Category Archives: υπερβολές

για μάντεψε σκατόμαγκα*

Διαβάζοντας αυτό εδώ το μάλλον απαράδεκτο άρθρο ήρθαν στο μυαλό μου δύο πράγματα.

Αρχικά σκέφτηκα για χιλιοστή φορά, ότι υπάρχει μια τεράστια απόσταση μεταξύ δημοσιογραφίας και media. Ίσως στο ελάχιστο σημείο που τέμνονται αυτά τα δύο, η έννοια και το επάγγελμα, να κατοικούν κάποιοι ελάχιστοι, αλλά το θέμα μου δεν είναι η καταρράκωση της δημοσιογραφίας ή το κουτσομπολιό ως πολιτική στάση. Γιατί ο τρόπος που είναι γραμμένο το κείμενο είναι ωραίο θέμα για συζήτηση (πάντα είναι ωραίο να βρίζεις τους επαγγελματίες των media), αλλά τελικά κόλλησα αλλού.

«Ηµασταν σαν τις πόρνες µετά την πρώτη τους φορά» εξοµολογείται µιλώντας στο «Βήµα της Κυριακής» κορυφαίο στέλεχος της κυβέρνησης όταν αναφέρεται στην ψυχολογική κατάσταση των µελών του Υπουργικού Συµβουλίου την ηµέρα της συνεδρίασης για την επικύρωση του µνηµονίου στις 5 Μαΐου 2010. «Κοιτάζαµε ο ένας τον άλλον και ήµασταν όλοι χλωµοί» λέει. «Αισθανόµασταν µεγάλη ντροπή, αφού δεν µπορούσαµε να πιστέψουµε ότι εµείς, το ΠΑΣΟΚ, οδηγήσαµε την Ελλάδα στο ∆ΝΤ και τεµαχίσαµε µισθούς και συντάξεις». Και καταλήγει: «Από τότε έχουµε εκπορνευτεί πλήρως. Εχουµε κάνει τα ίδια πράγµατα πολλές φορές χωρίς να αισθανόµαστε ίχνος ντροπής»

Το παραπάνω σχόλιο, εκτός από κακόγουστο, προσβλητικό και μίζερο, είναι και βαθιά αντιδραστικό. Φαντάζομαι το κορυφαίο στέλεχος της κυβέρνησης, να λέει ότι «ήτανε σαν πόρνη μετά την πρώτη φορά». Ένας εκλεγμένος εκπρόσωπος του (κατά Βενιζέλου) έθνους, ένας κοινωνικά καταξιωμένος, ένας επιτυχημένος των ημερών, σχολιάζει την ψήφιση του μνημονίου, χρησιμοποιώντας ως έσχατο σημείο αναξιοπρέπειας τις πόρνες. Τον σκέφτομαι σαν γυμνασιάρχη του ’50, με τη βέργα στο ένα χέρι και το ευαγγέλιο στο άλλο. Ένας Βασίλης Διαμαντόπουλος του Μάθε παιδί μου γράμματα, χωρίς όμως την όποια καλοσύνη, τη γνώση ή το ταλέντο.

Πιο αντιδραστικό απ’ το να ψηφίζει το μνημόνιο, είναι η μ’ αυτόν τον τρόπο σύνδεση της αίσθησης του εξευτελισμού με τις πόρνες. Αγνοώντας όλες τις πιθανότητες, απ’ το τράφικινγκ μέχρι τις ζόρικες προσωπικές επιλογές, το κουρφαίο κυβερνητικό στέλεχος εξισώνει μια πολιτική απόφαση με ιστορίες ζωής, που δεν χωρούν στο υπερεξοπλισμένο όσο και στενό γραφειάκι του στη βουλή.

«Η αστική κοινωνία αυτοθαυμάζεται. Ο δολοφόνος, ο πούστης, ο κλέφτης, η πουτάνα, σπάνε τον καθρέφτη» λέει ο Πετρόπουλος. Αντιθέτως, το κορυφαίο κυβερνητικό στέλεχος, μέσα απ’ την γυάλα του μεγάλου κτιρίου που δεσπόζει στο κέντρο της πόλης, κάτω απ’ την προστασία του κομματικού στρατού και τα αποχαυνωτικά φώτα του τηλεοπτικού στούντιο αδυνατεί ν’ αντιληφθεί πόσο μικρός είναι ο κόσμος του. Τελειώνει τις μέρες του, ακούγοντας τις αοριστολογίες του Μπένυ, τα παράπονα του αντιπροέδρου και απαντώντας στις αιτήσεις για άλλο ένα ρουσφέτι. Την ίδια ώρα, η ζωή κυλάει άγρια, σκληρή, αντιφατική και κάποτε υπέροχη στον παράδρομο της Συγγρού, στα προσεχώς Βουλγάρες, στα Πατήσια και την Ευρυπίδου. Ούτε καν υποψιάζεται το κορυφαίο κυβερνητικό στέλεχος, ότι ο εξευτελισμός για τον οποίο μιλάει και τον οποίο χρεώνει στις πουτάνες, δεν είναι τίποτα, μπροστά στο ηθικό κενό που γεμίζει τα βουλευτικά έδρανα. Συγκρίνει, για χάρη του ρεπορτάζ, την αληθινή ζωή, τη ζωή που μάχεται και πέφτει ανάμεσα σε τέρατα και άγιους, με την πασοκική καθημερινότητα, γεμάτη συμφωνίες με ιδρωμένες παλάμες και στημένα χειροκροτήματα. Δεν θέλουμε τις αόριστες, καλοσιδερομένες, τάχα αυθόρμητες εκδηλώσεις συναισθηματισμών και τύψεων. Δεν τις πιστεύει κανείς.

Με άλλα λόγια, ακόμη περισσότερο απ’ τα ίδια τα κάθε φορά έκτακτα μέτρα δεν αντέχω αυτή την αντίληψη της κοστουμαρισμένης ευτυχίας, της επαγγελματικής εξέλιξης και της προαγωγής σε εκείνο το ον, που στάζει κυνισμό και χαρτονομίσματα. Κύριε κορυφαίε, κύριε κυβερνητικό στέλεχος δεν είσαι ο αφρός των ημερών, δεν είσαι το πρότυπο ζωής, δεν είσαι καλύτερος από τον οποιονδήποτε παλεύει με τα θηρία της πραγματικής ζωής. Η ντροπή δεν ζει με τις γυναικες που εκπορνεύονται.  Η ντροπή δεν συγκεντρώνεται στον κόσμο που ζει παραδίπλα και έξω απ’ τον κόσμο σου.

Η ντροπή κατοικεί μονίμως στα υπουργικά συμβούλια, στα πάρτι με τα ακριβά κοστούμια και τον ρέμο στα ηχεία, στα τζιπ που καβαλάνε τα πεζοδρόμια του κέντρου, στους βουλευτές με τις οικιακές βοηθούς. Η ντροπή κολλάει σα βδέλλα πάνω στις υπογραφές που κάνουν την πρόσθεση και βγάζουν το άθροισμα 575€. Η ντροπή γεμίζει όσους μπέρδεψαν τη ζωή με την αναγνωρισιμότητα και τα ποσοστά δημοφιλίας.

Κατά τ’ άλλα ξανά και ξανά.

(via domianos )

* ο κώλος μου τί μυρίζει, που λέει και το τραγουδάκι.

19 Σχόλια

Filed under υπερβολές

να παίρνεις τα φυλλάδια στα φανάρια

Την περασμένη βδομάδα κρεμόμαστε ξανά απ’ τις ανακοινώσεις του Μπένυ. Τ’ ακούω στωικά, με λίγο εκνευρισμό, λιγότερη αγωνία, περισσότερο σιχτίρι. Ενώ έχω κόψει τα δελτία ειδήσεων, τη μέρα εκείνη ξαναπέφτω. Παρακολουθώ σχετικά προσεχτικά τον Κουτρουμάνη στο μέγκαμου, να μιλάει για τις συντάξεις, να προσπαθεί να εξηγήσει τί (ακόμη) κόβεται, τις μειώσεις έρχονται κλπ. Ερωτήσεις επί ερωτήσεων, μισές απαντήσεις, τα προηγούμενα μέτρα, τα επόμενα, το νέο φορολογικό. Δεν είμαι πια τσαντισμένος. Συνειδητοποιώ ότι κοιτώντας τον υφυπουργό στην τηλεόραση, επικεντρώνομαι στο βλέμμα του, που για πρώτη φορά μου μοιάζει ότι αποφεύγει τον φακό. Μου περνάει απ’ το μυαλό ότι μπορεί να ντρέπεται, αλλά αμέσως διαφωνώ με τον εαυτό μου. Διαπιστώνω ότι αυτός που ντρέπεται είμαι εγώ. Ύστερα καταλαβαίνω ότι το μόνο που μπορώ να νιώσω γι’ αυτούς τους ανθρώπους πια, είναι ένα ατέλειωτο σίχαμα, μια βαθιά περιφρόνης. Η αίσθησή μου επιβεβαιώνεται, όταν μετά από λίγο, παρακολουθώ το πραγματικά ανυπόφορο δίδυμο μόσιαλου-μαρκόπουλου στο άλτερ. Συζητάνε λέγοντας ακριβώς τα ίδια που λέγανε προχθές, πέρσι, πριν 5 χρόνια. Μόνο περιφρόνηση γι’αυτά τα άτομα. Δεν είναι τίποτα πια, είναι σκέτος αέρας, μηδενικά που βγάζουν ήχους. Το μόνο που κρατάω στο μυαλό μου, πατώντας το μαγικό κόκκινο κουμπί, είναι κάτι σαν απορία: είναι δυνατόν να ελπίζουν αυτοί οι άνθρωποι ότι θα έχουν ξεχαστεί σε είκοσι ή τριάντα χρόνια; Τους φαντάζομαι πλούσιους, ακόμη κουστουμαρισμένους, μονίμως πετυχημένους και εντελώς αξέχαστους. Αντιμέτωπους με τη συλλογική μνήμη, τη μαζική φτώχια ή τα βλέμματα μιας χαμένης γενιάς.

***

Κλείνοντας την τιβί, αναρωτιέμαι πώς ανακοινώνεις στους γονείς σου άλλη μια μείωση της σύνταξης. Μου έλεγε καλός φίλος τις προάλλες: «δεν φοβάμαι για μένα, ότι κι αν γίνει. Οτιδήποτε, όσο σκληρό και αν είναι. Το έχω σκεφτεί, θα προσπαθήσω να το αντιμετωπίσω. Σκέφτομαι όμως κάποιους δικούς μου ανθρώπους και..» σταμάτησε απότομα τα λόγια του, δεν χρειαζόταν άλλο, συμφωνούσα. Αλλά πάλι, αυτή η αίσθηση περιφρόνησης με έχει κατακυριεύσει. Λες κ έχει πάρει και την οργή και την αγωνία και τις έχει κατεδαφίσει για να κερδίσει μέσα μου όλο το έδαφος. Δεν καταδέχομαι να με διαλύει ο κάθε Κουτρουμάνης, ο κάθε Μπένυ που σε κάθε του δημόσια εμφάνιση πια αναφέρεται επιδεικτικά και επίμονα στο «έθνος», ούτε καν στη χώρα. Είναι πολύ λίγοι, πολύ αναίσθητοι, πολύ κυνικοί. Ο πολιτισμός τους δεν έχει καμία σχέση με τον δικό μας. Ζουν σε άλλο πλανήτη. Η Λανγκάρντ, βγαίνει, ως εκπρόσωπος ενός αμερικάνικου, κατά βάση οργανισμού και μας κάνει διάλεξη για τον τρόπο ζωής, για τις θυσίες, για το πώς πρέπει να αναπνέουμε ισοσκελισμένα. Την ίδια ώρα, μερικά χιλιόμετρα παραδίπλα, πλάι στην ηθικολογία και τις ανθρωποθυσίες του ΔΝΤ, δολοφονείται εν ψυχρώ κάποιος Τρόι Ντέιβις. Αθώος ή ένοχος, δεν έχει καμία σημασία. Ο πολιτισμός τους σηκώνει το όπλο, κηρύττει τη λιτότητα, λέει πως ζούσαμε πάνω απ’ τις δυνατότητές μας, αποφασίζει πως η μόνη δυνατότητα ενός Τρόι Ντέιβις είναι ο θάνατος. Ο πολιτισμός των Ευρωπαίων πάλι, μας κουνάει το δάχτυλο, φωνάζει ότι δεν είμαστε ανταγωνιστικοί, εργατικοί, αποτελεσματικοί. Ο πολιτισμός των Ευρωπαίων δεν γουστάρει τα περιττά έξοδα. Δεν συνεχίζουμε με τους μετανάστες, τους άστεγους και ένα σωρό άλλους. Το βασικό είναι να απολύονται δημόσιοι υπάλληλοι. Το βασικό είναι να κόβεται το ρεύμα σε όποιον δεν έχει να πληρώσει. Το βασικό είναι να φορολογείται ο μισθός σου που είναι 400€. Το βασικό είναι να μειώνεται η σύνταξη του ΟΓΑ. Μόνο έτσι επιτέλους θα γίνουμε σωστοί Ευρωπαίοι. Μόνο έτσι ο Μπένυ θα σώσει το έθνος.

Μόνο περιφρόνηση. Δεν ανήκουμε σε τίποτα κοινό. Δεν μας εμπεριέχει καμία αφαίρεση, καμία πραγματική φαντασιακή κοινότητα. Περιφρόνηση στους εξουσιομανείς.

***

Περπατάω στην Πανεπιστημίου δύο μεσημέρια μετά. Στ’ ακουστικά έτσι, για το σπάσιμο, πώς να σωπάσω μέσα μου την ομορφιά του κόσμου. Λίγο πιο μπροστά, βλέπω ξαφνικά έναν άντρα να πέφτει. Σωριάζεται απότομα στο πεζοδρόμιο. Κατευθείαν, τρέχουν αυτοί που περπατούσαν δίπλα του και ένας δυο απ’ το παρακείμενο τυροπιτάδικο. Του μιλάνε, ένας φέρνει ένα μπουκαλάκι νερό. Ο άλλος βγάζει το κινητό, ρωτάει τον άνδρα: «είσαι καλά; Θες να τηλεφωνήσω σε κάποιον;». Εκείνη την ώρα, παρατηρώ μια γυναίκα που κάνει δυο βήματα πίσω απ’ τον πεσμένο. Πιάνει ένα διαφημιστικό φυλλάδιο απ’ αυτά που μοιράζουν σωρηδόν στις γωνίες του κέντρου και επιστρέφει. Ύστερα, σηκώνει προσεχτικά το κεφάλι του άντρα και βάζει το διαφημιστικό φυλλάδιο από κάτω. Δεν ξέρω γιατί το έκανε, πιθανώς για να μην ακουμπάνε τα μαλλιά στο βρώμικο πεζοδρόμιο. Φεύγοντας, έπειτα από κανα δίλεπτο, πρέπει να άκουσα τρεις φορές ακόμη το ίδιο κομμάτι. Πώς να σωπάσω μέσα μου την ομορφιά του κόσμου. Ανεβαίνοντας την Ιπποκράτους, έλεγα μέσα μου, ότι είναι βέβαιο, δεν είμαστε απ΄το ίδιο μέρος εμείς. Ο πολιτισμός μας δεν σηκώνει χέρι (ή ασπίδα σε 8χρονα), δεν δολοφονεί εν ψυχρώ, δεν ψεκάζει δίκαιους και άδικους, δεν λυπάται να μοιραστεί το φαΐ του με τον δίπλα στερημένο. Ο πολιτισμός μας, εμείς οι ίδιοι, είμαστε αυτό το διαφημιστικό φυλλάδιο. Αυτή η κίνηση. Να προφυλάξουμε τα μαλλιά του πεσμένου απ’ το βρώμικο πεζοδρόμιο. Να τρέξουμε στον άγνωστο πεσμένο, ένα μεσημέρι στην Πανεπιστημίου. Είμαστε και θα παραμείνουμε ένα διαφημιστικό φυλλάδιο, μαξιλάρι στο κεφάλι των άγνωστων περαστικών.

***

Και τέλος πάντων, έχουμε συνηθίσει τον τελευταίο καιρό να βλέπουμε μόνο την (μπόλικη είναι η αλήθεια) μιζέρια και την ασχήμια τριγύρω. Ξαναδιάβασα τις προάλλες ένα παλιότερο κείμενο του Σραόσα για την Αθήνα και έτυχε να συμπέσει με τις απεργίες στα ΜΜΜ, οπότε περπατούσα αρκετή ώρα τη μέρα. Πέρασα λοιπόν από το Σύνταγμα ένα τέτοιο πρωινό και σταμάτησα να κοιτάξω πάνω την πολύπαθη βουλή μέχρι κάτω, όσο φτάνει το μάτι. Απόρησα με όσους λένε τον τελευταίο καιρό ότι το Σύνταγμα μετά τις συγκεντρώσεις έχει χάσει σε ζωντάνια (βέβαια, προσωπικά πιστεύω ακριβώς το ανάποδο). Πρέπει να ήταν γύρω στις 2 το μεσημέρι και πίστεψα ότι ήμουν μπροστά σε μια εξαιρετική, σχεδόν κινηματογραφική εικόνα. Ύστερα όταν έφτασα στο Κουκάκι, δεν ήθελα να μπω στο αμάξι. Πέρασα δίπλα από απίθανα όμορφα κορίτσια, από απίθανα – ότι να’ναι – μαγαζιά, δίπλα από εκπληκτικά συνθήματα και ενδιαφέρουσες γωνίες. Αν καταλήγω σε μια περιφρόνηση, σε μια λύπη για αυτούς τους ανθρώπους που κάνουν ότι κάνουν κι έπειτα έχουν το υπέρμετρα αλαζονικό ύφος του Μπένυ, καταλήγω και σε μια ασυνείδητη αλλά πανίσχυρη πεποίθηση ότι υπάρχει μια ομορφιά εκεί έξω, ακόμη ανέγγιχτη, γλυκιά, σχεδόν ερωτική.

Και όπως μου θύμησε ο καλός κύριος Καίσαρας, το θέμα είναι να παραμείνεις άνθρωπος.

40 Σχόλια

Filed under υπερβολές, ασυναρτησίες

κάτω οι εναλλακτικοί

Το πρώτο απόγευμα έχει μια κάπως περίεργη αίσθηση. Στην αρχή το αποδίδω στην Αθήνα, στη ζέστη, στο κουβάλημα, στη μισοσπασμένη σκηνή. Ύστερα, στην παραλία, παρακολουθώ μια συγκεκριμένη παρέα. Το βράδυ, κάποιοι φίλοι που είναι από μέρες στο ίδιο μέρος, μου περιγράφουν μια σκηνή. Παίζουν ρακέτες, και δύο τύποι που κάθονται λίγο παραπέρα, μουρμουρίζουν και απ’ τις πετσέτες τους ακούγεται: «καλά, στην Δονούσα θα παίξουν ρακέτες; Αν είναι δυνατόν».

Είναι φανερό. Το νησί είναι γεμάτο, ξεχειλίζει δηλαδή, από υπερεναλλακτικούς τύπους. Είναι οι άνθρωποι που ανεμίζουν τη γύμνια τους σαν παντιέρα. Που ντύνονται την χαλαρότητα και την ελευθεριότητα, όπως φοράνε οι δαπίτες τα πουλόβερ στον ώμο. Όπου και να κοιτάξεις, βλέπεις εξεζητημένες, υπερψαγμένες παρουσίες. Κουνάνε τα παπάρια και τα χειροποίητα κοσμήματά τους και η γύμνια τους υποτίθεται ότι αποτελεί από μόνη της την εναλλακτική τους αφήγηση. Το βράδυ χορεύουν όλοι μόνοι κι ας είναι σε κύκλο. Η εναλλακτική τους αφήγηση δεν είναι παρά ένας διαρκής αγώνας να ξεχωρίσουν, να φωτίσουν την μοναδικότητά τους. Ο καθένας απ’ αυτούς είναι εκατό εκατομμύρια φορές πιο ψαγμένος, πιο βαθύς, πιο χαλαρός και πιο αληθινός από σένα. Οι μουσικές τους είναι άγνωστες, τα βιβλία τους μυστικά, τα βλέμματά τους μονίμως επικριτικά. Ο ευλογημένος και υπέροχος εαυτός τους επιβάλλεται να κάνει παρατηρήσεις σε όποιον παίζει ρακέτες ή φοράει μαγιό.

Δε θα μας πουν λοιπόν την αλήθεια για το καλοκαίρι οι επαγγελματίες εναλλακτικοί, οι ζηλωτές οποιουδήποτε είδους. Αυτοί, όπως ακριβώς οι φανατικοί της ξαπλώστρας και του γκαζόν, σηκώνουν ένα περίστροφο και πυροβολούν το καλοκαίρι ανάμεσα στα μάτια. Διαλύουν την ιδέα μιας θερινής νήσου, αφού ζουν σε εκείνο το μέρος όπου όλα είναι πιθανά, ενώ θα έπρεπε να είναι απλά ανθρώπινα. Γεμάτα συστολή και έκσταση, αμηχανία και υπέρβαση.

Δεν ξέρω γιατί φέτος με ενοχλούν τόσο πολύ. Ίσως επειδή φέτος όλη η παρέα συζητάει για τον Βακαλόπουλο πιο έντονα από ποτέ. Ίσως γιατί αν το ερώτημα είναι «καλά, στη Δονούσα θα παίξετε ρακέτες;», τότε η απάντηση είναι ότι αν πρέπει φέτος, κάπου να παίζουμε όλοι υποχρεωτικά ρακέτες, τότε αυτό το μέρος είναι η Δονούσα.

Κάποτε στις διάφορες συζητήσεις κατηγορούσαμε τους δαπίτες της Μυκόνου και της Πάρου για αλαζονεία, ψώνιο, παραισθήσεις και κυνισμό. Τώρα στους εναλλακτικούς, μας χτυπάει κατακέφαλα η παντελής απουσία ταπεινότητας ή ακόμη χειρότερα αίσθησης της ματαιότητας. Στους γεμάτους ύφος παραθεριστές (που δεν λένε να αποδεχτούν ότι αναπόφευκτα τουρίστες είναι κι αυτοί), περισσεύει η ιδέα της μοναδικότητας, του ολοφάνερα δίκιου. Της ελάχιστης σχέσης με την πραγματικότητα, αυτής που είναι εκεί έξω και αυτής που θα μπορούσε να υπάρξει.

Όμως, αν το καλοκαίρι έχει κάποια ιδιαιτερότητα, αν τελικά υπάρχει μια αυθεντικότητα στον Ιούλιο των νησιών, αυτή δεν μπορεί να εξισώνεται με την έλλειψη μαγιό. Αντίθετα μπορούμε να εντοπίσουμε την όποια ιδιαιτερότητα σε μια φυσικότητα, η οποία έχει να κάνει με την συνύπαρξη και την ένταξη στο τοπίο, με τη σωματική επαφή ή με την κατανόηση ότι κολυμπάμε ταυτόχρονα σε μια απέραντη αφόρητη ομορφιά και σε μια εντελώς άγρια πραγματικότητα. Το βάθος των πραγμάτων προσεγγίζεται μόνο με τη δέουσα ελαφρότητα.

Και τελικά κάποια απ’ όσα θέλω να πω, τα υπαινίσσεται η πόρτα μιας τουαλέτας της οδού Ναυαρίνου. Γράφει κάποιος: «Οι ελεύθεροι άνθρωποι κάνουν ΜΟΝΟ ελεύθερο camping». Με ενδιαφέρει η ιστορία την οποία γράφει ένας άλλος που ακριβώς από κάτω απαντάει: «οι ελεύθεροι άνθρωποι κάνουν ότι γουστάρουν».

 ***

Βέβαια όλα αυτά είναι δύσκολο να σε ενοχλήσουν για πολύ. Αναζητώντας την επόμενη παραλία, ανακαλύπταμε τυχαία την ίδια πάντα μέρα που παράπεσε και τους αόρατους ανθρώπους που την κατοικούν.

* Περιμένουμε στην σκιά της ταβέρνας κάποιον καπετάνιο να μας πάει βόλτα με το καΐκι. Δίπλα οι άλλοι τρώνε. Εμείς, μεγάλη παρέα που μάλλον φωνάζει, δεν παραγγέλνει τίποτα, ενώ κάποιοι παίζουν με μπαλάκια και άλλα παρόμοια ζογκλερικά. Βγαίνει ο ταβερνιάρης και λέω τώρα θα μας κάνει παρατήρηση και δικαίως δηλαδή. Αντί για παρατήρηση όμως, βγάζει μέσα σε μια λεκάνη, μισό καρπούζι και δέκα κουτάλια. Λάβετε, φάγετε, τούτο εστί το σώμα μου.

* Ο κύριος Χρήστος, ωραίος, αργοπορημένος και γελαστός. Οδηγεί ένα γεμάτο ταξί, δείχνει το σπίτι του, καθυστερεί χαρακτηριστικά γιατί είδε ένα ξένο που περπατούσε ο κακομοίρης την ανηφόρα μες στη ζέστη. Μιλάει κουνώντας τα χέρια του. Κρατάει μια αόρατη μπαγκέτα.

* Αυστριακή ή Γερμανίδα δεν έχω καταλάβει, πάντως μιλάει κάτι σπαστά, έως πολύ σπαστά ελληνικά. Κάθεται δίπλα μου, πίνω καφέ, πίνει καφέ. Κοιτάζει στο βάθος τη θάλασσα ή τη σκηνή της, ανοίγει την τσάντα της, βγάζει το βιβλίο της. Δονούσα, 9μιση η ώρα το πρωί, η διπλανή μου Αυστριακή ή Γερμανίδα, δεν έχω καταλάβει, διαβάζει τα λόγια της πλώρης.

* Διαβάζει σ’ ένα μπαρ 11 η ώρα το βράδυ. Μόνη στο διπλανό τραπέζι, αυτή και η κίτρινη τεκίλα. Το βιβλίο είναι μάλλον του συρμού. Οι άλλοι μου λένε, «δεν είναι όμορφη». Δεν είναι όμορφη, έχει κάτι πεταλούδες ζωγραφιστές στην πλάτη, έναν λαιμό που όλο χαϊδεύει, φοράει μια περίεργη γκρι βερμούδα. Δεν είναι όμορφη λέει η παρέα. Συνεχίζει να διαβάζει και να πίνει κίτρινη τεκίλα. Μια ταμπέλα στο εσωτερικό του μπαρ λέει στα ισπανικά: «Η έλλειψη αγάπης γεμίζει τα μπαρ» (ή κάτι τέτοιο).

 ***

Οι αόρατοι άνθρωποι κρυμμένοι μες στον κόσμο, εξακολουθούν να κρύβουν όλων των ειδών τα μυστικά. Ας πούμε, ο αντίχειρας του δεξιού χεριού φτιάχτηκε για να μπορείς να συγκρατείς το κρεμμύδι μαζί με το ψωμί, όταν κάνεις βούτα στη χωριάτικη. Ή ένα σωρό ημιδιαλυμμένοι τριανταφεύγα διάβαζαν τη «γραμμή του ορίζοντος» και όλοι έμεναν στην ίδια φράση.

Είναι ένα μικρό θαύμα να κολυμπάς στο Λιβάδι της Δονούσας, ειδικά αν μείνεις ακίνητος με κλειστά τα μάτια για ώρα, φάτσα στον ήλιο. Όταν τα ανοίξεις, ο κόσμος είναι γαλάζιος, πράσινος, σέπια. Δοκίμασε αμέσως να τα’ ανοίξεις μες στο νερό. Είναι ένα μικρό θαύμα να αντιλαμβάνεσαι τις γρατζουνιές και τις αμυχές απ’ το αλάτι της θάλασσας. Στην Αθήνα ένα κουνούπι σε τσιμπάει και το καταλαβαίνεις στο δευτερόλεπτο. Να έχεις μαυρισμένες σκληρές πατούσες επειδή πατάς συνεχώς σε όλα τα εδάφη, στα χώματα και την άσφαλτο. Είναι ένα μεγάλο θαύμα να περπατάς νύχτα απ’ το λιμάνι στον Κέδρο. Ιδρωμένος, μισοπιωμένος, κουρασμένος, χωρίς νερό, κουβαλώντας όλων των ειδών τις αποσκευές. Είναι όμως εκεί ακριβώς στη μέση της θεοσκότεινης ανηφόρας, κοιτώντας λίγο τον ουρανό, λίγο τους άλλους που περπατάνε δίπλα σου, που αντιλαμβάνεσαι μια σειρά από νοήματα που δεν μπορείς και δε θες έτσι κι αλλιώς να εκφράσεις. Θέλεις να ακούσεις για έναν κόσμο ολόκληρο, για ένα παρόν που βρίσκεται ανυπόμονο και γλυκό μες στις μικροσκοπικές πλατείες και τα βράχια και τους αμίλητους ντόπιους και τα πανηγύρια του Σεπτέμβρη και τον 5χρονο Παρασκευά που συζητάει με τους θαμώνες του καφενείου στην Ερμούπολη. Ένα παρόν που βρίσκεται σε όσους χαμογελάνε σε αγνώστους και σε όσους κερνάνε καρπούζι τους ξένους και σε όσους θέλουν να χορεύουν μαζί με τους άλλους και σε όσους ξέρουν ότι ένας ικαριώτικος μπορεί να σε σώσει οριστικά. Και σκέφτεσαι, να πούμε για τη ζωή μας κάτι, που να μην μοιάζει στριφνό, μίζερο, κυνικό, μετρήσιμο. Να πούμε κάτι να μοιάζει με γάργαρο νεράκι.

67 Σχόλια

Filed under υπερβολές, ζεστές μέρες

τίποτα

Δεν θέλω να πω για τον λίγο κόσμο που κατέβηκε χτες το πρωί ή για τον περισσότερο που ήρθε το βράδυ. Για όσους απέργησαν ή για όσους δούλεψαν. Δεν θέλω να πω για όσους αποδοκίμασαν το ΠΑΜΕ, για την βόλτα του ίδιου του ΠΑΜΕ, για όσους έπιασαν πέτρα ή δεν έτρεξαν προς τα πίσω την ώρα του χαμού.

οι tiger lillies και το crack of doom ανάμεσα σε δακρυγόνα, κλάμα, βήχα στην πλατεία Συντάγματος

Μιλάω μόνο για τη στιγμή που μπροστά στα μικρόφωνα στέκεται η τσανακλίδου και ο παπακωνσταντίνου. Δυσανασχετώ με τη χυδαιότητα κυρίως του δεύτερου, με την αθλιότητα της πόζας του. Πριν αρχίσουν όμως, αρχίζουν ξανά τα δακρυγόνα και οι αλλεπάλληλοι βροντώδεις ήχοι των χειροβομβίδων κρότου λάμψης. Ο κόσμος στρέφει το κεφάλι για μια στιγμή μετέωρος και ύστερα μπαίνουν οι νότες. Και ω το θαύμα μπροστά στα μάτια μας. Με κάποιο τρόπο, με τις φωνές των ίδιων λευκών και καταταλαιπωρημένων προσώπων, καταργείται μπροστά μας η χυδαιότητα του Παπακωνσταντίνου, καταργείται ο ίδιος ο τραγουδιστής, καταργείται το πρόσωπο του, η παλιακή και εκνευριστική φωνή του. Ακούγεται μόνο μια κιθάρα και οι φωνές του πλήθους που σκεπάζουν την επόμενη κρότου λάμψης. Και εκεί μες στη νύχτα όρθιοι και οκλαδόν, ψεκασμένοι και κυνηγημένοι όλη μέρα, κατακτούν ξανά απ’ την αρχή το “τίποτα δεν πάει χαμένο”. Το κερδίζουν απ’ την αρχή, το κάνουν δικό τους, το παίρνουν απευθείας απ’ τα χέρια του Λοΐζου, το τραγουδάνε για πρώτη φορά, το συνθέτουν εκείνη την ώρα όλοι μαζί. Και φωνάζουν με την πιο γλυκιά λύσσα, τίποτα δεν πάει χαμένο. Και φωνάζουν σαν να μην υπήρχε το ζόρικο αναπόφευκτο αύριο, τίποτα δεν πάει χαμένο. Και κλαίνε ξανά και ξανά το μαζεμένο δακρυγόνο στα μάτια τους. Και η φωνή τους είναι μοιρασμένο μαλόξ και κοινά χαρτομάντηλα και μπύρες για όλους απ’ το περίπτερο.Τίποτα δεν πάει χαμένο.

πιτσιρίκια στην αλυσίδα καθαρίζοντας την πλατεία

υγ1.  χθεσινό σύνθημα: το κίνημα δεν είναι εικόνα στις ειδήσεις, στο δρόμο γεννιούνται οι συνειδήσειςυγ2. Άκου πρωί πρωί την εκπομπή του Καίσαρα κι ύστερα θα σε δω στο δρόμο.

υγ3. και βέβαια ενημερώσου εδώ: radiobubble.gr/news

8 Σχόλια

Filed under τα ελάχιστα, υπερβολές, φωτογραφικά

and you don’t know what it is

Μέρος Πρώτο:

Δεύτερη και τρίτη μέρα στη συνέλευση:

«Του Μαρξ τον κάθε τόμο ανοίγαμε / όπως ανοίγουμε τι γρίλιες του σπιτιού / μα και χωρίς διαβάσματα / εμείς το ξεδιαλύναμε σε ποια παράταξη να πάμε και να καταταχτούμε πού / Τη διαλεκτική εμείς δε διδαχτήκαμε απ’ του Έγελου τα λόγια / μέσα στης μάχης την κλαγγή / στους στίχους εισορμούσε ευθύς»

Μαγιακόφσκι (via)

Έβδομη και όγδοη μέρα στη συνέλευση:

Δεν είναι το πρόβλημα οι ιδεολογίες. Το πρόβλημα είναι αυτοί που νομίζουν ότι είναι φορείς της. Δεν είναι το πρόβλημα οι πολιτικοί φορείς ή τα αριστερά κόμματα. Το πρόβλημα είναι οι κομματικές δομές. Αυτές που δεν παράγουν λόγο, αλλά στελέχη που φτάνουν στη συνέλευση απλά για να φωνάξουν κάτι για το μεσοπρόθεσμο, που δεν ακούν ούτε μιλάνε, ούτε προτείνουν πραγματικά κάτι για τους χώρους δουλειάς, αλλά απλά τους αναφέρουν. Τα στελέχη που καταργούν στην πράξη τη διαλεκτική και υιοθετούν την χειρότερη εκδοχή του τηλεοπτικού λόγου. Αυτοί που δεν μιλούν για ταξική συνείδηση, αλλά προτιμούν να δείχνουν γρυλλίζοντας αυτούς εκεί πάνω. Οι φερόμενοι ως φορείς μιας ιδεολογίας που την απογυμνώνουν καθημερινά, μετατρέποντάς την σε σκέτη άναρθρη κραυγή.

Δέκατη μέρα στη συνέλευση:

«Δεν μπορώ να επιχειρήσω τίποτα αν δεν αποχωριστώ όσα γνωρίζω. Μόλις τα φέρω στο νου μου και τα σκεφτώ, έστω και για ένα δευτερόλεπτο, χάνω το θάρρος μου, ηττώμαι».

Ε. Σιοράν

Μέρος δεύτερο:

Χθες τη στιγμή που τέλειωνε η γενική συνέλευση και ο διάλογος με τους οικονομολόγους, κατέβηκαν απ’ την Αμαλίας καμιά εικοσαριά άτομα κρατώντας ελληνικές σημαίες. Προχώρησαν με ύφος που προμήνυε φασαρία προς την μικροφωνική. Πάει να ξεκινήσει ιστορία, κάποιοι (καμιά δεκαριά ίσως) απ’ τη συνέλευση αρχίζουν το «φασίστες κουφάλες κλπ». Όμως, λίγο πριν η ένταση γενικευτεί, λίγο πριν τον τσακωμό, ο συντονιστής μαζί με το σώμα της συνέλευσης αντιμετωπίζει την κατάσταση εντυπωσιακά ψύχραιμα και ώριμα. «Καθίστε όλοι κάτω. Θα μιλήσουμε όπως προβλέπει η διαδικασία. Είμαστε όλοι μαζί». Επαναλαμβάνοντας αυτή τη φράση είκοσι φορές, σιγά σιγά ο κόσμος κάθισε, όλοι ηρεμήσαμε. Ο συντονιστής ξαναπήρε το μικρόφωνο: «Πρώτα απ’ όλα ψυχραιμία. Να πούμε ένα ευχαριστώ σε όλο τον κόσμο που είναι εδώ. Στον κόσμο που την ώρα που εμείς μιλάμε έχει επιλέξει να είναι μπροστά στη βουλή και να διαμαρτύρεται με άλλο τρόπο. Είμαι όλοι μαζί. Ο αγώνας είναι κοινός». Χειροκρότημα. Ύστερα, κατά τη διάρκεια των ομιλιών, κάποιος απ’ τους πάνω παίρνει το λόγο. Επαναλαμβάνει: «είμαστε όλοι μαζί».

Δύο στοιχεία. Πρώτο: Η συνέλευση έχει κερδίσει να μπορεί να συζητάει ψύχραιμα, έχει κερδίσει ότι δεν αντιδρά σε κάτι που υπό άλλες συνθήκες θα προκαλούσε σύρραξη. Η συνέλευση έχει αναπτύξει τον μηχανισμό εκείνο που τη βοηθάει να μην διαλυθεί, εξαιτίας μεμονωμένων προκλήσεων. Θαυμαστή ωριμότητα, που δεν έχω συναντήσει σε συζητήσεις λίγων ατόμων, πόσο μάλλον σε πορείες και συγκεντρώσεις παλαιότερων ετών.

Δεύτερο: Την ώρα εκείνη, μια σκέψη τραβηγμένη απ’ τα μαλλιά, μια τρομερή υπερβολή έρχεται και καρφώνεται στο μυαλό μου. Το «όλοι μαζί είμαστε» που λένε οι ομιλητές (απ’ την πάνω και την κάτω πλατεία), το δεν υπάρχουν δύο πλατείες αλλά ένας κοινός αγώνας, με σπρώχνει εκτός πραγματικότητας. Τι είναι αυτό που μας ενώνει εκείνη τη στιγμή στην πλατεία; Το εθνικό στοιχείο δεν αναφέρεται καθόλου. Ένας που λέει «είμαστε Έλληνες», το ξανασκέφτεται υπό την πίεση της συνέλευσης. «Όχι ρε παιδιά, και οι Αλβανοί και οι μετανάστες, όλοι εδώ, το ίδιο συμφέρον έχουμε». (Ο συγκεκριμένος βέβαια δεν είναι καλό παράδειγμα, αφού πρόκειται για ιδιότυπη φιγούρα έτσι κι αλλιώς). Τι λοιπόν ένωνε τον κόσμο χθες το βράδυ στο Σύνταγμα; Απλά τα νέα μέτρα; Μα οι περισσότεροι το λένε, δεν είναι το μεσοπρόθεσμο. Μιλάνε για εργασία, για δικαιοσύνη κλπ. Κάπως έτσι, εκείνη τη στιγμή, αγκαλιάζω την πιο παλαβή ερμηνεία και αναρωτιέμαι, αν η ταξική συνείδηση (στην οποία σπανίως αναφερόμαστε ευθέως) έρχεται στο πλήθος απ’ την πίσω πόρτα. Αν όλες αυτές οι συζητήσεις για τη φύση των προβλημάτων στους χώρους εργασίας ή η απλή ερώτηση «σε ποιόν ανήκει το χρέος» οδηγούν σ’ αυτό, για το οποίο δεν μιλάνε οι αριστεροί που ανεβαίνουν στο βήμα. Για μια στιγμή μου πιστεύω, πως εμφανίζεται επιτέλους η ενστικτώδης οπτική των ανθρώπων που βλέπουν την οικονομική εξαθλίωση και την αλλοτρίωση στην ζόρικη πραγματικότητα. Στην υπάλληλο του super market, στον απολυμένο ξάδερφο, στο μακελειό των λεωφορείων.

Οπότε, η χθεσινή μέρα στο Σύνταγμα με επαναφέρει στον Μαγιακόφσκι.

Μέρος τρίτο:

Το μικρό κοινωνικό θαύμα. Χύμα στιγμές: Οι οικονομολόγοι, οι ειδικοί ανάμεσα στο πλήθος. Δεν υπάρχουν δημοσιογράφοι να μεσολαβήσουν, να εκτρέψουν, να διαλύσουν τη συζήτηση. Δεν γλύφει κανείς κανένα. Ισότιμη (κατά το δυνατόν) κουβέντα. // Μετά τις δώδεκα και το τέλος των ψηφισμάτων μικρά όμορφα αποσπάσματα: ένας παπάς παίρνει το λόγο. Αρχικά δυσπιστία απ’ τη συνέλευση. Λέει ότι είναι κκ. Απαγγέλλει Παλαμά. Χειροκροτείται. Στο καπάκι ένα παιδί λέει, απορώ πως χειροκροτείτε έναν άνθρωπο που εκπροσωπεί τον σκοταδισμό και που έχει διαλύσει την κοινωνία με το λόγο της (ή κάτι τέτοιο). Η συνέλευση μάλλον δικαιώνει εντέλει τον νεαρό ομιλητή. // Δύο παιδιά στο μικρόφωνο διαβάζουν τον «εξουσιαστή» του Μ. Χατζιδάκι. Κάποια χιλιάδες άτομα ακούνε προσεκτικά στο μέσο της πλατείας.

Μέρος τέταρτο:

Έτσι ή αλλιώς, έχοντας στο νου τα πατριωτικά/εθνικιστικά ενδεχόμενα του Σ. ή απλά την κούραση των συμμετεχόντων, κοιτάζοντας όλα τα ανυπέρβλητα προβλήματα και την πραγματικότητα που τρέχει με ταχύτητα φωτός, η κατάληξη κάθε απόγευμα είναι η ίδια. Δεν μπορώ παρά να είμαι εκεί.

something is happening here but you don’t know what it is, do you?

19 Σχόλια

Filed under υπερβολές, ζεστές μέρες

κωλότοπος

Τις τελευταίες μέρες περιφέρομαι στους δρόμους και απ’ το στόμα κρέμεται αυτό ακριβώς το «κωλότοπος» που λέει ο δύτης. Απόγνωση, θλίψη, μιζέρια όλα σε ένα κι όλα μαζί στη εξώπορτα περιμένουν βράδυ πρωί μήπως τους ξεφύγω καθώς φεύγω για τη δουλειά. Στο τραπέζι της κουζίνας δεν έχω πια το κουράγιο να υποστηρίξω ότι οι μετανάστες δεν πρέπει να πεθάνουν. Αυτό μόνο. Δεν μιλάμε για δικαιώματα, νομιμοποίηση, πολιτικό αίτημα. Δεν έχω καν τη δύναμη να ψελλίσω «κρίμα οι άνθρωποι να πεθάνουν».

Ταυτόχρονα, αν θέλω να είμαι ειλικρινής, πρέπει να ομολογήσω ότι είμαι αρκετά άθλιος τύπος, ώστε να με τρομάζουν εξίσου ο κίνδυνος να πεθάνουν οι απεργοί πείνας, με τους Παπαχρήστους και τις Ακριβοπούλου αυτού του κόσμου, που γράφουν και μιλούν, χρησιμοποιώντας αντί για λέξεις, σφαίρες, οβίδες, μαχαίρια. Η πολυαγαπημένη μου ειρωνεία μοιάζει στο κείμενο ενός συντάκτη των Νέων, δυσβάστακτη. Ο ρεαλισμός στο στόμα τους, γδέρνει χειρότερα από το να δοκίμαζα να καταπιώ όλα τα βάτα του χωριού. Με τρομάζει πιο πολύ και απ’ τα ίδια τα γεγονότα, ότι εκφράζουν τις απόψεις, ντυμένες το κοστουμάκι του αυτονόητου, της λογικής, του «έτσι είναι τα πράγματα». Τα πράγματα είναι έτσι, ο παρασυρμένοι, οι άβουλοι, οι απρόθυμοι να πεθάνουν, οι ψευτοαπεργοί πρέπει να πακεταριστούν, να επαναπροωθηθούν, να σταλθούν από εκεί που ήρθαν. Το αυτονόητο είναι αυτό. Δεν θέλουμε να γίνουμε μουσουλμανική χώρα. Δεν θέλουμε ν’ αλλάξουμε τρόπο ζωής (που σημαίνει ότι μπορούμε ακόμη να χρησιμοποιούμε ξένους εργάτες που δουλεύουν μαύρα, απλά τώρα έχει κρίση. Προσεχώς θα σας ξαναεκμεταλλευτούμε καλύτερα)

Το Σάββατο το απόγευμα, στο μπαρ μέσα σε 15τμ πρέπει να υπάρχουν πέντε (5) εκπληκτικά όμορφες γυναίκες. Αληθινά και σπάνια όμορφες. Κι όμως μια ξεχασμένη οθόνη έχει κολλήσει στις απογευματινές ειδήσεις της ΝΕΤ. Τα μάτια διαφόρων, πχ. του τύπου δίπλα μου, πάνε εκεί. Είμαστε σ’ αυτό το σημείο, που η σπάνια ομορφιά κινδυνεύει να χάσει τον αγώνα. Την επόμενη, κυκλοφορούν εφημερίδες με τις επερχόμενες περικοπές. Μιλάω με κόσμο. Κάποιοι δεν ξέρουν ποιοί απεργούν, γιατί ή πώς. Κάποιοι σχολιάζουν κάποια ημιδιάσημη καρικατούρα τραγουδιστή. Κάποιοι λένε «καλά τους κάνει ο Μπερλουσκόνι. Τολμάνε να δοκιμάσουν ξανά;». Την Κυριακή περνάω έξω απ’ τη Νομική. Οι μετανάστες ενοχλούσαν τη μισή κοινωνία. Τώρα άστεγοι απλώνουν τις κουβέρτες τους. Στ’ αρχίδια μας, είναι τριήμερο, είναι άστεγοι, είναι βρώμικοι, είναι πρεζάκια. Είναι πολλοί.

Νεκροζώντανοι, αδίστακτοι, φοβισμένοι, αδιάφοροι. Απόψε, τέτοιοι είμαστε, τέτοιους μας βλέπω. Αλλάζω τέσσερα μπαρ για να απολαύσω το ουισκάκι μου. Σε μια άλλη παρέα, αποφεύγω με ελιγμούς και ντρίπλες τις όποιες συζητήσεις. Ας αποφύγουμε για απόψε τις εντάσεις. Ας μεθύσουμε λιγάκι χωρίς να λέμε κάτι το ιδιαίτερο. Μίλα μου για τον καιρό.

Για πρώτη φορά αδυνατώ να σκεφτώ μια λαϊκίστικη υπερβολική βερμπαλιστική ψευτοποιητική μαλακία, που θα γυρίσει τις σκέψεις τούμπα. Δεν έχω άλλο τέλος, πέρα απ’ αυτό το μόνιμο, διαρκές φορτίο που δεν συντρίβει μα πιέζει. Κούραση.

Ξαναπροσπαθώ με τα χίλια ζόρια. Θα πιαστώ από ένα πρόσωπο.

η Παναγία των κουκουλοφόρων δια χειρός Γ. Λαουτάρη ( http://www.flickr.com/photos/laoulaou/5473745350/in/set-72157626127142676/lightbox/ )

Κοιτάζω την φωτογραφία. Προσπαθώ να δω ελπίδα ή αισιοδοξία. Να δω την αρχή ενός κύματος που θα μας παρασύρει. Την ομορφιά που θα μας σώσει, που θα δείξει το δρόμο, που θα μας γλυκάνει. Την Παναγία των κουκουλοφόρων, των ξεκουκούλωτων, των αποκαρδιωμένων και των ανήμπορων να ψελλίζουν ένα απλό λόγο υπέρ της ζωής. Επιστρέφω στον Camus. (Μ’ ενδιαφέρει το χαμόγελο του Σίσυφου καθώς σπρώχνει στην ανηφόρα το αιώνιο φορτίο του, ή κάτι τέτοιο). Πιάνομαι από ένα πρόσωπο που εδώ και τώρα μοιάζει και είναι αθώο. (Καταφεύγω σε παλιές μεγαλοστομίες) «φέρτε μου τη θάλασσα να την προσκυνήσω, φέρτε μου τον ήλιο της να προσευχηθώ». Πιάνομαι από ένα πρόσωπο. Αθώο, πονηρό, ζωντανό, αυριανό.

Αφήνοντας κουράγια και αξιοπρέπεια στους δρόμους της πόλης, έχω συντροφιά μόνο πρόσωπα και μερικά τραγούδια. Την Παναγία των κουκουλοφόρων, δυο τρία καθαρά πρόσωπα με τα οποία συνομιλώ κατά καιρούς, δυο τρία καθαρά πρόσωπα τυχαία σε μπαρ, γραφεία και κόκκινα φανάρια. Κι όπως μου τελειώνει η αισιοδοξία, αρχίζει η σκέτη, ορφανή, παράλογη πίστη. Σε μια φωτογραφία, σε μια Παναγία (αληθινή, απ’ αυτές που περπατάνε στους ίδιους δρόμους με τους δικούς μου), στα καθαρά πρόσωπα. Κοιτάνε μες το φακό, λες και δεν υπάρχει τίποτα πια να φοβηθούν. Λες και όλα είναι βλέμματα και στιγμές και μια αποκαρδιωμένη συνύπαρξη. Για όσο κρατήσει κι αυτή.

47 Σχόλια

Filed under υπερβολές, ασυναρτησίες

σύντομο

Στο φυσικοθεραπευτήριο:

Πιάνω κουβέντα με τύπο, ο οποίος έχει πάθει σοβαρό ατύχημα και έχει αλλάξει ήδη τέσσερις φυσικοθεραπευτές. Παλεύει εδώ και έξι μήνες. Δεν ήξερε κάποιον συγκεκριμένο και διάλεγε στην τύχη. Απλά προτιμούσε άντρες, σκεπτόμενος ότι «ε λογικά άντρας είναι, θα έχει περισσότερη πείρα, θα έχει αντιμετωπίσει δυσκολότερα περιστατικά..»

Εγώ πάλι έκανα ακριβώς το αντίθετο. Σημείωσα τις πιο κοντινές διευθύνσεις των συμβεβλημένων με το ταμείο μου. Ύστερα έλεγξα τα ονόματα. Χωρίς δεύτερη σκέψη έδειξα με το δάχτυλο στο χαρτί το γυναικείο όνομα. Παρόμοια τακτική ακολουθώ σχεδόν παντού. Σε δημόσιες υπηρεσίες, εστιατόρια, ψιλικατζίδικα, περίπτερα, καφετέριες, video club.

Τον κοιτάζω καθώς μου αναλύει το σκεπτικό του.

«(..)μας χωρίζει μια αλλαγή βλέμματος ή άβυσσος;»

(Γκόρπας πάλι)

31 Σχόλια

Filed under υπερβολές

ενασαραντα

Τους τελευταίους μήνες ξανάρχισα να παίζω μπάλα. Χάνοντας διαρκώς, αλλά πάντα αξιοπρεπώς, έφτασα, την ώρα του αγώνα – ανάμεσα στις δύσκολες ανάσες και τα απίθανα αργά σπριντ – να κάνω διαπιστώσεις. Ο τρόπος που έτρεχα στο γήπεδο, το ποδόσφαιρο που έπαιζα, μου θύμιζε κάτι. Προσεκτικά, με τακτική παιδεία, κρατούσα τη θέση μου, έκανα οικονομία δυνάμεων. Καθ’ όλη τη διάρκεια του αγώνα ήμουν όπως έπρεπε. Η απόδοση ήταν πάνω κάτω παρόμοια, όποιο κι αν ήταν το σκορ. Μπροστά ή πίσω, πολλά με λίγα ή στα ίδια. Επέμενα να μένω πίσω όσο χρειαζόταν, να μην προωθούμαι πολύ όταν δεν είχα δυνάμεις. Οι αξιοπρεπείς ήττες ήταν το φόρτε μου. Έχανα, αλλά πώς; Μαχητικά, ώριμα, νηφάλια, συγκροτημένα. Το ποδόσφαιρό μου ήταν ένα εντελώς flat 50λεπτο. Το ποδόσφαιρό μου, έμοιαζε με την πολιτική μου στάση. Ήμουν δηλαδή ανθρωπιστής, ευαίσθητος απέναντι στα ζόρια των άλλων και με έντονη ροπή προς την πολιτισμική κριτική. Έχανα διαρκώς, γεμάτος παρήγορες σκέψεις ότι τουλάχιστον έπαιζα σωστά. Ξαφνικά, έπιασα τον εαυτό μου να περιμένει στο γηπεδάκι να φανεί από στιγμή σε στιγμή ο τσίπρας. Ήμουν ο συνασπισμός και έπαιζα ένα αξιοπρεπές, βαρετό, ανάλατο και χωρίς πάθος ποδόσφαιρο.

Όλα αυτά, γιατί επί χρόνια ξέχασα τί είναι το ποδόσφαιρο. Από το 90 και μετά, η θεσμική αριστερά (αγκαλιά με το περίφημο έντεχνο τραγούδι) μου έδειξαν τον τρόπο να πορεύομαι. Τον τρόπο που στερεί το σώμα. Τον τρόπο που αγνοεί, ότι η νίκη δεν κατακτιέται με petitions και like στο facebook. Η μπάλα που γουστάρουμε, δεν παίζεται παρά με πάθος, αγωνία και γρασίδι στο στόμα. Χάσε τη θέση σου, χάσε την ανάσα σου, γύρισε το πόδι σου, χάσε με πολλά γκολ, χάσε την αξιοπρέπειά σου. Χάσε τα όλα.

Μετά από ένα τέτοιο παραλήρημα, το οποίο συνέβαινε μια Δευτέρα, ταυτόχρονα με την εξέλιξη του αγώνα, είπα να αλλάξω στάση. Έτσι τις προάλλες, έτρεξα παραπάνω απ’ όσο μπορούσα. Μου κόπηκε η ανάσα. Δεν ήμουν σωστός σε όλες τις επιστροφές. Με πέρασαν περισσότερες φορές οι αντίπαλοι. Αλλά έπαιξα με το μαχαίρι στα δόντια. Με αληθινή μανία. Έβαλα τον ώμο απέναντι στο ώμο του επιτιθέμενου. Έβαλα το πόδι μου εκεί που κανονικά δε θα έφτανε. Έτρεξα όσο δεν μου επιτρέπει το ουίσκι που κυκλοφορεί στις φλέβες μου. Την επόμενη μέρα ήμουν πιασμένος όσο δεν πάει. Δεν μπορούσα να πιάσω τόμο απ’ το κάτω ράφι. Αλλά η απόφαση έμοιαζε σωστή.

Δεν είναι τώρα η στιγμή να παίζεις μπάλα συγκροτημένα και νηφάλια. Είναι η στιγμή να παίζεις με το μαχαίρι στα δόντια και τις γροθιές σφιχτές. Δεν είναι η στιγμή να κάνεις τακτικούς ελιγμούς. Είναι η στιγμή να βάζεις πρώτα, αυτό που έτσι κι αλλιώς έρχεται πρώτο. Μπροστά το σώμα. Μπροστά η πράξη. Να τρως καλαμιές. Να αναπνέεις μέχρι μέσα το καθαρό δακρυγόνο. Να προχωράς με κομμένη την ανάσα, υπέρβαση την υπέρβαση.

Μετά από μερικές τέτοιες υπερβολές και μια δύσκολη ισοπαλία, το σιντι στο αμάξι, μες στη νύχτα παίζει για τη «σωματική μας παλιγγενεσία»

*

Μιλώντας για σώματα και πράξεις, σκέφτομαι το πόσο δυνατή ήταν η σφαλιάρα που έφαγα προχθές όταν πήρα το πρώτο εισιτήριο με 1,40 €. Αναρωτιέμαι αν ακούστηκε, αν με κοίταξαν οι γύρω επιβάτες με συμπάθεια ή ενόχληση. Λέω και ξαναλέω σε φίλους και γνωστούς ότι όποιος χρησιμοποιεί καθημερινά τα ΜΜΜ μπορεί να καταλάβει τί λέμε, όταν μιλάμε για ταπείνωση. Τα χαστούκια είναι απανωτά το πρωί, αργότερα στην μετεπιβίβαση ή κατά τη βραδινή επιστροφή. Για τα χαστούκια ξέρουν και μπορούν να σου πουν, όποιοι χάνουν το λεωφορείο στις 8 το πρωί, επειδή δε χωράνε. Ήδη είναι μέσα καμιά δεκαριά που δε χωράνε. Μπορούν να σου πουν, αυτοί που περιμένουν αδίκως υπό βροχή. Όσοι βλέπουν, αυτούς που βιάζονται να μπουν πριν κατέβουν οι προηγούμενοι και όσοι παρατηρούν τα νέα κορίτσια που τρέχουν μέσα στο συρμό, μπας και προλάβουν μια θέση. Όσοι για να πάνε στη δουλειά τους χρησιμοποιούν κατά σειρά λεωφορείο, μετρό, ηλεκτρικό και όσοι παίρνουν τον κατώτατο μισθό. Αυτοί οι τύποι των 592€ και των 700€ ακούνε σήμερα ότι τα Μέσα δημιουργούν ελλείμματα. Άρα πρέπει να πληρώνουν 1,40€ τη διαδρομή, αυτοί οι ίδιοι που βγάζουν 592€ και 700€. (κάνε μόνος σου την πράξη).

Γι’ αυτό, και όχι για κάποιο ιδεολογικό ή επαναστατικό λόγο, πιάνω το μάγουλό μου εδώ και μέρες, από τότε δηλαδή που η ντροπή της Αρκαδίας, αποφάσισε να αποκαλεί μια μερίδα ανθρώπων «τζαμπατζήδες». Γιατί όταν η πραγματικότητα (των 592€ και των 700€ και του 1,40€) ρίχνει σφαλιάρες, προσπαθώ και το δέχομαι. Όταν η πραγματικότητα της καθημερινότητας στα ΜΜΜ ρίχνει γροθιές στα πλευρά και το σαγόνι, δοκιμάζω να το καταπιώ. Αλλά όταν ο υπουργός κάνει μαθήματα δημοκρατικότητας, κοινωνικής συμπεριφοράς και ήθους, αρχίζω και ζορίζομαι απ’ τις κλοτσιές στα μαλακά.

Ζορίζομαι κι ας μην απευθύνεται σε μένα που (μαλακωδώς ομολογώ) συνεχίζω να πληρώνω εισιτήριο. Απευθύνεται, χτυπάει και – επιμένω, υπό μία έννοια- ταπεινώνει, ένα κόσμο με τον οποίο καθημερινά μοιράζομαι το ξύλο. Βρίζει τον κόσμο με τον οποίο περιμένουμε άδικα μαζί στη στάση. Τον κόσμο που μαζί δεν χωράμε στο μετρό. Ο υπουργός που δεν ξέρει τί χρώμα έχουν τα λεωφορεία ή πώς μυρίζει ο ηλεκτρικός. Γιατί ναι, ο ηλεκτρικός έχει μυρωδιά και ο υβριστής δεν το ξέρει, δεν το υποψιάζεται, δεν το αναλογίζεται. Μα βρίζει, απειλεί και για περαιτέρω αυξήσεις και κουνάει το δάχτυλο. Και πια ζορίζομαι να αντέξω. Και έτσι, ένα απλό απόγευμα που τον ακούω στη Βουλή, νιώθω πια ευθέως την προσβολή να ξεσκίζει τα σωθικά. Και οι σφαλιάρες λες και πέφτουν πια με διπλή φόρα πάνω στο πρόσωπο.

20 Σχόλια

Filed under υπερβολές, ασυναρτησίες

«γλυκά ρεφραίν της ευτυχίας»

Αν ακόμη δεν το έχεις διαβάσει, καλύτερα πήγαινε αμέσως να διαβάσεις το κείμενο του Τάλου.

Σε όσους αρέσουν τα επιχειρήματα, ας μην προχωρήσουν παρακάτω. Θα ήθελα να γράψω ένα ιδιότυπο κάλεσμα, αλλά δεν τα καταφέρνω καλά στους πύρινους πολιτικούς λόγους. Δεν έχω ούτε ψυχραιμία, ούτε συγκρότηση. Συνεπώς επαναλαμβάνω, με τον κίνδυνο να καταντήσω γραφικός και κουραστικός, όσα έλεγα την Παρασκευή στο Radiobubble.

«(..)έπεσα πάνω σ’ ένα μικρό μανιφέστο που είχε συντάξει (σ.σ. ο Απολλιναίρ) το 1913, όπου μοίραζε «σκατά» και «τριαντάφυλλα». «Σκατά» για τον Ντάντε, τον Σαίξπηρ, τον Τολστόι, αλλά και τον Πόε, τον Γουίτμαν, τον Μπωντλαίρ! Τριαντάφυλλα για τον εαυτό του, για τον Πικάσσο, τον Στραβίνσκι».*

Λαϊκίζω αγκαλιά με τον Απολλιναίρ.

Σκατά στους υπουργούς που δεν ντρέπονται να μιλάνε ακόμη για δικαιοσύνη και αναλογία, όταν στους δρόμους περπατάνε άνθρωποι των 700€, των 592€, των 300€ και πάει λέγοντας. Ένα τριαντάφυλλο γι’ αυτούς που κερνάνε χωρίς δεύτερη σκέψη πριν δουν καν το λογαριασμό κι ας ξέρουν πως μετά θα έχουν μείνει μόνο με μια τρύπια, άδεια τσέπη.

Περιφρόνηση σε όσους μετράνε τους ανθρώπους με καριέρες, βιβλιάρια, επιτυχίες και αποτυχίες. Σε όσους μετρούν σε λίρες και ευρώ τη γνώση και αποφασίζουν ότι το να μαθαίνεις κοστίζει ακριβά. (Αυτό συνέβαινε από πάντα έτσι κι αλλιώς, μ’ ένα τρόπο που ποτέ δε θα καταλάβει κανείς υπουργός παιδείας). Ένα τριαντάφυλλο για τους ανθρώπους που βάζουν τα κλάματα εντελώς ξαφνικά και χωρίς κανένα λόγο. Αυτοί τα ξέρουν όλα.

Μόνο σιωπή και περιφρόνηση για τον Μ. Ελευθερίου, την Κ. Δημουλά και όσους μας ζητούν να μάθουμε να είμαστε ξανά φτωχοί. Ο Ηλ. Μαγκλίνης μας μιλάει για τον τσαγκάρη. Ένα τριαντάφυλλο για τον Μανόλη Αναγνωστάκη, την Κατερίνα Γώγου, τον, μόνιμο πια στην τσάντα και την παρέα, Θωμά Γκόρπα και τον Φ. Φανόν που κάποτε έγραψε για της γης τους κολασμένους.

Σκατά στους ανακριτές του bbc. Σε όσους ζυγίζουν την ανεργία και το δημόσιο έλλειμμα, την αγωνία και το χρέος και πάντα βγάζουν βαρύτερα τα δεύτερα. Ένα τριαντάφυλλο σε όσους καταλαβαίνουν ότι τα αρκτικόλεξα εσήεα, γσεε, αδεδυ και λοιπά δεν απέχουν, παρά συναντούν τα δντ, εκτ και λοιπά. Τα πρώτα δεν είναι συλλογικότητες, αλλά ακριβώς όπως τα δεύτερα, είναι τα εμπόδια που πρέπει να υπερβούμε. Ας προχωράμε χωρίς αρκτικόλεξα, αλλά με πρωτοβάθμια σωματεία.

Περιφρόνηση σ’ όσους επιλέγουν να μιλήσουν υπέρ μια αόριστης ανταγωνιστικότητας της οικονομίας και σιωπούν βλέποντας να αυξάνονται τα υποκείμενα της καθημερινής ζωής που χώνουν τα χέρια τους σε κάδους σκουπιδιών και άδειους πάγκους λαϊκής. Περιφρόνηση σε αυτούς που εκβιάζουν, σε όσους αναγκάζουν τον κάθε άνθρωπο να δεχτεί μείωση σε μισθό κι αξιοπρέπεια, επειδή ξέρουν ότι αυτοί που περιμένουν στο σπίτι πεινάνε για ψωμί, όχι για αξιοπρέπεια.

Ένα τριαντάφυλλο για όσους παρά το ζόρι, την κούραση ή το άγχος που έχει κάτσει πάνω απ’ το κεφάλι μας, διακρίνουν ακόμη ότι η σωτηρία των αριθμών δεν ταυτίζεται απαραίτητα με τη σωτηρία των ανθρώπων. Είτε κατέβουν είτε όχι σ’ αυτή ή στις επόμενες απεργίες, η μάχη θα δίνεται ξανά και ξανά και κάποια στιγμή θα πάρουν θέση. Ένα τριαντάφυλλο γι’ αυτούς που (χτες, αύριο και την επόμενη φορά) επιμένουν να ξεπερνούν το φόβο, περπατώντας μαζί στην χημική Πανεπιστημίου.

Σκατά σε όσους κρατάνε ίσες αποστάσεις όταν κάποιος σέρνεται απ’ το αναπηρικό καροτσάκι, όταν η δημοκρατία πατινάρει, όταν σχολιάζουν σχετικά με τις νέες εργασιακές σχέσεις, ότι όλοι οι κοινωνικοί εταίροι θα δυναμώσουν. Ο ουδέτερος παρατηρητής σήμεραm δεν είναι ουδέτερος, γεγονός που ασφαλώς γνωρίζει και ο ίδιος.

Ένα τριαντάφυλλο για τον παλιό στίχο που διαβάζω ξανά και ξανά:

«παλιοί μου φίλοι παλιοί μου αγαπημένοι παλιά μου λατρευτά κορίτσια σήμερα πάλι η απελπισία μας καίει τα σπλάχνα μας αναστατώνει κι όσοι αδειάζουν απ’ τις τσέπες τους γλυκά ρεφραίν της ευτυχίας μαστροποί κι ευνούχοι κιβδηλεύουν τη ζωή μας»*

Ένα τριαντάφυλλο για τον Μ. Πολέντα και όσους ψελλίζουν μαζί του, ας λήξουν. Τώρα.

*1. το απόσπασμα απ’ τη συνάντηση του Μ. Κούντερα

*2. Ο στίχος του Θ. Γκόρπα απ’ το Μεγάλο Δρόμο.

15 Σχόλια

Filed under υπερβολές, ασυναρτησίες

reality bites

*****

Στη δουλειά μια ασυνεννοησία. Προσπαθώ να εξηγήσω μια λεπτομέρεια σε κάποιον στο τηλέφωνο. Αυτός είναι εμφανές δεν με προσέχει, κάνει κάποια άλλη δουλειά στο γραφείο, είναι άλλοι μπροστά και του λένε άλλα. Το καταλαβαίνω, ξέρω πως δεν βγάλαμε άκρη αλλά κλείνω το τηλέφωνο χωρίς να επιμείνω. Αργότερα, η ίδια ασυνεννοησία, βγαίνει στην επιφάνεια. Απ’ το τηλέφωνο ακούω τη φωνή κάπως περίεργη «να περάσετε από δω αύριο πρωί, να δούμε τί θα κάνουμε». Περπατάω στην Πανεπιστημίου και ξαφνικά οι συνειρμοί στο κεφάλι μου αυτονομούνται. Ένα λάθος που δεν έπρεπε να γίνει, ένα δε βαριέσαι και ξαφνικά δεν υπάρχει δουλειά. Οι άνθρωποι αυτομάτως μεταμορφώνονται σε αριθμούς, φακέλους που βρίσκω κάτω απ’ την πόρτα και στην είσοδο. Βλέπω να προχωράνε καταπάνω μου  φορθνετ, δεη, φπα, ψυγείο, βενζίνες. Μέσα σε δευτερόλεπτα, έχω φτάσει στο σημείο να σκέφτομαι πότε επιτέλους θα ξαναβρώ δουλειά. [Στη φαντασία μου έχω ήδη χάσει τη δουλειά μου και παραμένω για 6 μηνες άνεργος]. Σταματάω να πάρω ανάσα, ηρεμώ και γελάω με τον εαυτό μου. Σιγά μην τρελαθούμε κιόλας.

Σιγά μην τρελαθούμε κιόλας, λέω στη φίλη που στο τηλέφωνο. Εξηγεί με λεπτομέρειες ότι πλέον έχει ρεπό μεσοβδόμαδα, μισθό υπό διαπραγμάτευση και προσεχώς, πιθανότατα λιγότερους συναδέλφους. Ο τρόμος την έχει καταλάβει, όπως εμένα λίγα λεπτά νωρίτερα. Αυτή είναι η πιο πρόσφατη μεγάλη μας ήττα. Παγώνουμε κάθε τόσο, τρομοκρατούμαστε στην ιδέα του επόμενου μήνα χωρίς δουλειά, χωρίς λεφτά. Αναρωτιέμαι αν φαίνεται στο πρόσωπό μας αυτή η διαρκής ανησυχία. Αν αφήνει κάποιο σημάδι ο διαρκής εκβιασμός που μας έθεσε ο καιρός. Αγάπα τη δουλειά σου γιατί αυτή έχεις. Να τρέμεις για τα λεφτά σου γιατί αυτά έχεις.

Μερικά λεπτά αργότερα υποδύομαι τη σαρδέλα στο μετρό. Το κορίτσι που κάθεται μπροστά μου διαβάζει ένα περιοδικό. Δεν μπορώ να δω τον τίτλο. Στη σελίδα που έχει ανοιχτεί ανάμεσα σε δεκάδες φωτογραφίες πεταμένες άτακτα εδώ κι εκεί, ξεχωρίζει ο τίτλος. «Πλούσιοι, δυνατοί και διάσημοι. Έχουν κι αυτοί μικρές αδυναμίες».

*****

Ακούω σκάι στο αυτοκίνητο. Μιλάει από τις φυλακές Διαβατών ένας κρατούμενος. Περιγράφει τις συνθήκες, τα προβλήματα, την αποχή απ’ το συσσίτιο. Σ’ ένα πορτοκαλί, νομίζω ότι τον ακούω να λέει «9 άτομα σε 4,5 τμ.». Ο προηγούμενος τρόμος για τη δουλειά μοιάζει γελοίος. Ο εαυτός ο ίδιος μοιάζει ελάχιστος, γραφικός, ένα άθλιο μηδέν. Ο εαυτός αντιμετωπίζει τον προϊστάμενο, τον εργοδότη, τον πελάτη. Ο κρατούμενος ζει εκεί, που «το νερό τρέχει με ωράριο, οπότε καταλαβαίνετε.. ο υπερπληθυσμός δημιουργεί κάποια προβλήματα». Ο άνθρωπος που μιλάει στο τηλέφωνο μιλάει νηφάλια, ήρεμα. Μου αποκαλύπτει με όλη τη δυνατή καθαρότητα, με κάθε πιθανή ακρίβεια την πραγματικότητα.

Αμέσως μόλις χαιρετήσει ο κρατούμενος, στον αέρα βγαίνει άλλη τηλεφωνική γραμμή. Ο κ. Σβολόπουλος εξηγεί τις λεπτομέρειες για την ημερίδα με θέμα «Οι Πολιτιστικές Ρίζες της Ευρώπης». Η διαδοχή των θεμάτων στο αυτιά μου, μ’ έχει λίγο αποσυντονίσει. Δεν καταλαβαίνω καλά. Στην εκδήλωση θα μιλήσουνε τέσσερις ακαδημαϊκοί και τέσσερα αντεπιστέλλοντα μέλη. Ακούω έναν ευγενικό άνθρωπο να προσπαθεί να εξηγήσει με λεπτομέρειες τί σημαίνει «αντεπιστέλλον μέλος».

Ξαφνικά όλη η ακατανόητη ραδιοφωνική συζήτηση δημιουργεί έναν τρομερό εκνευρισμό. Θέλω να πω σκατά στα αντεπιστέλλοντα μέλη. Θέλω να πω σκατά στην μακιγιαραρισμένη, καλοσιδερωμένη πραγματικότητα του εργασιακού τρόμου και της ακαδημίας.

Εκεί, το νερό τρέχει με ωράριο.

*****

Ο Μπαρτ έγραφε κάποτε ότι οι περιρρέουσες γλώσσες αγνοούν, χλευάζουν ή απορρίπτουν τον ερωτικό λόγο.

Την Τετάρτη, βλέπω την εκπομπή του Κούλογλου. Η εκπομπή αρθρώνει αστυνομικό λόγο. Αφιερώνει το χρόνο της σε λεπτομέρειες σχετικά με την πορεία των ειδικών φρουρών. Μας μιλάνε δικηγόροι και υπουργοί, για τρόπους αντιμετώπισης και καταστολής, για στρατούς και ματ. Τεχνικοί όροι και ο ασύρματος της αστυνομίας. Ο θάνατος αναλύεται με την πορεία μιας σφαίρας και την περίληψη των αγορεύσεων των δικηγόρων. Ο προπέρσινος Δεκέμβριος, είναι γνωστό πια, είναι μια σπασμένη τζαμαρία, μια φωτιά που πήρε ένας κάδος.

Ο λόγος της τηλεόρασης απορρίπτει τη συντροφικότητα, τις συνελεύσεις, τους ανθρώπους που συνομίλησαν για πρώτη φορά, τα κορίτσια που κάθονταν στη διάβαση της πανεπιστημίου. Η τηλεόραση φυλάει για την ύπαρξη ένα δικαστηριακό λόγο. Σ’ αυτόν, η ζωή δικαιώνεται ή όχι, ανάλογα με τις ικανότητες του δικηγόρου. Ο θάνατος συζητιέται με όρους επιδόσεων στα σχολικά διαγωνίσματα. Δημοσιογράφοι και συνήγοροι θα συναποφασίσουν, αν ο Α.Γ. ήταν καλό παιδί ή αλήτης.

Λίγα λεπτά αργότερα, η φτήνια με αποτελειώνει. Στην οθόνη, φωτογραφίες του 15χρονου και από πίσω παίζει το “wish you were here”. Ας μη μιλάμε άλλο για το παιδί ή το δεκέμβρη. Η επιβίωση των αναμνήσεων καταλήγει αναπόφευκτα, αντιστρόφως ανάλογη της θεαματικότητας.

18 Σχόλια

Filed under υπερβολές