Category Archives: Uncategorized

διάσπαρτα κομμάτια αυγούστου

Απ’ όλους μας αυτός είναι ο πιο ευτυχισμένος γιατί δεν έχει καμμιά ιδέα σχηματισμένη εκ των προτέρων για το τι ζητεί σ’ αντάλλαγμα για τον έρωτά του. Και το ν’ αγαπά κανείς έτσι, με τέτοιον απρομελέτητον τρόπο, είναι κάτι που οι περισσότεροι πρέπει να μετεκπαιδευθούν σ’ αυτό όταν περάσουν τα πενήντα. Τα παιδιά αγαπάνε μ’ αυτό τον τρόπο. Το ίδιο κι αυτός. Δεν αστειεύομαι.

Λώρενς Ντάρρελ

και να τρεις εικόνες καλοκαιριού:

  • μια ριγέ ασπρόμαυρη φούστα, η φωτογραφία όλο πόδια και σεντόνι.
  • το λιγοστό μαύρο τριχωτό ανάμεσα στα πόδια. Η γυναίκα ξαπλωμένη, το ένα πόδι απλωμένο, το άλλο λυγισμένο. Ένα καλά τακτοποιημένο πλαίσιο ευτυχίας.
  • η στιγμιαία παράδοση του σκηνικού σ’ ένα τζιν σορτσάκι.

21291611_1886561661370716_1320698911_n

Είμαστε αιχμάλωτοι της μητροπολιτικής βαναυσότητας, της ανελέητης τρεχάλας και της πόζας που επιμένει σώνει και ντε ότι εδώ συμβαίνει κάτι πάρα πολύ καινούριο, πάρα πολύ ενδιαφέρον. Ταυτόχρονα, είμαστε αιχμάλωτοι του θερινού φολκλόρ και του επιβεβλημένου δέους μπροστά στην φυσική ομορφιά.

και να άλλη μια εικόνα καλοκαιριού:

  • Μπαλκόνι με κίτρινα πατζούρια και ξύλινες καρέκλες και ο αέρας να μας χαϊδεύει, πότε ελαφρά πότε με τρελή δύναμη. Οι Ξεριζωμένοι του Sebald μια λεπτή χειρονομία, η ασύλληπτη δύναμη των ιστοριών του Πάουλ Μπεράιτερ και του Άμπροζ Άντελβαρτ.

και μια εικόνα για τον αυτόματο σχηματισμό νοσταλγίας:

  • ένα καφενείο με μεγάλα παράθυρα (γαλάζιο και κίτρινο χρώμα σαν πύλες προς ένα βίο γαλήνιο και κάπου πεταμένες άχρηστες οι αγωνίες των καθημερινών μικροϋπολογισμών) κι εμείς να τρώμε αχόρταγα τα πιο βασικά, ντομάτα ψιλοκομμένη και μπόλικο κρεμμύδι.

Αγαπώ τη μπάρα του low profile όσο το βράχο στα δεξιά της Λίμνης ή την πρώτη πολύ μικρή σπηλιά στο Σπαραγαρίο. Μπορώ να ζήσω χωρίς τίποτα απ’ αυτά, αλλά κατά καιρούς ονειρεύομαι το αποκλειστικό βασίλειο του ενός ή του άλλου. Μεταξύ της σκληρότητας της δυτικής μητρόπολης και της σκληρότητας μιας ξεφτιλισμένης επαρχίας, εμφανίζεται η ασφαλής επιλογή μεταξύ μιας ήττας και μιας ήττας. Αλλά εμείς σηκώνουμε το κινητό | φωτογραφίζουμε την ομορφιά, αστική και υπαίθρια | ανοίγουμε τα μάτια | φανταζόμαστε περπατώντας ανάμεσα στ’ ερείπια ότι μπορεί ακόμη να μας περισώσουν αδέσποτες, περιρρέουσες ριπές ομορφιάς. (και όντως κάπως έτσι γίνεται).

21291733_1886561571370725_1956056222_n

μετά τη φωτιά στα Κύθηρα

Και να άλλη μια εικόνα καλοκαιριού:

  • η αιώρα που γίνεται κουκούλι, τα μάτια της σχεδόν κλείνουν και ω, να βουλιάζεις στο βυθό της τρυφερότητας απροστάτευτη και με το κεφάλι εντελώς άδειο.

Ενδεχόμενοι παράδεισοι: Το Τσιρίγο χωρίς Τσιριγώτες, το χωριό μου χωρίς συχωριανούς, η Αθήνα χωρίς το δήμαρχό της ή τους επελαύνοντες μιζεροφασίστες της. Διαγράφω αμέσως τα παραπάνω γιατί αποτελούν σαφές δείγμα ελιτισμού και αλαζονείας, αφού αποδίδουν την ευθύνη για το παρόν χάλι μόνο στους άλλους, ενώ εμείς (οι όποιοι εμείς) υπονοείται ότι κάποιοι είμαστε και κάτι παραπάνω ξέρουμε για τη συνύπαρξη και την ομορφιά και το διαρκές γιόλο.

(Όταν αναφέρομαι σε άλλους τους οποίους κατηγορώ ανελέητα από μέσα μου εννοώ: τους ξενοδόχους και εστιάτορες που δε θέλουν τους ελεύθερους κατασκηνωτές αλλά τον «τουρισμό της καγιέν», τους αγαπητικούς των στρατοπέδων συγκέντρωσης, τους εκτοξευτές μίσους απέναντι σε καθετί που δεν περιλαμβάνεται στο γνωστό τρίπτυχο πατρίς – θρησκεία – οικογένεια (και άλλα υπερσυντηρητικά σχήματα), τους ανθρώπους που μετέτρεψαν τις κοινές αυλές τους σε σκουπιδότοπους και τις παραλίες τους σε μπιτς μπαρ, τους πολύπλευρους ευαγγελιστές της ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ. Τους σιχαίνομαι και τους θεωρώ σχεδόν αθώους. Κρίμα, σκέφτομαι, και αυτό – το κρίμα – πάει σε μένα.)

21396840_1886561558037393_318990234_n.jpg

να μια εικόνα καλοκαιριού:

  • Το ρόδο της Ιεριχού (ή ρόδο της νεκρανάστασης ή ρόδο της Παναγίας). Το ακουμπάμε σε ένα πράσινο πλαστικό βαθύ πιάτο, ρίχνουμε νερό και ανοίγει, πρασινίζει, ανθίζει. Το ξεχνάμε και γίνεται μια κλειστή, ξερή μπάλα. Θέλει πότισμα το καθετί, ενώ εμείς έχουμε κάνει επί χρόνια σκληρή προπόνηση στην αυτοματοποιημένη εγκατάλειψη.

Όταν κουρνιάζει μια γάτα ή ένας σκύλος στα πόδια σου στο κάτω μέρος του κρεβατιού, στ’ αλήθεια δεν κουρνιάζει μια γάτα ή ένας σκύλος. Υπάρχει μια εστία ζέστης παρηγορητικής, παρόμοια με αυτή που αισθάνεσαι όταν κοιτάς έναν αγαπημένο φίλο να κάνει κάτι ανιαρό και κοινότοπο. Λυγίζεις όταν βλέπεις κάποιον να μαζεύει το μαγαζί μετά το κλείσιμο, να τινάζει τα πατάκια, να ρίχνει νερό στο φλιτζάνι του καφέ πάνω απ’ το νεροχύτη.

και να δύο εικόνες καλοκαριού:

  • ανάσκελα γυμνοί διαβάζουν μισοκοιμισμένοι, έχοντας ξεπεράσει το σημείο βρασμού, ο ιδρώτας έχει στεγνώσει και η αίσθηση ότι το φως τους καθηλώνει, τους καρφώνει στο έδαφος, σα να σε ισοπεδώνει μια δύναμη φιλική. Αλυσοδεμένοι στη ζωή, βγαίνει αβίαστος ο φριχτός πομπώδης τίτλος, αλλά η ουσία είναι ότι κάτι υπάρχει σ αυτή την ακινησία και άντε να το εντοπίσεις.
  • απόγευμα, οι καρέκλες έξω απ’ το σπίτι. Στο χωριό Κ., και σε κάθε χωριό, μια γυναίκα κάθε απόγευμα κάθεται σταυροπόδι καπνίζοντας και κοιτάζει τα αυτοκίνητα ντόπιων και τουριστών που περνούν πολύ κοντά της, στο ύψος των ματιών. Κι όλο κοιτάζει και καπνίζει.

Πώς σου ήρθε η ιδέα ότι το πιο θαυμάσιο πράγμα που θα μπορούσα να κάνω στη ζωή ήταν να’ μαι υπάκουος;

Φίλιπ Ροθ

 

 

Advertisements

3 Σχόλια

Filed under ασυναρτησίες, Uncategorized

παραμονές

1. Παρόλο που το σινεμά που προτιμώ είναι αυτό του Mike Leigh, του Ken Loach, του Spike Lee του Fatih Akin (και πάει λέγοντας), καμιά φορά με πιάνω να σκέφτομαι ότι να, τώρα αυτό που (δε) λέω από μέσα μου, αυτή η ατμόσφαιρα που με έχει κυκλώσει εσωτερικά, αυτό το αίσθημα που δεν έχει βρει λέξεις αλλά είναι τόσο ξεκάθαρο, θα ήθελα να το αφηγηθεί ο Terence Malick. Καθώς περπατάω στην οδό Αριστοτέλους και δεν έχω λόγια να πω τη συνθήκη που έχω φτιάξει μέσα στο μυαλό μου, τη συνθήκη που με περιβάλλει, τις σκέψεις που δεν παίρνουν λόγια, μου έρχεται ο Malick. Τα μάτια μου, σαν κάμερα, αρχίζουν να κινούνται, καταγράφοντας με ακρίβεια και τρυφερότητα, περικυκλώνοντας το θέμα, χαϊδεύοντάς το, αγκαλιάζοντάς το. Ποιο είναι το θέμα; Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα μέσα στην οποία σιγοβράζουν οι αφορισμοί που συμβαίνουν μέσα στα σωθικά μου. (Στην πραγματικότητα αμφισβητείται η ύπαρξη του θέματος – είναι ένα αίσθημα αγνώστων στοιχείων, αταυτοποίητο. Ένας κυκλώνας – ήρεμος πάντως – αποφάσεων, ενδείξεων, παρατηρήσεων, συγκινητικών στιγμών, πιθανοτήτων, κόμπων και ίσιων γραμμών).

Μια γυναικεία φιγούρα γυρίζει γύρω από έναν άγνωστο ήρωα. Με τεντωμένο χέρι διαγώνια προς τα κάτω και ανοιχτά δάχτυλα που απλώνονται παράλληλα με το έδαφος. Λες και το χέρι είναι άξονας που την κρατά σταθερή σ’ ένα σημείο του κόσμου και το κορμί γυρνά απαλά γύρω του. Ένας άνθρωπος με λειτουργία υδρογείου ή διαβήτη.

Επόμενα πλάνα: Χορτάρια στον άνεμο. Ένας άντρας με γυρισμένα μπατζάκια  βρέχει τα πόδια του σε μια ακτή. Σκηνές από πάρτυ, γεμάτα ποτήρια, έρημες λεωφόροι. Κι ύστερα η φωνή του αφηγητή, άντε τώρα να διαλέξεις ποιον θες σ’ αυτό το ρόλο, ας μείνει καλύτερα κι αυτός αταυτοποίητος.

Τι λέει η φωνή;

to_the_wonder_terrence_malick_33

2. Άραγε πως νιώθει ο αφρικανός την ώρα που βλέπει να έρχονται τα μέλη της ανθρωπιστικής αποστολής από τη βόρεια Ευρώπη;

Αν και συμπαθείς στη συντριπτική πλειοψηφία τους, ξένοι, κυρίως ευρωπαίοι αλλά και αμερικανοί, δημοσιογράφοι και ακτιβιστές δημιουργούν ανάμεικτα συναισθήματα στους κατοίκους της περιοχής των Αθηνών. Είναι συγκινητικό (και έχει και πλάκα) το ενδιαφέρον τους για τα βάσανα των αιχμαλώτων της επταετίας της καταστροφής που διανύουμε. Ο κόσμος του βοηθά, τους απαντά, τους υποδεικνύει. Αλλά από ένα σημείο και μετά πολλοί ντόπιοι, όχι απαραίτητα συνειδητά, τους κοιτούν με μισό μάτι. Κανείς δεν αγαπάει τον τουρίστα, ακόμη κι αν αυτός έρχεται με τις καλύτερες των προθέσεων, γιατί αυτός κρύβει πάντα κάτι απ’ το βλέμμα του καταχτητή, του εμπόρου, του συλλέκτη εξωτικών στιγμών κι ζόρικων εμπειριών.

Όπως πάμε εμείς στα μικρά νησιά του καλοκαιριού και αρχίζουμε να πετάμε με ρυθμούς πολυβόλου τις φυσιολατρικές διαπιστώσεις (αχ, εδώ ζείτε μέσα στην ομορφιά, αλί σε μας) σε συνδυασμό με τις συμβουλές του ασυγκράτητου ξένου (ίσως θα έπρεπε να έχετε μια πιο οικολογική προσέγγιση στο συγκεκριμένο θέμα – το δημοτικό συμβούλιο τι κάνει – έχω μερικές ιδέες για την προστασία και την ανάδειξη του τοπίου). Όμως είμαστε εκεί για είκοσι μέρες (στην καλύτερη) και έχουμε επιλέξει με προσοχή τη σαγιονάρα, το μαγιώ και το σλόγκαν της μπλούζας μας, προκειμένου να φτάσουμε στην ψυχική ανάταση και την ένωση με το τοπίο μια ώρα αρχύτερα.

Το διάλειμμά σου, η ζωή μου.

malick_article_story_large

3. Έμπλεξα τις προάλλες πάλι σε αυτή την ανόητη συζήτηση: τίποτα δεν γίνεται στην Ελλάδα (λογοτεχνικά), δεν γράφεται τίποτα της προκοπής. Έχασα γρήγορα την ψυχραιμία μου και η κουβέντα πήγε στα γενικά και θεωρητικά και άκρη φυσικά δεν βγήκε. Μετά σκεφτόμουν ότι θα μπορούσα απλά να πω ότι μετά το καλοκαίρι διάβασα Παπαμάρκο, Ξυλούρη, Παπαντώνη, Παπαδάκη και αυτό θα ήταν αρκετό.

Μικρές τραγωδίες που κλονίζουν τη δυνατότητα να λες ΕΧΩ ΔΙΚΙΟ ΓΙΑ ΟΛΑ. Πήρα τον «Καρυότυπο» του Παπαντώνη περισσότερο για να έχω επιχειρήματα να κράξω κάποιον που αντιπαθώ και που το εκθείαζε. Άλλωστε οι κριτικές του συγγραφέα στην εφημερίδα δε μου άρεσαν καθόλου, σα να είχαν ένα περίεργο ύφος, τέτοιο που είχε σίγουρα αυτός που το εκθείαζε. Το ξεκίνησα σχεδόν γκρινιάζοντας δυνατά, σαν αναγνωστικός Αλέφαντος, αν ήμουν σκίτσο τα συννεφάκια δίπλα μου θα έλεγαν καμιά εκατομμυριοστή έλα μωρέ έλα μωρέ έλα μωρέ έλα μωρέ έλα μωρέ.

Σήμερα, η κατάσταση περιγράφεται ως εξής: είμαι μεταξύ της απόφασης να το ξαναδιαβάσω και της γκρινιάρικης ανυπομονησίας για το επόμενο βιβλίο του συγγραφέα.

Τίποτα δεν είναι σίγουρο, ακόμη και ένας εντελώς αντιπαθής τύπος μπορεί να προτείνει ένα ωραίο βιβλίο, αν και για να δικαιολογήσω τον εαυτό μου, κάτι τέτοιο προφανώς είναι ένα γεγονός σπάνιο, σχεδόν εξωπραγματικό.

perspectivemalick_baskin

4. Το πρωί συνάντησα στο δρόμο τη μάνα του γάτου μου. Δηλαδή τη μάνα που τον παράτησε στο μπαλκόνι μου, μία μέρα αφού τον γέννησε. Στέκεται και με κοιτάει, κάνω κι εγώ το ίδιο. Δεν περιμένω καμιά ερώτηση, έστω τυπική, ένα δείγμα ανησυχίας, ένα ελάχιστο νεύμα και φυσικά δικαιώνομαι. Απλά στέκεται και με κοιτάζει.

Είμαστε μ’ ένα τρόπο μάνες του ίδιου παιδιού, αλλά δεν ξέρω τίποτα γι’ αυτή, μόνο μια σκόρπια κουβέντα μια γειτόνισσας. Καταραμένη τη φωνάζω. Όλο γεννάει παιδιά και τα παρατάει. Όλη την ώρα αυτό κάνει. Κακίες πιθανότατα, αλλά κι αυτή δεν δείχνει καμία διάθεση να υπερασπιστεί τον εαυτό της, να παρουσιάσει κάποια επιχειρήματα υπέρ της, να αποκαταστήσει το όνομά της (το πραγματικό εννοώ) στα μάτια μιας αυστηρής, σε οικογενειακά ζητήματα, συνοικίας. Είναι αλήθεια, η γειτονιά έχει έντονες ευαισθησίες. Ακόμη συζητάει βγαίνοντας απ’ το ψιλικατζίδικο ή απ’ το να στο άλλο μπαλκόνι γι’ αυτόν τον σύζυγο που δέρνει τη γυναίκα του. Κάθε τόσο το ίδιο γίνεται.

Την κοιτάζω για ώρα, διπλωμένος στο παλτό μου, κάνω κι ένα δυο βήματα να την πλησιάσω λίγο ακόμη. Μένει ακίνητη, αδιάφορη, σα να μη καταλαβαίνει τίποτα. Για λίγο αιωρούμαι μεταξύ του καλά είναι, μην ανησυχείς και του μάνα είσαι συ;  αλλά δεν λέω τίποτα. Ποιος είμαι γω να κουνήσω το δάχτυλο ή ακόμη περισσότερο να συγχωρήσω μια τέτοια πράξη;

screen-shot-2011-06-03-at-4-20-13-am

5. Τέτοιες μέρες επετειακές – γενέθλια, πρωτοχρονιές, σημαδιακές ημερομηνίες και άλλα παρόμοια – σκέφτεσαι αναπόφευκτα κάτι σχετικό με το χρόνο.

Λέει κάπου η Λισπέκτορ στην «ώρα του αστεριού»  τα πράγματα είναι πάντοτε παραμονές, αλλά τι παραμονές. Παραμονές μιας αλλαγής βλέμματος. Με τον καιρό αντιλαμβάνεται ο καθένας ότι έχει πει ήδη πολλές φορές από σήμερα βλέπω τα πράγματα αλλιώς  ή από σήμερα είμαι άλλος. Αλλά η κατάσταση, η εσωτερική κατάσταση, αυτή που δίνει όνομα και νόημα στα πράγματα, μένει ακριβώς ίδια. Το βλέπουμε καθαρά σε κάποιους πολιτικά κατασταλαγμένους. Ορκίζονται στις νέες ερμηνείες, στο άκουσμα του καιρού και άλλα παρόμοια και το νέο τους βλέμμα μπορεί να κοιτάξει μόνο εντός του ίδιου πλαισίου που ανάλογα την εποχή δικαιώνεται περισσότερο ή λιγότερο, πάντως να αλλάξει δεν μπορεί.

Πως άραγε γλιτώνεις απ’ την ασφυξία, απ’ τη στασιμότητα και την αναβολή; Στη χούφτα σου κλεισμένη σφιχτά, αυτή η φράση της Λισπέκτορ τα πράγματα είναι πάντοτε παραμονές. Σε γρατζουνάει, σε γκρεμίζει, σε ξυπνάει στη μέση της νύχτας. Έρχεται στα χέρια σου, ως αγγελιοφόρος ανησυχητικών εξελίξεων, ως υπενθύμιση καθετί αναπόφευκτου, ως σπρώξιμο και ως ο ήχος ενός γκονγκ που χτυπάει για κάθε καλό και κακό. Παραμονή της αλλαγής βλέμματος, παραμονή αυτού που θα συμβεί.

Αυτό ήθελα να λέει η φωνή του αφηγητή. Τη φράση της Λισπέκτορ.

1 σχόλιο

Filed under ασυναρτησίες, Uncategorized

ελαφοκυνηγός

Ετοιμάζομαι να δω το short term 12 και τσεκάρω λίγο τα σχόλια στο τορεντάδικο μήπως η εκδοχή που κατέβασα έχει κάποιο πρόβλημα, λείπουν κάμποσα λεπτά, δεν είναι συγχρονισμένος ο ήχος κλπ. Κοιτάζω και όλα είναι καλά, κανένα θέμα, όλα τα ευγενικά άβαταρ λένε τα μπράβο και τα ευχαριστούμε, όπως συνηθίζεται. Ανάμεσα στ’ άλλα, υπάρχει σχόλιο από ένα κόκκινο άβαταρ στο οποίο δεσπόζει κάτι σαν σαμουράι. Ο σχολιαστής μιλάει για την ταινία, λέει πόσο καλές είναι οι ερμηνείες και άλλα τέτοια. Προσθέτει όμως ότι μπορεί να ενθουσιάστηκε επειδή έχει παρόμοιο παρελθόν. Μεγάλωσε σε τέτοιου είδους σπίτια, σε αυτά που μένουν παιδιά χωρίς γονείς στις ΗΠΑ, περιμένοντας κάποια οικογένεια να δεχτεί να τα φιλοξενήσει για λίγο ή περισσότερο καιρό. Με βάση αυτή την εμπειρία, λέει ότι η ταινία είναι πολύ αληθινή, ότι αυτά που βλέπουμε συμβαίνουν, ότι τέτοιες είναι οι ζωές των ανθρώπων. Μου κάνει εντύπωση το σχόλιο, αλλά το ξεπερνάω.

Ύστερα βλέπω την ταινία και καθώς πέφτουν οι τίτλοι τέλους αδυνατώ να συγκεντρωθώ στο γεγονός ότι όντως μ’ άρεσε η ταινία, γιατί όλο σκέφτομαι το κόκκινο άβαταρ με τον σαμουράι που είχε γράψει «τη μία στιγμή γελούσα και την άλλη έκλαιγα». Το άβαταρ χωρίς γονείς ή με γονείς που δε μπόρεσαν να το μεγαλώσουν τέλος πάντων, γράφει σε ένα θρεντ που όλοι καταθέτουν τυπικά τις κριτικές τους για την ποιότητα του torrent (βίντεο: 8, ήχος: 9), ότι τη μία έκλαιγε και την άλλη γέλαγε. Έκλαιγε και γέλαγε βλέποντας στην οθόνη τις ζωές των ανθρώπων που του μοιάζουν.

186

 

*

Περπατάω στην Αιόλου και τη βλέπω, γυναίκα ντυμένη κανονικά – όπως εννοεί ο καθένας το κανονικά – εκεί γύρω στα 40, όρθια στα σκαλιά της Αγίας Ειρήνης να κάνει το σταυρό της αδιάκοπα και να ψιθυρίζει. Χειρονομία που διαρκεί τουλάχιστον τρία λεπτά, μετά δεν σταματάει, απλά εγώ συνεχίζω το δρόμο μου.

*

Παρήγγειλα απ’ τον Νεκτάριο τη Δεύτερη Προβολή και όπως συμβαίνει μερικές φορές με τα μεταχειρισμένα βιβλία βρήκα μέσα ένα σημείωμα, προφανώς γραμμένο από τον παλιό ιδιοκτήτη. Σε μια σελίδα ημερολογίου (Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 1986) ένα περίεργο πολιτικό σχόλιο (αντικαπιταλισμός; μικρό αντικομμουνιστικό κειμενάκι; απλό μίνι παραλήρημα; ποιος ξέρει που αναφέρεται) και ξαφνικά στο τέλος μια εντελώς προσωπική διαπίστωση.

«εγώ πάντα σκεπτόμουν ότι αυτό το καθεστώς είναι το πιο εγκληματικό και το πιο θανατηφόρο και η ανθρωπότητα δεν το είχε ποτέ αποδεχθεί. Η εφαρμογή αυτής της ιδέας σώριασε χιλιάδες ερείπια από νεκρούς. Θα ήθελα να ήμουν πιο ευτυχισμένος.»

 

IMG_0931

 

Αν καταφέρει κανείς να ξεκολλήσει από αυτή την τόσο σκληρά διατυπωμένη πικρή επιθυμία του γράφοντος, θα βρει από πίσω σημειωμένα τέσσερα τηλέφωνα, του Γιώργου, του Νίκου, του Δημήτρη και του Δημήτρη.

Σκέφτομαι ότι ασφαλώς ο γράφων, ο κάθε γράφων, θα ήθελε να είναι πιο ευτυχισμένος. Ναι βέβαια αλλά με τι δύναμη το γράφεις έτσι απλά, πως τα κατάφερες και αποτύπωσες αυτή τη στοιχειώδη πίκρα στις 13 Δεκεμβρίου 1986; Δεν είναι απλά πράγματα αυτά.

*

Ανάμεσα σε μία απ’ τις κλασσικές συζητήσεις για όλα και για τίποτα σε σπαστά ελληνικά/αγγλικά/αραβικά, μια φίλη απ’ τη Συρία κάνει ένα σχόλιο για ένα φιλικό μου πρόσωπο. Το σχόλιο μου κάνει τρομερή εντύπωση, είναι ταυτόχρονα φοβερά ακριβές, σκληρό και βαθύ. Τα δύο πρόσωπα ζήτημα είναι να έχουν συναντηθεί τρεις φορές. Παρόλο που στην περίπτωση μου μιλάμε για γνωριμία χρόνων, δε νομίζω ότι θα μπορούσα να σκεφτώ ποτέ αυτό το πράγμα, να αντιληφθώ κάτι πολύ κεντρικό δηλαδή για αυτό το άτομο και να το εκφράσω με τέτοιο δίκαιο και εύστοχο τρόπο. Είναι η ματιά μας επιλεκτική απέναντι σ’ αυτούς που αγαπάμε ή απλά ξεπερνάμε απείρως ευκολότερα τις λεπτομέρειες για να ξεκουραστούμε ξανά και ξανά στη θαυμαστή και πολύπαθη φιλία μας; Πώς κοιτάμε τους άλλους και πως εμφανιζόμαστε μπροστά στο κοινό της παρέας;

Κανέναν δεν ξέρουμε και όλοι μας ξέρουν, είμαστε ταυτόχρονα διάφανες αυλαίες και θεόκλειστα στρείδια.

*

Ο χρόνος είναι ένας αδιανόητος οδοστρωτήρας, τίποτα δεν μένει όρθιο ή ίδιο. Κάθε βράδυ τρώω μήλα  και απολαμβάνω εξίσου τη γεύση και το καθάρισμά τους, οι άνθρωποι γύρω μου δεν μοιάζουν ούτε κατσαρίδες ούτε γλυκούτσικοι κι αχνοί – δεν ξέρω πια πώς να τους κοιτάξω, ανέχομαι περισσότερο τα τηλεφωνήματα ακροατών σε αθλητικά ραδιόφωνα από την αριστερή πολιτική επικαιρότητα και σκέφτομαι ότι θα ήθελα να πάω στην Ισλανδία, το Περού, την Καμπότζη , κάποιο νησί που δεν μπορώ τώρα να αποφασίσω, τη Λισαβόνα ή τα αποστακτήρια του Tullamore.

*

αν όντως ενδιαφέρεσαι

να μάθεις πως περνάμε

θα σου πρότεινα να ξανάβλεπες

τον Ελαφοκυνηγό

Γ. Πρεβεδουράκης – χαρτάκια

4 Σχόλια

Filed under Uncategorized

χαρά

// κειμενάκι γραμμένο για το project χαρά που η ομάδα [nomades artcore] πραγματοποίησε στη Μυτιλήνη στις αρχές Αυγούστου //

Μοιάζει με έκρηξη. Το παιδί που παίρνει φόρα και πηδάει απ’ το βράχο στη θάλασσα κρατώντας σφιχτά με τα χέρια του τα λυγισμένα γόνατα. Μπόμπα. Σηκώνεται ένα νερένιο μανιτάρι, ακούγεται ένας γδούπος, ένα τεράστιο ανθρώπινο βότσαλο στη θάλασσα και το νερό φτάνει ψηλά και καταβρέχει τους υπόλοιπους. Χαρά. Έχει καύσωνα, ήσουν κολλημένος στην κίνηση, ιδροκοπάς, φτάνεις, η άμμος καίει, πετάς τη μπλούζα όπως όπως και βουτάς τρέχοντας. Χαρά. Τέλειωσες τη δουλειά, το πουκάμισο σε στενεύει, η τσάντα είναι βαριά, κάθισες στο τραπεζάκι στον πεζόδρομο, ήρθε η παγωμένη μπύρα. Χαρά. Ξεκλειδώνεις, γυρνάς σπίτι μετά από κάμποσες ώρες, ο σκύλος έχει κολλήσει τη μούρη του στην πόρτα. Κουνιέται η ουρά του πέρα δώθε, κουνιέται και το σώμα του ολόκληρο. Πηδάει πάνω σου, λυγίζει τα πόδια του, κάνει κύκλους γύρω απ’ τον εαυτό του. Ο σκύλος ξέρει να σου πει τί θα πει χαρά. Χαρά. Το παγωτό καϊμάκι, τα σταφύλια, το παγωμένο νερό, ένα σαρδάμ μπροστά στους φίλους, ο μεσημεριανός ύπνος σε αυλή, τα γεμιστά, οι λαχανοντολμάδες, τα εισιτήρια για το ταξίδι εκδόθηκαν, μεθύσι καθημερινή απόγευμα, συναυλία και όλοι χορεύουν, αυτοσχέδια ερμηνεία άπαιχτου ακόμη μιούζικαλ στο σαλόνι, ο Μπομπ Ρος και συ στον καναπέ νυσταγμένος, τα χαστουκόψαρα, τα κείμενα κάποιας ouming, ονειρεύεσαι στον ξύπνιο, κάποιος που λέει με φοβερό τρόπο ανέκδοτα, μια αιώρα, ένας θερινός κινηματογράφος, ένα παιδί κάνει μια απίθανη ερώτηση, ο ήλιος τον Μάιο, τον Σεπτέμβριο, το Φεβρουάριο. Χαρά. Πέτυχες τη Χαρά τη χορεύτρια στο δρόμο. Διάβασες τους Πτυχιούχους. Άκουσες ένα οποιοδήποτε τραγούδι τη στιγμή ακριβώς που το χρειαζόσουν. Ήσουν στο μαιευτήριο, στα γενέθλια, στην αίθουσα αναμονής και όλα πήγαν καλά. Την παρατήρησες τη στιγμή που περνούσε, έπιασε με τη χούφτα της το βασιλικό και τον κούνησε ελαφρά. Γυρνάς πατημένος στην εθνική για να προλάβεις, μετανιώνεις την ίδια στιγμή που τρέχεις, αλλά τρέχεις, φτάνεις, προλαβαίνεις και ιδού μια αγκαλιά που μετανιώνεις ακόμη περισσότερο που έτρεχες, αλλά εσύ νιώθεις μόνο χαρά. Ατόφια χαρά. Σου έκαναν ένα δώρο. Έκανες ένα δώρο. Ήταν ένα μπλουζάκι που πάνω έχει μια ατάκα που θα την καταλάβει μόνο η παρέα. Γελάς και τη φοράς σαν πολύτιμο λάφυρο και σαν πανοπλία. Μπήκε η κωλόμπαλα, μιάμιση ώρα παρακαλάς, μπήκε. Χαρά. Γαλακτομπούρεκο. Κεράσια. Ουίσκι. Τάβλι στο χωριό. Πανηγύρι σε άσχετο χωριό, τρως μέχρι σκασμού και πίνεις και στο τέλος είσαι ο τελευταίος στο χορό. Σε σέρνουν. Σε σέρνουν σ’ αυτό το μέρος που είναι άβολα και βολικά, γνώριμα και νοσταλγικά, που είναι εδώ και τώρα και να δεις πως το λένε, το λένε χαρά. Χαρά. Είπε ναι με τη μία, είπε έρχομαι, είπε φίλα με, είπε και τι δεν είπε, μίλαγε διαρκώς. Χαρά. Το παγωμένο ποτάμι στη Φλώρινα, η παλιά πόλη στην Ξάνθη, το πλοίο βγαίνει από το λιμάνι του Πειραιά. Επιτέλους ξαπλώνεις, επιτέλους τους βλέπεις, επιτέλους φωνάζεις, επιτέλους ξεκινάς. Είναι 22 Δεκεμβρίου τα μπαρ της Αθήνας είναι όλα γεμάτα, φωνάζετε και δεν χορταίνεστε. Είναι Αύγουστος και τα αστέρια στο νησί είναι πιο καθαρά απ’ το δρόμο. Περπατάτε αργά, το αλάτι στα μαλλιά, κοιτάτε πάνω και βλέπετε παντού. Που και που κάποιος λέει ένα μισοπετυχημένο αστείο. Περπατάτε αργά. Δεν βιάζεστε. Χαρά.

DSC_0127

2 Σχόλια

Filed under ασυναρτησίες, Uncategorized

διαφημίσεις | εσύ κι ο γρύλος σου

Σ’ αυτή τη χώρα, ως γνωστόν, ελάχιστοι εργάζονται ακούραστα και φιλότιμα 24 ώρες το 24ωρο, επτά μέρες την εβδομάδα. Πόσο μάλλον χθες που ήταν και αργία. Χθες ο μοναδικός που εργαζόταν πυρετωδώς μπορεί να ήταν ο ακάματος πρωθυπουργός μας, ο οποίος προσπαθούσε να χωρέσει σε μία κυβέρνηση, ικανές δόσεις ακροδεξιάς, υστερίας και «μεταρρυθμιστικής ισχύος». Ο μοναδικός; Όχι δα. Κάπου σε ένα δωμάτιο, κάποιοι ανέβαζαν κείμενα και φωτογραφίες κάνοντας δεκάδες λάθη, λάθη επί λαθών και όχι λάθη πάντα λάθη.

the cricket soundwave 2

Το αποτέλεσμα είναι εκτός από νέα κυβέρνηση, σήμερα να διαθέτομεν και νέο σάιτ ( thecricket.gr ). Με την ιδέα να πούμε ιστορίες, να συλλέξουμε μαρτυρίες και – όσο μπορούμε – να κάνουμε και ρεπορτάζ. Ξεκινάμε λοιπόν και έχουμε μεγάλη ποικιλία σε (ευχάριστα πάντα) θέματα. ( χημικά στο Αιγαίο , η ιστορία του Ρασίντ, μια τιτάνια έρευνα για τα παιδιά τις ταυτότητες και το διαδίκτυο, φωτογραφικά αφιερώματα , μια αφήγηση για τις μέρες στο νοσοκομείο της Νίκαιας και ένα σωρό άλλα που υπόσχομαι ότι θα σας ανοίξουν την καρδιά).

Με την ίδια πάντα σοβαρότητα και συνέπεια, με την ίδια βραδύτητα και αναποφασιστικότητα θα συνεχίσουμε και στο προσεχές μέλλον. Εύχομαι να απολαύσουμε όλοι το νέο site όσο θα απολαύσουμε τον αργύρη ντινόπουλο και τον ανδρέα λοβέρδο. Περαστικά μας και με τις υγείες μας. Καλές αναγνώσεις.

1 σχόλιο

Filed under διαφημίσεις, Uncategorized

μικροπολιτική

Κάποιος δύο αυτοκίνητα μπροστά προσπαθεί να παρκάρει.  Σταματάω ακριβώς δίπλα στην ουρά του συσσιτίου στο Κουκάκι. Από το ραδιόφωνο ο δημοσιογράφος ρωτάει τον πρόεδρο για κάποια μεταγραφή. Ο πρόεδρος απαντάει κάτι αόριστο αλλά καθησυχαστικό για τους οπαδούς του θρύλου. Γίνονται συζητήσεις. Αμέσως μετά, ο δημοσιογράφος, κλείνοντας τη συνέντευξη, απευθυνόμενος στους ακροατές υπενθύμισε ότι χρειάζεται και σταυρός, ο πρόεδρος δεν θα βγει έτσι. Στο καπάκι αφού ο πρόεδρος χαιρετίσει, ο δημοσιογράφος ενημερώνει ότι η εφημερίδα της Κυριακής που θα κυκλοφορήσει εκτάκτως Σάββατο θα έχει 5 δωροεπιταγές των δέκα χιλιάδων ευρώ και διπλό cdπυξ λαξ. Ο μπροστινός ολοκληρώνει το παρκάρισμα και ο χατζηνικολάου αποχαιρετά το μαρινάκη.

Στο μυαλό μου έρχονται διάφορες συνεντευξούλες των υποψήφιων δημοτικών συμβούλων του συνδυασμού μώραλη στον Πειραιά, ανάλαφρες, χλιαρές ή επιφανειακά αυστηρές αλλά χωρίς επιμονή σε οποιαδήποτε αυτονόητη ερώτηση, Συνεντεύξεις που πάντα συνοδεύονται από φωτογράφιση με ωραίο φως και καλοσιδερωμένα χαμόγελα. Η καινοτομία, η επιχειρηματικότητα, η γνώση, το λιμάνι.

*

Η μάχη (των ιδεών και της πραγματικότητας) προσεγγίζει τα πιο επικίνδυνα σημεία. Από τη μία η απειλή της νέα φεουδαρχίας. Υποψήφιοι που ετοιμάζονται να μετατρέψουν ολόκληρες περιοχές σε επιχειρηματικά πάρκα, σε έναν αλλόκοτο συνδυασμό ειδικής οικονομικής ζώνης για τον κόσμο της εργασίας και ειδικής ζώνης αναψυχής για τον τουρίστα του κρουαζιερόπλοιου. Και οι ψηφοφόροι ετοιμάζονται να καλωσορίσουν το ρόλο τους ως υπήκοοι (συγγνώμη για τη λέξη -> κλισέ, ξύλινη και κακόηχη), ως πιθανοί εργάτες σε μια δυστοπία, ανάλογη της χειρότερης ταινίας επιστημονικής φαντασίας. Η ψήφος στον κυβερνήτη – αφεντικό θα δοθεί με αντάλλαγμα ένα απίθανα χαμηλό μισθό και το δικαίωμα της σιωπής απέναντι στα πράγματα. Ο Πειραιάς ως μια απέραντη ζώνη επισφάλειας, σερβιτόρων και αόρατων φορτοεκφορτωτών. Ο τουρίστας και ο εφοπλιστής όμως, θα χαμογελούν ικανοποιημένοι, εισερχόμενοι στο θεματικό πάρκο. Πιθανώς κάτι παρόμοιο να συμβεί και στο Βόλο.

Από την άλλη η μη πολιτική ως άλλη όψη της μαύρης αντίδρασης. Οι εκπρόσωποι της λογικής, του αυτονόητου και της μεταρρύθμισης. Αυτοί δηλαδή που μας πετάνε στα μούτρα τέτοιες ασαφείς έννοιες, που δε λένε τίποτα και που δεν εννοούν τίποτα και στην πράξη στηρίζουν μόνο το δικαίωμα στην υστερία του σόπινγκ και το δικαίωμα του εργοδότη στην ελαστικότητα του εργάτη. Οι υποψήφιοι που μιλούν στο όνομα των καταναλωτών.

Μου έκανε εντύπωση, σ’ ένα απ’ αυτά τα άρθρα που παρουσιάζουν συγκεκριμένους υποψήφιους δημοτικούς συμβούλους, ότι οι του Καμίνη επαναλάμβαναν ότι το όνειρό τους για την Αθήνα είναι η πόλη να γίνει ευρωπαϊκή και ασφαλής. Το δεύτερο μένει ασχολίαστο, καθώς ο υποψήφιος της νδ έχει αναλάβει να απαντήσει στις ακροδεξιές, ρατσιστικές επιθυμίες των δημοτών και των τηλεδημοσιογράφων. Αλλά αλήθεια δεν μπορώ να καταλάβω τι σημαίνει για έναν πολέμιο του λαϊκισμού και της αοριστολογίας ότι θέλει να κάνει την πόλη Ευρωπαϊκή.

Αν λοιπόν το ένα σκέλος του μέλλοντος κρύβει εφοπλιστές δημάρχους, το άλλο κρύβει τους τύπους που υπό μια (πολύ χαλαρή πια) επίφαση αγάπης για τη νομιμότητα, είναι ικανοί για την πιο σκληρή αντικοινωνικότητα.

*

Εικόνα

*

Κατά τ’ άλλα, όλα τα παραπάνω μπορεί και να μη σημαίνουν τίποτα. Ως γνωστόν, όλα τα διλήμματα είναι λάθος και καταλήγουν ανεξαιρέτως σε απαντήσεις που στην πραγματικότητα δε θες, ούτε χρειάζεται, να δώσεις. Οι δημοσκοπήσεις, η φράση 2 στους 5 και όλα τα παρόμοια, απλά καθιστούν τον εκβιασμό επίσημο, καθωσπρέπει, νόμιμο. Όπως έγραφε ο Σαββόπουλος όταν ακόμη ήταν άνθρωπος κι όχι φόντο σε ελληνική σημαία: μέσα από την κάλπη τη στατιστική / μας κοιτάζει ο Χάρος / και του τρέχουνε τα σάλια.

Δεν θα αποφύγουμε τη νέα φεουδαρχία ή τον απολιτίκ κυνισμό μιας εκδοχής του rethink αθενς, και καλά ψηφίζοντας σύριζα. Η πιθανότητα της κόλασης έχει ριζώσει βαθύτερα απ’ ότι ίσως φαίνεται, σίγουρα βαθύτερα απ’ το αποτέλεσμα μιας εκλογικής αναμέτρησης, κάπου στο συλλογικό φαντασιακό που αισθάνεται πια άνετα να πορεύεται με δουλίτσες του 300 ευρου και στρατόπεδα συγκέντρωσης για τους ξένους (και τους οφειλέτες).

Παρόλα αυτά, θα ήμουν ανειλικρινής αν δεν παραδεχόμουν ότι αν ψήφιζα πχ. στον πειραιά θα ψήφιζα με κλειστά τα μάτια το λιμάνι της αγωνίας.

4 Σχόλια

Filed under ασυναρτησίες, βούλωσέ το καλύτερα, Uncategorized

η εύχαρις

Μεγάλη Τρίτη.

Όπως μας βαδίζουνε, βαδίζουμε. Το είπε η γυναίκα στο τηλέφωνο; Κάπου το διάβασα; Δεν θυμάμαι τώρα. Η γυναίκα πίσω από το γκισέ πάντως, που μάλλον είπε και την πρώτη φράση, συνέχισε: «Άσε, την προηγούμενη βδομάδα ήμουνα για φούντο. Δεν ξέρω τι θα έκανα, δεν μιλούσα σε άνθρωπο. Αλλά μιλήσανε χθες στο τηλέφωνο και έγινε συμφωνία. Ρύθμιση. 250 € λιγότερα το μήνα. Ο άλλος είναι τρεις μήνες άνεργος, δεν μπορούσαμε να πληρώνουμε. Άσε με, άσε με σου λέω. Εσύ όμως πες μου, πώς είναι η σύνταξη; Βλέπεις τουλάχιστον συνέχεια τα μικρά;»

*

Μεγάλο Σάββατο.

τάφος – ποίημα

Η μπάντα ξεκινάει στο νεκροταφείο της Ερμούπολης. Θα μ’ άρεσε να έπαιζε αυτό, αλλά κι έτσι καλά είναι. Ακριβώς δίπλα απ’ τα πόδια ενός παιδιού που παίζει κάποιο πνευστό, που δεν αναγνωρίζω, ένα ποιηματάκι για μια κόρη, την εύχαρι Ελένη, που καταιγίδα συνήρπασε το σώμα της. Το Πάσχα έχει πάντα κάτι περίεργα αγαπητικό, κάτι εσωστρεφές κάτι τέλος πάντων που σε γλυκαίνει. Μπορεί να έχει να κάνει με τις αναμνήσεις του παιδικού εαυτού στο χωριό, μπορεί να έχω όντως επηρεαστεί απ’ τις γραφικότητες μιας αντιδραστικής παράδοσης που μας θέλει ανοιξιάτικα να σερνόμαστε από εκκλησία σε εκκλησία. Όπως και να ‘χει, η ιδέα του θανάτου πλανιέται από πάνω σου, είτε επειδή βλέπεις σε δεκαπέντε σειρές στην τιβί τον θάνατο του χριστού, είτε επειδή η αναγέννηση της εποχής, προϋποθέτει έναν μικρό θάνατο πριν. Η φύση ξαναγεννιέται, που πάει να πει ότι κάποια στιγμή πριν πρέπει να είχε πεθάνει.

Έτσι, την ώρα που παίζει η μπάντα, δεν ξέρω γιατί σκέφτομαι μόνο γλυκά πράγματα, ας πούμε δίπλες ή για να σοβαρευτώ αυτό το κλασσικό διάστημα του Μεγάλου Σαββάτου, 8 με 11 το βράδυ, που όλοι είναι μαζεμένοι, αλλά δεν γίνεται τίποτα. Οι ετοιμασίες για το φαγητό είτε έχουν γίνει νωρίτερα, είτε θα γίνουν αργότερα κι έτσι κανείς δεν τακτοποιεί κάτι στην κουζίνα. Κανείς δεν κάνει δουλειές στον κήπο, κανείς δεν κοιμάται ακόμη και όλοι έχουν διαβάσει την μία εφημερίδα που έχει κάνει κύκλο σε καμιά δεκαριά ζευγάρια χέρια. Η τηλεόραση δεν παίζει απολύτως τίποτα, είναι σα να εκπέμπει αόρατες εικόνες και ήχους σε συχνότητες που δεν αντιλαμβάνεται το ανθρώπινο αυτί. Όλοι είναι στο σαλόνι χυμένοι σε κάποιο καναπέ, ντιβάνι, καρέκλα και απλά περιμένουν να φτάσει δώδεκα να πάνε στην ανάσταση και μετά να φάνε. Αλλά ως συνήθως τότε αργείς, όταν δεν κάνεις τίποτα, γιατί ο καλύτερος και πιο αυθεντικός σύμβουλος είναι η βραδύτητα, είναι το να μην κάνεις τίποτα. Τότε χαλαρώνεις, τότε το σωματάκι σου δεν ξεκουράζεται απλά, αλλά βρίσκει τη θέση του στον κόσμο κι έτσι δεν μπορεί να κουνηθεί, πόσο μάλλον να βιαστεί. Έτσι ενώ όλοι 8 με 11 δεν κάνουν τίποτα, ποτέ δεν ετοιμάζονται στην ώρα τους και στη διαδρομή για την εκκλησία καταλήγουμε σχεδόν να τρέχουμε.

Γιατί ακριβώς όπως το καλοκαίρι, αν καθίσεις στην παραλία μετά τις 6μιση που πέφτει λίγο το φως, τότε δεν σηκώνεσαι ούτε με γερανό, σεισμό ή καταποντισμό. Η άμμος δροσίζει τα ποδάρια σου, το κυματάκι γαργαλάει τα αυτιά και οι μισές λέξεις σκοντάφτουν κάπου μεταξύ ουρανίσκου και γλώσσας. Τώρα ζούμε, δεν βιαζόμαστε.

Αλλά το θέμα μας είναι ο θάνατος, δηλαδή το ξαδερφάκι της βιασύνης και ο γιός του άγχους. Ενώ ακόμη παίζει η μπάντα, στο βάθος φαίνεται η θάλασσα της Σύρου και κάτι γερανοί ακίνητοι, θυμάμαι μια φωτογραφία που κάποιος χτες ανέβασε και δεν είναι συγκινητική, αλλά μπορεί να σε βυθίσει σε ένα κόσμο που αγαπάς τα πάντα ανθρώπους, πράγματα, ζώα, πέτρες, γερανούς. Η εύχαρις Ελένη ακόμη με τσιγκλάει δυο μέτρα απ’ το παπούτσι μου και σκέφτομαι ότι ο θάνατος αν αγγίξει τα αγαπημένα σου πρόσωπα μπορεί να σε αφήσει οριστικά ανάπηρο. Η απειλή του όμως, η σκιά του, αν δεν σε καθηλώσει, μπορεί να ξεφορτώσει τα άγχη, να σκορπίσει το φόβο και πάει λέγοντας. Απ’ τη Μεγάλη Τρίτη μέχρι το Μεγάλο Σάββατο, άκουγα σε λούπα μέσα στο κεφάλι μου τα λόγια της υπαλλήλου. «Ήμουνα για φούντο και όπου μας βαδίζουνε, βαδίζουμε». Ξανά και ξανά. Τώρα η εύχαρις Ελένη ξεκαθάριζε λίγο το τοπίο. Μέχρι να συναρπάσει το κορμάκι μας η καταιγίδα, στ’ αρχίδια μας η ρύθμιση, η εφορία, το χρέος, η κινητή τηλεφωνία και το εριστικό τηλεφώνημα της εισπρακτικής. Αν είμαστε ωραίοι, σαν την εύχαρι Ελένη, όσο ζούμε ας παλεύουμε για την ελευθερία μας, ας παλεύουμε ενάντια στην καταπίεση, χωρίς να αφήνουμε τους λυσσασμένος καταπιεστές να μας καθηλώνουν. Από λόγια βέβαια, καλά πάω. Στις συμβουλές πάντοτε αρίστευα, αλλά έλα να δεις μπροστά στα πιξελ του taxis πως τρέμουν τα ποδάρια μου. Εύχαρι Ελένη, προσπάθησε λίγο να με υποστηρίξεις και υπόσχομαι να είμαι στο εξής γαλήνιος, επίμονος και άκρως καλοκαιρινός, δηλαδή νωχελικός μέχρι αηδίας.

*

Σήμερα.

Στο ίδιο υποθηκοφυλακείο, η δικηγόρος, γύρω στα 60 υπολογίζω, ρωτάει τον υπάλληλο για ένα διαμέρισμα. Τη ρωτάει: «η κυρία έχει το αρχικό συμβόλαιο;» «Α, δεν ξέρω, λογικά ναι. Δεν την ξέρω», του απαντάει. «Ζει;» επανέρχεται αυτός. «Είναι γεννημένη το ’48. Έπεται ότι ζει» σχολιάζει.

Έπεται ότι ζει. Πολύ μου άρεσε αυτό κι ας μην έπεται τίποτα. Ούτε η δικηγόρος που το είπε, ούτε εγώ που το άκουσα, έπεται ότι θα ζούμε σε 2 λεπτά από τώρα. Παραμονεύει η καταιγίδα που θα συναρπάσει τα σώματά μας, παρόλα αυτά η άνεση της γυναίκας ήταν παρηγορητική. «Είναι γεννημένη το ’48. Έπεται ότι ζει».

1 σχόλιο

Filed under Uncategorized