Category Archives: #griots

και τι δεν ήταν

Σε μία συνάντηση αυτού του κύκλου σεμιναρίων άκουσα κάποιον να λέει ότι αν σταματήσεις να αφηγείσαι κάτι (πχ. μια συλλογικότητα ή για να το τραβήξω ένα γεγονός), αυτό θα σταματήσει να έχει υπόσταση.

Σήμερα ένα μέρος της επιστημονικής κοινότητας και το μεγαλύτερο μέρος του δημόσιου λόγου (δημοσιογράφοι και βουλευτές) επιχειρούν να ερμηνεύσουν ξανά όλους τους Δεκέμβρηδες της ιστορίας. Επιχειρούν μάλλον να τους αποδομήσουν παρά να τους εξηγήσουν, να τους απογυμνώσουν από οποιαδήποτε νόημα παρά να τους κατανοησουν.

Φέτος παρατηρήσαμε σε όλο της το μεγαλείο την προσπάθεια να δούμε πχ. το Δεκέμβρη του 2008 ως ένα μεγάλο πλιάτσικο ή μια επέλαση χουλιγκάνων που εξαπλώθηκε λίγο πέρα απ’ τα γραφικά Εξάρχεια. Δεν είναι περίεργο, ούτε πρωτοφανές να περιγράφει ο επίσημος λόγος τα γεγονότα με τέτοιο τρόπο που να τα καθιστά λιγότερο επικίνδυνα και περισσότερο γραφικά. Αυτό που μου κάνει εντύπωση, είναι περισσότερο ότι αυτή η οπτική στο Δεκέμβρη του 2008 προσπαθεί να μας πείσει ότι δεν έχει ιδεολογικό πρόσημο, αλλά ότι στηρίζεται απλά και μόνο σε μία ψύχραιμη, ορθολογική και αντικειμενική καταγραφή.

Κάπως έτσι, είπαμε να κάνουμε ένα βίντεο (ως αραχνιασμένη σχεδόν Χάι Λάιφ, μαζί δηλαδή με τον blackline και τον Αντώνη), στο οποίο κατά το δυνατό θα προσπαθήσουμε να αφηγηθούμε κάποιες πλευρές του Δεκέμβρη του 2008, όπως τις θυμόμαστε, τις ζήσαμε και όπως τις περιέγραψαν διάφοροι άλλοι που δεν κοίταζαν από μακριά, με ψυχραιμία και νηφαλιότητα. Αφήσαμε απ’ έξω συνειδητά, δηλώσεις πολιτικών, δημοσιογράφων και δικηγόρων, μιας και αυτά έχουν ειπωθεί και θα ειπωθούν αρκετές φορές ακόμη. Επίσης, νομίζω ότι όταν συγκεντρωνόμαστε στον επίσημο λόγο (σπορ στο οποίο προσωπικά εξασκούμαι με πάθος), κινδυνεύουμε να αναπαράγουμε απλώς εκείνη την ιδέα που λέει ότι πολιτική είναι να ψηφίζουμε μια φορά στα τέσσερα χρόνια, παρακολουθώντας στο μεσοδιάστημα τους ειδικούς να αποφασίζουν.

Το βίδεο συζητήθηκε, γυρίστηκε, μονταρίστηκε και παρασκευάστηκε από την πορεία της 17 Νοεμβρίου μέχρι τα ξημερώματα της 4 Δεκεμβρίου.

Με άλλα λόγια, άτσαλα, αντιφατικά, με όλα τα προβλήματα, επιμένουμε. Ας λέει ο καθηγητής ότι πρόκειται για την «επέτειο του τίποτα». Εμείς προτιμάμε να διαβάζουμε τα κείμενα των άβαταρς, των ψευδώνυμων και όσων επιμένουν να είναι παρόντες. Εμείς προτιμάμε να μιλάμε για το Δεκέμβρη του 2008. Προτιμάμε να αφηγούμαστε συλλογικά (σε μικρότερες ή μεγαλύτερες ομάδες), όσο μπορούμε και όσο γίνεται, αυτά που είδαμε και σκεφτήκαμε ξενυχτώντας στο οδόστρωμα της Πανεπιστημίου.

Advertisements

17 Σχόλια

Filed under #griots, x_λ movies

5/5 – έξω

τί είδα εκεί έξω:

*

Κατεβήκαμε στο πανεπιστήμιο την ώρα που το ΠΑΜΕ περπατάει στη Σταδίου. Απ’ τα μεγάφωνα κλασσικά Ξυλούρης. Ο κόσμος είναι πάρα πολύς. Βλέπεις αρκετά μετά το Σύνταγμα τους πρώτους, οι τελευταίοι ακόμη δεν έχουν ξεκινήσει από την Ομόνοια.

*

Λίγα μέτρα παραπέρα αρχίζει η άλλη πορεία. Πρωτοβάθμια σωματεία και λοιποί. Οι τελευταίοι, μου λέει απ’ το τηλέφωνο ο Γ., είναι μετά την ΑΣΟΕΕ, ενώ κάποιοι είναι στην Αλεξάνδρας. Μετά την ανακοίνωση των μέτρων για τη μη κατάργηση του 13 και 14 μισθού στον ιδιωτικό τομέα, πίστεψα ότι ο κόσμος στην απεργία θα ήταν αρκετός, αλλά όχι ιδιαίτερα πολύς. Έκανα λάθος. Στις συζητήσεις άκουγες συγκρίσεις και υπολογισμούς. Ακόμη δεν μπορούσα να χωνέψω το μέγεθος του πλήθους.

*

Περπατώντας σημειωτόν παρατηρείς μερικά πράγματα. Τα μπλοκ είναι πυκνά, όχι η συνηθισμένη εικόνα με τους διαδηλωτές να περπατάνε αραιά. Δεν μπορούσες να προχωρήσεις μπρος πίσω, για να δεις πόσος κόσμος υπήρχε πίσω. Παρόλο που απ’ την αρχή της Σταδίου εμφανίστηκαν τα ΜΑΤ με τις γνωστές χημικές διαθέσεις, τα γνωστά συνθήματα «μπα – γου – δο» ακούστηκαν λιγότερο από ποτέ. Η κουβέντα που σερνόταν στα στόματα και έδινε τον παλμό ήταν το «να καεί το μπουρδέλο η βουλή». Η ένταση ήταν πρωτοφανής, νομίζω. Αν θεωρούμε ότι ο προπέρσινος Δεκέμβρης είχε οργή, ας το ξανασκεφτούμε. Στο σημείο εκείνο, λίγο μετά την κορυφή των πρωτοβάθμιων σωματείων, στη Σταδίου, τα ΜΑΤ ξεκίνησαν να πετάνε τα πρώτα χημικά.

*

Ενδεικτικό της κατάστασης ότι με την Ι. επαναλήφθηκε τουλάχιστον τέσσερις φορές ο διάλογος:

Ι: «Πάμε λίγο πιο γρήγορα, εδώ έχει μαύρους».

Moi: «Πού μωρέ; Δεν είναι αυτοί, καμία σχέση».

Μπροστά μας παιδιά χωρίς κουκούλες, τριαντάρηδες και ακόμη μεγαλύτεροι πετάνε μπουκάλια ή και πέτρες στα ΜΑΤ. Δεν έχουν σχέση με αυτούς που σπάνε συστηματικά ή που είναι οργανωμένοι. Πάνω απ’ τα νέφη, πάνω απ’ τον καπνό έχει κατακάτσει μια τρομερή αγανάκτηση.

*

Φτάνουμε στο Σύνταγμα στο κάτω μέρος της πλατείας. Ήδη πάνω γίνονται κάποια μικροεπεισόδια. Ο κόσμος αρχίζει να ανεβαίνει την ανηφόρα στα δεξιά της πλατείας για να φτάσει επιτέλους στο κοινοβούλιο. Με το που φτάνουμε στο τέλος της Όθωνος τρώμε τα δακρυγόνα. Ο κόσμος αρχίζει να τρέχει προς τα πίσω. Φωνάζω ένα «ήρεμα, μην τρέχετε», σκεφτόμενος ότι καλύτερα το χημικό παρά να ποδοπατηθούμε. Κάνω λάθος γιατί αυτό το πράγμα ή είναι πολύ δυνατό ή έχει σκάσει ακριβώς στα μούτρα μας. Μια κοπέλα πέφτει λιπόθυμη κάτω, δύο παιδιά κουβαλάνε έναν γέρο που παλεύει να πάρει ανάσα. Ο κόσμος είναι μέσα στην πλατεία και στη Φιλελλήνων. Ορισμένοι πετάνε πέτρες στις τράπεζες της Όθωνος, σπάνε κάμερες και χειροκροτούνται. Ανεβαίνουν σιγά σιγά πάλι προς τα πάνω, πετάνε πέτρες, δέχονται ξανά δακρυγόνα έρχονται πίσω. Προς το παρόν σάστισμα. Το κύμα έρχεται τώρα απ’ τον μεγαλύτερο κόσμο, αυτόν που δεν σπάει. «Να καεί, να καεί..». Ο κόσμος αρχίζει προς τα πάνω ξανά, μαζί με αυτούς που κρατάνε πέτρες, αξεχώριστα. Προχωράνε μπροστά, δακρυγόνα ξανά. Το γνωστό πήγαινε έλα όχι όμως μεταξύ κουκουλοφόρων και αστυνομικών, αλλά μεταξύ ΜΑΤ και σώματος της διαδήλωσης. Το σύνθημα που επαναλαμβάνεται δεν είναι ένα απλό σλόγκαν. Είναι η συμπύκνωση της οργής, είναι πραγματική επιθυμία. Νωρίτερα κάποιοι δίπλα μου συγκρατούν δυο κουκουλοφόρους λέγοντας «μη σπάτε ρε, κρατηθείτε. Περιμένετε να φτάσουμε στη βουλή». Ένας αριθμός ανθρώπων (100.000; 200.000; 30.000; πες όσους θες) ζητάει επίμονα και με τρομερή ένταση το θέαμα της βουλής που καίγεται. Αυτή ήταν η αίσθησή μου, μπορεί να έκανα και λάθος.

*

14:12. Το πιο ζόρικο δακρυγόνο που έχω φάει στη ζωή μου μόλις ανοίγω τα μάτια μου μοιάζει να είναι το πιο ανίσχυρο όπλο να αντιμετωπίσει τα πρόσωπα γύρω μου. Ο κόσμος καταπίνει τα νέφη με μάτια δακρυσμένα και ορθάνοιχτα. Δίκαιοι και άδικοι, μπάχαλοι, αριστεριστές και αγαναχτισμένοι σαραντάρηδες για μια στιγμή είναι ένα αποφασισμένο σώμα. Σ’ αυτό το σημείο ο Παπαγιώργης μας θυμίζει τη φράση του Ποζνιτσόφ: «Δεν μπορώ να εγγυηθώ για τον εαυτό μου».

*

Την ώρα του δακρυγόνου που προανέφερα η Α.Μπ. μου λέει, ότι έχει πάρει φωτιά η Marfin κοντά στον Ιανό και μιλάνε για δύο αγνοούμενους, δεν απαντάνε στα κινητά τους. Είναι λέει οι πυροσβέστες μέσα και ψάχνουν. Δεν δίνω πολύ σημασία. Λέω: ε καλά δεν πιστεύω να ήταν κανείς μέσα. Άμα ήταν θα μιλούσαν στους πυροσβέστες, θα τους έβρισκαν.

*

Ακολουθεί το γνωστό κυνηγητό. ΜΑΤ, διαδηλωτές, χημικά. Περαστικοί και άλλοι θαμώνες από μαγαζιά βρίζουν τους αστυνομικούς. Το επιχείρημα είναι πολλές φορές ότι τα μέτρα στρέφονται και εναντίον τους. Γιατί υπερασπίζονται τους κλέφτες; Αρχίζουν φωτιές. Στο παράρτημα του υπ. Οικ. σε αμάξια, σε κάδους. Έχουμε φτάσει στην Δ. Αρεοπαγίτου.

δυνατό σουτ στο κέντρο της εστίας

*

Λίγο πιο κάτω η Α.Μπ. μου λέει ότι η πυροσβεστική έστειλε στους συντάκτες ότι έχουμε τρεις νεκρούς στην τράπεζα. Παγώνω. Παίρνω τηλέφωνα, για κάποιο λόγο θέλω να το πω και σε άλλους. Δεν είναι θέμα ενημέρωσης, θέλω να μοιραστώ κατά κάποιο τρόπο το βάρος. Ο Α. είναι στα προπύλαια. Το έχει ακούσει. Μου λέει: Όταν περνούσα από κει, είχε ανάψει μια μικρή φωτιά στην τράπεζα. Κάποιοι είχαν βγει στα μπαλκόνια. Ως συνήθως οι διαδηλωτές τους έβριζαν, λέγοντας τους ότι θα έπρεπε να απεργούν. Ένας άντρας απ’ το μπαλκόνι, λέει: «όχι έτσι ρε παιδιά. Θα καούμε ζωντανοί». Ένας ηλικιωμένος λίγο πιο μπροστά φωνάζει «να καείτε μουνάκια».

*

Ο Α. ήταν μετά έξω απ’ την τράπεζα. Με παίρνει και μου λέει ότι κάποιοι υποστηρίζουν ότι είναι ψέματα. Του λέω το είπε μέχρι και το BBC. Του λέω είναι τελείως μλκ αυτό. Πρέπει να φύγει ο κόσμος από κει. Μου λέει: Μόλις ήρθε ο Βγενό. Το πλήθος φωνάζει «να τος να τος ο πρωθυπουργός» και «προσοχή προσοχή δολοφόνος με γυαλί». Είναι με δέκα μπράβους και μερικούς αστυνομικούς. Κάποιος του φωνάζει: «έτσι θα κυκλοφορείς από δω και πέρα»

*

Είμαι ακόμη Φιλελλήνων. Η Ρ. μου λέει στο τηλέφωνο ότι το έμαθε. Μου λέει ότι αρκετός κόσμος έχει μαζευτεί Εξάρχεια. Έχουν τρελαθεί μου λέει. Φωνάζουν «σε μία μέρα Αργεντινή». Ο κύριος δίπλα μου που ακούει να επαναλαμβάνω το τηλεφώνημα λέει: «τι λέτε ρε παιδιά; Είναι παράδειγμα η Αργεντινή; Είναι περίπτωση ήττας αυτή». Η Ρ. συνεχίζει: «φοβάμαι ότι περνάμε τα στάδια πολύ γρήγορα. Μοιάζει με εμφύλιο. Ή με τους από δώ ή από με τους από κει». Βρίζουμε κι οι δύο, αλλά όχι με ιδιαίτερο σιχτίρι. Έχουμε παγώσει.

*

Η  Α.Μπ. μου λέει απ’ το τηλ. ότι ο Σκάι παίζει κανονικά, ενώ κι η ΕΣΗΕΑ μάλλον θα σταματήσει την απεργία. Πάω με τα πόδια σπίτι. Σκέφτομαι ότι ζούμε ιστορικές στιγμές. Περνάω μια διάβαση στη Βουλιαγμένης σκεπτόμενος ακριβώς τις 14:12 όταν κάποιοι στην Όθωνος κουνάνε τα χέρια τους προς τη Φιλελλήνων λέγοντας: «Πάμε ρε, όλοι μαζί, μην φοβάστε». Το πλήθος ξεκινάει να πολιορκήσει τη Βουλή. Τρώει κι άλλα χημικά. Κάποιοι αρχίζουν να περπατάνε προς τα κάτω την Φιλελλήνων. Μπροστά στην ΑΔΕΔΥ υπάρχουν κάποια πολυτελή αυτοκίνητα. Υπήρχαν. Επιστρέφω στις 14:12. Αν ο κόσμος προχωρούσε λίγο ακόμη προς τη Βουλή, σκέφτομαι ότι δε θα είχαμε μόνο τρεις νεκρούς. Υπερβολικός ή όχι το πιστεύω. Η ένταση του κόσμου ήταν για μένα πρωτοφανής.

*

Στο σπίτι με παίρνει ο Α. Είναι βαρύς. Μιλάει και για μένα. «Δεν μπορώ να μη σκεφτώ ότι για αυτούς τους 3 ανθρώπους φταίμε κι εμείς. Έχουμε ευθύνη. Κάτι πρέπει να γίνει. Τι όμως; Ν’ αρχίσουμε να πλακωνόμαστε δηλαδή στο δρόμο με τους μπάχαλους;». Του υπενθυμίζω ότι σήμερα πέτρες (εντάξει όχι μολότοφ, αλλά πέτρες) πετούσε ένα σωρό κόσμος. Πολύς κόσμος. Ύστερα συμφωνώ μαζί του. Δεν μπορώ παρά να σκεφτώ ότι στις φλέβες μας κυλάει η ένταση μιας φοβερής διαδήλωσης. Δεν μπορώ παρά να σκεφτώ ότι στα ακροδάχτυλά μας υπάρχει έστω και λίγο απ’ το αίμα αυτών των ανθρώπων.

*

Οι στίχοι του Βάρου («πάρε τηλέφωνο τη μοναξιά σου ή βγες ξανά στο δρόμο της φωτιάς») θα έβγαιναν απ’ το στόμα μου με όλο τον λαϊκισμό που λιμνάζει μέσα μου. Τώρα όμως έχουμε τρεις νεκρούς να σκεφτούμε και να πενθήσουμε. Αν ήταν αλλιώς αυτή η μέρα, θα της έπρεπε μια ανεπανάληπτη ανάσα αισιοδοξίας. Τώρα της πρέπει προβληματισμός, περίσκεψη, αναστοχασμός.

[ακολουθούν σχόλια:

Υγ. να λέμε τις δολοφονίες, δολοφονίες.

Υγ2. να μη λέμε δημοκρατία ό,τι απέμεινε απ’ τη δημοκρατία.

αυτό που κάνω ίσως να λέγεται και λαϊκισμός]

111 Σχόλια

Filed under #griots, imfgr, πολιτικά, φωτογραφικά

μερικές ότι να’ ναι σκέψεις

Τα συμβατικά μέσα ενημέρωσης όποτε αναφέρονται στα γεγονότα του περασμένου Δεκέμβρη, χωρίς να το καταλαβαίνουν, υποδεικνύουν ξεκάθαρα μερικούς απ’ τους λόγους που (υποπτευόμαστε ότι) γεννούν Δεκέμβρηδες.

***

‘Ολη την περασμένη εβδομάδα τα media φτιάχνουν κλίμα. Αυτό το περιμέναμε. (πχ. από την Πέμπτη, στο ένα παράθυρο οι ρεπόρτερ, στο άλλο περσινές φλόγες. Πληροφορίες – από την αστυνομία & το υπουργείο, από πού αλλού; – για εκτεταμένα επεισόδια, ξένους εισβολείς αναρχικούς ή τον «φόβο της αστυνομίας»). Αυτό που δεν περιμέναμε ήταν να βγάζουν δηλώσεις οι πολιτικοί αρχηγοί, στην ίδια λογική με τις προληπτικές προσαγωγές. «Η μετατροπή του σε «επέτειο καταστροφών», είναι προσβολή στη μνήμη του» λέει πχ. ο ένας. Όσο δικαίωμα έχουν να καθορίζουν τον ορθό τρόπο πένθους για ένα παιδί, οι οποιοιδήποτε αντιεξουσιαστές, άλλο τόσο έχουν και οι επαγγελματίες ερμηνευτές της κοινής γνώμης, οι καλοί μας πολιτικοί. Σε ποιόν ανήκει ένας νεκρός; Στη μάνα του και μόνο, λέω.

***

Το Σάββατο σε δελτίο ειδήσεων (νομίζω στο Mega) το γράφημα δείχνει ένα ποσοστό και από πάνω γράφει: «πιστεύετε ότι μπορεί να συμβεί ένας νέος Δεκέμβρης;». Ο ρεπόρτερ που μιλάει, μεταφράζει, για χάρη μας: «πιστεύετε ότι μπορεί να συμβούν ξανά επεισόδια;».

***

Τρίτη ή Τετάρτη βράδυ πέρσι περπατάω μόνος μου στο κέντρο για ώρα. Συναντώ μια φίλη σε σουβλατζίδικο της Κάνιγγος. Πρέπει να είναι το μοναδικό ανοιχτό. Μέσα είναι οι ιδιοκτήτες και τρεις Γάλλοι από τηλεοπτικό συνεργείο κάποιου γαλλικού καναλιού. Όσο μιλάμε και συζητάμε με τη φίλη, οι δημοσιογράφοι εμφανώς στήνουν αυτί. Τί να καταλάβουν άραγε; Μας ρωτούν στα αγγλικά. Θέλουν να μάθουν τα πάντα με αληθινή απορία. Δεν είναι υποστηρικτές κάποιας θεωρίας περί εξέγερσης. Δεν είναι απολογητές της νομιμότητας. Γυρνάνε συνεχώς στον τόπο που συμβαίνουν όλα, μπας και συλλάβουν κάτι απ’ την ατμόσφαιρα.

***

Τα μέσα επιμένουν: είναι το δεύτερο crash test της κυβέρνησης ο Δεκέμβρης. Η αποσυναρμολόγηση του περσινού συμβάντος έχει ξεκινήσει από δημοσιογράφους, συνεχίζεται από πολιτικούς και είναι βολικός για όλους. Αν αναφέρεσαι στον περσινό Δεκέμβρη και θυμάσαι μόνο τις φλόγες, μάλλον έχασες μια καλή ευκαιρία να προσπαθήσεις να αφουγκραστείς  όσα η κοινωνία δυσκολεύεται πια να θάψει στον αντικατοπτρισμό κάποιας τηλεόρασης. «Ότι απωθείται από την επιφάνεια επιστρέφει εκδικητικά στο εσωτερικό και τοκίζεται μέχρι την ημέρα της πτώχευσης» έλεγε για άλλους λόγους βέβαια ο Ευγένιος Αρανίτσης, ας πούμε ότι ταιριάζει κι εδώ.

***

Τί έμεινε απ’ τον περσινό Δεκέμβρη; Απ’ τις συζητήσεις που πιάνω, βλέπω μια τεράστια απογοήτευση να κατακάθεται πάνω στα κεφάλια μας. Κακώς. Δε θέλω να μιλήσω για τη δυναμική, για τις συζητήσεις, για την κοινή αγωνία. Τα λένε καλύτερα άλλοι: «Οι άνθρωποι αρχίζουν να βγαίνουν από το επίχρυσο κουκούλι τους, να διασταυρώνουν τα βλέμματά τους και να ανακαλύπτουν σ’ αυτά κοινές αγωνίες … Εκείνες τις ημέρες του Αρμαγεδδώνα έβλεπα γύρω μου φιλικά πρόσωπα και ζεστές χειρονομίες που μου είχαν λείψει για πολύ, πολύ καιρό». Ο Μανώλης Μαυροματάκης μετά το τέλος της θεατρικής παράστασης εκείνη την περίοδο έλεγε (στο περίπου κι από μνήμης): «βγείτε στους δρόμους ή μείνετε μέσα δεν έχει σημασία. Κοιτάξτε δίπλα σας, μιλήστε στους φίλους, στην οικογένειά σας, στη σύντροφό σας και το κορίτσι σας». Και ω ναι κάποιοι μιλήσανε, κάποιοι γνωριστήκανε, κάποιοι βγήκαν απ’ το επίχρυσο κουκούλι.

***

Η περίφημη βία του Δεκέμβρη δε συνίσταται κυρίως στις σπασμένες βιτρίνες, τις κατεβασμένες τζαμαρίες και τα διαλυμένα μάρμαρα. Αυτά είναι το θέαμα, το «αίμα», οι ψευδείς εικόνες, η στρέβλωση και ίσως ο χουλιγκανισμός, τα απότοκα του σημερινού τρόπου ζωής. Μπορούμε όμως άραγε να ισχυριστούμε ότι υπήρξε κατά κάποιο τρόπο μια βίαιη επανανοηματοδότηση του δημόσιου χώρου; Ότι συνέβη η μετατροπή, έστω και για όσο λίγο κράτησε η κατάληψη, της πεθαμένης ΕΣΗΕΑ σε ένωση; Ίσως η Πανεπιστημίου να φτιάχτηκε για τα παιδιά που κάθισαν τότε οκλαδόν, η ΕΡΤ να δημιουργήθηκε μόνο για να δείξει ένα πανό που λέει, βγείτε στους δρόμους. Με άλλα λόγια η βία μπορεί και να συνίσταται στο ότι δεν μπορεί η όποια νομιμότητα να ξεπερνάει σε σημασία ένα διαλυμένο κοινωνικό ιστό. Μήπως το κοινωνικό συμβόλαιο αξίζει όσο ένα χρυσόβουλο;

***

Όπως και να έχει, γκρινιάζω ακόμη για τα περσινά μπάχαλα. Μια φίλη, για να με πειράξει μου λέει: «προσπάθησε να βλέπεις τη βία ως μια συνομιλία. Ως ερώτηση και απόκριση. Κάθε ντου με πέτρες είναι η απάντηση σε μια προηγούμενη προσαγωγή, σε ένα χτύπημα με γκλομπ, σε μια βραδιά στο οικογενειακό τραπέζι. Μια διαρκής χειρονομία πότε απ’ τη μια και πότε απ’ την άλλη πλευρά. Έχεις ποτέ παρατηρήσει πόση βία βρίσκεται μέσα στο λεωφορείο μια οποιαδήποτε καθημερινή μεσημέρι; Είδες ποτέ στα μάτια αυτών που συναλλάσσονται στις δύο πλευρές του γκισέ, πώς παραφυλάει το ανάθεμα, πώς τινάζονται οι φλέβες στο λαιμό;». Προσπαθώ να καταλάβω και τους μπάχαλους. Καμιά κοινωνική συμπεριφορά δεν γεννιέται μόνη της, δεν ξεπετιέται στον καθημερινό στίβο από το πουθενά.

***

Την Παρασκευή αναρωτιέμαι γιατί να κατέβω στην πορεία την Κυριακή. «Χρειαζόμαστε ένα σημείο αναφοράς, μια ημερομηνία» μου λέει κάποιος. Η ευρύτερη αριστερά έχει έντονη σχέση με τα βαμπίρ και τη λογική του βρικόλακα. Έχει εθιστεί στο αίμα, στην τραγωδία και στις θυσίες. Γιατί πρέπει πάντα οι ημερομηνίες μας να έχουν σχέση με κάποια ήττα, με κάποιο θάνατο; Έχετε προσέξει ότι οι ημέρες του έθνους είναι σύμβολα νίκης και ανάτασης; Το «όχι» γιορτάζουμε, όχι την εισβολή των Γερμανών. Την έναρξη (έστω σε αυτή τη αυθαίρετη και πειραγμένη ημερομηνία) της επανάστασης, όχι την ναυμαχία του Ναβαρίνο, ας πούμε, αφού εκεί οι ξένοι θα είχαν την πρωτοκαθεδρία. Γιατί δεν διαλέγουμε να συναντηθούμε στους δρόμους μια μέρα που θα συμβολίζει μια νίκη; Άλλωστε εξέγερση με ραντεβού και σε προκαθορισμένη ημερομηνία γίνεται;  Όμως η αριστερά λατρεύει τους νεκρούς (κι όχι απαραίτητα «δικούς της»). Δε θέλω λοιπόν άλλα μνημόσυνα, έλεγα την Παρασκευή. Όμως, λίγο η τρομολαγνεία των καναλιών, λίγο το άρθρο του κ. Καλύβα στο Βήμα της Κυριακής, λίγο το γεγονός ότι το ΠΑΣΟΚ καθιερώνει πλέον επισήμως τις προληπτικές διώξεις πολιτών, με έπεισαν πάλι. Ευτυχώς.

*** ****** ***

υγ. και κάτι ακόμη: Ο Μέηλερ έγραφε το 1968 στις Στρατιές της Νύχτας: «η νέα γενιά πίστευε στην τεχνολογία περισσότερο απ’ οποιαδήποτε προηγούμενη, αλλά η γενιά αυτή πίστευε και στο LSD, σε μάγισσες, στις φυλετικές διακρίσεις, στο όργιο και στην επανάσταση. Δεν έτρεφε κανέναν απολύτως σεβασμό στην απρόσβλητη λογική του επόμενου βήματος (…) Ο ριζοσπαστισμός τους βρισκόταν στο μίσος τους για την εξουσία – η εξουσία ήταν η αποκάλυψη του Κακού για τη γενιά αυτή»

9 Σχόλια

Filed under #griots, τόποι που φαντάστηκα, ασυναρτησίες

εκείνο που μας χάθηκε

ακολουθεί υπερμεγέθες σεντόνι.

Το Σάββατο το βράδυ όταν περνούσα μπροστά από το φλεγόμενο κάδο στη Λεωχάρους, δεν μπορούσα ούτε για ένα δευτερόλεπτο να δω αυτό που σιγόβραζε κάτω από το οδόστρωμα. Το επόμενο πρωί άνοιξα το κινητό και είδα δύο διαφορετικά μηνύματα, από ανθρώπους που έχω ελάχιστη σχέση, που πληροφορούσαν για την πορεία το μεσημέρι της Κυριακής. Κάπου ανάμεσα στο σκονισμένο πληκτρολόγιο και την εξαντλημένη οθόνη αποφάσισα να τα κλείσω όλα και να κατέβω κέντρο. Για να πω την αλήθεια, περίμενα λίγο κόσμο, αφού ήταν σχεδόν αναμενόμενος ο πετροπόλεμος και τα συνεπαγόμενα δακρυγόνα, διαδικασία που θα περιγραφεί με ακρίβεια και αν τη διαβάσεις ανάποδα. Όμως ο κόσμος ήταν πολύς, οι ηλικίες όχι μόνο αυτές που περίμενα και αυτό που κυριαρχούσε δεν ήταν η ένταση, αλλά ένας συνδυασμός νωχελικών συζητήσεων και περίεργης αναμονής (εδώ μπορώ να πω ότι νομίζω ότι μέχρι και την Τρίτη, η πλειοψηφία των ανθρώπων που βρισκόταν στις κεντρικές λεωφόρους της πόλης μας δεν ήταν αυτό που οι αριστεροί με στόμφο λένε νεολαίοι). Ύστερα κι όταν κατά τις 2 περίπου ξεκίνησε η πορεία προς τη ΓΑΔΑ (που τελικά δεν έγινε ποτέ) φανερώθηκε κάπως απότομα νομίζω ένας παλμός ή καλύτερα μια ορμή που εγώ τουλάχιστον σπάνια έχω δει σε συγκεντρώσεις. Όταν λέω παλμό δεν εννοώ προφανώς τις καλοστημένες χορωδίες ανιαρών συνθημάτων ή τα άρτια οργανωμένα μπλοκ διαδηλωτών. Όταν λέω παλμό, εννοώ ότι στο κάπως γρήγορο και βαρύ περπάτημα των μεγάλων κυρίως ανθρώπων, στα βλέμματα ή μάλλον για να μη γίνομαι μελό στην ίδια την ατμόσφαιρα, μπορούσες να διακρίνεις χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία την πρωτοφανή ένταση. Κάτι σπαστικές κινήσεις στο στόμα και τα δάχτυλα. Μια ανυπόφορη σιωπή παρά τα συνθήματα, μια οργισμένη αμηχανία που δεν μπορεί να βρει έκφραση ή σώμα να ξεσπάσει. Απ’ την αρχή μπορούσες επίσης να καταλάβεις ότι όποιος περίμενε μια ήσυχη κι ειρηνική διαμαρτυρία ήταν εκτός τόπου και χρόνου. Θυμός και μπαρούτι, ή αλλιώς τις φωτιές στις χούφτες αυτών που ανέβαιναν την Αλεξάνδρας τις έβλεπαν ακόμη κι οι τυφλοί. Η αστυνομία με σαφή τρόπο κατά τη γνώμη μου έδειξε ότι δεν θα είχε σημασία ποιός θα ανάψει την πρώτη σπίθα. Έτσι κι αλλιώς δεν επρόκειτο να αφήσουν την πορεία να φτάσει μέχρι τη ΓΑΔΑ. Βέβαια οι πρώτες πέτρες, ξεκίνησαν σχεδόν αυτόματα με την θέαση του πρώτου ΜΑΤατζη. Τα υπόλοιπα είναι γνωστά. Δακρυγόνα, φωτιές, καταστροφές σε συγκεκριμένους βέβαια στόχους, πέτρες κι ύστερα τα γνωστά γύρω από το Πολυτεχνείο. Γύρισα σπίτι καπνισμένος, αλλά ακόμη εντελώς ανυποψίαστος. Ακόμη δεν είχα βρεθεί παρά ελάχιστα μέσα στο σώμα της πορείας, αφού ήμουν κυρίως μπροστά με τους φωτογράφους και τους δημοσιογράφους.

«Ότι βλάπτει την Τάξη συντείνει στη γαλήνη μου »

Η. Πετρόπουλος

Εκείνη τη Δευτέρα

Το απόγευμα της Δευτέρας όταν έφτασα στα Προπύλαια άρχισα να υποπτεύομαι ότι το ξέσπασμα της προηγούμενης μέρας θα γινόταν σήμερα ένας τρομερός ίλιγγος. Αν μας αρέσει πού και πού να κυριολεκτούμε θα πρέπει να μιλήσουμε για τέτοια ένταση, που σχεδόν μπορούσες να την αγγίξεις, για ηλεκτρισμό που ένωνε και χώριζε όλους όσους ήταν παρόντες. Αυτό που συνήθως αποκαλούμε επεισόδια ουσιαστικά άρχισε αμέσως. Το ΚΚ ήταν στην Ομόνοια, όλοι οι υπόλοιποι στα Προπύλαια. Το λέω έτσι «οι υπόλοιποι» γιατί αν μου πείτε πού ήταν ή αν υπήρχε μπλοκ του ΣΥΡΙΖΑ εκείνη την ημέρα, θα σας πω ότι εκείνη την ημέρα κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν έψαχνε για τίποτα. Γιατί απλούστατα δεν υπήρχαν κόμματα, οργανώσεις, μπλοκ. Υπήρχε ένα πλήθος ακαθόριστο και σχεδόν έτοιμο όπως αποδείχτηκε αργότερα. Έχω ξαναδεί τους «κουκουλοφόρους» (τη βάζω σε εισαγωγικά τη λέξη και δεν την αναφέρω ξανά, γιατί είναι λάθος αυτές τις μέρες να χρησιμοποιούμε τις ίδιες φθαρμένες λέξεις που πια δεν ερμηνεύουν τίποτε). Αλλά αυτό ξεπερνούσε κάθε προηγούμενο, κάθε άλλη φορά, κάθε υπερβολικό δελτίο ειδήσεων, κάθε τρομολαγνικό τηλεπαρουσιαστή. Αν ο κόσμος που ήταν κάτω μου φάνηκε πολύς, εξίσου πολύς ήταν και ο κόσμος που περπατούσε με διαφορετική ταχύτητα στα πλαϊνά της πορείας και εκσφενδόνιζε πέτρες, ξύλα και μολότοφ.

Για την ανοργανωσιά της περίστασης τα έχουμε ξαναπεί. Η πορεία έπεσε πάνω στη στιβαρή κι αμετακίνητη συγκέντρωση του ΚΚ, αυτοί που έσπαγαν, πίεζαν απ’ την άλλη μεριά. Άλλοι έστριψαν στην Πατησίων και άλλοι έκαναν το γύρο της Ομόνοιας και στέκονταν εδώ και κει. Η πορεία τελικά συνεχίστηκε στη Σταδίου. Για λίγο διάστημα όμως ειδικά στην πλατεία Ομονοίας επικρατούσε το απόλυτο χάος. Κανείς δεν καταλάβαινε τίποτα. Οι Κουκουέδες κι αυτοί σε σύγχυση, να κινηθούν ή να σταθούν, να δείρουν ή να κοιτάξουν, να βοηθήσουν άσχετους διαδηλωτές ή να σταθούν τσολιάδες. Τελικά μετά από λίγο και μ’ ένα έξοχο, ταχύτατο, τακτικό ελιγμό, που θα ζήλευε ας πούμε το υπό διάλυση τάγμα στο οποίο υπηρέτησα στον ΕΣ, έφυγαν.

Η υπόλοιπη πορεία από την Ομόνοια έφτασε στο Σύνταγμα κι από κει, αφού πρώτα πυρπόλησε το δεντράκι, έφτασε στη Δ. Αρεοπαγίτου και όλα τα υπόλοιπα είναι γνωστά.

Τί έγινε λοιπόν εκείνη τη μέρα και έγιναν τόσες πολλές καταστροφές; Τί έγινε και το πράγμα ξεπέρασε κάθε άλλη γνωστή κατάσταση; Τη Δευτέρα το βράδυ και για πρώτη φορά ίσως και πριν ακόμη το γράψει ο Talos, είδαμε τα λόγια του λεζάντα πλάι στο δρόμο. «η εξέγερση δεν είναι βόλτα στο πάρκο». Λοιπόν αυτό που είδα εγώ τη Δευτέρα ήταν ότι οι καταστροφές ήταν ταυτόχρονα ανεξέλεγκτες αλλά και όχι. Ήταν έργο μιας μειοψηφίας (αυξημένης σε σχέση με παλιότερα) αλλά και όχι. Η κατηγορία την οποία εξαπολύουν προς τον ΣΥΡΙΖΑ οι τηλεοπτικοί φωστήρες κι οι σε αφασία πολιτικοί, θα έπρεπε στην πραγματικότητα να αποδοθούν σε ένα πολύ μεγάλο μέρος του κοινωνικού σώματος. Τη Δευτέρα, όταν ακόμη δεν είχαν αναλάβει τις μέρες αυτές εκ μέρους μας τα πιτσιρίκια, η βία ήταν αν μου επιτρέπεται ο όρος συλλογική. Όταν έπεσαν οι πρώτες τζαμαρίες τραπεζών, όταν μπήκαν οι πρώτες φωτιές σε ATM, δεν υπήρχε η γνωστή δυσφορία των ειρηνικών διαδηλωτών. Μάνες με παιδιά, 40άρηδες, 30άρηδες που δε θα σήκωναν ποτέ το χέρι τους να σπάσουν κάτι οι ίδιοι, έβλεπαν σχεδόν με ικανοποίηση κάποιους να το κάνουν εξ ονόματός τους. Η χαμένη τιμή ενός ολόκληρου πλήθους με κάποιο αλλόκοτο τρόπο συρρικνώθηκε σε μια πέτρα και έψαχνε στόχο σ’ αυτό το σύμβολο της ευμάρειας και του χρέους. Φυσικά όλο αυτό δεν ήταν προαποφασισμένο ή έστω συνειδητό. Κανείς δεν πολυήθελε τα επεισόδια, κανείς δεν αισθανόταν άνετα ανάμεσα σε φλεγόμενα κτίρια, σπασμένα τζάμια και σύννεφα από δακρυγόνα. Ο κόσμος όμως ώρες ώρες και με τον τρόπο του καθοδηγούσε τους «μπάχαλους». Όταν έβλεπε ότι κάποιος πλησίαζε κάποιο μικρό μαγαζί γιούχαρε. Όταν έβλεπε κάποιον να πλησιάζει μια τράπεζα, σιωπούσε ή χαμογελούσε. Όλο αυτό δεν ήταν μια πολιτική πράξη ή μια εμπεριστατωμένη στάση που θα μπορούσε κάποτε να επαναληφθεί. Ήταν οργή, ωμή οργή όχι τόσο για τη δολοφονία ενός παιδιού το σαββατόβραδο, αλλά για την ίδια τη ζωή που ζούμε. Μπορεί να είμαι υπερβολικός, μπορεί να κάνω λάθος.

Βέβαια σε τέτοιες καταστάσεις κι όπως αρκετά γρήγορα έγινε αντιληπτό ο έλεγχος ή έστω ακόμη και κάποιο υποτυπώδες όριο είναι λέξεις άγνωστες. Η κατάσταση ξέφυγε, οι στοχευμένες καταστροφές έγιναν πλιάτσικο, η σπίθα έγινε κανονική φωτιά. Η οργισμένη αντίδραση έγινε κανονικό χάος. Τώρα ως προς την αντίδραση της αστυνομίας και το αν υπήρχε ή όχι, μπορώ να πω ότι αν ο δικός μου ατομικός κερδισμένος καρκίνος απ’ τα δακρυγόνα μόνο εκείνης της μέρας είναι λίγος, τότε δεν ξέρω τί άλλο μπορούσε να γίνει. Όποιος ήταν στην πορεία εκείνης της μέρας νομίζω ότι ξέρει ότι κάποια πράγματα δύσκολα μπορούσαν να αποτραπούν. Αν μιλάμε λοιπόν για εξέγερση είναι κυρίως γιατί υπήρξε εκείνη η μέρα. Όχι για τις καταστροφές, όχι για τη μαζικότητα της συμμετοχής, αλλά γιατί τη Δευτέρα το βράδυ αποκαλύφθηκε σε όλο της το μεγαλείο μια κοινωνία εν βρασμώ.

Πάντως προσωπικά ακόμη ήμουν εκτός τόπου και χρόνου. Κατά τη διάρκεια της πορείας δεν μπορούσα να αντέξω το μπάχαλο. Αν και ποτέ δε θα διαμαρτυρόμουν για το σπάσιμο μιας τράπεζας, στη συγκεκριμένη περίπτωση ένιωθα πως έχει παραπάει το πράγμα. Ακόμη ήμουν εγκλωβισμένος στη γνωστή δειλία και μιζέρια μου. Δεν έβλεπα ολόκληρη την εικόνα, αλλά διατηρούσα το τηλεοπτικό μου βλέμμα κι ας ήμουν στο δρόμο. Σε κάποιες στιγμές λοιπόν ένιωθα πως η πορεία περπατώντας στον ένα ή τον άλλο δρόμο ήταν σα να αποφάσιζε στην πραγματικότητα ποιό κτίριο θα καταστραφεί. Νόμιζα πως οδηγούσαμε την καταστροφή. Το ίδιο βράδυ όταν έκλεισα τα μάτια, ένιωθα μια φοβερή δυσαρέσκεια ή απογοήτευση.

Απ’ την Τρίτη το πρωί και πέρα όμως, όλα έμοιαζαν αλλιώς. Η ένταση των επόμενων ημερών είχε μια άγρια ομορφιά, οι δρόμοι καίγονταν, αλλά ήταν τουλάχιστον ζωντανοί, ο κόσμος μετά από καιρό συζητούσε. Αυτό που δυσκολευόμουν να συνειδητοποιήσω είναι ότι τη λέμε εξέγερση ακριβώς γιατί δεν είναι επανάσταση. Δεν έχει συγκεκριμένο ιδεολογικό υπόβαθρο, δεν έχει συγκεκριμένο αίτημα, δεν έχει καμία σχεδόν κοινή βάση. Άνθρωποι σαν κι εμένα, τους οποίους αποκαλώ τουρίστες της επανάστασης, έχουν την τάση να πιστεύουν μέσα από βιβλία, τραγούδια, ταινίες ότι αυτές οι οριακές καταστάσεις είναι ολόκληρα ποιήματα, έργα τέχνης, πράξεις στις οποίες δίνεσαι ολόψυχα και συμφωνούν με όλες σου τις ιδέες. Λάθος. Πριν όμως μιλήσω λίγο πιο αναλυτικά για όλα αυτά, θα ξαναθυμηθώ τρία ασήμαντα περιστατικά αυτών των ημερών, κάπως σαν ανέκδοτα.

Για την αγαπημένη ερώτηση των καναλιών «ποιοί είναι οι κουκουλοφόροι» έχουν ήδη ειπωθεί πολλά. Τα έχει γράψει σοβαρά ο Ν. Ξυδάκης. Σημειώνω μόνο τα εξής δύο:

1. Δύο πολλοί μικροκαμωμένοι νεαροί – τους έκανα με το ζόρι 15 – κρατάνε βαριές και βαράνε ρυθμικά τη τζαμαρία μιας τράπεζας. Ακολουθεί ο διάλογος, χωρίς την παραμικρή διακοπή του σφυροκοπήματος (σαν ταμπούρλο ένα πράγμα):

– ρε μαλάκα, πήρες τηλέφωνο σπίτι;

– είσαι τρελός ρε μαλάκα; Αφού η μάνα μου δε μ’ αφήνει να κατεβαίνω σε πορείες.

2. Στα προπύλαια εν μέσω του γνωστού πετροπόλεμου – χημικών κλπ. Ακούω μια φωνή δίπλα μου.

– έλα ρε γαμώτο, σου είπα τώρα ξεκινάω. Τώρα ρε παιδί μου έρχομαι. Δηλαδή γιατί πρέπει να φωνάζεις; Ναι σου είπα ξεκινάω, σε είκοσι λεπτά θα είμαι σπίτι.

Αμέσως μετά, κλείνει το κινητό, βγάζει απ’ την τσάντα μια τεράστια αντιασφυξιογόνα μάσκα, απ’ αυτές που βλέπεις στις πολεμικές ταινίες, τη φοράει, ψάχνει στις τσέπες του, βρίσκει μια κοτρώνα και ξεκινάει για τη μάχη εξαπολύοντας το πρώην πεζοδρόμιο της Πανεπιστημίου.

Τα δύο παραμύθια.

«Οταν δηλώνεται, ανοιχτά, όπως γίνεται τώρα στις δυτικές κοινωνίες, ότι η μοναδική αξία είναι το χρήμα, το κέρδος, ότι το υπέρτατο ιδεώδες του κοινωνικού βίου είναι το «πλουτίστε», μπορεί να διερωτηθεί κανείς αν είναι ποτέ δυνατόν μια κοινωνία να συνεχίσει να λειτουργεί και να αναπαράγεται μονάχα σε αυτή τη βάση»

Κ. Καστοριάδης

Παραμύθι 1: Δεν είναι εξέγερση, γιατί δεν έχουν συγκεκριμένο κοινωνικό αίτημα.

Φαγώθηκαν τηλεοπτικοί σχολιαστές αλλά και προοδευτικοί δημοσιογράφοι σε εφημερίδες, για να μην μιλήσω για τους εκτός τόπου και χρόνου πολιτικούς, να μας πετάνε στα μούτρα με κάποια θλίψη το συγκεκριμένο επιχείρημα. Οι συγκεκριμένοι κύριοι μπέρδευαν εξαρχής τις πολιτικές οργανώσεις και τις ΜΚΟ με το οργισμένο ή απλά χαοτικό πλήθος. Είναι οι ίδιοι κύριοι που δεν χάνουν ευκαιρία να μας πουν ότι η δημοκρατία δεν έχει αδιέξοδα κι ότι όποιος θέλει μπορεί να ακολουθήσει τις κατάλληλες θεσμικές οδούς και να διαμαρτυρηθεί ή να προτείνει. Η διαμαρτυρία λοιπόν είναι ζήτημα πρωτοκόλλου πια. Κι όμως μπορούμε νομίζω να δούμε μερικούς λόγους για τους οποίους απουσίαζε το διαμορφωμένο αίτημα. Στην εξέγερση, όπως και σε κάθε εξέγερση αυτό που προτάσσεται δεν είναι οι λογικές λύσεις για κάποια προβλήματα, αλλά η εσωτερική ορμή και ο θυμός. Οι γεμάτοι δρόμοι είναι η έκφραση μιας γενικής και αόριστης δυσθυμίας. Χωρίς προτεραιότητες, συνισταμένες ή γραμμές. Αν είχαν ήδη διαμορφωμένες προτάσεις και αιτήματα θα ήταν πολιτικός σχηματισμός (ακόμη και στο Μάη του ‘68 και χωρίς να κάνω απαραίτητα παραλληλισμούς, τα αιτήματα ήταν περισσότερο καλλιτεχνικά σλόγκαν και ποιητικά συνθήματα παρά συντεχνιακές διεκδικήσεις, βλ. «είμαστε ρεαλιστές, ζητάμε το αδύνατο»).

Όμως πόσο μπορεί να κρατηθεί ή να διευρυνθεί μια κατάσταση που βασίζεται στο «μπάτσοι γουρούνια δολοφόνοι»; Εδώ νομίζω ότι μεγάλο έως καταλυτικό ρόλο παίζει αυτή η καταραμένη γενιά των σημερινών 25-40 (φυσικά δε μιλάω για όλους αλλά για τη μεγάλη πλειοψηφία). Η απουσία τους αυτές τις μέρες ήταν για μένα τρομαχτική, όχι τόσο ως προς τη φυσική συμμετοχή, όσο στις ελλειμματικές ζυμώσεις που δεν έγιναν σχεδόν ποτέ. Οι άνθρωποι αυτοί (μέσα σ’ αυτούς κι εγώ βέβαια) είναι αυτοί που ο τυφώνας του lifestyle έχει χτυπήσει με μεγαλύτερη σφοδρότητα. Η πόζα, η καταναλωτική μανία, οι γυαλιστερές σελίδες και η αποθέωση της κοινωνικής επιτυχίας με τους όρους του συστήματος φωλιάζουν για τα καλά στα σώματά μας. Ποτέ άλλοτε δεν έλειψε η πολιτικοποίηση τόσο πολύ, ποτέ άλλοτε δεν αποτέλεσε συλλογικό όνειρο τόσο έντονα η παρουσία σε μια γυαλιστερή σελίδα, ποτέ άλλοτε ένα πρώτο τραπέζι σε μια πίστα δεν σήμαινε τόσα πολλά, ποτέ άλλοτε το τίποτα δεν στολίστηκε με τόσο φως. Μια ολόκληρη γενιά ανθρώπων φοβισμένων, αγράμματων πτυχιούχων και εθισμένων στην «καταξίωση». Είναι αυτή η γενιά που χτυπήθηκε από την αθλιότητα της τηλεόρασης και αυτή που θεώρησε ότι βιβλίο σημαίνει η ανάγνωση εγχειριδίων αυτοβοήθειας. Είμαστε οι άνθρωποι που εξορίσαμε την δημιουργική απαισιοδοξία για χάρη μιας λεύκανσης που θα σήμαινε τον οριστικό παραδομό στη χαζοχαρούμενη καθημερινότητα.

Η γενιά αυτή λοιπόν, τις προηγούμενες κρίσιμες μέρες δήλωσε οριστικά απούσα. Όμως η απουσία ήταν σημαντική γιατί οι ζυμώσεις, οι συζητήσεις, οι απόψεις (όποιες κι αν ήταν αυτές) ήταν κυρίως δική τους ευθύνη. Αν οι μαθητές κι οι φοιτητές συνεισφέρουν αυτήν την ατρόμητη διάθεση να αντιμετωπίσουν σώμα με σώμα πάνοπλους αστυνομικούς, οι άλλοι είναι αυτοί που θα περίμενε κανείς να βάλουν στο μπλέντερ όνειρο και λογική, αυτοσυγκράτηση και φαντασία, εμπειρία και πάθος και να διαμορφώσουν κάποιο έστω εντελώς ανέφικτο αίτημα. Δεν έγινε ποτέ. Συνέχιζαν να πίνουν καφέδες και να δουλεύουν ακούραστα για να θρέψουν το ίδιο σύστημα που θα τους στείλει άκλαυτους σ’ ένα τελικά ανακουφιστικό θάνατο.

Έτσι μετά από μιάμιση εβδομάδα που τα γνωστά συνθήματα σέρνονταν στην Πανεπιστημίου, καταλήξαμε όπως όπως σ’ εκείνο το αφοπλισμός της αστυνομίας. Κάτι ήταν κι αυτό.

Βέβαια δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αν τα παιδιά που μετά την Τρίτη δυστυχώς σχεδόν αποκλειστικά είχαν καταλάβει τους δρόμους, αργούσαν να εκφραστούν πολιτικά, είναι γιατί ακριβώς οι ίδιοι οι άνθρωποι που τους κατηγορούσαν γι’ αυτό, έχουν σταματήσει να συζητούν για πολιτική εδώ και χρόνια. Οι μεγαλοδημοσιογράφοι κάνουν εκπομπές βουλευτικής κατινιάς και –έλεος πια- μετράνε με αριθμάκια και μεζούρες τον καταλληλότερο. Αν η πολιτική σκέψη και συζήτηση έχει εξοριστεί σε σημείο να καταστεί άγνωστη χώρα για τους μικρότερους είναι γιατί οι γονείς ξέρουν να συζητάνε μόνο για SUV, κινητά, plasma τηλεοράσεις και μπάλα. Τα παιδιά που ξεσηκώθηκαν άτσαλα, άκομψα, νευρικά είναι τα παιδιά τους και δεν είναι εύκολο μέσα σε 2 βδομάδες να ξεχάσουν αυτά που τόσο καιρό μάθαιναν. Θα ήταν παράλογο να είχαν πολιτική κουλτούρα οι σημερινοί 20άρηδες. Τα παιδιά πάνε στα τυφλά.

Τέλος και πέρα απ’ τα ξένα ΜΜΕ ή τις αντιδράσεις σε άλλες χώρες, αξίζει να κρατήσουμε ορισμένες αντιδράσεις των κατοίκων, όπως στην Αλεξάνδρας να πετάνε νεράντζια από τα μπαλκόνια, στο Κολωνάκι και στα Εξάρχεια να διώχνουν τα ΜΑΤ. Είναι αυτό στοιχείο που πρέπει να λάβουμε υπόψη μας αν θέλουμε να αποφασίσουμε αν ήταν εξέγερση ή όχι;

«απαξ και ο Αλαβάνος τόλμησε να ξεστομίσει, μπροστά στους δύο φαραώ της δημοσιογραφίας, τη φοβερή φράση «υπαρξιακά προβλήματα» (των νέων), ο Γιάννης Πρετεντέρης δέχτηκε σοκ στο σημείο αποσυναρμολόγησης της προσωπικότητάς του, συγκροτημένης εξ ολοκλήρου από ανακυκλούμενα υλικά της άλγεβρας των ποσοστών».

Ε. Αρανίτσης

Παραμύθι 2: Πρέπει επιτέλους να ηρεμήσουμε, να επιστρέψει η κοινωνική ειρήνη.

Εδώ πρόκειται για μια τεράστια παρεξήγηση. Θα έπρεπε να είμαστε πιο προσεχτικοί με τον όρο «κοινωνική ειρήνη». Όποιος δεν είναι τυφλός και ζει σ’ αυτή τη χώρα ξέρει πως και πριν τις 6-12 και γενικά δεν υπάρχει τάξη και ηρεμία στην Ελλάδα. Εκτός αν κοινωνική ειρήνη ονομάζονται τα επεισόδια προ μηνός στον Αγ. Παντελεήμονα, ο θάνατος του μετανάστη στην Π. Ράλλη πριν ενάμιση μήνα, τα δύο πτώματα στην Κόρινθο ακριβώς την προηγούμενη εβδομάδα. Αλλά αυτά όλα αφορούν τους επάρατους αλλοδαπούς, εμείς οι Έλληνες δεν είχαμε ειρήνη; Είχαμε; Δυστυχώς η βία είναι εφιαλτικά παρούσα σ’ αυτή τη χώρα. Περπατήστε στο κέντρο της Αθήνας, στη Σωκράτους, κάτω απ’ την Ομόνοια, στο Μεταξουργείο. Κοιτάξτε τα απλωμένα χέρια στο πεζοδρόμιο της Πανεπιστημίου. Δείτε τη βία να σας λοξοκοιτάει απ’ το παράθυρο στο φανάρι. Τρελαμένοι οδηγοί. Κάθε 2 λεπτά εξαντλούμε την τύχη μας για να μείνουμε ζωντανοί. Στη Δάφνη οι κάτοικοι βάζουν καρέκλες, καφάσια, ξύλα, τελάρα για να μη χάσουν τη θέση parking (δεν είναι αυτό άραγε μια μορφή βίας;). Στο Βύρωνα, το Κολωνάκι και αλλού τα αστυνομικά τμήματα κλείνουν τα βράδια ολόκληρους δρόμους. Μήπως δεν είναι βία το γεγονός ότι κλείνει η Πλουτάρχου επειδή τυχαίνει να βρίσκεται εκεί μια πρεσβεία; Γιατί δεν ενοχλείστε τόσα χρόνια που στα Εξάρχεια, από τη Ζωοδόχο πηγή μέχρι τα γραφεία του ΠΑΣΟΚ κυκλοφορούν χύμα αστυνομικοί με τα αυτόματά τους φόρα παρτίδα; Προσωπικά δεν αισθάνομαι καλά όταν συμπολίτες μου, δημόσιοι υπάλληλοι ή όχι, οπλοφορούν και μας κουνάνε στα μούτρα τις υπερευαίσθητες σκανδάλες τους. Όλα αυτά δεν είναι υπερβολές ή αφορισμοί. Δεν αναφέρομαι καν στον οικονομικό τρόμο, την εξαθλίωση, την εργασιακή αστειότητα που επικρατεί στο μικρό μας σπίτι. Η βία κυκλοφορεί σ’ αυτή την πόλη με τη σιωπηλή μας ανοχή χρόνια τώρα. Είναι περίεργο που δεν έχουμε περισσότερα τέτοια ξεσπάσματα. Δεν γίνεται να πιέζουμε μόνο προς τη μία πλευρά. Και η άλλη πλευρά κάποια στιγμή δε θα βολεύεται με μικροκαβγάδες στις διασταυρώσεις και φάπες στις κερκίδες. Γι’ αυτό λοιπόν κ. Πρετεντέρη, κ. Παπαχελά, κ. Μάνο κλπ μη ζητάτε επιστροφή στην ομαλότητα και στην κοινωνική ειρήνη. Αυτή η τελευταία είναι μια μετωνυμία που χρησιμοποιούν αυτοί που περνούν τη ζωή τους μεταξύ Ψυχικού, Σκουφά και τηλεοπτικού studio. Η Αθήνα βράζει εδώ και καιρό, απλά εσείς δεν μπορείτε να το δείτε.

Εδώ δίνουμε προσοχή και σοτν δήμαρχο, ο οποίος μίλησε για αντίδραση του λαού του Παναθηναϊκού και για πράσινο ποτάμι. Αυτοί που διαμαρτύρονται για μια δολοφονία, καλά θα κάνουν να μας αφήσουν να ψωνίσουμε και να κάνουμε με το ζόρι γιορτές. Δεν είναι δα και πράσινο ποτάμι, είναι άνθρωποι που δε σέβονται το εορταστικό πνεύμα.

«η σκονισμένη νεολαία σαβανωμένη συνολάκια
κάνει νάζια
σε ντισκοκαρμανιόλες»

Τζ. Πανούσης

Απελπισία

Η στάση των κομμάτων της φερόμενης ως αριστεράς ήταν απελπιστική. Το ΚΚΕ απουσίαζε σε ένα δικό του κόσμο. Απέφυγε δε όχι να προσπαθήσει να ερμηνεύσει τί συμβαίνει, αλλά και να ανοίξει τα μάτια του να κοιτάξει τη Σταδίου (παρεμπιπτόντως εδώ η ανακοίνωση του ΚΚ για τα προπέρσινα γεγονότα στα προάστια στο Παρίσι). Είναι σίγουροι ότι δεν είναι εξέγερση, άρα δεν τους πολυενδιαφέρει. Η Παπαρήγα στη βουλή λέει κάτι σαν: «η πραγματική λαϊκή εξέγερση δεν σπάει ούτε μια βιτρίνα». Αυτά η αληθινά εξωπραγματική δήλωση έρχεται από ένα κόμμα, που αν το ρωτήσεις μπορεί να σου πει πως έχει ακόμη το όπλο παρά πόδα. Αλλά για να μην ειρωνεύομαι μόνο, να πω ότι ως ένα σημείο καταλαβαίνω το φόβο να εμπλακείς σε κάτι που δεν μπορείς να ελέγξεις. Αλλά αυτή την τακτική της παντελούς απουσίας από τη φωτιά των εξελίξεων τη θεωρώ απαράδεκτη. Ξεπέρασε νομίζω κάθε όριο αυτή η σφιχτή αλυσίδα, η στενή περιφρούρηση όχι πια της πορείας αλλά της ίδιας της πραγματικότητας. Όταν δεν μπορείς να καταλάβεις απόλυτα κάτι, δεν το ξεπερνάς απλώς, δεν κλείνεις τα μάτια και περιμένεις να περάσει. Δεν χαϊδεύεις τα αυτιά της δημόσιας τάξης. Ειλικρινά ακόμη είμαι τόσο εκνευρισμένος που δεν μπορώ να κάνω τίποτα άλλο παρά να ακούω την Αλέκα να λέει «η πραγματική εξέγερση θα έχει ως αφετηρία τους μισθωτούς και τους εργάτες».

Απ’ την άλλη μεριά ο ΣΥΡΙΖΑ. Ανίκανος να απαντήσει κατάλληλα στον κάθε Πρετεντέρη. Ανίκανος να μην χαϊδέψει τα αυτιά της νεολαίας (απαίσια λέξη – νεολαία). Ανίκανος να αφήσει την ψηφοθηρία έστω για δέκα μέρες. Αυτό δεν με πειράζει και τόσο, όσο η προσπάθεια να ερμηνεύσει με την ίδια γνωστή μέθοδο το ότι συμβαίνει. Με συνεχείς κουβέντες σε πάνελ να μας θυμίζει τους αγώνες για το άρθρο 16. Έλεος. Δε μας ενδιαφέρουν τα συντεχνιακά ζητήματα της κάθε κοινωνικής ομάδας αυτή τη στιγμή. Δε θεωρούμε νίκη τα πανεκπαιδευτικά συλλαλητήρια. Δε ξέρω αν θεωρώ καν προοδευτικό να εναντιώνεσαι σώνει και καλά στο άρθρο 16 ή σε κάθε άρθρο 16. Αυτό που δεν κατάλαβε ο Αλαβάνος (φοβάμαι να γράψω τη λέξη Τσ..) είναι ότι τις δύο προηγούμενες εβδομάδες δεν διαδηλώναμε για τα κολλέγια ή για τις πανελλήνιες. Αν ο κόσμος είναι στους δρόμους είναι για τον αβίωτο βίο (και συγχωρείστε μου το κλισέ) που εξαντλεί τα χρόνια μας. Με λίγα λόγια και οι μεν και οι δε ή φοβήθηκαν να πάρουν την ευθύνη ή απλά δεν κατάλαβαν τί συνέβαινε στους δρόμους της πόλης τους. Όπως και να έχει η κατάλληλη φράση είναι ότι κανείς τους δεν ανέλαβε την (να το πω; Το λέω, ιστορική) ευθύνη που τους αναλογούσε. Προσοχή δε λέω να βγουν μπροστά και να αναλάβουν τα ηνία (λες και θα τους ακολουθούσε κανείς). Λέω να βοηθήσουν να μην τρομάζει ο κόσμος. Λέω να μιλήσουν δημοσίως για τη δυσκολία να πετύχουν το οτιδήποτε. Λέω να ανοίξουν την κουβέντα και να μην τη σταματήσουν, αν δε βρουν μια ελάχιστη έστω άκρη.

Έβλεπα την Κυριακάτικη συνεδρίαση της Βουλής. Εμφανίστηκε ξάφνου στην οθόνη της τηλεόρασής μου μια γνώριμη εικόνα. Ένας κύριος αφηνιασμένος φώναζε ασυναρτησίες και το κοινό χειροκροτούσε σαν τρελό. Ήμουν ξανά σ’ αυτές τις άθλιες, οπαδικές, κανιβαλίστικες συνελεύσεις του πανεπιστημίου. Σαν τραγικοί χούλιγκαν στη βουλή, χωρίς καμία υπόνοια για τον εμφύλιο στον οποίο μας οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια απλά παίζουν τον ανιαρό ρόλο τους. Ο εκλεγμένος πρωθυπουργός μας μιλάει για «βίαιη επίθεση στην κοινωνική ειρήνη». Δεν είναι 300 φανατισμένα καθάρματα παντρεμένα με την εξουσία. Είναι 300 ανίδεοι, 300 ανόητοι σαν κι αυτούς που κορόιδευα κάποτε στο αμφιθέατρο της Κομοτηνής. Είναι κάποιοι που ζουν σε μια κοινωνία δίπλα σ’ αυτή που ζούμε εμείς. Είναι οι άνθρωποι που δεν ξέρουν τί συμβαίνει δυο δρόμους κάτω απ’ τη βίλα τους. Τους λυπάμαι ή μάλλον μας λυπάμαι.

Ως προς εμάς δεν πρέπει να παραλείψω να πω ότι κατέληξα ότι προτιμώ τον Μάνο ή τον Άδωνι ή οποιονδήποτε άλλο, από όλους αυτούς που όταν καν εξέφρασαν γνώμη, ούτε καν ασχολήθηκαν, ούτε καν πήραν μυρωδιά απ’ ότι συνέβαινε. Αναρωτιέμαι αν ζούμε όλοι στην ίδια χώρα ή αν κάποιοι μένουν στη χώρα του πρωταθλητισμού και των τηλεοπτικών σειρών.

«παλιοί μου φίλοι παλιοί μου αγαπημένοι παλιά μου λατρευτά κορίτσια σήμερα πάλι η απελπισία μας καίει τα σπλάχνα μας αναστατώνει κι όσοι αδειάζουν απ’ τις τσέπες τους γλυκά ρεφραίν της ευτυχίας μαστροποί κι ευνούχοι κιβδηλεύουν τη ζωή μας»

Θ. Γκόρπας

Επίλογος (επιτέλους)

Προσωπικά συνειδητοποίησα πόσο τουρίστας της επανάστασης είμαι. Μπορώ να ομολογήσω ότι διασκέδαζα με το χάος και ταυτόχρονα ανησυχούσα για τις πέτρες που σβούριζαν πάνω απ’ το κεφάλι μου. Μπορώ να ομολογήσω ότι κάθε στιγμή αμφέβαλα για ότι έτεινα να πιστέψω. Αν είναι εξέγερση, γιατί δεν κατεβαίνει περισσότερος κόσμος; Αν είναι εξέγερση γιατί όλοι θέλουν να το μικρύνουν και κυρίως ΣΥΡΙΖΑ-ΚΚΕ; Τα χρειάστηκα σε πολλές στιγμές γιατί δεν συμφωνώ καθόλου με τη βία. Τη θεωρώ, επαναλαμβάνομαι το ξέρω, τον τρόπο της εξουσίας, κρατικής ή μη. Τα χρειάστηκα γιατί σχεδόν όλοι φώναζαν ότι καμία σχέση δεν έχει το τώρα με το Πολυτεχνείο, το Μάη ή οτιδήποτε άλλο σχετικά. (Κι όμως πόσοι ήταν στο πολυτεχνείο; Πόσοι συμφωνούσαν;) Τα χρειάστηκα γιατί ώρες ώρες και εντελώς ανόητα ένιωθα κάτι σαν ευθύνη να με παραλύει. Έλεγα μήπως είναι λάθος όλη αυτή η βία; Μήπως κατεβαίνοντας στο δρόμο δίνω άλλοθι και βάζω πλάτη για να συνεχιστεί η βία εκατέρωθεν; Μήπως πρέπει όλα να σταματήσουν; Χάος ερωτήσεων και καμία απολύτως απάντηση.

Πάντως μπορώ να πω για το τέλος αυτό. Προσωπικά δε μ’ άρεσε να στοχοποιούνται συνεχώς οι μπάτσοι. Δε μ’ άρεσαν οι συνεχείς φωνές «το αίμα κυλάει εκδίκηση ζητάει». Δε μπορούμε να ζητάμε εκδίκηση για μια δολοφονία. Θα ήθελα πένθος και ορμή. Πάθος όχι για άλλο ένα φόνο, αλλά για κανένα άλλο φόνο. Καταλαβαίνω ότι η κοινωνία είναι ταξική και ο εμφύλιος μοιάζει αναπόφευκτος. Αλλά ο πραγματικός εχθρός είναι ο ΜΑΤατζής δηλαδή; Θα ήθελα να υπάρχει μια αριστερά (σχηματικά χρησιμοποιώ τη λέξη) που θα ενσωμάτωνε εξαρχής μια τέτοια φράση. Δεν μπορώ να θυμάμαι τη σκηνή, όπου εκπαιδευτικός πήγε στα μούτρα μπάτσου και του φώναζε «είσαι άχρηστος, παραιτήσου κλπ». Δηλαδή όλο μας το μίσος εξαντλείται στον διπλανό ένστολο;

Την Κυριακή το μεσημέρι ήμουν στο γνωστό ταβερνάκι της οδού Αλκαμένους που συχνάζω. Τα τραγούδια έμοιαζαν λίγο πιο μελαγχολικά απ’ ότι συνήθως. Οι φωνές κάποια στιγμή νόμιζα πως έσπαγαν. Το μπουζούκι έπαιζε «κάποια μάνα αναστενάζει». Θυμήθηκα για πολλοστή φορά την περιγραφή του Αποστολίδη από τα χαρακώματα. Ένα κύμα έφερνε το τραγούδι από τα βουνά του εμφυλίου στα αδέρφια των οδοφραγμάτων της Στουρνάρη. Κι εκείνο το παιδί που άθελά του με το τέλος του σήμανε την αρχή γι’ αυτές τις μέρες. Πώς να σκεφτείς σοβαρά και να μη σιχαθείς τον εαυτό σου που κάνεις πολιτικές αναλύσεις του κώλου πάνω απ’ το σώμα ενός 15χρονου; Η μάνα μου κατέβηκε τις προάλλες στο κέντρο. Την είδα κάποια στιγμή κάπως περίεργη. Είχε περάσει έξω από το κοσμηματοπωλείο στη Βουκουρεστίου. Είχε μια βαριά καρδιά και ακουμπούσε στο τραπέζι της κουζίνας λες και έψαχνε κάτι να σταματήσει την πτώση. Πριν μερικές μέρες διάβασα και τον καλό μου κήπο. Στο βάθος όλοι κάπου έχουμε κρυμμένο ένα φόβο για τα παιδιά που αγαπάμε.

Υγ. αυτές τις μέρες γράφτηκαν φοβερά κείμενα, έχω σκοπό να τα συγκεντρώσω τις επόμενες μέρες και να τα βάλω κάπου στο βλογ. Για άλλη μια φορά κρατάω αυτό που έγραψε ο Αρανίτσης την Κυριακή και το διαβάζω ξανά και ξανά.

7 Σχόλια

Filed under #griots, χάος ή εξέγερση

κι όμως συνεχίζεται

Τη Δευτέρα καθώς η πορεία περνούσε από την Πανεπιστημίου μπροστά από το Zonars, φάνηκαν κάποιοι θαμώνες που έπιναν τον καφέ τους, πίσω απ’ αυτά τα σίδερα που κατεβάζει το μαγαζί σε τέτοιες περιπτώσεις. Η εικόνα ήταν αστεία ή τρομακτική. Κάποιοι περπατάνε και φωνάζουν συνθήματα κλείνοντας την κυκλοφορία και ταυτόχρονα κάποιοι πίνουν καφέ κλεισμένοι μέσα σε ένα ιδιότυπο ασφαλές χώρο, που πιο πολύ μοιάζει με κελί ή κλουβί.

Και την προηγούμενη φορά που είχαμε το ίδιο σκηνικό είχε δημιουργηθεί ένταση. Κάποιοι έβριζαν, ένας κλότσησε τη σιδεριά, ένας έγραψε με σπρέι «ζώα». Τη Δευτέρα όμως η διαφορά ήταν η εξής. Κάποιος κύριος που καθόταν σε ένα τραπεζάκι έβγαλε το κινητό του και άρχισε να βγάζει φωτογραφίες τους διαδηλωτές. Φυσικά ήταν μακριά και οι φωτογραφίες έβγαιναν μέσα από το πλέγμα σίδερου που είχε υψωθεί ανάμεσα στην πορεία και την καφετέρια, δεν υπήρχε λοιπόν περίπτωση να φανούν πρόσωπα ή κάτι ανάλογο. Ο κύριος που χρησιμοποιούσε το κινητό για να απαθανατίσει τη στιγμή ήταν εμφανές ότι δεν είχε κανένα προβοκατόρικο σκοπό, απλά ήθελε να έχει μια ανάμνηση από αυτό το αλλόκοτο αξιοθέατο.

Ακολούθησαν κατά σειρά γιουχαΐσματα, ειρωνικό χειροκρότημα, βρισιές και το σύνθημα «όταν οι μπάτσοι σκοτώσουν τα παιδιά σας, τότε θα βγείτε από τα κλουβιά σας». Οι ανυποψίαστοι πελάτες που η αλήθεια είναι ότι δε θα μπορούσαν να γνωρίζουν ότι θα γινόταν κάποια πορεία (δε διαβάζουν ας πούμε indymedia), βρέθηκαν ξαφνικά εγκλωβισμένοι μέσα σε ένα πολυτελές μαγαζί που μπορούσε να εγγυηθεί ασφάλεια και άριστη εξυπηρέτηση. Εκείνη τη στιγμή της γενικής αμηχανίας, τόσο του πλήθους που επιμένει να φωνάζει εναντίον των ΜΑΤ και να περικυκλώνει το Σύνταγμα, όσο και των πελατών που βρίσκονταν φυλακισμένοι στο πολυτελές οίκημα για να απολαύσουν το ρόφημα και το θέαμα, ένας κύριος βγάζει το κινητό του. Η φωτογραφία όμως που τραβάει δεν καταφέρνει να απεικονίσει τους ανθρώπους που περπατάνε. Το μόνο που μοιάζει να αποτυπώνεται στην οθόνη του κινητού του είναι μια απόσταση, ένα χάσμα που κι αυτό τελικά δεν μπορούμε να καταλάβουμε πόσο μεγάλο είναι ή ποιά ακριβώς είναι η σημασία του.dsc046861


*****

Το Σάββατο το βράδυ έγινε ένα περιστατικό που δεν κατάφερε να συγκινήσει τα μέσα. Κάποιοι πολίτες έκαναν καθιστική διαμαρτυρία μπροστά στον άγνωστο στρατιώτη. Το να τους χαρακτηρίσει κάποιος ήρεμους ή ειρηνικούς διαδηλωτές, καταντάει ειρωνικό. Οι άνθρωποι έκαναν απλώς μια καθιστική διαμαρτυρία. Κάποια στιγμή και χωρίς κάτι να έχει αλλάξει, άρχισαν να πλησιάζουν κάμποσες διμοιρίες των ΜΑΤ. Αυτές σχημάτισαν ένα Π και πίεζαν όλο και περισσότερο τους ανθρώπους που κάθονταν στο πεζοδρόμιο. Σιγά σιγά σπρώχνοντας και τραβώντας σηκώνουν τους διαδηλωτές και μετά από λίγο τους φτάνουν στα σκαλιά του ΜΕΤΡΟ (απ’ την ίδια βραδιά, βίντεο εδώ). Με λίγα λόγια η αστυνομία επεμβαίνει σε μια ειρηνική διαμαρτυρία και με τη χρήση βίας υποδεικνύει το σωστό σημείο που πρέπει να στέκονται οι πολίτες, ενώ στην πραγματικότητα και χωρίς να γίνομαι υπερβολικός απαγορεύει την πραγματοποίηση μιας ειρηνικής διαμαρτυρίας. Πρόκειται για έναν ξεκάθαρο επαναπροσδιορισμό της σημασίας του δημόσιου χώρου. Επίσης πρόκειται για την απόδειξη της ισχύος ενός νόμου, που αν τέλος πάντων δεν είναι ακριβώς στρατιωτικός, πάντως έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το Σύνταγμα της χώρας.

Στη συνέχεια και σε μια φοβερή, απ’ όλες τις απόψεις, στιγμή ο λιγοστός κόσμος που βρίσκεται φάτσα με φάτσα με τα ΜΑΤ φωνάζει ξαφνικά το πιο απλό σύνθημα «Δημοκρατία, Δημοκρατία». Όχι βρισιές, όχι γουρούνια, όχι πέτρες ή νεράντζια. Μόνο δημοκρατία.

Να τί συμβαίνει αυτές τις μέρες στους δρόμους μιας πόλης ξεχασμένης απ’ τους ίδιους τους κατοίκους της. Ακούγεται (ή σε άλλες περιπτώσεις υπονοείται) η λέξη δημοκρατία ως αίτημα.

Αλλά το πραγματικό σκάνδαλο δεν ήταν αυτή η αποκαρδιωτική αποκάλυψη της απαγόρευσης των συναθροίσεων, όταν το μάτι της κάμερας απουσιάζει. Το πραγματικό σκάνδαλο ήταν ότι δίπλα ακριβώς σε όλα αυτά, οι συμπολίτες των διαδηλωτών συνεχίζουν να οδηγούν στο δρόμο προς το μπαρ, το σπίτι, τη βόλτα. Δεν σταματούν, δεν κόβουν ταχύτητα, δεν πολυκοιτάζουν. Η φωνή «δημοκρατία» που βγαίνει από τα στόματα των ανθρώπων δεν έχει ηχώ. Δεν έχει καν ήχο. Είναι μια συγκλονιστική βουβαμάρα. Είναι ένα κούφιο αίτημα, που κάποιοι θέλουν να φέρουν προς ψήφιση και οι οδηγοί, οι ξενύχτηδες και οι τηλεθεατές απορρίπτουν με συνοπτικές διαδικασίες. Η διαρκής και αδιάκοπη ροή των αυτοκινήτων παλεύει να ακυρώσει τις λέξεις, τις φωνές, τη ζωή την ίδια.

Το αληθινό σκάνδαλο λοιπόν δεν είναι η δολοφονία ενός 15χρονου παιδιού, δεν είναι οι σφαίρες που διαπερνούν τον έτσι κι αλλιώς μισοσκισμένο κοινωνικό ιστό, δεν είναι τα σπασμένα τζάμια, τα διψασμένα για αίμα γκλομπ, τα ληγμένα χημικά, οι αγαναχτισμένοι φασίστες, η βία και οι λεηλατημένοι μικροκαταστηματάρχες. Το αληθινό σκάνδαλο είναι ότι η αδιαφορία μας είναι ακριβώς η ίδια με αυτή της προηγούμενης εβδομάδας ή για να το πω αλλιώς ότι η ζωή έχει μια ασυγκράτητη και ψυχοβγαλτική τάση να συνεχίζεται. Να συνεχίζεται έτσι απλά, λες και το μόνο που άλλαξε είναι οι καμένες κούκλες στις βιτρίνες.


39 Σχόλια

Filed under #griots, χάος ή εξέγερση

έξω

Κυριακή

dsc04583

Δευτέρα

dsc04624

Τρίτη

dsc04637

Τετάρτη

dsc04654

Πέμπτη

dsc04694

Παρασκευή

dsc04696

Σάββατο

dsc04700

ανάμεσα στα τζάμια και τις φωτιές, ανάμεσα στα λόγια και τον καπνισμένο ουρανό υπήρχε τόσος κόσμος. λυπάμαι που φωτογράφιζα την οργή, την ώρα που στα πρόσωπα έλαμπε πότε το πένθος και πότε η ελπίδα.

δεν είχα καταλάβει.

9 Σχόλια

Filed under #griots, φωτογραφικά, χάος ή εξέγερση

η αδυναμία των παραδοσιακών μέσων

Τα τελευταία είκοσι χρόνια έχει αλλάξει άρδην η οπτική των μέσων ως προς κάθε μη συνδικαλιστική / συντεχνιακή εκδήλωση διαμαρτυρίας. Περίπου εκείνη την εποχή οι δημοσιογράφοι που κάλυπταν πορείες και επεισόδια άρχισαν να αλλάζουν την πλευρά από την οποία παρατηρούν τα γεγονότα. Όταν λέω πλευρά μιλάω κυριολεκτικά. Μέχρι τότε οι φωτογράφοι αλλά και οι ρεπόρτερ βρίσκονταν μέσα στις γραμμές των διαδηλωτών ή δίπλα στο σώμα της πορείας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο οι εικόνες ας πούμε που δημοσιεύονταν έδειχναν πάντα τους αστυνομικούς / δυνάμεις της τάξης να βρίσκονται απέναντι και με προτεταμένες ασπίδες, γκλομπ ή ότι άλλο χημικό και μη όπλο διέθεταν. Ο αναγνώστης εισέπραττε την εικόνα, η οποία ουσιαστικά υπονοούσε ότι η επικίνδυνη είναι η κρατική βία και οι δυνάμεις καταστολής. Από το 90, ίσως και λίγο νωρίτερα, οι φωτογράφοι και δημοσιογράφοι άρχισαν να απομακρύνονται από το σώμα της διαδήλωσης. Η απόσταση αυτή μεγάλωσε μέχρι που έγινε χαώδης αφού τώρα οι φωτογραφίες έδειχναν πάντα το πλήθος να επιτίθεται και τις ασπίδες των ΜΑΤ να προσπαθούν να αμυνθούν. Όλες αυτές οι εικόνες λειτούργησαν ακαριαία. Οι πορείες έγιναν επικίνδυνα μέρη, τα μάτια των διαδηλωτών γυάλιζαν, τα χέρια τους κρατούσαν πέτρες, τα πρόσωπά τους ήταν καλυμμένα, ήταν αυτοί που έκαναν την οργισμένη επίθεση. Οι διαδηλωτές μέσα από το εξώφυλλο της εφημερίδας έρχονταν κατά πάνω μας, έτοιμοι να μας κατασπαράξουν, ενώ οι αστυνόμοι ήταν οι άτυχοι που έπρεπε να αποκρούσουν εκ μέρους μας τη μανία του πλήθους. Με άλλα λόγια από κάποιο σημείο και μετά αλλάζει ο επιτιθέμενος ή μάλλον αλλάζει αυτός που κρατάει στα χέρια του τον κίνδυνο.

Η αλλαγή της θέσης των ρεπόρτερ και φωτογράφων εδράζεται σε ένα σωρό λόγους. Οι δημοσιογράφοι γίνονταν μέρα με τη μέρα αλήτες, ρουφιάνοι και μια αμοιβαία ανασφάλεια και καχυποψία έβρισκε ελεύθερο έδαφος στις καρδιές όλων. Ο ένας δεν πολυήθελε τον άλλο. Ο φόβος του ενός για το αν θα φανεί το πρόσωπό του ή αργότερα αν θα χρησιμοποιηθεί το βίντεο εναντίον του και ο τρόμος του άλλου ότι θα προπηλακιστεί από τους διαδηλωτές μεγάλωνε και δικαίως αφού τέτοια περιστατικά έχουν συμβεί πολλά. Δεν είναι περίεργο λοιπόν που ακόμη και αριστεροί δημοσιογράφοι αποφεύγουν να μπαίνουν μέσα ή δίπλα ακριβώς στην πορεία (εκτός αν πρόκειται για τις διεκπεραιωτικές βόλτες της ΓΣΣΕ ή ασφαλείς πορείες του ΚΚΕ), ούτε ότι οι μόνες πηγές που έχουν, προέρχονται είτε από την αστυνομία είτε από κάποια άλλη κρατική υπηρεσία. Ακόμη κι όταν ουσιαστικά το ρεπορτάζ ταυτίζεται με την εκδοχή των διαδηλωτών, οι πληροφορίες, οι λεπτομέρειες προέρχονται όλες από τη ΓΑΔΑ. Έτσι και χωρίς φυσικά να το θέλουν ή να το συνειδητοποιούν καλά καλά, οι δημοσιογράφοι χάνουν τη μισή αλήθεια πριν καν ακουμπήσουν το πληκτρολόγιο.

Τις τελευταίες μέρες όλα αυτά έσκασαν σαν βόμβα μες στα μούτρα μας. Κανένα ουσιαστικό ρεπορτάζ μέσα από το πεδίο των μαχών, μέσα από τα πανεπιστήμια. Νομίζω ότι μια βόλτα στο Πολυτεχνείο ή στις πορείες θα έδινε αρκετές απαντήσεις τόσο για το πολυαγαπημένο ερώτημα των καναλιών «ποιοι τα σπάνε» όσο και σε άλλα πολύ πιο σημαντικά. Φυσικά υπεύθυνοι δεν είναι μόνο οι δημοσιογράφοι, αλλά και ο κόσμος που διαδηλώνει και ο οποίος αδυνατεί να αφήσει στην άκρη τις προκαταλήψεις του και τις γνωστές υπεραπλουστεύσεις περί κακού δημοσιογράφου. Μένει λοιπόν μόνο ο Πρετεντέρης και ο Παπαχελάς να ζητούν την τάξη και τα πλάνα ενός φλεγόμενου κτιρίου.

Έτσι στην πραγματικότητα, τα Μέσα όχι μόνο αδυνατούν να καλύψουν τα γεγονότα, αφού απλώς τρέχουν λαχανιασμένα πίσω από τις σπασμένες τζαμαρίες, αλλά και ουσιαστικά διαλέγουν πλευρά. Δεν μιλάω μόνο για τους παραθυρόπληκτους κυρίους των 8 που έτσι κι αλλιώς είναι η άλλη πλευρά, αλλά και για δημοσιογράφους που θέλουν να καταγράψουν πραγματικά τι συμβαίνει. Μένουμε λοιπόν να κάνουμε ζάπινγκ στα Μέσα που με ατελείωτα τηλέφωνα και επικοινωνίες ανακυκλώνουν διαρκώς κυβερνητικές πηγές και αστυνομικές πληροφορίες. Δεν αναφέρεται καν ότι αφού η αστυνομία χρησιμοποιεί χημικά, είναι ακριβώς λογικό να φοράει όλος ο κόσμος από κασκόλ μέχρι κουκούλες.

Τις μέρες αυτές με λίγα λόγια υπήρξε ένα τεράστιο κενό ενημέρωσης. Ή που θα βλέπαμε φωτιές ή που θα ακούγαμε σχόλια περί εξοργισμένων ή μη νέων. Μιλάω κυρίως για την τηλεόραση, αφού στις εφημερίδες και το ράδιο κάτι κινήθηκε, κάτι ελάχιστο δηλαδή. Λέω ελάχιστο γιατί όταν επιλέγεις ως κύριο (ή μόνο) θέμα στο εξώφυλλο τις ζημιές ή την ανάγκη για ηρεμία, παίρνεις θέση. Εδώ το διαδίκτυο θα μπορούσε να σώσει την κατάσταση και παραλίγο να το πετύχει μάλιστα.

Αυτό που θέλω να πω είναι ότι πέρα από την συνειδητή διαστρέβλωση και την προτεραιότητα που έθεσαν με σαφήνεια οι περισσότεροι(κοινωνική ειρήνη, ηρεμία), υπήρξε και μια έκδηλη αμηχανία από τη μεριά των μέσων. Ή μάλλον μια αδυναμία να μετρήσουν τη σημασία μιας εν εξελίξει κατάστασης. Αλλά από την ίδια αρρώστια πάσχουμε και όλοι οι υπόλοιποι. Τόσο η μεγάλη πλειοψηφία αυτών που κατεβαίνουν στο Κέντρο αυτές τις μέρες, όσο και οι οργανώσεις φοιτητών, σωματεία, «αριστερές» δυνάμεις κλπ. Δυστυχώς σχεδόν όλοι δεν κατάφεραν, νομίζω, να συνειδητοποιήσουν τί ακριβώς συμβαίνει και προτίμησαν να το υποβαθμίσουν ή καλύτερα να το φέρουν στα μέτρα τους. Η άποψή μου είναι ότι κάτι που έπρεπε να ανοιχτεί σε όλη την κοινωνία, πάει να γίνει άλλη μια συμβατική άνευρη και άοσμη απεργία. Ο Αλαβάνος χαϊδεύει τα αυτιά και κρατάει πίσω τους φοιτητές και τους μαθητές μιλώντας για νεολαιΐστικο κίνημα (ποιό νεολαιΐστικο μωρέ; Ο κόσμος όλος ήταν έτοιμος να κατέβει στους δρόμους). Οι ίδιοι οι φοιτητές πάνε να το κάνουν άλλη μια κινητοποίηση όπως τότε για το 16. Τα σωματεία σκέφτονται με όρους απεργιών και παραστάσεων διαμαρτυρίας. Η απόλυτη συρρίκνωση. Ως συνήθως θέλουν να εξηγήσουν τα πάντα με τη δική τους μόνο οπτική. Θέλουν να βάλουν μπροστά αυτά που ξέρουν καλά, τα συντεχνιακά τους ζητήματα (εννοώ φοιτητικά, εκπαιδευτικά, οικονομικά, και δε θέλω να τα υποτιμήσω). Αντί να το ανοίξουν εντελώς, αντί να κάνουν την οργή γιορτή για τον αφοπλισμό της αστυνομίας ή την επανακατάληψη των δημόσιων χώρων ή για την  πτώση της κυβέρνησης ή οτιδήποτε άλλο , το μικραίνουν όσο χρειάζεται για να το διαχειριστούν όπως έχουν συνηθίσει. Έχουμε να κάνουμε με την γενική αμηχανία και αν θέλω να είμαι πιο αυστηρός θα πρέπει να πω ότι αντιμετωπίζουμε την άρνηση μιας σειράς ανθρώπων να αναλάβουν την ελάχιστη ευθύνη που τους αναλογεί. Αυτή την κρίσιμη στιγμή δυστυχώς ο φόβος έσωσε τα έρμα. Αλλά επειδή έχω ξεφύγει τελείως, σταματάω εδώ.

Μόλις τελειώσει όλο αυτό, θα γράψω όλα όσα είδα και θα δω αυτές τις μέρες στους δρόμους, τα αμφιθέατρα και τα πρόσωπα. Βασικά θα προσπαθήσω να δείξω με εικόνες αυτό που πάει να χαθεί ή που χάθηκε ήδη. Κι αυτό ήταν κάτι πολύ σπουδαίο.

 

26 Σχόλια

Filed under #griots, χάος ή εξέγερση