Category Archives: τα ελάχιστα

κουτσό

Συνεχίζω να εκτιμώ το βαθύ σαδιστικό χιούμορ της ζωής, ακόμη κι όταν το εκτοξεύει προς τα μούτρα μου. Λίγες μέρες αφού ποστάρω τα περί λυσσασμένου παιχνιδιού και μαχαιριού στα δόντια, βρίσκομαι ξανά στο γήπεδο. Το παιχνίδι ακυρώνεται, ένα αυτοσχέδιο φιλικό στήνεται, το ζέσταμα μισογίνεται. Ύστερα από κανένα εικοσάλεπτο, βρίσκομαι με ένα χιαστό λιγότερο. Δεν πειράζει λέω, η κίνηση, η απόπειρα ντρίπλας άξιζε τον κόπο.

*

Την επόμενη, περιμένοντας την ακτινογραφία, χαζογελάω, κουτσαίνοντας με τα κορίτσια της reception της βιο – κάτι. Με πλησιάζει ο γιατρός. Με αυστηρό ύφος, κολλάει σχεδόν το έγκυρο πρόσωπό του στο δικό μου. «Γιατί γελάς; Ξέρεις ότι άμα έχει πειραχτεί ο χιαστός, τέρμα η Αράχοβα, το σκι, και οι γκόμενες στο βουνό;». Μου έρχεται να πεθάνω χασκογελώντας εκεί ακριβώς μπροστά του. Δεν το κάνω, παρά ρωτάω «με μαλώνεις;».

Μπαίνει στο διπλανό δωμάτιο και συζητάει με άλλο γιατρό, σχετικά με κάποιο νέο μοντέλο κινητού. Η μάνα μου, σε χρώμα γκρι, στέκεται δίπλα στην πόρτα. Ο δεύτερος γιατρός με όλο το στιλ του κόσμου της λέει: «θα κάνεις διάγνωση;». Απαντάω από δίπλα, παλεύοντας να αποφύγω το σιχτίρι, «άμα δεν ξέρει να κάνει διάγνωση η μάνα για το γόνατο του ποδιού της, ποιός ξέρει; Εσύ;». Ο γιατρός ανακοινώνει ότι δεν υπάρχει ζημιά σε οστό.

*

Μετά από δύο μέρες κι ενώ μιλάω στο τηλέφωνο, χτυπάει η πόρτα. Αμέριμνος πηγαίνω ν’ ανοίξω. Είναι ο γείτονας που θέλει να μου πει, ότι έσπασε ένας σωλήνας στο διαμέρισμά του και τώρα τα νερά μπαίνουν σπίτι μου. Εγώ όμως ακόμη δεν έχω δει τα νερά και ρητορεύω στο τηλέφωνο. Πέφτοντας κάτω, βλαστημάω, γελάω και μουρμουρίζω «και τί το θες ρε μαλάκα το πόδι;»

*

Δεν με τρομάζει η επιπλέον τούμπα. Κοιτάζω το πρησμένο πόδι και παίζω ξανά στο μυαλό μου τον ήχο του μαγνητικού τομογράφου. Απόκοσμες επαναλαμβανόμενες σφυριές που χτυπάνε στο κέντρο του αυτιού. Η οδύσσεια του διαστήματος, τεράστιες ατσάλινες πόρτες που ανοιγοκλείνουν με δύναμη, καρφιά που κλειδώνουν ένα παραλληλόγραμμο ξύλινο κουτί. Το σώμα αποκλεισμένο μέσα σ’ αυτήν την υπερμοντέρνα κατασκευή. Τα δάχτυλα ακουμπάνε την οβάλ οροφή. Το ένα μου χέρι δεν τοποθετήθηκε καλά εξαρχής. Βρίσκεται εδώ και 16 λεπτά στον αέρα. Απ’ το 8 και μετά, τρέμει. Ο κύριος με την κλασσική λευκή ρόμπα μου τα είπε όλα πολύ γρήγορα. Δεν πρόλαβα να βολευτώ. Να κλείσω τα μάτια ή να τα έχω ανοιχτά; Να είμαι ολόκληρος ακίνητος ή μόνο στα πόδια; Να μετράω από μέσα μου ή να σκέφτομαι κάτι διαφορετικό; Θέλω να ξυστώ, να φταρνιστώ, να κουνηθώ, να ξεπιαστώ, να σκίσω το δέρμα μου, να ρίξω μια στροφή στον αέρα. Το χέρι τρέμει στην αγωνία του να μείνει ακίνητο. Ταυτόχρονα φαντάζομαι ένα ιδρωμένο break-dance, στροβιλιζόμενους δερβίσηδες, μαστουρωμένους πρώην συμφοιτητές που κλυδωνίζονται υπό τους ήχους ενός επαναλαμβανόμενου μπιτ δίχως τέλος. Απευθύνω δυνατά ερωτήσεις σε αόρατους συγγενείς. «Πώς μπήκες εδώ μέσα;». Πώς στάθηκες σε μια ουρά, μπροστά σε ένα γκισέ, παίρνοντας ένα χαρτάκι, πώς ρώτησες το ταμείο σου τί ακριβώς καλύπτει, μέχρι ποιό πόσο; Πώς πέρασες απ’ τον ακτινολόγο στον ειδικό γιατρό; Οι απόψεις, οι διαγνώσεις, τα χαρτιά με την πορεία του πυρετού σου. Μια τρελά πειθαρχημένη πορεία που καταλήγει σε ένα δραματικό – ή όχι και τόσο – αποτέλεσμα.

Η λέξη εξέταση έχει μια χροιά απερίγραπτη. Μοιάζει με το θόρυβο του μαγνητικού τομογράφου. Απάνθρωπη συσκευή, μια κυνική διαπίστωση ότι ο θάνατος που έρχεται, είναι το τελευταίο ίχνος μια γραφειοκρατικής διαδικασίας. Ο θόρυβος συνεχίζεται με την ίδια ένταση. Με κλειστά τα μάτια και το αριστερό μου χέρι να τρέμει, προσπαθώ να περιγράψω αυτόν ακριβώς τον ήχο. Θέλω να βουλιάξω μέσα του και να τον ονομάσω.

*

Πριν μία ή δύο εβδομάδες, τελειώνω τη δουλειά μεσημεράκι. Βγαίνω απ’ το κτίριο και περπατάω προς το παρκαρισμένο αυτοκίνητο. Από το ανοιχτό παράθυρο ενός ισογείου διαμερίσματος, συμβολή Αιτωλικού (νομίζω) και Π. Ράλλη, έρχεται μια μυρωδιά. Κάποιος μαγειρεύει. Δεν εντοπίζω ακριβώς τί είναι, αντιλαμβάνομαι κατευθείαν όμως, πως είναι κάτι γνώριμο. Οδηγώντας στην Ποσειδώνος, το καταλαβαίνω πια καθαρά. Θυμάμαι το φαγητό μαγειρεμένο απ’ τη συγκεκριμένη γυναίκα. Η μυρωδιά, μαζί σχεδόν και η γεύση βαραίνουν το πόδι μου στο γκάζι. Η θεία λείπει εδώ και μήνες. Τρέχοντας στην αριστερή λωρίδα, δέχομαι απανωτά χτυπήματα στο κεφάλι. Όπως παλιά, τις απόκριες, που γεμίζαμε εκείνα τα πράσινα και κόκκινα ρόπαλα με εφημερίδες και πολεμούσαμε με τα διπλανά σχολεία ή άσχετους στην Πλάκα. Καταιγισμός στο μέτωπο και το πλάι του κεφαλιού. Να πως μοιάζει ο ήχος της μαγνητικής τομογραφίας. Με σωρεία χτυπημάτων από ρόπαλα γεμάτα εφημερίδες. Η μυρωδιά του φαγητού που δεν θα σερβιριστεί ξανά, τώρα μετατρέπεται στον επίμονο θόρυβο του μαγνητικού τομογράφου. Εντελώς ξαφνικά, λες και το Φάληρο είναι το μέσο ενός ανήσυχου ύπνου, κάθομαι στο ίδιο τραπέζι και σερβίρεται το ίδιο φαγητό. Το μεσημέρι πριν μήνες, στο τηλέφωνο είπα μόνο «κι όμως. Έπρεπε πρώτα να δει αυτό».

Ο ήχος του μαγνητικού τομογράφου μια επαναληπτική καραμπίνα που αντί να πυροβολεί, όλο λέει «κι όμως, έπρεπε πρώτα να δει αυτό».

Advertisements

21 Σχόλια

Filed under τα ελάχιστα, ζεστές μέρες

χάι λάιφ

ποστ για την ημέρα ενάντια στο φόβο.

δες εδώ

 

8 Σχόλια

Filed under τα ελάχιστα, ζεστές μέρες

Μπλε περίοδος

Προχτές σε λεωφορεία κατά χρονολογική σειρά (πάνω κάτω η Πατησίων):

Δύο κωφάλαλοι κάθονται στις θέσεις μπροστά μου. Παρατηρώ την περίεργη γλώσσα, μπας και καταλάβω γιατί γελάνε εδώ και κανένα πεντάλεπτο. Φυσικά δεν βγάζω άκρη, γελάω όμως κι εγώ, παρασυρμένος. Τις φάτσες των ξεκαρδισμένων διακόπτει νέος άντρας (30 με 35 τον έκανα) που φουριόζος ξεπροβάλλει ανάμεσα στους στριμωγμένους για να προλάβει να κάτσει στην άδεια θέση. Κοιτάζω ακόμη αυτούς που γελάνε. Αμέσως το πρόσωπο του αγοριού αλλάζει κάπως. Δαγκώνεται. Κοιτάζω όπου κοιτάζει. Ο 30άρης, καθισμένος πια, έχει ανοίξει το τσαντάκι του και κάτι ψάχνει βγάζοντας προς τα έξω πότε το ένα και πότε το άλλο πράγμα. Αναπτήρας, κινητό, πορτοφόλι, άγνωστο σακουλάκι, σύριγγα, σύριγγα, φιλτράκια, σύριγγα. Τελικά βρίσκει τον καπνό, που απ’ ότι φαίνεται αναζητούσε. Στρίβει σε χρόνο dt, σηκώνεται και πατάει το κουμπί της στάσης. Όχι χωρίς κάποια  δυσκολία κατεβαίνει στη στάση απέναντι περίπου απ’ το Πολυτεχνείο. Τα παιδιά αρχίζουν ξανά να κουνάνε τα χέρια τους, ο διάλογος συνεχίζεται.

Στο μεταξύ, η Ελληνοφρένεια παίζει απόσπασμα στο οποίο ο Πάγκαλος αναλύει με χαρακτηριστική χαλαρότητα την επαγγελματική πορεία του παιδιού του.

Δυο θέσεις πιο μπροστά Βουλγάρα (;) μιας κάποιας ηλικίας (50;) ξεβολεύεται στην αμέσως επόμενη στάση από κύριο μιας κάποιας ηλικίας (60;) με τεράστια σακούλα. Αυτός κάτι της λέει σκύβοντας προς το μέρος της. Το ύφος της είναι κάπως ενοχλημένο, ενώ προσπαθεί να μην κοιτάζει έξω απ’ το παράθυρο καθώς μιλάει. Αυτός όμως συνεχίζει ακάθεκτος. Ακούγονται σκόρπιες λέξεις: «Βουγάρες, λεφτά, σύνταξη, τον πρόσεχε, καλό κορίτσι». Ο κακοφορμισμένος συνασπισμένος που κρύβεται μέσα μου, ετοιμάζει έναν δεκάρικο ή ένα μελό ποστ. Την ανοησία μου διακόπτει ο ήχος του γέλιου τους. Αυτή πια ολοφάνερα διασκεδάζει με το αστείο του, ενώ ο κύριος κοιτάζει μια μπροστά μια προς το μέρος της, συνεχίζοντας μια μάλλον ωραία ιστορία για ένα φίλο του συνταξιούχο, μια Βουλγάρα και ένα πάρκο.

Στη Ζωοδ. Πηγή λέω να κατέβω. Λέω συγνώμη, αφού πατάω πιτσιρίκι στην προσπάθεια να προσεγγίσω την μεσαία πόρτα. Μου γνέφει δεν πειράζει. Ύστερα, φέρνει με μια προσεκτική κίνηση την τσάντα του απ’ το δεξί στο αριστερό χέρι. Απελευθερώνεται και μόλις το λεωφορείο σταματάει μπροστά στην εκκλησία, κάνει το σταυρό του.

*

Κάπου εδώ τελειώνει η μπλε περίοδος (των ΜΜΜ), αφού αφενός χθες μου επεσήμαναν ότι έχω πάθει εμμονή, αφετέρου με τις νέες τιμές των εισιτηρίων σκέφτομαι ότι πρέπει να χρησιμοποιώ περισσότερο το αυτοκίνητο. Θα δίνω κάτι περισσότερο αλλά θα το ευχαριστιέμαι. Έτσι κι αλλιώς ακόμη και το Μετρό, ουσιαστικά τα έχει παρατήσει. Λιγότερα δρομολόγια, περισσότερη αναμονή, περισσότεροι επιβάτες και (δε μου το βγάζετε απ’ το μυαλό) πιο αργές ταχύτητες για τους συρμούς. Έπειτα, έχει ένα δίκιο η κυβέρνηση και αυξάνει τις τιμές. Προσωπικά θα πρότεινα στο τέλος κάθε μήνα να κάνουμε λογαριασμό και άμα δεν είναι κερδοφόρα τα Μέσα να προχωράμε στην αναπόφευκτη αύξηση. Παρόμοια τακτική θα πρότεινα να ισχύσει σε νοσοκομεία και σχολεία. Κανείς οργανισμός ζημιωμένος. Ναι στους ανθρώπους σαρδέλες. Ναι στο πιο ακριβό εισιτήριο. Καμία ανοχή στους τσιφούτηδες που παίρνουν το βασικό μισθό. Καμία ανοχή σε άνεργους* και άρρωστους. Πάνω απ΄όλα το νοικοκύρεμα και η ορθολογικοποίηση.

*υγ.  όπως είχε πει κάποτε κι ο Μπλερ «ναι είναι δίκαιo να μη δείχνει κανείς ανοχή στους άστεγους του δρόμου«

21 Σχόλια

Filed under τα ελάχιστα

λίγο πριν, λίγο μετά το 11

Πρέπει να ήταν πριν από καμιά δεκαριά μέρες και πήζαμε συνεχώς σε δρόμους, λεωφορεία και μετρό. Από στριμωξίδι σε στριμωξίδι και με κάτι τεντωμένα νεύρα, κυκλοφορούσα και γυάλιζε το μάτι. Κάπου στη Δάφνη ή στον Αγ. Ιωάννη και δε θυμάμαι αν η αιτία του εκνευρισμού ήταν η τσάντα του διπλανού που πίεζε το στομάχι μου ή το πόδι μου που είχε παραλύσει πρώτη νεκρά, πρώτη νεκρά.

Σε ένα απ’ τα πολλά ακίνητα λεπτά, στεκόμαστε έξω απ’ την πίσω πλευρά ενός super market. Σ’ ένα σκαλί στο πεζοδρόμιο, ένα ενάμιση μέτρο μεταξύ πόρτας και παρκαρισμένου αυτοκινήτου, τους βλέπω. Υπάλληλοι του σούπερ μάρκετ με αυτά τα γνώριμα πορτοκαλί γιλέκα. Τρεις γυναίκες στριμωγμένες σε δύο σκαλιά και δύο άντρες όρθιοι. Αυτές πίνουν καφέ σε άσπρα πλαστικά ποτήρια και μιλάνε μεταξύ τους. Ο ένας άντρας προχωράει λίγο πιο μπροστά, ανοίγει την πόρτα ενός παρκαρισμένου αυτοκινήτου και σκύβει στο πίσω κάθισμα. Ο 35άρης – υπολογίζω- κλείνει την πόρτα και με το χαμόγελο 15άρη – υπολογίζω- δείχνει στον άλλο άντρα θριαμβευτικά το μυστικό του πίσω καθίσματος. Η ασπρόμαυρη μπάλα.

Κατευθείαν την αφήνει στο πεζοδρόμιο – ένα ενάμιση μέτρο – υπολογίζω και αρχίζει να τρέχει ντριπλάροντας φανταστικούς αντιπάλους. Φτάνει στο σημείο που κάθονται οι άλλοι και τώρα πια δοκιμάζει την τύχη του στα ποδαράκια. Αλλάζει μπαλιές με τον άλλο. Χασκογελάνε, παίρνουν πόζες, ψιλοβρίζονται κι όλα αυτά ενώ το διακύβευμα κάθε αγγίγματος αποβαίνει το σημαντικότερο του 2010. Να μην πέσει κάτω η μπάλα. Να μην αγγίξει το πεζοδρόμιο. Πάνω απ’ τα κεφάλια των γυναικών με τα πλαστικά ποτήρια, ξυστά απ’ τους κλεισμένους καθρέφτες των παρκαρισμένων αμαξιών, εκατοστά ψηλότερα απ’ το σπασμένο και απίστευτα γκρι πεζοδρόμιο. Δίπλα ακριβώς στο κατάστημα που ρουφάει τις μέρες τους, μες στις άθλιες στολές εργασίας, μες στις κόρνες, τις εξατμίσεις και τα αθλητικά ραδιόφωνα που παίζουν στο τέρμα φωνές άνεργων που υποστηρίζουν μέχρι αηδίας κάποιο εφοπλιστή. Εκεί ακριβώς λοιπόν που βρίσκονται εδώ και τώρα, πρέπει η μπάλα να πηγαίνει από πόδι σε γόνατο και από κεφάλι σε τακούνι. Οι γυναίκες τους βρίζουν, γελώντας. Θυμίζουν γιαγιάδες στο χωριό (τώρα θα πάτε να παίξετε, μες στο μεσημέρι/τη νύχτα/ιδρωμένοι/άφαγοι, μπα σε καλό σας).

Ναι τώρα θα πάμε να παίξουμε. Με ντάλα ήλιο και ελάχιστο φως. Ιδρωμένοι, πεινασμένοι και ζαλισμένοι. Με τα άβολα και ηλίθια πορτοκαλί γιλέκα, στο δεκάλεπτο διάλλειμα. Προς θεού, να μην πέσει κάτω η μπάλα.

Και χαμηλώνω τη μουσική, γιατί νομίζω το θυμήθηκα ήμουν στο αυτοκίνητο, και έπαιζα το άχαρο πρώτη νεκρά, και ανοίγω το παράθυρο και νομίζω πως τώρα ναι 20 Δεκέμβρη ή ότι άλλο ήταν τότε, νομίζω πως είναι Χριστούγεννα ή τέλος πάντων γιορτές ή άδεια ή ότι σκατά θες πες το. Ανασαίνω και αγωνιώ. Να μην αγγίξει η μπάλα το πεζοδρόμιο. Οι γυναίκες κοροϊδεύουν προσπαθούν να την πετύχουν με τα χέρια να χάσουν οι παίχτες το σερί των χτυπημάτων.

Η μπάλα πέφτει επιτέλους, κυλάει ανάμεσα στα παρκαρισμένα και ο 35άρης την προλαβαίνει μπροστά μου. Μου λέει κάτι σαν κατέβα ρε άνθρωπε να τη σώσεις, γελώντας. Ξεκινώντας φαντάζομαι ένα υπέροχο σλάλομ ανάμεσα στα κολλημένα, στο κόκκινο, αυτοκίνητα που τελειώνει με μια σκανδαλωδώς εξαιρετική πάσα στην πλάτη της άμυνας και του απέναντι φαναριού.

***

Λίγες μέρες αργότερα, οδηγώντας ξανά, παρατηρώ τρία πιτσιρίκια (από 12 έως 16, δεν μπορώ να ξεχωρίσω) που μπαινοβγαίνουν στο δρόμο, προχωρώντας πότε στο πεζοδρόμιο, πότε στη μέση της ασφάλτου. Παίζουν θέατρο, τη γνωστή σκηνή που τρέχουν από απόσταση να αγκαλιαστούν και τελικά ο ένας προσπερνά τον άλλο. Τελικά βέβαια αγκαλιάζονται και όταν το κορίτσι γυρνάει κάτι να πει στον τρίτο της παρέας, ο υπέροχος πονηρός βλέπει την ευκαιρία, σηκώνει το χέρι και της ρίχνει ένα ανεπανάληπτο σαλαμάκι. Ακολουθεί η γνωστή κίνηση του κοριτσιού – τραβιέται, βάζει τα χέρια στον πισινό της και ύστερα τον κυνηγάει για δυο μέτρα και υπόσχεται εκδίκηση.

Μες στο αμάξι έχω πεθάνει στα γέλια, ακούω κάτι δακρύβρεχτα βιολιά και θέλω να τα κλείσω για να βάλω van Morrison ή κάτι τέτοιο.

Προσπερνώντας τα πιτσιρίκια, αναρωτιέμαι πόσο καιρό έχω να κάνω αυτή την χαρακτηριστική κίνηση, να ρίξω ένα ωραιότατο σαλαμάκι στο κορίτσι κι έπειτα αυτή να με κυνηγάει και το παιχνίδι να συνεχίζεται μέχρι δέκα δρόμους παρακάτω. Ξαφνικά με πιάνει αυτή η περίεργη αίσθηση ότι αυτά τα παιδιά, τα συγκεκριμένα, αυτό το σαλαμάκι, το συγκεκριμένο, είναι ότι ωραιότερο έχω δει εδώ και τουλάχιστον έξι μήνες, ίσως και ένα χρόνο, ίσως και περισσότερο. Ένα σαλαμάκι στο κορίτσι που γελάει.

Η ευχή μου για το 2011 είναι ένα σαλαμάκι. Πήγα να το πω σ’ ένα κορίτσι χτες βράδυ και κώλωσα. Είχε ένα σοβαρό και δύστροπο ύφος και η νύχτα μύριζε δεύτερες σκέψεις. Εμείς οι ωραίοι ενήλικοι. Έβλεπα τα χαρτιά πάνω στην τσόχα και δεν μπορούσα παρά να σκεφτώ, λίγο μελοδραματικά είναι η αλήθεια, ότι ποτέ δε μ’ ένοιαζε λιγότερο αν θα έχανα ότι είχα στο πορτοφόλι μου. Με πείραζε όμως που δεν μπορούσα να γυρίσω στα δεξιά μου και να πω στο κορίτσι «σου εύχομαι για το 2011 ένα γελαστό, σβουριχτό σαλαμάκι». (αν είναι και από μένα, τόσο το καλύτερο)

***

Τελευταία μέρα του χρόνου, τελευταία φούσκα του χρόνου. Κάλαντα στο Radiobubble με τον ωραίο άνθρωπο Ν. Ξυδάκη και τον μυθικό (τουλάχιστον) Sraosha.

***

Άγιες νύχτες με τα κορίτσια και τα αγόρια σας. Χωρίς πόζες και υστερίες. Φιλιά και σαλαμάκια. Και να είμαστε πάλι εδώ του χρόνου.

51 Σχόλια

Filed under τα ελάχιστα, radiobubble

παρεμβάσεις

Το προηγούμενο Σάββατο ήμαστε στην τεχνόπολη για το ship to Gaza. Ο κόσμος ήταν αρκετός και οι μουσικές ωραίες. Προς το τέλος της συναυλίας και ακριβώς τη στιγμή που ανέβηκε στη σκηνή ο Αγγελάκας, μια ομάδα προφανώς απ’ τον αντιεξουσιαστικό χώρο, άρχισε να φωνάζει ένα σύνθημα, πέταξε κάποια flyers προχωρώντας ανάμεσα στον κόσμο και τελικά έφτασε πάνω στη σκηνή. Ο τραγουδιστής και οι δύο μουσικοί σηκώθηκαν απ’ τις καρέκλες τους και πήγαν προς τα πίσω. Τα παιδιά που ανέβηκαν στη σκηνή άνοιξαν ένα πανό και ένας κάθισε στην καρέκλα μπροστά στο μικρόφωνο κρατώντας μερικά χαρτιά. Η παρέμβαση ήταν μια κίνηση αλληλεγγύης στους συλληφθέντες για την υπόθεση της τρομοκρατίας. Επίσης το κείμενο που διαβάστηκε σχολίασε εκτενώς τον τρόπο κάλυψης των τελευταίων γεγονότων από τα Μέσα. Μετά από λίγο, ένα σύνθημα ακόμη και τα παιδιά κατέβηκαν ήσυχα απ’ τη σκηνή για να μας αναλάβει ο Αγγελάκας.

Αμέσως στα κεφάλια ορισμένων από εμάς άρχισαν να στριφογυρίζουν γνωστές μίζερες και τζαναμπέτικες σκέψεις. Η παρέμβαση αποφασίζεται να γίνει κατά κάποιο τρόπο στην prime time (Εκείνη τη στιγμή, πριν βγει ο τελευταίος καλλιτέχνης με το ως γνωστόν φανατικό κοινό, είχε μαζευτεί ο περισσότερος κόσμος). Η παρέμβαση αποφασίζει να μιλήσει για τους συλληφθέντες. Αν δεν κάνω λάθος δεν υπάρχει η μικρή αναφορά στη Γάζα ή τους Παλαιστίνιους, για τους οποίους υπενθυμίζω είχε οργανωθεί η βραδιά. (Εδώ κρατάω μια επιφύλαξη γιατί μπορεί απλά να μην πρόσεξα ότι κάτι είπαν για το θέμα). Η παρέμβαση ακόμη και αν επιλέγει ως θέμα τις συλλήψεις καταναλώνει (νομίζω τουλάχιστον) πολύ περισσότερο χρόνο για να μιλήσει για τα μέσα, παρά για τον καθεαυτό κατασταλτικό μηχανισμό, την αστυνομία, το δικαστικό σύστημα.

Η παρέμβαση αυτή, σκέφτομαι, θέλει να ασκήσει κριτική αλλά τελικά καταλήγει να την ασκεί στο πεδίο του θεάματος. Χρησιμοποιεί όλους τους τρόπους του ιδεολογικού αντιπάλου. Διακόπτει την κανονική ροή την ώρα που παρακολουθούν οι περισσότεροι θεατές, δεν σχολιάζει το καθαυτό γεγονός αλλά την αντανάκλασή του στα μέσα, μιλάει την δική της επικοινωνιακή γλώσσα, ταυτόχρονα γνώριμη και απροσπέλαστη στους πολλούς, μετατοπίζει το θέμα της συζήτησης, σ’ ένα δευτερεύον θέμα που καταργεί την αρχική συζήτηση (συλλήψεις για την τρομοκρατία – παλαιστινιακό ζήτημα). Με τον τρόπο αυτό προσπαθεί να καθιερώσει το θέμα αυτό (το οποίο και θεωρεί προνομιακό της πεδίο) ως σημαντικότερο συγκριτικά με τα υπόλοιπα ζητήματα.

Αυτή την τακτική ας πούμε ακολουθεί και το δελτίο ειδήσεων όταν σε μια συζήτηση για τον Δεκέμβρη, κάποιος βουλευτής του Σύριζα ψάχνει εξηγήσεις για τη βία σε κοινωνικά αίτια και συνθήκες και ο παρουσιαστής απαντά: «Αφήστε τα αυτά. Πείτε μας ευθέως, καταδικάζετε τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται;». Ο παρουσιαστής δηλαδή αλλάζει το βασικό θέμα, το οποίο είναι οι τραγικές κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες που επικρατούν, διαλέγοντας ως κυρίαρχο ζήτημα τη δήλωση υποταγής στη δημοκρατική νομιμότητα. Αυτός που πριν έψαχνε για ερμηνείες και αιτίες είναι τώρα ο κατηγορούμενος.

[Μια παρατήρηση: Η εμμονή με τον σχολιασμό των μέσων, κατατρέχει σχεδόν όλους μας, αφού δεν θα θεωρηθεί υπερβολή αν τοποθετήσουμε τα Μέσα στον ευρύτερο κατασταλτικό μηχανισμό. (ή ακόμη καλύτερα αν τους δώσουμε πρωταρχική θέση στον μηχανισμό κατασκευής του συλλογικού φαντασιακού)].

Με λίγα λόγια αναρωτιέμαι αν ο καλύτερος τρόπος να ασκήσεις ουσιαστική κριτική στο κράτος και τους θεσμούς του, είναι η σχεδόν πλήρης υιοθέτηση των μεθόδων πειθούς και του τρόπου της επιχειρηματολογίας του. Σε live μετάδοση πάντα θα κερδίζουν οι υπερασπιστές του υπάρχουσας κατάστασης. Νομίζω το κρίσιμο σημείο είναι η κατάργηση του μεσολαβητή, όχι η κατάληψη του prime time.

Άλλωστε τα ερωτήματα αυξάνονταν το Σάββατο συνεχώς, όταν ας πούμε ο Αγγελάκας στο πρώτο τραγούδι είπε τους στίχους

«Καλά που έγινα σπουδαίος και τρανός
Κι ήταν ο Κύριος κι Αυτός καλός μαζί μου
Και δεν κατάντησα πρόσφυγα ναυαγός
Να παίζω στα χαμένα κάθε μέρα τη ζωή μου»

Αναρωτιόμαστε ξανά ποιό μήνυμα ήταν πιο δυνατό. Οι αναγνωσμένες σελίδες ή το κομμάτι που μόλις ακούσαμε. Αλλά στην πραγματικότητα και αυτό ακόμη είναι ένα ψευδοερώτημα και όχι μόνο γιατί οι στίχοι δεν κινητοποιούν πια τις μάζες που έγραφε ο ποιητής. Το τραγούδι παιγμένο απ’ τις ραδιοφωνικές συχνότητες, ανάμεσα σε χιλιάδες μελωδίες και διαφημίσεις, θα φτάσει στον ακροατή μισό, πετσοκομμένο, χλιαρό. Τοποθετημένο σε μια λίστα κάποιου player, 3 MB κρυμμένα στο χάος των Giga,  κινδυνεύει να χάσει όλα τα db του. Για να το ακούσεις πλέον απαιτείται διπλή και τριπλή προσπάθεια, διπλάσιος και τριπλάσιος χρόνος.

Εξάλλου τελευταία σε συζητήσεις ακούω τα γνωστά σχόλια, για ότι έφτασε η τέχνη πλέον να μιλάει μόνο στις ίδιες διακόσιες κυρίες που ανακυκλώνονται στις θεατρικές παραστάσεις ή στο εναλλακτικό κοινό που περισσότερο ονειρεύεται ένα περίεργο κοκτέιλ ή ένα πρωτάκουστο ρεμίξ, παρά έναν νέο κόσμο. Υπερβολές, το ζήτημα δεν είναι ποιοί παρακολουθούν, αλλά πώς φτάσαμε τελικά κάθε συγκίνηση που εκκινεί από ένα στίχο να περνάει ξώφαλτσα και να χωνεύεται εύκολα σαν αέρας κοπανιστός.

Αλλά το αδιέξοδο στο οποίο οδηγήθηκα το Σάββατο φανερώνεται σε όλο του το μεγαλείο μόνο αν αντιληφθώ ότι και η δική μου κριτική στην παρέμβαση, πάλι με όρους θεάματος σχολιάζει.

6 Σχόλια

Filed under τα ελάχιστα, ασυναρτησίες

γκαπ

έρημα κορμιά

του φεγγαριού κρατήρες

αθώα στο σταυρό

Πιλάτοι στους νιπτήρες

Υπάρχει ένα χάσμα που απλώνεται διαρκώς. Μπροστά στο τραπέζι ανάμεσα στα γνωστά πρόσωπα χάσκει ένα κενό που λες και φτιάχτηκε για να μεγαλώνει μέχρι να μας εξαφανίσει. Οι ίδιοι άνθρωποι που αντάλλασαν συνωμοτικά βλέμματα και μυστικά αστεία πριν λίγα χρόνια, μοιάζουν τώρα αμήχανοι γνωστοί που συναντήθηκαν σε βενζινάδικο στο πλάι της εθνικής. Τυχαίες συναντήσεις που φέρνουν περισσότερο σε ελαφρά μα αρκούντως ενοχλητικά χτυπήματα δύο προφυλακτήρων μπροστά στο φανάρι. Πορτοκαλί, βαθύ πορτοκαλί, κόκκινο. Τα λόγια αιωρούνται πάνω απ’ τα κεφάλια, τίποτα όμως δεν μπορεί να καθίσει στα χέρια, στο στόμα τους. Όλα είναι ένα ενδιάμεσο στάδιο μέχρι την επιστροφή στον οικείο μικρόκοσμο του καθενός. Εδώ ο γκρεμός έχει την πιο πικρή γεύση.

Υπάρχει ένα χάσμα μεταξύ της εικόνας της γυναίκας που κάθεται απέναντί μου, της πραγματικότητας και της δικής μου προβολής πάνω στο όμορφο πρόσωπό της. Στο ποτήρι της, στον τρόπο που ακουμπάει στη μπάρα, στο βλέμμα της που ψάχνει διστακτικά κάτι που δεν βρίσκεται εκεί, θα δεις τις πιθανότητες να παίζουν ζάρια. Από τις ερμηνείες σου μέχρι τη σκέψη της, μεσολαβούν μερικά ουίσκια και καμιά δεκαριά ανόητες ερωταπαντήσεις. Η προσποίηση λέει όσα κρύβει η ειλικρίνεια, ενώ δεν μπορεί ν’ αποκλειστεί το ενδεχόμενο οι λέξεις να αυτοαναιρούνται κατά την εκφορά, αφού ως γνωστόν δεν είναι λίγες οι φορές που μιλάμε ακριβώς για να μην το πούμε. Σ’ αυτήν την περίπτωση η κατακόρυφη πτώση στο κενό θα πρέπει να θεωρείται προνόμιο αντίστοιχο με ορισμένες νύχτες της Αμοργού. Ίσως κι ακόμη μεγαλύτερο.

Υπάρχει ένα χάσμα που μεγαλώνει συνεχώς. Όπως το κενό στο πλάι σου στη γνώριμη διαδρομή από Σπάρτη Καλαμάτα μέσα απ’ τον Ταΰγετο. Απ’ τη μια η ιδεολογία που δε σταματάει να ερμηνεύει, δεν μπορεί να πάψει την αγάπη της για τη ρητορική και την κοελικής υφής ανακύκλωση της ελπίδας. Απ’ την άλλη η ανεξέλεγκτη καθημερινή προσγείωση. Τα απανωτά χαστούκια που πέφτουν στους δρόμους. Απ’ τη μια λοιπόν το μηδέν. Αυτό που ξέρω καλά ότι δεν αλλάζει. Η γνώση ότι η κριτική είναι προορισμένη να παραμείνει κριτική, όσο έξυπνη, πνευματώδης, ειρωνική ή ειλικρινής είναι. Απ’ την άλλη η επιθυμία, η νοσταλγία μιας άλλης πραγματικότητας. Το χάσμα ίσως να έγκειται στη συνειδητοποίηση ότι η αλλαγή δεν εξαγγέλλεται ούτε προγραμματίζεται, απλά συντελείται. Να ξεπερνάς αυτό το αναπόφευκτο κενό μπορεί να σημαίνει να γνωρίζεις καλά την καταδίκη της ελπίδας για αλλαγή. Κι ύστερα να ενεργείς σαν κάθε σου κίνηση να άλλαζε κάτι.

Να πετάς πάνω απ’ το κενό μπορεί να σημαίνει να προχωράς αγκαζέ με τις λέξεις του Καμύ, λες κι αυτό ακριβώς το βήμα σου, όπου να’ ναι, θα δημιουργήσει όλη τη διαφορά που είναι αδύνατο να υπάρξει.

9 Σχόλια

Filed under τα ελάχιστα, διάφορα

ότι να’ ναι σκέψεις πάνω απ’ τις κούτες

Ανοίγοντας κούτες μετά τη μετακόμιση.

Το πρώτο βιβλίο που διάβασα πρέπει να ήταν το «Πρόας ο Νικίου» του André Laurie. Θυμάμαι ότι μόλις έφτασα στην τελευταία σελίδα, γύρισα αυτομάτως στην αρχή και ξεκίνησα πάλι να διαβάζω το βιβλίο. Δεν ξέρω αν έφταιγε κάτι συγκεκριμένο που έβλεπα στις λέξεις του Γάλλου ή αν απλώς ήταν η πρώτη γνωριμία με αυτόν τον κόσμο της ανάγνωσης. Πάντως σπάνια ξαναβρήκα αυτή την αίσθηση, ότι ανακάλυψα δηλαδή κάτι σπάνιο, που αλλοίωνε την αίσθηση του χρόνου.

*

Ποτέ δεν με βόλεψαν αυτές οι στενόμακρες εκδόσεις του Καστανιώτη. Αυτά τα βιβλία δε στέκονται με τίποτα στη σελίδα που θες, αν δε τα συγκρατείς όλη την ώρα, γεγονός κουραστικό, μοιάζει να διαβάζεις κρατώντας όλη την ώρα ένα άσχετο και εκνευριστικό βάρος. Θέλω να πιστεύω ότι η ιδιαιτερότητα αυτή, είναι υπεύθυνη για τους Χέμινγουέι και Σαραμάγκου που επιμένουν να μένουν κάθε φορά λίγο πριν τη μέση.

*

Αντιθέτως, σκέφτομαι, αυτό το απαράδεκτο σχήμα δεν μου δημιούργησε ποτέ πρόβλημα στην περίπτωση του Παπαγιώργη. Βέβαια στα 19,φοιτητής, άυπνος και φανατικός αρνητής της όποιας νηφαλιότητας, δεν κάνεις τις πιο συνετές επιλογές, αλλά δεσμεύεσαι με αιώνια επιστροφή στις λέξεις. (πχ. «ο μεθυσμένος δε θέλει να βγάλει από μέσα του το αλκοόλ, αλλά τον κόσμο»)

*

«Όποιος πίνει μόνο νερό έχει κάποιο μυστικό να κρύψει»

Σ. Μπωντλέρ.

*

Τα βιβλία που έχω διαβάσει τις περισσότερες φορές, ξεφυλλίζοντας  και επιστρέφοντας, έστω αποσπασματικά, πρέπει να είναι τα «αποσπάσματα του ερωτικού λόγου» και ο «κακός δημιουργός». Και βέβαια τα ποιήματα του Γκόρπα. Έτσι, Μπαρτ, Σιοράν και Γκόρπας βρίσκονται συνήθως σε θέση μάχης, σε απόσταση αναπνοής απ’ το πληκτρολόγιο. Λέω, ότι θα είναι καλύτερα αν ούτε τώρα μπω στον κόπο να τους βρω μια καλή θέση στη βιβλιοθήκη.

*

«γλυκιά μου Μαίριλυν κι ακόμα πιο γλυκιά

όταν οι τίμιοι θολώνουν και σε λέν πουτάνα

γλυκιά μου Μαίριλυν μας άφησες ένα στόμα

να σεργιανάει στου κόσμου τις πληγές»

Θ. Γκόρπας

*

Παρόλο που όλοι σχολιάζουν τη λάθος κρίση μου, η «Βραδύτητα» (ίσως μαζί με τις «προδομένες διαθήκες») παραμένει για μένα το ωραιότερο βιβλίο του Κούντερα. Ίσως λόγω θέματος ή μόνο και μόνο για τη φράση «ηθικό τζούντο».

*

Για πολύ καιρό ζούσα με την εντύπωση ότι ένα βράδυ μπαίνοντας σε κάποιο άδειο μπαρ, θα συναντούσα τη Χόλυ Γκολάιτλυ να πίνει το τζιν ή το μαρτίνι της. Ύστερα απλά θα καθόμουν δίπλα της, να χαζεύω την πάνσοφη υστερία της.

*

Περίοδοι που δεν μπορούσα να διαβάσω τίποτα καινούριο, ακολούθησαν μετά το τέλος των «Λευκός Θόρυβος», «οι απόψεις ενός κλόουν», «τα κεραμίδια στάζουν» και τα ποιήματα του Σεφέρη. Όχι επειδή τους απέδωσα κάποια συγκεκριμένη παραπάνω αξία, αλλά επειδή δεν μπορούσα να ξεφύγω με τίποτα από τον κόσμο στον οποίο με βύθισαν.

*

Σε ανύποπτες στιγμές ήρθαν το «ΙΨ ο Τυπογράφος» του Αρανίτση και η «Γραμμή του Ορίζοντος» του Βακαλόπουλου. Τα ξεφυλλίζω όταν νιώθω ότι έχω ξεχάσει τα βασικά και όλα μπαίνουν ξανά στη θέση τους.  (άλλωστε στη «γραμμή του ορίζοντος» βρίσκεται κρυμμένος σχεδόν όλος ο Αρανίτσης όπως εμφανίζεται τις Κυριακές στα Παράδοξα)

*

Το «ταξίδι στην άκρη της νύχτας» είναι ίσως το μόνο βιβλίο που είχα την αίσθηση από τις πρώτες κιόλας σελίδες ότι είναι κάτι σπουδαίο, κάτι φοβερό και τρομερό. Δύσκολη η επιλογή της παρέας του στο ράφι.

*

Μεγαλύτερη παράπλευρη ανάγνωση, όταν ξεκίνησα ένα απόγευμα να δω κάτι στα πεταχτά για τον Αγ. Αυγουστίνο στην Ιστορία της Δυτική Φιλοσοφίας του Μπέρτραντ Ράσσελ. Κατέληξα να διαβάσω και τους δύο τόμους μονορούφι.

*

Τα ποιήματα του Πετρόπουλου, το «εγχειρίδιον του καλού κλέφτη», το «μπουρδέλο», η «φουστανέλα» και τα υπόλοιπα χειροτεχνήματά του. Να τα βάλω δίπλα στο παράθυρο. Να βλέπει τα κορίτσια που διασχίζουν το δρόμο για να φτάσουν στον Πανιώνιο.

*

Τόσος Βάρναλης πώς μαζεύτηκε, πού βρέθηκε;

*

Άραγε ο Παπαδιαμάντης αισθάνεται άνετα δίπλα στο «διπλό βιβλίο» του Δημήτρη Χατζή; Επίσης, ο Μέιλερ διαβάζει Ροθ; Ή ο Τσίρκας, Μπορίς Βίαν; Καλά εντάξει, αυτό τo τελευταίο το επανεξετάζουμε.

*

Αχτύπητα δίδυμα τυχαία μέσα στις κούτες. Ζενέ και Καρκαβίτσας, ο «Πατούχας» και η «εποχή στην κόλαση». Αλλά ο ωραίος Λακαριέρ χώθηκε ανάμεσα στα «Μικρά Ρεμπέτικα» του Πετρόπουλου και τα «δημοτικά» του Πολίτη.

*

Αναρωτιέμαι σε τι διαφέρω από τη γιαγιά μου που έζησε επί χρόνια συμπαθώντας ή βρίζοντας τους ρόλους των απογευματινών σήριαλ, όταν ακόμη και τώρα εκνευρίζομαι άμα σκέφτομαι τη Λόττε και την παλιόΣάλυ Χέις. Βέρθερε, Χόλντεν, απατημένε σύζυγε του «βέρα στο δεξί», Μαρκουλάκη και λοιποί ηττημένοι αυτού του κόσμου κάπου υπάρχει κάποιος που σας δικαιώνει. Είτε είναι 85 είτε 28, λίγη σημασία έχουν τα χρόνια, είμαστε δικοί σας.

*

«Δύο χέρια περιμένουνε.

Στον αγκώνα τους στηρίζεται ολόκληρη η γη.

Στην αναμονή τους ολόκληρη ποίηση»

Ο. Ελύτης.

*

«στον αγώνα ανάμεσα σ’ εσένα και στον κόσμο, υποστήριζε τον κόσμο»

Φ. Κάφκα.

12 Σχόλια

Filed under τα ελάχιστα, ασυναρτησίες