Category Archives: τόποι που φαντάστηκα

ο καθρέφτης στ’ ανατολικά

Κάπου εκεί προς το τέλος του «Kabuli Kid» το πλάνο ανοίγει για να δούμε ξανά την πόλη που απλώνεται στο βάθος του τοπίου. Όταν πέφτουν λοιπόν οι τίτλοι τέλους δυσκολεύομαι να σκεφτώ πια τον κόσμο που είναι λίγος ή πολύς (ανάλογα πως το βλέπεις) στο Φιλίπ, ούτε μπορώ να ακούσω τις κουβέντες για την τρομοκρατία ή τον ανθρωπισμό. Η Καμπούλ πρωί, μεσημέρι και με απαγόρευση κυκλοφορίας το βράδυ δεν το βγάζεις απ’ το μυαλό μου, μοιάζει φτυστή αδερφή της πόλης που με περιμένει έξω απ’ το σινεμά. Εντάξει μπορεί να μην καθρεφτίζεται με ακρίβεια η σημερινή Αθήνα στο πανί, αλλά αυτή που υπήρξε πριν τριάντα ή σαράντα χρόνια.

Δρομάκια και ανώμαλοι χωματόδρομοι, χαώδης οδήγηση, κυκλοφοριακό, αυτοκίνητα περιμένουν να περάσει ο πεζός, που με τη σειρά του σταματάει με το έτσι θέλω ένα τρίκυκλο. Φλας και alarm δεν υπάρχουν. Παρκαρισμένα αμάξια, πάγκοι, μικροπωλητές, λαϊκές αγορές. Οι δρόμοι είναι χαραγμένοι στο περίπου. Ο ταξιτζής, ήρωας της ταινίας, βγάζει το κεφάλι έξω, κάνει παρατήρηση στους μπροστινούς που δεν πάνε αρκετά γρήγορα, που κοιτάνε τί εκτυλίσσεται στο πλάι του δρόμου, που συζητάνε με τον συνοδηγό.

Επί μιάμιση ώρα ακροβατούσα σε μια αίσθηση ότι όλα όσα ακούγονται σε αυτήν την περίεργη γλώσσα έχουν ξαναειπωθεί με τον πλέον γνώριμο τρόπο. Η συμπεριφορά του ταξιτζή θύμιζε παλιό ελληνικό κινηματογράφο και σύγχρονο Έλληνα οικογενειάρχη. Πετάει στους πελάτες σύντομα πολιτικά σχόλια που ξεχειλίζουν από θυμοσοφία, είναι αρχηγός που κεραυνοβολείται όταν το βάρος μιας απόφασης δεν συμπίπτει με την αποπληρωμή των καθημερινών διεκπεραιώσεων, είναι αυστηρός και τρυφερός πατέρας που δεν ξεχνά την απαραίτητη κούκλα δώρο, μα σχεδόν κουφός στα αιτήματα που συνήθως εκφέρονται ψιθυριστά.

Η γυναίκα της οικογένειας μιλάει κυρίως για να εξηγήσει στις κόρες τι δουλειά πρέπει να κάνει η καθεμία. Είναι περίεργα όμορφη και ξέρει καλά να παίζει το ρόλο της, που συνίσταται στο να υπομένει και να χαίρεται σιωπηλά. Όταν προκύπτει το μη αναμενόμενο και σοβαρό ζήτημα, κάποια γυναίκα εγκαταλείπει ένα παιδί στο ταξί του άνδρα της, εκείνη δεν έχει γνώμη, μόνο ακόμη ένα βουβό και συγκρατημένο αίτημα. Δεν μιλάει, δεν παρεμβαίνει να πει ότι θέλει να κρατήσουν το μωρό. Απλά, όταν πια φτάνει η ώρα να το παραδώσουν, κρύβεται πίσω απ’ τη μπούργκα και αποφασίζει έτσι μουγκά όπως λυπόταν για το ότι δεν θα ξανάβλεπε το παιδί, έτσι μουγκά και να το διεκδικήσει. Ο άντρας της που το ξέρει, δεν προσπαθεί να τη σταματήσει. Η κεφαλή, υπό το φορτίο μιας σπουδαίας και μη αναστρέψιμης απόφασης, προτιμάει να αφεθεί στην αποφασιστικότητα  της γυναίκας. Ούτε θέλει, ούτε δεν θέλει. Δυσκολεύεται να αποχωριστεί το παιδί, μα δεν είναι ικανός να δράσει προς κάποια κατεύθυνση. Αμφιταλαντεύεται διαρκώς μέχρι να έρθει η γυναίκα από το παρασκήνιο ή την κουζίνα και με τον γνωστό της βουβό τρόπο να δώσει μια έξοδο στο δράμα.

Στο τέλος όλα αυτά ήρθαν να συναντήσουν τον εντελώς χαοτικό τρόπο με τον οποίο θεατές έμπαιναν και έβγαιναν απ’ το σινεμά μεταξύ των προβολών και τα παπιά που έκαναν σφήνες στην Πατησίων ανάμεσα στα ταξί.

*****

(ακολουθεί άσχετο παραλήρημα. εντελώς εκτός θέματος.)

Αποφεύγω τη συζήτηση για το πού ανήκουμε. Αυτό που σκέφτομαι είναι πως καταφέρνουμε, χωρίς ιδιαίτερο κόπο είναι η αλήθεια, να κρατάμε ότι χειρότερο έρχεται απ’ τον ανατολικό εαυτό μας και να το βάζουμε στο μίξερ με ότι χειρότερο έχει να προσφέρει η δύση.

Σήμερα, οι κατηγορίες που εκτοξεύονται από ντόπιους και ευρωπαίους λένε ότι η χώρα είναι ένα χάος, ένας γραφειοκρατικός λαβύρινθος ή ένας ανοργάνωτος αχταρμάς που ρουφάει κάθε ζωντανό κύτταρο. Να εκσυγχρονιστούμε φυσικά, ποιος διαφωνεί; Αν όμως ξέρουμε περίπου τι ζητάμε απ’ τα στοιχεία που αφθονούν δυτικά της Κέρκυρας, αναρωτιέμαι πόσο ανοιχτά έχουμε τα μάτια μας όταν κοιτάμε απ’ την Τουρκία και πέρα. Η ανατολή έφτασε να αντιπροσωπεύει το χάος, τον φονταμενταλισμό, την έλλειψη μόρφωσης ή παιδείας και γενικώς το αντίθετο της προόδου.

Αν όμως από παλιά ψάχναμε καλύτερα, θα είχαμε νομίζω αντιληφθεί εκείνα τα στοιχεία που θα μπορούσαν υπό προϋποθέσεις να φέρουν την πολυπόθητη και εντελώς απούσα σήμερα ισορροπία, σε ανθρώπους που το άγχος και η έλλειψη κέντρου έχει μετατρέψει σε ζόμπι. Ζόμπι ανίκανα να πατήσουν το pause, ακόμη κι αν από στιγμή σε στιγμή τα εύθραυστα νεύρα τους, εγγυώνται μια βουβή πτώση σαν κι αυτές που συνηθίζαμε να βλέπουμε στον σκανδιναβικό κινηματογράφο.

Φαγωθήκαμε λόγου χάριν, στο όνομα του ανάπτυξης να εγκαταλείψουμε την αίσθηση του μέτρου. Ενός μέτρου που έλεγε ότι η βραδύτητα δεν είναι απαραίτητα ένδειξη χαμηλής νοημοσύνης, ενώ το ωράριο υπάρχει για να ξεπερνιέται σπανίως και σε ιδιαίτερες περιστάσεις. Η υπερωρία δεν είναι ευκαιρία για παραπάνω μεροκάματο, αλλά υπενθύμιση του ορίου, μετά το οποίο ο εγκέφαλος καίγεται, λειτουργεί δηλαδή μόνο και μόνο για να φέρει σε πέρας δουλειές και αρμοδιότητες.

Ο Γκόρπας αναρωτιόταν «γιατί μας αρέσουν τα εγκαταλελειμμένα σπίτια και τα λέμε παλιά». Ίσως γιατί περνώντας μπροστά τους μπορούσαμε όχι μόνο να διακρίνουμε μια real estate ευκαιρία ή ένα νέο επενδυτικό πλάνο, αλλά και να φανταστούμε ολόκληρες ιστορίες που ασφαλώς άφησαν ένα σωρό σημάδια στους τοίχους και τα παράθυρα. Αν κάποιες στιγμές λοιπόν επιμένουμε στο βαρελίσιο κρασί, δεν είναι γιατί είναι καλύτερο. Φυσικά και δεν είναι και οι περισσότεροι το ξέρουν ήδη. Όμως με κάποιο αλλόκοτο τρόπο το κρασί θυμίζει ακόμη τη διαφορά παραγωγής και δημιουργίας, ότι δηλαδή άλλο είναι καταναλώνω και άλλο να μοιράζομαι (ακόμη και αν πρόκειται να πληρώσεις ή καλύτερα να προσθέσεις κάτι κι εσύ στο τραπέζι).

Για να το ξεχειλώσω λίγο ακόμη, οι παππούδες φυσικά και ήξεραν ότι δεν υπάρχουν νεράιδες αλλά συνέχιζαν να λένε ιστορίες, ακριβώς γιατί αισθάνονταν ότι το μυστήριο δεν ανήκει μόνο στις έρευνες και τις επιστήμες αλλά και στην καθημερινή αφήγηση. Τώρα ευτυχώς ξεμπερδέψαμε μια και καλή με όλα αυτά παραχωρώντας στους ειδικούς ακόμη και την εξιστόρηση των παθών της ενδοχώρας. DNA και τηλεοπτικοί ψυχολόγοι θα χειρουργήσουν τον έρωτα. Μετά θα ανακοινωθούν τα αποτελέσματα της νεκροψίας κι έτσι όλοι πια θα μάθουμε τι ήταν αυτό που άδικα μας ταλαιπώρησε τόσα χρόνια. Ο Νήο επιτέλους θα δικαιωθεί αφού τα μακριά πόδια που κάποτε λαχτάρησες δεν ήταν παρά ένας όχι ιδιαίτερα περίπλοκος συνδυασμός από ψηφία.

Με άλλα λόγια, το να χάνεσαι στο ανατολικό τοπίο, εκτός των άλλων σηματοδοτεί ότι έχεις ακόμη την αίσθηση ότι ο κόσμος δεν σου ανήκει, ότι δε βρίσκεσαι εδώ για να τον κατακτήσεις, παρά για να συνυπάρξεις.

Αντιθέτως σήμερα, με την ευκαιρία της κρίσης και του τρόμου της ανεργίας, αποφασίζουμε να αφήσουμε τις τύχες μας ακόμη περισσότερο στους ειδικούς. Κάποιοι λένε δεν ακούσαμε αρκετά τους τεχνοκράτες γι’ αυτό φτάσαμε εδώ. Προσωπικά είμαι έτοιμος να ακούσω τους λάτρεις των αριθμών και των εξισώσεων, αρκεί να πειστώ πως έπαψαν να μπερδεύουν την επιβίωση με τη ζωή. Πολλά ζητάω. Να ήξεραν τουλάχιστον να ξεχωρίσουν το μακιγιάζ απ’ τη χάρη.

11 Σχόλια

Filed under τόποι που φαντάστηκα, ασυναρτησίες

χριστουγεννιάτικο

Είδα την Anouk Aimée χθες το βράδυ έξω απ’ το Grain. Φορούσε λευκό πουκάμισο και ονειρευόταν ένα ποτήρι κονιάκ. Περπατούσε πάνω κάτω στην Ομήρου. Όταν περνούσε έξω απ’ το Γκαίτε, μουρμούριζε το γράμμα του Βέρθερου. Στεκόταν στην άκρη του πεζοδρομίου παριστάνοντας το εκκρεμές, φτάνοντας τη μία στα κάγκελα και την άλλη στις ρόδες των αυτοκινήτων. Χαμογελούσε σε μερικά κορίτσια και ζητούσε πληροφορίες για εκείνο το bar που ακόμη και τώρα ήταν bar κι όχι κάτι άλλο. Θέλω να πάω εκεί που μπορεί κανείς να είναι μεθυσμένος νωρίς το απόγευμα, είπε. Αγόρασε από έναν περαστικό πωλητή δύο λαχεία και τα χάρισε σ’ έναν άντρα με μαύρο παλτό και καπέλο, ξεκαθαρίζοντας έτσι οριστικά, ότι η τύχη δεν βρίσκεται σ’ αυτό που σου δίνει, αλλά σ’ Αυτή που σου δίνει. Πέρασε με κόκκινο διαγωνίως την Πανεπιστημίου. Στάθηκε για λίγο μπροστά απ’ τις άδειες βιτρίνες του Άττικα και κοίταξε τα κινηματογραφικά πρόσωπα που παρίσταναν τις κούκλες. Ο θίασος έφυγε με όλα τα ρούχα και τώρα χορεύει πιασμένος χέρι χέρι γύρω απ’ τους περαστικούς.

Όταν με ρώτησε τι είδα σήμερα της είπα:

– Στο Μετρό το πρωί, νεαρή αλλοδαπή συνόδευε τη μάνα της. Εκείνη εμφανώς πρώτη φορά στο Μετρό, κρατιόταν γερά, κοιτούσε ανήσυχη την ώρα, τις στάσεις, το σχεδιάγραμμα πάνω απ’ την πόρτα. Η κόρη γελούσε κι έλεγε μην άγχεσαι. Θα πάμε γρήγορα και όπου θέλουμε. Έπειτα της εξηγούσε τη διαδρομή, σαφώς και με ακρίβεια. Στο Μετρό το πρωί είδα μια Αθηναία.

– Στο Μετρό το μεσημέρι, κάθισε δίπλα μου μια γυναίκα με τεράστια γυαλιά, κασκόλ τυλιγμένο γύρω απ’ το λαιμό της και μάσκα νοσοκομείου, προφανώς για τη γρίπη. Έτσι όπως είχε κρύψει το πρόσωπό της, μου ήρθε να πάω πάνω από το κεφάλι της και να αρχίσω να βήχω και να ανασαίνω πάνω της. Σαν άλλος Τάιλερ Ντέρντεν που ποτίζει με το αίμα του τον ιδιοκτήτη του υπογείου.

– Στο λεωφορείο το απόγευμα δύο κορίτσια μιλούσαν επί τουλάχιστον είκοσι λεπτά για το ΙΚΑ. Κάτι σαν 6,80 την ώρα αν σου βάζει ΙΚΑ, 7,10 αν όχι. Δεν θυμάμαι καλά τα νούμερα. Θυμάμαι πόσο λάθος έμοιαζε η συζήτηση όμως.

Είδα την Anouk Aimée χθες το βράδυ να κάθεται σταυροπόδι στην Πανεπιστημίου. Πλησίασε τον αυτοσχέδιο βιολιστή στον πεζόδρομο και του είπε μια σύντομη ιστορία για τον άγιο Donizetti. Αμέσως άρχιζε να παίζει. Αυτή πλησίασε ένα νεαρό που καθόταν στο Ζόναρς και αφού του έδωσε το πορτοφόλι της, του είπε να πάει να την κεράσει κάπου, που οι γυναίκες είναι ζωντανές και οι σερβιτόροι ξέρουν ότι άλλο το κονιάκ που ζητάει αυτή κι άλλο αυτό που προσφέρουν στα μνημόσυνα. Μετά μου ψιθύρισε ότι θέλει απόψε να χορέψει, να κρυφτεί, να πηδήξει απ’ το παράθυρο ενός ξενοδοχείου, να σηκωθεί στις μύτες των ποδιών και να ακούει όλη τη νύχτα το “violin concerto in D major” του Brahms. Ύστερα μου υποσχέθηκε ότι μια βραδιά που θα φοράει αυτή το πουκάμισό μου κι εγώ το παλιό γκρι παλτό θα με πάει εκεί που ακόμη και σήμερα οι ερωτευμένοι ακούνε Enrico Caruso.

Είδα την Anouk Aimée χθες το βράδυ, κοίταζε περίεργα τους θαμώνες του Pop. Μου είχες πει ότι ήταν ωραία εδώ, παραπονέθηκε. Κι όμως κι αυτοί ποζάρουν όπως οι άλλοι στο Σύνταγμα, μπροστά στο δέντρο. Θέλω galaxy μου λέει. Αν ήταν Πέμπτη θα σε πήγαινα στο Godot, αν ήταν Κυριακή θα σε πήγαινα στο Σούνιο, αν ήταν αλήθεια κάτι έστω απ’ όλα θα σε πήγαινα απλά σπίτι, απαντάω. Όταν αναρωτήθηκα μήπως είναι ήδη αργά απάντησε, με το στόμα του Ελύτη, πως εδώ και τώρα είναι Άνοιξη παρά τέταρτο και πως «εντελώς αντίθετα απ’ τον (…) Hervey de Saint-Denys, που ζητούσε να φωτίσει τον ύπνο απ’ τη μεριά του ξύπνιου εαυτού του, επεδίωκα εγώ να συλλαμβάνω την καθημερινή ζωή από τη μεριά του ονείρου». Όταν επέμεινα, μου έδωσε ένα φιλί με γεύση πραγματικής Γυναίκας και είπε πολύ γλυκά, σκάσε επιτέλους και άκου τη μουσική.

υγ. η βόλτα μου ξεκίνησε από εδώ βέβαια.

13 Σχόλια

Filed under τόποι που φαντάστηκα, ταυτολογίες - για τη νοσταλγία, υπερβολές, γυναικών λέχος πολύπονον

μερικές ότι να’ ναι σκέψεις

Τα συμβατικά μέσα ενημέρωσης όποτε αναφέρονται στα γεγονότα του περασμένου Δεκέμβρη, χωρίς να το καταλαβαίνουν, υποδεικνύουν ξεκάθαρα μερικούς απ’ τους λόγους που (υποπτευόμαστε ότι) γεννούν Δεκέμβρηδες.

***

‘Ολη την περασμένη εβδομάδα τα media φτιάχνουν κλίμα. Αυτό το περιμέναμε. (πχ. από την Πέμπτη, στο ένα παράθυρο οι ρεπόρτερ, στο άλλο περσινές φλόγες. Πληροφορίες – από την αστυνομία & το υπουργείο, από πού αλλού; – για εκτεταμένα επεισόδια, ξένους εισβολείς αναρχικούς ή τον «φόβο της αστυνομίας»). Αυτό που δεν περιμέναμε ήταν να βγάζουν δηλώσεις οι πολιτικοί αρχηγοί, στην ίδια λογική με τις προληπτικές προσαγωγές. «Η μετατροπή του σε «επέτειο καταστροφών», είναι προσβολή στη μνήμη του» λέει πχ. ο ένας. Όσο δικαίωμα έχουν να καθορίζουν τον ορθό τρόπο πένθους για ένα παιδί, οι οποιοιδήποτε αντιεξουσιαστές, άλλο τόσο έχουν και οι επαγγελματίες ερμηνευτές της κοινής γνώμης, οι καλοί μας πολιτικοί. Σε ποιόν ανήκει ένας νεκρός; Στη μάνα του και μόνο, λέω.

***

Το Σάββατο σε δελτίο ειδήσεων (νομίζω στο Mega) το γράφημα δείχνει ένα ποσοστό και από πάνω γράφει: «πιστεύετε ότι μπορεί να συμβεί ένας νέος Δεκέμβρης;». Ο ρεπόρτερ που μιλάει, μεταφράζει, για χάρη μας: «πιστεύετε ότι μπορεί να συμβούν ξανά επεισόδια;».

***

Τρίτη ή Τετάρτη βράδυ πέρσι περπατάω μόνος μου στο κέντρο για ώρα. Συναντώ μια φίλη σε σουβλατζίδικο της Κάνιγγος. Πρέπει να είναι το μοναδικό ανοιχτό. Μέσα είναι οι ιδιοκτήτες και τρεις Γάλλοι από τηλεοπτικό συνεργείο κάποιου γαλλικού καναλιού. Όσο μιλάμε και συζητάμε με τη φίλη, οι δημοσιογράφοι εμφανώς στήνουν αυτί. Τί να καταλάβουν άραγε; Μας ρωτούν στα αγγλικά. Θέλουν να μάθουν τα πάντα με αληθινή απορία. Δεν είναι υποστηρικτές κάποιας θεωρίας περί εξέγερσης. Δεν είναι απολογητές της νομιμότητας. Γυρνάνε συνεχώς στον τόπο που συμβαίνουν όλα, μπας και συλλάβουν κάτι απ’ την ατμόσφαιρα.

***

Τα μέσα επιμένουν: είναι το δεύτερο crash test της κυβέρνησης ο Δεκέμβρης. Η αποσυναρμολόγηση του περσινού συμβάντος έχει ξεκινήσει από δημοσιογράφους, συνεχίζεται από πολιτικούς και είναι βολικός για όλους. Αν αναφέρεσαι στον περσινό Δεκέμβρη και θυμάσαι μόνο τις φλόγες, μάλλον έχασες μια καλή ευκαιρία να προσπαθήσεις να αφουγκραστείς  όσα η κοινωνία δυσκολεύεται πια να θάψει στον αντικατοπτρισμό κάποιας τηλεόρασης. «Ότι απωθείται από την επιφάνεια επιστρέφει εκδικητικά στο εσωτερικό και τοκίζεται μέχρι την ημέρα της πτώχευσης» έλεγε για άλλους λόγους βέβαια ο Ευγένιος Αρανίτσης, ας πούμε ότι ταιριάζει κι εδώ.

***

Τί έμεινε απ’ τον περσινό Δεκέμβρη; Απ’ τις συζητήσεις που πιάνω, βλέπω μια τεράστια απογοήτευση να κατακάθεται πάνω στα κεφάλια μας. Κακώς. Δε θέλω να μιλήσω για τη δυναμική, για τις συζητήσεις, για την κοινή αγωνία. Τα λένε καλύτερα άλλοι: «Οι άνθρωποι αρχίζουν να βγαίνουν από το επίχρυσο κουκούλι τους, να διασταυρώνουν τα βλέμματά τους και να ανακαλύπτουν σ’ αυτά κοινές αγωνίες … Εκείνες τις ημέρες του Αρμαγεδδώνα έβλεπα γύρω μου φιλικά πρόσωπα και ζεστές χειρονομίες που μου είχαν λείψει για πολύ, πολύ καιρό». Ο Μανώλης Μαυροματάκης μετά το τέλος της θεατρικής παράστασης εκείνη την περίοδο έλεγε (στο περίπου κι από μνήμης): «βγείτε στους δρόμους ή μείνετε μέσα δεν έχει σημασία. Κοιτάξτε δίπλα σας, μιλήστε στους φίλους, στην οικογένειά σας, στη σύντροφό σας και το κορίτσι σας». Και ω ναι κάποιοι μιλήσανε, κάποιοι γνωριστήκανε, κάποιοι βγήκαν απ’ το επίχρυσο κουκούλι.

***

Η περίφημη βία του Δεκέμβρη δε συνίσταται κυρίως στις σπασμένες βιτρίνες, τις κατεβασμένες τζαμαρίες και τα διαλυμένα μάρμαρα. Αυτά είναι το θέαμα, το «αίμα», οι ψευδείς εικόνες, η στρέβλωση και ίσως ο χουλιγκανισμός, τα απότοκα του σημερινού τρόπου ζωής. Μπορούμε όμως άραγε να ισχυριστούμε ότι υπήρξε κατά κάποιο τρόπο μια βίαιη επανανοηματοδότηση του δημόσιου χώρου; Ότι συνέβη η μετατροπή, έστω και για όσο λίγο κράτησε η κατάληψη, της πεθαμένης ΕΣΗΕΑ σε ένωση; Ίσως η Πανεπιστημίου να φτιάχτηκε για τα παιδιά που κάθισαν τότε οκλαδόν, η ΕΡΤ να δημιουργήθηκε μόνο για να δείξει ένα πανό που λέει, βγείτε στους δρόμους. Με άλλα λόγια η βία μπορεί και να συνίσταται στο ότι δεν μπορεί η όποια νομιμότητα να ξεπερνάει σε σημασία ένα διαλυμένο κοινωνικό ιστό. Μήπως το κοινωνικό συμβόλαιο αξίζει όσο ένα χρυσόβουλο;

***

Όπως και να έχει, γκρινιάζω ακόμη για τα περσινά μπάχαλα. Μια φίλη, για να με πειράξει μου λέει: «προσπάθησε να βλέπεις τη βία ως μια συνομιλία. Ως ερώτηση και απόκριση. Κάθε ντου με πέτρες είναι η απάντηση σε μια προηγούμενη προσαγωγή, σε ένα χτύπημα με γκλομπ, σε μια βραδιά στο οικογενειακό τραπέζι. Μια διαρκής χειρονομία πότε απ’ τη μια και πότε απ’ την άλλη πλευρά. Έχεις ποτέ παρατηρήσει πόση βία βρίσκεται μέσα στο λεωφορείο μια οποιαδήποτε καθημερινή μεσημέρι; Είδες ποτέ στα μάτια αυτών που συναλλάσσονται στις δύο πλευρές του γκισέ, πώς παραφυλάει το ανάθεμα, πώς τινάζονται οι φλέβες στο λαιμό;». Προσπαθώ να καταλάβω και τους μπάχαλους. Καμιά κοινωνική συμπεριφορά δεν γεννιέται μόνη της, δεν ξεπετιέται στον καθημερινό στίβο από το πουθενά.

***

Την Παρασκευή αναρωτιέμαι γιατί να κατέβω στην πορεία την Κυριακή. «Χρειαζόμαστε ένα σημείο αναφοράς, μια ημερομηνία» μου λέει κάποιος. Η ευρύτερη αριστερά έχει έντονη σχέση με τα βαμπίρ και τη λογική του βρικόλακα. Έχει εθιστεί στο αίμα, στην τραγωδία και στις θυσίες. Γιατί πρέπει πάντα οι ημερομηνίες μας να έχουν σχέση με κάποια ήττα, με κάποιο θάνατο; Έχετε προσέξει ότι οι ημέρες του έθνους είναι σύμβολα νίκης και ανάτασης; Το «όχι» γιορτάζουμε, όχι την εισβολή των Γερμανών. Την έναρξη (έστω σε αυτή τη αυθαίρετη και πειραγμένη ημερομηνία) της επανάστασης, όχι την ναυμαχία του Ναβαρίνο, ας πούμε, αφού εκεί οι ξένοι θα είχαν την πρωτοκαθεδρία. Γιατί δεν διαλέγουμε να συναντηθούμε στους δρόμους μια μέρα που θα συμβολίζει μια νίκη; Άλλωστε εξέγερση με ραντεβού και σε προκαθορισμένη ημερομηνία γίνεται;  Όμως η αριστερά λατρεύει τους νεκρούς (κι όχι απαραίτητα «δικούς της»). Δε θέλω λοιπόν άλλα μνημόσυνα, έλεγα την Παρασκευή. Όμως, λίγο η τρομολαγνεία των καναλιών, λίγο το άρθρο του κ. Καλύβα στο Βήμα της Κυριακής, λίγο το γεγονός ότι το ΠΑΣΟΚ καθιερώνει πλέον επισήμως τις προληπτικές διώξεις πολιτών, με έπεισαν πάλι. Ευτυχώς.

*** ****** ***

υγ. και κάτι ακόμη: Ο Μέηλερ έγραφε το 1968 στις Στρατιές της Νύχτας: «η νέα γενιά πίστευε στην τεχνολογία περισσότερο απ’ οποιαδήποτε προηγούμενη, αλλά η γενιά αυτή πίστευε και στο LSD, σε μάγισσες, στις φυλετικές διακρίσεις, στο όργιο και στην επανάσταση. Δεν έτρεφε κανέναν απολύτως σεβασμό στην απρόσβλητη λογική του επόμενου βήματος (…) Ο ριζοσπαστισμός τους βρισκόταν στο μίσος τους για την εξουσία – η εξουσία ήταν η αποκάλυψη του Κακού για τη γενιά αυτή»

9 Σχόλια

Filed under #griots, τόποι που φαντάστηκα, ασυναρτησίες

σχετικά με τις λίστες

Από παλιά βλέπαμε με κάποια καχυποψία τις λίστες με τις ωραιότερες Ελληνίδες που ετοίμαζαν κατά καιρούς τα μηνιαία περιοδικά. Διαφωνούσαμε από τότε με αυτήν την επαναλαμβανόμενη αποθέωση παρόμοιων πειραγμένων ψηφίδων, αφού όσο κατακερματισμένη και να ήταν η αντίληψή μας για τη ζωή, οι γυναίκες ευνοούσαν πάντα μια πιο ενιαία θέαση του κόσμου. Τα περιοδικά όμως, δεν σταματούσαν να εναλλάσσουν στην πρώτη δεκάδα, τα κορίτσια των μεσημεριανάδικων και των καλλιστείων και να ανακαλύπτουν άπειρα ομοιώματα – με τέλειες  πάντα αναλογίες 90-60-90 -, την ώρα που εμείς επιζητούσαμε ακριβώς το αντίθετο. Εκείνη δηλαδή που θα μας έπειθε ότι έκρυβε στα λόγια & το σώμα της την πολυπόθητη διαφορά. Παίζοντας λοιπόν πάνω από ποτήρια ούζο, σκαρώναμε τις δικές μας λίστες, ασφαλώς ασυνάρτητες και χαοτικές, πάντως δικές μας. Κι αφού πέρασαν χρόνια από την τελευταία τέτοια φοιτητική λίστα, επανέρχομαι στο παιχνίδι για τις ομορφότερες ελληνίδες.

Η barwoman με το κοντό μαύρο μαλλί, κάποιο χειμώνα την είχαμε δει στο booze, τον Αύγουστο στην Αμοργό, στο γιασεμί. Έχει το πιο ευγενικό και καθαρό πρόσωπο, όταν τη βλέπεις θέλεις να μιλήσεις στον πληθυντικό, να της ανοίξεις την πόρτα, να της προσφέρεις την καρέκλα σου, να της ζητήσεις να σε αφήσει να τη χαζεύεις επί μέρες, μέχρι να σταματήσει, ας πούμε, να φυσάει στην Αμοργό. *** Η Αθηνά Μαξίμου στο «αυτή η νύχτα μένει». *** Η Π. Τσαπανίδου, αρκεί πριν να έχω φάει κάτι γλυκό. *** Η Χαρά, χορεύτρια. Όταν περπατάει, είναι αδύνατο να καταλάβεις αν πατάει στο έδαφος ή αιωρείται. Κλίνω προς το δεύτερο. *** Η Σαβίνα Γιαννάτου όταν τραγουδάει το «αν μ’ αγαπάς έλα να κάνουμε έρωτα». Ιδίως όταν λέει «κάνε κάτι να μείνουμε ζωντανοί». *** Η Άννα, τραγουδίστρια σε σκυλάδικα της εθνικής οδού και των επαρχιακών πόλεων. Δυστυχώς συνήθως την έντυναν σαν παιδούλα και την έβαζαν να τραγουδάει Βίσση. Όταν όμως μερικές νύχτες έλεγε κάποιο της Σακελλαρίου ή το μια ζωή μέσα στους δρόμους, έβλεπες ακόμη και τους μεθυσμένους να διστάζουν να ρίξουν τις καθιερωμένες άχαρες ζεϊμπεκιές. Ακόμη και τώρα θυμάμαι πώς άλλαζε η γεύση στο ουίσκι. *** Η κόρη της περιπτερούς στην παλιά γειτονιά. Οι εταιρείες και οι μεγαλοεκδότες ποτέ δε θα καταλάβουν την παράδοξη αύξηση στις κυκλοφορίες των εφημερίδων. Εκείνη την εποχή οι άντρες ξανάρχιζαν το κάπνισμα και δοκίμαζαν τις αντοχές τους σε ατέλειωτες ποσότητες καπνού. Έτρωγαν τις τσίχλες τρεις τρεις και χάριζαν πρωί απόγευμα σοκολάτες στα ξαφνιασμένα και πανευτυχή βλαστάρια τους. *** Η Μαρία Ναυπλιώτου. *** Η Αναστασία Δουλφή, τραγουδίστρια των Encardia, την ώρα που η ταραντέλα απλώνεται στη σκηνή. Δεν είναι όλα τα τσιμπήματα για κακό. *** Η Νατάσσα, αποκλειστική υπεύθυνη για το πιο τραγικό μεθύσι που έκανα ποτέ μου, σ’ ένα γάμο έξω απ’ τη Λάρισα. Φυσικά το άξιζε, απ’ την (διψασμένη) αρχή ως το (εξευτελιστικό) τέλος. *** Η Μαρία Κωνσταντάκη στα «Υπέροχα Πλάσματα». Χα.*** (Η Σάννυ Χατζηαργύρη, ή όχι; Υπό σκέψη). *** Η φίλη της Σοφίας. Εμφανίστηκε μόνο για τέσσερις μέρες ένα καλοκαίρι στην Αρκαδία. Ακόμη την ψάχνω. Να με λέγαν Χρυσοχοΐδη να την επικηρύξω για μερικά εκατομμύρια ευχαριστώ. *** Ώρες ώρες η Κόρα Καρβούνη (στη σκηνή) και η Αλεξία Καλτσίκη (γενικώς). *** (Αν δεν μετρούσαμε το χρόνο: Η Μαρία Βασιλείου του Δαμιανού / Η Ελένη Προκοπίου στις Μικρές Αφροδίτες του Κούνδουρου / Η Λιλή Ζωγράφου την ώρα που κρατάει το μολύβι). *** Η Ευτυχία, όταν κάθεται μπροστά στο πιάνο και καταδικάζει τους άπιστους να χάσουν τις βεβαιότητές τους.(Καταδικάζει επίσης τους ίδιους έντεχνους που για κάποιο παράλογο λόγο υπηρετεί να καταπιούν τα μικρόφωνά τους. Αμήν και πότε) *** Η σερβιτόρα στην Πάτμο, νύχτα Ιουλίου και ευτυχώς (γι’ αυτήν) που δεν είχα διαβάσει ακόμη Βακαλόπουλο. *** Η Αλεξανδριανή Σικελιανού και η Μαρίνα Καλογήρου. *** Το κορίτσι που έπαιζε βιολί στην ταβέρνα της Αλκαμένους, φορώντας συνήθως ένα αντρικό πουκάμισο. *** και πάει λέγοντας.

24 Σχόλια

Filed under τόποι που φαντάστηκα, διάφορα

άχρηστα κλειδιά

Η νέα γειτονιά μοιάζει ακόμη περίεργη. Το περίπτερο είναι πολύ κάτω. Το ψιλικατζίδικο πολύ πάνω. Το video club χωμένο σε ένα ημιυπόγειο τρία στενά μακριά. Η κάβα, συστεγάζεται με ένα φούρνο, είναι κάπως παράταιρη. Οι γυναίκες στο δρόμο, απροσδιόριστες ακομη. Κοιτώντας μικρά αντικείμενα, που δεν ξέρω αν θέλω πια να βγουν απ’ τις κούτες, μοιάζει να πιάνω στις τσέπες μου κλειδιά από καιρό πεταμένα. Αν ξέρεις πού να ψάξεις, μέσα σε κάθε καινούριο σπίτι, θα βρεις όλα τα προηγούμενα. Για μια ημέρα ή δέκα χρόνια δεν έχει σημασία, έχουμε ήδη αποφασίσει ότι οι συμβατικές μονάδες μέτρησης κάνουν μόνο για τον κόσμο της συναλλαγής.

Η γκαρσονιέρα της οδού Καισαρείας στην Κομοτηνή. Σε λιγότερα από 20τμ χωράνε περισσότερα από 10 άτομα. Μαξιλάρια στο πάτωμα, ρετσίνες στο ποτήρι, τραγικοί έρωτες και αναπάντεχες προδοσίες στο καθημερινό πρόγραμμα. Ο Βασίλης Καρράς μόνιμος κάτοικος σε άθλιες επαναλαμβανόμενες μαζώξεις, που ως αποκλειστικό σκοπό είχαν όχι φυσικά την κοινωνία, αλλά το καθησυχαστικό μεθύσι. Κάποτε σε ένα κοντινό σπίτι, ένας από μας, είχε μαζέψει απ’ τα ΚΤΕΛ, έναν Αμερικάνο που έψαχνε τρόπο να φτάσει στην Κων /πολη. Άγνωστος μεταξύ αγνώστων, σαστισμένος και άφραγκος ο εν λόγω, μας άκουγε να προσπαθούμε να καταλήξουμε στην πιο θεμιτή μετάφραση: «I wonder if you feel remorse, when you go foreign hands to touch». Κι ύστερα ξημερώματα τρώγοντας κοτόσουπα, κάποιος πρέπει να του ζήτησε, με το έντονο ύφος που επέβαλε η μαλαματίνα, να αποκαλύψει επιτέλους την αλήθεια. «Λέγε ρε, πράκτορας είσαι;»

Τα παγωμένα Χριστούγεννα της Φλώρινας. Το πετρέλαιο έχει τελειώσει. Το αερόθερμο χαλασμένο. Στρώνουμε στη μέση του σαλονιού. Φοράω φανελάκι, κοντομάνικο, πουκάμισο, φλις και από πάνω ρίχνουμε σεντόνι, κουβέρτα, πάπλωμα. Τίποτα. Τη μισή νύχτα βλέπω το χνώτο μου όπως κατευθύνεται προς την οθόνη της σχεδόν χιονισμένης τηλεόρασης. Λόγω του τσιρότου δεν μπορώ να αλλάξω πλευρό. Λίγες ώρες πριν, την ώρα που το μπουζούκι παίζει ότι του βρίσκεται πρόχειρο, ένας απ’ την παρέα μερακλώνει. Απλώνει τα χέρια και μαζεύει τα σκορπισμένα στο τραπέζι λουλούδια. Μου τα πετάει. Νιώθω κάτι συμπαγές να ακουμπάει τον κρόταφό μου κι ύστερα βλέπω τις φάτσες να γυρνάνε από το σκυλάδικο ντέρτι σε γνήσιο τρόμο μέσα σε δύο δευτερόλεπτα. Σκύβω και παρατηρώ το λευκό πουκάμισο να γίνεται κόκκινο. Το κέφι μας, έμπλεξε τα γαρίφαλα με τα σπασμένα ποτήρια. «Μα καλά, να πεθάνω σε επαρχιακό σκυλάδικο την ώρα που ο ντόπιος τραγουδιστής λέει την προσωπική, αδισκογράφητη ακόμη επιτυχία του; Πόσο γραφικός μπορώ να γίνω;», σκέφτηκα. Τελικά έζησα, προσμένοντας ένα σαφώς πιο μεγαλειώδες τέλος.

Τα ξένα σπίτια. Για κάποιο περίεργο λόγο ποτέ δεν ένιωσα άνετα να ξυπνάω στο σπίτι της. Δεν ξέρω τι φταίει. Ίσως ασυνείδητα να φοβάμαι ενδεχόμενους επισκέπτες ή ίσως απλά να μη μ’ αρέσει η σκέψη ότι βρίσκονται σε λάθος θέση ο καφές, τα βιβλία, οι εφημερίδες, το μπάνιο, το διαδίκτυο και το κυριότερο εγώ ο ίδιος. Επίσης για μια σχετικά μεγάλη περίοδο, είχα παρατηρήσει ότι όποτε ξυπνούσα σε άλλο σπίτι το πρωί δεν έλεγε να σταματήσει να βρέχει. Απ’ την άλλη, σε ένα τέτοιο διαμέρισμα έμαθα πώς το πουκάμισο μπορεί να γίνει σεντόνι και μάλιστα διπλό. Άλλωστε η λέξη μοιράζομαι μπορεί να εννοηθεί με δύο εντελώς διαφορετικούς τρόπους.

Στην Πάτμο να βλέπεις τα αυτοκίνητα να μπαίνουν στο γκαράζ του πλοίου. Το σπίτι εκεί ήταν στην κατάλληλη θέση, για να χαζεύεις το λιμάνι και τα καθημερινά δρομολόγια. Τη μέρα φαινόταν η ουρά των αμαξιών και πού και πού κάποια τσάντα στην πλάτη ενός τουρίστα. Τη νύχτα τα φωτάκια στο κατάστρωμα δε μ’ άφηναν να παρατηρήσω τίποτα άλλο. Τη μέρα όλα τα καράβια έμοιαζαν να φτάνουν. Τη νύχτα να φεύγουν. Ένα βράδυ αφού άφησα τους ταξιδιώτες να περιμένουν στη σειρά για να επιβιβαστούν, γύρισα σπίτι. Όταν βγήκα στο μπαλκόνι κι είδα το πλοίο έτοιμο πια για αναχώρηση, θέλησα να γυρίσω πίσω στο λιμάνι. Ήθελα να πω κάτι ακόμη, κάτι που έπρεπε να είχα πει εξαρχής. Περπάτησα γρήγορα, αλλά δεν πρόλαβα. Το πλοίο ταξίδευε ήδη προς Αθήνα. Το σπίτι ήταν στην κατάλληλη απόσταση. Ευτυχώς.

17 Σχόλια

Filed under τόποι που φαντάστηκα, ταυτολογίες - για τη νοσταλγία

et in arcadia ego

Κάθε φορά που κατεβαίνω στο χωριό τα ίδια ερωτήματα έρχονται πάντα με τη γνωστή τους αχόρταγη φόρα. Πέφτουν συνήθως σ’ εκείνον τον τοίχο που ‘χει μάθει καλά όχι να σπάει, όχι να συντρίβεται, αλλά όλο να λυγίζει, όλο να υποδέχεται με θαυμαστή συνέπεια τις πιέσεις.

Βλαχορράφτη

Βλαχορράφτη

Η Πελοπόννησος, ή ας πούμε πιο συγκεκριμένα η Αρκαδία, έχει αυτό το εντελώς δικό της τοπίο, με τα ατέλειωτα βουνά και τους δρόμους που στρίβουν χωμένοι ανάμεσα σε βάτα, δέντρα και τα παλιά σπίτια. Ο τόπος δε συγγενεύει καθόλου με τα βόρια μέρη ή το στερεοελλαδίτικο τοπίο. Υπάρχει μια αλλιώτικη ησυχία, μια διαρκής σιωπή που μοιάζει να ξεκινά απ’ τις κορυφές και τις γκρεμίλες. Εδώ όλα είναι απότομα και γλυκά ταυτόχρονα, σα να είναι έμφυτη στις πέτρες και το χώμα, στη θέα απ’ το καφενείο, μια απεγνωσμένη και γαλήνια μαζί, γνώση. Ή καλύτερα μια συμφιλίωση με τις άκρες, τη σκληράδα και τις κορυφές του κόσμου. Ο Τσιώλης με το Βακαλόπουλο καταφέρνουν σε ορισμένες στιγμές να περιγράψουν με ακρίβεια την ατμόσφαιρα στο «κι εσείς γυναίκες μην κλαίτε».

Λέει ο Τσιώλης «…σ’ έναν τέτοιο χώρο πάνε δύο αγιογράφοι. Έχουν σκοπό: να αποκαταστήσουν τις κατεστραμμένες αγιογραφίες. Επειδή όμως στο βάθος, είναι βαθύτατα ευσεβείς άνθρωποι, τελικώς δεν αγγίζουν τίποτε, γιατί δεν πρέπει να αγγίξουν τίποτε…Δε θα χαθεί τίποτε επειδή έχει φθαρεί από το χρόνο…»

ο Λούσιος

ο Λούσιος

Παλιότερα έλεγα ότι κακώς κάποτε έφυγαν οι άλλοι από δω. Όμως τώρα με πιάνω να σκέφτομαι, ότι δεν υπάρχει για μας κάποιου είδους επιστροφή. Κάτι τέτοιο θα έμοιαζε με παραίτηση, με εγκατάλειψη της μάχης που πρέπει να δοθεί στην πόλη μας. Ας μην ξεχνάμε, η πόλη που ζήσαμε είναι ο τόπος μας. Σάββατο πρωί, καθισμένος στο καφενείο στη Ζάτουνα κι απέναντι η Δημητσάνα, η βουνίλα, η ματαίωση, η ησυχία και κάποιοι Αθηναίοι με τα τζιπ και τον τρόπο της πόλης που κουβάλησαν ως εδώ. Για ποιά ζωή να δώσεις τη μάχη; Τί προσπαθεί να σώσει ο άντρας που κατεβαίνει απ’ το convertible, αφήνοντας τη γυναίκα μέσα στ’ αμάξι και τη μηχανή αναμμένη; Κρατάει ένα πλαστικό shaker, μπαίνει στο καφενείο βιαστικά, προφανώς να το γεμίσει. Δε με βλέπει που κάθομαι απ’ έξω κι έχει παρκάρει μ’ όλο το θόρυβο των κυβικών του μπροστά στα μάτια, τις πλαγιές και τα βουνά; Σε δυο λεπτά φεύγει πάλι. Τα παράθυρα πάντα κλειστά στο αυτοκίνητό του. Κρίμα, να χάνει τέτοια δροσιά.

βουνά πανάρχαια, της Αρκαδίας βουνά, βουνά περήφανα, βουνά ανυπόταχτα

βουνά πανάρχαια, της Αρκαδίας βουνά, βουνά περήφανα, βουνά ανυπόταχτα

Υπάρχει ένα αόρατο σκοινί που κρατάει τα πάντα. Δένει τα πόδια στις λεωφόρους, τις μέρες στους συρμούς, τους ανθρώπους μεταξύ τους. Μπορεί τελικά να μιλάμε για αναχώρηση, επειδή δεν ψάχνουμε για λύσεις ή επειδή δεν πιστεύουμε πια σ’ αυτές.

Πάντως το κεφάλαιο στο βιβλίο, έχει για τίτλο: «η πραγματική Ελλάδα είναι εκτός πραγματικότητας».

18 Σχόλια

Filed under τόποι που φαντάστηκα

μόνο τον ήχο του νερού

γριά βάθρα

Μετά από πέντε χρόνια πέρασα ξανά από την Κομοτηνή. Έμεινα περίπου δύο ώρες και είδα όχι πια μια πόλη, αλλά ένα νέο Ψυρρή, ένα γκέτο από καφετέριες, καναπεδάκια και τεράστια γυαλιά ηλίου. Το απόγευμα (Σεπτέμβρη του ’99) που πρωτοέφτασα στην πόλη, υπήρχαν τέσσερις καφετέριες στην πόλη κι όλες είχαν τους δικούς τους θαμώνες. Τώρα, σε δέκα λεπτά μέτρησα πάνω από είκοσι. Στο εστιατόριο απέναντι απ’ το «Αλάβαστρο», πάνω απ’ τα κεφάλια δεν κρέμεται πια κληματαριά, αλλά λευκές πλαστικές ομπρέλες. Στο ταβερνείο στο πλακόστρωτο, μέσα στα τούρκικα στενά, κάθονται σε ξύλινους καναπέδες με μαξιλάρες, σαν κι αυτούς των καφέ. «Χέστηκαν αυτοί αν σαβουρώνουν τις νοσταλγίες του» έγραφε ο Γκόρπας. (αλλά μάλλον παθαίνω παράκρουση, σε λίγο να δεις που θα μιλάω για γιασεμιά. Αδυνατώ να πυροβολήσω τον Κηλαηδόνη μέσα μου). Άγνωστος μεταξύ αγνώστων, σκοτώνω κάθε δευτερόλεπτο το παλιό μου σπίτι. Στο μπαλκόνι μου τα παντζούρια κλειστά. Δεν μένει κανείς. Μια ατέλειωτη σειρά από τραπεζοκαθίσματα σβήνει πρόσωπα, καταπίνει ονόματα. Φίλοι, συμφοιτητές, γνωστοί, όλοι ήταν μεθυσμένοι απ’ τον ανατολικό άνεμο. Τώρα οι γυναίκες μου δεν έχουν πια από πού να κρατηθούν, πού να υπάρξουν. Αν δεν είχαν μείνει μερικές φωτογραφίες, θα έλεγα πως δεν αγάπησα ποτέ, τόσα χρόνια εκεί πάνω.

γριά_2

Το Μεγάλο Σάββατο χάσαμε την Ανάσταση. Κατεβήκαμε απ’ το αυτοκίνητο περίπου στις 12:03. Κρίμα. Οι ντόπιοι στη χώρα περπατούσαν χαλαροί, να πάνε για τη μαγειρίτσα. Χάσαμε το «θανάτω θάνατον πατήσας» για τρία λεπτά. Αλλά κι εμείς δεν ξέρουμε τί θέλουμε. Βλέπουμε παιδιά να κάνουν το σταυρό τους κι εκνευριζόμαστε. Βλέπουμε τις απουσίες που κάθε χρόνο πολλαπλασιάζονται πίσω απ’ τον επιτάφιο και νιώθουμε ηττημένοι. Μας είναι τόσο δύσκολο να περπατήσουμε μαζί, να βρούμε μια κοινή συνισταμένη, αν δεν ικανοποιούνται πλήρως οι ψευδοιδεολογικές μας πεποιθήσεις. Μας είναι εύκολη η ειρωνεία. Κρίμα. Δεν πλησιάσαμε με ειλικρίνεια ούτε τον παλιό κόσμο και τις συνήθειές του, ούτε και μιλήσαμε ακόμη καμιά καινούρια γλώσσα. Τουρίστες στο ίδιο μας το χωριό, μακρινοί παρατηρητές κάποιων ξένων, που χορεύουν από συνήθεια στην πλατεία της γειτονιάς μας. Μας έμεινε το φαΐ. Χάσαμε την Ανάσταση για τρία λεπτά. Φάγαμε όμως καλά. Όταν ήμουν πιο μικρός, παραδεχόμουν ότι ήταν μια ωραία στιγμή, όταν ξαφνικά όλοι άρχιζαν να φιλιούνται κι ύστερα ν’ ανηφορίζουν σιγά σιγά σε παρέες προς τα σπίτια. Τώρα η μόνιμη επωδός, «τί θα κάνουμε μετά;». Τουλάχιστον να υπήρχε κάπου εκείνο το πράσινο ακρογιάλι.

dsc_0154

Την Παρασκευή κάποιοι κουβαλούσαν τον επιτάφιο κι άλλοι ακολουθούσαν μ’ εκείνο το άθλιο υπό μάλης. Την επόμενη πάλι εκεί. Πόσο πρέπει να έβριζαν και να καταριούνται οι φαντάροι; Πόσος ύπνος να τους έλειπε; Σίγουρα θα τον άλλαζαν για λίγα λεπτά με εκείνη που τους έλειπε. Κι όμως έπρεπε να ‘ναι εκεί, βαρείς και νυσταγμένοι, μες στη βλαστήμια τους. Παρακολουθούσαν έναν παπά να λέει τα δικά του και κάποιους ξένους να κανονίζουν τα αυριανά κιλά κατσίκι.

γρια_3

Σε ορισμένα σημεία στη Σαμοθράκη έβλεπες παλιά αμάξια παρατημένα. Φορτηγά στην άκρη χωραφιών με ανοιχτές πόρτες. Μέσα τους είχαν φυτρώσει λουλούδια, θάμνοι και χόρτα. Τα κατσίκια τα κύκλωναν, ξάπλωναν στη σκιά τους. Για μια στιγμή έλεγες πως απέκτησε επιτέλους κάποιο νόημα αυτή η ρημάδα η ύπαρξή τους.

θέρμα

Στο νησί σχεδόν πέντε μέρες δεν άκουσα ούτε μία κόρνα. Ούτε μουσικές έφτασαν στ’ αυτιά μου. Όποτε στεκόσουν στην πόρτα του σπιτιού, όποτε ξάπλωνες τη νύχτα, μπορούσες ν’ ακούσεις καθαρά τον ήχο του νερού. Το ποτάμι που έτρεχε να βγει στη θάλασσα. Όταν ανεβαίναμε στις βάθρες και στους καταράκτες, κάποιες στιγμές η βουή ήταν τόσο δυνατή, που έπρεπε να φωνάζουμε για να ακούσει ο ένας τον άλλο. Όταν περπατούσαμε πάνω στα βράχια, κάποιες στιγμές η βουή ήταν τόση δυνατή που δεν χρειαζόταν να μιλάμε για να ακούσει ο ένας τον άλλο. Έφτανε να βλέπουμε μπροστά μας την ασταμάτητη ροή. Το χρόνο που κυλούσε σαν παγωμένο νερό. Έφτανε που ακούγαμε τον ήχο του νερού.

άτιμη επιστροφή

13 Σχόλια

Filed under τόποι που φαντάστηκα, φωτογραφικά

η ήττα

Πριν λίγους μήνες, εξαιτίας μιας δουλειάς, έπρεπε να περπατάω για δυο τρεις μέρες στους δρόμους κάτω απ’ την Ομόνοια. Άλλοτε μέρα μεσημέρι, άλλοτε νωρίς το βράδυ. Ήθελα λοιπόν να γράψω ένα μικρό κομμάτι για τους ανθρώπους που γεμίζουν τους εκεί δρόμους και σκέφτηκα να κάνω πάνω κάτω τις οδούς και τα πεζοδρόμια, κυρίως για να βεβαιωθώ για όσα είχα πιστέψει περνώντας από κει στα γρήγορα κάποιες φορές στο παρελθόν.

Οι εικόνες γνωστές, έχουν περιγραφεί χιλιάδες φορές, για αυτή την  παράλληλη πόλη μέσα στην πόλη. Ο κόσμος που στέκεται σε ομάδες στη μέση του δρόμου, οι γωνίες ασφυκτικά γεμάτες από σκουπίδια και απομεινάρια κάθε είδους, οι φωνές, μαγαζιά που δε μοιάζουν με μαγαζιά αλλά με στεγασμένα κομμάτια κάποιου παζαριού σε μακρινή ανατολική χώρα. Οι λέξεις άγνωστες, οι άνθρωποι τις σέρνουν μαζί με τα βήματά τους, σα να ήταν μια αλλόκοτη αργκό που χρησιμοποιούν συμμορίες σε κάποιο αμερικάνικο προάστιο. Από μικρά καταστήματα ξεπροβάλλουν παιδικά πρόσωπα. Γιοι και κόρες ενός Πακιστανού, ίχνη ενός κόσμου, στον οποίο κάποτε κατοικούσαν οικογένειες. Τώρα στις ίδιες γειτονιές, περνάς δίπλα από παιδιά που κρατάνε κάθε είδους λοστούς και μαδέρια. Τα χτυπάνε απαλά και ρυθμικά στα γόνατά τους, περπατώντας. Πιο πέρα, δύο άλλοι κοιμούνται σε μια είσοδο πολυκατοικίας που μοιάζει από καιρό ακατοίκητη. Κι όμως από τα παράθυρά της ξεχειλίζει η στριμωγμένη ζωή. Τρία τρία κεφάλια ξεπροβάλλουν από ξεχαρβαλωμένα πατζούρια.

Τώρα και εδώ, ο ξένος είμαι εγώ. Μια παράξενη φιγούρα που νομίζει πως είναι εντάξει να βολτάρει σ’ οποιοδήποτε σημείο της πόλης, προκειμένου να περιγράψει τη δυστυχία της εκεί πλευράς. Λάθος μου.

Φυσικά και δεν μπορώ να περιγράψω τίποτα. Προχωράω σαν τουρίστας μόνο που εδώ δεν είναι θέρετρο, αλλά κάποιων η αληθινή ζωή. Φυσικά και δεν μπορώ να καταλάβω τίποτα. Είμαι περαστικός σε μια αιώνια εμπόλεμη ζώνη. Πλησιάζω τα πτώματα με μια εκ του ασφαλούς ευαισθησία, όταν ακόμη πέφτουν οι σφαίρες βροχή. Με άλλα λόγια, είμαι ένας μονίμως βιαστικός επισκέπτης στη μόνη αληθινή ζωή.

Η φωτογραφική μηχανή μένει μέσα στην τσάντα μου. Το πορτοφόλι μου μένει σφιχτό μέσα στην τσέπη μου. Περπατάω και έχω έναν υπόγειο φόβο που διαρκώς μεγαλώνει μέσα στα μάτια μου. Τα δικά τους γυαλίζουν. Υποτίθεται ότι τους καταλαβαίνω, υποτίθεται ότι έτσι και αλλιώς τους δικαιώνω. Ξέρω ότι, ό,τι κι αν συμβεί δε θα είναι παράλογο. Ο εξαθλιωμένος είναι ελάχιστα δευτερόλεπτα από την πράξη. Δεν τον χωρίζει από την όποια επίθεση μια απόφαση. Όλα είναι απλώς μια συγκυρία, μια σε τυχαία διαστήματα επαναλαμβανόμενη κανονικότητα.

Η ήττα μου είναι ακριβώς αυτή. Φοβάμαι τους ίδιους ανθρώπους που υπερασπίζομαι λεκτικά, θεωρητικά και ιδεολογικά. Έπειτα με πλησιάζουν δύο άντρες. Περιεργάζονται την τσάντα μου. Κάθονται σχεδόν μπροστά μου, έτσι που να μη χωράω ακριβώς να περάσω, αλλά όχι και να χρειάζεται να σταματήσω. Η ήττα μου είναι ακριβώς αυτή. Σκέφτομαι τα χρήματα, τη μηχανή. Λογικά, έχω συγχωρέσει ήδη την επερχόμενη κίνηση. Αλλά τώρα ο φόβος μου στρέφεται ενάντια σ’ αυτούς που προσπαθούσα να υπερασπιστώ λίγη ώρα πριν σε μια συζήτηση. Η ήττα μου είναι ο φόβος.

Τελικά, απλά τους προσπερνάω. Περπατάω ανάμεσα σε άλλες ομάδες, αυτοκίνητα που έρχονται κατευθείαν από πλάνα σε γκανγκστερικές ταινίες του Hollywood, πόρνες που γελάνε μεταξύ τους, ψιθυρίζουν ακατάληπτα λόγια ή ξεμοναχιάζονται μπροστά σε μια μισάνοιχτη πόρτα, πρεζάκια που ξαπλώνουν σε άθλια κατάσταση στην εσοχή ενός πεζοδρομίου. Τα μάτια τους γυαλίζουν.

Πώς να μιλήσεις για ανθρώπους που φοβάσαι; Πώς να πλησιάσεις τον άλλο, πώς να ξεπεράσεις το φόβο;

Μια φίλη που δουλεύει κοντά στο Μεταξουργείο μου έλεγε ότι παρόλο που περνάει κάθε μέρα απ’ την ίδια διαδρομή, παρόλο που έχει μάθει τις φάτσες κι οι άλλοι έχουν μάθει τη δική της, σε σημείο που σχεδόν να χαιρετιούνται, πιάνει τον εαυτό της κάποιες φορές να περπατάει σφιγμένη στη μέση του δρόμου.

Δεν μιλάμε εδώ για κάποιου είδους προκατάληψη που μας τυραννάει, βάζοντας τον Άλλο, απέναντι. Είδαμε κι άλλες φορές τη βία να ξεσπάει σε γνωστούς, παλέψαμε να μιλήσουμε με γλώσσα συμφιλίωσης την ώρα που άδειαζε η τσέπη μας. Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο, μπορώ πια να νιώθω πλήρως ηττημένος, αφού οι απόπειρες απέτυχαν, τα λόγια αυτή τη φορά δε βγήκαν, αφού δεν άνοιξα κουβέντα εκεί ακριβώς που τα μάτια γυάλιζαν. Γιατί τελικά το ζητούμενο δεν ήταν ποτέ να ερμηνεύσω ή να δικαιολογήσω ή να συγχωρέσω τον Άλλο,  αλλά να τον πλησιάσω. Και φυσικά, η ευθύνη αυτή βάραινε αποκλειστικά τη δική μας μεριά, αφού από ανθρώπους που ξέρουν μόνο αυτό το γκέτο, μόνο αυτή τη συντριβή, δε θα έπρεπε να περιμένουμε τίποτα άλλο, παρά ξεσπάσματα ή σπαστικές εκδηλώσεις επιβίωσης.

Με δύο λόγια, ακόμη απορώ πώς γίνεται να θες να υπερασπιστείς αυτόν τον κόσμο, όταν αδυνατείς να περπατήσεις μαζί του, όταν δυσκολεύεσαι να περάσεις λίγες ώρες μαζί του. Όχι βέβαια βοηθώντας εθελοντικά και από θέση ισχύος. Εννοώ, να ζήσεις λίγες ώρες μαζί του, σαν απλός άνθρωπος, σα να ‘ταν κοινή η μοίρα σας, σα να μην ήταν πια τόσο αποτελεσματική όλη αυτή η προσπάθεια να χωριστούμε. Από δω οι ζωντανοί πολίτες, από κει τα φαντάσματα από το μέλλον που έρχεται.

Αυτό το περιστατικό συνέβη τέλη Νοεμβρίου. Μετά ήρθε ο Δεκέμβρης, που οι βίαιες πορείες του, ο θόρυβος απ’ τις σπασμένες βιτρίνες με βρήκε στο δρόμο εκείνες τις ώρες να κοιτάζω αμήχανος, σχεδόν ενοχλημένος. Όμως κάποιες στιγμές επανέφερε την αισιοδοξία μου. Η βία είναι αναπόφευκτη, η σύγκρουση ακόμη και μεταξύ μας αναμενόμενη. Όμως μίλησα, άλλαξα δυο σύντομες κουβέντες με τρεις τέτοιους ανθρώπους. Απ’ αυτούς που ζουν σ’ εκείνο το αληθινό και απόκοσμο μέρος. Δεν καταφέραμε να συνεννοηθούμε. Το χάσμα ήταν τεράστιο, η ταξική μας απόσταση θα πει κάποιος, χαώδης. Η γέφυρα όμως βρισκόταν συνέχεια εκεί, μπροστά σ’ αυτά τα μάτια που δεν έχουν σταματήσει να γυαλίζουν. Μας βοήθησε ν’ ανταλλάξουμε μισή φράση. Θέλω να ελπίζω ότι θα είναι αρκετή. Την επόμενη φορά σ’ αυτόν τον ίδιο δρόμο, αντί να προχωράω βιαστικά, να σταματήσω, να αφουγκραστώ όχι μόνο τη ζωή τους, αλλά και τα δύσκολα λόγια τους και τη ζόρικη πραγματικότητά τους, ακριβώς όπως είναι. Όχι σαν τουρίστας με την κάμερα, αλλά σαν ένοχος, σαν τόσα χρόνια αδιάφορος, σαν ξένος προς την ίδια την πόλη μου. Σαν κάποιος που πρέπει να πάψει να είναι ηττημένος.

61 Σχόλια

Filed under τόποι που φαντάστηκα

χιόνι

Τα σκεπασμένα αυτοκίνητα, τα λευκά δέντρα μου θυμίζουν την παλιά Kresky στο χωριό. Μπιτόνια πετρέλαιο ανεβοκατεβαίνουν με κόπο από το υπόγειο. Πάντα εκεί φυλάγαμε τα καύσιμα. Παλιά ήταν τα βαρέλια με το κρασί, τώρα ο τρόπος να ζεσταθούμε. Το χωριό έρημο και παγωμένο. Στην αυλή στοιβαγμένα ξύλα, στο τζάκι ένα γύρω παππούδες και παιδιά, οι τσέπες τους στάζουν ακόμα χιονόμπαλες. Με τα χέρια προτεταμένα, γυρεύουν ζέστη, φλόγα και δυο κουβέντες συνεννόησης. Στο χωριό, τότε.

Στις μαγκούρες όσων πια λείπουν, νομίζω ώρες ώρες ότι στηρίζονταν τα κούτσουρα, το δωμάτιο, το σπίτι,ο χρόνος.

dsc03263-1.jpg

………………………………………………………………………………………………………………

Λαχτάρησα τα χιόνια στον Παρνασσό. Πριν ορμήσουν οι επισκέπτες με τα τακούνια και τα τεράστια αυτοκίνητα. Πριν το Εμπορικό, τα πανάκριβα άθλια δωματιάκια και τα πέτρινα, κι όμως κακόγουστα σαλέ. Να ανεβαίνεις ξεπαγιάζοντας με το τριπλό, να κοιτάζεις την ατελείωτη λευκή κατηφόρα κι έπειτα να κατεβαίνεις με φόρα. Να ‘χει κόσμο στα λιφτ κι όχι σε τζαμένιες καφετέριες. Μετά στο λιβάδι για φασολάδα και χορτόπιτα. Την πρωτοχρονιά κερνούσαν ποτά στην πλατεία της Αράχοβας και στα καφενεία ακόμη έλεγαν για το χωριό τους. Ποιός στο διάολο σκέφτηκε να κάνουν μπουζούκια ανάμεσα στα έλατα και τα βράχια; Οι καινούριες βίλες ανήκουν σ’ όσους αδυνατούν να δουν τις μέρες τους σε οποιοδήποτε τόπο. Περαστικοί με σπίτια, τουρίστες που δε σκύβουν ν’ αγγίξουν το χιόνι. Αθηναίοι μετατρέπουν χωριά σε θέρετρα, τοπία σε Αθήνες. Οι στροφές ανάμεσα στα δέντρα, οι πέτρες, οι λαχανοντολμάδες στο Αγνάντι (ούτε αυτό μπορώ να καταλάβω πια) όλα πια είναι δικά τους. Λαχτάρησα ομίχλη και αλυσίδες και βόλτες μέχρι την Αγόριανη. Λαχτάρησα κασκόλ και χιόνια με ζέστη, Μάρτη στον Παρνασσό.

………………………………………………………………………………………………………………

Περίπατος τυλιγμένος με χοντρά κασκόλ. Χιόνια στους δρόμους. Ο Σακουλέβας έχει παγώσει και πάπιες πατινάρουν με αιθέριες πιρουέτες. Πέτρινα γεφυράκια και στενοί πλακόστρωτοι δρόμοι. Σπίτια παλιά με σκεπές και κάπνα απ’ τα τζάκια. Το κρύο κατέβηκε στους δρόμους, πήρε τους ανθρώπους απ’ το χέρι και τους έβγαλε τρυφερά να ζεστάνουν με βόλτες τη μέρα. Ήταν Χριστούγεννα κι ήμαστε στη Φλώρινα. Στο δωμάτιο δε χωράνε οι άδειες κούπες του καφέ. Τα βράδια τα ποτήρια μιας ολόκληρης πόλης δε μας φτάνουν. Τα κορίτσια, συμφιλιωμένα με τον καιρό, ξέρουν να ανάβουν τη σόμπα και να κοιμούνται κρύβοντας σιωπηλά, διψασμένα κορμιά κάτω από βαριά παπλώματα.

24 το απόγευμα κλέβουμε το καρότσι του supermarket και κάνουμε τσουλήθρα στο χιόνι με τα ψώνια ως το σπίτι. Το βανάκι που μας ακολουθούσε αποδείχτηκε ότι δεν ήθελε να μας απαγάγει για λογαριασμό της CIA, παρά ήταν του καταστήματος. Ο υπάλληλος, χαμογελαστός, φόρτωσε το καρότσι να το πάει πίσω. Σ’ ένα σπίτι δίχως θέρμανση, φοράμε φλις, πουλόβερ, μπουφάν και φτιάχνουμε τη γέμιση της γαλοπούλας. Η γαλοπούλα ήταν στεγνή, δεν κατέβαινε με τίποτα. Από βέβαιο πνιγμό μας σώζει ένα κοκκινιστό και ένας δίσκος γεμάτος σφηνάκια. Τα ποτά σερβίρει ο Meth, ένας περιφερόμενος Αυστραλός, με άγνωστο επόμενο προορισμό. Η πόλη δεν ανήκει στο μοντέρνο κόσμο της υστερίας. Δεν ανήκει καν σε μια συγκεκριμένη χώρα. Είναι ένα μυστήριο. Τρυφερότητα και γαλήνη γλιστράνε στους δρόμους μαζί με τους μεθυσμένους φοιτητές που επιστρέφουν ξημερώματα. Πονάει όταν πέσεις στον πάγο μα το φάρμακο μπορεί να σου προσφέρει ο καθένας και κανείς.

Κάθε πρωί. Κάθε πρωί δε συγκρίνεται μ’ εκείνο το πρωί που κοιμήθηκες πνιγμένος από άσφαλτο, αυτοκίνητα και πολυκατοικίες και ξύπνησες σε μια ανάλαφρη άσπρη αγκαλιά. Η πρώτη σου κίνηση είναι ν’ ανοίξεις τη μπαλκονόπορτα και σε μισό βήμα, αν αφήσεις για λίγο πίσω σου τη μυρωδιά του πετρελαίου, θα βρεθείς στην πιο όμορφη χιονισμένη κοιλάδα. Αναπνέεις και για μια στιγμή ξεχνάς πως χτες βράδι, μετά από δυο τόνους ουίσκι επέμενες να φας όλη την τηγανιά και δυο τρεις πιπεριές ακόμη. Ντύνεσαι καλά- πνευμονία και καούρες είναι θανατηφόρος συνδυασμός- και βγαίνεις στους δρόμους. Για μας τους «Αθηναίους» το δευτερόλεπτο που κρατάς στη χούφτα σου το χιόνι είναι μαγικό και βασανιστικό.

Οι πόλεις που περπάτησες για λίγο. Η Φλώρινα, δεν την ξέρει χάρτης ή ταξιδιωτικός οδηγός. Υπάρχει μόνο σε κάποιες παλιές φωτογραφίες, στη γεύση μιας πιπεριάς, σε δυο κουβέντες που πες μεθυσμένος σε κάποιον που δε θα ξαναδείς ποτέ κι ούτε ξέρεις που βρίσκεται τώρα (και παραδέξου το, δεν θυμάσαι καν το όνομά του). Υπάρχει μόνο στον πάτο του ποτηριού, στην άδεια μεριά του κρεβατιού, στις λέξεις μου που όλο τελειώνουν.

dsc03269.jpg

2 Σχόλια

Filed under τόποι που φαντάστηκα

η σκιά έφτανε στη θάλασσα

Λίγο πριν το καλοκαίρι της Πάτμου διάβαζα για δεύτερη φορά το «Δρόμο» του Κέρουακ και ας πούμε ότι το ταξίδι έκαιγε πιο έντονο μέσα μου. Πήγα λοιπόν στην Πάτμο, δουλεύοντας στο ταχυδρομείο μέσω ενός προγράμματος της γ.γ.ν.γ. Μια πιο δημοσιοϋπαλληλική οπτική της φυγής λοιπόν, αφού απ’ τον υποφαινόμενο έλειπε όχι μόνο η φοβερή πένα του Κέρουακ, αλλά πολύ περισσότερο τ’ αρχίδια που ο συγκεκριμένος άνθρωπος προφανώς διέθετε.

Επέλεξα το νησί τυχαία, αφού ήταν κι απ’ τα λίγα στα οποία υπήρχε κενή θέση. Η Πάτμος αρχές Ιουλίου ήταν σχεδόν άδεια, λιγοστοί τουρίστες και οι ντόπιοι. Η δουλειά μ’ όλα αυτά τα γραμματόσημα και τα ψιλά, μπακαλίστική και σπαστική αλλά αναγκαία. Τις πρώτες μέρες περπατούσα συνεχώς στα στενά και τις παραλίες μ’ ένα παγωτό ή μια μπύρα στο χέρι. Δεν πολυμιλούσα κι ήμουν ιδιαίτερα ευγενικός έως αόρατος. Άλλωστε ο σκοπός ήταν περίπου αυτός. Να χαθώ ανάμεσα στο τοπίο και τη θάλασσα έτσι που να μην ξεχωρίζω από μια πέτρα ή έναν οποιονδήποτε περαστικό.

Πήγαινα στην παραλία της Λάμπης, που είχε ελάχιστο κόσμο ή και καθόλου τ’ απογεύματα. Εκεί υπήρχε ένα τεράστιο αρμυρίκι, ίσως το μεγαλύτερο που έχω δει ποτέ, η σκιά του έφτανε στη θάλασσα. Ξάπλωνα από κάτω και κοιμόμουν για ώρα με τον ήχο του αέρα και της θάλασσας. Αποκτούσα σιγά σιγά την σοφή ηρεμία του τόπου κι ας μην είχα υποψία σοφίας στο κεφάλι.

Σιγά σιγά οι άνθρωποι στα ΕΛΤΑ με την τραγουδιστή ομιλία, τα πειράγματα και τις υπέροχες προσφωνήσεις επανέφεραν μέρος της κοινωνικότητάς μου. Το καθημερινό πέρασμα απ’ την ταβέρνα του Παντελή, εκείνο το τραπεζάκι στη γωνία κι η φοβερή σκορδαλιά, δημιούργησαν μέσα μου τη γνωστή ψυχολογία του θαμώνα, του γείτονα. Δεν ήμουν πια πελάτης ή ξένος, αλλά παρατηρητής, συμπότης, σχεδόν μέλος μια φανταστικής παρέας, με προεξάρχοντα μέλη τα παιδιά του ταβερνιάρη, τη θαυματουργή Μαργαρίτα, τη γριά που πουλούσε εφημερίδες και τη σερβιτόρα της απέναντι καφετέριας. Το καλοκαίρι, ως γνωστόν, υπάρχει για να συντελούνται θαύματα και το θαύμα ήταν η συντροφιά μας, διακριτική, φωνακλάδικη, γεμάτη χειρονομίες και μοναξιά.

Τα βράδια έβγαινα παρέα με τον L. Cohen και το take this waltz στο κοινό μπαλκόνι των ενοικιαζόμενων δωματίων. Κοίταζα κάθε μέρα, την ίδια περίπου ώρα το πλοίο που πλησιάζε σιγά το λιμάνι. Βουβά σχεδόν έπιανε, άφηνε τον κόσμο κι έπειτα το ίδιο ήσυχα έφευγε. Τα φώτα απομακρύνονταν κι οι φωνές των ξενοδόχων δυνάμωναν για λίγο στην όψη των επισκεπτών. Τότε μ’ άρεσε να σκέφτομαι ότι μια μέρα αυτό το καράβι, το συγκεκριμένο, όχι άλλο, θα φέρει αυτή που τόσο καιρό περίμενα. Υπομονετικά, σχεδόν μελοδραματικά σαν κακογραμμένο γυναικείο βιβλίο, έβλεπα τον εαυτό μου να κοιτάζει μ’ αγωνία την αποβίβαση των επιβατών, σα να περίμενα από στιγμή σε στιγμή εκείνη που θα άλλαζε για πάντα τον κόσμο μου. Αναρωτιόμουν ποιοί είναι αυτοί οι ταξιδιώτες με τους σάκους που περπατάνε πια εδώ πέρα, αν ήρθαν να βρουν κάποιον ή αν έφυγαν τρέχοντας από κάπου αλλού. Ακόμη ώρες ώρες, ανησυχούσα μήπως το καράβι έπαιρνε μακριά εκείνη την ξανθούλα που έπινε τεκίλες προχθές στον Κάμπο ή την άλλη με το άσπρο φόρεμα που μόνη, διάβαζε το βιβλίο της σ’ ένα παγκάκι στο λιμάνι.

Στο ταχυδρομείο, πίσω απ’ το ταμείο, περίμενα κάθε μέρα, την τακτική επίσκεψη των δύο Γερμανίδων. Έρχονταν τουλάχιστον τρεις φορές την εβδομάδα και έπαιρναν γραμματόσημα για τις κάρτες που έστελναν. Τις παρατηρούσα, δύο πανέμορφα κορίτσια, η μια ευγενική και χαρούμενη, η άλλη μελαγχολική, μερικές φορές σκοτεινή μιλούσε μόνο ψιθυριστά σα να ντρεπόταν που συναγωνιζόταν το κάστρο για τα περισσότερα βλέμματα. Πολλές φορές θέλησα να τους πιάσω κουβέντα στα γερμανικά, αλλά πάντοτε κολλούσα πριν καν ξεστομίσω ένα alles gut, also wie gets ή ακόμη πιο συχνά ένα απλό und. Αυτό το γαμημένο und ποτέ του δε με χώνεψε. Από τότε που για δέκα συνεχόμενα λεπτά δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί η δασκάλα των αγγλικών με διόρθωνε. I’ll go there und…. λάθος έλεγε. Γελούσαν τ’ άλλα, απορούσα εγώ. Οι Γερμανίδες αυτές, τα μεσημέρια εμφανίζονταν στην πλατεία, αλλά ποτέ δεν κάθονταν στις καφετέριες με τον πολύ κόσμο. Τις έβλεπες στην ίδια πάντα γωνία, στο καφενείο να πίνουν τα ούζα τους και να ανταλλάσσουν υπαινικτικά βλέμματα με τον καφετζή. Σε μια εποχή που το ούζο συμβόλιζε για μένα όλα τα αξιόλογα μυστικά του σύμπαντος, ήμουν έτοιμος να πιστέψω ότι το καλοκαίρι δικαιωματικά τους ανήκει. Τρεις βδομάδες μετά, ένα απόγευμα που έμοιαζε πολύ με το προηγούμενο, μόλις άδειασε το ποτήρι τους, αντί να παραγγείλουν το επόμενο, μπήκαν μέσα στο μαγαζί κι ύστερα βγήκαν φορτωμένες με μπαγκάζια. Χαιρέτησαν τον καφετζή, αποδίδοντάς του -δικαίως- κάτι απ’ την ιερότητα του καλοκαιριού, γύρισαν την πλάτη και λίγη ώρα αργότερα ακούμπαγαν στην κουπαστή και κοιτούσαν το κοινό τους, που ‘χε μείνει νικημένο και ανίκανο να καταλάβει την πραγματικότητα των αποχωρισμών. Εμένα και τον καφετζή δηλαδή.

Λίγες μέρες πριν φύγω, ήρθαν κάποιοι φίλοι να με δουν. Το βράδι τα ποτήρια εξασφάλιζαν ωραία λόγια και περισσότερη άνεση. Η Ε., οι φίλες της κι εμείς, το όλον έξι άτομα (6) μπήκαμε σ’ ένα seicento και κάναμε τα δύο χιλιόμετρα μέχρι το κλασσικό club έξω απ’ τη χώρα. Τα νησιά του Ιούλη θυμίζουν με τον πιο πειστικό τρόπο ότι τα παραμύθια, οι έρωτες και τα όνειρα πρέπει να χαρίζονται απλόχερα στους ξένους. Η Ε. ξημερώνοντας, αγκαλιά με μια κρέπα κι όχι κάποιον από μας, έλεγε ότι το πρωί θα πάνε με το ιστιοπλοϊκό κάποιου γιατρού σε μια φοβερή παραλία. Έτσι εγώ πήγα σερί σε μια εφιαλτική μέρα στο ταχυδρομείο, τα κορίτσια έκαναν ηλιοθεραπεία ανάμεσα στα κατάρτια και εμείς ξεμείναμε με τις αφηρημένες χτεσινές υποσχέσεις στο χέρι, κοινώς μπουκάλα.

Με άλλα λόγια, το νησί της αποκάλυψης μου είπε άλλη μια ιστορία αποτυχίας ή για να χαϊδέψω τ’ αυτιά μου άλλη μια ανάμνηση για το ανεκπλήρωτο. Όμως η αληθινή αποκάλυψη ήταν ότι μπορείς να ζήσεις, ακόμα και χωρίς άλλους. Η γαλήνη ή η αναγκαστική σιωπή εκείνου του καλοκαιριού ήταν ένα τραγούδι για τη συντροφιά του τοπίου, την ερημιά της θάλασσας ή τον ελαφρύ ύπνο που μόνο ο ίσκιος του δέντρου μπορεί να χαρίσει.

12 Σχόλια

Filed under τόποι που φαντάστηκα