πειράζει, δεν πειράζει

Στο Καπανδρίτι μια κάποια στραβοτιμονιά, ενώ κοιτάζω το gps για να σιγουρευτώ ότι είναι πατημένο (και τώρα και για πάντα) το αποφυγή διοδίων. Τα δευτερόλεπτα που το αμάξι κάνει τη μίνι βαρκάδα του δεξιά-αριστερά, συμπίπτουν με τα πρώτα δευτερόλεπτα που παίρνει μπρος ο Johann Pachelbel. Η στιγμή (αφού δεν πάθαμε και τίποτα) είναι κινηματογραφική, είναι κατασκευασμένη για να τη δω – από μακριά ενώ τη ζω – κινηματογραφικά. Βλέπω τον εαυτό μου σαν τον άτυχο ήρωα και μου ξεφεύγει ένα δεν πειράζει για τον τύπο που προβάλλεται στον φανταστικό πανί. Χαλάλι η στραβοτιμονιά, άμα είναι να έχει τέτοιο soundtrack.

Φυσικά δεν είναι ταινία και αφού, φανταστικά πάλι, αυτοχαστουκιστώ αναγνωρίζω την συνύπαρξη αμετροέπειας και βλακείας. Να οδηγείς κοιτώντας το κινητό και όχι το δρόμο και το αμάξι να φεύγει κι εσύ να λες δεν πειράζει επειδή είναι κατάλληλη η μουσική. Εντωμεταξύ ήδη το cd έχει προχωρήσει παρακάτω, stars are stars και θεέ μου υπολογιστή, οπότε με συγχωρώ αυτόματα, ακούω, οδηγώ και απολαμβάνω χωρίς την παραμικρή ενοχή. Ας πούμε και μια κουβέντα παραπάνω στην τελική. Και τί πειράζει;

Λίγο πιο κάτω σε έναν επαρχιακό δρόμο, ή σε κάτι τέλος πάντων που η επιθυμία μου για οδήγηση σε επαρχιακό δρόμο βαφτίζει έτσι, βλέπω έναν κουριερά που καταλαβαίνω ότι μόλις πριν λίγο είχε πέσει με το μηχανάκι. Η μηχανή είναι ακόμη ξαπλωμένη στην άκρη του δρόμου και αυτός δίπλα, στέκεται όρθιος, και τινάζεται. Σταματάω λίγα μέτρα πιο κάτω, ο επίσημος λόγος είναι ότι θέλω να σιγουρευτώ ότι ο άνθρωπος είναι καλά, στην πραγματικότητα απλά παρατηρώ. Ο τύπος τινάζεται και καθαρίζεται καλά και ενδιάμεσα ρίχνει ματιές προς τα πάνω, ποιος ξέρει αν ευχαριστεί το θεό ή αν βρίζει την παναγία ή και τα δύο μαζί. Αμέσως μετά κάθεται κάτω, στην άκρη του δρόμου, σε κάτι που μοιάζει με τσιμεντένιο πεζοδρόμιο, βγάζει απ’ την εσωτερική τσέπη του μπουφάν ένα πακέτο και ανάβει τσιγάρο. Καπνίζει με φοβερή προσήλωση. Είναι απ’ αυτά τα τσιγάρα που ζηλεύεις κι ας μην καπνίζεις. Είναι απ’ αυτά τα τσιγάρα που λες αξίζει να πέσω (λίγο;), αν είναι να ανάψω τέτοιο τσιγάρο μετά.

56816079_272634503451969_7929360603171258368_n

Επανέρχομαι, θέλοντας και μη, σ’ αυτό το το προηγούμενο δεν πειράζει. Σκέφτομαι ότι στ’ αλήθεια πειράζει, αφού το μυαλό – κινηματογραφικά πάντα – κάνει μια γύρα σε καμιά δεκαριά αγαπημένα πρόσωπα, παλιά και νέα, σε τρία μέρη παραθαλάσσια και βουνίσια και σε άλλα τρία στην Αθήνα, στο τελευταίο επεισόδιο του δεύτερου κύκλου του fleabag, στη rosamund pike στο gone girl που επείγει να ξαναδώ, στην steffy argelich (ανοίγω και κλείνω instagram), στην – ο θεός να την κάνει – αίθουσα αναμονής για τη μεθ, στο κατ, πριν λίγο καιρό, και τα πρόσωπα που περίμεναν και περίμεναν και περίμεναν για λίγα λεπτά, για μια ματιά – στ’ αλήθεια για λίγο χρόνο ακόμη. Κι ύστερα θυμήθηκα ξαφνικά μια επιγραφή σε ένα γραφείο κάποιου, σε κάποια δημόσια υπηρεσία: Τα λόγια κυρίου, λόγια αγνά. Όταν έδινα πανελλήνιες είχα παπαγαλίσει μια φράση ο χριστός σώζει, επομένως ψεύδεται και την έλεγα κάθε τόσο στην εκθεσού, κι αυτή δυσανασχετούσε αλλά υπέμενε, κανονικά θα έπρεπε να με αρχίζει στα μπινελίκια κάθε είδους, αλλά αυτά έχουν οι καθηγητές – υπομονή. Κι ύστερα στιγμιαία αναρωτήθηκα, ο κούριερ που ‘χε πέσει λίγο νωρίτερα στο δρόμο, άραγε που επιλέγει να ακουμπήσει τη στιγμή της πτώσης, τη στιγμή του αβέβαιου αποτελέσματος; Στην επιγραφή για τα αγνά λόγια ή στον αφορισμό περί ψεύδους; Είναι μια απόφαση κι αυτή και πρέπει να την πάρει κανείς, έτσι μας λένε για τις αποφάσεις ότι πρέπει να τις παίρνουμε. Πρέπει να αποφασίσει λοιπόν κανείς, έστω εκείνη τη στιγμή, έστω κι αν δεν προλαβαίνει. Αλλά όπως κάθε δίλημμα, έτσι κι αυτό, απαντιέται καλύτερα, μόνο αν πεις none of the above, και επιλέξεις κάτι άλλο, κάτι αληθινά απελευθερωτικό και ανακουφιστικό και ανίσχυρο μεν μπροστά στις δυνάμεις του κόσμου, αλλά πάντως εντελώς δικό σου. Πχ. αφού πέσεις με το μηχανάκι, ξεσκονίζεσαι και κάθεσαι οκλαδόν στην άκρη του δρόμου και κάνεις αυτό το ένα, ολοδικό σου τσιγάρο, και εκεί ακριβώς είναι που κάνεις την επιλογή σου, όχι μεταξύ ζωής και θανάτου ασφαλώς, αλλά αυτήν που ακολουθεί της συγκυρίας, του τυχαίου, του διαρκούς αδιανόητου παιχνιδιού όλων όσων έρχονται με φόρα χιλιάδων χιλιομέτρων κατά πάνω σου. Κάτσε και κάνε το τσιγάρο σου ρε άνθρωπε.

Παραληρώ, αλλά φταίει η χθεσινοβραδινή λίστα με τα τραγούδια που έφτιαξα για τη διαδρομή μέχρι το Καπανδρίτι, που δεν μπόρεσε να αποκτήσει ταυτότητα (η λίστα εννοώ), αφού παλινδρομεί μεταξύ του θέλω να πάρω ναρκωτικά και να χοροχτυπηθώ σε τοίχους και πατώματα και του θέλω να πηδήξω απ’ τον έβδομο όροφο (αλλά να επιζήσω, έχοντας μερικές μικρογρατζουνιές).

56481812_356888168258401_7350738782238277632_n

Σε αυτό το σημείο – κι ενώ έχω φτάσει σχεδόν βαρυμπόμπη – είμαι έτοιμος να βγάλω ένα τελικό συμπέρασμα σχετικά με αυτό το δεν πειράζει (που δεν είπα βέβαια στ’ αλήθεια, αλλά και πόσο ψέματα είναι τελικά το σινεμά;), και πάνω που θα ‘μουν αυστηρός και δίκαιος με τον εαυτό μου και θα με έβαζα στη θέση μου, αρχίζει η st. vincent και όλα πάνε κατά διαόλου. Γιατί είτε πειράζει, είτε δεν πειράζει, θα έχουμε πάντα το emotional rescue της, τουλάχιστον εγώ δηλαδή θα το έχω, οπότε κάθομαι οκλαδόν στο πεζοδρόμιο και κάνω το τσιγάρο μου.

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Google photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s