώμα του ολόκληρο. Πηδάει πάνω σου, λυγίζει τα πόδια του, κάνει κύκλους γύρω απ’ τον εαυτό του. Ο σκύλος ξέρει να σου πει τί θα πει χαρά. Χαρά. Το παγωτό καϊμάκι, τα σταφύλια, το παγωμένο νερό, ένα σαρδάμ μπροστά στους φίλους, ο μεσημεριανός ύπνος σε αυλή, τα γεμιστά, οι λαχανοντολμάδες, τα εισιτήρια για το ταξίδι εκδόθηκαν, μεθύσι καθημερινή απόγευμα, συναυλία και όλοι χορεύουν, αυτοσχέδια ερμηνεία άπαιχτου ακόμη μιούζικαλ στο σαλόνι, ο Μπομπ Ρος και συ στον καναπέ νυσταγμένος, τα χαστουκόψαρα, τα κείμενα κάποιας ouming, ονειρεύεσαι στον ξύπνιο, κάποιος που λέει με φοβερό τρόπο ανέκδοτα, μια αιώρα, ένας θερινός κινηματογράφος, ένα παιδί κάνει μια απίθανη ερώτηση, ο ήλιος τον Μάιο, τον Σεπτέμβριο, το Φεβρουάριο. Χαρά. Πέτυχες τη Χαρά τη χορεύτρια στο δρόμο. Διάβασες τους Πτυχιούχους. Άκουσες ένα οποιοδήποτε τραγούδι τη στιγμή ακριβώς που το χρειαζόσουν. Ήσουν στο μαιευτήριο, στα γενέθλια, στην αίθουσα αναμονής και όλα πήγαν καλά. Την παρατήρησες τη στιγμή που περνούσε, έπιασε με τη χούφτα της το βασιλικό και τον κούνησε ελαφρά. Γυρνάς πατημένος στην εθνική για να προλάβεις, μετανιώνεις την ίδια στιγμή που τρέχεις, αλλά τρέχεις, φτάνεις, προλαβαίνεις και ιδού μια αγκαλιά που μετανιώνεις ακόμη περισσότερο που έτρεχες, αλλά εσύ νιώθεις μόνο χαρά. Ατόφια χαρά. Σου έκαναν ένα δώρο. Έκανες ένα δώρο. Ήταν ένα μπλουζάκι που πάνω έχει μια ατάκα που θα την καταλάβει μόνο η παρέα. Γελάς και τη φοράς σαν πολύτιμο λάφυρο και σαν πανοπλία. Μπήκε η κωλόμπαλα, μιάμιση ώρα παρακαλάς, μπήκε. Χαρά. Γαλακτομπούρεκο. Κεράσια. Ουίσκι. Τάβλι στο χωριό. Πανηγύρι σε άσχετο χωριό, τρως μέχρι σκασμού και πίνεις και στο τέλος είσαι ο τελευταίος στο χορό. Σε σέρνουν. Σε σέρνουν σ’ αυτό το μέρος που είναι άβολα και βολικά, γνώριμα και νοσταλγικά, που είναι εδώ και τώρα και να δεις πως το λένε, το λένε χαρά. Χαρά. Είπε ναι με τη μία, είπε έρχομαι, είπε φίλα με, είπε και τι δεν είπε, μίλαγε διαρκώς. Χαρά. Το παγωμένο ποτάμι στη Φλώρινα, η παλιά πόλη στην Ξάνθη, το πλοίο βγαίνει από το λιμάνι του Πειραιά. Επιτέλους ξαπλώνεις, επιτέλους τους βλέπεις, επιτέλους φωνάζεις, επιτέλους ξεκινάς. Είναι 22 Δεκεμβρίου τα μπαρ της Αθήνας είναι όλα γεμάτα, φωνάζετε και δεν χορταίνεστε. Είναι Αύγουστος και τα αστέρια στο νησί είναι πιο καθαρά απ’ το δρόμο. Περπατάτε αργά, το αλάτι στα μαλλιά, κοιτάτε πάνω και βλέπετε παντού. Που και που κάποιος λέει ένα μισοπετυχημένο αστείο. Περπατάτε αργά. Δεν βιάζεστε. Χαρά.

DSC_0127

2 Σχόλια

Filed under ασυναρτησίες, Uncategorized

διαφημίσεις | εσύ κι ο γρύλος σου

Σ’ αυτή τη χώρα, ως γνωστόν, ελάχιστοι εργάζονται ακούραστα και φιλότιμα 24 ώρες το 24ωρο, επτά μέρες την εβδομάδα. Πόσο μάλλον χθες που ήταν και αργία. Χθες ο μοναδικός που εργαζόταν πυρετωδώς μπορεί να ήταν ο ακάματος πρωθυπουργός μας, ο οποίος προσπαθούσε να χωρέσει σε μία κυβέρνηση, ικανές δόσεις ακροδεξιάς, υστερίας και «μεταρρυθμιστικής ισχύος». Ο μοναδικός; Όχι δα. Κάπου σε ένα δωμάτιο, κάποιοι ανέβαζαν κείμενα και φωτογραφίες κάνοντας δεκάδες λάθη, λάθη επί λαθών και όχι λάθη πάντα λάθη.

the cricket soundwave 2

Το αποτέλεσμα είναι εκτός από νέα κυβέρνηση, σήμερα να διαθέτομεν και νέο σάιτ ( thecricket.gr ). Με την ιδέα να πούμε ιστορίες, να συλλέξουμε μαρτυρίες και – όσο μπορούμε – να κάνουμε και ρεπορτάζ. Ξεκινάμε λοιπόν και έχουμε μεγάλη ποικιλία σε (ευχάριστα πάντα) θέματα. ( χημικά στο Αιγαίο , η ιστορία του Ρασίντ, μια τιτάνια έρευνα για τα παιδιά τις ταυτότητες και το διαδίκτυο, φωτογραφικά αφιερώματα , μια αφήγηση για τις μέρες στο νοσοκομείο της Νίκαιας και ένα σωρό άλλα που υπόσχομαι ότι θα σας ανοίξουν την καρδιά).

Με την ίδια πάντα σοβαρότητα και συνέπεια, με την ίδια βραδύτητα και αναποφασιστικότητα θα συνεχίσουμε και στο προσεχές μέλλον. Εύχομαι να απολαύσουμε όλοι το νέο site όσο θα απολαύσουμε τον αργύρη ντινόπουλο και τον ανδρέα λοβέρδο. Περαστικά μας και με τις υγείες μας. Καλές αναγνώσεις.

1 σχόλιο

Filed under διαφημίσεις, Uncategorized

μικροπολιτική

Κάποιος δύο αυτοκίνητα μπροστά προσπαθεί να παρκάρει.  Σταματάω ακριβώς δίπλα στην ουρά του συσσιτίου στο Κουκάκι. Από το ραδιόφωνο ο δημοσιογράφος ρωτάει τον πρόεδρο για κάποια μεταγραφή. Ο πρόεδρος απαντάει κάτι αόριστο αλλά καθησυχαστικό για τους οπαδούς του θρύλου. Γίνονται συζητήσεις. Αμέσως μετά, ο δημοσιογράφος, κλείνοντας τη συνέντευξη, απευθυνόμενος στους ακροατές υπενθύμισε ότι χρειάζεται και σταυρός, ο πρόεδρος δεν θα βγει έτσι. Στο καπάκι αφού ο πρόεδρος χαιρετίσει, ο δημοσιογράφος ενημερώνει ότι η εφημερίδα της Κυριακής που θα κυκλοφορήσει εκτάκτως Σάββατο θα έχει 5 δωροεπιταγές των δέκα χιλιάδων ευρώ και διπλό cdπυξ λαξ. Ο μπροστινός ολοκληρώνει το παρκάρισμα και ο χατζηνικολάου αποχαιρετά το μαρινάκη.

Στο μυαλό μου έρχονται διάφορες συνεντευξούλες των υποψήφιων δημοτικών συμβούλων του συνδυασμού μώραλη στον Πειραιά, ανάλαφρες, χλιαρές ή επιφανειακά αυστηρές αλλά χωρίς επιμονή σε οποιαδήποτε αυτονόητη ερώτηση, Συνεντεύξεις που πάντα συνοδεύονται από φωτογράφιση με ωραίο φως και καλοσιδερωμένα χαμόγελα. Η καινοτομία, η επιχειρηματικότητα, η γνώση, το λιμάνι.

*

Η μάχη (των ιδεών και της πραγματικότητας) προσεγγίζει τα πιο επικίνδυνα σημεία. Από τη μία η απειλή της νέα φεουδαρχίας. Υποψήφιοι που ετοιμάζονται να μετατρέψουν ολόκληρες περιοχές σε επιχειρηματικά πάρκα, σε έναν αλλόκοτο συνδυασμό ειδικής οικονομικής ζώνης για τον κόσμο της εργασίας και ειδικής ζώνης αναψυχής για τον τουρίστα του κρουαζιερόπλοιου. Και οι ψηφοφόροι ετοιμάζονται να καλωσορίσουν το ρόλο τους ως υπήκοοι (συγγνώμη για τη λέξη -> κλισέ, ξύλινη και κακόηχη), ως πιθανοί εργάτες σε μια δυστοπία, ανάλογη της χειρότερης ταινίας επιστημονικής φαντασίας. Η ψήφος στον κυβερνήτη – αφεντικό θα δοθεί με αντάλλαγμα ένα απίθανα χαμηλό μισθό και το δικαίωμα της σιωπής απέναντι στα πράγματα. Ο Πειραιάς ως μια απέραντη ζώνη επισφάλειας, σερβιτόρων και αόρατων φορτοεκφορτωτών. Ο τουρίστας και ο εφοπλιστής όμως, θα χαμογελούν ικανοποιημένοι, εισερχόμενοι στο θεματικό πάρκο. Πιθανώς κάτι παρόμοιο να συμβεί και στο Βόλο.

Από την άλλη η μη πολιτική ως άλλη όψη της μαύρης αντίδρασης. Οι εκπρόσωποι της λογικής, του αυτονόητου και της μεταρρύθμισης. Αυτοί δηλαδή που μας πετάνε στα μούτρα τέτοιες ασαφείς έννοιες, που δε λένε τίποτα και που δεν εννοούν τίποτα και στην πράξη στηρίζουν μόνο το δικαίωμα στην υστερία του σόπινγκ και το δικαίωμα του εργοδότη στην ελαστικότητα του εργάτη. Οι υποψήφιοι που μιλούν στο όνομα των καταναλωτών.

Μου έκανε εντύπωση, σ’ ένα απ’ αυτά τα άρθρα που παρουσιάζουν συγκεκριμένους υποψήφιους δημοτικούς συμβούλους, ότι οι του Καμίνη επαναλάμβαναν ότι το όνειρό τους για την Αθήνα είναι η πόλη να γίνει ευρωπαϊκή και ασφαλής. Το δεύτερο μένει ασχολίαστο, καθώς ο υποψήφιος της νδ έχει αναλάβει να απαντήσει στις ακροδεξιές, ρατσιστικές επιθυμίες των δημοτών και των τηλεδημοσιογράφων. Αλλά αλήθεια δεν μπορώ να καταλάβω τι σημαίνει για έναν πολέμιο του λαϊκισμού και της αοριστολογίας ότι θέλει να κάνει την πόλη Ευρωπαϊκή.

Αν λοιπόν το ένα σκέλος του μέλλοντος κρύβει εφοπλιστές δημάρχους, το άλλο κρύβει τους τύπους που υπό μια (πολύ χαλαρή πια) επίφαση αγάπης για τη νομιμότητα, είναι ικανοί για την πιο σκληρή αντικοινωνικότητα.

*

Εικόνα

*

Κατά τ’ άλλα, όλα τα παραπάνω μπορεί και να μη σημαίνουν τίποτα. Ως γνωστόν, όλα τα διλήμματα είναι λάθος και καταλήγουν ανεξαιρέτως σε απαντήσεις που στην πραγματικότητα δε θες, ούτε χρειάζεται, να δώσεις. Οι δημοσκοπήσεις, η φράση 2 στους 5 και όλα τα παρόμοια, απλά καθιστούν τον εκβιασμό επίσημο, καθωσπρέπει, νόμιμο. Όπως έγραφε ο Σαββόπουλος όταν ακόμη ήταν άνθρωπος κι όχι φόντο σε ελληνική σημαία: μέσα από την κάλπη τη στατιστική / μας κοιτάζει ο Χάρος / και του τρέχουνε τα σάλια.

Δεν θα αποφύγουμε τη νέα φεουδαρχία ή τον απολιτίκ κυνισμό μιας εκδοχής του rethink αθενς, και καλά ψηφίζοντας σύριζα. Η πιθανότητα της κόλασης έχει ριζώσει βαθύτερα απ’ ότι ίσως φαίνεται, σίγουρα βαθύτερα απ’ το αποτέλεσμα μιας εκλογικής αναμέτρησης, κάπου στο συλλογικό φαντασιακό που αισθάνεται πια άνετα να πορεύεται με δουλίτσες του 300 ευρου και στρατόπεδα συγκέντρωσης για τους ξένους (και τους οφειλέτες).

Παρόλα αυτά, θα ήμουν ανειλικρινής αν δεν παραδεχόμουν ότι αν ψήφιζα πχ. στον πειραιά θα ψήφιζα με κλειστά τα μάτια το λιμάνι της αγωνίας.

4 Σχόλια

Filed under ασυναρτησίες, βούλωσέ το καλύτερα, Uncategorized