στάχτη στα μπατζάκια μας

Έξω απ’ τα επείγοντα. Κάθεται και καπνίζει. Είναι – λέω – εβδομήντα χρονών. Τα μαλλιά της είναι σχετικά κοντά, αλλά όχι πολύ, έχουν σχετικό όγκο, αλλά όχι πολύ. Θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν αριστοκρατικά, αν αυτή η λέξη μπορούσε να περιγράψει κάτι ή να αποδώσει κάποιο συγκεκριμένο νόημα. Φοράει ένα σχετικά φαρδύ μαύρο υφασμάτινο παντελόνι με τσάκιση. Κάθεται σταυροπόδι, κοιτάζει τον απέναντι τοίχο, δηλαδή ένα πολύ συγκεκριμένο άσπρο κομμάτι του και καπνίζει. Καπνίζει με αργές μεγάλες ρουφηξιές κάτι λεπτά μακριά τσιγάρα. Άλλη μια τέχνη που εξαφανίστηκε με την κρίση και την καθολική σχεδόν επικράτηση του καπνού. Το να καπνίζεις τέτοια τσιγάρα με τέτοιο στιλ, να χρησιμοποιείς τα δάχτυλα με αυτόν το συγκεκριμένο τρόπο. Τσάμπα πήγε τόσο σινεμά, τόσες στερεοτυπικές εικόνες, τόση οπτική επιχειρηματολογία για το τι συνιστά ομορφιά. Κοιτάζω λίγο πλάγια τη γυναίκα που συνεχίζει να καπνίζει με αυτές τις αργές κινήσεις, που δεν αποπνέουν καμία ηρεμία, μόνο ίσως αφοσίωση, αφοσίωση στο απέναντι σημείο του τοίχου, αφοσίωση σ’ αυτή τη σκέψη που κάνει ξανά και ξανά. Λίγο πριν σηκωθώ παρατηρώ ότι όπως κάθεται σχεδόν ακίνητη, με το χέρι μόνο να επαναλαμβάνει την ίδια κίνηση, όλη η στάχτη πέφτει στο δεξί μπατζάκι της. Για κάποιο λόγο είμαι σίγουρος ότι το έχει καταλάβει. Το έχει καταλάβει και απλά καπνίζει το τσιγάρο, ανέκφραστη, σχεδόν όμορφη ή νηφάλια απελπισμένη, μες σ’ αυτή την ακινησία, που τη σπάει μόνο το χέρι της. Μια φορά για να φέρει τον καπνό στο στόμα κι άλλη μια για να πετάξει τη στάχτη στο μπατζάκι του παντελονιού της.

***

54729964_312062412825359_4029775738604355584_n

Τον βλέπω, μέσα απ’ το αυτοκίνητο, να περιμένει στη στάση του λεωφορείου και να βαδίζει πέρα δώθε εντός του περιορισμένου πλαισίου της. Είναι δώδεκα παρά, νύχτα. Τον είχα δει και νωρίς το μεσημέρι να ανεβοκατεβαίνει ορόφους στο νοσοκομείο. Με τα παλιακά γυαλάκια του, χαρτοφύλακα στο χέρι και το γκρίζο σακάκι, κύριος και καλοσιδερωμένος, αλλά ταυτόχρονα βαθιά χαμένος σ’ έναν αόρατο λαβύρινθο. Τώρα, μετά τόσες ώρες, περιμένει ένα λεωφορείο να πάει που; σπίτι του; να φτάσει μετά από πόση ώρα; Κάνω ένα σωρό εικασίες, προβολές, υποθέσεις. Νομίζω πως διαβάζω ξεκάθαρα στα μάτια του που δεν είδα, παρά μόνο φευγαλέα ή μάλλον καθόλου για να ‘μαι ειλικρινής, αυτό το αίσθημα της μοναξιάς. Της μοναξιάς που εμπεριέχεται στο να έχεις μείνει άπειρες ώρες στο νοσοκομείο, να έχεις παλέψει με το γραφειοκρατικό τέρας, να έχεις περάσει το προσωπικό σου δράμα, να έχεις περιμένει για νέα, για βελτίωση, για απάντηση, για ενημέρωση και μετά απ’ όλα αυτά να πρέπει να περιμένεις το βραδινό λεωφορείο στην πεθαμένη Κηφισίας. Να περπατάς πάνω κάτω τα δυομιση μέτρα της στάσης και να περιμένεις. Ηθοποιός από βουβή ταινία.

***

“(..) Δεν έχουμε ανάγκη από σουρεαλιστική τέχνη, ξέρεις. Για μένα, σουρεαλισμός είναι αυτό: δύο άνθρωποι, να αντιμετωπίζουν αυτό που είχαν να αντιμετωπίσουν.”

Φ. Ροθ – Πατρική Κληρονομιά

***

55892393_1090997947753328_5018929650588450816_n

Είμαι σ’ ένα live και καθώς κοιτάζω για πρώτη φορά τον Χ. να παίζει, ξεχνιέμαι. Η μουσική κάνει ένα περίεργο fade, δεν αφαιρούμαι συνειδητά για να σκεφτώ, απλά ξεχνιέμαι. Η ένταση χαμηλώνει, όπως όταν ακούς στ’ ακουστικά ένα δίσκο κάνοντας δουλειές και ο δίσκος τελειώνει και δεν το παίρνεις χαμπάρι γιατί αφενός είσαι αφοσιωμένος στις δουλειές, αφετέρου η μουσική έχει ήδη κάνει αυτό που κάνει η μουσική και έχεις συντονιστεί και παραμένεις εκεί. Τ’ ακουστικά βγάζουν σιωπή, αλλά τα ηχεία της ενδοχώρας παράγουν ακόμη το ίδιο αίσθημα. Με το αίσθημα λοιπόν ολοκάθαρο μέσα μου, αλλά και αυξημένη τη διαύγεια μιας επινοημένης βουβαμάρας, αρχίζω να κοιτάζω γύρω μου. Βλέπω γνωστές φάτσες, πρόσωπα αγαπημένα και τα βλέμματά τους εστιάζοντας στον Χ. αντανακλούν τη χαρά του και την πολλαπλασιάζουν. Δεν είναι αυτή η κάπως ενοχλητική περηφάνια γονεϊκού τύπου. Δεν έχει σχέση με το αποτέλεσμα ούτε όμως και με αυτόν καθεαυτόν τον άνθρωπο που ‘ναι απέναντί μας. Είναι ένα βύθισμα στη χαρά. Προφανώς ο καθένας βουλιάζει εκεί για τους λόγους του, πλάθει το δικό του νόημα, δίνει τις δικές του εξηγήσεις. Αλλά τι ‘ναι αυτό που αν εξηγήσεις αμέσως αλλάζει, τι ‘ναι αυτό που αντιστέκεται στην ερμηνεία, τι ‘ναι αυτό που δεν χωράει ούτε στη δικαίωση ούτε στο παράπονο ούτε στις αναμονές κάποιου μέλλοντος; Τι ‘ναι αυτό που βλέπω στα πρόσωπα και δεν προλαβαίνω να καταλάβω ή να χορτάσω; Γιατί φυσικά σιγά σιγά η μουσική κάνει ξανά fade in, δυναμώνει, με παίρνει απ’ τα μούτρα και εγώ επιστρέφω εκεί που ήμουν. Στο σημείο που προσέχεις αυτό που είχες εξαρχής θεωρήσει ότι θα είναι σημαντικό. Για λίγο όμως, ήμουν αλλού, ήμουν εκεί, ήμουν ποιος ξέρει που;

***

Βλέπω δυο ανθρώπους που μάλλον δεν γνωρίζονται καλά και στέκονται δίπλα δίπλα. Τους παρατηρώ καθώς ανταλλάσουν μερικές κουβέντες, ψιλοχαμογελάνε, κοιτάνε μπροστά χωρίς να λένε τίποτα, η σιωπή λίγο βαραίνει, κάτι ξαναλένε. Που και που μια ελαφριά κίνηση και ίσα που ακουμπάνε ώμο με ώμο. Να το πάλι το γνωστό εκκρεμές των ανθρώπων που πόσο τους αρέσει που ακουμπάνε λιγάκι κι ύστερα πάλι επιστρέφουν στη θέση τους, για να αντιληφθούν (ή και όχι) ότι η θέση τους έχει ήδη αλλάξει και σιγά σιγά ξαναπαίρνουν την κατηφόρα για το διπλανό ώμο και πάει λέγοντας. Εντωμεταξύ σκέφτομαι ότι κάποτε έβλεπα την αμηχανία στο σινεμά και με ενοχλούσε. Το θεωρούσα εύκολη λύση ή εξεζητημένη πόζα. Τώρα, η εικόνα των δύο ανθρώπων, με οδηγεί στο ξαφνικό συμπέρασμα ότι το πρόβλημα εντοπίζεται όχι στην ίδια την αμηχανία, αλλά στο γεγονός ότι το αίσθημα της αμηχανίας πολλές φορές επιβάλλει και μια βιασύνη να βρεθεί μια λύση στο δράμα, να πάμε παρακάτω, να παρθούν αποφάσεις, να γίνουν πράγματα, να ειπωθεί κάτι. Άρα, ίσως μια απάντηση θα ήταν όντως να μπορέσεις να ζήσεις μες στην αμηχανία. Στο ρευστό της κλίμα, στην αναποφασιστικότητά της, στην διαρκή αντίφαση που εμπεριέχει. Το εκκρεμές των ανθρώπων που ακουμπιούνται και απομακρύνονται προσφέρει διάφορα ενδεχόμενα. Ας μπει εδώ μια ανακουφιστική, θαυμάσια τελεία.

Ξαναγυρνάω το βλέμμα μου στους δύο ανθρώπους και το εκκρεμές λειτουργεί ακόμη, με όλα τα ενδεχόμενα άλυτα, αναπάντητα και εκκωφαντικά παρόντα.

***

Απολαμβάνω το βιβλίο στον ηλεκτρικό, γελάω σε κάτι σημεία με τον Ροθ να περιγράφει ότι προς το τέλος της ζωής του, ο πατέρας του έφερνε κάθε φορά και μια σακούλα με διάφορα αντικείμενα που δεν ήθελε πια. Ανάμεσά τους και κάποια που είχε χαρίσει ο ιδίος ο Ροθ παλιότερα σ’ αυτόν ή στη μητέρα του. Διαβάζω παρακάτω και σε μια στιγμή λέει ο Ροθ ότι είχε στείλει ένα αμάξι να πάρει τον πατέρα του απ’ την πόλη που έμενε και να τον φέρει στο σπίτι του για την καθιερωμένη επίσκεψη. Τρεις ώρες διαδρομή.

Ξαφνικά ένα (γραφικό) στράβωμα. Άσε μας ρε Ροθ, γράφεις το ένα υπαρξιακό μετά το άλλο επί 200 σελίδες και μετά πας και λες ότι στέλνεις αυτοκίνητο να παραλάβει τον πατέρα σου τρεις ώρες απόσταση και να τον φέρει πάλι πίσω. Κοιτάζω στο βαγόνι τις φάτσες και σκέφτομαι ότι όλοι αυτοί που είναι γύρω μου, αν αρρωστήσουν οι γονείς τους, ζήτημα είναι αν θα έχουν να πληρώσουν την αποκλειστική για το βράδυ. Άκου έστειλε οδηγό τρεις ώρες απόσταση. 

Σε αυτό το σημείο άνοιξε η πόρτα και κάμποσοι φτωχοί (τουλάχιστον στο μυαλό μου) ψάξαμε βιαστικά να βρούμε τις κυλιόμενες. Η μέρα συνεχίζεται.

55669568_2220252584680378_1566597507423666176_n

το τελικό σχόλιο περί αποδοχής & αγάπης σε τοίχο στο Κουκάκι

 

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s