Category Archives: Uncategorized

διαφημίσεις | εσύ κι ο γρύλος σου

Σ’ αυτή τη χώρα, ως γνωστόν, ελάχιστοι εργάζονται ακούραστα και φιλότιμα 24 ώρες το 24ωρο, επτά μέρες την εβδομάδα. Πόσο μάλλον χθες που ήταν και αργία. Χθες ο μοναδικός που εργαζόταν πυρετωδώς μπορεί να ήταν ο ακάματος πρωθυπουργός μας, ο οποίος προσπαθούσε να χωρέσει σε μία κυβέρνηση, ικανές δόσεις ακροδεξιάς, υστερίας και «μεταρρυθμιστικής ισχύος». Ο μοναδικός; Όχι δα. Κάπου σε ένα δωμάτιο, κάποιοι ανέβαζαν κείμενα και φωτογραφίες κάνοντας δεκάδες λάθη, λάθη επί λαθών και όχι λάθη πάντα λάθη.

the cricket soundwave 2

Το αποτέλεσμα είναι εκτός από νέα κυβέρνηση, σήμερα να διαθέτομεν και νέο σάιτ ( thecricket.gr ). Με την ιδέα να πούμε ιστορίες, να συλλέξουμε μαρτυρίες και – όσο μπορούμε – να κάνουμε και ρεπορτάζ. Ξεκινάμε λοιπόν και έχουμε μεγάλη ποικιλία σε (ευχάριστα πάντα) θέματα. ( χημικά στο Αιγαίο , η ιστορία του Ρασίντ, μια τιτάνια έρευνα για τα παιδιά τις ταυτότητες και το διαδίκτυο, φωτογραφικά αφιερώματα , μια αφήγηση για τις μέρες στο νοσοκομείο της Νίκαιας και ένα σωρό άλλα που υπόσχομαι ότι θα σας ανοίξουν την καρδιά).

Με την ίδια πάντα σοβαρότητα και συνέπεια, με την ίδια βραδύτητα και αναποφασιστικότητα θα συνεχίσουμε και στο προσεχές μέλλον. Εύχομαι να απολαύσουμε όλοι το νέο site όσο θα απολαύσουμε τον αργύρη ντινόπουλο και τον ανδρέα λοβέρδο. Περαστικά μας και με τις υγείες μας. Καλές αναγνώσεις.

1 σχόλιο

Filed under διαφημίσεις, Uncategorized

μικροπολιτική

Κάποιος δύο αυτοκίνητα μπροστά προσπαθεί να παρκάρει.  Σταματάω ακριβώς δίπλα στην ουρά του συσσιτίου στο Κουκάκι. Από το ραδιόφωνο ο δημοσιογράφος ρωτάει τον πρόεδρο για κάποια μεταγραφή. Ο πρόεδρος απαντάει κάτι αόριστο αλλά καθησυχαστικό για τους οπαδούς του θρύλου. Γίνονται συζητήσεις. Αμέσως μετά, ο δημοσιογράφος, κλείνοντας τη συνέντευξη, απευθυνόμενος στους ακροατές υπενθύμισε ότι χρειάζεται και σταυρός, ο πρόεδρος δεν θα βγει έτσι. Στο καπάκι αφού ο πρόεδρος χαιρετίσει, ο δημοσιογράφος ενημερώνει ότι η εφημερίδα της Κυριακής που θα κυκλοφορήσει εκτάκτως Σάββατο θα έχει 5 δωροεπιταγές των δέκα χιλιάδων ευρώ και διπλό cdπυξ λαξ. Ο μπροστινός ολοκληρώνει το παρκάρισμα και ο χατζηνικολάου αποχαιρετά το μαρινάκη.

Στο μυαλό μου έρχονται διάφορες συνεντευξούλες των υποψήφιων δημοτικών συμβούλων του συνδυασμού μώραλη στον Πειραιά, ανάλαφρες, χλιαρές ή επιφανειακά αυστηρές αλλά χωρίς επιμονή σε οποιαδήποτε αυτονόητη ερώτηση, Συνεντεύξεις που πάντα συνοδεύονται από φωτογράφιση με ωραίο φως και καλοσιδερωμένα χαμόγελα. Η καινοτομία, η επιχειρηματικότητα, η γνώση, το λιμάνι.

*

Η μάχη (των ιδεών και της πραγματικότητας) προσεγγίζει τα πιο επικίνδυνα σημεία. Από τη μία η απειλή της νέα φεουδαρχίας. Υποψήφιοι που ετοιμάζονται να μετατρέψουν ολόκληρες περιοχές σε επιχειρηματικά πάρκα, σε έναν αλλόκοτο συνδυασμό ειδικής οικονομικής ζώνης για τον κόσμο της εργασίας και ειδικής ζώνης αναψυχής για τον τουρίστα του κρουαζιερόπλοιου. Και οι ψηφοφόροι ετοιμάζονται να καλωσορίσουν το ρόλο τους ως υπήκοοι (συγγνώμη για τη λέξη -> κλισέ, ξύλινη και κακόηχη), ως πιθανοί εργάτες σε μια δυστοπία, ανάλογη της χειρότερης ταινίας επιστημονικής φαντασίας. Η ψήφος στον κυβερνήτη – αφεντικό θα δοθεί με αντάλλαγμα ένα απίθανα χαμηλό μισθό και το δικαίωμα της σιωπής απέναντι στα πράγματα. Ο Πειραιάς ως μια απέραντη ζώνη επισφάλειας, σερβιτόρων και αόρατων φορτοεκφορτωτών. Ο τουρίστας και ο εφοπλιστής όμως, θα χαμογελούν ικανοποιημένοι, εισερχόμενοι στο θεματικό πάρκο. Πιθανώς κάτι παρόμοιο να συμβεί και στο Βόλο.

Από την άλλη η μη πολιτική ως άλλη όψη της μαύρης αντίδρασης. Οι εκπρόσωποι της λογικής, του αυτονόητου και της μεταρρύθμισης. Αυτοί δηλαδή που μας πετάνε στα μούτρα τέτοιες ασαφείς έννοιες, που δε λένε τίποτα και που δεν εννοούν τίποτα και στην πράξη στηρίζουν μόνο το δικαίωμα στην υστερία του σόπινγκ και το δικαίωμα του εργοδότη στην ελαστικότητα του εργάτη. Οι υποψήφιοι που μιλούν στο όνομα των καταναλωτών.

Μου έκανε εντύπωση, σ’ ένα απ’ αυτά τα άρθρα που παρουσιάζουν συγκεκριμένους υποψήφιους δημοτικούς συμβούλους, ότι οι του Καμίνη επαναλάμβαναν ότι το όνειρό τους για την Αθήνα είναι η πόλη να γίνει ευρωπαϊκή και ασφαλής. Το δεύτερο μένει ασχολίαστο, καθώς ο υποψήφιος της νδ έχει αναλάβει να απαντήσει στις ακροδεξιές, ρατσιστικές επιθυμίες των δημοτών και των τηλεδημοσιογράφων. Αλλά αλήθεια δεν μπορώ να καταλάβω τι σημαίνει για έναν πολέμιο του λαϊκισμού και της αοριστολογίας ότι θέλει να κάνει την πόλη Ευρωπαϊκή.

Αν λοιπόν το ένα σκέλος του μέλλοντος κρύβει εφοπλιστές δημάρχους, το άλλο κρύβει τους τύπους που υπό μια (πολύ χαλαρή πια) επίφαση αγάπης για τη νομιμότητα, είναι ικανοί για την πιο σκληρή αντικοινωνικότητα.

*

Εικόνα

*

Κατά τ’ άλλα, όλα τα παραπάνω μπορεί και να μη σημαίνουν τίποτα. Ως γνωστόν, όλα τα διλήμματα είναι λάθος και καταλήγουν ανεξαιρέτως σε απαντήσεις που στην πραγματικότητα δε θες, ούτε χρειάζεται, να δώσεις. Οι δημοσκοπήσεις, η φράση 2 στους 5 και όλα τα παρόμοια, απλά καθιστούν τον εκβιασμό επίσημο, καθωσπρέπει, νόμιμο. Όπως έγραφε ο Σαββόπουλος όταν ακόμη ήταν άνθρωπος κι όχι φόντο σε ελληνική σημαία: μέσα από την κάλπη τη στατιστική / μας κοιτάζει ο Χάρος / και του τρέχουνε τα σάλια.

Δεν θα αποφύγουμε τη νέα φεουδαρχία ή τον απολιτίκ κυνισμό μιας εκδοχής του rethink αθενς, και καλά ψηφίζοντας σύριζα. Η πιθανότητα της κόλασης έχει ριζώσει βαθύτερα απ’ ότι ίσως φαίνεται, σίγουρα βαθύτερα απ’ το αποτέλεσμα μιας εκλογικής αναμέτρησης, κάπου στο συλλογικό φαντασιακό που αισθάνεται πια άνετα να πορεύεται με δουλίτσες του 300 ευρου και στρατόπεδα συγκέντρωσης για τους ξένους (και τους οφειλέτες).

Παρόλα αυτά, θα ήμουν ανειλικρινής αν δεν παραδεχόμουν ότι αν ψήφιζα πχ. στον πειραιά θα ψήφιζα με κλειστά τα μάτια το λιμάνι της αγωνίας.

4 Σχόλια

Filed under ασυναρτησίες, βούλωσέ το καλύτερα, Uncategorized

η εύχαρις

Μεγάλη Τρίτη.

Όπως μας βαδίζουνε, βαδίζουμε. Το είπε η γυναίκα στο τηλέφωνο; Κάπου το διάβασα; Δεν θυμάμαι τώρα. Η γυναίκα πίσω από το γκισέ πάντως, που μάλλον είπε και την πρώτη φράση, συνέχισε: «Άσε, την προηγούμενη βδομάδα ήμουνα για φούντο. Δεν ξέρω τι θα έκανα, δεν μιλούσα σε άνθρωπο. Αλλά μιλήσανε χθες στο τηλέφωνο και έγινε συμφωνία. Ρύθμιση. 250 € λιγότερα το μήνα. Ο άλλος είναι τρεις μήνες άνεργος, δεν μπορούσαμε να πληρώνουμε. Άσε με, άσε με σου λέω. Εσύ όμως πες μου, πώς είναι η σύνταξη; Βλέπεις τουλάχιστον συνέχεια τα μικρά;»

*

Μεγάλο Σάββατο.

τάφος – ποίημα

Η μπάντα ξεκινάει στο νεκροταφείο της Ερμούπολης. Θα μ’ άρεσε να έπαιζε αυτό, αλλά κι έτσι καλά είναι. Ακριβώς δίπλα απ’ τα πόδια ενός παιδιού που παίζει κάποιο πνευστό, που δεν αναγνωρίζω, ένα ποιηματάκι για μια κόρη, την εύχαρι Ελένη, που καταιγίδα συνήρπασε το σώμα της. Το Πάσχα έχει πάντα κάτι περίεργα αγαπητικό, κάτι εσωστρεφές κάτι τέλος πάντων που σε γλυκαίνει. Μπορεί να έχει να κάνει με τις αναμνήσεις του παιδικού εαυτού στο χωριό, μπορεί να έχω όντως επηρεαστεί απ’ τις γραφικότητες μιας αντιδραστικής παράδοσης που μας θέλει ανοιξιάτικα να σερνόμαστε από εκκλησία σε εκκλησία. Όπως και να ‘χει, η ιδέα του θανάτου πλανιέται από πάνω σου, είτε επειδή βλέπεις σε δεκαπέντε σειρές στην τιβί τον θάνατο του χριστού, είτε επειδή η αναγέννηση της εποχής, προϋποθέτει έναν μικρό θάνατο πριν. Η φύση ξαναγεννιέται, που πάει να πει ότι κάποια στιγμή πριν πρέπει να είχε πεθάνει.

Έτσι, την ώρα που παίζει η μπάντα, δεν ξέρω γιατί σκέφτομαι μόνο γλυκά πράγματα, ας πούμε δίπλες ή για να σοβαρευτώ αυτό το κλασσικό διάστημα του Μεγάλου Σαββάτου, 8 με 11 το βράδυ, που όλοι είναι μαζεμένοι, αλλά δεν γίνεται τίποτα. Οι ετοιμασίες για το φαγητό είτε έχουν γίνει νωρίτερα, είτε θα γίνουν αργότερα κι έτσι κανείς δεν τακτοποιεί κάτι στην κουζίνα. Κανείς δεν κάνει δουλειές στον κήπο, κανείς δεν κοιμάται ακόμη και όλοι έχουν διαβάσει την μία εφημερίδα που έχει κάνει κύκλο σε καμιά δεκαριά ζευγάρια χέρια. Η τηλεόραση δεν παίζει απολύτως τίποτα, είναι σα να εκπέμπει αόρατες εικόνες και ήχους σε συχνότητες που δεν αντιλαμβάνεται το ανθρώπινο αυτί. Όλοι είναι στο σαλόνι χυμένοι σε κάποιο καναπέ, ντιβάνι, καρέκλα και απλά περιμένουν να φτάσει δώδεκα να πάνε στην ανάσταση και μετά να φάνε. Αλλά ως συνήθως τότε αργείς, όταν δεν κάνεις τίποτα, γιατί ο καλύτερος και πιο αυθεντικός σύμβουλος είναι η βραδύτητα, είναι το να μην κάνεις τίποτα. Τότε χαλαρώνεις, τότε το σωματάκι σου δεν ξεκουράζεται απλά, αλλά βρίσκει τη θέση του στον κόσμο κι έτσι δεν μπορεί να κουνηθεί, πόσο μάλλον να βιαστεί. Έτσι ενώ όλοι 8 με 11 δεν κάνουν τίποτα, ποτέ δεν ετοιμάζονται στην ώρα τους και στη διαδρομή για την εκκλησία καταλήγουμε σχεδόν να τρέχουμε.

Γιατί ακριβώς όπως το καλοκαίρι, αν καθίσεις στην παραλία μετά τις 6μιση που πέφτει λίγο το φως, τότε δεν σηκώνεσαι ούτε με γερανό, σεισμό ή καταποντισμό. Η άμμος δροσίζει τα ποδάρια σου, το κυματάκι γαργαλάει τα αυτιά και οι μισές λέξεις σκοντάφτουν κάπου μεταξύ ουρανίσκου και γλώσσας. Τώρα ζούμε, δεν βιαζόμαστε.

Αλλά το θέμα μας είναι ο θάνατος, δηλαδή το ξαδερφάκι της βιασύνης και ο γιός του άγχους. Ενώ ακόμη παίζει η μπάντα, στο βάθος φαίνεται η θάλασσα της Σύρου και κάτι γερανοί ακίνητοι, θυμάμαι μια φωτογραφία που κάποιος χτες ανέβασε και δεν είναι συγκινητική, αλλά μπορεί να σε βυθίσει σε ένα κόσμο που αγαπάς τα πάντα ανθρώπους, πράγματα, ζώα, πέτρες, γερανούς. Η εύχαρις Ελένη ακόμη με τσιγκλάει δυο μέτρα απ’ το παπούτσι μου και σκέφτομαι ότι ο θάνατος αν αγγίξει τα αγαπημένα σου πρόσωπα μπορεί να σε αφήσει οριστικά ανάπηρο. Η απειλή του όμως, η σκιά του, αν δεν σε καθηλώσει, μπορεί να ξεφορτώσει τα άγχη, να σκορπίσει το φόβο και πάει λέγοντας. Απ’ τη Μεγάλη Τρίτη μέχρι το Μεγάλο Σάββατο, άκουγα σε λούπα μέσα στο κεφάλι μου τα λόγια της υπαλλήλου. «Ήμουνα για φούντο και όπου μας βαδίζουνε, βαδίζουμε». Ξανά και ξανά. Τώρα η εύχαρις Ελένη ξεκαθάριζε λίγο το τοπίο. Μέχρι να συναρπάσει το κορμάκι μας η καταιγίδα, στ’ αρχίδια μας η ρύθμιση, η εφορία, το χρέος, η κινητή τηλεφωνία και το εριστικό τηλεφώνημα της εισπρακτικής. Αν είμαστε ωραίοι, σαν την εύχαρι Ελένη, όσο ζούμε ας παλεύουμε για την ελευθερία μας, ας παλεύουμε ενάντια στην καταπίεση, χωρίς να αφήνουμε τους λυσσασμένος καταπιεστές να μας καθηλώνουν. Από λόγια βέβαια, καλά πάω. Στις συμβουλές πάντοτε αρίστευα, αλλά έλα να δεις μπροστά στα πιξελ του taxis πως τρέμουν τα ποδάρια μου. Εύχαρι Ελένη, προσπάθησε λίγο να με υποστηρίξεις και υπόσχομαι να είμαι στο εξής γαλήνιος, επίμονος και άκρως καλοκαιρινός, δηλαδή νωχελικός μέχρι αηδίας.

*

Σήμερα.

Στο ίδιο υποθηκοφυλακείο, η δικηγόρος, γύρω στα 60 υπολογίζω, ρωτάει τον υπάλληλο για ένα διαμέρισμα. Τη ρωτάει: «η κυρία έχει το αρχικό συμβόλαιο;» «Α, δεν ξέρω, λογικά ναι. Δεν την ξέρω», του απαντάει. «Ζει;» επανέρχεται αυτός. «Είναι γεννημένη το ’48. Έπεται ότι ζει» σχολιάζει.

Έπεται ότι ζει. Πολύ μου άρεσε αυτό κι ας μην έπεται τίποτα. Ούτε η δικηγόρος που το είπε, ούτε εγώ που το άκουσα, έπεται ότι θα ζούμε σε 2 λεπτά από τώρα. Παραμονεύει η καταιγίδα που θα συναρπάσει τα σώματά μας, παρόλα αυτά η άνεση της γυναίκας ήταν παρηγορητική. «Είναι γεννημένη το ’48. Έπεται ότι ζει».

1 σχόλιο

Filed under Uncategorized

ικανοποίηση

Στο ATM δεν αισθάνθηκε τύψεις ή δεύτερες σκέψεις. Έκανε την ανάληψη και τοποθέτησε τα χαρτονομίσματα στο πορτοφόλι. Πέρασε χαμογελώντας ειρωνικά μπροστά απ’ το πολυκατάστημα σούπερ μάρκετ. Σήμερα δεν είχε αναζήτηση προσφορών. Δεν είχε φτηνές λύσεις. Το χριστουγεννιάτικο δώρο θα ήταν ακριβό και προσεκτικά επιλεγμένο. Το χριστουγεννιάτικο δώρο θα ήταν τέλειο. Μπήκε σε καταστήματα που δεν είχε ξαναπάει ποτέ. Οι πωλητές ήταν ευγενικοί, τον φρόντιζαν με ενδιαφέρον και υπομονή, σε μια μάλιστα περίπτωση τον κέρασαν και εσπρέσο. Στο τέλος αγόρασε ένα καταπληκτικό πράσινο φόρεμα – υπέροχο κομμάτι, θα την κατασυγκινήσει είναι σίγουρο- είπε η υπάλληλος. Το βράδυ φόρεσε το φρεσκοσιδερωμένο πουκάμισο και το καλό μαύρο παλτό. Γυάλισε τα παπούτσια και ξεκίνησε. Στο δρόμο νόμιζε ότι έτριζε. Καθαριότητα, χάρη, κομψότητα. Κάθε τόσο κοιτούσε τη σακούλα στο δεξί του χέρι. Ικανοποίηση. Ένα ατόφιο αίσθημα ικανοποίησης γέμιζε τα μέσα του. Σαν το γκολ στο Γ-2 στο τελευταίο λεπτό του διαλλείματος. Σαν το πρώτο μακροβούτι της χρονιάς μέσα Μαΐου. Στάθηκε στην πόρτα της και χτύπησε το κουδούνι. Ακούστηκε ένα μακρινό ποιος είναι (αντρική φωνή 100%) και ένα πνιχτό σσςς. Ύστερα αισθάνθηκε πως κάποιος καθόταν πίσω απ’ την πόρτα. Δεν έγινε τίποτα. Ξαναχτύπησε κουδούνι και περίμενε. «Υπέροχο κομμάτι, θα την κατασυγκινήσει είναι σίγουρο». Περίμενε. Δεν έγινε τίποτα.

***

Η μίνι ιστοριούλα παρασκευάστηκε ως μέρος ενός βλογο – αφιερώματος για την εφημερίδα Αυγή με τίτλο «Η Χριστουγεννιάτικη Ιστορία μου» . Συμμετέχει ένα σωρό κόσμος. Οι πρώτες πέντε ιστορίες δημοσιεύτηκαν τα Χριστούγεννα και ακολουθούν οι υπόλοιπες στο Πρωτοχρονιάτικο φύλλο. Αναλυτικότερα, έγραψαν ο Τσαλαπετεινός, η Ιφιμέδεια, η Ποδηλάτισσα, οι Κυνοκέφαλοι , Ο Ήχος του Ανέμου και στο Πρωτοχρονιάτικο οι Silentcrossing /Χαμένα Επεισόδια  / Ερυθρό Καγκουρώ /  Nefosis / Ruby  / Καραντί  / Αντιδρασέξ  / Βιβλιοθηκάριος / PassionFlower / Αναγεννημένη / Μπανάνα / George Le Nonce / Kizilkum .

 

.

11 Σχόλια

Filed under Uncategorized

σπιράλ

«’Εχεις πέσει σε μια μαύρη τρύπα» μου είπε.

Διαβάζω ιστορίες για το παρελθόν του φασισμού, τα πρωινά στο ραδιόφωνο ακούω σημερινές φωνές κυνισμού και ρατσιστικά παραληρήματα. Δεν μπορώ να γράψω για τίποτα άλλο. Ένα αόρατο πέπλο κάθε μέρα σκεπάζει και επιχειρεί να εξαφανίσει το μεσημεριανό φως, τα κασκόλ των κοριτσιών της οδού Πανεπιστημίου, τα καφενεία, τα λαϊκά τραγούδια, την γυναικεία πλάτη που παίρνει ένα διπλό καπουτσίνο διαγωνίως δεξιά μου, τα χοντρά αστεία μιας μεθυσμένης παρέας, την ξάπλα του σκύλου κάτω απ’ τα σκεπάσματα, τα μανιτάρια στο Μαίναλο και την ίδια τη θάλασσα.

Τίποτα δεν μοιάζει σχετικό, σημαντικό, ουσιαστικό. Τίποτα δεν μπορεί να βρει θέση στη συζήτηση, στους συνειρμούς. Τίποτα δεν έχει τόπο να σταθεί, να γεννηθεί, να πάει λίγο παραπέρα.

Πρώτη φορά. Πρώτη φορά πιάνω τον εαυτό μου τόσο θυμωμένο. Βαράνε μέσα μου σφυριά. Δύο τεράστια σφυριά χτυπάνε μέσα στα σωθικά μου μια δεξιά μια αριστερά.

Ακούω τη Μισέλ Ταδοπούλου της ΝΔ στο ραδιόφωνο να λέει «είμαι νομικός και βουλευτής και απαιτώ να είναι ανάλογο το ύφος σας» και με πιάνει ανακατωσούρα, απέχθεια, οργή. Ακούω τον Γεωργιάδη να λέει στον εργαζόμενο «είμαι ο προϊστάμενός σας» και παρακολουθώ τις γροθιές μου να σφίγγονται από μόνες τους.

Περπατάς στους δρόμους, ακούς τις ιστορίες φίλων και άγνωστων. Βασανιστήρια, αυτόπυρπολισμοί και ο βίος αβίωτος. Στοιβάζονται όλα μέσα στο ίδιο στομάχι μέχρι να μετασχηματιστούν σε καθαρό μίσος. Δεν αντέχεται να ζεις μέσα στο μίσος θα πεις, πόσο μάλλον όταν το μίσος είναι δικαιολογημένο θα απαντήσω, πόσο μάλλον όταν το μίσος που νιώθεις είναι πάντα λιγότερο απ’ όσο θα δικαιολογούσαν οι περιστάσεις.

έχω χάσει την φαντασία μου κι όταν ακούω «Κατερίνα» τρομάζω έγραφε η Γώγου.

Εδώ και κάποιο καιρό γίνομαι αυτό που ειρωνευόμουν. Μονομανής, οξύθυμος, ισοπεδωτικός.

Ο καθημερινός φασισμός καθώς προελαύνει σε κεντρικές λεωφόρους και μιντιακούς οργανισμούς φορτώνει το μέσα, το γεμίζει διαρκώς, τοκίζει ένα αίσθημα δυσφορίας, ένα αφόρητο βάρος. Τί να κάνουμε; Τί να κάνουμε ρωτάς συνέχεια και όλο κάτι βρίσκω να απαντήσω. Να οργανώσεις το μίσος, την οργή, να προσπαθήσεις περισσότερο, να οχυρώσεις τα καταφύγιά σου, να προστατεύσεις τα βλέμματα των φίλων, να θυμάσαι την ομορφιά, να θυμάσαι την ζωή που κατά τ’ άλλα παραμένει υπέροχη και ανυπολόγιστα γλυκιά.

Ο old έγραφε πριν καιρό ότι το μνημόνιο νίκησε. Όχι μόνο νίκησε αυτό το νομικό κείμενο που ρύθμιζε την εξαθλίωση, αλλά νίκησε και ένα άλλο τέρας μεγαλύτερο και ισχυρότερο. Το τέρας που γεννιέται και κατοικεί μέσα στο στομάχι σου, που απλώνει το χέρι, πιάνει την καρδιά στην χούφτα του και τη σφίγγει χωρίς ποτέ να τη σπάει. Την σφίγγει μέχρι να γίνει ένα με την απελπισία.

Στο τρένο από τη Θεσσαλονίκη τις προάλλες καθόταν πίσω μου ένας χρυσαυγίτης. Μιλούσε στο τηλέφωνο δυνατά και είχε αυτό το γνωστό ύφος Παναγιώταρου. «έκανα τη φασαρία μου» «να κάνω κανά μακελειό άμα πάω εκεί» «μήπως θες να του το πούμε κι αλλιώς». Χωρίς να πει κάτι ιδιαίτερο, μόνο αυτά τα μάτσο σχολιάκια και κοιτώντας τις μάρτινς και το στρατιωτικό παντελόνι του, κόντευα να φτάσω το σημείο βρασμού. Βράζουν άραγε οι άνθρωποι;

Είμαι σε μια μαύρη τρύπα, είναι αλήθεια, κουράστηκα να μετράω θύματα, να επιχειρηματολογώ για το αν οι μετανάστες είναι άνθρωποι, για το αν η εργασία πρέπει να πληρώνεται και πάει λέγοντας. Υποτίθεται, οι φίλοι μου λένε δηλαδή, ότι είμαι αισιόδοξος. Η αλήθεια είναι ότι θέλω να είμαι αισιόδοξος, θέλω να διαβάζω τις ιστορίες από μια συγκεκριμένη οπτική, θέλω να βλέπω τους ανθρώπους και να τους μετράω από την προσπάθεια να είναι αξιοπρεπείς, ωραίοι, δημιουργικοί, ηττημένοι αλλά επίμονοι, χαμένοι αλλά αγαπημένοι.

Μέσα στον τελευταίο χρόνο συνέχισα να μιλάω σα να ήμουν εν πολλοίς ο παλιός εαυτός. Αισιόδοξος, ζωντανός, χωρίς να παραδέχομαι ότι ήττες είναι οριστικές ή λέγοντας ότι έτσι κι αλλιώς όλα συνεχίζονται. Το να θες ελευθερία και ομορφιά για όλους, δεν είναι εκστρατεία ή άθροισμα αποτελεσματικών ενεργειών, είναι τρόπος ζωής και επιλογή οπτικής γωνίας. Είναι ο τρόπος να ζεις. Συνέχισα να μιλάω λοιπόν σαν να ήμουν ακόμη εγώ, όμως σιγά σιγά, λίγο λίγο απομακρυνόμουν, γλιστρούσα. Βρέθηκα μέσα σ’ αυτήν την τρύπα και το κατάλαβα μόλις προχθές όταν τυχαία σήκωσα το κεφάλι για να δω την επιφάνεια του κόσμου χιλιόμετρα μακριά.

Προσπαθώ να διασχίσω μια σήραγγα και να βγω στο φως ή προσπαθώ από το σκοτάδι των ημερών μας να μπω σε μια σήραγγα γεμάτη φώς; Έγραφε ο Γκόρπας.

Τραβάω το πέπλο. Μπορεί η οργή να παραμένει, και δικαίως μάλιστα, σήμερα δεν την αφορίζω, τη θέλω, αλλά τραβάω, επιχειρώ τουλάχιστον, να τραβήξω  το πέπλο. Σήμερα ναι, οι άνθρωποι βράζουν αλλά πάντα οι άνθρωποι μπορούν να βλέπουν και πίσω απ’ το πέπλο. Υπάρχουν και τα δύο μαζί, ταυτόχρονα, αντιφατικά, αναιρώντας διαρκώς το ένα το άλλο σε ένα ατέλειωτο σπιράλ. Η αγωνία εντοπίζεται στο να μπορείς κάθε στιγμή να μην ξεχνάς κανένα απ’ τα δύο. Να ζεις διπλός, γεμάτος, ανυπεράσπιστος και χωρίς να κάνεις πίσω ούτε χιλιοστό.

Δεν υπάρχει γαλήνη, ησυχία στη ελλάδα του 2013. Υπάρχουν στην οδό Πανεπιστημίου την ίδια ακριβώς ώρα ο φασισμός και τα κασκόλ των ανθρώπων. Φίλων, αγαπημένων, συντρόφων, άγνωστων κοριτσιών.

Βουτιά στο σπιράλ.

11 Σχόλια

Filed under Uncategorized

λαϊκή τέχνη

θαμπές φωτογραφίες από το κινητό κάνοντας βόλτα στη Θεσσαλονίκη

IMAG0340

IMAG0341 IMAG0348 IMAG0349 IMAG0350 IMAG0352 IMAG0354 IMAG0364 IMAG0365 IMAG0367 IMAG0331 IMAG0333Όταν πήγαινα τις πρώτες φορές Θεσσαλονίκη να συναντήσω τους ντόπιους συμφοιτητές ή μια φίλη που σπούδαζε εκεί, εντυπωσιαζόμουν. Η πόλη ήταν όμορφη και την περπατούσες εύκολα. Οι άνθρωποι ήταν (ή έμοιαζαν) ωραιότερα φωνακλάδες, περισσότερο γενναιόδωροι, περισσότερο χιουμορίστες. Τα μπαρ ήταν ομορφότερα, η μουσική ήταν καλύτερη και το συμπέρασμα εύκολο. Ξέρουν να γλεντάνε εκεί πάνω και το γλέντι τους αποκαλύπτει διαρκώς μια υπόγεια καλοσύνη.

Βέβαια ήμουν μικρός, κοιτούσα αλλιώς, εστίαζα αλλού.

Τώρα, επιστρέφοντας, στο τρένο σκεφτόμουν ότι παραμένει ακόμη κυρίως η ιδέα ότι οι άνθρωποι εκεί κατέχουν την τέχνη της ατάκας και κατά ένα περίεργο τρόπο μοιάζουν πιο ειλικρινείς. Αλλά η βασικότερη σκέψη που έμεινε, ήταν ότι στη Θεσσαλονίκη, τις επτά μέρες που έμεινα, δεν είδα την καθημερινή αγριότητα που έχει κερδίσει ολοκληρωτικά την Αθήνα. Η Θεσσαλονίκη είναι ακόμη πόλη με όλα τα ωραία και τα στραβά της, που προφανώς αν μιλήσεις με έναν κάτοικό της θα έχει πολλά να πει. Όμως παραμένει ακόμη τόπος ανθρώπων, τόπος που σου επιτρέπει έστω προσωρινά, έστω με το βλέμμα του τουρίστα, να αναπνεύσεις.

Η κόλαση με τα ζόμπι έχει εγκατασταθεί για τα καλά στα νότια.

5 Σχόλια

Filed under φωτογραφικά, Uncategorized

προίκα

Ο καιρός είναι περίεργος. Το νιώθεις σε κάτι μικροπράγματα. Από κει που έστηνες πότε πότε αυτί στις διπλανές παρέες στα καφενεία του νησιού (μπας και ακούσεις για καμιά παραλία, καμιά ταβέρνα, κανένα φλέγον ερωτικό ζήτημα), τώρα τρέμεις μη τυχόν και ξεχαστείς και ακούσεις ξένες κουβέντες. Τρέμεις μην ακούσεις τίποτα για τα χρυσαύγουλα, τρέμεις μην ακούσεις φιλοφασιστικά σχόλια και όμως δεν μπορείς να τα αποφύγεις γιατί πλέον είναι παντού.

DSC_0099

Ποιοί είναι όλοι αυτοί οι άνθρωποι που μιλάνε με αυτόν τον τρόπο; Πού βρίσκουν τόση αγριάδα, τόσο ρατσισμό και πώς τον εκτοξεύουν στο καλοκαιρινό σύμπαν την ώρα που τρώνε νόστιμες γραβιέρες και πίνουν δροσερές μπύρες; Κοιτάζοντας και ακούγοντας, καταλήγω ότι δεν υπάρχει τέλος γι’ αυτή την πτώση, δεν υπάρχει πάτος, δεν υπάρχει τίποτα. Μόνο ένα διαρκές βούλιαγμα. Αυτός ο βρωμότοπος ήταν πάντα δύσκολος. Κρυφοδεξιός, ρατσιστής, κυνικός, τρελός για λεφτά. Όμως μετά από τα τρία αυτά χρόνια, θα είναι χειρότερος. Και όταν και αν κάπως τελειώσουν όλα αυτά, θα είναι ακόμη χειρότερος. Θα ‘χει χάσει κάθε στοιχείο που αντιστάθμιζε τα προβλήματα. Θα ‘χει χάσει την κατά καιρούς αλλόκοτη γενναιοδωρία, την ικανότητα ενός πηγαίου γλεντιού, την ασυνάρτητη αισιοδοξία, την αγάπη για τις αναγκαίες κοπάνες, με άλλα λόγια τη θέληση για ζωή και όχι παραγωγικότητα, επαγγελματικότητα, ανταγωνιστικότητα κλπ. Θα ‘χει χάσει ακόμη και αυτή τη μυστήρια αίσθηση πως Ιούλιο Αύγουστο μπορούμε να κάνουμε ανακωχή. Δεν μπορούμε πια.

DSC_0161

Έχω ένα αόριστο γενικόλογο άγχος που δεν αφήνει τη γλυκιά νωχέλεια (και την αναπόφευκτη μελαγχολία) του καλοκαιριού να με ρουφήξει. Δεν φταίει τίποτα και φταίνε όλα μαζί. Η κατάσταση, οι ειδήσεις, τα γνωστά πια. Πάνω που πάω να το χάσω εντελώς, ηρεμώ. Σκέφτομαι εναλλάξ τη λαδόπιτα με το ξινοτήρι και τη Μ. στην παραλία, να ανοιγοκλείνει τον Κόου βρίζοντας ήρωες της ελληνικής πραγματικότητας. Λίγες μέρες μετά, το πρώτο απόγευμα στο χωριό της είπα με ύφος: «πώς να μην έχεις πονοκέφαλο, δεν το ξέρεις ότι η σκιά της καρυδιάς είναι βαριά και δεν κάνει να κοιμάσαι από κάτω;». Ένιωσα ωραίος, σχεδόν αρχαίος, χωριάτης και γνώστης βαθιών μυστικών που ξέρουν, όσοι θέλουν να ξέρουν.

DSC_0287

DSC_0284

Χθες όμως, πανσέληνος – ας μην κλειστούμε μέσα, είπαμε να χωθούμε στο καταφύγιο ενός θερινού σινεμά και η αλήθεια είναι ότι σωθήκαμε. Πριν φύγω, μ ‘είχε πιάσει μια περίεργη αίσθηση. Ξέθαψα την παλιά κολόνια, την χιλιοχτυπημένη πανοπλία των 19 χρόνων. Τότε, Σεπτέμβρη αμέσως μετά τις διακοπές, επιστροφή στην Κομοτηνή και λυσσασμένες έξοδοι. Με το (μάλλον ατυχούς αισθητικής) μπίλαμπονγκ κοντομάνικο πουκάμισο, έλειπα όλη μέρα απ’ το φοιτητικό σπίτι, καθώς ήταν μια διαδικασία να αποχαιρετήσουμε το καλοκαίρι με ούζο σε ψηλό ποτήρι χωρίς μεζέ. Για να μας πιάσει σίγουρα. Έπειτα στο ανοιχτό κλαμπ, αναμετριόμουν με την πιθανότητα να έρθει επιτέλους σήμερα η χυλόπιτα της αγαπημένης μου δαπίτισας. Δαπίτισας ναι, γιατί τότε πίστευα ότι όλα είναι ανθρώπινα. Τώρα και να το πιστεύει κανείς, ζορίζεται να βρει την απαιτούμενη υπομονή.

DSC_0149

Μια περίεργη αίσθηση. Πρώτη φορά στο πανηγύρι του χωριού που κερδίσαμε κάτι. Ένα λάστιχο δέκα μέτρα και μια στρωματοθήκη. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Τριανταένα χρόνια στην ίδια λαχειοφόρο αγορά και ξαφνικά η δικαίωση. Τα δώσαμε σ’ ένα φίλο που μετακομίζει. Προίκα. Ένα λάστιχο, μια στρωματοθήκη και μερικοί άνθρωποι. Θα μπορούσα να πω ότι που και που, αισθάνομαι μια ισχυρή δόση ευγνωμοσύνης για μια τέτοια είδους προίκα. Καθίσαμε και φάγαμε με την απειλή της αυγουστιάτικης μπόρας, κάνοντας αστεία αμφιβόλου ποιότητος. Αποφύγαμε όμως τη σκιά της καρυδιάς. Μη μας πιάσει πονοκέφαλος και μετά τα ρίχνουμε άδικα στις μπύρες.

DSC_0399

11 Σχόλια

Filed under Uncategorized

κοίταζε τη χούφτα της

Με πλησίασε μια γυναίκα λίγο πριν τα σκαλάκια της εξόδου του μετρό. Τελευταία, διάφοροι άνθρωποι ζητάνε χρήματα όχι καθισμένοι όπως παλιά στην άκρη κάποιου πεζοδρομίου, αλλά κατεβαίνοντας στα εκδοτήρια των σταθμών του μετρό. Στέκονται δίπλα σου καθώς εσύ βάζεις τα κέρματα στο μηχάνημα. Έτσι, γρήγορα σκέφτεσαι ότι αυτό το εξωπραγματικό για την τσέπη σου 1,40, θα έπιανε περισσότερο τόπο αν αντί για εισιτήριο, γινόταν κουλούρι, καφές, τσιγάρο ή οτιδήποτε άλλο χρειάζεται ή θέλει αυτός ο άνθρωπος. Η γυναίκα λοιπόν με πλησίασε, άρχισα να σκέφτομαι αν και πόσα ψιλά έχω, αν και πόσα θέλω να δώσω. Η γυναίκα όμως μόλις έφτασε μπροστά μου ζήτησε απλά αν έχω ένα εισιτήριο για να πάει σπίτι της. Τα ρούχα της έμοιαζαν με κουρέλια, το πρόσωπό της ήταν σε άσχημη κατάσταση και οι λέξεις της αν και κανονικά τοποθετημένες αντηχούσαν μόνο τη γενικευμένη απόγνωση. Θέλω ένα εισιτήριο να πάω στο Περιστέρι, σπίτι μου.

Βγαίνοντας απ’ το μετρό πέτυχα ένα φίλο που είχα να δω καιρό. Στο τέταρτο που κουβεντιάσαμε, μου ανέλυσε τα σχέδια του για τη χρονιά που έρχεται. Τις χρονιές τις υπολογίζουμε ακόμη, όπως όταν πηγαίναμε σχολείο, από Σεπτέμβριο. Το περίπλοκο και με απειράριθμα αν σχέδιό του, μπορεί να συνοψιστεί στη λέξη επιβίωση. Ακούγονταν ποσά της τάξης των 200 και 300 ευρώ. Ακούγονταν φράσεις του στιλ μπορώ να ζήσω με τόσα. Μου αρκεί μια σαλάτα, δεν θα πολυβγαίνω και τέτοια. Δεν είχε απελπισία ο λόγος του φίλου, μόνο σκληρό ρεαλισμό και ίσως μια ελαφριά αίσθηση παραίτησης. Παραίτησης όχι απ’ τη ζωή, όσο απ’ τον άνισο και ανυπόφορο αγώνα με τα τέρατα της εποχής της λιτότητας και των ατελείωτων μέτρων. Θα ζήσουμε ναι, αλλά κουραστήκαμε πια να κυνηγάμε, να τρέχουμε σ’ ένα στάδιο χωρίς γραμμή τερματισμού, να τρέχουμε σ’ ένα αγώνα που είναι ταυτόχρονα σπριντ και μαραθώνιος και μετ’ εμποδίων. Κάπου θες απλά να σταθείς, να πιεις ένα δροσερό ποτήρι νερό και να ηρεμήσεις για πέντε λεπτά. Φέτος ο φίλος επέλεξε να είναι το δικό του πεντάλεπτο.

Λίγα λεπτά αργότερα σταματώντας με το αυτοκίνητο σε ένα φανάρι, βλέπω μια άλλη γυναίκα. Μοιάζει με την πρώτη του μετρό. Ρούχα βρώμικα, μαλλιά μπλεγμένα, πρόσωπο που φωνάζει όλα τα πιθανά είδη της απόγνωσης. Από τα πέντε μέτρα απόσταση μας μιλάει: «Πεινάω. Μήπως μπορείτε να μου δώσετε κάτι να φάω». Κοιτάζω το φανάρι, αλλά το κορίτσι ανοίγει την τσάντα της και δίνει ότι ψιλό είχε. Ας πούμε ότι ήταν δυομιση ευρώ. Τα δίνω στη γυναίκα, έκπληκτη κοιτάζει τη χούφτα της, μονολογεί «αυτά είναι πολλά λεφτά», ανάβει το φανάρι, συνεχίζει να κοιτάει τη χούφτα της, φεύγουμε.

Λέμε και ξαναλέμε για τη φτώχεια. Λέμε ότι δε μας φοβίζει. Μιλάμε για αλληλεγγύη, για κεράσματα, οι γονείς βοηθάνε, τα παιδιά βοηθάνε, οι φίλοι αλληλοβοηθιούνται. Μιλάμε για εγχειρήματα, συλλογικές κουζίνες και ένα σωρό ωραίες ιδέες.

Αλλά η φτώχεια μας κυκλώνει, δεν είναι εύκολος αντίπαλος, γονατίζει ανθρώπους, γονατίζει περαστικούς και φίλους, τους κλέβει χρόνια, τους αποκλείει απ’ την ίδια τους τη φαντασία και τη δημιουργικότητα. Η φτώχεια δεν είναι παλιά ελληνική ταινία, δεν έχει μόνο αυτοσαρκασμό και πλάκα και ωραίες ατάκες. Έχει κόσμο που παλεύει να ζήσει με 200 ευρώ και αυτό θα είναι το αισιόδοξο σενάριο. Έχει κόσμο που λέει πεινάω και θέλω να πάω σπίτι μου και κόσμο που ψάχνει το σπίτι του και δεν το βρίσκει πουθενά.

Μας βομβαρδίζουν με success stories και ανταγωνιστικότητα και τη θέση της χώρας που σταθεροποιείται στην Ευρώπη. Μιλάνε τη γλώσσα των αρπακτικών σε prime time, παρέχουν προκαταβολικά ασυλία στους ακριβούς εαυτούς τους, κουνάνε το δάκτυλο, μεταρρυθμίζουν χαλαρά, ασκούνται στον κυνισμό επαναλαμβάνοντας μονότονα «11.000 απολύσεις». Εμείς που δεν ζούμε στην τηλεόραση ή στο εικονικό κόσμο των υπουργικών γραφείων, κάθε μέρα, κάθε ώρα, περπατάμε μετρώντας τους πεσμένους, τους βουβούς επιβάτες των μέσων μεταφοράς, τους ανθρώπους που κουράστηκαν, τους ανθρώπους που δεν αντέχουν άλλο. Μετράμε τους ανθρώπους που δεν ανήκουν πια σ’ αυτή την εποχή.

18 Σχόλια

Filed under Uncategorized

«σε θέλουνε ακίνδυνη»

«Ας σεβαστεί (σ.σ. ο σύριζα), έστω και για μια φορά, τους θεσμούς και ας πάψει να υπερασπίζεται κάθε λογής κατηγορούμενο για αναρχία και τρομοκρατία». Την Τετάρτη το απόγευμα χρειάστηκε να διαβάσουμε δυο και τρεις φορές την παραπάνω ανακοίνωση της Νέας Δημοκρατίας, για να την πιστέψουμε.

Η ανακοίνωση αναφέρεται στην υπόθεση του Κώστα Σακκά, προφυλακισμένου απ’ το Δεκέμβριο του 2010. Ο άνθρωπος αυτός είναι προφυλακισμένος και περιμένει να δικαστεί εδώ και δυόμιση χρόνια. Ανεξαρτήτως των νομικών αναλύσεων και της συζήτησης σχετικά με το νόμιμο ή όχι της διαρκούς παράτασης της προφυλάκισης, αντιλαμβανόμαστε, νομίζω, ότι αν κάποιος κρατείται για δυόμιση χρόνια πριν τη δίκη, τότε έχουμε να κάνουμε με μια de facto κατάργηση του τεκμηρίου της αθωότητας. Πρόκειται για μια επιλογή από την πλευρά της πολιτείας και της δικαιοσύνης, η οποία τιμωρεί και εξοντώνει έναν άνθρωπο, πριν αυτός κριθεί από το δικαστήριο. Ο άνθρωπος αυτός, απ’ την πλευρά του, την ημέρα της συμπλήρωσης 30 μηνών στην φυλακή, ξεκίνησε απεργία πείνας.

Η καρδιά μας σφίγγεται από τη σκληρότητα και τον κυνισμό των θεσμών, αλλά πριν προλάβουμε να διαμαρτυρηθούμε, να αρθρώσουμε τον οποιοδήποτε λόγο, νομικό, δικαστικό, πολιτικό, έρχεται και μας βρίσκει η ανακοίνωση της Νέας Δημοκρατίας. Το μισό της κυβέρνησης κατηγορεί επίσημα την αξιωματική αντιπολίτευση ότι υπερασπίζεται τον «κάθε λογής κατηγορούμενο για αναρχία». Τα πράγματα είναι σοβαρά, σοβαρότερα απ’ ότι πιστεύουμε κοιτάζοντας τα πρόσωπα που απαρτίζουν τον κυβερνητικό σχηματισμό. Η κυβέρνηση επισήμως επιχειρεί να τρομοκρατήσει, να απειλήσει και να παραδειγματίσει, υπονοώντας ότι η αναρχία, μια ιδεολογία δηλαδή, είναι ποινικό αδίκημα. Δεν ωφελεί να αναφέρουμε σπουδαίους αναρχικούς, συγγραφείς, φιλοσόφους, καλλιτέχνες. Αν το κάνουμε αυτό, θα μοιάζει σαν απολογία, θα μοιάζει σα να ζητάμε ας πούμε την άδεια του κ. Σίμου Κεδίκογλου, για να διαβάσουμε την «αλληλοβοήθεια» του Κροπότκιν. Η ανακοίνωση της Νέας Δημοκρατίας ξεπερνάει κάθε όριο, είναι ανιστόρητη και υιοθετεί την πιο άθλια ακροδεξιά οπτική. Αυτοί που αναζητούν στελέχη στις τρας εκπομπές και στις οικογενειακές πολιτικές επιχειρήσεις, νομίζουν πως μπορούν να τρομάξουν ή να λοιδορήσουν ανθρώπους που αν μη τι άλλο μπορούν να λένε τη λέξη αλληλεγγύη, χωρίς να κινδυνεύει να πέσει το ταβάνι να τους πλακώσει. Πίσω απ’ τις κορώνες περί success story, περί δυνάμεων ευθύνης και εθνικής σωτηρίας, η Νέα Δημοκρατία χτίζει το Νέο Εμφυλιοπολεμικό Κράτος.

Την ίδια μέρα το βράδυ στην ΕΡΤ, λες και η ζωή η ίδια θέλει να τονίζει τις αντιθέσεις, είδα στο προαύλιο του Ραδιομεγάρου δύο συναυλίες. Το Σαμποτάζ της Λένας Πλάτωνος και τη Λιλιπούλη. Κοιτούσα για ώρα τους ανθρώπους που είχαν καρφώσει το βλέμμα τους στη σκηνή, ψιθυρίζοντας όλους τους στίχους απ’ τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο. Απ’ την πτήση 201 ως το χοντρό μπιζέλι, άνθρωποι από 15 μέχρι 75, ακροβατούσαν μεταξύ νωχελικού χορού και δακρύων. Δακρύων ταυτόχρονα χαράς, γλύκας, χαμένου χρόνου και σημερινής ματαίωσης. Τα παιδιά μπροστά στη σκηνή λικνίζονταν μαζί με τη Ρόζα Ροζαλία και οι μεγάλοι στις παύσεις κοιτάζονταν περίεργα, πιθανώς όπως δεν έχουν κοιταχτεί για μήνες.

Δεν είναι τυχαίο ότι η Λιλιπούπολη παίχτηκε την Τετάρτη μ’ αυτόν τον τρόπο. Πιθανώς μόνο σε μια υπό κατάληψη Ερτ θα μπορούσε να ακουστεί αυτό το διαρκές χειροκρότημα για την Κινέζα κολυμβήτρια, την ώρα που ένα πανό στη βάση της σκηνής ζητούσε την απελευθέρωση του Κώστα Σακκά. Μπορεί να είμαι υπερβολικός, αλλά είναι οι ίδιες ποιότητες, το ίδιο ιδεολογικό υπόβαθρο που ρίχνει μαύρο στις οθόνες, που ελπίζει να πουλήσει στην ιδιωτική πρωτοβουλία το αρχείο της ΕΡΤ μαζί ίσως και την Κινέζα κολυμβήτρια και που μας απειλεί ότι αν είστε αναρχικοί κινδυνεύετε να φυλακιστείτε για 3 χρόνια χωρίς δίκη.

Τα βλέμματα των ανθρώπων όμως την Τετάρτη, θυμωμένα και συγκινημένα μαζί, ακόμη κι αν δε με γέμισαν ακριβώς ελπίδα, μου θύμισαν το ποίημα του Έκτωρα Κακναβάτου, «φωνή μου ράτσα υψικάμινου».

Πρώτον: σε θέλουνε ακίνδυνη και να ξεχνάς
κι ύστερα καλή μ’ αυτούς φιλεναδίτσα
τρυφερή
υποσχετική
οι αχρείοι.

Φωνή μου ράτσα υψικάμινου από πλευρό
ανοιχτό του αίλουρου, της ανηφόρας
απ’ τα εννιά σκοινιά του βούρδουλα
κι ο ήλιος φίδι μες στο σύρμα.
Μην ξεχάσεις~ φτύσ’ τους.

Ας περιμένουν να σε σβήσω με νερό
ή κατά τες συνταγές αρχαίων Ελληνοσύρων
ας περιμένουν οι αχρείοι.

 

4 Σχόλια

Filed under Uncategorized

χωρίς θέμα

γίνεται όλο και πιο δύσκολο να διατηρήσεις την ψυχραιμία σου.

Στο παραπάνω λινκ εικόνες από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης που υπάρχουν στη χώρα μας, λίγα χιλιόμετρα από το σπίτι μας, λίγα χιλιόμετρα από το καφενείο που πίνουμε καφέ. Όχι στο γκουανταναμο, όχι στην Τουρκία, όχι στο Αφγανιστάν. Οι φωτογραφίες είναι από εδώ. Τα πρόσωπα είναι ανθρώπων που πιθανώς να πέτυχες στο δρόμο τις προάλλες, ανθρώπων που περπατούσαν στην ίδια ακριβώς λεωφόρο που περπατούσες κι εσύ.

Ας είναι.

Άκουγα μια συζήτηση το πρωί στη δουλειά για τις δημοτικές εκλογές που θα γίνουν τον επόμενο ή μεθεπόμενο χρόνο. Παλαιού τύπου συζήτηση για κάποιον δήμαρχο, κάτι που συμβαίνει με μια απ’ τις υπηρεσίες του δήμου, αστεία για την ανάπλαση μιας πλατείας ή τη δημιουργία ενός ποδηλατόδρομου.

contr

Το κλείσιμο της Ερτ δεν ενόχλησε πολλούς για τους γνωστούς λόγους. Ήταν κηφήνες, αργόσχολοι, καλοπληρωμένοι. Δεν θέλουμε να τους πληρώνουμε άλλο. Έτσι υποστηρίζουν εργαζόμενοι σε τράπεζες, ιδιωτικές εταιρείες, διαφημιστικές και άλλα παρόμοια ευγενή ιδρύματα, τα οποία επί χρόνια μέσω πασόκ κ νδ απομυζούσαν τα δημόσια ταμεία ξανά και ξανά και ξανά. Βέβαια, η ερτ είναι απλά η αρχή. Ακολουθούν νοσοκομεία και σχολεία. Αλλά ας είναι, λένε. Είναι απλό, όσοι έχουν λεφτά θα ζήσουν, θα μπορούν να πάνε στο νοσοκομείο και θα διαβάζουν Καθημερινή να λέει ότι όχι πια το λάος, αλλά αυτή τη φορά τα χρυσαύγουλα είναι η υπεύθυνη δύναμη.

Ας είναι.

Βλέπω ερτ, την υπό κατάληψη ερτ και παρακολουθώ την άννα νταλάρα, τον κουκουλόπουλο και διάφορους άλλους, οι οποίοι παρελαύνουν αεράτοι, πουλώντας δημοκρατία και απέχθεια προς το μαύρο. Λες και το πρόβλημα είναι το παροδικό μαύρο στις οθόνες μας. Οι άνθρωποι αυτοί που εξακολουθούν να ποζάρουν στο φακό, έχουν ψηφίσει και εξακολουθούν να στηρίζουν αυτή την πολιτική που λέει ότι πρέπει να κλείσουν ή να συγχωνευτούν νοσοκομεία/σχολεία και να πουληθεί ότι περισσέψει στον μελισσανίδη, τον μπόμπολα και άλλους νέους οπαδούς της υγιούς επιχειρηματικότητας και τους αντικρατισμού. Αυτά τα κόμματα πρώτα διέλυσαν την ερτ, την διατήρησαν στη ζωή ως Υενεδ και τώρα ενοχλούνται από το μαύρο ή μας λένε ότι θέλουν να την εξορθολογίσουν.

Οι φίλοι μου λένε ότι πρέπει να είμαστε υπομονετικοί, να κατανοήσουμε το σοκ των ανθρώπων της ερτ, να τους δώσουμε χρόνο. Να τους δώσουμε χρόνο, αλλά τον χρόνο που χρειάζεται για να καταλάβουν ότι εμείς υενέδ τους θεωρούσαμε και πριν και επίσης θεωρούσαμε ότι δεν έκαναν τη δουλειά τους. Τώρα, άραγε, θα καταλάβουν ότι η πλειοψηφία τουλάχιστον, βρίσκονται στο ίδιο θλιβερό αδιέξοδο με μας τους υπόλοιπους; Θα μιλήσουν για τα οικονομικά σκάνδαλα (τα σημερινά, χέσε τα παλιότερα); Θα μιλήσουν για ότι συμβαίνει στην Ελλάδα τα τελευταία τρία χρόνια; Έστω για ότι συνέβαινε παλιότερα; Έστω, τίποτα απ’ όλα αυτά. Θα καταλάβουν άραγε οι εργαζόμενοι της ερτ ότι αυτές τις μέρες τους είδαν σχεδόν περισσότεροι από ποτέ, επειδή οι άνθρωποι του δικτύου, τους υποστήριξαν, τους αναμετέδωσαν, τους διέδωσαν; Ή θα συνεχίσουν να στρέφουν το βλέμμα προς το Μαργαρίτη και τον Βενιζέλο;

Ας είναι.

Εμείς θα περιμένουμε τις δικαστικές αποφάσεις. Λες και οι θεσμοί αυτή τη στιγμή κάνουν κάτι περισσότερο απ’ το να αντανακλούν την ιδέα της μετατροπής της χώρας σε ένα έρημο τοπίο ανήμπορων ανθρώπων.

6 Σχόλια

Filed under Uncategorized