Category Archives: Uncategorized

παραμονές

1. Παρόλο που το σινεμά που προτιμώ είναι αυτό του Mike Leigh, του Ken Loach, του Spike Lee του Fatih Akin (και πάει λέγοντας), καμιά φορά με πιάνω να σκέφτομαι ότι να, τώρα αυτό που (δε) λέω από μέσα μου, αυτή η ατμόσφαιρα που με έχει κυκλώσει εσωτερικά, αυτό το αίσθημα που δεν έχει βρει λέξεις αλλά είναι τόσο ξεκάθαρο, θα ήθελα να το αφηγηθεί ο Terence Malick. Καθώς περπατάω στην οδό Αριστοτέλους και δεν έχω λόγια να πω τη συνθήκη που έχω φτιάξει μέσα στο μυαλό μου, τη συνθήκη που με περιβάλλει, τις σκέψεις που δεν παίρνουν λόγια, μου έρχεται ο Malick. Τα μάτια μου, σαν κάμερα, αρχίζουν να κινούνται, καταγράφοντας με ακρίβεια και τρυφερότητα, περικυκλώνοντας το θέμα, χαϊδεύοντάς το, αγκαλιάζοντάς το. Ποιο είναι το θέμα; Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα μέσα στην οποία σιγοβράζουν οι αφορισμοί που συμβαίνουν μέσα στα σωθικά μου. (Στην πραγματικότητα αμφισβητείται η ύπαρξη του θέματος – είναι ένα αίσθημα αγνώστων στοιχείων, αταυτοποίητο. Ένας κυκλώνας – ήρεμος πάντως – αποφάσεων, ενδείξεων, παρατηρήσεων, συγκινητικών στιγμών, πιθανοτήτων, κόμπων και ίσιων γραμμών).

Μια γυναικεία φιγούρα γυρίζει γύρω από έναν άγνωστο ήρωα. Με τεντωμένο χέρι διαγώνια προς τα κάτω και ανοιχτά δάχτυλα που απλώνονται παράλληλα με το έδαφος. Λες και το χέρι είναι άξονας που την κρατά σταθερή σ’ ένα σημείο του κόσμου και το κορμί γυρνά απαλά γύρω του. Ένας άνθρωπος με λειτουργία υδρογείου ή διαβήτη.

Επόμενα πλάνα: Χορτάρια στον άνεμο. Ένας άντρας με γυρισμένα μπατζάκια  βρέχει τα πόδια του σε μια ακτή. Σκηνές από πάρτυ, γεμάτα ποτήρια, έρημες λεωφόροι. Κι ύστερα η φωνή του αφηγητή, άντε τώρα να διαλέξεις ποιον θες σ’ αυτό το ρόλο, ας μείνει καλύτερα κι αυτός αταυτοποίητος.

Τι λέει η φωνή;

to_the_wonder_terrence_malick_33

2. Άραγε πως νιώθει ο αφρικανός την ώρα που βλέπει να έρχονται τα μέλη της ανθρωπιστικής αποστολής από τη βόρεια Ευρώπη;

Αν και συμπαθείς στη συντριπτική πλειοψηφία τους, ξένοι, κυρίως ευρωπαίοι αλλά και αμερικανοί, δημοσιογράφοι και ακτιβιστές δημιουργούν ανάμεικτα συναισθήματα στους κατοίκους της περιοχής των Αθηνών. Είναι συγκινητικό (και έχει και πλάκα) το ενδιαφέρον τους για τα βάσανα των αιχμαλώτων της επταετίας της καταστροφής που διανύουμε. Ο κόσμος του βοηθά, τους απαντά, τους υποδεικνύει. Αλλά από ένα σημείο και μετά πολλοί ντόπιοι, όχι απαραίτητα συνειδητά, τους κοιτούν με μισό μάτι. Κανείς δεν αγαπάει τον τουρίστα, ακόμη κι αν αυτός έρχεται με τις καλύτερες των προθέσεων, γιατί αυτός κρύβει πάντα κάτι απ’ το βλέμμα του καταχτητή, του εμπόρου, του συλλέκτη εξωτικών στιγμών κι ζόρικων εμπειριών.

Όπως πάμε εμείς στα μικρά νησιά του καλοκαιριού και αρχίζουμε να πετάμε με ρυθμούς πολυβόλου τις φυσιολατρικές διαπιστώσεις (αχ, εδώ ζείτε μέσα στην ομορφιά, αλί σε μας) σε συνδυασμό με τις συμβουλές του ασυγκράτητου ξένου (ίσως θα έπρεπε να έχετε μια πιο οικολογική προσέγγιση στο συγκεκριμένο θέμα – το δημοτικό συμβούλιο τι κάνει – έχω μερικές ιδέες για την προστασία και την ανάδειξη του τοπίου). Όμως είμαστε εκεί για είκοσι μέρες (στην καλύτερη) και έχουμε επιλέξει με προσοχή τη σαγιονάρα, το μαγιώ και το σλόγκαν της μπλούζας μας, προκειμένου να φτάσουμε στην ψυχική ανάταση και την ένωση με το τοπίο μια ώρα αρχύτερα.

Το διάλειμμά σου, η ζωή μου.

malick_article_story_large

3. Έμπλεξα τις προάλλες πάλι σε αυτή την ανόητη συζήτηση: τίποτα δεν γίνεται στην Ελλάδα (λογοτεχνικά), δεν γράφεται τίποτα της προκοπής. Έχασα γρήγορα την ψυχραιμία μου και η κουβέντα πήγε στα γενικά και θεωρητικά και άκρη φυσικά δεν βγήκε. Μετά σκεφτόμουν ότι θα μπορούσα απλά να πω ότι μετά το καλοκαίρι διάβασα Παπαμάρκο, Ξυλούρη, Παπαντώνη, Παπαδάκη και αυτό θα ήταν αρκετό.

Μικρές τραγωδίες που κλονίζουν τη δυνατότητα να λες ΕΧΩ ΔΙΚΙΟ ΓΙΑ ΟΛΑ. Πήρα τον «Καρυότυπο» του Παπαντώνη περισσότερο για να έχω επιχειρήματα να κράξω κάποιον που αντιπαθώ και που το εκθείαζε. Άλλωστε οι κριτικές του συγγραφέα στην εφημερίδα δε μου άρεσαν καθόλου, σα να είχαν ένα περίεργο ύφος, τέτοιο που είχε σίγουρα αυτός που το εκθείαζε. Το ξεκίνησα σχεδόν γκρινιάζοντας δυνατά, σαν αναγνωστικός Αλέφαντος, αν ήμουν σκίτσο τα συννεφάκια δίπλα μου θα έλεγαν καμιά εκατομμυριοστή έλα μωρέ έλα μωρέ έλα μωρέ έλα μωρέ έλα μωρέ.

Σήμερα, η κατάσταση περιγράφεται ως εξής: είμαι μεταξύ της απόφασης να το ξαναδιαβάσω και της γκρινιάρικης ανυπομονησίας για το επόμενο βιβλίο του συγγραφέα.

Τίποτα δεν είναι σίγουρο, ακόμη και ένας εντελώς αντιπαθής τύπος μπορεί να προτείνει ένα ωραίο βιβλίο, αν και για να δικαιολογήσω τον εαυτό μου, κάτι τέτοιο προφανώς είναι ένα γεγονός σπάνιο, σχεδόν εξωπραγματικό.

perspectivemalick_baskin

4. Το πρωί συνάντησα στο δρόμο τη μάνα του γάτου μου. Δηλαδή τη μάνα που τον παράτησε στο μπαλκόνι μου, μία μέρα αφού τον γέννησε. Στέκεται και με κοιτάει, κάνω κι εγώ το ίδιο. Δεν περιμένω καμιά ερώτηση, έστω τυπική, ένα δείγμα ανησυχίας, ένα ελάχιστο νεύμα και φυσικά δικαιώνομαι. Απλά στέκεται και με κοιτάζει.

Είμαστε μ’ ένα τρόπο μάνες του ίδιου παιδιού, αλλά δεν ξέρω τίποτα γι’ αυτή, μόνο μια σκόρπια κουβέντα μια γειτόνισσας. Καταραμένη τη φωνάζω. Όλο γεννάει παιδιά και τα παρατάει. Όλη την ώρα αυτό κάνει. Κακίες πιθανότατα, αλλά κι αυτή δεν δείχνει καμία διάθεση να υπερασπιστεί τον εαυτό της, να παρουσιάσει κάποια επιχειρήματα υπέρ της, να αποκαταστήσει το όνομά της (το πραγματικό εννοώ) στα μάτια μιας αυστηρής, σε οικογενειακά ζητήματα, συνοικίας. Είναι αλήθεια, η γειτονιά έχει έντονες ευαισθησίες. Ακόμη συζητάει βγαίνοντας απ’ το ψιλικατζίδικο ή απ’ το να στο άλλο μπαλκόνι γι’ αυτόν τον σύζυγο που δέρνει τη γυναίκα του. Κάθε τόσο το ίδιο γίνεται.

Την κοιτάζω για ώρα, διπλωμένος στο παλτό μου, κάνω κι ένα δυο βήματα να την πλησιάσω λίγο ακόμη. Μένει ακίνητη, αδιάφορη, σα να μη καταλαβαίνει τίποτα. Για λίγο αιωρούμαι μεταξύ του καλά είναι, μην ανησυχείς και του μάνα είσαι συ;  αλλά δεν λέω τίποτα. Ποιος είμαι γω να κουνήσω το δάχτυλο ή ακόμη περισσότερο να συγχωρήσω μια τέτοια πράξη;

screen-shot-2011-06-03-at-4-20-13-am

5. Τέτοιες μέρες επετειακές – γενέθλια, πρωτοχρονιές, σημαδιακές ημερομηνίες και άλλα παρόμοια – σκέφτεσαι αναπόφευκτα κάτι σχετικό με το χρόνο.

Λέει κάπου η Λισπέκτορ στην «ώρα του αστεριού»  τα πράγματα είναι πάντοτε παραμονές, αλλά τι παραμονές. Παραμονές μιας αλλαγής βλέμματος. Με τον καιρό αντιλαμβάνεται ο καθένας ότι έχει πει ήδη πολλές φορές από σήμερα βλέπω τα πράγματα αλλιώς  ή από σήμερα είμαι άλλος. Αλλά η κατάσταση, η εσωτερική κατάσταση, αυτή που δίνει όνομα και νόημα στα πράγματα, μένει ακριβώς ίδια. Το βλέπουμε καθαρά σε κάποιους πολιτικά κατασταλαγμένους. Ορκίζονται στις νέες ερμηνείες, στο άκουσμα του καιρού και άλλα παρόμοια και το νέο τους βλέμμα μπορεί να κοιτάξει μόνο εντός του ίδιου πλαισίου που ανάλογα την εποχή δικαιώνεται περισσότερο ή λιγότερο, πάντως να αλλάξει δεν μπορεί.

Πως άραγε γλιτώνεις απ’ την ασφυξία, απ’ τη στασιμότητα και την αναβολή; Στη χούφτα σου κλεισμένη σφιχτά, αυτή η φράση της Λισπέκτορ τα πράγματα είναι πάντοτε παραμονές. Σε γρατζουνάει, σε γκρεμίζει, σε ξυπνάει στη μέση της νύχτας. Έρχεται στα χέρια σου, ως αγγελιοφόρος ανησυχητικών εξελίξεων, ως υπενθύμιση καθετί αναπόφευκτου, ως σπρώξιμο και ως ο ήχος ενός γκονγκ που χτυπάει για κάθε καλό και κακό. Παραμονή της αλλαγής βλέμματος, παραμονή αυτού που θα συμβεί.

Αυτό ήθελα να λέει η φωνή του αφηγητή. Τη φράση της Λισπέκτορ.

1 σχόλιο

Filed under ασυναρτησίες, Uncategorized

χαρά

// κειμενάκι γραμμένο για το project χαρά που η ομάδα [nomades artcore] πραγματοποίησε στη Μυτιλήνη στις αρχές Αυγούστου //

Μοιάζει με έκρηξη. Το παιδί που παίρνει φόρα και πηδάει απ’ το βράχο στη θάλασσα κρατώντας σφιχτά με τα χέρια του τα λυγισμένα γόνατα. Μπόμπα. Σηκώνεται ένα νερένιο μανιτάρι, ακούγεται ένας γδούπος, ένα τεράστιο ανθρώπινο βότσαλο στη θάλασσα και το νερό φτάνει ψηλά και καταβρέχει τους υπόλοιπους. Χαρά. Έχει καύσωνα, ήσουν κολλημένος στην κίνηση, ιδροκοπάς, φτάνεις, η άμμος καίει, πετάς τη μπλούζα όπως όπως και βουτάς τρέχοντας. Χαρά. Τέλειωσες τη δουλειά, το πουκάμισο σε στενεύει, η τσάντα είναι βαριά, κάθισες στο τραπεζάκι στον πεζόδρομο, ήρθε η παγωμένη μπύρα. Χαρά. Ξεκλειδώνεις, γυρνάς σπίτι μετά από κάμποσες ώρες, ο σκύλος έχει κολλήσει τη μούρη του στην πόρτα. Κουνιέται η ουρά του πέρα δώθε, κουνιέται και το σώμα του ολόκληρο. Πηδάει πάνω σου, λυγίζει τα πόδια του, κάνει κύκλους γύρω απ’ τον εαυτό του. Ο σκύλος ξέρει να σου πει τί θα πει χαρά. Χαρά. Το παγωτό καϊμάκι, τα σταφύλια, το παγωμένο νερό, ένα σαρδάμ μπροστά στους φίλους, ο μεσημεριανός ύπνος σε αυλή, τα γεμιστά, οι λαχανοντολμάδες, τα εισιτήρια για το ταξίδι εκδόθηκαν, μεθύσι καθημερινή απόγευμα, συναυλία και όλοι χορεύουν, αυτοσχέδια ερμηνεία άπαιχτου ακόμη μιούζικαλ στο σαλόνι, ο Μπομπ Ρος και συ στον καναπέ νυσταγμένος, τα χαστουκόψαρα, τα κείμενα κάποιας ouming, ονειρεύεσαι στον ξύπνιο, κάποιος που λέει με φοβερό τρόπο ανέκδοτα, μια αιώρα, ένας θερινός κινηματογράφος, ένα παιδί κάνει μια απίθανη ερώτηση, ο ήλιος τον Μάιο, τον Σεπτέμβριο, το Φεβρουάριο. Χαρά. Πέτυχες τη Χαρά τη χορεύτρια στο δρόμο. Διάβασες τους Πτυχιούχους. Άκουσες ένα οποιοδήποτε τραγούδι τη στιγμή ακριβώς που το χρειαζόσουν. Ήσουν στο μαιευτήριο, στα γενέθλια, στην αίθουσα αναμονής και όλα πήγαν καλά. Την παρατήρησες τη στιγμή που περνούσε, έπιασε με τη χούφτα της το βασιλικό και τον κούνησε ελαφρά. Γυρνάς πατημένος στην εθνική για να προλάβεις, μετανιώνεις την ίδια στιγμή που τρέχεις, αλλά τρέχεις, φτάνεις, προλαβαίνεις και ιδού μια αγκαλιά που μετανιώνεις ακόμη περισσότερο που έτρεχες, αλλά εσύ νιώθεις μόνο χαρά. Ατόφια χαρά. Σου έκαναν ένα δώρο. Έκανες ένα δώρο. Ήταν ένα μπλουζάκι που πάνω έχει μια ατάκα που θα την καταλάβει μόνο η παρέα. Γελάς και τη φοράς σαν πολύτιμο λάφυρο και σαν πανοπλία. Μπήκε η κωλόμπαλα, μιάμιση ώρα παρακαλάς, μπήκε. Χαρά. Γαλακτομπούρεκο. Κεράσια. Ουίσκι. Τάβλι στο χωριό. Πανηγύρι σε άσχετο χωριό, τρως μέχρι σκασμού και πίνεις και στο τέλος είσαι ο τελευταίος στο χορό. Σε σέρνουν. Σε σέρνουν σ’ αυτό το μέρος που είναι άβολα και βολικά, γνώριμα και νοσταλγικά, που είναι εδώ και τώρα και να δεις πως το λένε, το λένε χαρά. Χαρά. Είπε ναι με τη μία, είπε έρχομαι, είπε φίλα με, είπε και τι δεν είπε, μίλαγε διαρκώς. Χαρά. Το παγωμένο ποτάμι στη Φλώρινα, η παλιά πόλη στην Ξάνθη, το πλοίο βγαίνει από το λιμάνι του Πειραιά. Επιτέλους ξαπλώνεις, επιτέλους τους βλέπεις, επιτέλους φωνάζεις, επιτέλους ξεκινάς. Είναι 22 Δεκεμβρίου τα μπαρ της Αθήνας είναι όλα γεμάτα, φωνάζετε και δεν χορταίνεστε. Είναι Αύγουστος και τα αστέρια στο νησί είναι πιο καθαρά απ’ το δρόμο. Περπατάτε αργά, το αλάτι στα μαλλιά, κοιτάτε πάνω και βλέπετε παντού. Που και που κάποιος λέει ένα μισοπετυχημένο αστείο. Περπατάτε αργά. Δεν βιάζεστε. Χαρά.

DSC_0127

2 Σχόλια

Filed under ασυναρτησίες, Uncategorized

διαφημίσεις | εσύ κι ο γρύλος σου

Σ’ αυτή τη χώρα, ως γνωστόν, ελάχιστοι εργάζονται ακούραστα και φιλότιμα 24 ώρες το 24ωρο, επτά μέρες την εβδομάδα. Πόσο μάλλον χθες που ήταν και αργία. Χθες ο μοναδικός που εργαζόταν πυρετωδώς μπορεί να ήταν ο ακάματος πρωθυπουργός μας, ο οποίος προσπαθούσε να χωρέσει σε μία κυβέρνηση, ικανές δόσεις ακροδεξιάς, υστερίας και «μεταρρυθμιστικής ισχύος». Ο μοναδικός; Όχι δα. Κάπου σε ένα δωμάτιο, κάποιοι ανέβαζαν κείμενα και φωτογραφίες κάνοντας δεκάδες λάθη, λάθη επί λαθών και όχι λάθη πάντα λάθη.

the cricket soundwave 2

Το αποτέλεσμα είναι εκτός από νέα κυβέρνηση, σήμερα να διαθέτομεν και νέο σάιτ ( thecricket.gr ). Με την ιδέα να πούμε ιστορίες, να συλλέξουμε μαρτυρίες και – όσο μπορούμε – να κάνουμε και ρεπορτάζ. Ξεκινάμε λοιπόν και έχουμε μεγάλη ποικιλία σε (ευχάριστα πάντα) θέματα. ( χημικά στο Αιγαίο , η ιστορία του Ρασίντ, μια τιτάνια έρευνα για τα παιδιά τις ταυτότητες και το διαδίκτυο, φωτογραφικά αφιερώματα , μια αφήγηση για τις μέρες στο νοσοκομείο της Νίκαιας και ένα σωρό άλλα που υπόσχομαι ότι θα σας ανοίξουν την καρδιά).

Με την ίδια πάντα σοβαρότητα και συνέπεια, με την ίδια βραδύτητα και αναποφασιστικότητα θα συνεχίσουμε και στο προσεχές μέλλον. Εύχομαι να απολαύσουμε όλοι το νέο site όσο θα απολαύσουμε τον αργύρη ντινόπουλο και τον ανδρέα λοβέρδο. Περαστικά μας και με τις υγείες μας. Καλές αναγνώσεις.

1 σχόλιο

Filed under διαφημίσεις, Uncategorized

μικροπολιτική

Κάποιος δύο αυτοκίνητα μπροστά προσπαθεί να παρκάρει.  Σταματάω ακριβώς δίπλα στην ουρά του συσσιτίου στο Κουκάκι. Από το ραδιόφωνο ο δημοσιογράφος ρωτάει τον πρόεδρο για κάποια μεταγραφή. Ο πρόεδρος απαντάει κάτι αόριστο αλλά καθησυχαστικό για τους οπαδούς του θρύλου. Γίνονται συζητήσεις. Αμέσως μετά, ο δημοσιογράφος, κλείνοντας τη συνέντευξη, απευθυνόμενος στους ακροατές υπενθύμισε ότι χρειάζεται και σταυρός, ο πρόεδρος δεν θα βγει έτσι. Στο καπάκι αφού ο πρόεδρος χαιρετίσει, ο δημοσιογράφος ενημερώνει ότι η εφημερίδα της Κυριακής που θα κυκλοφορήσει εκτάκτως Σάββατο θα έχει 5 δωροεπιταγές των δέκα χιλιάδων ευρώ και διπλό cdπυξ λαξ. Ο μπροστινός ολοκληρώνει το παρκάρισμα και ο χατζηνικολάου αποχαιρετά το μαρινάκη.

Στο μυαλό μου έρχονται διάφορες συνεντευξούλες των υποψήφιων δημοτικών συμβούλων του συνδυασμού μώραλη στον Πειραιά, ανάλαφρες, χλιαρές ή επιφανειακά αυστηρές αλλά χωρίς επιμονή σε οποιαδήποτε αυτονόητη ερώτηση, Συνεντεύξεις που πάντα συνοδεύονται από φωτογράφιση με ωραίο φως και καλοσιδερωμένα χαμόγελα. Η καινοτομία, η επιχειρηματικότητα, η γνώση, το λιμάνι.

*

Η μάχη (των ιδεών και της πραγματικότητας) προσεγγίζει τα πιο επικίνδυνα σημεία. Από τη μία η απειλή της νέα φεουδαρχίας. Υποψήφιοι που ετοιμάζονται να μετατρέψουν ολόκληρες περιοχές σε επιχειρηματικά πάρκα, σε έναν αλλόκοτο συνδυασμό ειδικής οικονομικής ζώνης για τον κόσμο της εργασίας και ειδικής ζώνης αναψυχής για τον τουρίστα του κρουαζιερόπλοιου. Και οι ψηφοφόροι ετοιμάζονται να καλωσορίσουν το ρόλο τους ως υπήκοοι (συγγνώμη για τη λέξη -> κλισέ, ξύλινη και κακόηχη), ως πιθανοί εργάτες σε μια δυστοπία, ανάλογη της χειρότερης ταινίας επιστημονικής φαντασίας. Η ψήφος στον κυβερνήτη – αφεντικό θα δοθεί με αντάλλαγμα ένα απίθανα χαμηλό μισθό και το δικαίωμα της σιωπής απέναντι στα πράγματα. Ο Πειραιάς ως μια απέραντη ζώνη επισφάλειας, σερβιτόρων και αόρατων φορτοεκφορτωτών. Ο τουρίστας και ο εφοπλιστής όμως, θα χαμογελούν ικανοποιημένοι, εισερχόμενοι στο θεματικό πάρκο. Πιθανώς κάτι παρόμοιο να συμβεί και στο Βόλο.

Από την άλλη η μη πολιτική ως άλλη όψη της μαύρης αντίδρασης. Οι εκπρόσωποι της λογικής, του αυτονόητου και της μεταρρύθμισης. Αυτοί δηλαδή που μας πετάνε στα μούτρα τέτοιες ασαφείς έννοιες, που δε λένε τίποτα και που δεν εννοούν τίποτα και στην πράξη στηρίζουν μόνο το δικαίωμα στην υστερία του σόπινγκ και το δικαίωμα του εργοδότη στην ελαστικότητα του εργάτη. Οι υποψήφιοι που μιλούν στο όνομα των καταναλωτών.

Μου έκανε εντύπωση, σ’ ένα απ’ αυτά τα άρθρα που παρουσιάζουν συγκεκριμένους υποψήφιους δημοτικούς συμβούλους, ότι οι του Καμίνη επαναλάμβαναν ότι το όνειρό τους για την Αθήνα είναι η πόλη να γίνει ευρωπαϊκή και ασφαλής. Το δεύτερο μένει ασχολίαστο, καθώς ο υποψήφιος της νδ έχει αναλάβει να απαντήσει στις ακροδεξιές, ρατσιστικές επιθυμίες των δημοτών και των τηλεδημοσιογράφων. Αλλά αλήθεια δεν μπορώ να καταλάβω τι σημαίνει για έναν πολέμιο του λαϊκισμού και της αοριστολογίας ότι θέλει να κάνει την πόλη Ευρωπαϊκή.

Αν λοιπόν το ένα σκέλος του μέλλοντος κρύβει εφοπλιστές δημάρχους, το άλλο κρύβει τους τύπους που υπό μια (πολύ χαλαρή πια) επίφαση αγάπης για τη νομιμότητα, είναι ικανοί για την πιο σκληρή αντικοινωνικότητα.

*

Εικόνα

*

Κατά τ’ άλλα, όλα τα παραπάνω μπορεί και να μη σημαίνουν τίποτα. Ως γνωστόν, όλα τα διλήμματα είναι λάθος και καταλήγουν ανεξαιρέτως σε απαντήσεις που στην πραγματικότητα δε θες, ούτε χρειάζεται, να δώσεις. Οι δημοσκοπήσεις, η φράση 2 στους 5 και όλα τα παρόμοια, απλά καθιστούν τον εκβιασμό επίσημο, καθωσπρέπει, νόμιμο. Όπως έγραφε ο Σαββόπουλος όταν ακόμη ήταν άνθρωπος κι όχι φόντο σε ελληνική σημαία: μέσα από την κάλπη τη στατιστική / μας κοιτάζει ο Χάρος / και του τρέχουνε τα σάλια.

Δεν θα αποφύγουμε τη νέα φεουδαρχία ή τον απολιτίκ κυνισμό μιας εκδοχής του rethink αθενς, και καλά ψηφίζοντας σύριζα. Η πιθανότητα της κόλασης έχει ριζώσει βαθύτερα απ’ ότι ίσως φαίνεται, σίγουρα βαθύτερα απ’ το αποτέλεσμα μιας εκλογικής αναμέτρησης, κάπου στο συλλογικό φαντασιακό που αισθάνεται πια άνετα να πορεύεται με δουλίτσες του 300 ευρου και στρατόπεδα συγκέντρωσης για τους ξένους (και τους οφειλέτες).

Παρόλα αυτά, θα ήμουν ανειλικρινής αν δεν παραδεχόμουν ότι αν ψήφιζα πχ. στον πειραιά θα ψήφιζα με κλειστά τα μάτια το λιμάνι της αγωνίας.

4 Σχόλια

Filed under ασυναρτησίες, βούλωσέ το καλύτερα, Uncategorized

η εύχαρις

Μεγάλη Τρίτη.

Όπως μας βαδίζουνε, βαδίζουμε. Το είπε η γυναίκα στο τηλέφωνο; Κάπου το διάβασα; Δεν θυμάμαι τώρα. Η γυναίκα πίσω από το γκισέ πάντως, που μάλλον είπε και την πρώτη φράση, συνέχισε: «Άσε, την προηγούμενη βδομάδα ήμουνα για φούντο. Δεν ξέρω τι θα έκανα, δεν μιλούσα σε άνθρωπο. Αλλά μιλήσανε χθες στο τηλέφωνο και έγινε συμφωνία. Ρύθμιση. 250 € λιγότερα το μήνα. Ο άλλος είναι τρεις μήνες άνεργος, δεν μπορούσαμε να πληρώνουμε. Άσε με, άσε με σου λέω. Εσύ όμως πες μου, πώς είναι η σύνταξη; Βλέπεις τουλάχιστον συνέχεια τα μικρά;»

*

Μεγάλο Σάββατο.

τάφος – ποίημα

Η μπάντα ξεκινάει στο νεκροταφείο της Ερμούπολης. Θα μ’ άρεσε να έπαιζε αυτό, αλλά κι έτσι καλά είναι. Ακριβώς δίπλα απ’ τα πόδια ενός παιδιού που παίζει κάποιο πνευστό, που δεν αναγνωρίζω, ένα ποιηματάκι για μια κόρη, την εύχαρι Ελένη, που καταιγίδα συνήρπασε το σώμα της. Το Πάσχα έχει πάντα κάτι περίεργα αγαπητικό, κάτι εσωστρεφές κάτι τέλος πάντων που σε γλυκαίνει. Μπορεί να έχει να κάνει με τις αναμνήσεις του παιδικού εαυτού στο χωριό, μπορεί να έχω όντως επηρεαστεί απ’ τις γραφικότητες μιας αντιδραστικής παράδοσης που μας θέλει ανοιξιάτικα να σερνόμαστε από εκκλησία σε εκκλησία. Όπως και να ‘χει, η ιδέα του θανάτου πλανιέται από πάνω σου, είτε επειδή βλέπεις σε δεκαπέντε σειρές στην τιβί τον θάνατο του χριστού, είτε επειδή η αναγέννηση της εποχής, προϋποθέτει έναν μικρό θάνατο πριν. Η φύση ξαναγεννιέται, που πάει να πει ότι κάποια στιγμή πριν πρέπει να είχε πεθάνει.

Έτσι, την ώρα που παίζει η μπάντα, δεν ξέρω γιατί σκέφτομαι μόνο γλυκά πράγματα, ας πούμε δίπλες ή για να σοβαρευτώ αυτό το κλασσικό διάστημα του Μεγάλου Σαββάτου, 8 με 11 το βράδυ, που όλοι είναι μαζεμένοι, αλλά δεν γίνεται τίποτα. Οι ετοιμασίες για το φαγητό είτε έχουν γίνει νωρίτερα, είτε θα γίνουν αργότερα κι έτσι κανείς δεν τακτοποιεί κάτι στην κουζίνα. Κανείς δεν κάνει δουλειές στον κήπο, κανείς δεν κοιμάται ακόμη και όλοι έχουν διαβάσει την μία εφημερίδα που έχει κάνει κύκλο σε καμιά δεκαριά ζευγάρια χέρια. Η τηλεόραση δεν παίζει απολύτως τίποτα, είναι σα να εκπέμπει αόρατες εικόνες και ήχους σε συχνότητες που δεν αντιλαμβάνεται το ανθρώπινο αυτί. Όλοι είναι στο σαλόνι χυμένοι σε κάποιο καναπέ, ντιβάνι, καρέκλα και απλά περιμένουν να φτάσει δώδεκα να πάνε στην ανάσταση και μετά να φάνε. Αλλά ως συνήθως τότε αργείς, όταν δεν κάνεις τίποτα, γιατί ο καλύτερος και πιο αυθεντικός σύμβουλος είναι η βραδύτητα, είναι το να μην κάνεις τίποτα. Τότε χαλαρώνεις, τότε το σωματάκι σου δεν ξεκουράζεται απλά, αλλά βρίσκει τη θέση του στον κόσμο κι έτσι δεν μπορεί να κουνηθεί, πόσο μάλλον να βιαστεί. Έτσι ενώ όλοι 8 με 11 δεν κάνουν τίποτα, ποτέ δεν ετοιμάζονται στην ώρα τους και στη διαδρομή για την εκκλησία καταλήγουμε σχεδόν να τρέχουμε.

Γιατί ακριβώς όπως το καλοκαίρι, αν καθίσεις στην παραλία μετά τις 6μιση που πέφτει λίγο το φως, τότε δεν σηκώνεσαι ούτε με γερανό, σεισμό ή καταποντισμό. Η άμμος δροσίζει τα ποδάρια σου, το κυματάκι γαργαλάει τα αυτιά και οι μισές λέξεις σκοντάφτουν κάπου μεταξύ ουρανίσκου και γλώσσας. Τώρα ζούμε, δεν βιαζόμαστε.

Αλλά το θέμα μας είναι ο θάνατος, δηλαδή το ξαδερφάκι της βιασύνης και ο γιός του άγχους. Ενώ ακόμη παίζει η μπάντα, στο βάθος φαίνεται η θάλασσα της Σύρου και κάτι γερανοί ακίνητοι, θυμάμαι μια φωτογραφία που κάποιος χτες ανέβασε και δεν είναι συγκινητική, αλλά μπορεί να σε βυθίσει σε ένα κόσμο που αγαπάς τα πάντα ανθρώπους, πράγματα, ζώα, πέτρες, γερανούς. Η εύχαρις Ελένη ακόμη με τσιγκλάει δυο μέτρα απ’ το παπούτσι μου και σκέφτομαι ότι ο θάνατος αν αγγίξει τα αγαπημένα σου πρόσωπα μπορεί να σε αφήσει οριστικά ανάπηρο. Η απειλή του όμως, η σκιά του, αν δεν σε καθηλώσει, μπορεί να ξεφορτώσει τα άγχη, να σκορπίσει το φόβο και πάει λέγοντας. Απ’ τη Μεγάλη Τρίτη μέχρι το Μεγάλο Σάββατο, άκουγα σε λούπα μέσα στο κεφάλι μου τα λόγια της υπαλλήλου. «Ήμουνα για φούντο και όπου μας βαδίζουνε, βαδίζουμε». Ξανά και ξανά. Τώρα η εύχαρις Ελένη ξεκαθάριζε λίγο το τοπίο. Μέχρι να συναρπάσει το κορμάκι μας η καταιγίδα, στ’ αρχίδια μας η ρύθμιση, η εφορία, το χρέος, η κινητή τηλεφωνία και το εριστικό τηλεφώνημα της εισπρακτικής. Αν είμαστε ωραίοι, σαν την εύχαρι Ελένη, όσο ζούμε ας παλεύουμε για την ελευθερία μας, ας παλεύουμε ενάντια στην καταπίεση, χωρίς να αφήνουμε τους λυσσασμένος καταπιεστές να μας καθηλώνουν. Από λόγια βέβαια, καλά πάω. Στις συμβουλές πάντοτε αρίστευα, αλλά έλα να δεις μπροστά στα πιξελ του taxis πως τρέμουν τα ποδάρια μου. Εύχαρι Ελένη, προσπάθησε λίγο να με υποστηρίξεις και υπόσχομαι να είμαι στο εξής γαλήνιος, επίμονος και άκρως καλοκαιρινός, δηλαδή νωχελικός μέχρι αηδίας.

*

Σήμερα.

Στο ίδιο υποθηκοφυλακείο, η δικηγόρος, γύρω στα 60 υπολογίζω, ρωτάει τον υπάλληλο για ένα διαμέρισμα. Τη ρωτάει: «η κυρία έχει το αρχικό συμβόλαιο;» «Α, δεν ξέρω, λογικά ναι. Δεν την ξέρω», του απαντάει. «Ζει;» επανέρχεται αυτός. «Είναι γεννημένη το ’48. Έπεται ότι ζει» σχολιάζει.

Έπεται ότι ζει. Πολύ μου άρεσε αυτό κι ας μην έπεται τίποτα. Ούτε η δικηγόρος που το είπε, ούτε εγώ που το άκουσα, έπεται ότι θα ζούμε σε 2 λεπτά από τώρα. Παραμονεύει η καταιγίδα που θα συναρπάσει τα σώματά μας, παρόλα αυτά η άνεση της γυναίκας ήταν παρηγορητική. «Είναι γεννημένη το ’48. Έπεται ότι ζει».

1 σχόλιο

Filed under Uncategorized

ικανοποίηση

Στο ATM δεν αισθάνθηκε τύψεις ή δεύτερες σκέψεις. Έκανε την ανάληψη και τοποθέτησε τα χαρτονομίσματα στο πορτοφόλι. Πέρασε χαμογελώντας ειρωνικά μπροστά απ’ το πολυκατάστημα σούπερ μάρκετ. Σήμερα δεν είχε αναζήτηση προσφορών. Δεν είχε φτηνές λύσεις. Το χριστουγεννιάτικο δώρο θα ήταν ακριβό και προσεκτικά επιλεγμένο. Το χριστουγεννιάτικο δώρο θα ήταν τέλειο. Μπήκε σε καταστήματα που δεν είχε ξαναπάει ποτέ. Οι πωλητές ήταν ευγενικοί, τον φρόντιζαν με ενδιαφέρον και υπομονή, σε μια μάλιστα περίπτωση τον κέρασαν και εσπρέσο. Στο τέλος αγόρασε ένα καταπληκτικό πράσινο φόρεμα – υπέροχο κομμάτι, θα την κατασυγκινήσει είναι σίγουρο- είπε η υπάλληλος. Το βράδυ φόρεσε το φρεσκοσιδερωμένο πουκάμισο και το καλό μαύρο παλτό. Γυάλισε τα παπούτσια και ξεκίνησε. Στο δρόμο νόμιζε ότι έτριζε. Καθαριότητα, χάρη, κομψότητα. Κάθε τόσο κοιτούσε τη σακούλα στο δεξί του χέρι. Ικανοποίηση. Ένα ατόφιο αίσθημα ικανοποίησης γέμιζε τα μέσα του. Σαν το γκολ στο Γ-2 στο τελευταίο λεπτό του διαλλείματος. Σαν το πρώτο μακροβούτι της χρονιάς μέσα Μαΐου. Στάθηκε στην πόρτα της και χτύπησε το κουδούνι. Ακούστηκε ένα μακρινό ποιος είναι (αντρική φωνή 100%) και ένα πνιχτό σσςς. Ύστερα αισθάνθηκε πως κάποιος καθόταν πίσω απ’ την πόρτα. Δεν έγινε τίποτα. Ξαναχτύπησε κουδούνι και περίμενε. «Υπέροχο κομμάτι, θα την κατασυγκινήσει είναι σίγουρο». Περίμενε. Δεν έγινε τίποτα.

***

Η μίνι ιστοριούλα παρασκευάστηκε ως μέρος ενός βλογο – αφιερώματος για την εφημερίδα Αυγή με τίτλο «Η Χριστουγεννιάτικη Ιστορία μου» . Συμμετέχει ένα σωρό κόσμος. Οι πρώτες πέντε ιστορίες δημοσιεύτηκαν τα Χριστούγεννα και ακολουθούν οι υπόλοιπες στο Πρωτοχρονιάτικο φύλλο. Αναλυτικότερα, έγραψαν ο Τσαλαπετεινός, η Ιφιμέδεια, η Ποδηλάτισσα, οι Κυνοκέφαλοι , Ο Ήχος του Ανέμου και στο Πρωτοχρονιάτικο οι Silentcrossing /Χαμένα Επεισόδια  / Ερυθρό Καγκουρώ /  Nefosis / Ruby  / Καραντί  / Αντιδρασέξ  / Βιβλιοθηκάριος / PassionFlower / Αναγεννημένη / Μπανάνα / George Le Nonce / Kizilkum .

 

.

11 Σχόλια

Filed under Uncategorized

σπιράλ

«’Εχεις πέσει σε μια μαύρη τρύπα» μου είπε.

Διαβάζω ιστορίες για το παρελθόν του φασισμού, τα πρωινά στο ραδιόφωνο ακούω σημερινές φωνές κυνισμού και ρατσιστικά παραληρήματα. Δεν μπορώ να γράψω για τίποτα άλλο. Ένα αόρατο πέπλο κάθε μέρα σκεπάζει και επιχειρεί να εξαφανίσει το μεσημεριανό φως, τα κασκόλ των κοριτσιών της οδού Πανεπιστημίου, τα καφενεία, τα λαϊκά τραγούδια, την γυναικεία πλάτη που παίρνει ένα διπλό καπουτσίνο διαγωνίως δεξιά μου, τα χοντρά αστεία μιας μεθυσμένης παρέας, την ξάπλα του σκύλου κάτω απ’ τα σκεπάσματα, τα μανιτάρια στο Μαίναλο και την ίδια τη θάλασσα.

Τίποτα δεν μοιάζει σχετικό, σημαντικό, ουσιαστικό. Τίποτα δεν μπορεί να βρει θέση στη συζήτηση, στους συνειρμούς. Τίποτα δεν έχει τόπο να σταθεί, να γεννηθεί, να πάει λίγο παραπέρα.

Πρώτη φορά. Πρώτη φορά πιάνω τον εαυτό μου τόσο θυμωμένο. Βαράνε μέσα μου σφυριά. Δύο τεράστια σφυριά χτυπάνε μέσα στα σωθικά μου μια δεξιά μια αριστερά.

Ακούω τη Μισέλ Ταδοπούλου της ΝΔ στο ραδιόφωνο να λέει «είμαι νομικός και βουλευτής και απαιτώ να είναι ανάλογο το ύφος σας» και με πιάνει ανακατωσούρα, απέχθεια, οργή. Ακούω τον Γεωργιάδη να λέει στον εργαζόμενο «είμαι ο προϊστάμενός σας» και παρακολουθώ τις γροθιές μου να σφίγγονται από μόνες τους.

Περπατάς στους δρόμους, ακούς τις ιστορίες φίλων και άγνωστων. Βασανιστήρια, αυτόπυρπολισμοί και ο βίος αβίωτος. Στοιβάζονται όλα μέσα στο ίδιο στομάχι μέχρι να μετασχηματιστούν σε καθαρό μίσος. Δεν αντέχεται να ζεις μέσα στο μίσος θα πεις, πόσο μάλλον όταν το μίσος είναι δικαιολογημένο θα απαντήσω, πόσο μάλλον όταν το μίσος που νιώθεις είναι πάντα λιγότερο απ’ όσο θα δικαιολογούσαν οι περιστάσεις.

έχω χάσει την φαντασία μου κι όταν ακούω «Κατερίνα» τρομάζω έγραφε η Γώγου.

Εδώ και κάποιο καιρό γίνομαι αυτό που ειρωνευόμουν. Μονομανής, οξύθυμος, ισοπεδωτικός.

Ο καθημερινός φασισμός καθώς προελαύνει σε κεντρικές λεωφόρους και μιντιακούς οργανισμούς φορτώνει το μέσα, το γεμίζει διαρκώς, τοκίζει ένα αίσθημα δυσφορίας, ένα αφόρητο βάρος. Τί να κάνουμε; Τί να κάνουμε ρωτάς συνέχεια και όλο κάτι βρίσκω να απαντήσω. Να οργανώσεις το μίσος, την οργή, να προσπαθήσεις περισσότερο, να οχυρώσεις τα καταφύγιά σου, να προστατεύσεις τα βλέμματα των φίλων, να θυμάσαι την ομορφιά, να θυμάσαι την ζωή που κατά τ’ άλλα παραμένει υπέροχη και ανυπολόγιστα γλυκιά.

Ο old έγραφε πριν καιρό ότι το μνημόνιο νίκησε. Όχι μόνο νίκησε αυτό το νομικό κείμενο που ρύθμιζε την εξαθλίωση, αλλά νίκησε και ένα άλλο τέρας μεγαλύτερο και ισχυρότερο. Το τέρας που γεννιέται και κατοικεί μέσα στο στομάχι σου, που απλώνει το χέρι, πιάνει την καρδιά στην χούφτα του και τη σφίγγει χωρίς ποτέ να τη σπάει. Την σφίγγει μέχρι να γίνει ένα με την απελπισία.

Στο τρένο από τη Θεσσαλονίκη τις προάλλες καθόταν πίσω μου ένας χρυσαυγίτης. Μιλούσε στο τηλέφωνο δυνατά και είχε αυτό το γνωστό ύφος Παναγιώταρου. «έκανα τη φασαρία μου» «να κάνω κανά μακελειό άμα πάω εκεί» «μήπως θες να του το πούμε κι αλλιώς». Χωρίς να πει κάτι ιδιαίτερο, μόνο αυτά τα μάτσο σχολιάκια και κοιτώντας τις μάρτινς και το στρατιωτικό παντελόνι του, κόντευα να φτάσω το σημείο βρασμού. Βράζουν άραγε οι άνθρωποι;

Είμαι σε μια μαύρη τρύπα, είναι αλήθεια, κουράστηκα να μετράω θύματα, να επιχειρηματολογώ για το αν οι μετανάστες είναι άνθρωποι, για το αν η εργασία πρέπει να πληρώνεται και πάει λέγοντας. Υποτίθεται, οι φίλοι μου λένε δηλαδή, ότι είμαι αισιόδοξος. Η αλήθεια είναι ότι θέλω να είμαι αισιόδοξος, θέλω να διαβάζω τις ιστορίες από μια συγκεκριμένη οπτική, θέλω να βλέπω τους ανθρώπους και να τους μετράω από την προσπάθεια να είναι αξιοπρεπείς, ωραίοι, δημιουργικοί, ηττημένοι αλλά επίμονοι, χαμένοι αλλά αγαπημένοι.

Μέσα στον τελευταίο χρόνο συνέχισα να μιλάω σα να ήμουν εν πολλοίς ο παλιός εαυτός. Αισιόδοξος, ζωντανός, χωρίς να παραδέχομαι ότι ήττες είναι οριστικές ή λέγοντας ότι έτσι κι αλλιώς όλα συνεχίζονται. Το να θες ελευθερία και ομορφιά για όλους, δεν είναι εκστρατεία ή άθροισμα αποτελεσματικών ενεργειών, είναι τρόπος ζωής και επιλογή οπτικής γωνίας. Είναι ο τρόπος να ζεις. Συνέχισα να μιλάω λοιπόν σαν να ήμουν ακόμη εγώ, όμως σιγά σιγά, λίγο λίγο απομακρυνόμουν, γλιστρούσα. Βρέθηκα μέσα σ’ αυτήν την τρύπα και το κατάλαβα μόλις προχθές όταν τυχαία σήκωσα το κεφάλι για να δω την επιφάνεια του κόσμου χιλιόμετρα μακριά.

Προσπαθώ να διασχίσω μια σήραγγα και να βγω στο φως ή προσπαθώ από το σκοτάδι των ημερών μας να μπω σε μια σήραγγα γεμάτη φώς; Έγραφε ο Γκόρπας.

Τραβάω το πέπλο. Μπορεί η οργή να παραμένει, και δικαίως μάλιστα, σήμερα δεν την αφορίζω, τη θέλω, αλλά τραβάω, επιχειρώ τουλάχιστον, να τραβήξω  το πέπλο. Σήμερα ναι, οι άνθρωποι βράζουν αλλά πάντα οι άνθρωποι μπορούν να βλέπουν και πίσω απ’ το πέπλο. Υπάρχουν και τα δύο μαζί, ταυτόχρονα, αντιφατικά, αναιρώντας διαρκώς το ένα το άλλο σε ένα ατέλειωτο σπιράλ. Η αγωνία εντοπίζεται στο να μπορείς κάθε στιγμή να μην ξεχνάς κανένα απ’ τα δύο. Να ζεις διπλός, γεμάτος, ανυπεράσπιστος και χωρίς να κάνεις πίσω ούτε χιλιοστό.

Δεν υπάρχει γαλήνη, ησυχία στη ελλάδα του 2013. Υπάρχουν στην οδό Πανεπιστημίου την ίδια ακριβώς ώρα ο φασισμός και τα κασκόλ των ανθρώπων. Φίλων, αγαπημένων, συντρόφων, άγνωστων κοριτσιών.

Βουτιά στο σπιράλ.

11 Σχόλια

Filed under Uncategorized

λαϊκή τέχνη

θαμπές φωτογραφίες από το κινητό κάνοντας βόλτα στη Θεσσαλονίκη

IMAG0340

IMAG0341 IMAG0348 IMAG0349 IMAG0350 IMAG0352 IMAG0354 IMAG0364 IMAG0365 IMAG0367 IMAG0331 IMAG0333Όταν πήγαινα τις πρώτες φορές Θεσσαλονίκη να συναντήσω τους ντόπιους συμφοιτητές ή μια φίλη που σπούδαζε εκεί, εντυπωσιαζόμουν. Η πόλη ήταν όμορφη και την περπατούσες εύκολα. Οι άνθρωποι ήταν (ή έμοιαζαν) ωραιότερα φωνακλάδες, περισσότερο γενναιόδωροι, περισσότερο χιουμορίστες. Τα μπαρ ήταν ομορφότερα, η μουσική ήταν καλύτερη και το συμπέρασμα εύκολο. Ξέρουν να γλεντάνε εκεί πάνω και το γλέντι τους αποκαλύπτει διαρκώς μια υπόγεια καλοσύνη.

Βέβαια ήμουν μικρός, κοιτούσα αλλιώς, εστίαζα αλλού.

Τώρα, επιστρέφοντας, στο τρένο σκεφτόμουν ότι παραμένει ακόμη κυρίως η ιδέα ότι οι άνθρωποι εκεί κατέχουν την τέχνη της ατάκας και κατά ένα περίεργο τρόπο μοιάζουν πιο ειλικρινείς. Αλλά η βασικότερη σκέψη που έμεινε, ήταν ότι στη Θεσσαλονίκη, τις επτά μέρες που έμεινα, δεν είδα την καθημερινή αγριότητα που έχει κερδίσει ολοκληρωτικά την Αθήνα. Η Θεσσαλονίκη είναι ακόμη πόλη με όλα τα ωραία και τα στραβά της, που προφανώς αν μιλήσεις με έναν κάτοικό της θα έχει πολλά να πει. Όμως παραμένει ακόμη τόπος ανθρώπων, τόπος που σου επιτρέπει έστω προσωρινά, έστω με το βλέμμα του τουρίστα, να αναπνεύσεις.

Η κόλαση με τα ζόμπι έχει εγκατασταθεί για τα καλά στα νότια.

5 Σχόλια

Filed under φωτογραφικά, Uncategorized

προίκα

Ο καιρός είναι περίεργος. Το νιώθεις σε κάτι μικροπράγματα. Από κει που έστηνες πότε πότε αυτί στις διπλανές παρέες στα καφενεία του νησιού (μπας και ακούσεις για καμιά παραλία, καμιά ταβέρνα, κανένα φλέγον ερωτικό ζήτημα), τώρα τρέμεις μη τυχόν και ξεχαστείς και ακούσεις ξένες κουβέντες. Τρέμεις μην ακούσεις τίποτα για τα χρυσαύγουλα, τρέμεις μην ακούσεις φιλοφασιστικά σχόλια και όμως δεν μπορείς να τα αποφύγεις γιατί πλέον είναι παντού.

DSC_0099

Ποιοί είναι όλοι αυτοί οι άνθρωποι που μιλάνε με αυτόν τον τρόπο; Πού βρίσκουν τόση αγριάδα, τόσο ρατσισμό και πώς τον εκτοξεύουν στο καλοκαιρινό σύμπαν την ώρα που τρώνε νόστιμες γραβιέρες και πίνουν δροσερές μπύρες; Κοιτάζοντας και ακούγοντας, καταλήγω ότι δεν υπάρχει τέλος γι’ αυτή την πτώση, δεν υπάρχει πάτος, δεν υπάρχει τίποτα. Μόνο ένα διαρκές βούλιαγμα. Αυτός ο βρωμότοπος ήταν πάντα δύσκολος. Κρυφοδεξιός, ρατσιστής, κυνικός, τρελός για λεφτά. Όμως μετά από τα τρία αυτά χρόνια, θα είναι χειρότερος. Και όταν και αν κάπως τελειώσουν όλα αυτά, θα είναι ακόμη χειρότερος. Θα ‘χει χάσει κάθε στοιχείο που αντιστάθμιζε τα προβλήματα. Θα ‘χει χάσει την κατά καιρούς αλλόκοτη γενναιοδωρία, την ικανότητα ενός πηγαίου γλεντιού, την ασυνάρτητη αισιοδοξία, την αγάπη για τις αναγκαίες κοπάνες, με άλλα λόγια τη θέληση για ζωή και όχι παραγωγικότητα, επαγγελματικότητα, ανταγωνιστικότητα κλπ. Θα ‘χει χάσει ακόμη και αυτή τη μυστήρια αίσθηση πως Ιούλιο Αύγουστο μπορούμε να κάνουμε ανακωχή. Δεν μπορούμε πια.

DSC_0161

Έχω ένα αόριστο γενικόλογο άγχος που δεν αφήνει τη γλυκιά νωχέλεια (και την αναπόφευκτη μελαγχολία) του καλοκαιριού να με ρουφήξει. Δεν φταίει τίποτα και φταίνε όλα μαζί. Η κατάσταση, οι ειδήσεις, τα γνωστά πια. Πάνω που πάω να το χάσω εντελώς, ηρεμώ. Σκέφτομαι εναλλάξ τη λαδόπιτα με το ξινοτήρι και τη Μ. στην παραλία, να ανοιγοκλείνει τον Κόου βρίζοντας ήρωες της ελληνικής πραγματικότητας. Λίγες μέρες μετά, το πρώτο απόγευμα στο χωριό της είπα με ύφος: «πώς να μην έχεις πονοκέφαλο, δεν το ξέρεις ότι η σκιά της καρυδιάς είναι βαριά και δεν κάνει να κοιμάσαι από κάτω;». Ένιωσα ωραίος, σχεδόν αρχαίος, χωριάτης και γνώστης βαθιών μυστικών που ξέρουν, όσοι θέλουν να ξέρουν.

DSC_0287

DSC_0284

Χθες όμως, πανσέληνος – ας μην κλειστούμε μέσα, είπαμε να χωθούμε στο καταφύγιο ενός θερινού σινεμά και η αλήθεια είναι ότι σωθήκαμε. Πριν φύγω, μ ‘είχε πιάσει μια περίεργη αίσθηση. Ξέθαψα την παλιά κολόνια, την χιλιοχτυπημένη πανοπλία των 19 χρόνων. Τότε, Σεπτέμβρη αμέσως μετά τις διακοπές, επιστροφή στην Κομοτηνή και λυσσασμένες έξοδοι. Με το (μάλλον ατυχούς αισθητικής) μπίλαμπονγκ κοντομάνικο πουκάμισο, έλειπα όλη μέρα απ’ το φοιτητικό σπίτι, καθώς ήταν μια διαδικασία να αποχαιρετήσουμε το καλοκαίρι με ούζο σε ψηλό ποτήρι χωρίς μεζέ. Για να μας πιάσει σίγουρα. Έπειτα στο ανοιχτό κλαμπ, αναμετριόμουν με την πιθανότητα να έρθει επιτέλους σήμερα η χυλόπιτα της αγαπημένης μου δαπίτισας. Δαπίτισας ναι, γιατί τότε πίστευα ότι όλα είναι ανθρώπινα. Τώρα και να το πιστεύει κανείς, ζορίζεται να βρει την απαιτούμενη υπομονή.

DSC_0149

Μια περίεργη αίσθηση. Πρώτη φορά στο πανηγύρι του χωριού που κερδίσαμε κάτι. Ένα λάστιχο δέκα μέτρα και μια στρωματοθήκη. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Τριανταένα χρόνια στην ίδια λαχειοφόρο αγορά και ξαφνικά η δικαίωση. Τα δώσαμε σ’ ένα φίλο που μετακομίζει. Προίκα. Ένα λάστιχο, μια στρωματοθήκη και μερικοί άνθρωποι. Θα μπορούσα να πω ότι που και που, αισθάνομαι μια ισχυρή δόση ευγνωμοσύνης για μια τέτοια είδους προίκα. Καθίσαμε και φάγαμε με την απειλή της αυγουστιάτικης μπόρας, κάνοντας αστεία αμφιβόλου ποιότητος. Αποφύγαμε όμως τη σκιά της καρυδιάς. Μη μας πιάσει πονοκέφαλος και μετά τα ρίχνουμε άδικα στις μπύρες.

DSC_0399

11 Σχόλια

Filed under Uncategorized

κοίταζε τη χούφτα της

Με πλησίασε μια γυναίκα λίγο πριν τα σκαλάκια της εξόδου του μετρό. Τελευταία, διάφοροι άνθρωποι ζητάνε χρήματα όχι καθισμένοι όπως παλιά στην άκρη κάποιου πεζοδρομίου, αλλά κατεβαίνοντας στα εκδοτήρια των σταθμών του μετρό. Στέκονται δίπλα σου καθώς εσύ βάζεις τα κέρματα στο μηχάνημα. Έτσι, γρήγορα σκέφτεσαι ότι αυτό το εξωπραγματικό για την τσέπη σου 1,40, θα έπιανε περισσότερο τόπο αν αντί για εισιτήριο, γινόταν κουλούρι, καφές, τσιγάρο ή οτιδήποτε άλλο χρειάζεται ή θέλει αυτός ο άνθρωπος. Η γυναίκα λοιπόν με πλησίασε, άρχισα να σκέφτομαι αν και πόσα ψιλά έχω, αν και πόσα θέλω να δώσω. Η γυναίκα όμως μόλις έφτασε μπροστά μου ζήτησε απλά αν έχω ένα εισιτήριο για να πάει σπίτι της. Τα ρούχα της έμοιαζαν με κουρέλια, το πρόσωπό της ήταν σε άσχημη κατάσταση και οι λέξεις της αν και κανονικά τοποθετημένες αντηχούσαν μόνο τη γενικευμένη απόγνωση. Θέλω ένα εισιτήριο να πάω στο Περιστέρι, σπίτι μου.

Βγαίνοντας απ’ το μετρό πέτυχα ένα φίλο που είχα να δω καιρό. Στο τέταρτο που κουβεντιάσαμε, μου ανέλυσε τα σχέδια του για τη χρονιά που έρχεται. Τις χρονιές τις υπολογίζουμε ακόμη, όπως όταν πηγαίναμε σχολείο, από Σεπτέμβριο. Το περίπλοκο και με απειράριθμα αν σχέδιό του, μπορεί να συνοψιστεί στη λέξη επιβίωση. Ακούγονταν ποσά της τάξης των 200 και 300 ευρώ. Ακούγονταν φράσεις του στιλ μπορώ να ζήσω με τόσα. Μου αρκεί μια σαλάτα, δεν θα πολυβγαίνω και τέτοια. Δεν είχε απελπισία ο λόγος του φίλου, μόνο σκληρό ρεαλισμό και ίσως μια ελαφριά αίσθηση παραίτησης. Παραίτησης όχι απ’ τη ζωή, όσο απ’ τον άνισο και ανυπόφορο αγώνα με τα τέρατα της εποχής της λιτότητας και των ατελείωτων μέτρων. Θα ζήσουμε ναι, αλλά κουραστήκαμε πια να κυνηγάμε, να τρέχουμε σ’ ένα στάδιο χωρίς γραμμή τερματισμού, να τρέχουμε σ’ ένα αγώνα που είναι ταυτόχρονα σπριντ και μαραθώνιος και μετ’ εμποδίων. Κάπου θες απλά να σταθείς, να πιεις ένα δροσερό ποτήρι νερό και να ηρεμήσεις για πέντε λεπτά. Φέτος ο φίλος επέλεξε να είναι το δικό του πεντάλεπτο.

Λίγα λεπτά αργότερα σταματώντας με το αυτοκίνητο σε ένα φανάρι, βλέπω μια άλλη γυναίκα. Μοιάζει με την πρώτη του μετρό. Ρούχα βρώμικα, μαλλιά μπλεγμένα, πρόσωπο που φωνάζει όλα τα πιθανά είδη της απόγνωσης. Από τα πέντε μέτρα απόσταση μας μιλάει: «Πεινάω. Μήπως μπορείτε να μου δώσετε κάτι να φάω». Κοιτάζω το φανάρι, αλλά το κορίτσι ανοίγει την τσάντα της και δίνει ότι ψιλό είχε. Ας πούμε ότι ήταν δυομιση ευρώ. Τα δίνω στη γυναίκα, έκπληκτη κοιτάζει τη χούφτα της, μονολογεί «αυτά είναι πολλά λεφτά», ανάβει το φανάρι, συνεχίζει να κοιτάει τη χούφτα της, φεύγουμε.

Λέμε και ξαναλέμε για τη φτώχεια. Λέμε ότι δε μας φοβίζει. Μιλάμε για αλληλεγγύη, για κεράσματα, οι γονείς βοηθάνε, τα παιδιά βοηθάνε, οι φίλοι αλληλοβοηθιούνται. Μιλάμε για εγχειρήματα, συλλογικές κουζίνες και ένα σωρό ωραίες ιδέες.

Αλλά η φτώχεια μας κυκλώνει, δεν είναι εύκολος αντίπαλος, γονατίζει ανθρώπους, γονατίζει περαστικούς και φίλους, τους κλέβει χρόνια, τους αποκλείει απ’ την ίδια τους τη φαντασία και τη δημιουργικότητα. Η φτώχεια δεν είναι παλιά ελληνική ταινία, δεν έχει μόνο αυτοσαρκασμό και πλάκα και ωραίες ατάκες. Έχει κόσμο που παλεύει να ζήσει με 200 ευρώ και αυτό θα είναι το αισιόδοξο σενάριο. Έχει κόσμο που λέει πεινάω και θέλω να πάω σπίτι μου και κόσμο που ψάχνει το σπίτι του και δεν το βρίσκει πουθενά.

Μας βομβαρδίζουν με success stories και ανταγωνιστικότητα και τη θέση της χώρας που σταθεροποιείται στην Ευρώπη. Μιλάνε τη γλώσσα των αρπακτικών σε prime time, παρέχουν προκαταβολικά ασυλία στους ακριβούς εαυτούς τους, κουνάνε το δάκτυλο, μεταρρυθμίζουν χαλαρά, ασκούνται στον κυνισμό επαναλαμβάνοντας μονότονα «11.000 απολύσεις». Εμείς που δεν ζούμε στην τηλεόραση ή στο εικονικό κόσμο των υπουργικών γραφείων, κάθε μέρα, κάθε ώρα, περπατάμε μετρώντας τους πεσμένους, τους βουβούς επιβάτες των μέσων μεταφοράς, τους ανθρώπους που κουράστηκαν, τους ανθρώπους που δεν αντέχουν άλλο. Μετράμε τους ανθρώπους που δεν ανήκουν πια σ’ αυτή την εποχή.

18 Σχόλια

Filed under Uncategorized