τέσσερα μηδέν

Ανανέωσα τα ντιπ κρεμμυδιού, τα τσιπς και το γουακαμόλε και βγήκα έξω στα σκαλιά. Δεν υπήρχε κανένας εκεί γύρω, και ήμουν πολύ κακόκεφη για να φωνάξω τους φίλους μας να έρθουν να δουν το υπέροχο ηλιοβασίλεμα. Υπάρχει λέξη αντίθετη από το déjà vu; Ή κάποια λέξη που να περιγράφει πώς είδα όλο μου το μέλλον να περνάει μπροστά από τα μάτια μου; Είδα ότι εγώ θα έμενα στην Εθνική Τράπεζα της Αλμπουκέρκης και ο Μπέρνι θα τελείωνε το διδακτορικό του, θα συνέχιζε να ζωγραφίζει άσχημους πίνακες και να φτιάχνει λασπωμένα κεραμικά, θα έπαιρνε μονιμότητα στο πανεπιστήμιο. Θα αποκτούσαμε δύο κόρες· η μία θα γινόταν οδοντίατρος και η άλλη θα εθιζόταν στην κοκαΐνη. Εντάξει, δεν τα ήξερα όλα αυτά, αλλά το έβλεπα, τα πράγματα θα ήταν δύσκολα. Και ήξερα ότι μετά από χρόνια ο Μπέρνι πιθανόν θα με εγκατέλειπε για καμιά φοιτήτριά του και θα ένιωθα ράκος, αλλά έπειτα θα επέστρεφα στο σχολείο, οπότε στα πενήντα μου θα έκανα επιτέλους όσα ήθελα να κάνω, μα θα ήμουν κουρασμένη.

Lucia Berlin – Οδός Λιντ, Αλμπουκέρκη [ Βράδυ στον Παράδεισο ]

Όταν διαβάζω Berlin θέλω να χαμογελάσω απ’ τα βάθη της καρδιάς μου ή να κλάψω απ’ τα βάθη της καρδιάς μου ή να πάω σε μια θέα και να παριστάνω πως ατενίζω σκεπτικός (ιδανικά στον αη γιώργη στα Κύθηρα που βλέπεις γύρω γύρω τη θάλασσα ψεύτικη, μακέτα, σαν ένα μπλε ασπράδι αυγού που απλώνεται ήπια και πυκνά).

***

Πού πήγε ο χρόνος;

Έχουν γραφτεί τόσα και τόσα σχετικά, άλλα μεγαλειώδη και άλλα εντελώς φτηνά. Στο μυαλό μου πάντα έρχεται εκείνη η ατάκα απ’ το Things to do in Denver when you ‘re dead. Η ζωή περνάει πιο γρήγορα κι απ’ τις διακοπές.

Νομίζω πως απ’ τα 28 μέχρι τα 40 έχουν περάσει δυόμιση χρόνια το πολύ. Και θα ορκιζόμουν ότι μέχρι τα 18 θυμάμαι μόνο καμιά ντουζίνα σκηνικά τα οποία επανέρχονται εμμονικά και συζητιούνται από μέσα μου κι απ’ έξω ξανά και ξανά, σαν ένα φιξ σκηνικό που χρησιμοποιείται σε σήριαλ, εκπομπές και ταινίες κι όλο λες τι διάολο άλλο background δεν έχει; Κι αν όχι, γιατί;

***

ninjababy [ 2021 ] έλα να σχεδιάσεις την Αθήνα, τα Βαλκάνια, το σύμπαν.

***

Έξω από το μετρό Ακρόπολη δύο αγόρια αγκαλιασμένα σφιχτά, πολύ σφιχτά και το ένα κλαίει με τα μούτρα στο λαιμό του άλλου. Κλαίει πολύ. Καθώς προσπερνάω, ακούω να λέει συγνώμη που κλαίω. Ούτε δέκα μέτρα πιο κάτω ένα αγόρι κουβαλάει ένα άλλο, προχωράνε καλικούτσα. Αυτό που κουβαλάει στην πλάτη το άλλο λέει είναι παιχνίδι εμπιστοσύνης, άστα ρε και το δεύτερο αγόρι αφήνει τα χέρια, χαλαρώνει τα πόδια και απλώνεται σαν σακί, χύνεται πάνω στην πλάτη του φίλου του. Ένα κορίτσι κρατάει δύο τσάντες στα χέρια και δυσανασχετεί γελώντας, γελάει δυσανασχετώντας, ενώ λέει τελειώνετε ρε.

Πού πήγε ο χρόνος;

Έξω απ’ το μετρό Φιξ μια κυρία ανοίγει, χωρίς να σταματάει να περπατάει ένα γαλάζιο φάκελο. Διακρίνω μόνο στο εξωτερικό του φακέλου τα γράμματα ΔΙΑΓΝΩΣΤ… Πάει να γυρίσει σελίδα, αυτή δε γυρνάει, πάει να σαλιώσει το δάχτυλο, το δάχτυλο βρίσκει στη μάσκα. Κατεβάζει τη μάσκα, σαλιώνει καλά. Γυρνάει σελίδα. Στο δεξί κομμάτι της σελίδας μια σειρά από νούμερα.

***

Ο χρόνος πήγε στο μεγάλωμα και τα γηρατειά των ζώων με τα οποία συγκατοικώ. Ένας κτηνίατρος έλεγε τις προάλλες, ε όσο μεγαλώνουν γίνονται περίεργα, βγάζουν γκρίνιες. Έτσι μοιάζουν οι επιθυμίες, οι απαιτήσεις, οι προσδοκίες, όταν εκφράζονται σαφώς και με ακρίβεια. Περίεργες και σίγουρα πάντως όχι και τόσο βολικές.

Προσπαθώ να γυρίσω τη ματαιότητα ή την αγωνία, σε ευγνωμοσύνη και απόλαυση. Δεν δυσκολεύομαι, είναι τέτοιος ο χαρακτήρας μου. Stop and smell the roses. Μάλιστα, να μυρίσω. Ο Όζζυ μυρίζει τσουρεκίλα. Ο Κυριάκος χώμα μετά από βροχή. Ο Λεφτέρης σιδερότυπο.

***

Το λέω και το ξαναλέω, τίποτα πιο μπανάλ απ’ την κρίση μέσης ( ; ) ηλικίας. Και σα να μην έφτανε το μίζερο κλισέ, έχουμε και τις αναπαραστάσεις στην ποπ κουλτούρα. Παλιμπαιδισμός και ξεσπάσματα και εσωτερικό κενό ή ψυχικός τρόμος, και τελικά μια (βεβιασμένα) γλυκιά επαναξιολόγηση και επιστροφή σε μια αγάπη που είναι ασφάλεια που είναι αγάπη που είναι ασφάλεια που είναι αγάπη – Τζον Κιούζακ για σένα λέω. Ακόμη και στην όποια προσωπική υπαρξιακή κρίση πρέπει να χωρέσουμε εντός των στενών προκαθορισμένων ορίων που έχτισε για μας κάποιο εργοστάσιο προκάτ αφηγήσεων. Όλος ο κόσμος είναι οριοθετημένος, ΚΟΜΜΕΝΟΣ ΣΕ ΚΟΜΜΑΤΑΚΙΑ, οικόπεδα και τεμάχια. Ακόμα και η πιο κρυμμένη ενδοχώρα είναι καλά μετρημένη και καταχωρημένη σε μια τεράστια βάση δεδομένων, στο υπ’ αριθμόν 1.345.678.911 κελί του αόρατου εξέλ.

***

Ο Βασίλης, τον οποίο έχω να δω από το 2006, με μια δραματική γλαφυρότητα περιέγραφε την εμπειρία του ιντερνετικού πορνό ως εξής: «υπάρχει μια σχετική διάθεση, διαλέγω το σωστό σάιτ, ακολουθεί εξερεύνηση, η κάβλα κάπως αρχίζει να λειτουργεί, είμαι στα δεκαπέντε ταμπς ανοιχτά, ό,τι ανοίγει είναι λίγο περισσότερο καβλωτικό, κάθε εικόνα λειτουργεί αθροιστικά, ανοίγω κι άλλα κι άλλα. Ύστερα, τελειώνω. Αμέσως πέφτει μαυρίλα στην οθόνη, κλείνω όλα τα ταμπς μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου και νιώθω ένα κακό άδειασμα. Τώρα όλα όσα έβλεπα μοιάζουν ντεκαβλέ, σαντ, κακοφωτισμένα, γραφικά, γκοτέσκα, εντέλει παντελώς άσχημα».

Μπαίνω στον πειρασμό να κάνω την αναλογία μεταξύ χρόνου, δηλαδή ζωής και ιντερνετικού πορνό. Ζεις ζεις ζεις, ζεις παραπάνω, λαχταράς παραπάνω, ζεις κι άλλο, κι άλλο. Και ξαφνικά πέφτει μαυρίλα και όλα όσα ζούσες ένα μάτσο από sad ταμπς.

Υπερβολές και γκρίνιες.

***

Ένα από τα αγαπημένα μου ποίηματα είναι ο Διάκος του Καρυωτάκη. Σαν τις αναμνήσεις κι αυτό, επανέρχεται εμμονικά, λες και είναι ένα απ’ πέντε έξι συνολικά ποιήματα που έχουν γραφτεί στην ιστορία.

Μέρα του Απρίλη.

Πράσινο λάμπος,

γελούσε ο κάμπος

με το τριφύλλι.

Ως την εφίλει

το πρωινό θάμπος,

η φύση σάμπως

γλυκά να ομίλει.

Εκελαδούσαν πουλιά,

πετώντας όλο πιο πάνω.

Τ’ άνθη ευωδούσαν.

Κι είπε απορώντας:

«Πώς να πεθάνω;»


Κώστα Καρυωτάκη πες μας για άνθη και πουλιά, πες μας για το πρωινό θάμπος και το τριφύλλι. Χεστήκαμε για τα 200 χρόνια, τις επετείους, τα Ναβαρίνα, τη ναυμαχία ή το Costa, χεστήκαμε για τη Γιάννα Αγγελοπούλου Δασκαλάκη και την ελληνική Δημοκρατία.

Ρώτα μόνο «Πώς να πεθάνω;». Ρώτα «Πώς να πεθάνω;». Ρώτα να σου πω κι εγώ για άνθη και πουλιά, για το πρωινό θάμπος και το τριφύλλι, για τη Lucia Berlin και το σαλούν, εκεί που θα συναντηθούμε.

3 Σχόλια

Filed under Uncategorized

3 responses to “τέσσερα μηδέν

  1. Σοφία

    Τι ωραία που γράφετε…σας ευχαριστώ!

  2. Με συγκινησες. Το μοιραστηκε η μαρια πετριτση στον τοιχο της και το ειδα. Φοβερο κειμενο. Και αν θυμαμαι καλα εισαι και γλυκυτατος ανθρωπος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s