«έχουμε ξεμείνει»

Φυσικά και δεν τελειώνει αυτή η κουβέντα. Επιστρέφει πρωί βράδυ, μόνος στο αμάξι με τις εξοργιστικές ειδησεογραφικές ραδιοφωνικές εκπομπές ή παρέα με φίλους σε κάτι καφέδες μεσημεριανούς αναπάντεχα ήσυχους. Τί ζούμε, πού ζούμε, να σηκωθούμε να φύγουμε.

Ξεπεράσαμε ή ξεπερνάμε ή παλεύουμε να ξεπεράσουμε το καθεαυτό οικονομικό ζήτημα. Είπαμε μπορούμε και χωρίς τις παλιές ευκολίες και χωρίς τα σχεδόν απαραίτητα, μπορούμε και ημίφτωχοι ή κάτι τέτοιο. Αλλά κάθε μέρα έρχεται κάτι, κάτι δυνατότερο από ένα απλήρωτο λογαριασμό, κάτι ισχυρό και σχεδόν εξουθενωτικό. Κάποιος πέφτει, κάποιος κυνηγιέται και κάποιοι άλλοι κάνουν κηρύγματα κατά της βίας ενώ δεν έχει περάσει χρόνος από τότε που έπιναν νερό απ’ το ποτήρι των φασιστών. Η καθημερινότητα βομβαρδίζεται από ειδήσεις που δοκιμάζουν την αντοχή. 25ευρω λέει πια για την εισαγωγή στο νοσοκομείο. Δεν είναι τα λεφτά το θέμα, είναι η κυνική ομολογία ότι δεν πολυμετράμε το θάνατο ή έστω την αδυναμία.

Δεν ξέρω αν φταίει που περπατούσα τον Σεπτέμβριο σε πιο λαϊκές γειτονιές, πάντως νόμιζα ότι παρατηρούσα μια ταχεία περιθωριοποίηση. Παντού κόσμος αγριεμένος, ξεγυμνωμένος, έτοιμος να πετάξει νύχια, να καταπιεί όποιον περάσει δίπλα ή και τον ίδιο του τον εαυτό. Ένα σωρό άνθρωποι εξωθούνται σε μια κατάσταση γύρω ή έξω απ’ ότι ορίζαμε «κανονική ζωή».

Δεν είναι πια ακριβώς η ανεργία που σε διώχνει. Πρέπει να μπορείς ν’ αντέξεις και την αγριότητα αν θες να μένεις εδώ.

*

Και βέβαια, παρά το τηλεοπτικό τσίρκο, η κατάσταση πολύ απέχει απ’ το να φανερώνει την παραμικρή βελτίωση. Την Τετάρτη στο Κερατσίνι, τόσες φάτσες τρελαμένες, τόσο κόσμο χαμένο σε μία μίξη θλίψης και αλκοόλ δεν νομίζω να έχω ξαναδεί. Το πένθος και η οργή, βούλιαζαν την άσφαλτο. Κι όμως ακόμη και σε μια τέτοια στιγμή, ακόμη και σε μια στιγμή που τα ξεφτιλισμένα ΜΜΕ παρουσιάζουν το αντιφασιστικό (ή μάλλον αντι-χα) δράμα τους, αυτό που αποκαλείται ελας έδειξε το ακριβές σημείο στο οποίο στεκόμαστε. Χτυπήματα απ’ την αρχή, κουβεντούλες του στιλ «δώστε εντολή να τους γαμήσουμε», δακρυγόνα σε ευθεία βολή και γκλομπ στο κεφάλι. Οι διαδηλωτές ακροβατούσαν μεταξύ θλίψης και λύσσας. Οι κύριοι με τις στολές έμοιαζαν να γιορτάζουν την ευκαιρία να φωνάξουν με τον πιο σαφή τρόπο ποιός είναι ο αδερφός τους – όχι ο νεκρός βέβαια. Περνούσαμε τον δρόμο στο σημείο της δολοφονίας και μερικές χιλιάδες κόσμου λες και αποφάσιζαν να πατήσουν στις μύτες. Αν μπορούσες να απομονώσεις τον ήχο σ’ εκείνα τα ελάχιστα τετραγωνικά μπορεί να άκουγες μόνο δόντια να τρίζουν. Η Ελας όμως έδινε την εντύπωση ότι θέλει επειγόντως να πατήσει με τις μπότες της πάνω σ’ εκείνο ακριβώς το πλακάκι. Η ελληνική πολιτεία διαμέσου της αστυνομίας της δήλωνε ότι θα τσαλαπατήσει το πένθος, θα παρελάσει πάνω στις καρδιές και θα καρφώσει τη γαλανόλευκη στο σώμα όσων μετρούν τους νεκρούς και τους μαχαιρωμένους. Δεν θα κλάψετε για κάποιον που πάει με το ποδήλατό του στη δουλειά στα Πετράλωνα. Δεν θα κλάψετε που μαχαίρωσαν κάποιον που τραγουδούσε για την γειτονιά του. Δεν υπάρχουν νεκροί και φασισμός. Το μόνο δικαίωμα που έχετε είναι να παρακολουθείτε σιωπηλοί τα κανάλια να αποκαλύπτουν την εγκληματική δραστηριότητα του κόμματος των 440.000 ψήφων. Θα σας πουν ο Χρυσοχοΐδης, ο Λοβέρδος και η Μπακογιάννη πόσο κακό κάνουν στη δημοκρατία μας οι νεοναζί. Θα σας πει ο Πρετεντέρης. Εσείς ψηφίστε το συνταγματικό τόξο και μην πενθείτε τους νεκρούς.

*

Αλλά στον έναν καφέ ακούγεται από παντού το να φύγουμε και στον επόμενο το εντελώς ανάποδο. Έλεγα την Κυριακή στους ομοτράπεζους σε ένα ομολογουμένως λαϊκίστικο δεκάρικο, ότι δεν μπορείς να θαυμάζεις την Κίττυ Αρσένη, δεν μπορείς να διαβάζεις για τον Ντουρούτι και όταν στον τόπο που τυχαίνει να ζεις, σηκώνεται ο φασισμός, να την κάνεις για να ηρεμήσει το κεφάλι σου απ’ τις δυσάρεστες ειδήσεις. Το ξέρω δεν είναι τόσο απλό. Δεν είναι απλά κακές ειδήσεις. Η ζωή μας χαλάει στ’ αλήθεια και δεν έχει άλλη.

Αλλά εξαιτίας της φρέσκιας μπύρας και βέβαια εξαιτίας της φριχτής μου ροπής για τους δεκάρικους, σκεφτόμουν από μέσα μου, ότι κανονικά θα έπρεπε να λέμε ότι δεν θα ‘θέλα να βρίσκομαι πουθενά αλλού στον κόσμο. Μόνο εδώ που μπορείς να μιλήσεις, να υπερασπιστείς, να διαδηλώσεις, να σταθείς δίπλα στο μετανάστη των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Μόνο εδώ που μπορείς να σταθείς δίπλα στους βασανισμένους αναρχικούς και τους χτυπημένους κομμουνιστές.

Το ξέρω πως ακούγονται ξύλινα και μεγαλόστομα όλα αυτά. Μα πως αλλιώς να περιγράψω την αίσθηση ότι εδώ σ’ αυτή την τρύπα του πλανήτη, σ’ αυτό το τραγικό σημείο, έχουμε την ευκαιρία να κάνουμε το ελάχιστο σημαντικό. Κάποιος θα δώσει το τελευταίο πεντάευρώ του για το Σακκά, κάποιος θα βοηθήσει ένα μετανάστη στο νοσοκομείο που δουλεύει, κάποιος θα βγει μαζί με τους καθηγητές στο δρόμο και κάποιος θα ριψοκινδυνέψει για να γράψει ότι φασισμός δεν είναι μόνο ο συμμορίτης με τα μαύρα, αλλά κι αυτός που βγάζει λεφτά απ’ αυτόν κι αυτός που πουλάει στρατόπεδα συγκέντρωσης και πάει λέγοντας. Και ο καθένας κάνοντας ότι μπορεί, έστω κι αν είναι λίγο, έστω κι αν μοιάζει τίποτα, δικαιώνει για μερικά δευτερόλεπτα την ίδια του την ύπαρξη σ’ αυτό το σημείο του κόσμου.

*

Αλλά κάποτε κι αυτό μοιάζει δύσκολο, αφόρητο. Θέλω να πάω διακοπές, να ευχαριστηθώ ένα ποτό, να βγω βόλτα χωρίς να κάνει πάρτι η δυστυχία δίπλα μου. Όλα ανθρώπινα είναι και λέει ο σχολιαστής στο εκπληκτικό κείμενο του βρακιού «ωραιο τραγουδι / στειλε και κανα άλλο / εχω ξεμεινει». Έχουμε ξεμείνει είναι αλήθεια και διαρκώς μας κατακλύζει αυτή η αίσθηση ότι δεν το αξίζουμε όλο αυτό. Και όλο ζητάμε να μας στείλουν κανένα τραγούδι. Και πας σε μια συναυλία στο Βύρωνα και αντιλαμβάνεσαι ότι όσο και να χοροπηδήσεις, όσα συνθήματα κι αν πεις, όσο κι αν ο κόσμος χοροπηδάει μαζί σου, δεν είναι αρκετό γιατί έχουμε στ’ αλήθεια ξεμείνει. Και για να ξαναγίνουμε θέλουμε να πούμε ένα τραγούδι να σπάσουν τα βράχια, να κουνηθεί όλη η Αθήνα, να καταργηθούν τα πρωτοσέλιδα και οι τύποι που πετάνε πέτρες πίσω απ’ τα ΜΑΤ φωνάζοντας ζήτω η ΕΛΛΑΣ και οι παρουσιαστές που λένε με μισή καρδιά όχι στους νεοναζί αλλά ολόψυχα ναι στη διαπόμπευση οροθετικών και όσοι κλαίνε για το μαχαιρωμένο Έλληνα αλλά όχι για το μαχαιρωμένο ξένο.

Έχουμε ξεμείνει και ζητάμε που και που ένα τραγούδι. Και ο καθένας ό,τι έχει κερνάει.

Advertisements

3 Σχόλια

Filed under ασυναρτησίες

3 responses to “«έχουμε ξεμείνει»

  1. αν ήσουν κοντά απόψε θα σε κερνούσα ότι κάνεις κέφι…μιας και τα λόγια σου κεράσανε εμένα..

  2. Παράθεμα: “έχουμε ξεμείνει” | κόκκινος γάτος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s