Category Archives: υπερβολές

για το δικαίωμα του τουρίστα

Την ώρα που το εκλογικό σώμα ψηφίζει περισσότερη καταστολή, περισσότερο ρατσισμό, νέα φεουδαρχία, μαφία και ό,τι άλλο του φαντάζει αρκετά μαύρο και αντιδραστικό, ας κάνουμε ένα σύντομο break. Το κατωτέρω ποστίδιο παρασκευάστηκε ως συμμετοχή στο αφιέρωμα του enfo για τον αιγιαλό που όπως φαίνεται δεν είναι αρκετά τσιμεντένιος, αρκετά αξιοποιήσιμος και αρκετά αναπτυξιακός. Στο ανωτέρω λινκ θα βρείτε ωραιότατα κείμενα από τους: kospanti, karanti, nefosis, purplepassionflower, roubinakiMΑναγεννημένη, μπανάνα, ποδηλάτισσα.

***

Δεν έτυχε ποτέ να πάω για μπάνιο σε κάποια παραλία κάποιου νησιού. Δηλαδή έφτασα εκεί, έκανα βουτιά στο νερό, ξάπλωσα στην αμμουδιά και στα βότσαλα. Αλλά δεν έτυχε ποτέ να πάω στ’ αλήθεια σε κάποια παραλία κάποιου νησιού. Δεν έτυχε να δω τα νησιά της Μεσογείου, να πιάσω στη χούφτα μου ψιλή άμμο και να κοιμηθώ κάτω από τα αρμυρίκια.

Κάθε καλοκαίρι έπαιρνα άδεια από τη δουλειά μου, έμπαινα στον ηλεκτρικό, έφτανα στον Πειραιά, έμπαινα σε κάποιο πλοίο, έφτανα σε κάποιο νησί, νοίκιαζα αμάξι, νοίκιαζα δωμάτιο ή έστηνα σκηνή, ξάπλωνα στην ξαπλώστρα, πλήρωνα την ξαπλώστρα, έπινα καφέ στην καφέ, πλήρωνα τον καφέ, έτρωγα στο εστιατόριο, κοιμόμουν στο δωμάτιο ή τη σκηνή, διάβαζα το καλοκαιρινό βιβλίο, έπινα το καλοκαιρινό ποτό, έτρωγα κάτι πριν κοιμηθώ, χάζευα τη θέα απ’ το μπαλκόνι ή το δρόμο και κοιμόμουν. Περνούσαν 3 ή 4 ή 7 μέρες και η άδεια μου τελείωνε. Έμπαινα στο πλοίο, έφτανα στον Πειραιά, έπαιρνα τον ηλεκτρικό και επέστρεφα σπίτι. Έβλεπα τις φωτογραφίες, αποκτούσα αναμνήσεις, τακτοποιούσα τις ιστορίες που θα διηγούμουν στη δουλειά. Ο καλύτερος σαργός, το ντόπιο τυρί, τα πιο στρογγυλά βότσαλα, το καταπληκτικό ηλιοβασίλεμα, η ομορφότερη μπαργούμαν, η αναπόληση της άδειας, το αστείο «τόσες μέρες μέχρι την επόμενη αργία».

Δεν έτυχε ποτέ να πάω για μπάνιο σε κάποια παραλία κάποιου νησιού. Έπαιρνα μόνο άδειες. Έκανα διακοπές. Σκαστός απ’ το γραφείο, κυνηγημένος απ’ την πραγματική ζωή, διέκοπτα την ίδια τη ζωή για να ντυθώ τη στολή του τουρίστα. Η ανεμελιά είναι ένα καπέλο, το βλέμμα είναι ένα ζευγάρι σαγιονάρες, ο μεσημεριανός ύπνος είναι ένα κοντομάνικο πουκάμισο. Ντύνομαι τουρίστας σημαίνει προσωρινά υποδύομαι έναν ανέμελο άνθρωπο με ένα άνετο πουκάμισο και ανοιχτό βλέμμα προς τον ορίζοντα. Ντύνομαι τουρίστας σημαίνει: υποτίθεται ότι αντικρίζω την ομορφιά, ντύνομαι τουρίστας σημαίνει: υποτίθεται ότι ο κόσμος κι εγώ είμαστε ένα.

Όταν κατατέθηκε το νομοσχέδιο για την αξιοποίηση του αιγιαλού ξέσπασαν αντιδράσεις. Οι χρήστες των κοινωνικών δικτύων μάζεψαν υπογραφές, γράφτηκαν κείμενα όλο φωτιά και φως, έγιναν διαμαρτυρίες. Το κυριότερο, απ’ τα κιτάπια του άνθρωπου – τουρίστα ξεθάφτηκαν φωτογραφίες, εικόνες και τρόπαια των διακοπών. Η τάδε παραλία, η δείνα ακρογιαλιά. Ποσταρίστηκαν αναμνήσεις που αγοράστηκαν με το επίδομα αδείας κάποιας παλιότερης εποχής. Βρήκαν το δρόμο τους για το τραπεζάκι του σαλονιού, εκεί απέναντι απ’ τη μεγάλη τηλεόραση, τα βαζάκια με τα βότσαλα απ’ τη Χίο ή την Κεφαλονιά, οι γυάλες με την άμμο απ’ τη Δονούσα. Οι άνθρωποι – εργάτες αντιστάθηκαν με κάθε τρόπο.

Ο Αρανίτσης έγραψε κάποτε για τον κόσμο που σπρώχνεται να επιβιβαστεί στα πλοία που αναχωρούν απ’ τον Πειραιά, ότι μοιάζει περισσότερο με ένα πλήθος που φεύγει τρέχοντας από κάπου, παρά με ένα πλήθος που πάει κάπου.

Οι παραλίες που δεν πήγα ποτέ, η άμμος που δεν κόλλησε ποτέ στις σελίδες του βιβλίου, η πίεση του νερού που ποτέ δεν βούλωσε τα αυτιά μου, το αλάτι που δεν ομόρφυνε ποτέ τα μαλλιά μου χρησιμοποιήθηκαν για χρόνια ως άλλοθι για τη συμμετοχή στο σφαγείο. Με ένα νομοσχέδιο μια μέρα, οι παραλίες μετατράπηκαν από καρτ ποστάλ των διακοπών σε mall, σε εν δυνάμει μητροπολιτικά κέντρα 24ωρης διασκέδασης του πρώην άνθρωπου τουρίστα, που πλέον εξυπηρετούσε να είναι άνθρωπος καταναλωτής. Το σφαγείο έπρεπε να επεκταθεί, έπρεπε να συνεχίσει να επεκτείνεται, έπρεπε να πιάσει κάθε σημείο αυτού του τόπου.

Έτσι, σήμερα σκέφτομαι ότι δεν έτυχε ποτέ να πάω για μπάνιο σε κάποια παραλία κάποιου νησιού. Ήμουν πάντα άνθρωπος – τουρίστας. Περαστικός και ξένος από το φως και την ομορφιά. Για χρόνια, κάθε φορά που την έβλεπα απλά τη φωτογράφιζα, κάθε φορά που έμπαινα στην επικράτειά της πρόσεχα να πατώ στις μύτες μην τυχόν και ξυπνήσω μέσα της.

Σήμερα, αφού παραμένω κουφός στα λόγια της θάλασσας, θα φωνάξω τουλάχιστον μπας και διατηρήσω το δικαίωμα μια φορά το χρόνο να υποδύομαι τον τουρίστα.

Λυπούμαι γιατί άφησα να περάσει ένα πλατύ ποτάμι
μέσα από τα δάχτυλά μου
χωρίς να πιω ούτε μια στάλα.
Τώρα βυθίζομαι στην πέτρα.
Ένα μικρό πεύκο στο κόκκινο χώμα,
δεν έχω άλλη συντροφιά.
Ό,τι αγάπησα χάθηκε μαζί με τα σπίτια
που ήταν καινούργια το περασμένο καλοκαίρι
και γκρέμισαν με τον αγέρα του φθινοπώρου.

Γ.Σέφερης

6 Σχόλια

Filed under υπερβολές

επιτέλους, λίγη συναίνεση

Τις προάλλες είδα εντελώς τυχαία το Rendition. Τα καλά του να κατεβάζεις χύμα ταινίες. Χωρίς να είναι κάτι φοβερό, είχε κάποια ενδιαφέροντα στοιχεία. Η ταινία (που όπως βλέπω τώρα βασίζεται σε ένα πραγματικό περιστατικό) αφηγείται, μεταξύ άλλων, την ιστορία ενός Αιγύπτιου που ζει στην Αμερική τα τελευταία 20 χρόνια και εργάζεται ως χημικός μηχανικός, καλοπληρωμένος και καταξιωμένος. Από ένα λάθος ή τέλος πάντων από μια πληροφορία που έχει η cia, ο άνθρωπος συλλαμβάνεται μυστικά και μεταφέρεται μυστικά σε μια άγνωστη φυλακή εκτός ΗΠΑ για ανάκριση. Εκεί υποβάλλεται σε διάφορα βασανιστήρια, δεν ενημερώνεται φυσικά για τίποτα, δεν έχει δικηγόρο ή οποιοδήποτε δικαίωμα, ενώ δεν ενημερώνονται και οι δικοί του. Ο άνθρωπος εξαφανίζεται και απ’ το αεροδρόμιο βρίσκεται ξαφνικά σε ένα μπουντρούμι, όπου αντιμετωπίζει ηλεκτροσόκ, ξύλο και ηλίθιες ερωτήσεις. Όλα αυτά ξεκινάνε από μια πληροφορία, από ένα λειψό και ό,τι να ‘ναι στοιχείο. Στο έργο φαίνεται ξεκάθαρα ότι η «υπηρεσία» αντιλαμβάνεται να βασανίζει ένα άνθρωπο απλά τυχαία, από μια ανακρίβεια ή μια σύμπτωση, αλλά δεν δείχνει να ενδιαφέρεται. Σε μια σκηνή ο πρωταγωνιστής, που έχει κάποιες ας πούμε ηθικές αναστολές, λέει στο βασανιστή «δεν έχει απαντήσεις να σου δώσει, δεν το βλέπεις;». Ο βασανιστής ψιλοενοχλημένος του απαντάει: «ε τότε θα γράψεις στην αναφορά σου: δεν έδωσε απαντήσεις»

*

Μια από τις συζητήσεις που επανέρχεται συνέχεια απ’ το 2010 και μετά είναι η γνωστή κολοκυθιά «χούντα» – «ξέρετε πώς ήταν τότε η χούντα, μη λέτε βλακείες» – «δηλαδή πώς ήταν η χούντα, χούντα σου λέω είναι» – «φαντασιώσεις είναι αυτά, καμία σχέση με χούντα» κλπ κλπ. (Θυμάμαι βέβαια το Ραφαηλίδη που έλεγε ότι η επταετία ήταν της πλάκας. Αφού λοιπόν αυτό ήταν της πλάκας, φαντάσου τι είναι το σημερινό, ούτε καν ανέκδοτο). Αν και βαρετή λοιπόν η συζήτηση περί χούντας ή μη, έχει ένα ενδιαφέρον. Απ’ τις μυστικές φυλακές της CIA ως το Γκουανταναμο και απ’ τις προληπτικές προσαγωγές μέχρι τους διάφορους αντιτρομοκρατικούς νόμους και τα βασανιστήρια, μπορούμε ίσως να υποψιαστούμε μερικά πράγματα. Στη Λαμπεντούζα, στην Ισπανία, στο Φαρμακονήσι βλέπουμε παρόμοιες πολιτικές. Στρατόπεδα συγκέντρωσης υπάρχουν σε όλη την Ευρώπη. Οι μετανάστες μπαίνουν στο δημόσιο διάλογο μόνο ως «μεταναστευτικό πρόβλημα» που πρέπει να λυθεί. Οπότε, αν είσαι δεξιός τους πνίγεις (ή τους αφήνεις να πνίγονται), αν είσαι κεντρώος τους στοιβάζεις σε στρατόπεδα και αναθέτεις σε ΜΚΟ μια κάποια υλική στήριξη(είσαι και ανθρωπιστής, τί να κάνεις;), αν είσαι αριστερός δυσκολεύεσαι να ψελλίσεις ότι χωράμε όλοι και απλά καταγγέλλεις. Εντωμεταξύ η πολιτισμένη και δημοκρατική συνεργασία των Κρατών έχει λύσεις για το «πρόβλημα».

*

ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ:

1. Σύντομο φωτορεπορτάζ: Η μη χούντα, ο μη φασισμός, το σοβαρό Κράτος, το δημοσιονομικά προσαρμοσμένο Κράτος κάνει δημόσιες σχέσεις και ανταλλάσσει απόψεις. Ποτέ δεν ξέρεις τι θα σου χρειαστεί.

2. ή αν προτιμάτε τα παιχνίδια, σύντομο κουίζ: κοιτάξτε προσεκτικά τις επόμενες φωτογραφίες και βρείτε το φασίστα

1888574_669499583112747_768277685_n

mixaloliakos-ntora660

john-mccain-oleh-tyahnybok

*

Ναζί και νάζια στην Ελλάδα, στην Ουκρανία, στην Ισπανία. Κατά τ’ άλλα να προφυλάξουμε τη δημοκρατία μας, να τη σώσουμε απ’ τους αναρχικούς και τους πολέμιους των επενδύσεων και τους απεργούς και όσους ζορίζονται να βολευτούν με ένα μισθό, ένα επίδομα ή την ελπίδα αυτών. Να προφυλάξουμε τη δημοκρατία μας. Να την προστατεύσουμε (τουλάχιστον, αυτό μας λέει ο Βορίδης).

*

Το πρόβλημα ίσως δεν είναι  ότι οι δυτικές κοινωνίες, οι κοινωνίες των περίφημων δημοκρατιών του πλανήτη όχι μόνο ανέχονται τα παραπάνω, όχι μόνο τα αποδέχονται ή συναινούν σε αυτά, αλλά τα θεωρούν και αυτονόητα όπλα που χρησιμοποιούνται κατά των εχθρών της δημοκρατίας. Το πρόβλημα είναι ότι οι δυτικές κοινωνίες συνεχίζουν να φωνάζουν για την υπεροχή τους, για την αξία της δημοκρατίας, για την Ευρώπη και άλλα τέτοια κουραφέξαλα. Το πρόβλημα είναι ότι δεν είναι πρόβλημα οι επιχειρήσεις σκούπα ή οι βασανισμοί κρατουμένων.

Τώρα που διαβάζω για το νέο κόμμα του (εθνικού μας) πλυντηρίου και για πιθανές υποψηφιότητες της ΝΔ στο Ευρωκοινβούλιο (ο γνωστός ακροδεξιός σύμβουλος και φίλος του πρωθυπουργού), σκέφτομαι ότι ίσως αυτή η περίφημη σύγκλιση, η συναίνεση, η συνεννόηση για την οποία μας ζαλίζουν τόσα χρόνια, έγινε επιτέλους πραγματικότητα. Συζήτησαν οι (εθνικές) δυνάμεις, έγινε η (εθνική) συνεννόηση. Αυτή τη σύγκλιση ζούμε εδώ και δύο χρόνια ας πούμε, όταν λίγο πριν τις εκλογές του ’12, Πιπιλή και Καμίνης (ο κεντρώος, ο σοβαρός, ο κεντροαριστερός, ο ανένταχτος ή ότι άλλο τον δηλώνουν οι δημοσιογράφοι σήμερα) έβγαιναν εναλλάξ στα ραδιόφωνα και μιλούσαν για την ανάγκη δημιουργίας των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Και έλεγαν ότι δεν μπορεί ο κάθε δήμαρχος να διαμαρτύρεται ότι δεν τα θέλει στο δήμο του. Όπως με τα σκουπίδια, έτσι και με τους έγκλειστους μετανάστες, κανείς δεν τους θέλει έξω απ’ την πόρτα του. Εδώ επιτέλους συμφωνούμε. Και ιδού το πρόσωπο της συναίνεσης. Όχι δεν εννοώ τον Καμίνη. Εννοώ το μεταναστευτικό και την Βίλα Αμαλίας (για την οποία ο Ρηγόπουλος της Κ γράφει ότι το τηλεοπτικό κοινό την λέει έτσι, αλλά οι παλιοί Αθηναίοι την ξέρουν ως σχολείο στο οποίο φοίτησαν πολλοί ΕΠΩΝΥΜΟΙ ΑΘΗΝΑΙΟΙ). Εννοώ το μαφιόζικο καπιταλισμό και την λυσσώδη καταστολή. Εννοώ το φασισμό με ή χωρίς δωρικούς χαιρετισμούς. Το πρόσωπο της (εθνικής) συναίνεσης καθρεφτίζεται στον Κορυδαλλό, στις Σκουριές, στα προγράμματα κοινωφελούς εργασίας του ΟΑΕΔ, στην Αμυγδαλέζα και πάει λέγοντας.

2 Σχόλια

Filed under υπερβολές, ασυναρτησίες

το τέλος της ιστορίας σε απευθείας μετάδοση

ποστίδιο παρασκευασμένο μετά από παραγγελία του Ανδρέα Ράπτη για το popaganda.gr ως μέρος μιας συζήτησης για τη βία

Όπως σχεδόν όλες οι συζητήσεις στην Ελλάδα, η συζήτηση για τη βία γίνεται με καθαρά τηλεοπτικούς όρους. Συμψηφίζουμε ότι μας έρθει στο κεφάλι ή ότι εξυπηρετεί τη θέση μας, μπερδεύουμε τα πάντα (η αρετή της διάκρισης δεν επισκέφθηκε ακόμη τα τηλεοπτικά πλατό), μένουμε στην επιφάνεια και κυρίως καταδικάζουμε. Χωρίς δεύτερες σκέψεις και δισταγμούς, κάθε δέκα περίπου δευτερόλεπτα είτε καταδικάζουμε είτε μας ζητείται να καταδικάσουμε. Αν δεν απαντήσεις γρήγορα ναι, μάλιστα, μπορεί και να καταταχτείς αυτομάτως στους ύποπτους, στους εχθρούς της δημοκρατίας και βέβαια στην κατηγορία ΑΚΡΑΙΟΣ, που εφευρέθηκε τα τελευταία χρόνια ώστε να μπορούν να τη χρησιμοποιούν «πρώην» ακροδεξιοί, πρώην και νυν υπόδικοι για όλων των ειδών τις υποθέσεις που έχουν να κάνουν με το δημόσιο χρήμα και κυρίως οι φανατικοί της λιτότητας των άλλων.

Η συζήτηση λοιπόν για τη βία γίνεται μονίμως όταν χρειάζεται να αλλάξουμε το θέμα, μην επιτρέποντας να αντιληφθούμε ποιο είναι το κέντρο ενός ζητήματος. Όπως για παράδειγμα με τα πανεπιστήμια, για τα οποία οι καταλήψεις και το χτίσιμο του γραφείου ενός καθηγητή, είναι η αιτία, η ένδειξη και η απόδειξη ταυτόχρονα ότι έχουμε τα χειρότερα πανεπιστήμια του κόσμου. Όλα αυτά βέβαια όχι γιατί μας έπιασε ο πόνος για ανοιχτά πανεπιστήμια, μάθημα, γνώση κλπ. Όλα αυτά γιατί θέλουμε να αποφύγουμε να μιλήσουμε για κάτι άλλα μικρά προβληματάκια, όπως ας πούμε το τι σημαίνει ΔΑΠ και ΠΑΣΠ για το ελληνικό πανεπιστήμιο, τι σημαίνει σημειώσεις της παράταξης με τα «sos», περασμένα μαθήματα, ακαδημαϊκή καριέρα, καθηγητές που λείπουν κάπου σε κάποιο σημείο, υποχρηματοδότηση, έλλειψη υποδομών ή τί σημαίνει ότι η κοινωνία ρωτάει, εμπιστεύεται και χρησιμοποιεί την επιστημονική γνώση. Όσο γι’ αυτό το τελευταίο μας έχει απαντήσει από καιρό ο βουλευτής της κυβέρνησης κύριος Ταμήλος. Δεν θα γίνουμε εμείς επιστήμονες, εμείς είμαστε ΔΑΠ, αυτό φτάνει για να παίρνουμε αποφάσεις, να βγάζουμε μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων και να σχεδιάζουμε το μέλλον της χώρας. Κάπως έτσι τεχνοκράτης σημαίνει Στουρνάρας, στη χώρα της μαύρης δεξιάς.

Με τον ίδιο τρόπο για να μη μιλήσουμε για το τι σημαίνει αστυνομία στη χώρα μας, όταν βλέπουμε ξεκάθαρα στοιχεία βασανισμού, λέμε: βίαιοι ληστές ήταν στο Βελβεντό, τρομοκράτες, τους συνέλαβαν και αντί να πούμε μπράβο, ψελλίζουμε αηδίες για τα δικαιώματα των κρατουμένων. Επιτέλους δεν μπορείτε να πείτε ένα μπράβο στην ΕΛΑΣ; Μήπως δεν καταδικάζετε τους υπερτρομοκράτες της Κοζάνης; Μήπως δεν σας αρέσει η δημοκρατία; Καταδικάστε επιτέλους τη βία.

Με ένα απλό spin, η ουσία του θέματος μετατοπίζεται απλά στο πόσο απεχθής είναι η βία των αριστεριστών, αναρχικών (ελάτε τώρα που έχει διαφορά το τρομοκράτης και το αναρχικός, ψιλά γράμματα) και συνδικαλιστών.

Για να μην ξεφεύγω όμως με την περιπτωσιολογία. Όλη η ιστορία με την καταδίκη της βίας απ’ όπου κι αν προέρχεται έχει να κάνει με μια απλή σκέψη. Λένε, όσοι ανατριχιάζουν με τα εκάστοτε έκτροπα της οπισθοδρομικής ελληνικής κοινωνίας, στην Ανατροπή κάθε Δευτέρα βράδυ: Έχουμε δημοκρατία και στη δημοκρατία υπάρχουν συγκεκριμένες διαδικασίες για να ασκείς κριτική, να διαμαρτύρεσαι και να φέρνεις αλλαγές. Η διαδικασία είναι γνωστή και για να μην κουραζόμαστε συνοψίζεται στην παρουσία μας κάθε 4 χρόνια μέσα στο παραβάν. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος, ότι κι αν γίνεται. Ότι κι αν συμβαίνει, δεν υπάρχει κάποιο όριο που μπορεί να ξεπεραστεί και το οποίο να νομιμοποιεί κάποια άλλη ενέργεια απ’ την υπομονή για τις εκλογές. Ότι κι αν συμβαίνει, έχουμε δημοκρατία.

Βασικά έχουμε το τέλος της ιστορίας. Το τέλος της αναζήτησης. Από δω και πέρα θα έχουμε δημοκρατία. Οι επαναστάσεις ανήκουν στο παρελθόν και μάλιστα σε ένα παρελθόν, που σιγά σιγά η επίσημη αφήγηση της ιστορίας θα μας εξηγεί ότι και αυτές δεν τις χρειαζόμασταν τελικά, γιατί ήταν βίαιες, αιματηρές και δεν επέτρεπαν στους απλούς πολίτες να κάνουν τα ψώνια τους. Όποιο λοιπόν κι αν είναι το περιεχόμενο της διακυβέρνησης τη μέρα που ζεις, αφού η ρεκλάμα λέει δημοκρατία, κάθε μη αποδεκτή αντίδραση, κάθε αντίδραση που ξεπερνάει το όριο (όριο: γιαούρτι, κλείσιμο της Πανεπιστημίου, απεργία, οργάνωση σωματείου, κατάληψη ή ένοπλος αγώνας – όλα το ίδιο είναι πάνω κάτω, βίαιες ενέργειες ενάντια στη δημοκρατία μας), θα διώκεται και θα καταδιώκεται. Τίποτα απ’ όλα αυτά που ξεπερνούν το όριο, δεν είναι ανεκτό. Τίποτα δεν μπορεί να έχει νομιμοποίηση, τίποτα δεν μπορεί να μην είναι καταδικαστέο.

Συνεπώς, αν καταργούν τα εργασιακά δικαιώματα, αν αποφασίζουν με Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου, αν καταστρέφουν το τοπίο και τη ζωή σε μια περιοχή (ή έστω αν δεν είναι αποδεδειγμένο ότι δεν το κάνουν), αν κάνουν «δουλίτσες» με επιχειρηματίες, αν τροφοδοτούν ένα παρακράτος που δολοφονεί, αν κάνουν μαζικές τηλεφωνικές παρακολουθήσεις, αν κάνουν μαζικές προσαγωγές διεμφυλικών ατόμων χωρίς λόγο ή αν διαπομπεύουν ασθενείς, όλα αυτά εμπίπτουν στα πλαίσια της Δημοκρατίας. Αν δε σ’ αρέσει, να το καταγγείλεις, θα κάνουμε ΕΔΕ. Αν δεν έχεις εμπιστοσύνη στις ΕΔΕ, να πας στα δικαστήρια. Αν και εκεί δεν βρεις δικαιοσύνη, να το καταγγείλεις στο βουλευτή σου. Αν τίποτα απ’ όλα αυτά δεν λειτουργεί (ή λειτουργεί με συγκεκριμένο τρόπο), τότε δεν έχεις παρά να πας σε τέσσερα χρόνια να ψηφίσεις. Όλα τ’ άλλα είναι βία.

Τα τελευταία τέσσερα χρόνια ζούμε μια πορεία χωρίς επιστροφή, μια ανυπολόγιστη καταστροφή. Δεν πρόκειται για κάποια μέτρα σε λάθος κατεύθυνση που θα έρθει μια επόμενη κυβέρνηση ή ένας επόμενος υπουργός να τα διορθώσει. Η καταστροφή του φυσικού τοπίου, ο αποχαρακτηρισμός δασικών εκτάσεων δεν έχει επιστροφή. Ότι σ’ αυτά τα χρόνια άνθρωποι βγήκαν στο περιθώριο, αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν, έμειναν άνεργοι για καιρό ή έχασαν μέρος της σύνταξης ή του εφάπαξ τους, δεν είναι απλά μια άστοχη διοικητική πράξη. Πρόκειται για κομμάτια μιας πολιτικής που για κάποιους σημαίνουν μια κατάρρευση χωρίς επιστροφή.

Η καταδίκη της βίας απ’ όπου κι αν προέρχεται δεν έχει ως αφετηρία μια ειλικρινή αγωνία για την διάλυση του κοινωνικού ιστού. Η καταδίκη της βίας έχει ως μοναδικό σκοπό να μας υπενθυμίζει τη θέση μας και τα αποδεκτά απ’ αυτό το (ας το πούμε δεν είναι ντροπή) αυταρχικό καθεστώς εργαλεία. Όταν ο υπουργός ρωτάει κοιτώντας την κάμερα αν ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΤΕ; ΝΑΙ ή ΌΧΙ; στην πραγματικότητα μας ζητάει να καθίσουμε ήσυχοι και να κάνουμε ζάπινγκ. Μας ζητάει να μη ζητάμε πολλά. Μας ζητάει να δεχτούμε τη μοίρα μας, να υπομείνουμε τη ρεάλ πολιτίκ και να σταματήσουμε να μετράμε τα θύματα.

Μας ζητάει ο υπουργός ή και ο ίδιος ο πρωθυπουργός μέσω της θεωρίας των δύο άκρων να συναινέσουμε, να εισέλθουμε μετανοημένοι στο ναό του «Κέντρου». Δεν υπάρχουν ανατροπές ή επαναστάσεις. Δεν υπάρχουν καν αντιστάσεις. Δεν υπάρχει ανάγκη για αντιστάσεις πια. Μας ζητάει να ξεχάσουμε τις ουτοπίες, τα συλλογικά όνειρα ή ακόμη και το λειψό κοινωνικό κράτος. Μας ζητάει να σηκώσουμε τα μανίκια και να βρούμε τη προσωπική μας θέση στην Ειδική Οικονομική Ζώνη.

Εκεί είναι ωραία, ζεστά και ήπια. Εκεί, άνθρωποι που δεν συμμετέχουν στην συλλογική κατάρρευση, πίσω από ένα μικρόφωνο μας εξηγούν ποιά είναι η μόνη πιθανή θέση μας. Μας εξηγούν ότι πια για μας δεν γίνεται τίποτα. Όλα έχουν κριθεί.

Κάθε εξήγηση ξεκινά με ένα ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΤΕ; ΝΑΙ ή ΌΧΙ;

5 Σχόλια

Filed under υπερβολές

θεωρίες και νοήματα

Η όλη ιστορία με την παρέμβαση του Κατρούγκαλου στην ανατροπή αποκτά όλο και περισσότερες διαστάσεις. Διάβασα τις κατά κάποιο τρόπο απαντήσεις της Τριανταφύλλου και του Μανδραβέλη. Και στα δύο πονήματα δεν υπάρχει προσπάθεια να αρθρωθεί ούτε ένα επιχείρημα. Αλλά αυτό που κάνει εντύπωση είναι φράσεις όπως «θεωρίες τύπου Κατρούγκαλου». Υπάρχουν δύο πιθανότητες. Είτε όντως οι δύο αυτοί άνθρωποι δεν έχουν ξανακούσει ποτέ τέτοιες θεωρίες (πράγμα μάλλον απίθανο αν σκεφτούμε τις σπουδές και τα διαβάσματά τους) ή απλά μιλάνε έτσι γιατί παρουσιάζοντας «αυτές τις θεωρίες» ως παραλογισμούς ή τρέλες τύπου Κατρούγκαλου τις τοποθετούν σε ένα συγκεκριμένο σημείο. Εκεί που δεν μπορούν να έχουν κάποια σημασία στο δημόσιο διάλογο.

Ακούσαμε πολλές φορές για το περίφημο μονοπώλιο της βίας που είναι νόμιμη και που έχουμε συμφωνήσει σ’ αυτή. Ακούσαμε οι όποιες αντιρρήσεις, τα ιστορικά παραδείγματα, να απαντιούνται με ένα «άλλο τότε, τώρα έχουμε δημοκρατία».

Τυχαίνει αυτή την περίοδο να διαβάζω το «μας πήραν την Αθήνα» του Ελεφάντη, το οποίο αναφέρεται στα Δεκεμβριανά του 44 και τον εμφύλιο. Ο Ελεφάντης χρησιμοποιώντας το στίχο από ένα τραγουδάκι της εποχής – αυτό το μας πήραν την Αθήνα – αναρωτιέται τελικά το Δεκέμβριο του ’44 ποιοι πήραν την Αθήνα και από ποιους. Θέτει το ερώτημα με επιμονή, καθώς η ιστορία, η επίσημη γλώσσα τείνει να διαστρέψει το νόημα του στίχου. Ποιοι πήραν την Αθήνα το Δεκέμβρη του ’44; Οι Εγγλέζοι; Οι ταγματασφαλίτες με τους «εθνικόφρονες»; Η απάντηση είναι πολύ σημαντική, αφού ανοίγει το δρόμο για μια ερμηνεία, που ξεφεύγει από κουβέντες τύπου οι εαμοβούλγαροι, οι κομμουνιστές, οι παλαβοί εξτρεμιστές που αν τότε είχαν νικήσει θα ήμαστε Βουλγαρία, Αλβανία ή δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο. Η απάντηση στο ερώτημα ποιοι και από ποιους πήραν την Αθήνα είναι κεντρικής σημασίας.

Το ίδιο σπουδαία είναι μια σειρά από απαντήσεις σε ανάλογα ερωτήματα. Ο Δεκέμβρης του 2008 τι ήταν; «Να μαζευτούν συμμορίες και να καίνε μαγαζιά». Ο Μανδραβέλης απαντάει και σε αυτό. Το ίδιο εν μέρει λέει ήταν και ο Φεβρουάριος του 12 και ο Μάϊος του 10. Τί έγινε το Δεκέμβριο του 2008; Σπασίματα και χουλιγκανισμοί; Ή τι έγινε στις πλατείες τον Ιούνιο του ’11; Τα Μέσα δεν προτιμούν (εκείνη την περίοδο το έσπρωχναν εξαρχής) τυχαία τον όρο αγανακτισμένοι. Ο όρος από μόνος του δείχνει κάτι (ίσως σε κάτι απολιτίκ, θυμωμένο, λαϊκιστικό).

Ξαναρωτάμε λοιπόν, ποιός πήρε την Αθήνα το Δεκέμβριο του ’44;

Δεν είναι ότι η Τριανταφύλλου ή ο Μανδραβέλης δεν γνωρίζουν. Απλά μάχονται για την επικράτηση μιας συγκεκριμένης αλήθειας, μάχονται μια απ’ τις πιο σπουδαίες μάχες, τη μάχη της απόδοσης του νοήματος.

Ο Δεκέμβριος του ’44 ερμηνεύτηκε, μιλήθηκε με τέτοιο τρόπο, λέει ο Ελεφάντης, ώσπου να εξαφανιστεί το νόημα και η αφήγηση να πάρει ένα συγκεκριμένο δρόμο, τόσο που για να ξαναμιλήσει γι’ αυτόν αναγκάζεται να αρχίσει να ξετυλίγει το νήμα από ένα λαϊκό τραγουδάκι. «Μας πήραν την Αθήνα». Ποιός το τραγουδούσε και ποιόν εννοούσε; Με τον ίδιο τρόπο αντιμετωπίστηκε το ζήτημα των ταγματασφαλιτών ή των χουντικών. Η λείανση των αντιθέσεων, η ιδέα ότι η μάχη στους δρόμους και τα κρατητήρια δινόταν τότε από κομμουνιστές μόνο που τότε υπήρχε λόγος, αλλά μετά ο λόγος εξαφανίστηκε ή εντέλει και οι κομμουνιστές διέπραξαν ακρότητες. Η ιδέα ότι δεν απαντάμε ακριβώς στο ποιοι είναι οι βασανιστές, ποιος ο εθνικός κορμός ή μάλλον οι ταγματασφαλίτες ίσως είναι η απάντηση στο άλλο άκρο και έλα μωρέ δεν ήταν ακριβώς ταγματασφαλίτες οι ταγματασφαλίτες.

Ποια εντέλει είναι τα άκρα; Ποιοι είναι οι βασανιστές και ποιοι όσοι αντιστέκονταν; Τι έλεγε ο καθένας; Ποιο ήταν το νόημα των πράξεών τους; Ποιο ήταν το νόημα αυτής της αντίθεσης;

Ποιο ήταν το νόημα του Δεκεμβρίου του 2008; Ποιοι γέμιζαν τους δρόμους της Αθήνας τέτοιο περίπου καιρό πέντε χρόνια πριν; Ποιο ήταν το νόημα της διαδήλωσης, ποιο ήταν το νόημα των πράξεών τους; Ήταν συμμορίες και χούλιγκανς; Εναντίον ποιών ενεργούσαν; Ποιοι ήταν οι απέναντι;

Όσο και να κουραζόμαστε να ακούμε ή να διαβάζουμε τα ίδια και τα ίδια απ’ τους γνωστούς απολογητές της σημερινής κατάστασης, δεν πρόκειται για ένα απλό τρολάρισμα, για hate reading ή διαδικτυακό λιντσάρισμα. Ας λένε. Η μάχη για το νόημα είναι σπουδαία και δίνεται κάθε μέρα.

Υπ’ αυτήν την έννοια, έχει πολύ μεγαλύτερο βάρος από μια απλή μπαρούφα το «μαζί τα φάγαμε», αφού δεν εκφράζει απλά μια άποψη, αλλά επιχειρεί να συσκοτίσει το ποιος έκανε τι, ποιος κέρδισε και ποιος έχασε, προσπαθεί με άλλα λόγια να αποδώσει νόημα σε μια ολόκληρη εποχή. Προσπαθεί να επιβάλλει τη συλλογική ενοχή ως τη βασική εξήγηση για την κατάρρευση.

Με τον ίδιο τρόπο, το «δεν υπάρχει καλή και κακή βία» ή η διαρκής επίκληση στο μονοπώλιο της βίας, επιχειρεί να δώσει ένα συγκεκριμένο νόημα στην ίδια μας τη ζωή. Επιχειρεί να γράψει την ιστορία, να ερμηνεύσει τη ζωή μας, αποσιωπώντας ότι το μονοπώλιο της βίας εδώ και καιρό έχει ξεφύγει απ’ αυτό που εννοούσαμε μέχρι πρότινος όταν μιλούσαμε για μια κοινωνική συμφωνία στα πλαίσια της δημοκρατίας. Το μονοπώλιο της βίας έχει μεταφερθεί στο πεδίο της μαύρης δεξιάς και της κρατικής τρομοκρατίας (απ’ τα βασανιστήρια στους 15 μέχρι τη μαζική συλλογή DNA στις Σκουριές). Η επίκληση στη νομιμότητα σήμερα δεν έχει να κάνει με την κοινή λογική ή τη δημοκρατική πίστη. Η επίκληση στη νομιμότητα είναι μια προσπάθεια να αποδοθεί ένα συγκεκριμένο νόημα στις ενέργειες και την επίθεση που εξαπολύει το κράτος (και το παρακράτος ή οι φασίστες).

Δεν πρόκειται λοιπόν για μια νομική αντιδικία, για μια διαφορετική ερμηνεία των θεωριών ή της βίας. Πρόκειται για έναν ξεκάθαρα πολιτικό αγώνα. Πρόκειται για τον αγώνα της απόδοσης νοήματος στα γεγονότα, πρόκειται για το ίδιο το γράψιμο της ιστορίας.

Έτσι, ανεξάρτητα από ότι υπαινίσσονται τα απειράριθμα σάιτ τύπου iefimerida ή newsbomb ή ανεξάρτητα απ’ τον μικρόκοσμο των χρηστών που αναλώνονται (αναλωνόμαστε) σε μικροτσακωμούς, λέγοντας, πάει εσπρεσοποιήθηκε και το δίκτυο, νομίζω ότι τα blogs (ή το περιεχόμενο γενικά σε όλες τις πλατφόρμες) όχι μόνο δεν έχουν πεθάνει, αλλά έχουν να παίξουν ένα καθοριστικό ρόλο. Όπως το Δεκέμβριο του 2008 κι όπως τον Ιούνιο του ’11 κι όπως τον Φεβρουάριο του 2012. Όπως όλο αυτόν τον καιρό, ο κόσμος που πηγαινοέρχεται στις διαδηλώσεις, στους αγώνες ή απλά στους δρόμους, δεν καταγράφει απλά τι είδε. Συμμετέχει στη συνολική αναζήτηση και απόδοση νοήματος. Ενάντια στα πάνελ της βαβούρας και τον επίσημο λόγο περί δύο άκρων, έχουμε τα μάτια μας και το πληκτρολόγιό μας και ο λόγος μας είναι αυτός που εξηγεί κόντρα στη δική τους εξήγηση. Ο λόγος μας είναι αυτός που μαζί με το δρόμο, εξηγεί γιατί το 2008 έγινε μια εξέγερση κι όχι ένα πλιάτσικο. Ας μη σταματάμε να μιλάμε λοιπόν.

Όσοι περπάτησαν μπροστά στο ψηλότερο χριστουγεννιάτικο δέντρο της Ευρώπης ενώ αυτό καιγόταν, όσοι καθάρισαν την πλατεία Συντάγματος απ’ τα χημικά, όσοι είδαν τους δελτάδες να εφορμούν, όσοι είδαν να ελέγχονται μετανάστες στην Πατησίων, όσοι ξέρουν το όνομα Αμυγδαλέζα, όσοι στάθηκαν για ώρα στην ουρά του ΟΑΕΔ κι όσοι μπήκαν στο αεροπλάνο της μεγάλης φυγής με μισή καρδιά. Όλοι αυτοί κι άλλοι τόσοι, μπορούν αν ανοίξουν το στόμα τους, να αποδώσουν το νόημα των χρόνων, μπορούν αν καταγράψουν τις σκέψεις τους να σου εξηγήσουν τι σημαίνει Ελλάδα. Μπορούν ακόμη να σου εξηγήσουν αν υπάρχει καλή, κακή βία, νομιμότητα και κοινωνικό συμβόλαιο.

10 Σχόλια

Filed under υπερβολές

να συμμορφωθείς

 ζώντας την ελληνική δημοκρατία ( via )

*

Αφού ο Κεδίκογλου είπε ότι η κυβέρνηση τσάκισε το φασισμό, αφού ο Πρετεντέρης είπε ότι εξαρθρώθηκε η χ.α., τότε μάλλον πρέπει να νιώθουμε πιο ήρεμοι. Αφού ο Μιχελάκης είπε ότι έχουμε δημοκρατία και άρα δεν μπορούμε να βρίσκουμε αναλογίες σε περιόδους που η αντίδραση θα μπορούσε να είναι δικαιολογημένη και νομιμοποιημένη, τότε μάλλον θα πρέπει να βάλουμε την εξάρθρωση (την ποιά;) των αβγών, τη μαρφίν και τις σκουριές στο ίδιο καλάθι. Εδώ έχουμε δημοκρατία, οπότε, το ερώτημα επανέρχεται: καταδικάζετε τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται; Παρακαλώ απαντήστε με μια λέξη. Η λάθος απάντηση προκαλεί την αυτόματη κατάταξη στο στρατόπεδο των ακραίων και άρα υπόπτων και άρα καλύτερα να περάσετε μια βόλτα απ’ το τμήμα της γειτονιάς σας.

*

Έγραφε ο Ελεφάντης ότι ο φασισμός είναι μια ιδεολογία που επιδιώκει να επιβάλλει τις αρχές της παντού: (μεταξύ άλλων) την στρατιωτικοποίηση της εργασίας.

*

Οι ίδιοι άνθρωποι που κάνουν την εξίσωση αβγών – «ακροαριστεράς», χρησιμοποιώντας ως συνδετικό κρίκο τη «βία», λέγοντας πως το αντιμνημονιακό πνεύμα έφερε το φασισμό, είναι και αυτοί που συνεργάζονται με ρατσιστές και ακροδεξιούς (μιλάω για μεγάλο μέρος της ΝΔ) προκειμένου να λειτουργήσει το μνημόνιο. Ο Μπίστης έσταζε μέλι στο προταγκον.γρ για τον Βορίδη (αυτόν που δήλωνε κραδαίνοντας το ρόπαλο: βία στη βία των μαρξιστών) λέγοντας ότι ως προς το μεταναστευτικό διαφέρουν κάπως οι απόψεις τους, αλλά οκ ας μην είμαστε πλεονέκτες.

vor_ksana

το κέντρο σε νεανικές περιπέτειες

Η διαφωνία της κεντροαριστεράς με την ακροδεξιά ως προς το μεταναστευτικό ευτυχώς μετά από ώριμες πολιτικές συζητήσεις, νηφάλιο διάλογο και συναινετική διάθεση κατέληξε ευτυχώς σε ένα συμβιβασμό και γέννησε τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Γεγονός που μας γεμίζει περηφάνια για τον πολιτικό πολιτισμό του πολιτικού προσωπικού της χώρας. Κατά τ’ άλλα, ο Μπίστης και οι λοιποί κεντροαριστεροί θεωρούν ότι οι αντιμνημονιακές διαμαρτυρίες έφεραν το φασισμό. Απ’ τις μούτζες στην εμπορία όπλων. Λογικότατο.

Περίπου σα να λέμε ότι οι σπαρτακιστές έφεραν τον Χίτλερ με τις τρελές ιδέες τους ή ότι οι αναρχικοί είναι υπεύθυνοι για τη δολοφονία του Γρηγορόπουλου γιατί μισούσαν τους μπάτσους.

*

Έτσι οι περίφημοι κεντροαριστεροί υπογράφουν το ένα μετά το άλλο ασαφές και αόριστο κείμενο, με επικλήσεις στην επικείμενη ανάπτυξη. Ποτέ δε μας λένε όμως τί εννοούν όταν λένε ανάπτυξη.

Γιατί σκέφτομαι ότι η ανάπτυξη την εποχή των μνημονίων δε σημαίνει τίποτα άλλο παρά στρατιωτικοποίηση της εργασίας. Με άλλα λόγια, ελαστική ή εκ περιτροπής απασχόληση, εξαφανισμένες αποζημιώσεις, κατάργηση του δικαιώματος στην απεργία, πολιτικές επιστρατεύσεις, εξορύξεις χρυσού, απευθείας αναθέσεις και άνθιση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας η οποία συνοψίζεται σε επιχειρηματίες τύπου Μελισσανίδη. Υπ’ αυτή την έννοια τα έργα των αβγών στο Πέραμα ή στα κατά τόπους γραφεία ευρέσεως εργασίας (και αλλού*) καθιστούν τα αβγά ένα ολοκληρωτικά μνημονιακό κόμμα.

*

Αλλά η μνημονιακή Ελλάδα, η Ελλάδα μετά το Καστελόριζο, που θα έλεγε κι ο ολντ, είναι κυρίως η ιστορίας μιας αλλαγής παραδείγματος ή καλύτερα ανθρωπότυπου. Δηλαδή η στρατιωτικοποίηση της εργασίας, το κατεξοχήν μνημονιακό κατόρθωμα, κατά τη γνώμη μου δεν έχει να κάνει με κάποια απόπειρα συσσώρευσης κεφαλαίου ή ασφάλισης περαιτέρω κερδών. Έχει να κάνει με μια νέα υποταγή, η οποία παίρνει τη μορφή της πίστης σε ένα συλλογικό φαντασιακό που ως ευτυχία εννοεί την ανασφάλιστη εργασία με 360€ χωρίς ωράριο. Το δικαίωμα στην απεργία αυτοκαταργείται , ενώ το δικαίωμα της καταστολής περιλαμβάνει πια μια νέα τεράστια γκάμα, από τις προληπτικές προσαγωγές μέχρι το ξεχείλωμα του όρου τρομοκρατία.

*

Με άλλα λόγια όχι μόνο δεν υπάρχει πια κοινωνία, αλλά ούτε καν τα ίδια τα άτομα που την απαρτίζουν. (Και) αυτό το νόημα έχουν οι επιθέσεις των ένστολων στα Εξάρχεια. Όχι μόνο δεν επιτρέπεται η διαφορετική κουλτούρα, η αμφισβήτηση του κυρίαρχου παραδείγματος, αλλά θα καταστέλλονται σκληρά τόσο οι καθεαυτό πολιτικές και κοινωνικές διεκδικήσεις, όσο και οι ίδιες σου οι βόλτες, τα στέκια, η καθημερινή συνύπαρξη και οι καταλήψεις άχρηστων και άδειων κτιρίων. (Η δήλωση: καλύτερα άχρηστα και έρημα, παρά γεμάτα από εκείνη τη ζωή που εμπεριέχει την πιο ουσιαστική κριτική στις Πράξεις Νομοθετικού Περιεχόμενου, οι οποίες πλέον θα ρυθμίζουν και τις πιο λεπτές πτυχές της επιβίωσης).

Ή θα συμμορφωθείς ή θα συμμορφωθείς. Αυτές είναι οι επιλογές σου. Τρώγε το φαΐ σου, αγάπα το κελί σου, δες πολύ τιβί.

*

Υπ’ αυτή την έννοια, καθετί που σε πρώτη σκέψη μπορεί να μην είναι επαναστατικό, αλλά εντέλει δυναμιτίζει τη συλλογική κατάθλιψη ή την τυφλή πίστη στον κομφορμισμό και την κορεκτίλα, μπορεί υπό προϋποθέσεις (και κάποιο αλκοόλ ίσως) να προκαλέσει συγκίνηση.

Ο τύπος που ράβει κοστούμια από άμφια και παίζει κλαρίνο στην πλατεία Εξαρχείων υπαινίσσεται (ερήμην του πιθανώς και άρα ακόμη πιο ειλικρινώς) ότι το να είσαι περίεργος, ανάποδος και έξω απ’ τις περιγραφές του αποδεκτού με βάση τον Πάγκαλο ή την Τριανταφύλλου, είναι πια μια προσωπική υποχρέωση που κι αν κάποτε στοιχίζει ακριβά, προκαλεί κύματα ανυπολόγιστης ψυχικής γαλήνης.

Κάνοντας ένα μικρό (ή μεγάλο) λογικό άλμα, σκέφτομαι ότι το να αντιστέκεσαι με όποιον τρόπο μπορείς στη λογική του There is no alternative, στο δεν γίνεται τίποτα, όλα είναι προαποφασισμένα (κατά το η πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού που σου υποδεικνύουν οι άλλοι, ποιοί άλλοι; αυτοί που κοιτάζουν ανέμελοι την εξουθένωσή σου, βάζοντας συνήθως και κάτι στην άκρη) είναι μια σπουδαία, παρηγορητική και γενναιόδωρη πράξη. Το να αμφισβητείς τη νέα ελλάδα, όπως μπορείς, αποδεικνύεται η πιο σπουδαία ποίηση της εποχής μας, η πιο υψηλή δημιουργία, αυτό που μετατρέπει την αναξιοπρέπεια σε γενναιότητα και τον καθημερινό ζόφο σε ζωή.

5 Σχόλια

Filed under υπερβολές

democracy (is coming)

Αν ξυπνήσεις μια Πέμπτη πρωί σ’ αυτή τη χώρα που ονομάζεται Ελλάδα μπορεί να καταλάβεις κάτι απ’ αυτό που συμβαίνει. Οι ειδήσεις σε κυνηγούν να σε πιάσουν απ’ το λαιμό.

Στο Εφετείο στην Αθήνα, χρυσαυγίτες γεμίζουν την αίθουσα όπου γίνεται η δίκη ενός βουλευτή του κόμματος. Κάποιοι απ’ αυτούς, πλησιάζουν όσους δεν είναι δικοί τους, του κοιτάζουν με νόημα, ενώ κάποιοι άλλοι φωτογραφίζουν τους συγκεντρωμένους έξω απ’ το κτίριο. Στην αίθουσα μάρτυρες ακούνε όλων των ειδών τις – χαμηλόφωνες πάντως – κουβέντες. Στη δίκη της Δευτέρας δικηγόροι αντιμετώπιζαν φράσεις του στιλ, σας ξέρουμε, σας θυμόμαστε.

Στο κέντρο της Αθήνας, λίγες ώρες νωρίτερα, πραγματοποιείται η επιχείρηση «Θέτις». Η αστυνομία μάζεψε τα – κατά Ντινόπουλο – πρεζόνια, τους τοξικοεξαρτημένους, τους μετέφερε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης στην Αμυγδαλέζα, προκειμένου να τους καταμετρήσει (;) και να τους κάνει κάποιες εξετάσεις με τη συνεργασία του περίφημου ΚΕΕΛΠΝΟ. Ύστερα τους άφησε ελεύθερους.

Στη Χαλκιδική, λίγες ώρες αργότερα, δυνάμεις των ΜΑΤ εισβάλλουν στην Ιερισσό, ρίχνουν δακρυγόνα στην αυλή σχολείου, προκαλώντας αναπνευστικά προβλήματα σε μαθητές. Συνεχίζεται έτσι η τακτική την οποία καταγγέλλουν κάτοικοι και η οποία περιλαμβάνει χύμα προσαγωγές χωρίς να μπορεί να ειδοποιηθεί κάποιος απ’ τους οικείους, εισβολή σε σπίτια και έρευνά τους χωρίς εντάλματα και συλλογή DNA.

Στο βίντεο ντοκουμέντο του channel 4 για την κατάσταση που επικρατεί στην Ελλάδα, που κυκλοφόρησε, υπάρχει μια σκηνή ιδιαίτερης σκληρότητας. Δεν πρόκειται για το ρατσιστικό παραλήρημα και τις κουβέντες περί φούρνων. Μπροστά απ’ τους ανθρώπους που λένε όσα λένε, περνάνε σε μια στιγμή κάποιοι μετανάστες. Οι πρωταγωνιστές του βίντεο τους φωνάζουν και ποζάρουν μπροστά στο φακό παρέα τους. Σκέφτομαι τη γυναίκα η οποία στέκεται δίπλα σ’ αυτόν τον άντρα που στο υπόλοιπο βίντεο χαριεντίζεται μιλώντας για σαπούνια. Σκέφτομαι αυτή τη γυναίκα που εκείνη την ώρα στέκεται δίπλα σ’ έναν τύπο που προπαγανδίζει, έστω αστειευόμενος όπως ο ίδιος αργότερα υποστήριξε, ιδέες και πρακτικές του ναζιστικού καθεστώτος.

Τί έχουμε να πούμε εμείς οι υπόλοιποι σ’ αυτή τη γυναίκα; Τί έχουμε να πούμε στους μάρτυρες που έζησαν την ατμόσφαιρα τρομοκρατίας στο Εφετείο; Τί έχουμε να πούμε στους εαυτούς μας για τη μεταφορά τοξικοεξαρτημένων στο στρατόπεδο συγκέντρωσης; Με ποιές λέξεις θα περιγράψουμε το καθεστώς που ζούμε; Με ποιά φράση θα περιγράψουμε το κοινωνικό ρεύμα που μεγαλώνει, υποστηρίζοντας διωγμούς, βασανιστήρια και φασιστικές πρακτικές;

Τον τελευταίο καιρό, μ’ αρέσει να διηγούμαι διαρκώς την ίδια ιστορία. Το κορίτσι, πριν από τρία τέσσερα χρόνια, δούλευε σε μια εταιρεία. Στις 17 Νοεμβρίου ζήτησε να φύγει λίγο νωρίτερα, για να προλάβει να περάσει απ’ την πορεία για την επέτειο του Πολυτεχνείου. Η προϊσταμένη την έπιασε και της είπε τετ α τετ, ότι «να μην πιστεύεις όσα ακούς για τότε. Κατά τη διάρκεια της Χούντας, η μητέρα μου και η αδερφή της, πήγαιναν θέατρο στη Βουκουρεστίου. Δεν ήταν και έτσι ακριβώς όπως τα λένε τα πράγματα».

Δεν ήταν έτσι τα πράγματα τότε και δεν είναι έτσι τα πράγματα τώρα. Δεν μιλάει η κραυγή που ακούγεται έξω απ’ το εφετείο για αίμα και τιμή. Δεν λέει έξω απ’ το δικαστήριο ο βουλευτής της Χ.Α. «σε λίγο θα είμαστε κυρίαρχοι». Δεν μιλάμε για ρατσιστικό μίσος που έχει πραγματικά θύματα. Δεν μιλάμε για μια αστυνομία που βασανίζει, που μπαίνει σε σχολεία και αρπάζει μαθητές, που εισβάλλει σε σπίτια κατοίκων, υπερασπιζόμενη το επιχειρηματικό συμφέρον μιας εταιρείας. Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν ισχύει και τίποτα απ’ όλα αυτά δεν είναι σοβαρό. Όλα αφορούν άλλους, κάποιους μακρινούς, παράνομους, περίεργους και πιθανότατα περιθωριακούς.

Δεν υπάρχει κάτι ή κάποιος να υπερασπιστούμε. Δεν υπάρχει τόπος, φίλος, σύντροφος, αγαπημένος. Είμαστε όλοι υπεύθυνοι πολίτες και δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα, γιατί ακόμη πάμε θέατρο και διασκεδάζουμε κάπου στο κέντρο της πόλης.

υγ. ποστίδιο παρασκευασμένο για την Σαββατιάτικη Ελευθεροτυπία

υγ2 – μπόνους: Μεμονωμένο περιστατικό. Άντρας της ελληνικής αστυνομίας κλείνει το στόμα στον ανεύθυνο νεαρό που και αναστατώνει την αδιατάρακτη πορεία της χώρας προς την ανάπτυξη και έχει το θράσος να λέει το όνομά του.

13 Σχόλια

Filed under υπερβολές

«εκεί θα σε περιμένω»

Στο αθλητικό σάιτ ο τίτλος λέει «Μπινελίκια στον αέρα του Μέγκα (vid)». Αυτός είναι ο τίτλος, αυτό είναι ίσως το σημαντικό νέο της ημέρας. Ότι στον τηλεοπτικό αέρα ακούγεται η φράση «μαλακισμένα». Η είδηση είναι η παρασπονδία του Καμπουράκη, το λάθος του τηλεοπτικού σκηνοθέτη. Δεν θα απομείνει τίποτα άλλο, παρά μια λάθος πιρουέτα μια ημιδιάσημης γκόμενας απ’ το ντάνσινγκ γουιθ δε σταρς και ένα μπινελίκι του εξίσου ημιδιάσημου παρουσιαστή. Δεν είμαστε τίποτα, παρά απομεινάρια τηλεοπτικού χρόνου, ό,τι χώρεσε σε ένα μονόστηλο της εσπρέσο.

Ποιοί κοινωνικοί χώροι, ποιά αυταρχική κυβέρνηση, ποιός κουκουλονόμος; Το μπινελίκι του Καμπουράκη.

//

Στο ραδιόφωνο παίζει Ελληνοφρένεια. Σε μια στιγμή ακούγεται η φωνή του Ντινόπουλου. Προσπαθεί να βρίσει τον Σκουρλέτη. Λέει ο σύριζα υποστηρίζει την villa Amalias και προσθέτει «εκεί που μαζεύονταν πρεζόνια».

Τα πρεζόνια, στη huffington post είναι συγκλονιστικό ρεπορτάζ. Στη πόλη του Καμίνη είναι αυτό που χαλάει το ιστορικό κέντρο, τα ψώνια και την αισθητική μας. Στο στόμα του Ντινόπουλου είναι ο πάτος, το περιθώριο, αυτό που σιχαίνεται, η ύστατη κατηγορία. Πρεζόνια.

(Ο Ζαγορίτης, το γράφω και το ξαναγράφω, πρώην γραμματέας την ΝΔ σε τηλεοπτική εκπομπή είχε πει χαρακτηριστικά ότι δύο πράγματα θα πει στα παιδιά του, να μην γίνουν gay και να μην πάρουν ναρκωτικά. )

Ο Ντινόπουλος κοιτάζει τα μαλακισμένα, τα πρεζόνια, τους μπάχαλους, τους μη συμμετέχοντες στο όνειρο της μνημονιακής Ελλαδάρας και τα δόντια του στάζουν αίμα. Σιχαίνεται τους απροσάρμοστους, τους παρεκκλίνοντες απ’ το πρότυπο του καλού δαπίτη. Αστραφτερό χαμόγελο, ατσαλάκωτο πουκάμισο, σακούλες απ’ το mall στο ένα χέρι και φρεντο στο άλλο. Και μία απεριόριστη υπερηφάνεια που η επόμενη προαγωγή θα του εκμηδενίσει επιτέλους τον ελεύθερο χρόνο. Η ΔΑΠ απ’ το πρώτο τραπέζι στον Χατζηγιάννη, λίγο πριν πουλήσει σημειώσεις στους πρωτοετείς με αντάλλαγμα μια κωλοψήφο, θα μας μιλήσει για την ανομία. Έπειτα, σε απευθείας σύνδεση απ’ την Αράχοβα, το χωριό που επισταμένως επιχειρεί να λεηλατήσει η γαλάζια κουλτούρα, θα μας μιλήσει για πολιτισμό.

//

Δεν είναι ότι δεν περίμενα ότι τα ιδιώνυμα και οι κουκουλονόμοι θα εφαρμοστούν ακριβώς για να εξυπηρετήσουν πολιτικές διώξεις. Δεν είναι ότι δεν περίμενα την τρομοκρατία τους. Ο κόμπος στο στομάχι με σφίγγει περισσότερο εξαιτίας της παρακάτω φωτογραφίας.

Image

Το κορίτσι που γελάει και γράφει στο τζάμι σ’ αγαπώ σε κάποιον τυχερό που κοιτάζει απ’ έξω. Και αυτός είναι τυχερός όχι επειδή δεν είναι μέσα στην κλούβα, αλλά γιατί το κορίτσι του γράφει σ’ αγαπώ. Και ο Δένδιας και οι κλούβες και τα δακρυγόνα μπορούν να εξαλειφθούν, να καταργηθούν οριστικά στη στιγμή, τη στιγμή ακριβώς που στο ζόφο αντιτάσσεις ένα τέτοιο χαμόγελο. Και η φωτογραφία κυκλοφορεί στο δίκτυο με εκείνο το ποίημα του Λειβαδίτη.

Κλεῖσε τὸ σπίτι. Δῶσε σὲ μιὰ γειτόνισσα τὸ κλειδὶ καὶ  

προχώρα. Ἐκεῖ ποὺ οἱ φαμίλιες μοιράζονται ἕνα ψωμὶ στ

ὀκτώ, ἐκεῖ ποὺ κατρακυλάει ὁ μεγάλος ἴσκιος τῶν ντουφεκισμένων.

Σ᾿ ὅποιο μέρος τῆς γῆς, σ᾿ ὅποια ὥρα, 

ἐκεῖ ποὺ πολεμᾶνε καὶ πεθαίνουν οἄνθρωποι γιἕνα

 καινούργιο κόσμο… ἐκεῖ θὰ σὲ περιμένω, ἀγάπη μου!

Ας ζήσουν αυτοί με τους Ρέμους, τους τηλεοπτικούς διαγωνισμούς χορού και τους λυσσασμένους ματατζήδες τους. Εμείς έχουμε αυτό το χαμόγελο. Κι αυτόν τον έρωτα που κοιτάζεται και σηκώνει το χέρι και δεν σταματά και δεν υποχωρεί ακόμη αν κι έχει ένα τζάμι να τον χωρίζει. Αλλά για πόσο ακόμη νομίζετε ότι μπορεί να τον χωρίζει; Για πόσο;

69 Σχόλια

Ιανουαρίου 10, 2013 · 4:17 μμ