Category Archives: τόποι που φαντάστηκα

τρεις ερωτήσεις

// 1 //

Περπατάω στο κέντρο. Στρίβοντας απ’ τη Σόλωνος, παρατηρώ όλους αυτούς τους νομικάριους που περιμένουν στην ουρά για να πάρουν τα βιβλία της σχολής. Η ουρά των υποψηφίων υπερεπιτυχημένων κάνει ένα γάμα στο πεζοδρόμιο επί της οδού Ασκληπιού. Ανάμεσα στα εναλλακτικά ή κυριλέ παπούτσια, ανάμεσα σε σκόρπιες κουβέντες για σημειώσεις και νυχτερινές εξόδους, ξαπλώνει ένας άστεγος έξω απ’ το βιβλιοπωλείο. Αναρωτιέμαι αν οι αυριανοί δικηγόροι υποψιάζονται αυτό που υπαινίσσεται η συγκεκριμένη σκουρόχρωμη κουβέρτα. Αναρωτιέμαι αν αντιλαμβάνονται ότι ο ρόλος που τους επιφυλλάσσεται, είναι να χειρίζονται τους νόμους και όχι να μελετούν ή να υπερασπίζονται το Νόμο. Αναρωτιέμαι αν αυτό το γάμα στο οποίο τους εξαναγκάζει τώρα το κορμί του άστεγου, θα προλάβει να τους ψιθυρίσει δύο τρία πράγματα για το ύφος της πραγματικότητας που δεν περιγράφεται στις 500 σελίδες ύλη του μαθήματος. Αναρωτιέμαι αν το χέρι που εξέχει με το ποτήρι, θα επηρεάσει έστω στο ελάχιστο τη δαπίτικη διάθεσή τους να αριστεύουν ερήμην της κοινωνίας.

Μετά απ’ αυτόν τον σύντομο εσωτερικό δεκάρικο, αναλογίστηκα τη ζωή μου σήμερα. Μικρές διαφορές απ’ τους εν αναμονή νομικάριους.

Παρακάτω, κούνησα ελαφρά το πόδι, μην πετύχει το ποτήρι του πιο κάτω ζητιάνου. Δεν πήρα χαρτομάντηλα, έχω πάρει τη μεγάλη συσκευασία. Φτηνά απ’ το σούπερ μάρκετ.

// 2 //

Μετά από χρόνια ξαναβρέθηκα με σκύλο στο σπίτι. Γύρισε πολύ γρήγορα όλη αυτή η διάθεση για ποδόσφαιρο εσωτερικού χώρου και ολιγόλεπτους εξυπνακίστικους διαλόγους με το ζωντανό. Κοιτώντας το, στο διάλειμμα απ’ το χτύπημα των πλήκτρων, έτσι όπως κουλουριάζεται δίπλα μου ή τεντώνεται εκεί που σκάει ο ήλιος, αναρωτιέμαι για λίγο, αν σκέφτεται και τί ακριβώς. Χαίρεται επειδή κουνάει την ουρά; Του αρέσουν οι ντρίπλες; Απολαμβάνει ένα γερό κυνηγητό στο σαλόνι; Εκνευρίζεται πραγματικά όταν του τραβάω την ουρά; Τί θα έλεγε, αν μπορούσε να πει, την ώρα που όλοι οι υπόλοιποι, εκτός απ’ αυτόν, καταβροχθίζουν τον ένα γύρο μετά τον άλλο; Τί κανάλι προτιμάει να του αφήνω ανοιχτό όταν φεύγω απ’ το σπίτι; Σιχαίνεται, όσο εγώ, την Μπήλιω Τσουκαλά; Αδιαφορεί για το αν σήμερα ο υπολογιστής παίζει κιθάρες ή μπουζούκια;

Κυρίως, συμμερίζεται την ελάχιστη τύψη μου όταν, κατά τη διάρκεια της βόλτας, τον τραβολογάω πέρα δώθε με το λουρί; Θα μπορούσε μες στην πολλή αγάπη του να μου γυρίσει μια μοβόρικη δαγκωνιά γεμάτη λύσσα, αν με έβλεπε για ένα δευτερόλεπτο σαν ιδιοκτήτη ή δεσμοφύλακα; Θα μου κουνούσε την ουρά επάνω στον καναπέ, αν ήξερε ότι κάπου υπάρχει ένα ατέλειωτο λιβάδι γεμάτο στάχυα, μυρωδιές και άπλα;

// 3 //

Υπάρχει μια σκηνή στο «American Beauty». H Annette Bening ανοίγει την ντουλάπα και βλέπει τα πουκάμισα, μπουφάν και λοιπά ρούχα του άντρα της. Μετά από όλους τους ανυπόφορους τσακωμούς, μετά από θλιβερές ασυνενοησίες και τεράστια χάσματα σε όλη την ταινία, έρχεται αντιμέτωπη με τα ρούχα του άντρα της. Ανοίγει τα χέρια, κάνει μια κίνηση, λες και τα αγκαλιάζει, και γονατίζει μέσα στη ντουλάπα. Πάντα μου άρεσε αυτή η σκηνή, ως ένας φόρος τιμής, στην αγάπη που ξαφνικά καταφέρνει και υπάρχει μέσα στο μακελειό. Έβλεπα όμως ταυτόχρονα σ’ αυτή και ένα υπερβολικό στιλιζάρισμα, μια πόζα ίσως εξωπραγματική. Ήταν μια χειρονομία καθαρά κινηματογραφική. Εξυπηρετούσε εμένα, τον θεατή, περισσότερο απ’ το συναίσθημα εκείνης της γυναίκας.

Τις προάλλες όμως, κάποια στιγμή το απόγευμα, άνοιξα για άσχετο λόγο τη ντουλάπα. Κοίταξα τις μπλούζες της και το χέρι μου πήγε ασυναίσθητα στο σημείο. Είχε ένα εξαιρετικό φως στο δωμάτιο και για κάποιο λόγο απόλυτη ησυχία. Ο σκύλος ξάπλωνε στην πολυθρόνα. Για ένα δευτερόλεπτο σκέφτηκα να βγάλω κάποια απ’ τα ρούχα της, να τα πετάξω στο κρεβάτι και να πέσω πάνω τους για ένα μισάωρο απογευματινό ύπνο. Αναρωτήθηκα αν ένα τέτοιο είδους στρώμα θα μπορούσε να ήταν κάτι λιγότερο από μαγικό και άραγε τί είδους όνειρα θα έβλεπα πάνω στις μπλούζες της.

Ίσως ότι θα ήταν καλοκαίρι και θα είχαμε μόλις ξυπνήσει κάτω από ένα αρμυρίκι. Δίπλα μας θα έβρεχε σταγόνες ενός άλλους κόσμου, ενός κόσμου που δεν έκανε γάμα στις ουρές, δεν έκανε ουρές, δεν κράταγε λουριά, δεν φόραγε λουριά και κολλαγε απ’ το αλάτι και το ούζο. Ακόμη μισοκοιμισμένος, θα ξεκίναγα σ’ αυτόν τον κόσμο, με το μαλλί της να χαιδεύει απαλά τον ώμο μου.

15 Σχόλια

Filed under τόποι που φαντάστηκα, ασυναρτησίες

τίνος είσαι συ;

* Μοιάζει εύκολο να λυθεί το ζήτημα που προέκυψε. Στην αυλή, η κερασιά έχει μεγαλώσει πάρα πολύ και οι ρίζες της έχουν αρχίσει να πετάνε το τσιμέντο σε διάφορα σημεία. Φυσικά όποιον και να ρωτήσεις έχει μια γρήγορη απάντηση. Να μην κόψετε την κερασιά. Είναι δυνατόν να σας νοιάζουν κάποια τετραγωνικά τσιμέντου και μερικά πλακάκια; Ας το πετάξει το δέντρο και ας το αφήσετε χώμα. Ή ξαναφτιάχνετε το κομμάτι όταν και αν χαλάσει. Η απάντηση είναι απλή. Ωραία έρχεστε εσείς δύο φορές το χρόνο και κάθεστε πάνω στο τσιμεντάκι και τρώτε. Άλλος το φτιάχνει, άλλος πληρώνει, άλλος είναι μονίμως μ’ ένα βρώμικο πουκάμισο εργασίας όταν φτάνει στο χωριό.

Η σκιά της καρυδιάς ξεκαθαρίζει μερικά πράγματα σχετικά με τον μεσημεριανό ύπνο.

* Πέρα απ’ το οικολογικό, το πρακτικό (το ζήτημα της σκιάς εννοώ), το αισθητικό και μερικά ακόμη, μέσα μου, μου αρέσει να επαναφέρω συνεχώς και το μελοδραματικό μέρος του πράγματος. Η κερασιά έχει φυτρώσει εκεί, επειδή στο σημείο αυτό έτρωγε ο παππούς μου, στα κλεφτά, φρούτα και εκεί έφτυνε τα κουκούτσια. Γι’ αυτό είναι και οι ρίζες επιφανειακές. Ένα κουκούτσι έκανε την κερασιά, κανείς δεν τη φύτεψε. Εκτός αυτού, όταν έχω πιει και λιγάκι, μ’ αρέσει να σκέφτομαι ότι η κερασιά άρχισε να μεγαλώνει λίγα χρόνια αφού πέθανε ο παππούς. Μοιάζει λοιπόν κάπως σαν τη συνέχεια της παρουσίας του, κάπως σαν υπενθύμιση ή σαν τη σκιά ενός ανθρώπου που έζησε ακριβώς σ’ εκείνο το σημείο επί μισό και βάλε αιώνα. Έπειτα, ο συγκεκριμένος άνθρωπος παραμένει ένα δίχτυ ασφαλείας για τύπους σαν κι εμένα. Κάποτε του βρήκαν δουλειά και τον έστειλαν σε κάποια δημόσια υπηρεσία στην Αθήνα. Πολύ γρήγορα όμως αυτός παραιτήθηκε και επέστρεψε στο χωριό. Όλα αυτά σε μια εποχή που το κύμα των ανθρώπων ακολουθούσε εντελώς αντίθετες διαδρομές. Απ’ το χωριό στην πρωτεύουσα, αν όχι στις ΗΠΑ ή κυρίως στον Καναδά. Με καθησυχάζει η θέα της κερασιάς, λες και αυτή αποτελεί μια διαρκή υπόμνηση της αντίστροφης πορείας του συνονόματου. Ο οποίος φυσικά, δεν γύρισε επειδή ήταν εργατικός, δημιουργικός ή κάτι άλλο τέτοιο. Επέστρεψε γιατί προτιμούσε να κρατάει το καφενείο, πέφτοντας συνεχώς έξω και πότε πότε να μισοδουλεύει στα χωράφια (έτσι μου αφηγούνται τουλάχιστον). Αφήγηση που πρέπει να στέκει αν θυμηθώ την παροιμιώδη αφηρημάδα και την άσβεστη αγάπη για το κρασί, το φαγητό και τις κάθε είδους σιέστες. Ο παππούς λοιπόν ώρες ώρες μοιάζει να καταλήγει το μόνο ειλικρινές πρότυπο, ένας άνθρωπος χωρίς φιλοδοξίες, αλλά γεμάτος αργή, αβίαστη και γλυκιά όρεξη για ζωή.

Στην Αρκαδία, μετά τα τζιν τόνικ δεν πάμε για τυρόπιτες. Ζεστή γουρνοπούλα πάνω στο καπό

* Φτάνοντας στο χωριό, κατευθύνομαι αμέσως στην αυλή. Δεν κοιτάζω σε ποιό δωμάτιο υπάρχει κενό κρεβάτι. Υπάρχει μόνο η σκιά της καρυδιάς. Ξαπλώνω (και κρυώνω) μες στο μεσημέρι. Κοιμάμαι χωρίς να το καταλάβω. Κάποια στιγμή ξυπνάω και βλέπω στην ανοιχτή μου παλάμη ένα φύλλο απ’ το δέντρο. Δεν κουνάω καν το χέρι μου, αφήνω το φύλλο εκεί που είναι και ξανακλείνω τα μάτια μου, αδιαφορώντας πλήρως για όσους αυτή την ώρα τρέχουν σαν τρελοί στην εθνική οδό, για όσους πεθαίνουν ή επαναστατούν, για όσους θα κληθούν να πληρώσουν τα νέα μέτρα που αναγράφονται στο εσωτερικό της εφημερίδας που ανεμίζει λίγο παραπέρα. Ξανακοιμάμαι και κάνω έναν ανεπανάληπτα γλυκό και ελαφρύ ύπνο. Σκέφτομαι ότι σ’ αυτό τον ύπνο, στη σκιά της καρυδιάς κρύβεται πιθανότατα η εξήγηση του γιατί τα παιδιά αγαπούν και μισούν ταυτόχρονα τα καλοκαιρινά μεσημέρια, όταν τα αναγκάζουν να πάνε με το ζόρι για ύπνο. Ύστερα, ξυπνώντας βλέπω ότι ο αέρας έχει στείλει τις τέχνες στην τριανταφυλλιά. Πάω να τις μαζέψω, αλλά τελικά χαζεύω τη μακριά διαδρομή της χελώνας και στοιχηματίζω μέσα μου αν το πόδι του συμπαθούς ζώου θα πατήσει πάνω στη φωτογραφία του γνωστού καλλιτέχνη που δίνει συναυλία σε κάποια επαρχιακή πόλη. Δεν μου κάνει η χάρη.

Νέο – δημοτικά στο χωριό του Νικηταρά. Κι όμως, χωριό και άνθρωποι κερδίζουν με χαρακτηριστική άνεση τις εφηθωδικές αθλιότητες

* Λίγες μέρες μετά, βάζοντας τα πράγματα στο αυτοκίνητο, αλλάζω ύφος, φοράω τη στολή του πολέμου, της δουλειάς και της σπαστικής βιασύνης. Την ώρα που βάζω πρώτη, είμαι θαρρείς άλλος άνθρωπος. Φεύγοντας όμως, κοιτάζω απ’ τον καθρέφτη τους γονείς, που λίγο πριν με χαιρετούσαν. Σκέφτομαι ότι ζούμε συνεχώς το ίδιο σκηνικό. Στον καθρέφτη βλέπω παππού και γιαγιά όπως χαιρετούσαν, όταν αποχωρούσαμε οικογενειακώς στο τέλος του καλοκαιριού. Τότε καθόμουν στο πίσω κάθισμα ενός γαλάζιου honda civic, τώρα οδηγώ ένα μαύρο opel. Μέσα στον καθρέφτη, ο πατέρας μου επαναλαμβάνει τα βήματα του πατέρα του. Περνάει αργά το δρόμο για να μπει ξανά σπίτι, στεκόμενος για λίγο πάνω στη διαγράμμιση, σκύβοντας ελαφρά το κεφάλι. Ζούμε το ίδιο σκηνικό. Ο παππούς έβγαινε κρυφά στην αυλή να φάει ένα μεζέ, ένα γλυκό, μερικά κεράσια. Οι άλλοι του φώναζαν, δεν κάνει. Τώρα στο ίδιο περίπου σημείο, άλλοι φωνάζουν σ’ αυτούς που φώναζαν για τα τσιγάρα, τα κρέατα, τα άδεια ποτήρια κρασί. Άνθρωποι μπαινοβγαίνουν στην αυλή, τα παιδιά των πατεράδων τους σχολιάζουν τα πολιτικά, κοιτάζουν εικόνες των νεκρών σε ipad, κάθονται στις ίδιες καρέκλες, μαστορεύουν αυτά που ξεκίνησαν οι άλλοι. Χαζογελάνε, μα είναι ήδη διαλυμένοι. Μετράνε τις καρέκλες που χρειάζονται και βλέπεις ότι ντρέπονται να πουν ότι από μέσα τους μετράνε δυο τρεις καρέκλες παραπάνω. Θα έπρεπε να μην φοβούνται, να τις τοποθετούν άδειες, γύρω ή δίπλα στο τραπέζι. Μιλάνε όλοι μαζί πάνω απ’ το αρνί, μπροστά απ’ τη γουρνοπούλα, μέσα απ’ το κρασί. Είναι σοβαροί και πανίσχυροι και καλοσιδερωμένοι και είναι από καιρό διαλυμένοι.

Η επίμαχη κερασιά. Οι επίμαχες άδειες καρέκλες.

Λίγες μέρες πριν, μαζεμένοι οι (πάνω – κάτω ) τριαντάρηδες (κι όμως πολύ μεγαλύτεροι) της παρέας, σκοτώνουμε, γελώντας, άλλη μια φορά οικογένειες, σχέσεις, παλιούς τρόπους. Δίκιο έχουμε απ’ την αρχή ως το τέλος βέβαια. Μα κάτι συμβαίνει πάντα γύρω απ’ αυτά τα ξύλινα τραπέζια κάτω απ’ την κερασιά. Είναι ο αέρας, η αίσθηση ότι αυτή η μάζωξη δεν θα τελειώσει έτσι εύκολα όπως στην Αθήνα (κατά τις 5: «να σας αφήσουμε να κοιμηθείτε κιόλας»). Κι όλο ανοίγει η πόρτα και έρχεται κάποιος φέρνοντας κάτι ακόμη. Κάποια στιγμή μπερδεύομαι, μιλάω στην μάνα ή την κόρη, πίνω κρασί από μπουκάλι ή απ’ το παλιό βαρέλι (με την έξτρα οξύτητα), χαιρετάω πίσω απ’ το τζάμι του αυτοκινήτου πατέρα ή παππού. Πεθύμησα Κωλοσούρτη και αλεπάλληλες στροφές και τη γίδα βραστή που δεν έφαγα ποτέ. Οδηγώ με Άκη Πάνου και κρητικά, μετά από πολύ καιρό, αργά στη δεξιά λωρίδα.

Να πάει να γαμηθεί και το τσιμέντο. Θα τρώμε πάνω στο χώμα.

31 Σχόλια

Filed under τόποι που φαντάστηκα

τί ζητά η άνοιξη

[ή πάσχα στο χωριό]

Άπλα. Ο καφές να πίνεται με θέα. Να χορταίνει το μάτι, να τρέχει στο βάθος, να μην βρίσκει μπροστά του οθόνη, τοίχο, μπαλκονόπορτα.

Ζωή.

M. Attia - Το μαύρο Αλγέρι

Λίγο απ’ το αίμα σου. «Ν’ αφήνεσαι ράθυμα στο ρεύμα της θάλασσας, να λιμνάζεις σε τόπους που πρόσκαιρα αγάπησες ή ν’ αναλώνεσαι διαγνώνοντας άσκοπα αθεράπευτες περιπτώσεις».  Λίγο απ’ το αίμα της. Ξέρω ένα κορίτσι που όταν σε φιλάει, τραβάει το γιακά σου, σφίγγει το χέρι σου, κρατιέται με όλη της τη δύναμη απ’ τα ακροδάχτυλά σου. Δεν το παίρνω προσωπικά. Το πάθος της δεν στρέφεται απαραίτητα προς εμένα. Μέσα στο στομάχι της, βρίσκεται όλος ο αέρας που φυσάει ένα τυχαίο απόγευμα στο Σούνιο. Ο εαυτός της ψάχνει να σκορπιστεί με έναν τρόπο ολικό, χαωτικό, προσβλητικό, υπέροχο. Δεν έχει διαβάσει Γκανά, μα είναι σχεδόν σίγουρο, τα καταλαβαίνει όλα από ένστικτο: «Θέλει κι η νύχτα μια γουλιά απ’ το αίμα σου για να σαλπίσει τ’ άστρα της».

και πού να φτιάξεις τη φωλιά

Προτεραιότητες. Μερικές φορές, όταν βλέπεις το λάθος, δε χρειάζεται να είσαι ειδικός, επιστήμονας ή σχετικά καταρτισμένος. Πέρα απ’ τα μνημόνια, τις περικοπές, τις πολιτικές επιλογές, τις δεκάδες πορείες και τον εργασιακό μεσαίωνα που πρώτα αναθεμάτισε και έπειτα αγάπησε ο ΓΑΠ, υπάρχει κάτι άλλο. Μια άλλη ζωή, μια ουτοπία που ακόμη δεν ανακαλύψαμε. Εκεί που οι πειθαρχίες και η κοινωνική προσποίηση πεθαίνουν μέσα στην απέραντη ανοησία τους. Πάνω απ’ τα παϊδάκια του μεσημεριού του Μεγάλου Σαββάτου μιλάμε για τον κόσμο που ζούμε και τον κόσμο που φτιάχνουμε. Εδώ και τώρα με τα ίδια μας τα χέρια.

Αλλήθωρο βλέμμα. Να αρθρώνεις ένα λόγο οριακό. Χωρίς νούμερα και ποσοστά. Να ενοποιείς τα άπειρα θραύσματα. Γνωρίζοντας καλά όλες τις αντιφάσεις, να μη σταματάς να μιλάς για συνύπαρξη, για έρωτες, για κοινά τραπέζια.

19 Σχόλια

Filed under τόποι που φαντάστηκα

29+1

στον στάθη, που είναι πια 30.

(υπόψη, ακολουθεί μελό σεντονάκι)

* Να λες σιχαίνομαι τα μνημόσυνα και τους απολογισμούς και να μην μπορείς να μαζέψεις τις τάσεις σου για τέτοιου είδους αθλιότητες.

* Σ’ είδα παντού. Στην Κομοτηνή σε υπαίθριο ρεμπετάδικο, στου Ψυρρή σε άθλια μαγαζάκια, στο δρόμο στην Άνω Τούμπα, στον Γιλμάζ, στο μπαλκόνι και στα σκαλοπάτια της πολυκατοικίας, στη Φλώρινα πίσω από μια ξύλινη μπάρα, πρωτοχρονιά κάτω απ’ τον πύργο του Άιφελ, στην κηδεία του καθηγητή των λατινικών, έξω από στριπτιζάδικο να ξαπλώνεις στο πεζοδρόμιο, ανήμπορος για το οτιδήποτε.

* Είχαμε εκείνη τη συμμαθήτρια που κάθε Σάββατο στα πάρτι φιλιόταν και με κάποιον διαφορετικό απ’ την παρέα. Κοροϊδεύαμε, ειρωνευόμαστε, όμως κανείς ποτέ δεν είπε όχι, γιατί στο βάθος ξέραμε. Εκείνη ήταν που διάλεγε. Κάποτε, τρίτη γυμνασίου νομίζω, γύρισε σ’ ένα διάλλειμα ανάμεσα αρχαία και μαθηματικά και, με τον πιο φυσικό τρόπο, μου είπε: «θα πάω κι ας μου βγει και σε κακό». Ατέλειωτες συντριβές ξανά και ξανά. Απ’ το πρωί, όλα επανήλθαν πεντακάθαρα στο μυαλό και όλο το μεσημέρι τα έβλεπα, όσο συνέβαιναν.

Οι πανελλήνιες ένα ατέλειωτο ζόρι, κάτι έρωτες δραματικοί που λέγαμε δε θα τελειώσουν ποτέ – αποκλείεται, κι ύστερα οι πρώτες βότκες, οι πρώτες τεκίλες, οι πρώτοι οριστικοί χωρισμοί κάθε είδους. Γκομενικά, φιλικά, συναισθηματικά, κάποτε τελειώνουν. Φτάσαμε 18 και τελικά το είδαμε. Υπάρχει τέρμα σε κάθε δρόμο. Από κει και μετά όλο τρέχουμε.

* Τρέχουμε με χίλια χιλιόμετρα προς μεταπτυχιακά, διδακτορικά, δουλειές και ημερομηνίες διακοπών. Να κανονίσουμε το πρόγραμμα της εβδομάδας, να δούμε τον έναν και τον άλλον. Παίρνουμε τηλέφωνα απελπισμένα. Αναμασάμε τα ίδια και τα ίδια. Δια ζώσης μιλάμε λιγότερο ή δε μιλάμε καθόλου, απλά στενοχωριόμαστε για τα ίδια πράγματα. Μα ο χρόνος πια, είναι συμπυκνωμένος. Κυλάει σαν παγωμένο νερό ανάμεσα στους συμπότες ενός καψωμένου μεσημεριού.

* Λόγια για λόγια. Πώς θα ζήσουμε; Να φύγουμε από δω. Στις Γαλλίες και τα Βέλγια ή στην ερειπωμένη επαρχία. Ο Στ. έφυγε. Σαν μικρό παιδί κάθε φορά λέει «Όχι ρε μαλάκα για πάντα. Δεν μπορώ να ζήσω εδώ. Θα επιστρέψω Ελλάδα». Ονειρεύεται ακόμη βραδινά μπάνια, ούζα, καρπούζια, πρωινά στο Σούνιο και πάστες στην Ξάνθη. Ιούλη μήνα με το λάστιχο να βρέχει το μωσαϊκό, το μπαλκόνι, το πλακάκι να δροσίζονται τα πόδια. Χριστούγεννα με χιόνι στη Φλώρινα και πάπιες που πατινάρουν στο παγωμένο ποτάμι.

* Τότε, που δεν ήμαστε λάιτ. Πηγαίναμε σε κανονικά μπουζούκια και πέφταμε με τα μούτρα στο ουίσκι και τη ανώνυμη τραγουδιάρα. Μια φορά ο Στ., μαζί με τα λουλούδια μου πέταξε, από λάθος και απ’ τη φόρα, μισό ποτήρι, απ’ αυτά που είχαμε σπάσει λίγο πριν. Με πήρε ο κομμένος πάτος του ποτηριού στον κρόταφο κι άρχισε να τρέχει το αίμα πάνω στο καλοσιδερωμένο λευκό πουκάμισο. Αυτό, που φορούσα τις νύχτες που μύριζε συντριβές. Έχωσα το κεφάλι μου στο νιπτήρα της τουαλέτας ενός μπουζουξίδικου στη Φλώρινα. Ο άλλος φώναζε, μεθυσμένος δίπλα μου. Μετά από κανένα δεκάλεπτο με το πουκάμισο πια γαύρικο κανονικό, μου λέει να πάμε στο νοσοκομείο, να είμαστε σίγουροι. Σώπα ρε μαλάκα. Πάμε ξανά στο τραπέζι. Βάλε να πιούμε.

Τότε, που δεν μας έπιανε τίποτα. Είχαμε κάτι φίλους και μια ζωή που άρχιζε και τέλειωνε την αποψινή νύχτα. Ευτυχώς, δεν το πληρώσαμε ακριβά. Γιατί τελικά η ζωή τελείωνε και άρχιζε λίγο λίγο, κάθε νύχτα και κάθε μέρα.

* Και ενδιάμεσα σ’ όλα αυτά, οι δεκάδες θάνατοι. Όλοι αυτοί που λείπουν διαρκώς και εξακολουθητικά. Που εμφανίζονται ξαφνικά μπροστά σου, την ώρα που γελάς με το ίδιο παλιό αστείο, την ώρα που βγάζεις τα ποτήρια απ’ το ντουλάπι μετρώντας κεφάλια στο τραπέζι, την ώρα που ετοιμάζεις τα κάρβουνα για την ψησταριά. Κάπως έτσι, όταν πεθαίνει ο Παπάζογλου, μπορούμε επιτέλους ελεύθερα να συγκινηθούμε, μπας και ισοφαρίσουμε τις φορές που δεν διαλυθήκαμε. Πότε γιατί έπρεπε να ήμαστε ψύχραιμοι για κάποιους άλλους, πότε γιατί έπρεπε να παριστάνουμε τους ζωντανούς στον ίδιο μας τον καχεκτικό εαυτό.

* Ησυχία. Σταφύλια τον Αύγουστο στη βεράντα. Άσχετοι μπαινοβγαίνουν στις συναντήσεις της παρέας. Πόσες ανόητες κουβέντες με καθωσπρέπει τρίτους. Πόσα καμένα βράδια με τα κορίτσια των φίλων. Ήρθαν για λίγο, άλλα τα αγαπήσαμε, άλλα τα κράξαμε χωρίς ντροπή ή όριο. Ήμαστε και παραμένουμε οι ίδιοι μαλάκες. Υπάρχουμε μες στον κόσμο, μόνο άμα γελάμε, μόνο άμα μας κόβεται η ανάσα από τα επαναλαμβανόμενα αστεία. Ακόμη και τώρα το ίδιο. Δεν έχουμε άλλο τρόπο να αντιμετωπίσουμε την πραγματικότητα. Μόνο γέλιο και ακατάπαυστη κοροϊδία. Ο ένας τον άλλον. Όλοι τον έναν. Δεν είναι περίεργο ότι σήμερα, το πρώτο πράγμα που θα δεις στη συμβία του, είναι ότι γελάει. Αδιάψευστο κριτήριο για μας.

* Το γυναικείο βλέμμα που πέφτει πάνω στα μέλη της παρέας καταλόγιζε σχεδόν πάντα, περίπου τα ίδια. «Δεν έχετε φιλοδοξίες. Δεν έχετε προτεραιότητες». Λίγο πολύ σωστή είναι η παρατήρηση. Βαρέθηκα να επαναλαμβάνομαι. Πού να εξηγείς κάθε φορά τί είδους επάγγελμα είναι ο φύλακας στη σίκαλη ή ο δοκιμαστής τηγανιάς; Κι άλλωστε, τώρα μαθαίνουμε να ζούμε λογαριασμό της ΔΕΗ με λογαριασμό της ΔΕΗ. Ας τη βγάλουμε πρώτα το επόμενο τετράμηνο και βλέπουμε. Όπως συνηθίζει να υπενθυμίζει κι ένας άλλος φίλος, «Καλλιτέχνες είμαστε κι εμείς. Και που δεν κάναμε και τίποτα, πειράζει;»

* Και τέλος πάντων, πνιγήκαμε (ή μάλλον πνίγηκα) στη γκρίνια για μια ημερομηνία. Καμία ανησυχία. Καμία υποχώρηση. Ποιός τα χέζει τα ημερολόγια; Στις επάλξεις με μοναδικό όπλο όσους ανθρώπους μας απέμειναν και για όσο. Εδώ και τώρα όλα είναι δικά μας. Εδώ και τώρα όλοι γύρω απ’ το ίδιο τραπέζι.

27 Σχόλια

Filed under τόποι που φαντάστηκα, ταυτολογίες - για τη νοσταλγία, ασυναρτησίες

εστίες ανάπτυξης

Ο Παπαχελάς βλέπει σε μια ενιαία παραλία στην Αττική, εστίες δημιουργίας και ανάπτυξης. Σήμερα απ’ το παράθυρο βλέπει μιζέρια και αναξιοποίητο χώρο, αύριο φαντάζεται μια μεγάλη βόλτα, μαρίνες και ανάπτυξη.

Πήγα στη Σύρο αρχές του 1990. Ξαναπήγα πρόπερσι. Ήρθα αντιμέτωπος με την ανάπτυξη, που στο μεταξύ είχε επισκεφθεί το νησί. Το παραθαλάσσιο Κίνι, ήταν πια γεμάτο λευκές πλαστικές τεντώστρες, καφετέριες κι εστιατόρια δίπλα στο κύμα, ενώ στην ακρογιαλιά δέσποζε και ένα τεράστιο γλυπτό, ακριβώς πάνω στην πρώην άμμο. Πηγαίνω τα καλοκαίρια στο Σούνιο. Βλέπω τις εστίες δημιουργίας. «Τρατολίμανο», «Cape Sounio» και πάει λέγοντας. Ομπρέλες και σερβιτόροι παρέχουν άριστες υπηρεσίες, με θέα αυτό που κάποτε λέγαμε ναό του Ποσειδώνα. Απ’ τα Λεγραινά ως το Λαύριο, εξοχικές κατοικίες, μάντρες και ιδιωτικές παραλίες. Περνάμε μέσα απ’ τα σπίτια τους για να βουτήξουμε. Πήγαινα στην Μεσσηνία, σε διάφορες παραλίες γύρω απ’ τη Βοϊδοκοιλιά. Φέτος αναρωτιέμαι αν η τεράστια επένδυση θα φέρει τουρίστες και λεφτά στην τοπική κοινωνία και αν θα επιτρέπεται η είσοδος στην μεγάλη έκταση που πιάνει το ξενοδοχείο και σε μας τους μη διαμένοντες στο χοτέλ τάδε.

Η συζήτηση περί αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας, είναι απ’ τις λίγες που μου προκαλούν αληθινό ίλιγγο. Κάθε φορά που κάποιος ονειρεύεται την αξιοποίηση της ακρογιαλιάς, σκέφτομαι ένα σημείο λίγο πέρα απ’ την Καλαμάτα που μέσα σε τρία χρόνια μετατράπηκε από παραλία σε προέκταση της καφετέριας.

Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα οι συνειρμοί με οδηγούν στα στο σουβλατζίδικο στην Πάτμο που λειτουργούσε με ρεζερβέ και στη μόδα με τις κρατημένες ξαπλώστρες. Αναπόφευκτα μετά από λίγο καταλήγω στα καινούρια κλειστού τύπου πλοία και τους αιχμάλωτους του a/c. Σκέφτομαι ότι κάποιος, κάποτε θα χρειαστεί να τους διηγηθεί την αίσθηση μιας λέξης. Θα είναι ένα κορίτσι στη μέση του πουθενά και το μόνο που θα λέει θα είναι, πως άμα δεν έχεις δαγκώσει χείλη γεμάτα αλμύρα ή ούζο, δεν ξέρεις τί θα πει καλοκαίρι.

Προσπαθώ ξανά να φανταστώ όλη την ακτογραμμή με γκαζόν, μπαρ, κάδους ανακύκλωσης, μουσικές, φρέντο, τσιμέντο, μαρίνες, άρτια εξυπηρέτηση και ευγενικούς παρκαδόρους. Αναρωτιέμαι τί είναι αυτό που κάνει την Αμοργό, Αμοργό, την Άνδρο, Άνδρο και τη Μεθώνη, Μεθώνη. Γιατί πράγμα έγραφε τελικά ο Λακαριέρ ή τί έβλεπε ο Ντάρελ. Ποιό ήταν το φως που είδε ο Μίλερ στις Μυκήνες; Ήταν ανάλογο με αυτό που διαχέεται στο καζίνο στο Λουτράκι ή έστω παρόμοιο με αυτό που αναβοσβήνει στα κλαμπ της Ρόδου; Ήταν μια σκέτη γραφικότητα, ήταν μόνο η φτώχεια που έβλεπαν όλοι αυτοί οι περίεργοι τύποι; Ή υπήρχε κάτι άλλο, κάτι εντελώς διαφορετικό, απ’ όσα ονειρεύονται οι υποστηριχτές της ανάπτυξης και των μεγάλων επενδύσεων; Ή μήπως τελικά εγώ που αντιτίθεμαι στην αξιοποίηση των παραλιών, είμαι απλά μίζερος και αριστεριστής; Ποιά είναι τα χαρακτηριστικά αυτού του σημείου του χάρτη και γιατί θέλουμε τον τουρισμό των γκολφ ή το ισπανικό μοντέλο; Τί κοινό έχει το κάθε «κόστα σκατά» με το μουσείο της Βεργίνας, που κι αυτό επένδυση είναι;

Τί κάνει μια παραλία ωραία; Η lady gaga, ο χατζηγιάννης και το παγωμένα κοκτέιλ; Τί την αξιοποιεί; Οι παρατεταγμένες ξαπλώστρες και τα θαλάσσια σπορ; Τα ξενοδοχειακά συγκροτήματα που παρέχουν ολοκληρωμένες υπηρεσίες εντός του φράχτη τους;

Είναι νομίζω προφανές ότι όταν λένε ανάπτυξη εννοούν ατελείωτα κόστα μάρε και κέιπ σούνιο. Αλλά πάλι, νομίζω ότι είναι προφανές ότι δεν ξέρουν τί είναι αυτό που θα αξιοποιήσουν. Κάθε σπιθαμή είναι γι’ αυτούς, απλά ένας τρόπος να ισοσκελίσουμε κάποιο ισοζύγιο. Μια υποσημείωση σε κάποιο προϋπολογισμό. Εκεί που βλέπουμε θάλασσα, αυτοί βλέπουν πλαζ.

Εμείς όμως ξέρουμε ότι η ζωή δεν είναι μόνο η πραγματικότητα που βαραίνει ή – συνηθέστερα – ελαφραίνει την τσέπη. Άλλωστε, ο τελευταίος παραθεριστής του δεκαπεντάυγουστου μπορεί να αισθανθεί τί ψιθυρίζουν οι επτά μάρτυρες στη Σίφνο. Καταλαβαίνει νομίζω ότι αποκλείεται να βρει αυτόν τον υπαινιγμό στις υπερμοντέρνες παραλίες στην Κω. Με άλλα λόγια, το γυμνό στήθος μιας γυναίκας της «Πούντα μπιτς» δεν έχει καμία σχέση με αυτό που θα συναντήσεις στην Ψιλή Άμμο της Πάτμου. Ένα πλαστικό βυζί στην Παράγκα δεν είναι ικανό να προκαλέσει τα ρίγη που μας κατέλαβαν αυτομάτως στη θέα εκείνης της μαυρομάλλας σ’ ένα ανώνυμο και έρημο κολπίσκο της Αμοργού ή του Κουφονησίου.

Συνεπώς, δεν λέω απλά ένα αντιδραστικό και ξερό όχι στην ανάπτυξη και την αξιοποίηση της οποιασδήποτε παραλίας. Απεργώ λυσσασμένα για να κρατήσω για την παρέα μου, το παλιό υπέροχο δικαίωμα να ανακαλύπτεις την άμμο πάνω στην οποία θα ξαπλώσεις νύχτα μαζί με το κορίτσι, το δικαίωμα να κοιμηθείς ανενόχλητος στα βότσαλα και να φας καρπούζι κάτω απ’ το αρμυρίκι. Αν τίποτα απ’ αυτά δε σε κάνουν να μετράς αντίστροφα για το καλοκαίρι, δεν πειράζει. Κάνε ένα μακροβούτι και ύστερα παρατήρησε τα μαλλιά των γυναικών μετά τη θάλασσα, πως φαίνονται δίπλα στο κατεβασμένο παράθυρο της επιστροφής. Θυμήσου πως απλώνονται τα γυμνά πόδια στο άδειο τοπίο. Τα πόδια αυτά, είναι το ακριβώς αντίστροφο της ξενοδοχειακής μονάδας, του γκαζόν, της ξαπλώστρας με το μαξιλάρι και του φρέντο. Τα πόδια αυτά θα καταργήσουν μία των ημερών προϋπολογισμούς και αναλογιστικές μελέτες. Μάλιστα, αν τα αφήσεις θα σώσουν ακόμα και σένα τελειωμένε σχετικιστή, ορθολογιστή, μίζερε οπαδέ. Ακόμα και μένα.


50 Σχόλια

Filed under τόποι που φαντάστηκα, ζεστές μέρες

μαίναλο

Τι να σου πω, φθινόπωρο, που πνέεις από τα φώτα
της πολιτείας και φτάνεις ως τα νέφη τ’ ουρανού;

κερασιά κ καρυδιά γεμίζουν την αυλή. ωραίο το φθινόπωρο, αλλά έχει πολύ σκούπισμα.

13 Σχόλια

Filed under τόποι που φαντάστηκα, φωτογραφικά

..το βράδυ ερημίτες

Όλες αυτές οι ατελείωτες λέξεις και συζητήσεις περί ελληνικότητας, σα να απαντήθηκαν από μόνες τους, μέσα σε ένα τριήμερο.

Την Παρασκευή στον Αγ. Λαυρέντιο οι Χειμερινοί Κολυμβητές τραγουδάνε κάτω απ’ τα πλατάνια. Ο Μπακιρτζής έρχεται κατευθείαν απ’ το «κι εσείς γυναίκες μην κλαίτε». Λίγο πιο κάτω στην πλατεία μια ομάδα μουσικών παίζει κρουστά κι ο κόσμος χορεύει.

Την Κυριακή περνώντας μέσα απ’ το Βόλο, βλέπω γραμμένο σ’ έναν τοίχο, το γνωστό Α μέσα σε κύκλο και από κάτω: «Θα σου δώσω μια να σπάσεις, αχ βρε κόσμε γυάλινε».

————————————————————————————————–

υγ.

Ταξιδιάρικα πουλιὰ τ᾿ ἀγέρα
πότες θὰ μᾶς πάρετε καὶ μᾶς
πέρα στοῦ Αἰγαίου τὰ νησιά,
στοῦ πελάγου τὶς ἀτέλειωτες ἀμμοῦδες.

————————————————————————————————–

κι αναρωτιόμουν 20 τόσα χρόνια, ο Παγασητικός υπάρχει ή είναι μόνο τραγούδι

6 Σχόλια

Filed under τόποι που φαντάστηκα, υπερβολές