Category Archives: φωτογραφικά

λαϊκή τέχνη

θαμπές φωτογραφίες από το κινητό κάνοντας βόλτα στη Θεσσαλονίκη

IMAG0340

IMAG0341 IMAG0348 IMAG0349 IMAG0350 IMAG0352 IMAG0354 IMAG0364 IMAG0365 IMAG0367 IMAG0331 IMAG0333Όταν πήγαινα τις πρώτες φορές Θεσσαλονίκη να συναντήσω τους ντόπιους συμφοιτητές ή μια φίλη που σπούδαζε εκεί, εντυπωσιαζόμουν. Η πόλη ήταν όμορφη και την περπατούσες εύκολα. Οι άνθρωποι ήταν (ή έμοιαζαν) ωραιότερα φωνακλάδες, περισσότερο γενναιόδωροι, περισσότερο χιουμορίστες. Τα μπαρ ήταν ομορφότερα, η μουσική ήταν καλύτερη και το συμπέρασμα εύκολο. Ξέρουν να γλεντάνε εκεί πάνω και το γλέντι τους αποκαλύπτει διαρκώς μια υπόγεια καλοσύνη.

Βέβαια ήμουν μικρός, κοιτούσα αλλιώς, εστίαζα αλλού.

Τώρα, επιστρέφοντας, στο τρένο σκεφτόμουν ότι παραμένει ακόμη κυρίως η ιδέα ότι οι άνθρωποι εκεί κατέχουν την τέχνη της ατάκας και κατά ένα περίεργο τρόπο μοιάζουν πιο ειλικρινείς. Αλλά η βασικότερη σκέψη που έμεινε, ήταν ότι στη Θεσσαλονίκη, τις επτά μέρες που έμεινα, δεν είδα την καθημερινή αγριότητα που έχει κερδίσει ολοκληρωτικά την Αθήνα. Η Θεσσαλονίκη είναι ακόμη πόλη με όλα τα ωραία και τα στραβά της, που προφανώς αν μιλήσεις με έναν κάτοικό της θα έχει πολλά να πει. Όμως παραμένει ακόμη τόπος ανθρώπων, τόπος που σου επιτρέπει έστω προσωρινά, έστω με το βλέμμα του τουρίστα, να αναπνεύσεις.

Η κόλαση με τα ζόμπι έχει εγκατασταθεί για τα καλά στα νότια.

5 Σχόλια

Filed under φωτογραφικά, Uncategorized

τίποτα

Δεν θέλω να πω για τον λίγο κόσμο που κατέβηκε χτες το πρωί ή για τον περισσότερο που ήρθε το βράδυ. Για όσους απέργησαν ή για όσους δούλεψαν. Δεν θέλω να πω για όσους αποδοκίμασαν το ΠΑΜΕ, για την βόλτα του ίδιου του ΠΑΜΕ, για όσους έπιασαν πέτρα ή δεν έτρεξαν προς τα πίσω την ώρα του χαμού.

οι tiger lillies και το crack of doom ανάμεσα σε δακρυγόνα, κλάμα, βήχα στην πλατεία Συντάγματος

Μιλάω μόνο για τη στιγμή που μπροστά στα μικρόφωνα στέκεται η τσανακλίδου και ο παπακωνσταντίνου. Δυσανασχετώ με τη χυδαιότητα κυρίως του δεύτερου, με την αθλιότητα της πόζας του. Πριν αρχίσουν όμως, αρχίζουν ξανά τα δακρυγόνα και οι αλλεπάλληλοι βροντώδεις ήχοι των χειροβομβίδων κρότου λάμψης. Ο κόσμος στρέφει το κεφάλι για μια στιγμή μετέωρος και ύστερα μπαίνουν οι νότες. Και ω το θαύμα μπροστά στα μάτια μας. Με κάποιο τρόπο, με τις φωνές των ίδιων λευκών και καταταλαιπωρημένων προσώπων, καταργείται μπροστά μας η χυδαιότητα του Παπακωνσταντίνου, καταργείται ο ίδιος ο τραγουδιστής, καταργείται το πρόσωπο του, η παλιακή και εκνευριστική φωνή του. Ακούγεται μόνο μια κιθάρα και οι φωνές του πλήθους που σκεπάζουν την επόμενη κρότου λάμψης. Και εκεί μες στη νύχτα όρθιοι και οκλαδόν, ψεκασμένοι και κυνηγημένοι όλη μέρα, κατακτούν ξανά απ’ την αρχή το “τίποτα δεν πάει χαμένο”. Το κερδίζουν απ’ την αρχή, το κάνουν δικό τους, το παίρνουν απευθείας απ’ τα χέρια του Λοΐζου, το τραγουδάνε για πρώτη φορά, το συνθέτουν εκείνη την ώρα όλοι μαζί. Και φωνάζουν με την πιο γλυκιά λύσσα, τίποτα δεν πάει χαμένο. Και φωνάζουν σαν να μην υπήρχε το ζόρικο αναπόφευκτο αύριο, τίποτα δεν πάει χαμένο. Και κλαίνε ξανά και ξανά το μαζεμένο δακρυγόνο στα μάτια τους. Και η φωνή τους είναι μοιρασμένο μαλόξ και κοινά χαρτομάντηλα και μπύρες για όλους απ’ το περίπτερο.Τίποτα δεν πάει χαμένο.

πιτσιρίκια στην αλυσίδα καθαρίζοντας την πλατεία

υγ1.  χθεσινό σύνθημα: το κίνημα δεν είναι εικόνα στις ειδήσεις, στο δρόμο γεννιούνται οι συνειδήσειςυγ2. Άκου πρωί πρωί την εκπομπή του Καίσαρα κι ύστερα θα σε δω στο δρόμο.

υγ3. και βέβαια ενημερώσου εδώ: radiobubble.gr/news

8 Σχόλια

Filed under τα ελάχιστα, υπερβολές, φωτογραφικά

μαίναλο

Τι να σου πω, φθινόπωρο, που πνέεις από τα φώτα
της πολιτείας και φτάνεις ως τα νέφη τ’ ουρανού;

κερασιά κ καρυδιά γεμίζουν την αυλή. ωραίο το φθινόπωρο, αλλά έχει πολύ σκούπισμα.

13 Σχόλια

Filed under τόποι που φαντάστηκα, φωτογραφικά

κι όμως

«κι όμως το ξέρω

πως σε τούτη τη βαθιά σιγή,

στην απλωσιά του κόσμου,

είν’ ακόμη σκόρπια από αιώνες

τα γαλήνια μέλη του θεού μου (..)»

Γ. Σικελιανός

Ανάμεσα σε αφόρητες, μέτριες και υπέροχες ώρες, υπάρχει κάπου αυτή η άγνωστη γυναίκα στην Πάτμο.

Την ώρα που στρίβω μπροστά της και κοντεύω να τρακάρω (αφού προσπαθώ να φωτογραφίσω με το ένα χέρι στο τιμόνι), το τραγούδι απ’ το cd επιμένει ότι το καλοκαίρι θα ‘ρθει.

7 Σχόλια

Filed under τόποι που φαντάστηκα, φωτογραφικά

5/5 – έξω

τί είδα εκεί έξω:

*

Κατεβήκαμε στο πανεπιστήμιο την ώρα που το ΠΑΜΕ περπατάει στη Σταδίου. Απ’ τα μεγάφωνα κλασσικά Ξυλούρης. Ο κόσμος είναι πάρα πολύς. Βλέπεις αρκετά μετά το Σύνταγμα τους πρώτους, οι τελευταίοι ακόμη δεν έχουν ξεκινήσει από την Ομόνοια.

*

Λίγα μέτρα παραπέρα αρχίζει η άλλη πορεία. Πρωτοβάθμια σωματεία και λοιποί. Οι τελευταίοι, μου λέει απ’ το τηλέφωνο ο Γ., είναι μετά την ΑΣΟΕΕ, ενώ κάποιοι είναι στην Αλεξάνδρας. Μετά την ανακοίνωση των μέτρων για τη μη κατάργηση του 13 και 14 μισθού στον ιδιωτικό τομέα, πίστεψα ότι ο κόσμος στην απεργία θα ήταν αρκετός, αλλά όχι ιδιαίτερα πολύς. Έκανα λάθος. Στις συζητήσεις άκουγες συγκρίσεις και υπολογισμούς. Ακόμη δεν μπορούσα να χωνέψω το μέγεθος του πλήθους.

*

Περπατώντας σημειωτόν παρατηρείς μερικά πράγματα. Τα μπλοκ είναι πυκνά, όχι η συνηθισμένη εικόνα με τους διαδηλωτές να περπατάνε αραιά. Δεν μπορούσες να προχωρήσεις μπρος πίσω, για να δεις πόσος κόσμος υπήρχε πίσω. Παρόλο που απ’ την αρχή της Σταδίου εμφανίστηκαν τα ΜΑΤ με τις γνωστές χημικές διαθέσεις, τα γνωστά συνθήματα «μπα – γου – δο» ακούστηκαν λιγότερο από ποτέ. Η κουβέντα που σερνόταν στα στόματα και έδινε τον παλμό ήταν το «να καεί το μπουρδέλο η βουλή». Η ένταση ήταν πρωτοφανής, νομίζω. Αν θεωρούμε ότι ο προπέρσινος Δεκέμβρης είχε οργή, ας το ξανασκεφτούμε. Στο σημείο εκείνο, λίγο μετά την κορυφή των πρωτοβάθμιων σωματείων, στη Σταδίου, τα ΜΑΤ ξεκίνησαν να πετάνε τα πρώτα χημικά.

*

Ενδεικτικό της κατάστασης ότι με την Ι. επαναλήφθηκε τουλάχιστον τέσσερις φορές ο διάλογος:

Ι: «Πάμε λίγο πιο γρήγορα, εδώ έχει μαύρους».

Moi: «Πού μωρέ; Δεν είναι αυτοί, καμία σχέση».

Μπροστά μας παιδιά χωρίς κουκούλες, τριαντάρηδες και ακόμη μεγαλύτεροι πετάνε μπουκάλια ή και πέτρες στα ΜΑΤ. Δεν έχουν σχέση με αυτούς που σπάνε συστηματικά ή που είναι οργανωμένοι. Πάνω απ’ τα νέφη, πάνω απ’ τον καπνό έχει κατακάτσει μια τρομερή αγανάκτηση.

*

Φτάνουμε στο Σύνταγμα στο κάτω μέρος της πλατείας. Ήδη πάνω γίνονται κάποια μικροεπεισόδια. Ο κόσμος αρχίζει να ανεβαίνει την ανηφόρα στα δεξιά της πλατείας για να φτάσει επιτέλους στο κοινοβούλιο. Με το που φτάνουμε στο τέλος της Όθωνος τρώμε τα δακρυγόνα. Ο κόσμος αρχίζει να τρέχει προς τα πίσω. Φωνάζω ένα «ήρεμα, μην τρέχετε», σκεφτόμενος ότι καλύτερα το χημικό παρά να ποδοπατηθούμε. Κάνω λάθος γιατί αυτό το πράγμα ή είναι πολύ δυνατό ή έχει σκάσει ακριβώς στα μούτρα μας. Μια κοπέλα πέφτει λιπόθυμη κάτω, δύο παιδιά κουβαλάνε έναν γέρο που παλεύει να πάρει ανάσα. Ο κόσμος είναι μέσα στην πλατεία και στη Φιλελλήνων. Ορισμένοι πετάνε πέτρες στις τράπεζες της Όθωνος, σπάνε κάμερες και χειροκροτούνται. Ανεβαίνουν σιγά σιγά πάλι προς τα πάνω, πετάνε πέτρες, δέχονται ξανά δακρυγόνα έρχονται πίσω. Προς το παρόν σάστισμα. Το κύμα έρχεται τώρα απ’ τον μεγαλύτερο κόσμο, αυτόν που δεν σπάει. «Να καεί, να καεί..». Ο κόσμος αρχίζει προς τα πάνω ξανά, μαζί με αυτούς που κρατάνε πέτρες, αξεχώριστα. Προχωράνε μπροστά, δακρυγόνα ξανά. Το γνωστό πήγαινε έλα όχι όμως μεταξύ κουκουλοφόρων και αστυνομικών, αλλά μεταξύ ΜΑΤ και σώματος της διαδήλωσης. Το σύνθημα που επαναλαμβάνεται δεν είναι ένα απλό σλόγκαν. Είναι η συμπύκνωση της οργής, είναι πραγματική επιθυμία. Νωρίτερα κάποιοι δίπλα μου συγκρατούν δυο κουκουλοφόρους λέγοντας «μη σπάτε ρε, κρατηθείτε. Περιμένετε να φτάσουμε στη βουλή». Ένας αριθμός ανθρώπων (100.000; 200.000; 30.000; πες όσους θες) ζητάει επίμονα και με τρομερή ένταση το θέαμα της βουλής που καίγεται. Αυτή ήταν η αίσθησή μου, μπορεί να έκανα και λάθος.

*

14:12. Το πιο ζόρικο δακρυγόνο που έχω φάει στη ζωή μου μόλις ανοίγω τα μάτια μου μοιάζει να είναι το πιο ανίσχυρο όπλο να αντιμετωπίσει τα πρόσωπα γύρω μου. Ο κόσμος καταπίνει τα νέφη με μάτια δακρυσμένα και ορθάνοιχτα. Δίκαιοι και άδικοι, μπάχαλοι, αριστεριστές και αγαναχτισμένοι σαραντάρηδες για μια στιγμή είναι ένα αποφασισμένο σώμα. Σ’ αυτό το σημείο ο Παπαγιώργης μας θυμίζει τη φράση του Ποζνιτσόφ: «Δεν μπορώ να εγγυηθώ για τον εαυτό μου».

*

Την ώρα του δακρυγόνου που προανέφερα η Α.Μπ. μου λέει, ότι έχει πάρει φωτιά η Marfin κοντά στον Ιανό και μιλάνε για δύο αγνοούμενους, δεν απαντάνε στα κινητά τους. Είναι λέει οι πυροσβέστες μέσα και ψάχνουν. Δεν δίνω πολύ σημασία. Λέω: ε καλά δεν πιστεύω να ήταν κανείς μέσα. Άμα ήταν θα μιλούσαν στους πυροσβέστες, θα τους έβρισκαν.

*

Ακολουθεί το γνωστό κυνηγητό. ΜΑΤ, διαδηλωτές, χημικά. Περαστικοί και άλλοι θαμώνες από μαγαζιά βρίζουν τους αστυνομικούς. Το επιχείρημα είναι πολλές φορές ότι τα μέτρα στρέφονται και εναντίον τους. Γιατί υπερασπίζονται τους κλέφτες; Αρχίζουν φωτιές. Στο παράρτημα του υπ. Οικ. σε αμάξια, σε κάδους. Έχουμε φτάσει στην Δ. Αρεοπαγίτου.

δυνατό σουτ στο κέντρο της εστίας

*

Λίγο πιο κάτω η Α.Μπ. μου λέει ότι η πυροσβεστική έστειλε στους συντάκτες ότι έχουμε τρεις νεκρούς στην τράπεζα. Παγώνω. Παίρνω τηλέφωνα, για κάποιο λόγο θέλω να το πω και σε άλλους. Δεν είναι θέμα ενημέρωσης, θέλω να μοιραστώ κατά κάποιο τρόπο το βάρος. Ο Α. είναι στα προπύλαια. Το έχει ακούσει. Μου λέει: Όταν περνούσα από κει, είχε ανάψει μια μικρή φωτιά στην τράπεζα. Κάποιοι είχαν βγει στα μπαλκόνια. Ως συνήθως οι διαδηλωτές τους έβριζαν, λέγοντας τους ότι θα έπρεπε να απεργούν. Ένας άντρας απ’ το μπαλκόνι, λέει: «όχι έτσι ρε παιδιά. Θα καούμε ζωντανοί». Ένας ηλικιωμένος λίγο πιο μπροστά φωνάζει «να καείτε μουνάκια».

*

Ο Α. ήταν μετά έξω απ’ την τράπεζα. Με παίρνει και μου λέει ότι κάποιοι υποστηρίζουν ότι είναι ψέματα. Του λέω το είπε μέχρι και το BBC. Του λέω είναι τελείως μλκ αυτό. Πρέπει να φύγει ο κόσμος από κει. Μου λέει: Μόλις ήρθε ο Βγενό. Το πλήθος φωνάζει «να τος να τος ο πρωθυπουργός» και «προσοχή προσοχή δολοφόνος με γυαλί». Είναι με δέκα μπράβους και μερικούς αστυνομικούς. Κάποιος του φωνάζει: «έτσι θα κυκλοφορείς από δω και πέρα»

*

Είμαι ακόμη Φιλελλήνων. Η Ρ. μου λέει στο τηλέφωνο ότι το έμαθε. Μου λέει ότι αρκετός κόσμος έχει μαζευτεί Εξάρχεια. Έχουν τρελαθεί μου λέει. Φωνάζουν «σε μία μέρα Αργεντινή». Ο κύριος δίπλα μου που ακούει να επαναλαμβάνω το τηλεφώνημα λέει: «τι λέτε ρε παιδιά; Είναι παράδειγμα η Αργεντινή; Είναι περίπτωση ήττας αυτή». Η Ρ. συνεχίζει: «φοβάμαι ότι περνάμε τα στάδια πολύ γρήγορα. Μοιάζει με εμφύλιο. Ή με τους από δώ ή από με τους από κει». Βρίζουμε κι οι δύο, αλλά όχι με ιδιαίτερο σιχτίρι. Έχουμε παγώσει.

*

Η  Α.Μπ. μου λέει απ’ το τηλ. ότι ο Σκάι παίζει κανονικά, ενώ κι η ΕΣΗΕΑ μάλλον θα σταματήσει την απεργία. Πάω με τα πόδια σπίτι. Σκέφτομαι ότι ζούμε ιστορικές στιγμές. Περνάω μια διάβαση στη Βουλιαγμένης σκεπτόμενος ακριβώς τις 14:12 όταν κάποιοι στην Όθωνος κουνάνε τα χέρια τους προς τη Φιλελλήνων λέγοντας: «Πάμε ρε, όλοι μαζί, μην φοβάστε». Το πλήθος ξεκινάει να πολιορκήσει τη Βουλή. Τρώει κι άλλα χημικά. Κάποιοι αρχίζουν να περπατάνε προς τα κάτω την Φιλελλήνων. Μπροστά στην ΑΔΕΔΥ υπάρχουν κάποια πολυτελή αυτοκίνητα. Υπήρχαν. Επιστρέφω στις 14:12. Αν ο κόσμος προχωρούσε λίγο ακόμη προς τη Βουλή, σκέφτομαι ότι δε θα είχαμε μόνο τρεις νεκρούς. Υπερβολικός ή όχι το πιστεύω. Η ένταση του κόσμου ήταν για μένα πρωτοφανής.

*

Στο σπίτι με παίρνει ο Α. Είναι βαρύς. Μιλάει και για μένα. «Δεν μπορώ να μη σκεφτώ ότι για αυτούς τους 3 ανθρώπους φταίμε κι εμείς. Έχουμε ευθύνη. Κάτι πρέπει να γίνει. Τι όμως; Ν’ αρχίσουμε να πλακωνόμαστε δηλαδή στο δρόμο με τους μπάχαλους;». Του υπενθυμίζω ότι σήμερα πέτρες (εντάξει όχι μολότοφ, αλλά πέτρες) πετούσε ένα σωρό κόσμος. Πολύς κόσμος. Ύστερα συμφωνώ μαζί του. Δεν μπορώ παρά να σκεφτώ ότι στις φλέβες μας κυλάει η ένταση μιας φοβερής διαδήλωσης. Δεν μπορώ παρά να σκεφτώ ότι στα ακροδάχτυλά μας υπάρχει έστω και λίγο απ’ το αίμα αυτών των ανθρώπων.

*

Οι στίχοι του Βάρου («πάρε τηλέφωνο τη μοναξιά σου ή βγες ξανά στο δρόμο της φωτιάς») θα έβγαιναν απ’ το στόμα μου με όλο τον λαϊκισμό που λιμνάζει μέσα μου. Τώρα όμως έχουμε τρεις νεκρούς να σκεφτούμε και να πενθήσουμε. Αν ήταν αλλιώς αυτή η μέρα, θα της έπρεπε μια ανεπανάληπτη ανάσα αισιοδοξίας. Τώρα της πρέπει προβληματισμός, περίσκεψη, αναστοχασμός.

[ακολουθούν σχόλια:

Υγ. να λέμε τις δολοφονίες, δολοφονίες.

Υγ2. να μη λέμε δημοκρατία ό,τι απέμεινε απ’ τη δημοκρατία.

αυτό που κάνω ίσως να λέγεται και λαϊκισμός]

111 Σχόλια

Filed under #griots, imfgr, πολιτικά, φωτογραφικά

το διάλειμμα ήταν πάντα πολύ λίγο

Όσο λιγότερες είναι οι μέρες των διακοπών, τόσο περισσότερο αργείς να γυρίσεις.

(«It’s funny, Jimmy, life has a way of flying by faster than any old

summer vacation really fucking does», που είπε κι ο Bill Nunn

σε εκείνη την ταινία, λίγο πριν οι σφαίρες τελειώσουν οριστικά τον

σύντομο ρόλο του.)

5 Σχόλια

Filed under φωτογραφικά

οι αφιλότιμοι

Πάσχα 09 – Σαμοθράκη.

υγ. στα σοβαρά τώρα, για το Πάσχα είχε γράψει ο Αρανίτσης το 2005

8 Σχόλια

Filed under φωτογραφικά

24/2 – έξω

Σήμερα πέρα απ’ όλα τ’ άλλα (τον πολύ κόσμο, τα μικρομπάχαλα, την ξανά τραγική στάση της αστυνομίας), μένει η εικόνα αυτών των ανθρώπων που χορεύουν και τραγουδάνε στη μέση της Πατησίων, της Σταδίου, της πλατείας Συντάγματος.

Και αυτό που ακούγεται ανάμεσα σε λέξεις ακαταλαβίστικες και αλλόκοτες. Οι φωνές εναλλάξ:

Freedom – Liberté. Το μόνο σύνθημα που δεν τελειώνει.

Απεργοί και διαδηλωτές παρατήστε τις ντουντούκες, το αργό περπάτημα, τα αμυντικά αιτήματα και τα συνθήματα για μισθούς και συντάξεις. Ας πιάσουμε ξανά τα βασικά. Ας μιλήσουμε για ελευθερία.

Πιάστε κλαρίνα, βιολιά, λύρες και κιθάρες. Ο κόσμος θα παρασυρθεί στο μέλλον από έναν ιλιγγιώδη χορό.

υγ1. video thanks to αρχόντισσα.

υγ2. όλο και περισσότερο βαθαίνει το χάσμα ανάμεσα στο σώμα της πορείας και τους τριγύρω με τις πέτρες και τις λοστούς. Πιάνονται στα χέρια, κάποιοι βρίσκονται και τους χωρίζουν. Άραγε πηγαίνουμε προς κάποιου είδους οριστική ρήξη ή απλά πρόκειται για τυχαία περιστατικά;

υγ3. οι Αφρικανοί βρίσκονταν στο μπλοκ της εργατικής αλληλεγγύης.

9 Σχόλια

Filed under φωτογραφικά, ασυναρτησίες, διάφορα

μόνο τον ήχο του νερού

γριά βάθρα

Μετά από πέντε χρόνια πέρασα ξανά από την Κομοτηνή. Έμεινα περίπου δύο ώρες και είδα όχι πια μια πόλη, αλλά ένα νέο Ψυρρή, ένα γκέτο από καφετέριες, καναπεδάκια και τεράστια γυαλιά ηλίου. Το απόγευμα (Σεπτέμβρη του ’99) που πρωτοέφτασα στην πόλη, υπήρχαν τέσσερις καφετέριες στην πόλη κι όλες είχαν τους δικούς τους θαμώνες. Τώρα, σε δέκα λεπτά μέτρησα πάνω από είκοσι. Στο εστιατόριο απέναντι απ’ το «Αλάβαστρο», πάνω απ’ τα κεφάλια δεν κρέμεται πια κληματαριά, αλλά λευκές πλαστικές ομπρέλες. Στο ταβερνείο στο πλακόστρωτο, μέσα στα τούρκικα στενά, κάθονται σε ξύλινους καναπέδες με μαξιλάρες, σαν κι αυτούς των καφέ. «Χέστηκαν αυτοί αν σαβουρώνουν τις νοσταλγίες του» έγραφε ο Γκόρπας. (αλλά μάλλον παθαίνω παράκρουση, σε λίγο να δεις που θα μιλάω για γιασεμιά. Αδυνατώ να πυροβολήσω τον Κηλαηδόνη μέσα μου). Άγνωστος μεταξύ αγνώστων, σκοτώνω κάθε δευτερόλεπτο το παλιό μου σπίτι. Στο μπαλκόνι μου τα παντζούρια κλειστά. Δεν μένει κανείς. Μια ατέλειωτη σειρά από τραπεζοκαθίσματα σβήνει πρόσωπα, καταπίνει ονόματα. Φίλοι, συμφοιτητές, γνωστοί, όλοι ήταν μεθυσμένοι απ’ τον ανατολικό άνεμο. Τώρα οι γυναίκες μου δεν έχουν πια από πού να κρατηθούν, πού να υπάρξουν. Αν δεν είχαν μείνει μερικές φωτογραφίες, θα έλεγα πως δεν αγάπησα ποτέ, τόσα χρόνια εκεί πάνω.

γριά_2

Το Μεγάλο Σάββατο χάσαμε την Ανάσταση. Κατεβήκαμε απ’ το αυτοκίνητο περίπου στις 12:03. Κρίμα. Οι ντόπιοι στη χώρα περπατούσαν χαλαροί, να πάνε για τη μαγειρίτσα. Χάσαμε το «θανάτω θάνατον πατήσας» για τρία λεπτά. Αλλά κι εμείς δεν ξέρουμε τί θέλουμε. Βλέπουμε παιδιά να κάνουν το σταυρό τους κι εκνευριζόμαστε. Βλέπουμε τις απουσίες που κάθε χρόνο πολλαπλασιάζονται πίσω απ’ τον επιτάφιο και νιώθουμε ηττημένοι. Μας είναι τόσο δύσκολο να περπατήσουμε μαζί, να βρούμε μια κοινή συνισταμένη, αν δεν ικανοποιούνται πλήρως οι ψευδοιδεολογικές μας πεποιθήσεις. Μας είναι εύκολη η ειρωνεία. Κρίμα. Δεν πλησιάσαμε με ειλικρίνεια ούτε τον παλιό κόσμο και τις συνήθειές του, ούτε και μιλήσαμε ακόμη καμιά καινούρια γλώσσα. Τουρίστες στο ίδιο μας το χωριό, μακρινοί παρατηρητές κάποιων ξένων, που χορεύουν από συνήθεια στην πλατεία της γειτονιάς μας. Μας έμεινε το φαΐ. Χάσαμε την Ανάσταση για τρία λεπτά. Φάγαμε όμως καλά. Όταν ήμουν πιο μικρός, παραδεχόμουν ότι ήταν μια ωραία στιγμή, όταν ξαφνικά όλοι άρχιζαν να φιλιούνται κι ύστερα ν’ ανηφορίζουν σιγά σιγά σε παρέες προς τα σπίτια. Τώρα η μόνιμη επωδός, «τί θα κάνουμε μετά;». Τουλάχιστον να υπήρχε κάπου εκείνο το πράσινο ακρογιάλι.

dsc_0154

Την Παρασκευή κάποιοι κουβαλούσαν τον επιτάφιο κι άλλοι ακολουθούσαν μ’ εκείνο το άθλιο υπό μάλης. Την επόμενη πάλι εκεί. Πόσο πρέπει να έβριζαν και να καταριούνται οι φαντάροι; Πόσος ύπνος να τους έλειπε; Σίγουρα θα τον άλλαζαν για λίγα λεπτά με εκείνη που τους έλειπε. Κι όμως έπρεπε να ‘ναι εκεί, βαρείς και νυσταγμένοι, μες στη βλαστήμια τους. Παρακολουθούσαν έναν παπά να λέει τα δικά του και κάποιους ξένους να κανονίζουν τα αυριανά κιλά κατσίκι.

γρια_3

Σε ορισμένα σημεία στη Σαμοθράκη έβλεπες παλιά αμάξια παρατημένα. Φορτηγά στην άκρη χωραφιών με ανοιχτές πόρτες. Μέσα τους είχαν φυτρώσει λουλούδια, θάμνοι και χόρτα. Τα κατσίκια τα κύκλωναν, ξάπλωναν στη σκιά τους. Για μια στιγμή έλεγες πως απέκτησε επιτέλους κάποιο νόημα αυτή η ρημάδα η ύπαρξή τους.

θέρμα

Στο νησί σχεδόν πέντε μέρες δεν άκουσα ούτε μία κόρνα. Ούτε μουσικές έφτασαν στ’ αυτιά μου. Όποτε στεκόσουν στην πόρτα του σπιτιού, όποτε ξάπλωνες τη νύχτα, μπορούσες ν’ ακούσεις καθαρά τον ήχο του νερού. Το ποτάμι που έτρεχε να βγει στη θάλασσα. Όταν ανεβαίναμε στις βάθρες και στους καταράκτες, κάποιες στιγμές η βουή ήταν τόσο δυνατή, που έπρεπε να φωνάζουμε για να ακούσει ο ένας τον άλλο. Όταν περπατούσαμε πάνω στα βράχια, κάποιες στιγμές η βουή ήταν τόση δυνατή που δεν χρειαζόταν να μιλάμε για να ακούσει ο ένας τον άλλο. Έφτανε να βλέπουμε μπροστά μας την ασταμάτητη ροή. Το χρόνο που κυλούσε σαν παγωμένο νερό. Έφτανε που ακούγαμε τον ήχο του νερού.

άτιμη επιστροφή

13 Σχόλια

Filed under τόποι που φαντάστηκα, φωτογραφικά

πριν το τέλος, ξανά η αρχή

Μια γυναίκα 107 χρονών δηλώνει επιτέλους έτοιμη να παντρευτεί. Ανησυχεί μάλιστα γιατί αν δε βιαστεί ίσως να μην καταφέρει να βρει αυτό που αναζητά.

Στην Ιταλία ο άντρας, 91 χρονών, αναβάλλει προσωρινά τη γαμήλια τελετή με την 90χρονη αγαπημένη του, αφού θέλει να προετοιμαστεί καλύτερα για κάποιους τοπικούς αγώνες ηλικιωμένων. Η γυναίκα στωικά θα περιμένει το τέλος του παιχνιδιού. Άλλωστε αγαπιούνται από τον πόλεμο.

Πριν ένα μήνα περίπου, 67χρονη κατηγορήθηκε για τη δολοφονία του 86χρονου πρώην ερωτικού της συντρόφου. Η ίδια δήλωσε ότι το τελευταίο διάστημα ο νεκρός πια εραστής της, είχε γίνει φορτικός. Εκείνο δε το μοιραίο βράδυ, πάντα σύμφωνα με τη μαρτυρία της, της ζητούσε επίμονα να συνευρεθούν ερωτικά.

Τις προάλλες δύο κυρίες συζητούσαν στη στάση. «Ναι, όπως στα λέω. Γνωρίστηκαν στο νεκροταφείο. Πήγαιναν για να ανάψουν τα καντηλάκια των δικών τους. Και τώρα παντρεύονται». «Μα καλά πόσο χρονών είναι;» «Αυτός σίγουρα 80. Αυτή μπορεί και λίγο μεγαλύτερη». Παύση. «Μωρέ ας μην είχα και εγώ την καρδιά μου».

 ***

Κάποιοι πεθαίνουν ζωντανοί. Κάποιοι πάλι ζουν από καιρό σαν πεθαμένοι.

 ***

Αλλά αν θέλετε πείτε μας. Πού κοιτάτε και τί βλέπετε; Πώς γίνεται και τα βλέμματα μετά από τόσο καιρό στρέφονται πάλι προς την ίδια κατεύθυνση; Σε ποιές πηγές βουτήξατε και τώρα ζείτε μες στο πάθος, την αναμονή, τον έρωτα, το χιούμορ, το έγκλημα; Τί βλέπετε και αυτό που εμείς ονομάζουμε αντοχή, το λέτε εσείς λαχτάρα;

dsc03587

17 Σχόλια

Filed under τα ελάχιστα, φωτογραφικά