κανείς δεν το θέλει δικό του αυτό

Όταν ήμουν μικρός, καθισμένος στο οικογενειακό χόντα που έπαιρνε τις στροφές του αχλαδόκαμπου, έπαιζα συχνά το γνωστό παιχνίδι. Έπιανα μια λέξη και την έλεγα συνεχόμενα και γρήγορα, ξανά και ξανά, μέχρι που η λέξη έχανε το νόημα της, μέχρι που ξέχναγα τι σημαίνει η λέξη και τι σημαίνει λέξη και τα γράμματα γίνονταν απλά ήχοι στη σειρά, θόρυβος, γδούπος – ηχοτοπίο (για να ‘μαι λίγο πιο κάρεντ). Προχθές μεταξύ ύπνου και ξύπνιου μου βγήκε ασυναίσθητα ένα κοβιντκοβιντκοβιντκοβιντκοβιντκοβιντκοβιντ που το έλεγα και το ξαναέλεγα μέχρι που δεν ήξερα τίποτα. Ούτε τι είναι αυτό το εξωτικό κόβιντ, ούτε σε τι συνίσταται, ούτε τι συνέπειες έχει.

1

A horror story, the face is a horror story.

Οδηγώντας μπροστά απ’ το αστυνομικό τμήμα βλέπω απ’ έξω τρεις μπάτσους που στέκονται όρθιοι με κολλημένα τα κεφάλια και κοιτάζουν την οθόνη του κινητού. Ο ένας ξύνει τη μύτη του. Μπροστά στα ΚΕΠ με διαφορά πέντε λεπτών μια γυναίκα γύρω στα πενήντα και ένας άντρας αρκετά μεγαλύτερος. Και οι δύο προσπαθούν να μπουν μέσα. Η πόρτα κλειδωμένη. Έρχεται η υπάλληλος, και οι δύο θέλουν το ίδιο. Να ανανεώσουν την κάρτα ανεργίας. Η υπάλληλος δεν απαντάει, δείχνει από τη μέσα μεριά του τζαμιού ένα χαρτί κολλημένο. Η ανανέωση της κάρτας γίνεται αυτόματα ή αυτοδικαίως ή κάτι τέτοιο. Και οι δύο όμως κάτι δεν καταλαβαίνουν, κάτι δεν τους πείθει, κάτι τους συμβαίνει. Η γυναίκα φοράει μάσκα, αλλά όχι γάντια. Ψηλαφίζει το τζάμι πηγαίνοντας με το δάχτυλο γραμμή γραμμή την ανακοίνωση. Ύστερα τρίβει το μάτι της. Ο άντρας λίγο αργότερα σπρώχνει την πόρτα, ακουμπάει κι αυτός το τζάμι. Μετά, κάθεται μπροστά στο χαρτί της ανακοίνωσης, το χέρι τρίβει το πηγούνι. Μένει εκεί τρίβει και διαβάζει. Ξανακοιτάζει προς το βάθος του ΚΕΠ, θα ήθελε να ρωτήσει κάτι παραπάνω.

Στη συνέχεια, στα πεζοδρόμια, στο ταχυδρομείο, στο σούπερ παρατηρώ τους ανθρώπους. Δεν μπορούν να πάρουν τα χέρια απ’ το πρόσωπό τους. Είναι λες και κάθε λίγο σχηματίζεται στο μυαλό τους η απορία: υπάρχω ακόμη; Και αμέσως αντανακλαστικά απλώνουν τα δάχτυλα στη μύτη στα μάτια στο στόμα στα μούσια στ’ αυτιά. Όλα αυτά τα ξυσίματα είναι το ανακουφιστικό ναι στην προηγούμενη ερώτηση, που κάθε τόσο πυροβολεί στο μυαλό. Ναι, ξύνομαι, ακουμπιέμαι, το δάχτυλο βρίσκει κάτι στέρεο. Άρα υπάρχω ακόμη, είμαι εδώ, έχω σώμα και σκιά.

Διαβάζω διάφορα ενδιαφέροντα.

[η τυραννία του ενδιαφέροντος -> κάθε αλλόκοτος συνειρμός, κάθε τραβηγμένη σύνδεση, κάθε παρατήρηση στο πεδίο της κουλτούρας όσο μικρή ή περιπτωσιολογική κι αν είναι, τραβάει την προσοχή και χωράει από ένα ποστ μέχρι ένα διδακτορικό (τα ‘χει γράψει ο Ντελίλλο απ’ το ’80). Κι εγώ ασθμαίνοντας ανοίγω ένα έξτρα ταμπ]

Στα πορνοσάιτ τελευταία ευδοκιμούν δύο είδη βίντεο. Σε κάποια βλέπουμε τα πάντα, αλλά εκτός οθόνης μένει διαρκώς το πρόσωπο. Σε κάποια άλλα βλέπουμε μόνο το πρόσωπο να καπνίζει, να τρώει, να πασαλείβεται, να κοιμάται, να μιλάει.

Τί συμβαίνει με το προσωπάκι μας; Μας λένε τώρα ότι πάση θυσία πρέπει να μην το ακουμπάμε. Η αιώνια αμηχανία της συναναστροφής, οι ίδιοι οι αναπόφευκτοι πολυποίκιλοι δισταγμοί της ύπαρξης καθιστούν την νούμερο ένα άμυνα το άγγιγμα του προσώπου. Πως ζει αυτός που δεν ξύνεται, δεν τρίβεται, δεν χαϊδεύεται;

2

Κάλτσουραλ μπάγκατζ

Από την αρχή της καραντίνας έχω ζωστεί με όλων των ειδών τα πολεμοφόδια: δύο κανονικά βιβλία, 7 ebooks απ’ το verso, σοκοφρετάκια, netflix, cinobo, κάθε μέρα 4 με 10 μπουκμαρκς κειμενάρες και κειμενάκια, σερενετάκια, διαγράμματα και στατιστικές, μιμς, ονλάιν πιλάτες, λακτάκια, λάιβ στριμινγκ καλλιτεχνών, συνδρομές σε τρία ειδησεογραφικά site, γκρουπ με ενδιαφέροντα μουσικά πράγματα, γκρουπ ενημερωτικά για τον covid, γαλακτομπούρεκο.

Όλη αυτή η συσσώρευση μου δημιουργεί ταυτόχρονα ανακούφιση και δυσφορία. Εφευρίσκω μια ανάγκη. Να παρακολουθήσω, να μείνω updated, να κερδίσω το χαμένο χρόνο σε ταινίες, σε άρθρα, σε λόγο, σε θεατρικές παραστάσεις. Να ξέρω όλη την κριτική σχετικά με τη διαχείριση του κοβιντ από συνωμοσιολόγους, λοξούς στοχαστές, επιδημιολόγους, φιλοσόφους, συλλογικότητες, δημοσιολόγους. Όλο αυτό με αγχώνει.

Ταυτόχρονα καθησυχάζομαι. Βλέπω ταινίες που αλλάζουν όλη την ατμόσφαιρα. Θυμάμαι πόσο καλή ηθοποιός είναι η ανετ μπένινγκ, αποχαυνώνομαι με τον λαιμό της τζέσικα τσαστέιν, ετοιμάζω λίστες, γελάω με τον τσανγκ στο community. Στο αυτοκίνητο ακούω μοσχολιού και αλεξίου τα ίδια τέσσερα – πέντε τραγούδια και τραγουδάω. Στο σπίτι το μισό soundtrack του barry lyndon, ένα τραγούδι της dua lipa, δύο της πλάτωνος, μια συναυλία του χατζιδάκι, ένα άλμπουμ του μαμαγκάκη και αυτά που βλέπω στο τλ από άτομα που συμπαθώ κι ούτε κοιτάζω τι είναι. Ακούω αλλιώς το δεν ξεριζώνονται οι νύχτες από μέσα μας.

(Με φαντάζομαι στο σκαμπό ενός μπαρ με τα χέρια άγκυρες και γάντζους στην ξύλινη μπάρα και ο χαρδαλιάς με συνοδεία οπκε να με τραβάει απ’ τις μασχάλες, απ’ τα πόδια, απ’ το λαιμό. Θέλει να με στείλει σπίτι, να μου κόψει πρόστιμο, να μου βγάλει τα νύχια, να με κλειδώσει σ’ ένα μικρό δωμάτιο με μια οθόνη που παίζει όλη μέρα αποτελέσματα αστυνομικών ελέγχων και απηυδισμένους από τον απείθαρχο λαό χατζηνικολάου).

Νιώθω το όριο της χαϊφιντελικής ιδέας που ταλαιπώρησε (και υπηρέτησε) κόσμο και κοσμάκη, ότι δηλαδή στ’ αλήθεια είμαστε αυτό που μας αρέσει κι όχι αυτό που είμαστε. Όμως οι αποσκευές μας, όσο λυτρωτικές κι αν είναι, που είναι, δεν είναι αρκετές για να σπρώξουν το κάρο, όταν όλοι οι δρόμοι είναι γεμάτη λάσπη. Οκ, όχι πολύ πετυχημένη παρομοίωση, αλλά ας πούμε ότι καταλαβαινόμαστε. Ένα τραγούδι θέλει κάπου να απευθυνθεί, κάπου ν’ ακουμπήσει, κάπου να σε στείλει. Αυτό το κάπου όμως, αυτός ο κάποιος, είναι πίσω από μια πόρτα κλειστή.

***

[Πως διάολο έτυχε να κολλήσω με αυτή τη φράση λίγο πριν απ’ όλο αυτό] Όλοι θέλουν δικό τους το τέλος του κόσμου, γράφει ο Ντελίλλο. Όμως σε ημιδιαλυμένα νοσοκομεία, έγκλειστοι, με άδειους δρόμους, στένοντας sms σε πενταψήφια και μακριά ο ένας απ’ τον άλλον, δεν υπάρχουν ωραίες δηλώσεις, τρυφερές χειρονομίες, μεγαλεπήβολα σχέδια, λάθος επιλογές. Αυτό είναι ένα τέλος που δε μπορεί να γίνει δικό μας.

Ένας Ιταλός απ’ το Μπέργκαμο περνάει απ’ την οθόνη. Ο δημοσιογράφος του κάνει ερωτήσεις. Προσπαθεί να ξεκινήσει να μιλάει αλλά δεν τα καταφέρνει. Λέει μόνο την πρώτη λέξη κι ύστερα τον πιάνουν κλάματα. Νιώθω πως έχει περάσει ένα δεκάλεπτο. Σκέφτομαι κάποιους που ξέρω απ’ το Μπέργκαμο που αγαπάνε την Αταλάντα. Πως είναι να ‘ναι το Μπέργκαμο η πόλη σου; Άνθρωποι απ’ την Κίνα γράφουν τι σημαίνει λοκντάουντ χωρίς λεφτά, χωρίς δυνατότητα να κάνεις συνδρομές και παραγγελίες, χωρίς μπιντζ γουότσινγκ με γλυκά και πατατάκια. Στο νότο της Ιταλίας ειδήσεις για λούτινγκ – δεν έχουν φράγκο να αγοράσουν το οτιδήποτε – μια πραγματική πολιτική ανάγκη . Στο σούπερ μάρκετ η ταμίας έχει κλατάρει. Στην Καλλιθέα σε ένα μικρό συνοικιακό κατάστημα με λάμπες και άλλα ηλεκτρολογικά ένας τύπος κάθεται μέσα με κατεβασμένο το ρολό και δεν κάνει τίποτα. Στη Νέα Σμύρνη ένας παππούς ακούει μπερδεμένος ότι πρέπει να περιμένει έξω απ’ το μίνι μάρκετ. Ένας μπαίνει ένας βγαίνει. Η ρομαντικοποίηση της καραντίνας είναι ταξικό προνόμιο, λέει ένα σύνθημα των ημερών. Το ίδιο και η ρομαντικοποίηση του τέλους.

***

***

Tο youtube κάνει πρόγραμμα μόνο του και ξαναπέφτω στο στίχο του Cohen you were born to judge the world, forgive me but I wasn’t. Θα ήθελα να μπορώ να πω κάτι αντίστοιχο, αλλά μετά την πρώτη εβδομάδα, η ανησυχία δίνει τη θέση της στην εξαλλοσύνη. Βλέπω ένα μπάτσο να κάνει κεφαλοκλείδωμα σε έναν μάλλον παππού. Βλέπω πέτσες, σταϊκούρες, γεωργιάδηδες, κοντοζαμάνηδες. Βλέπω το βασικό εργαλείο διαχείρισης μιας πανδημίας να είναι οι μπάτσοι – ε τί θα ήταν, οι άνθρωποι τέτοιοι είναι. Νιώθω ότι σχεδόν ξεχάσαμε τον εθνικό παροξυσμό που ζούσαμε μέχρι πριν είκοσι μέρες, αλλά κάνω λάθος, αυτοί που πρέπει θυμούνται. Απλώς τα κρούσματα, τα φάρμακα, τα εμβόλια και οι ΜΕΘ, έχουν σκεπάσει ελαφρά το γεγονός ότι οι άνθρωποι στα γκρικ-γιουροπίαν στρατόπεδα συγκέντρωσης καταδικάζονται να περάσει από πάνω τους η πανδημία. Πνίξιμο, πουσμπακς, black sites, φυλακή και τώρα κόβιντ.

3

Είναι μια καλή ευκαιρία να καταλάβει κανείς τα όσα λέγονται για την απλήρωτη οικιακή εργασία. Κάθε φορά που μας λένε πόσο πρέπει να απολυμαίνουμε συνέχεια ή να βάζουμε πλυντήρια ή ν’ αερίζουμε ή να προσέχουμε τη διατροφή μας και να μαγειρεύουμε ή να φροντίζουμε το χώρο μας (το σπίτι μας – η αρένα μας), αναρωτιέμαι πού είναι ο μισθός για αυτό το πράγμα. Έχω στο νου κάτι θείες, κάτι γυναίκες, τη μάνα μου και με πιάνει η ψυχή μου, που δούλευαν και δουλεύουν μια ζωή δύο δουλειές, η μία κακοπληρωμένη και η άλλη απλήρωτη.

***

ΜΙΣΓΙΟΥ

Τηρουμένων των αναλογιών και αφού προς το παρόν εμένα η ελληνικότητα μου δίνει συγχαρητήρια και συμβουλές ή με απειλεί και μου κόβει πρόστιμα για να μένω σπίτι, σκέφτομαι τι μου λείπει.

Τα μπαρ. Να μην πρέπει να με πιάσει ταχυκαρδία αν τύχει να δω από μακριά τους γονείς μη και τα σταγονίδιά μου κάνουν μεγαλύτερη των δύο μέτρων διαδρομή. Να μην παρατηρώ τι πιάνει ο καθένας εκεί έξω. Να κάνω τη διαδρομή εξάρχεια κουκάκι με τα πόδια με μια στάση ίσως στο λακαντόνα. Κάποιοι άνθρωποι. Κάποιοι πολύ κοντινοί και κάποιοι μισοάγνωστοι που ένιωθα μια αόριστη ασφάλεια ότι είναι κάπου (σε ένα καφέ, σε ένα ψιλικατζίδικο) και θα δω τις φάτσες τους. Σκέφτομαι τον γνωστό που σε πιάνει από πίσω καθώς μπαίνει στο χώρο πριν τον δεις και πριν σου μιλήσει. Τι ωραία αίσθηση. Σκέφτομαι ξυπολυσιές και βαρέθηκα να πλένω χέρια, να κάτσουμε σε ένα πεζοδρόμιο και να φάμε παγωτό και σουβλάκια και να μη φοράει κανείς γάντια και ο υπάλληλος να ‘χει πιάσει το χωνάκι. Να κυκλοφορήσουμε την πόλη και να τα πιάσουμε όλα. Να απλώσουμε τα κουλά μας σε όλα τα βιβλιοπωλεία, να ξεφυλλίσουμε αυτά που δε θα αγοράσουμε, να περάσουμε από μαγαζιά με ρούχα και να απλώσουμε την παλάμη σ’ ότι είναι κρεμασμένο.

Επιχειρήματα επί επιχειρημάτων ενάντια στους μικρόκοσμους και τώρα το μόνο που σκέφτομαι είναι να αγοράσουμε ένα σπίτι να ‘χει στη μέση μια κοινή αυλή σαν παλιά ελληνική ταινία ή μια ολόκληρη πολυκατοικία και να σπάσουμε τις αποστάσεις τις μονάδες και τις μοναξιές και τις δυαδικότητες, να ‘χουμε μια αστική φάρμα (παναγία μου τι έφτασα να λέω) να ‘μαστε όλοι τριγύρω. Το εξτέντεντ φάμιλι δοκιμάζεται στα τσατς, θα βγει δυνατό ή όχι δεν έχει σημασία, αυτές οι μέρες υπενθυμίζουν τη χάρη της συλλογικής ζωής. Μου λείπει να περπατήσω γύρω απ’ το σταθμό αττική και στην αριστοτέλους, να μπω να πάρω απ’ τον έναν φούρνο τυρόπιτα και απ’ τον άλλο καφέ και και και. Και να δοκιμάσουμε απ’ το ίδιο ποτήρι, απ’ το ίδιο πηρούνι.

Νοστάλγησα να διαβάσω το νοστάλγησα του γκόρπα λίγο πριν βγω απ’ το σπίτι χωρίς να έχω κανονίσει τίποτα, όμως να το υποψιάζομαι πως θ’ αργήσω.

4 Σχόλια

Filed under ασυναρτησίες, Uncategorized

4 responses to “κανείς δεν το θέλει δικό του αυτό

  1. sofiagrigoriadou

    Χαίρομαι που διαβάζω το βυτίο ξανά, μου έλειψε. Ευχαριστούμε πολύ!

  2. Βασίλης

    Μισγιου βυτίο, ανάμεσα στην απομόνωση και στη χαζομάρα, αποτελείς όαση.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s