Category Archives: του λιμανιού

εισερχόμενες κλήσεις

Κοιτάζω τον απέναντί μου, που αγανακτεί με το τηλέφωνο κολλημένο στο αυτί του. Βράδυ Αυγούστου στο camping των Κυθήρων. Κάτω απ’ τα πεύκα αναπνέει ένα δροσερό αεράκι, στα παγκάκια παρέες μιλάνε ήσυχα, απολαμβάνουν μπύρες, ούζα και φρούτα. Αυτός, εδώ και μισή ώρα, παλεύει με μια φωνή που βρίσκεται εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά. Φωνάζει. Όλοι καταλαβαίνουν τί έχει συμβεί. Εκείνη τον παίρνει τηλέφωνο απ’ το πρωί και στην παραλία το κινητό δεν πιάνει. Έχουν να μιλήσουν απ’ το προηγούμενο βράδυ. Ένα υπέροχο τοπίο ηρεμίας απλώνεται μπροστά και αγκαλιάζει όλους τους προσωρινούς ένοικους του camping, εκτός απ’ αυτόν, που κάθεται απέναντί μου και διαλύεται κάθε λεπτό σε μια δυσβάσταχτη απόπειρα επικοινωνίας.

Στις παραλίες, στις καφετέριες, στο δρόμο και τα λεωφορεία ένα μόνιμο κουδούνισμα διακόπτει τη σκέψη. Κινητά βαράνε σαν τρελά, ντεσιμπέλ χορεύουν στους ρυθμούς άθλιων ringtone, ολόκληρα τραγούδια ξεπηδούν από την τσάντα της διπλανής. Όπου κι αν είσαι, ένα διαρκές κύμα σημειώνει το ίχνος σου, σε βοηθάει να επικοινωνήσεις και σε καθιστά προσιτό. Τα κινητά τηλέφωνα βοηθοί στις δύσκολες στιγμές, παρέα στα ανιαρά διαστήματα, εισβολείς σ’ αυτό που συνηθίζαμε να ονομάζουμε ζωή.

Φέτος στις παραλίες το κακό παράγινε. Από παντού τηλεφωνήματα, άσκοπες συζητήσεις, κακόηχες κραυγές. Καμία ηρεμία, κανένας προσωπικός χρόνος δεν απομένει στο χρήστη, που πρέπει για το δικό του καλό, να βομβαρδίζεται συνεχώς με νέα, ειδήσεις και χαιρετισμούς. Το αποτέλεσμα ορατό. Όπου κι αν είσαι, είναι το ίδιο. Είτε στο βουνό, είτε στη λεωφόρο, είτε στη δουλειά, είτε στην ταβέρνα, η επικοινωνία θα είναι επιτακτικά παρούσα. Την ώρα που ο εαυτός παρακαλεί για ένα διάλειμμα, τα πλήκτρα θα ζητάνε την επαφή με τα γρήγορα δάχτυλά σου.

Παρατηρώ ότι όποιος κι αν τηλεφωνεί, μόλις το σηκώσεις ξεκινά με την ερώτηση «έλα, πού είσαι;». Φυσικά δεν προσπαθεί να σε ελέγξει, η ερώτηση από μόνη της όμως φανερώνει το μέγεθος του προβλήματος. Δεν έχει σημασία αν όντως γίνει γνωστό το σημείο που βρίσκεσαι. Έτσι κι αλλιώς ο καθένας πια μπορεί να σε βρει όπου κι αν είσαι. Ο καθένας μπορεί να διακόψει μια προσωπική στιγμή, μια βόλτα, τη δουλειά, τη ροή της ημέρας. Ήχοι, τηλεφωνήματα, μηνύματα σε εντοπίζουν, σε αναγκάζουν να μην είσαι μακριά, σε αναγκάζουν καμιά σου ενέργεια να μην έχει διάρκεια, τίποτα να μην γίνεται απερίσπαστα. Θέμα ασφάλειας λένε. Μπορεί κάτι να συμβεί. Όντως είναι θέμα ασφάλειας, ενώ θα έπρεπε να είναι ζήτημα ελευθερίας.

Η σκέψη ότι κάθε στιγμή, ο οποιοσδήποτε μπορεί να σε βρει δεν θα έπρεπε να ακούγεται καθησυχαστική, αλλά τρομαχτική. Όμως έχουμε, εδώ και καιρό, εξορίσει την ψυχική ηρεμία στις τελευταίες θέσεις των προτεραιοτήτων μας. Δεν έχει, λοιπόν, σημασία να μπορείς να απολαύσεις μια βουτιά ή τη δυνατότητα να βυθίζεσαι σε ενδοσκοπικούς περιπάτους. Σημασία έχει να απαλείψεις την πιθανότητα της μοναξιάς. Κι όμως είναι αδιανόητο να μην μπορούμε να συλλάβουμε τις θετικές αποχρώσεις της μοναξιάς ή καλύτερα της ιδιωτικότητας. Ξαπλωμένοι στην αμμουδιά, περπατώντας στα δρομάκια του πρώην χωριού μας, καθισμένοι πίσω από μία οθόνη που ζητάει ιδέες και κόπο ή οδηγώντας σε μια πηγμένη λεωφόρο, δεν είναι δυνατόν να μην επιζητούμε το χαμένο χρόνο. Μοιάζει να πιστεύουμε ότι αν δεν υπενθυμίζουμε διαρκώς (μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων και δεκαψήφιων αριθμών) την ύπαρξή μας στους άλλους, η απουσία μας θα περάσει απαρατήρητη. Έτσι δεχόμαστε τις κάθε είδους εισβολές στον προσωπικό μας χώρο, βαφτίζοντάς τις τεχνολογικές δυνατότητες. Οι ατελείωτες κλήσεις όμως, αφενός προκαλούν μια αυξανόμενη ταραχή και έναν εθισμό στο θόρυβο, αφετέρου καταργούν κάθε όριο προσωπικού χρόνου και καθιστούν τον άνθρωπο ελάχιστη κουκκίδα σε μια τεράστια οθόνη.

Ο Μπαρτ στα «αποσπάσματα του ερωτικού λόγου» αναρωτιέται αν το τηλέφωνο είναι πάντα μια κακοφωνία. Ακόμη αναφέρει τη σκέψη του Βίννικοτ, ότι δηλαδή το καλώδιο του τηλεφώνου είναι φορτισμένο μ’ ένα νόημα, όχι το νόημα της σύνδεσης, αλλά το νόημα της απόστασης. Κάθε μέρα στους δρόμους ακούω τις ομιλίες των περαστικών. Νυσταγμένες φωνές που επαναλαμβάνουν την ηχώ τους και άχαρες ανταλλαγές κυμάτων που ουσιαστικά καταργούν την επικοινωνία ή την μεταλλάσσουν σε διεκπεραίωση. Σκέφτομαι τον καυγά στο camping. Εκείνη φώναζε, γιατί δεν την είχε πάρει τηλέφωνο όλη τη μέρα.

Δεν μπορώ να ξεχάσω τις παραλίες των Κυθήρων. Τα βράχια που φύτρωναν μέσα στο νερό, την ομορφιά του τοπίου, τα δροσερά μεσημέρια. Τα κινητά δεν έπιαναν εκεί κάτω. Ήταν ένας άλλος κόσμος, έτοιμος να αγκαλιάσει τον ταλαιπωρημένο επισκέπτη, λες και η ύπαρξη της θάλασσας δικαιωνόταν απ’ αυτήν την υπέροχη απουσία. Λες και αυτή η ησυχία θα άλλαζε τη μέρα μας.

7 Σχόλια

Filed under του λιμανιού, διάφορα

ψάχνοντας λίγη δροσιά στην πόλη

Ώρες ώρες η ζέστη στην πόλη είναι αφόρητη. Περπατάς και τα πεζοδρόμια βράζουν, η άσφαλτος καίει και τα κλιματιστικά στάζουν πάνω στα κεφάλια των άτυχων περαστικών. Ο Ιούλιος σαρώνει σαν κύμα τα ανυπόφορα μεσημέρια και τα ιδρωμένα πουκάμισα. Βγαίνω στους δρόμους και μέσα στη θολή ατμόσφαιρα και τα αμέτρητα πλαστικά μπουκάλια νερό, αναζητώ σκιές, δροσερές γωνίες και καταφύγια.

Ψάχνοντας μια πορτοκαλάδα ή μια παγωμένη μπύρα, βρίσκω καφενεία που δροσίζουν με το χιούμορ και τις ρεκλάμες τους. «Η λόξα» στο Βύρωνα, «ο Βάλτος» στο Γαλάτσι, «το Λούβρο» στο κέντρο. Φευγάτοι ιδιοκτήτες και χαμογελαστοί καφενόβιοι σε ατελείωτες παρτίδες τάβλι ξεχνάνε τη ζέστη με πειράγματα, υπαινιγμούς και υπερβολικά αστεία.

Ένα πιτσιρίκι, μαζί με τον πατέρα του, μπαίνει μεσημεριάτικα, ιδρωμένο και σκασμένο μέσα σε μια καφετέρια του κέντρου. Παίρνει από τη σερβιτόρα μια παγωμένη σοκολάτα, ανεβαίνει πάνω στον πάγκο να τη χτυπάει καλύτερα ο αέρας του ανεμιστήρα και παρακολουθεί με φοβερή προσήλωση το αλλόκοτο ταινιάκι που προβάλλεται στην απέναντι τηλεόραση. Χωρίς να ενοχληθεί από τους θαμώνες που κοιτάνε χαμογελώντας, σα να ήταν το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο, στέκεται όρθια πάνω στη μπάρα για να πλησιάσει όσο μπορεί τη δροσιά, τον αέρα. Δεν τη νοιάζει τίποτα, μόνο θέλει με κάποιο τρόπο να σωθεί απ’ αυτόν τον καύσωνα που φώλιασε πάνω στα κοτσιδάκια της. Το καταφέρνει κι όλοι όσοι τη βλέπουνε κλέβουνε λίγη απ’ τη δροσιά της.

Στο ίδιο μαγαζί η σερβιτόρα παλεύει με τη θερμοκρασία που βάζει φωτιά στην Κολοκοτρώνη. Σε λίγο δεν αντέχει κι ετοιμάζεται να παραδοθεί στη λάβα. Τελικά ξαπλώνει πάνω στο μάρμαρο της μπάρας, μήπως ανακαλύψει η πλάτη της, την τελευταία κρύα επιφάνεια της πόλης. Ύστερα με νωχελικές κινήσεις κρατάει ένα παγάκι και το σφίγγει, να λιώσει στο μέτωπο και το λαιμό της. Ο χώρος όλος γίνεται μια σκηνή για τον ήσυχο ερωτικό μονόλογο αυτής της κοπέλας. Τόση ώρα γέμιζε τα ποτήρια και άκουγε τις ιδρωμένες μας παραγγελίες. Τώρα σαν μια ρωγμή στην πραγματικότητα, αφήνεται σ’ αυτό το αργόσυρτο, λυτρωτικό χάδι και κλείνει τα μάτια βλέποντας γαλάζια κύματα και μικρά αρμυρίκια. Παρατηρούμε το παγάκι σα να μην υπάρχει τίποτα άλλο που ν’ αξίζει να δει κανείς σε μια πόλη, που έχει βυθιστεί από καιρό στον καυτό αέρα και την αποπνιχτική ζέστη. Ανίκανοι να στρέψουμε αλλού το βλέμμα, ακολουθούμε μια σταγόνα που περιγράφει το λαιμό της γυναίκας και όλη την ομορφιά του κόσμου. Η κάψα του δρόμου δε φτάνει πια ως εμάς, είμαστε κλεισμένοι μέσα στη σταγόνα, κολυμπάμε στη σταγόνα, δροσιζόμαστε απ’ τη σταγόνα. ΗΜια γυναίκα αυτή αποδεικνύει με τον πιο απλό τρόπο την αχρηστία των κλιματιστικών, χαμογελώντας μισοξαπλωμένη στον πάγκο. Η φλεβίτσα του λαιμού της σε έναν ερωτικό, αργό και γεμάτο χάδια χορό με το παγάκι, φτιάχνει κάθε δευτερόλεπτο μια μικρή όαση μέσα στην έρημο και την ερημιά της πόλης.

Στη συναυλία των Encardia στον Υμηττό ακούμε ήχους της Κάτω Ιταλίας. Σιγά σιγά ο χώρος μπροστά στη σκηνή γεμίζει. Μικρά και πολύ μεγαλύτερα παιδιά χορεύουν ταραντέλλα. Τα σώματα στροβιλίζονται μ’ αυτήν την περίεργη διάλεκτο. «Λέξεις που στάζουν σαν το μέλι σε δροσερό νερό, παρελθούσες και κυκλωτικές» έγραψε ο Βασίλης Ρούβαλης. Πίσω μας είναι κάποιοι Ιταλοί, ποιός ξέρει πού βρέθηκαν ή τί λένε μέσα στα γέλια και τις ακαταλαβίστικες κουβέντες τους. Στο τέλος το συγκρότημα κατεβαίνει από τη σκηνή, κρατάνε μόνο τα ντέφια και τις φωνές τους, και χορεύει μ’ όλο τον κόσμο. Παλαμάκια φυλάνε το ρυθμό, την ώρα που η μπάντα κι οι ερασιτέχνες χορευτές μπερδεύονται. Τα μάτια λάμπουν μ’ αυτή τη συναυλία, που πια δεν είναι συναυλία, αλλά μια παρέα στον πεζόδρομο, μια φωνακλάδικη, μεθυσμένη συντροφιά, φίλοι, παππούδες και εγγόνια σε μια μικρή αυλή. Ο μύθος της αράχνης που τσιμπάει γίνεται ο μύθος των ανθρώπων που τραγουδάνε όλοι μαζί. Η πραγματικότητα που, για σήμερα τουλάχιστον, ενώνει όλους αυτούς τους ολότελα ξένους σε ένα ξέφρενο κυκλωτικό χορό. Αυτό που θα ήταν συναυλία είναι πια ένα μελαγχολικό και χαρούμενο γλέντι παλιών αγαπημένων. Αν οι συναυλίες πολλές φορές είναι αμήχανες διεκπεραιώσεις, ξέχειλα στάδια που αποθεώνουν τον μακρινό πρωταγωνιστή, οι Encardia μας χάρισαν ένα δροσερό καλοκαιρινό βράδυ, μια γιορτή στο κέντρο της πόλης.

Κειμενάκι γραμμένο για το Passtoport

5 Σχόλια

Filed under του λιμανιού

στιγμιότυπα

Οι εκδηλώσεις του δήμου Υμηττού γίνονται φέτος στους δρόμους. Οι συναυλίες, οι προβολές και οι συζητήσεις έχουν για σκηνικό πλατείες, προαύλια και πεζοδρόμια. Πηγαίνοντας σε μία απ’ αυτές, συζητάμε γιατί ο κόσμος στις δωρεάν εκδηλώσεις είναι τις περισσότερες φορές λίγος. Σκέφτομαι ότι κατά κάποιο τρόπο έχουμε εθιστεί στην πληρωμή εισιτηρίου, στην κατανάλωση πολιτιστικού προϊόντος και στις υπερβολικές τιμές.

Φτάνοντας στο χώρο της συναυλίας, βλέπω αρκετό κόσμο, οικογένειες με καροτσάκια και μικροσκοπικά πλάσματα, γέρους και γριές. Την ώρα που η Ρίτα Αντωνοπούλου τραγουδάει το «Σταυρό του Νότου» βλέπω ένα πιτσιρίκι, συνεπαρμένο, να κοιτάζει απ’ την αγκαλιά της μάνας του. Ίσως ήδη να φαντάζεται τ’ άστρα του Νοτιά ή να αναρωτιέται για εκείνες τις αγάπες που φωλιάζουν σε κρίσεις μαύρου πυρετού. Αν και δυσκολεύεται να παρακολουθήσει τις κουβέντες των μεγάλων, ακούει με τη μεγαλύτερη προσοχή τις λέξεις του Καββαδία και κουνάει το χέρι του ν’ αγγίξει ένα κομπολόι από κοράλλια.

Λίγο πιο δίπλα μια γυναίκα που παλεύει με τα ογδόντα της χρόνια, υποδέχεται τον Μητσιά και μαζί του, τον «Γιάννη το φονιά». Τη βλέπεις να κάθεται στο ίδιο αυτό τραπέζι, όχι πια μόνη της, αλλά με τους παλιούς φίλους που χάθηκαν στους δρόμους και το χρόνο. Έτοιμη όπως τότε να κεράσει γλυκό ή να περιμένει στα κρυφά ένα φιλί. Είναι εκεί, ακουμπισμένη σε μια κολώνα του κτιρίου και η μουσική χωράει όλη τη νοσταλγία σε μερικές νότες.

Η συναυλία δεν γνώρισε το μεγαλείο του σταδίου ή την ψυχαναγκαστική αποθέωση του αφιονισμένου κοινού που πλήρωσε και θα περάσει καλά έτσι κι αλλιώς. Απλά εκείνο το βράδυ με το ελαφρό αεράκι, τα τραγούδια βρήκαν ώμους φιλικούς κι απόθεσαν λίγο απ’ το βάρος τους.

*******

Στη γειτονιά μου, τα απογεύματα κυκλοφορεί στους δρόμους μια γυναίκα αλαφροΐσκιωτη και φευγάτη. Άλλοτε με βαρύ κι αργό βήμα, άλλοτε στητή και βιαστική φέρνει βόλτες στα πεζοδρόμια και την πλατεία. Κάθε τόσο σταματάει τους άνδρες που περπατάνε κοντά της. Τους ρωτάει αν έχουν ένα τσιγάρο. Συνήθως οι περαστικοί της δίνουν. Αν όμως δεν της δώσουν, τότε εκείνη τους ρωτάει αν είναι παντρεμένοι. Σχεδόν όλοι, σα να φοβούνται το επόμενο αίτημά της, παραδέχονται αμέσως τον έγγαμο βίο τους. Τότε αυτή συνεχίζει το δρόμο της. Η γυναίκα αυτή, από χρόνια χωρισμένη από τις ισχύουσες συμβάσεις και πρακτικές, ενδιαφέρεται για το τσιγάρο της και ύστερα για την ενδεχόμενη αποκατάστασή της. Βλέπεις στις κινήσεις της, την προσδοκία της κάφτρας, την προσήλωση στα σχήματα του καπνού. Κάθε τζούρα επιφυλάσσει μια αλλόκοτη κι ανεπανάληπτη απόλαυση. Καπνίζει κι ανάμεσα στα δάχτυλα κρατάει με ευλάβεια κάτι ασήμαντο κι ιαματικό, ελάχιστο και σωτήριο.

Ύστερα η ερώτηση για το γάμο, που την κάνει μόνο άμα μένει άκαπνη. Λες και αυτή η δίψα, αυτό το κάψιμο του ουρανίσκου, μπορεί να νικηθεί μόνο από μια αόριστη υπόσχεση, μια προσδοκία μεγαλείου και αποκατάστασης. Μες στο μυαλό της, λαχταράει κάτι λυτρωτικό και γαλήνιο. Ένα τσιγάρο ή έναν άντρα (με αυτή τη σειρά).

Στις κατεστημένες κατηγοριοποιήσεις, τα αρχεία, και τα χαρτιά του δήμου θα τη βρεις στο βιβλίο που εγγράφουν τους τρελούς, στην πραγματικότητα όμως η γυναίκα αυτή είναι μια στιγμιαία παραβίαση του κανονικού, μια απόκλιση απ’ τη συλλογική παράνοια. Ακούγοντας τις συμβουλές που ξεχειλίζουν απ’ τα παράθυρα της γειτονιάς γυρεύει ανάμεσα στους ξένους την τακτοποίησή της. Ακούγοντας τον ψίθυρο του χρόνου, ζητάει απλά ένα τσιγάρο.

*******

Τους βλέπω γύρω στη μία τη νύχτα. Πάνω σ’ ένα μηχανάκι ένας άντρας και μια γυναίκα. Νομίζω πως απλά τσουλάνε στην ελάχιστη κατηφόρα, νομίζω πως πάνε με τη μηχανή σβηστή. Αυτός της τραγουδάει ένα άγνωστο τραγούδι, που την περισσότερη ώρα καλύπτεται από τα γέλια της. Μες στο βράδυ ένα ζευγάρι καβαλάει το μηχανάκι του και κυλάει στα στενά και τους δρόμους της πόλης. Δεν έχουν και πολύ βενζίνη και τη φυλάνε για κάποια δύσκολη κι απότομη ανηφόρα. Τραγουδάνε και γελάνε διαρκώς. Μπορεί αυτός να της λέει κάτι σαν «εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί». Δεν πρόκειται όμως για τέτοιο τραγούδι. Ο σκοπός του δεν κρύβει μελαγχολία, δεν περιέχει πικρές διαπιστώσεις και υποσχέσεις προσπάθειας. Το τραγούδι του είναι μια κραυγή, μια κακόηχη βροντή ανεπανάληπτης χαράς. Το γέλιο της είναι η άγρια γιορτή του έρωτα. Μαζί λένε «να δεις που η αγάπη μας κάνει και για βενζίνη. Να δεις που το μηχανάκι έχει γεμάτο ρεζερβουάρ και μπορεί να κάνει ακόμη και το γύρο της πόλης». Κι είναι αλήθεια, το μηχανάκι αυτό, τσουλώντας, σέρνοντας και βαρυγκωμώντας, τριγυρνάει σ’ όλες τις συνοικίες, μέχρι να σωθεί το καύσιμο, δηλαδή το τραγούδι.

Κειμενάκι γραμμένο για το πειραιώτικο Passtoport

Σχολιάστε

Filed under του λιμανιού

σε ποιόν ανήκει η θάλασσα;

Όλα ξεκίνησαν όταν το προηγούμενο Σάββατο έφτασα στη Σύρο και συγκεκριμένα στο χωριό Κίνι. Εκεί ακριβώς πάνω στην αμμουδιά είδα ένα τεράστιο άγαλμα – σιντριβάνι, στο οποίο ανάμεσα στα νερά και τα βράχια μια γοργόνα κρατάει στα χέρια της ένα ψαρά. Το κατασκεύασμα αυτό, πελώριο και επιβλητικό, μου φάνηκε πως ορθωνόταν πολύ ψηλά, πάνω απ’ όλους μας, σαν κάποιος που επιβλέπει από ένα ύψωμα την περιουσία του. Όσο περίεργο κι αν ακούγεται, εκείνη τη στιγμή, νόμισα ότι η κυριαρχία αυτού του αγάλματος ήταν οριστική και αναπόφευκτη.

Εξαιτίας της μανίας για τεχνητά όρια και τίτλους κυριότητας που μας χαρακτηρίζει, προχώρησα λίγο παραπέρα και άρχισα να αναρωτιέμαι πώς έχουμε αφήσει τη θάλασσα τόσα χρόνια να απλώνεται στον κόσμο χωρίς ιδιοκτήτη. Ήταν λάθος μου όμως να κρίνω, παραβλέποντας την πραγματικότητα που έχει πέσει πάνω μας βαριά κι ασήκωτη.

Η θάλασσα μπορούμε πλέον να ισχυριστούμε ότι αποτελεί ιδιοκτησία του βιαστικού τουρίστα και του άπληστου ντόπιου. Οι παραλίες ανήκουν στις ατελείωτες πλαστικές ξαπλώστρες, στα πολύχρωμα καρεκλάκια και τα μπαρ που εισβάλλουν στο θαλασσινό νερό. Το λιγοστό κενό ανάμεσα στους, κατ’ ευφημισμόν μόνο, λουόμενους, οι φρέντο πάνω στην άμμο και τα κουτσομπολίστικα περιοδικά επιβάλλουν την κυριαρχία τους σε κάθε παραλία, σε κάθε γωνία των νησιών του καλοκαιριού. Οι μισές ακρογιαλιές βυθίζονται από την πολυκοσμία και τον επαναλαμβανόμενο βόμβο των μαγαζιών που δε διστάζουν να δυναμώσουν λίγο ακόμη την ένταση. Οι άλλες μισές απλά δε μας ενδιαφέρουν. Αυτές τις έχει αποκλείσει με φράχτες, μάντρες κι άλλες κατασκευές άλλος ένας ιδιοκτήτης πολυτελούς εξοχικής κατοικίας, που θέλει να βουτάει, μακριά από τα αχόρταγα και αδιάκριτα μάτια, στην παραθαλάσσια πισίνα του. Μια βόλτα στο Σούνιο, ας πούμε, θα σας πείσει αμέσως. Εκεί, σε λίγο καιρό, το μόνο προσπελάσιμο μέρος στο ευρύ κοινό θα είναι η στενή άσφαλτος που οδηγεί στο Λαύριο.

Στα πλοία της γραμμής τον τελευταίο καιρό τείνει να καταργηθεί το κατάστρωμα. Παλιά κάθε ταξίδι στ’ ανοιχτά υπαινισσόταν την παρατήρηση του ορίζοντα από το πάνω μέρους του πλοίου και την κατάνυξη μπροστά στην ανοιχτή θάλασσα. Τώρα μας είναι αρκετές οι αεροπορικές θέσεις και η άρρωστη ατμόσφαιρα του air condition. Οι επισκέπτες λοιπόν καβαλάνε τα όλο και πιο γρήγορα καράβια, λες και πιστεύουν ότι η διαδρομή είναι αναγκαίο κακό κι όχι σημαντικό κομμάτι κάθε φυγής.

Έπειτα, οι κυρίες, λουσμένες στις κρέμες και τα λάδια, επιλέγουν χαρούμενα την καλύτερη ξαπλώστρα, αφού είναι γνωστό ότι στην παραλία δεν ανεχόμαστε πια να ακουμπάμε στην άμμο. Προτιμάμε το πλαστικό, αφού το θεωρούμε απείρως πιο υγιεινό από τα βακτηρίδια που κυκλοφορούν κρυφά στα έγκατα της ψιλής αμμουδιάς. Αμέσως μετά οι ίδιες κυρίες που λατρεύουν τις ξαπλώστρες και βλέπουν εφιάλτες γεμάτους με χώμα και ζουζούνια, κάθονται με τις ώρες κάτω απ’ τον καυτό ήλιο, αποδεχόμενες ευχαρίστως το ενδεχόμενο –τουλάχιστον- της ηλίασης.

Η θάλασσα λοιπόν ανήκει ακριβώς σ’ αυτές τις κυρίες, στα παρεό και στα μοδάτα πέδιλά τους. Στους καλοντυμένους που κουβαλάνε τα πελώρια τζιπ τους στα νησιά ή στους κατασκηνωτές που, ένα Σάββατο βράδυ στο Κουφονήσι, απαίτησαν από τους ντόπιους να σταματήσουν τα βιολιά του γλεντιού τους. Το Αιγαίο ολόκληρο, τελικά, είναι ιδιοκτησία του τεράστιου αγάλματος – συντριβανιού που σήκωσαν στο Κίνι της Σύρου. Ένα άγαλμα ακριβώς πάνω στην άμμο, ένα μπαράκι ακριβώς πάνω στη θάλασσα, μια βίλα ακριβώς πάνω στο βράχο. Η θάλασσα δεν υπάρχει πια, είναι απλά το σκηνικό των διακοπών μας.

Όσο όμως κι αν αφήνουμε την πραγματικότητα να μας τρίβει στο πρόσωπο απελπιστικά στιγμιότυπα, δεν ξεχνάμε ότι είμαστε παιδιά που πιστεύουν ακόμη σε νεράιδες, σε γεμάτα ποτήρια ούζο ή στην πιθανότητα του καλοκαιριού. Είμαστε δραπέτες, ανήλικοι βουτηχτές και φίλοι των ψαριών, ταξιδεύουμε μ’ ένα μπουκάλι τζιν κι όλη τη νοσταλγία μας. Επιμένουμε να πιστεύουμε ότι η θάλασσα ανήκει ακόμη στην πανσέληνο του Αυγούστου ή στα λοξά βλέμματα των ποιητών. Το κύμα ανήκει στις λέξεις και τα μακρινά, πρωτάκουστα για μας, λιμάνια του Καββαδία. Οι ακρογιαλιές αφηγούνται τους στίχους του Χριστιανόπουλου : «η θάλασσα είναι σαν το έρωτα: χίλιοι τη χαίρονται ένας την πληρώνει». Το ίδιο το νερό συνεχίζει έπειτα από χρόνια να καθρεφτίζει τη μορφή του Χατζιδάκι σε μια παλιά συναυλία στο Καστελόριζο. Κάθε μικρό καραβάκι διασχίζει τη νύχτα και τη μοναξιά, παρέα με τη Μαρίνα ή το δελφινοκόριτσο του Ελύτη.

Η θάλασσα ανήκει στις μαντινάδες, τα βιολιά και τα φωτάκια των καϊκιών, που επιμένουν να πλέουν μ’ όλους τους καιρούς μέσα στο πιο βαθύ σκοτάδι. Σε μας δεν ανήκει τίποτα. Τα βότσαλα, τ’ άσπρα σπίτια, οι άδειες ταβέρνες, τα στενά σοκάκια, ο άνεμος και ο ήχος του κύματος είναι το υλικό κι οι ρίζες μας. Είμαστε παιδιά του καλοκαιριού και απόγονοι της αλμύρας που πλημμυρίζει την κουπαστή. Κάποτε θα διώξουμε τα σιντριβάνια, τις πισίνες και τις πλαστικές ξαπλώστρες και θα βουτήξουμε μ’ ανοιχτά τα μάτια στα παγωμένα νερά. Αυτήν την υπόσχεση δώσαμε σιωπηλά στους εαυτούς μας λίγο πριν ξημερώσει Κυριακή στην Ερμούπολη.

Κειμενάκι γραμμένο για το πειραιώτικο passtoport.

9 Σχόλια

Filed under του λιμανιού

ξανά στο γύψο

Αρχές Ιουνίου ακούσαμε την παρακάτω είδηση. Άγνωστοι εισέβαλλαν σε super market του κέντρου και αφού γέμισαν μερικές σακούλες με τρόφιμα, έφυγαν χωρίς να πληρώσουν. Ύστερα μοίρασαν όσα πήραν σε περαστικούς στην οδό Καλλιδρομίου στα Εξάρχεια, μαζί με ένα κείμενο στο οποίο υπέγραφαν ως οργισμένοι καταναλωτές.

Για το ίδιο θέμα, την περίφημη ακρίβεια, βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος σημείωναν σε ραδιόφωνα και τηλεοράσεις ότι και οι ίδιοι οι καταναλωτές δεν είναι άμοιροι ευθυνών. Τόνιζαν ότι το κοινό δεν συνασπίζεται σε ενώσεις, ούτε δρα συντονισμένα για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα. Αυτή η απόπειρα αντιστροφής της ευθύνης είναι αν μη τι άλλο πρωτοφανής και εμπνευσμένη. Θυμίζει δε τον Πανούση, που το χειμώνα έλεγε ότι σε λίγο θα μας πείσουν ότι για την καταστροφή του πλανήτη ευθυνόμαστε εμείς επειδή δεν αλλάζουμε λάμπες. Μ’ αυτήν την τακτική οι βουλευτές προσπαθούν να μας πουν ότι για τις εξωφρενικές τιμές φταίμε εμείς που δεν κάνουμε σωστή έρευνα αγοράς ή συχνότερα μποϋκοτάζ. Με λίγα λόγια αν τρέχαμε από super market σε super market ψάχνοντας τη φτηνότερη πορτοκαλάδα, όλα θα ήταν αλλιώς. Δεν είναι η πρώτη φορά που οι πολιτικοί στην Ελλάδα, αποφεύγοντας να κάνουν το οτιδήποτε, προκρίνουν ως λύση το φιλότιμο και τη φιλανθρωπία. Καλώς ή κακώς όμως, και χωρίς να αποφεύγουμε τις ευθύνες μας, ο ακτιβισμός δε μπορεί να λύσει τα μείζονα προβλήματα.

Βέβαια, το ζαλισμένο κοινό δεν ζητά πολιτικές λύσεις, αλλά ένα ακόμη μπιτόνι πετρέλαιο. Συνεπώς οι πολίτες επιμένουν να ψηφίζουν ξανά και ξανά τους ίδιους απρόθυμους κύριους και να πουλάνε οργή και θυμοσοφία στα δελτία των 8. Άλλωστε, η κοινωνία εξακολουθεί να επιδεικνύει τα εξαιρετικά αντανακλαστικά της κυρίως στα ζητήματα ηθικής που καθημερινά ανακύπτουν. Έτσι, μεγάλη μερίδα του κόσμου εξεγείρεται παρέα με ανώτατους εισαγγελικούς λειτουργούς εναντίον των γάμων της Τήλου. Στη χώρα, που μπορείς άνετα να αμφισβητήσεις την τιμιότητα αλλά ποτέ τον ανδρισμό κάποιου, η ιεράρχηση των ειδήσεων γίνεται από τις παρουσιάστριες μεσημεριανών εκπομπών.

Είναι προφανές ότι το κοινό δεν ενδιαφέρεται να μάθει γιατί ακριβαίνουν τα προϊόντα, όπως είναι εμφανές ότι δε σοκάρεται μπροστά σε οποιαδήποτε αποκάλυψη σχετική με μίζες και σκάνδαλα. Πολύ απλά, για κάποιο λόγο, όλα αυτά έπαψαν να μας απασχολούν.

Έτσι βλέπουμε ανθρώπους, κρεμασμένους στην άκρη του TVcontrol, διψασμένους να βρίσουν ή να αποκαλύψουν τα μυστικά και του τελευταίου ημιδιάσημου καταναλωτή. Το κοινό αποκαλεί αλήτες αυτούς που κάνουν επεισόδια στα πανεπιστήμια και ανυπομονεί να ακούσει σε απευθείας μετάδοση ένα προς ένα το όνομα κάθε «ανώμαλου» που λερώνει τους πανάρχαιους δρόμους της πόλης. Με λίγα λόγια ένας υπόγειος πουριτανισμός που καταγγέλλει και ξεσκίζει προσωπικές στιγμές, εισβάλλει στο δημόσιο διάλογο και καταλαμβάνει κάθε λέξη, κάθε κουβέντα, κάθε πρωτοσέλιδο. Ο διαρκώς αυξανόμενος συντηρητισμός της κοινωνίας όμως, δεν αποδεικνύεται από την εξορία του διαφορετικού, την επιφανειακή ευθιξία των τηλεοπτικών προσώπων ή τον καλπάζοντα κομφορμισμό που μας καπελώνει. Ο ιδιότυπος αυτός γύψος που μας πνίγει, φαίνεται από το γεγονός ότι δε μας ενδιαφέρει πια αν έρχεται ένα αύριο καλύτερο, φτάνει να το υποδεχτούμε με τις τσέπες γεμάτες.

Κάπως έτσι, ο κανιβαλισμός ξεπέρασε κάθε όριο με αφορμή το θάνατο του Σεργιανόπουλου. Αποδείξαμε ότι μπορεί κανείς να βλέπει νούμερα, θεαματικότες και διαφημίσεις ακόμα και στο θάνατο, αρκεί να μη διστάζει να τον πουλήσει. Η κοινωνία της ξεφτίλας δεν μπορεί να βουλώσει το στόμα της ούτε την ώρα που ο ήχος του χώματος υπαινίσσεται το τέλος που κανένας μισθός δε μπορεί να αποτρέψει. Δυστυχώς όμως, θεωρείται ακόμη παράνομο να κλέβει κάποιος πανάκριβα προϊόντα για να τα μοιράσει σε συνταξιούχους (έστω κουβαλώντας τα λάθη και τις ακρότητες της ιδεολογίας του). Αντίθετα οι ανθρωποφάγοι παραθυρόπληκτοι, μπορούν να απολαμβάνουν ανενόχλητοι τα παραφουσκωμένα πορτοφόλια τους και το τέλος της ντροπής που κοινωνούν στην κοιμισμένη πόλη.

Όταν λοιπόν ο ηθοποιός έλεγε, «βρείτε μου ένα τρόλεϊ να πάω από την Πατησίων στο Άμστερνταμ» (όπως σημείωσε ο Α. Καρπετόπουλος), ασφαλώς δεν υποψιαζόταν ότι με το τρόλεϊ αυτό, θα έπρεπε να είχαμε δραπετεύσει όλοι, εδώ και πολύ καιρό.

κειμενάκι γραμμένο για το πειραιώτικο passtoport.

6 Σχόλια

Filed under του λιμανιού

ένα σερβίς στο κέντρο της πόλης

Το προηγούμενο Σάββατο πίσω απ’ τη Λεωφόρο Αλεξάνδρας τους είδα μαζεμένους, να μιλάνε και να τρέχουν, σα μια κινητή γιορτή. Περίπου δεκαπέντε άτομα, άντρες και γυναίκες, παρέα φωνακλάδικη και γελαστή, έπαιζαν βόλεϊ. Δυο τρεις γυναίκες δίπλα στο γήπεδο είχαν κουβαλήσει καρέκλες, μπύρες, μπουκάλια νερό, σοκολάτες και φρούτα. Οι υπόλοιποι, χωρισμένοι σε δύο ομάδες, περισσότερο ταλαιπωρούσαν τη μπάλα και απολάμβαναν τη θορυβώδη αποτυχία της κάθε προσπάθειας.

Ήταν Πολωνοί ή Αλβανοί, μετανάστες από μια χώρα κοντινή και άγνωστη. Μαζεμένοι εκεί, στα γήπεδα του δήμου, μοιράζονταν το απόγευμα και ό,τι καλό είχε ο καθένας να προσφέρει στην διψασμένη ομήγυρη. Πρόσωπα χαμογελαστά, τα ίδρωνε το καλοκαίρι για να τα δροσίσει η χειρονομία του διπλανού. Έπειτα από αρκετή ώρα κι αφού σιγουρεύτηκαν ότι κανένα τεράστιο ταλέντο δε θα ξεπεταχτεί από τον αυτοσχέδιο αγώνα τους, κάθισαν όλοι κάτω απ’ το φιλέ και βάλθηκαν να ανταλλάσουν νερά και αστεία. Την ίδια ώρα εμείς φεύγαμε για να κολλήσουμε στην κίνηση λίγα μέτρα πιο πέρα.

Σε παγκάκια και πλατείες, στα λιγοστά πάρκα και στις κούνιες τους βλέπεις να κάθονται παρέες παρέες και να νοσταλγούν το μέλλον που ποτέ δε θα έρθει. Μετανάστες, ταλαιπωρημένοι φτωχοδιάβολοι με μπογιές κι ασβέστη στα παντελόνια, εργάτες που γυρίζουν αργά από τις δουλειές, χαίρονται όσες οάσεις έχουν απομείνει στην πόλη.

Αντίθετα εμείς, θεωρητικά πλουσιότεροι, κοινωνικά καταξιωμένοι και κάτοχοι αυτοκίνητου, ακίνητου και 24 άτοκων δόσεων, κλειδαμπαρώνουμε τις πόρτες και ανοίγουμε την τηλεόραση να κάνει παρέα ο βόμβος του air condition με τους αφόρητους παραθυρόπληκτους. Ντόπιοι και παμπάλαιοι ένοικοι του αστικού τοπίου, γυρίζουμε την πλάτη στους δρόμους και τα στενάκια, λες και τα πεζοδρόμια υπάρχουν μόνο και μόνο για να μπορούμε να διπλοπαρκάρουμε. Πιο ξένοι απ’ τους ξένους, αποφεύγουμε να καθίσουμε μόνοι με φίλους σ’ ένα παγκάκι, εκτός αν πρόκειται να παρακολουθήσουμε κάποιο εντυπωσιακό θέαμα. Ίσως γιατί περισσότερο απ’ όλα τρέμουμε στην ιδέα της επαφής. Δεν αναφέρομαι πάλι στη θλιβερή προτίμησή μας για τον εικονικό κόσμο της οθόνης, ούτε στην ανάγκη να διεκδικήσουμε το δημόσιο χώρο. Δε μιλάω για το έλλειμμα δημοκρατίας ή παιδείας, αλλά για το ενδεχόμενο αυτό που απουσιάζει απ’ τις ζωές μας να είναι τελικά η ανθρωπιά.

Ένας φίλος, που θεώρησε καλή ιδέα να κυκλοφορεί με ποδήλατο στους δρόμους της πόλης, έπεσε μία απ’ τις προηγούμενες μέρες κάπου απέναντι απ’ το Καλλιμάρμαρο. Τον έκλεισε ένας ταξιτζής και μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα κατέληξε να θαυμάζει από πολύ κοντά το εντυπωσιακό έργο του πρώην δημάρχου, δηλαδή τα περίφημα κάγκελα. Ο οδηγός φυσικά δε σταμάτησε, μάλλον δεν πρόσεξε καν το υποψήφιο θύμα του. Δε σταμάτησε όμως και κανείς άλλος. Μπροστινοί, διπλανοί και διερχόμενοι πεζοί ή επιβάτες περνούσαν ρίχνοντας πότε πότε βιαστικά βλέμματα συμπαράστασης. Οι παρόμοιες περιπτώσεις δεν αποδεικνύουν φυσικά τίποτα οριστικό για την σκληρότητα της κοινωνίας μας. Ίσως όμως να υπαινίσσονται κάτι για την απάθεια και την αδιαφορία που συνεχίζει να εξαπλώνεται ανάμεσα στις πολυκατοικίες και τα διαμερίσματα.

Οι μετανάστες του γηπέδου, ουραγοί στην κατανάλωση ρούχων και μικροσυσκευών, μόνιμοι απόντες από νυχτερινά κέντρα και αστραφτερά εξώφυλλα, δεν μπορούν παρά να είναι μια διαρκής υπενθύμιση ή αλλιώς, μια βραδυφλεγής βόμβα στα θεμέλια του τηλεοπτικού πολιτισμού. Καθισμένοι στο κέντρο ένος γηπέδου δείχνουν ξεκάθαρα το δρόμο που χάσαμε. Μια μπάλα που πηγαινοέρχεται πάνω απ’ το φιλέ, τρία μπουκάλια νερό και όλο το κέφι του κόσμου, είναι γι’ αυτούς ο πρώτος χαιρετισμός του καλοκαιριού ή μια άτυπη υπόσχεση που δόθηκε σιωπηλά. Ανάμεσα στις πάσες, τις μανσέτες και τα μπουγελώματα, συμφώνησαν το αύριο, να τους βρει όλους μαζί γύρω από ένα τραπέζι σε κάποια αυλή ή έστω σε μια ασφυκτική κουζίνα ενός ημιυπόγειου στην Κυψέλη.

Μ’ αρέσει να πιστεύω ότι οι άνθρωποι αυτοί, μέσα στα ζόρια, τα χρέη και την απόσταση, συνωμοτούσαν μυστικά υπέρ της συντροφιάς. Το απόγευμά τους ήταν ένα τραγούδι, μια μικρή υπεράσπιση της παρέας. Τα ξεχασμένα λόγια τους ακούγονταν σα βάλσαμο. Εκείνη την ώρα, όλοι τους ήταν έτοιμοι να σηκώσουν μαζί το βάρος του χρόνου, ήταν έτοιμοι να τρέξουν να βοηθήσουν τον ποδηλάτη που παρέμενε ξαπλωμένος στη λεωφόρο ή ακόμη και να σταθούν εκεί στη μέση του γηπέδου και να ψιθυρίσουν ιστορίες για τις πατρίδες τους. Κι επειδή μ’ αρέσει να υπερβάλλω θα σας πω ότι η παρέα εκείνου του Σαββάτου, που δεν ξέρω τελικά αν την είδα ή απλά τη φαντάστηκα, μιλούσε ξεκάθαρα για όλους εμάς. Μιλούσε για τους φίλους, τις βόλτες και τη λυτρωτική πιθανότητα της συνύπαρξης. Μιλούσε για τον κόσμο που δεν έχει παραιτηθεί, αλλά διψασμένος, ψάχνει ακόμη τον τρόπο να ζήσει.

Κειμενάκι γραμμένο για το πειραιώτικο passtoport

2 Σχόλια

Filed under του λιμανιού

η γιορτή αργεί πολύ ν’ αρχίσει

Γυρνώντας τις νύχτες στους δρόμους της πόλης, αρχίζω να φοβάμαι ότι σε λίγο καιρό, όταν λέμε διασκέδαση, θα αναφερόμαστε αποκλειστικά στα τσιφτετέλια των τηλεοπτικών εκπομπών. Καφετέριες, ταβερνεία και κυριλέ restaurant, κάνουν ότι μπορούν για να απομακρύνουν οριστικά τους θαμώνες. Ποτά που κοστίζουν όσο ολόκληρο το μπουκάλι, κάκιστη εξυπηρέτηση και επαναλαμβανόμενες άθλιες play list περιγράφουν αρκετά καλά το μεγαλύτερο ποσοστό των μαγαζιών που διεκδικούν κομμάτια του ελεύθερου χρόνου μας. Δε θα είμαι υπερβολικός αν πω ότι ο τρόπος που διασκεδάζουμε κινδυνεύει να μεταλλαχτεί σε ένα ατελείωτο, πληκτικό και στριμώκωλο σκυλάδικο. Το γεγονός όμως ότι γεμίσαμε κακόγουστα και πανάκριβα μαγαζάκια δε δείχνει να ανησυχεί το κοινό, το οποίο μάλλον εύκολα βολεύεται με την αδιάκοπη πασαρέλα και την ακατανόητη επίδειξη κοινωνικού status. Δεν είναι λίγα τα Σαββατόβραδα που οι εξοδούχοι μοιάζουν εξόριστοι σε χώρους που η πόζα και η απληστία έχουν σκοτώσει από καιρό.

Η παραίτηση από το ξέσπασμα και τη γιορτή για χάρη ενός άοσμου και άγευστου στυλ δεν πρέπει να μας εκπλήσσει. Η πρόχειρη αντιμετώπιση του γλεντιού, η περιφρόνηση της συντροφιάς και της μουσικής βγάζει μάτι ακόμη και στις διάφορες εκδρομές μακριά απ’ την πόλη. Πέρσι τον Ιούλη ταξίδεψα στην Αστυπάλαια. Στο καφενείο που μ’ έβρισκαν όλες σχεδόν οι νύχτες, μόνιμη και αποκλειστική συνοδεία απ’ τα ηχεία είχαμε τους γνωστούς, απ’ τις τηλεοπτικές εκπομπές, νησιώτες Γιαννούλη και Βαζαίο. Τα τελευταία καλοκαίρια, στα λιγοστά πανηγύρια που πήγα σε χωριά της Αρκαδίας, το κλαρίνο είχα την εντύπωση πως πασχίζει να αλαφρύνει όσο είναι δυνατόν. Εκεί, τα τραγούδια της Θώδη έδιναν και έπαιρναν.

Ακόμη λοιπόν και εκεί που το τοπίο, το κόκκινο κρασί και η ρακή, αποζητούν απεγνωσμένα το αυθεντικό, εμείς με ευκολία το ανταλλάσσουμε με προϊόντα τηλεοπτικής αισθητικής. Μάλλον είναι και τα μόνα που καταλαβαίνουμε, άλλωστε. Πώς αλλιώς να εξηγήσω το γεγονός ότι έβλεπα γενειοφόρους, θαλασσοδαρμένους ψαράδες και σιωπηλούς βοσκούς να εκφράζουν την προτίμησή τους στα παραπάνω άσματα; Η αγωνία, το άγριο μεθύσι, η μελαγχολία της παρέας πάνε περίπατο για χάρη του εύκολου γέλιου και της χοντροκομμένη πλάκας. Τραγουδάκια δίχως την παραμικρή ικανότητα να συνομιλήσουν με το τοπίο ή τις βαθύτερες πίκρες κάθε ανθρώπου, παίρνουν πρώτη θέση στα κατ’ όνομα μόνο γλέντια μας και αδυνατούν να μας παρασύρουν στον επώδυνο όσο και λυτρωτικό χορό.

Ίσως γιατί κανείς δε θέλει να βγει πραγματικά, να χορέψει και να γυρίσει μεθυσμένος σπίτι, όχι βέβαια από το ποτό-μπόμπα που ήπιε, αλλά από την ίδια τη μαγεία της βραδιάς. Βέβαια, αυτό που θέλει το κοινό αυτές τις μέρες, είναι να καταναλώσει φεστιβαλικές εκδηλώσεις. Τον υπόλοιπο χρόνο απλώς συρρέει μαζικά στα σημεία που οι οδηγοί πόλης αναφέρουν ως επιβαλλόμενους προορισμούς. Κανείς δε φαίνεται να ψάχνει για διέξοδο, αντίθετα μας είναι αρκετό να είμαστε παρόντες σε άλλη μια θεατρική παράσταση ή σε άλλο ένα «ψαγμένο» μπαράκι.

Κάπως έτσι, ξαφνιάστηκα όταν άκουσα ένα απόγευμα σε μαγαζί της Ναυαρίνου στα Εξάρχεια εκείνη τη μουσική. Συνηθισμένος στις γνωστές επιτυχίες που παίζονται στο ραδιόφωνο μόνο και μόνο για να γίνουν κάποτε ringtone, δυσκολεύτηκα να αναγνωρίσω το κανονάκι και το κλαρίνο. Ύστερα μια σύντομη κουβέντα για τον Kazim Koyuncu, μου θύμισε την τελευταία ταινία του Φατίχ Ακίν. Στο έργο του, «Η άκρη του ουρανού» ακούγαμε πάλι τέτοια μουσική και παρακολουθούσαμε τον πρωταγωνιστή καθώς οδηγούσε στους δρόμους του Πόντου. Όλο το τοπίο ήταν γνώριμο και αξέχαστο, όπως η διαδρομή για το χωριό σου. Το κανονάκι και η θάλασσα στο πλάι, ήταν εκείνη τη στιγμή μια απλή υπενθύμιση ότι είμαστε ακόμη ζωντανοί και τίποτα δεν έχει χαθεί οριστικά.

Κάποτε είναι καλό να τελειώνει η ώρα της μιζέριας και της γκρίνιας. Οι δρόμοι κι οι πλατείες καλώς ή κακώς ανήκουν ακόμη στους ήσυχους πολίτες του καναπέ, δηλαδή σε όλους εμάς. Με άλλα λόγια τα παγκάκια της γειτονιάς, οι παιδικές χαρές και τα σκαλάκια των σπιτιών είναι ο χώρος μας και βρίσκονται εκεί για να στήνουμε εμείς αυτοσχέδιες γιορτές. Με τις μουσικές να ξεχειλίζουν από τα ανοιχτά παράθυρα και την παρέα να περιφρονεί τα ρολόγια, είναι ώρα να διεκδικήσουμε κάτι από το παλιό, ανάρμοστο και απελευθερωτικό γλέντι. Κι αν η αποτυχία τέτοιων εγχειρημάτων μοιάζει σίγουρη, τουλάχιστον μπορεί μ’ αυτόν τον τρόπο να γνωρίσουμε αυτούς, που χρόνια τώρα μένουν σιωπηλοί στο διπλανό διαμέρισμα.

υγ. κειμενάκι γραμμένο για το πειραιώτικο passtoport

Σχολιάστε

Filed under του λιμανιού

το σουτ που δε μπήκε

Για άλλη μια φορά, θεατές του παραλογισμού του σημερινού ποδοσφαιρικού (και όχι μόνο) συστήματος, μείναμε καθηλωμένοι να παρακολουθούμε οτιδήποτε άλλο, εκτός από μπάλα. Ενστάσεις, εκατέρωθεν δηλώσεις, πολύχρωμα εξώφυλλα και γελοίες φωνές. Δεν περιμέναμε βέβαια τίποτα καλύτερο από την κατεστημένη ιδεολογία που επιμένει να αποθεώνει το αποτέλεσμα και την επιτυχία ως αυτοσκοπό. Μια κοινωνία, που έχει μάθει για τα καλά πλέον να τα μετράει όλα, αποκλειστικά με αριθμούς και αποδόσεις, μπορεί να εκτιμήσει μόνο βαρύτιμα τρόπαια και τρανταχτές επιτυχίες. Η λατρεία του αποτελέσματος, της με κάθε τρόπο επικράτησης, είναι κάτι παραπάνω από φανερή σε έναν από τους τελευταίους χώρους που διασώζονται ίχνη συλλογικότητας, στο ποδόσφαιρο. Η επίδρασή της είναι καταστροφική.

Οι μεγάλες στιγμές του Ολυμπιακού φέτος ήταν τα δύο εκτός έδρας παιχνίδια με Werder και Real. Πιο συγκεκριμένα το γκολ του Πατσατζόγλου και η χαμένη ευκαιρία του Kovacevic συνοψίζουν αρκετά καλά την ομορφιά του ποδοσφαίρου ή τους λόγους που μπορείς ακόμη να περιμένεις με αγωνία τα ενενήντα λεπτά του ματς. Το υπόλοιπο της χρονιάς, τα τρόπαια και οι νίκες είναι μόνο για τις αθλητικές εφημερίδες και τα τυφλωμένα απ’ το φανατισμό μάτια. Τα συνεχόμενα πρωταθλήματα και τα, με το ζόρι, κύπελλα είναι για όσους πιστεύουν ότι υπάρχεις μόνο όταν κερδίζεις. Εγώ πάλι μεγάλωσα με τις κοφτές ντρίπλες και τις σέντρες του Τσιαντάκη. Τα πέτρινα χρόνια δε με εμπόδισαν απ’ το να είμαι Ολυμπιακός.

Το γκολ του Πατσατζόγλου σπάει την κατάρα της εκτός έδρας αδυναμίας με τον πιο εμφατικό τρόπο. Ο παίχτης, που έρχεται απ’ τα βάθη των τραυματισμών, τις αλλεπάλληλες ατυχίες, την αναμέτρηση με το τέλος, επιστρέφει εμφανώς χειρότερος, αλλά σκοράρει το σημαντικότερο γκολ. Ο Π. είναι οποιοσδήποτε από μας που αποτυγχάνει, που δοκιμάζεται, που μένει στο περιθώριο. Κάνει την ύστατη προσπάθεια κι ας ξέρει ότι δε θα φτάσει ποτέ τα ύψη που ονειρευόταν κι ας ξέρει ότι οι διθύραμβοι ανήκουν στο παρελθόν. Σηκώνει το πόδι και σχεδόν όλοι μαζί σουτάρουμε. Είναι η στιγμή του. Λύνει τα μάγια και γελάει. Η κερκίδα χαίρεται δυο φορές. Αντιλαμβάνεται μεμιάς ότι αυτό το συγκεκριμένο σουτ, αυτό το γκολ ανήκει σ’ αυτές τις ιδιαίτερες στιγμές. Τα σουτ που ονειρευόμαστε μέρα μεσημέρι όταν ήμαστε παιδιά με μια μισοφουσκωμένη μπάλα στην πλατεία. Το βάζει όχι ο καλύτερος, όχι ο star, αλλά αυτός που αγαπάμε. Αυτός που έπεσε, μα παλεύει από τότε να σηκωθεί. Ο οπαδός δεν γελιέται. Ο Π. δε θα ξαναγίνει αυτό που ήταν, όμως θα έχει πάντα αυτό το σουτ. Αυτή τη μαγική κλοτσιά, που θα στέλνει τη ζωή του λίγο πιο μακριά και τον Ολυμπιακό στην πρώτη εκτός έδρας νίκη μετά από δέκα χρόνια.

Η χαμένη ευκαιρία του Κ. στο 90 είναι το πιο φοβερό δευτερόλεπτο της ποδοσφαιρικής χρονιάς. Η στιγμή που μετεωρίζονται χιλιάδες άνθρωποι ανάμεσα στην απογοήτευση ή την έκρηξη. Η στιγμή που όλα παίζονται. Το χέρι του Κασίγιας πλησιάζει τη μπάλα, αλλά ακόμη τίποτα δεν είναι σίγουρο. Ρεάλ Μαδρίτης – Ολυμπιακός, ελάχιστα χιλιοστά από το 3-3. Είμαστε στο γήπεδο της καλύτερης ομάδας του κόσμου, προσπαθήσαμε ενώ ήμαστε με παίχτη λιγότερο, χτυπήσαμε το ματς στα ίσια. Είμαστε ξανά στη γειτονιά, παίζουμε μικροί – μεγάλοι και για μια φορά έχουμε φτάσει κοντά. Δεν έχει σημασία που ο τερματοφύλακας θα αποκρούσει το σουτ. Δεν έχει σημασία η ήττα. Ότι έχει σημασία αποτυπώνεται στο συμπαίχτη που μες στη σιωπή και τα πανηγύρια των αντιπάλων είναι εκεί, δίπλα σου. Είτε υπάρχει επόμενη φορά είτε όχι, ο χρόνος μας θα είναι οι μικρές ιστορίες της παρέας, των φίλων, του σουτ που χάθηκε, της συμπαράστασης που επιζεί στα μάτια του συνοδοιπόρου. Ότι επιζεί θα είναι η χαρά του παιχνιδιού.

Βέβαια δε γελιόμαστε. Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι φωνάζουμε και χαρίζουμε την αγωνία μας σε ακριβοπληρωμένα, κακομαθημένα παλικαράκια που αδιαφορούν για τα υπόλοιπα του υπερχρεωμένου, φανατισμένου κοινού. Γνωρίζουμε ότι η ίδια μας η αγάπη για την ομάδα μετασχηματίζεται με διάφορα τερτίπια από τους μεγαλόσχημους επιχειρηματίες – ιδιοκτήτες σε μια ιδιότυπη ασυλία.

Συνεχίζουμε όμως ακάθεκτοι, οπαδοί κόκκινοι, πράσινοι και ασπρόμαυροι. Είμαστε ακόμη εκείνα τα παιδιά που στο διάλλειμα, έπαιζαν με πλαστικά μπουκάλια, αυτοσχέδια δεκάλεπτα ματσάκια. Μια στραβοκλοτσιά στην στραπατσαρισμένη πρώην μποτίλια ήταν η αιτία να μαζευτούμε και υψώνοντας τα χέρια να αποθεώσουμε το σκόρερ. Ήταν απλά ένα μπουκάλι ανάμεσα σε δύο πέτρες κι ήταν όλη η χαρά του παιχνιδιού. Γιατί δεν είναι μυστικό βέβαια, η μπάλα δεν υπάρχει για να την παρακολουθείς σε απευθείας μετάδοση, αλλά για να την κλοτσάς εσύ ο ίδιος.

σουτ (πολύ) άουτ για το πειραιώτικο Passtoport

Σχολιάστε

Filed under του λιμανιού

περιμένοντας το καλοκαίρι

Ήμουν κρεμασμένος στην κουπαστή και κοίταζα τον αφρισμένο δρόμο που άφηνε πίσω του το πλοίο. Γυρνούσα από έναν Ιούλιο στη Σύρο και μουρμούριζα εκείνο το τραγουδάκι που είχα ακούσει πρώτη φορά μία απ’ τις προηγούμενες μέρες στο ταβερνείο στην Άνω Σύρα. Η Φραγκοσυριανή δεν έλεγε να ξεκολλήσει απ’ τα χείλη και το μυαλό μου. Την έλεγα ξανά και ξανά κόντρα στον άνεμο που σάρωνε το κατάστρωμα, μέχρι να φτάσουμε στον Πειραιά. Μ’ αρέσει να πιστεύω ότι για πρώτη φορά τότε, επίδοξος μαθητής έκτης δημοτικού, υποψιάστηκα ότι το καλοκαίρι δεν είναι απλά μια εποχή, αλλά ένας τόπος μαγικός.

Αναμφισβήτητα το καλοκαίρι είναι ένας τόπος μαγικός. Μπορούμε να πούμε ότι βρίσκεται εκεί που τα ρούχα μοιάζουν πάντοτε στενά. Ακόμη και οι σαγιονάρες, το σορτσάκι ή το ανοιχτό πουκάμισο σε πνίγουν. Ο Ιούλιος επιτάσσει τα πόδια σου να περπατάνε στην άμμο. Ο Αύγουστος απαιτεί να μετράς τον άνεμο με το γυμνό σου στήθος. Καλοκαίρι είναι όταν τα ρολόγια αδυνατούν να μετρήσουν το χρόνο. Οι λεπτοδείκτες σταματούν ανήμποροι, τα νούμερα σβήνουν αμήχανα. Δεν μπορούν να περιγράψουν καμία διάρκεια, αφού όλα ορίζονται από τον ήλιο και το φεγγάρι. Δε χρειάζεται να κάνεις ερωτήσεις, αφού ότι υπάρχει να μάθεις βρίσκεται στον ουρανό. Με μια ματιά αυτός, θα σου πει όλα τα μυστικά και κανένα απ’ αυτά δε θα έχει την παραμικρή σημασία.

Τα πρωινά, τα κορίτσια με τα μαλλιά να ανεμίζουν και τα κορμιά να χορεύουν νωχελικά ανάμεσα στα τραπέζια των θαμώνων, κερνάνε πουγκιά στην Αστυπάλαια, κάτω απ’ τον ίσκιο των δέντρων ή της λευκής τέντας. Στην Πάτμο, οι αναβαπτισμένοι απ’ το θαλασσινό νερό επισκέπτες αναζητούν ανάμεσα στα βότσαλα της Λάμπης, το σχήμα που θα φωτίσει τη ζωή τους. Στους Επτά Μάρτυρες, στη Σίφνο, γεννιέται η μυστηριώδης μελαγχολία που εμφανίζεται στα ηλιοκαμένα πρόσωπα. Οι μεθυσμένοι της Ίου άθελά τους σφυρίζουν μια παράξενη μελωδία. Η μελωδία αυτή έρχεται με το κύμα και αποκοιμίζει το ερωτευμένο ζευγάρι που κρύβεται από τον κόσμο και την αναπόφευκτη μοναξιά του, στον έρημο κολπίσκο στο Κουφονήσι. Οι αμμουδιές της Μήλου προσφέρουν ακριβά δώρα, όπως ας πούμε την αλμύρα στα χείλη της γυναίκας. Αν κερδίσεις ένα τέτοιο φιλί, μπορείς με μιας να καταλάβεις, τί σήμαινε να κρατάς στα χέρια σου το μαντίλι της νεράιδας. Άλλωστε, είναι γνωστό ότι τα μεσημέρια του καλοκαιριού, κάθε γυναίκα αποκτά αυτή την αλλόκοτη γοητεία, την ίδια που κάποτε εξιστορούσαν γέροι και αγόρια στα χωριά που κατοικούσαν οι νεράιδες. Αρκεί να θέλει.

Το καλοκαίρι σαλπάρει ξημερώματα με το «τρελοβάπορο» του Ελύτη και του Λάγιου. Πλήρωμα και ταξιδιώτες ένα αξεδιάλυτο κουβάρι. Η ατελείωτη παραλία της Νάξου, μια παρέα με τις μπύρες της στο Γαλησσά, τα παγωμένα νερά της Λευκάδας και η κυρία Ζωή, το Ξι στην Κεφαλλονιά, τα πρώτα παιδικά μπάνια όταν αγαπήσαμε τη θάλασσα, ο αχινός καρφωμένος στο πόδι ενός φίλου, το Σούνιο χαράματα, ένα μισοάδειο μπουκάλι ούζο ξεχασμένο έξω απ’ τη σκηνή, να το χτυπάει αλύπητα ο ήλιος. Τα μεσημέρια σε μικρές αυλές με φρούτα, παγωτά και δροσερή σαλάτα. Η φωνή της Αφροδίτης Μάνου, τόσο εύθραυστη και τρυφερή, λες και θα την αγγίξεις, καθώς πάλλεται στον αέρα. Κάποιοι Ελβετοί κάνουν ωτοστόπ σ’ ένα ξεχασμένο χωματόδρομο και μιλάμε την ίδια γλώσσα, τα τραγούδια του Cohen. Ένα ζεστό Σεπτέμβρη, λαθρεπιβάτης στα άδεια πια σοκάκια της Χώρας, τη βλέπεις να φεύγει οριστικά για την άλλη άκρη της Ευρώπης. Η αβάσταχτη μελαγχολία της αναχώρησης. Τα πλοία κάθε βράδυ αφήνουν πίσω φιλιά που δεν πρόλαβαν ν’ ανθίσουν. Στο λιμάνι επαναλαμβάνονται οι ίδιες σκηνές σιωπηλού αποχωρισμού κι η νύχτα καταπίνει τις μικρές ακυβέρνητες πολιτείες, τα νησιά του καλοκαιριού.

Το καλοκαίρι που έρχεται, τριγυρνάει γύρω απ’ την ίδια φράση του Ευγένιου Αρανίτση: «Μας έκρυψαν για χρόνια, ότι ο Θεός μιλάει με το βλέμμα της κοπέλας που κάθεται απέναντί σου, εδώ και τώρα». Επιστρέφω σ’ αυτές τις οδυνηρές και ιπτάμενες λέξεις, στα ξαπλωμένα σώματα που γυρεύουν την αφόρητη ζέστη του ήλιου και της αγκαλιάς, στις άδειες παραλίες όταν νυχτώνει, στο μανιασμένο χορό του Δεκαπενταύγουστου. Το καλοκαίρι είναι η αθεράπευτη, παντελώς αβάσιμη, μα πέρα για πέρα αληθινή αισιοδοξία. Είναι η ανεξάντλητη θάλασσα των ανθρώπων. Λέμε τώρα ότι περιμένουμε, αλλά στις κουβέντες, στα βλέμματα και στα ποτήρια μας είναι ήδη καλοκαίρι, είναι πάντα καλοκαίρι.

υγ. κειμενάκι γραμμένο για το περαιώτικο passtoport.

Στην πραγματικότητα ποστάκι που γράφτηκε για τον Novali (με σκότωσε η αιτιατική, αλλά έχω ξεχάσει τελείως τα λατινικά μου), αν όχι για άλλο λόγο, επειδή μου έδειξε το φοβερό κείμενο της discolata.

6 Σχόλια

Filed under του λιμανιού

άσπρα πουκάμισα*

«Μ’ ένα άσπρο πουκάμισο και ένα τζιν παντελόνι μπορώ να πάω παντού» είχε πει κάποτε (αν θυμάμαι καλά) ο πολύ σημαντικός για το χώρο της μόδας και εξίσου ασήμαντος για μας τους υπόλοιπους, Ralf Lauren.

Τα λευκά πουκάμισα πάντα έμοιαζαν ιδιαίτερα. Άλλοτε λινά, ελαφριά καλοκαιρινά υφάσματα, που περιοδεύουν στη βραδινή βόλτα κατά μήκος της προκυμαίας του Αυγούστου κι άλλοτε κυριλέ και επίσημα τα φορούσαν οι σερβιτόροι που ευγενικά μοίραζαν κοκτέιλ σε δεξιώσεις. Άλλοτε πάλι πένθιμα και στιβαρά, παρέα με τη μαύρη κορδελίτσα στο μανίκι ή αέρινα κι ερωτικά αγκαλιάζοντας τα σώματα γυναικών που ξύπνησαν μεσημέρι σε ξένα κρεβάτια. Τα άσπρα πουκάμισα, μια υπόνοια ευγενικής λιτότητας, ακτινοβολούσαν πάντοτε μια καθαρότητα περίεργη, που μοιάζει να καθρεφτίζει κάτι περισσότερο απ’ τη νοικοκυροσύνη του ιδιοκτήτη.

Σκέφτομαι γκαρσόνια σε παλιές ταινίες, μ’ άσπρο πουκάμισο και μαύρο παντελόνι, όταν ακόμη στις ταβέρνες πατούσες πάνω στο χαλικάκι. Ευγενικοί, γρήγοροι και με μια φοβερή ικανότητα να απομνημονεύουν και ν’ απαγγέλουν με ρυθμούς πολυβόλου ολόκληρους καταλόγους και θηριώδεις παραγγελίες. Όταν οι θαμώνες, έπειτα από μαραθώνιους κρασιού, υπάκουγαν στο κάλεσμα του μαξιλαριού, στα έμπειρα χέρια τους, χωρούσαν όλα τα πιάτα, ανεξάρτητα αν το τραπέζι ήταν το προσωρινό άντρο του ερωτευμένου ζευγαριού ή της πολυπληθούς παρέας.

Άνθρωποι των νησιών του καλοκαιριού, ήρεμοι, μ’ αργό περπάτημα και μακρινό βλέμμα. Το άσπρο πουκάμισο ταιριάζει με τα μπλε παράθυρα, τα ασβεστωμένα σοκάκια, το κρασί και το χάρτινο τραπεζομάντιλο, που όλο παιδεύει ο αέρας. Το πιάνουν στο αρμυρίκι πρόχειρα σ’ ένα κλαδί ή το ακουμπάνε βιαστικά κάτω από ένα μεγάλο βότσαλο, εκείνοι, που ασφυκτιούν απ’ την πόλη και το χειμώνα. Μετά τρέχουν, στο πρόσωπο η λαχτάρα μικρού παιδιού, και ξαναβρίσκουν τις άκρες του χρόνου στο πρώτο φετινό μακροβούτι.

Θυμάμαι στη γειτονιά τους γέρους να φεύγουν ήσυχα τις νύχτες απ’ το καφενείο. Στο μανίκι η μαύρη κορδέλα, στη γροθιά και στο στομάχι το σφίξιμο. Σαν παντοδύναμη τανάλια που όλο πιέζει, μα ποτέ δε συντρίβει τα κόκκαλα. Κάποια Χριστούγεννα είδα τον παππού να στερεώνει στο λευκό πουκάμισο την κορδέλα κι από τότε έμαθα ότι αν σωπάσεις για λίγο, μπορεί και να ακούσεις το βουβό πόνο του αγαπημένου. Μπορείς τότε ακόμα και να δεις μπροστά σου την άνιση σύγκρουση με το χρόνο, περίπου όπως όταν ο Λιδάκης τραγουδάει: «τ’ άσπρο πουκάμισο θα βάλω απόψε πάλι, να πέσει απάνω του σαν ταύρος ο καιρός, δώσε μου μάνα την ευχή να βγω γερός, πόλεμος είναι και χορός και παραζάλη».

Σκέφτομαι ξανά τις γυναίκες που μισανοίγουν τα μάτια και τη μέρα τους στα σεντόνια του αγαπημένου. Φοράνε το πουκάμισό του, κουμπώνοντας μόνο τα τελείως απαραίτητα κουμπιά. Εκείνη χαϊδεύει το σώμα του, ενώ το πουκάμισο, που είναι το δικό του ρούχο, το δικό του λίγο ζωής, πασχίζει να διανύσει την επινοημένη όσο και πραγματική απόσταση μεταξύ των δύο. Μπορεί να μην το πουν ποτέ, αλλά ήδη το ξέρουν, το λευκό του πουκάμισο φτιάχτηκε μόνο για εκείνη.

Τέλος περισσότερο απ’ όλα, το άσπρο πουκάμισο, πανάκριβο ή απ’ το καλάθι, ολοκαίνουριο ή χιλιοφορεμένο, δεν παύει να περιγράφει την ερωτική απελπισία με τον τρόπο του Τσιτσάνη. «Άσπρο πουκάμισο φορώ και μαύρο θα το βάψω. Μαύρα είναι τα μάτια π’ αγαπώ, γι’ αυτά κοντεύω να χαθώ, γι’ αυτά πολύ θα κλάψω» τραγούδησε ο Καζαντζίδης κι ακόμη χορεύουν οι ερωτευμένοι γύρω απ’ το τραπέζι, που πάντα θα ‘χει χώρο για δυο γεμάτα ποτήρια και ένα κοινό βράδυ.

* παλιότερο ποστίδιο που πήγε άπατο, ξανακοιταγμένο, πλυμένο και σιδερωμένο για το πειραιώτικο Passtoport

9 Σχόλια

Filed under του λιμανιού