Category Archives: τα ελάχιστα

λίγο πριν, λίγο μετά το 11

Πρέπει να ήταν πριν από καμιά δεκαριά μέρες και πήζαμε συνεχώς σε δρόμους, λεωφορεία και μετρό. Από στριμωξίδι σε στριμωξίδι και με κάτι τεντωμένα νεύρα, κυκλοφορούσα και γυάλιζε το μάτι. Κάπου στη Δάφνη ή στον Αγ. Ιωάννη και δε θυμάμαι αν η αιτία του εκνευρισμού ήταν η τσάντα του διπλανού που πίεζε το στομάχι μου ή το πόδι μου που είχε παραλύσει πρώτη νεκρά, πρώτη νεκρά.

Σε ένα απ’ τα πολλά ακίνητα λεπτά, στεκόμαστε έξω απ’ την πίσω πλευρά ενός super market. Σ’ ένα σκαλί στο πεζοδρόμιο, ένα ενάμιση μέτρο μεταξύ πόρτας και παρκαρισμένου αυτοκινήτου, τους βλέπω. Υπάλληλοι του σούπερ μάρκετ με αυτά τα γνώριμα πορτοκαλί γιλέκα. Τρεις γυναίκες στριμωγμένες σε δύο σκαλιά και δύο άντρες όρθιοι. Αυτές πίνουν καφέ σε άσπρα πλαστικά ποτήρια και μιλάνε μεταξύ τους. Ο ένας άντρας προχωράει λίγο πιο μπροστά, ανοίγει την πόρτα ενός παρκαρισμένου αυτοκινήτου και σκύβει στο πίσω κάθισμα. Ο 35άρης – υπολογίζω- κλείνει την πόρτα και με το χαμόγελο 15άρη – υπολογίζω- δείχνει στον άλλο άντρα θριαμβευτικά το μυστικό του πίσω καθίσματος. Η ασπρόμαυρη μπάλα.

Κατευθείαν την αφήνει στο πεζοδρόμιο – ένα ενάμιση μέτρο – υπολογίζω και αρχίζει να τρέχει ντριπλάροντας φανταστικούς αντιπάλους. Φτάνει στο σημείο που κάθονται οι άλλοι και τώρα πια δοκιμάζει την τύχη του στα ποδαράκια. Αλλάζει μπαλιές με τον άλλο. Χασκογελάνε, παίρνουν πόζες, ψιλοβρίζονται κι όλα αυτά ενώ το διακύβευμα κάθε αγγίγματος αποβαίνει το σημαντικότερο του 2010. Να μην πέσει κάτω η μπάλα. Να μην αγγίξει το πεζοδρόμιο. Πάνω απ’ τα κεφάλια των γυναικών με τα πλαστικά ποτήρια, ξυστά απ’ τους κλεισμένους καθρέφτες των παρκαρισμένων αμαξιών, εκατοστά ψηλότερα απ’ το σπασμένο και απίστευτα γκρι πεζοδρόμιο. Δίπλα ακριβώς στο κατάστημα που ρουφάει τις μέρες τους, μες στις άθλιες στολές εργασίας, μες στις κόρνες, τις εξατμίσεις και τα αθλητικά ραδιόφωνα που παίζουν στο τέρμα φωνές άνεργων που υποστηρίζουν μέχρι αηδίας κάποιο εφοπλιστή. Εκεί ακριβώς λοιπόν που βρίσκονται εδώ και τώρα, πρέπει η μπάλα να πηγαίνει από πόδι σε γόνατο και από κεφάλι σε τακούνι. Οι γυναίκες τους βρίζουν, γελώντας. Θυμίζουν γιαγιάδες στο χωριό (τώρα θα πάτε να παίξετε, μες στο μεσημέρι/τη νύχτα/ιδρωμένοι/άφαγοι, μπα σε καλό σας).

Ναι τώρα θα πάμε να παίξουμε. Με ντάλα ήλιο και ελάχιστο φως. Ιδρωμένοι, πεινασμένοι και ζαλισμένοι. Με τα άβολα και ηλίθια πορτοκαλί γιλέκα, στο δεκάλεπτο διάλλειμα. Προς θεού, να μην πέσει κάτω η μπάλα.

Και χαμηλώνω τη μουσική, γιατί νομίζω το θυμήθηκα ήμουν στο αυτοκίνητο, και έπαιζα το άχαρο πρώτη νεκρά, και ανοίγω το παράθυρο και νομίζω πως τώρα ναι 20 Δεκέμβρη ή ότι άλλο ήταν τότε, νομίζω πως είναι Χριστούγεννα ή τέλος πάντων γιορτές ή άδεια ή ότι σκατά θες πες το. Ανασαίνω και αγωνιώ. Να μην αγγίξει η μπάλα το πεζοδρόμιο. Οι γυναίκες κοροϊδεύουν προσπαθούν να την πετύχουν με τα χέρια να χάσουν οι παίχτες το σερί των χτυπημάτων.

Η μπάλα πέφτει επιτέλους, κυλάει ανάμεσα στα παρκαρισμένα και ο 35άρης την προλαβαίνει μπροστά μου. Μου λέει κάτι σαν κατέβα ρε άνθρωπε να τη σώσεις, γελώντας. Ξεκινώντας φαντάζομαι ένα υπέροχο σλάλομ ανάμεσα στα κολλημένα, στο κόκκινο, αυτοκίνητα που τελειώνει με μια σκανδαλωδώς εξαιρετική πάσα στην πλάτη της άμυνας και του απέναντι φαναριού.

***

Λίγες μέρες αργότερα, οδηγώντας ξανά, παρατηρώ τρία πιτσιρίκια (από 12 έως 16, δεν μπορώ να ξεχωρίσω) που μπαινοβγαίνουν στο δρόμο, προχωρώντας πότε στο πεζοδρόμιο, πότε στη μέση της ασφάλτου. Παίζουν θέατρο, τη γνωστή σκηνή που τρέχουν από απόσταση να αγκαλιαστούν και τελικά ο ένας προσπερνά τον άλλο. Τελικά βέβαια αγκαλιάζονται και όταν το κορίτσι γυρνάει κάτι να πει στον τρίτο της παρέας, ο υπέροχος πονηρός βλέπει την ευκαιρία, σηκώνει το χέρι και της ρίχνει ένα ανεπανάληπτο σαλαμάκι. Ακολουθεί η γνωστή κίνηση του κοριτσιού – τραβιέται, βάζει τα χέρια στον πισινό της και ύστερα τον κυνηγάει για δυο μέτρα και υπόσχεται εκδίκηση.

Μες στο αμάξι έχω πεθάνει στα γέλια, ακούω κάτι δακρύβρεχτα βιολιά και θέλω να τα κλείσω για να βάλω van Morrison ή κάτι τέτοιο.

Προσπερνώντας τα πιτσιρίκια, αναρωτιέμαι πόσο καιρό έχω να κάνω αυτή την χαρακτηριστική κίνηση, να ρίξω ένα ωραιότατο σαλαμάκι στο κορίτσι κι έπειτα αυτή να με κυνηγάει και το παιχνίδι να συνεχίζεται μέχρι δέκα δρόμους παρακάτω. Ξαφνικά με πιάνει αυτή η περίεργη αίσθηση ότι αυτά τα παιδιά, τα συγκεκριμένα, αυτό το σαλαμάκι, το συγκεκριμένο, είναι ότι ωραιότερο έχω δει εδώ και τουλάχιστον έξι μήνες, ίσως και ένα χρόνο, ίσως και περισσότερο. Ένα σαλαμάκι στο κορίτσι που γελάει.

Η ευχή μου για το 2011 είναι ένα σαλαμάκι. Πήγα να το πω σ’ ένα κορίτσι χτες βράδυ και κώλωσα. Είχε ένα σοβαρό και δύστροπο ύφος και η νύχτα μύριζε δεύτερες σκέψεις. Εμείς οι ωραίοι ενήλικοι. Έβλεπα τα χαρτιά πάνω στην τσόχα και δεν μπορούσα παρά να σκεφτώ, λίγο μελοδραματικά είναι η αλήθεια, ότι ποτέ δε μ’ ένοιαζε λιγότερο αν θα έχανα ότι είχα στο πορτοφόλι μου. Με πείραζε όμως που δεν μπορούσα να γυρίσω στα δεξιά μου και να πω στο κορίτσι «σου εύχομαι για το 2011 ένα γελαστό, σβουριχτό σαλαμάκι». (αν είναι και από μένα, τόσο το καλύτερο)

***

Τελευταία μέρα του χρόνου, τελευταία φούσκα του χρόνου. Κάλαντα στο Radiobubble με τον ωραίο άνθρωπο Ν. Ξυδάκη και τον μυθικό (τουλάχιστον) Sraosha.

***

Άγιες νύχτες με τα κορίτσια και τα αγόρια σας. Χωρίς πόζες και υστερίες. Φιλιά και σαλαμάκια. Και να είμαστε πάλι εδώ του χρόνου.

51 Σχόλια

Filed under τα ελάχιστα, radiobubble

παρεμβάσεις

Το προηγούμενο Σάββατο ήμαστε στην τεχνόπολη για το ship to Gaza. Ο κόσμος ήταν αρκετός και οι μουσικές ωραίες. Προς το τέλος της συναυλίας και ακριβώς τη στιγμή που ανέβηκε στη σκηνή ο Αγγελάκας, μια ομάδα προφανώς απ’ τον αντιεξουσιαστικό χώρο, άρχισε να φωνάζει ένα σύνθημα, πέταξε κάποια flyers προχωρώντας ανάμεσα στον κόσμο και τελικά έφτασε πάνω στη σκηνή. Ο τραγουδιστής και οι δύο μουσικοί σηκώθηκαν απ’ τις καρέκλες τους και πήγαν προς τα πίσω. Τα παιδιά που ανέβηκαν στη σκηνή άνοιξαν ένα πανό και ένας κάθισε στην καρέκλα μπροστά στο μικρόφωνο κρατώντας μερικά χαρτιά. Η παρέμβαση ήταν μια κίνηση αλληλεγγύης στους συλληφθέντες για την υπόθεση της τρομοκρατίας. Επίσης το κείμενο που διαβάστηκε σχολίασε εκτενώς τον τρόπο κάλυψης των τελευταίων γεγονότων από τα Μέσα. Μετά από λίγο, ένα σύνθημα ακόμη και τα παιδιά κατέβηκαν ήσυχα απ’ τη σκηνή για να μας αναλάβει ο Αγγελάκας.

Αμέσως στα κεφάλια ορισμένων από εμάς άρχισαν να στριφογυρίζουν γνωστές μίζερες και τζαναμπέτικες σκέψεις. Η παρέμβαση αποφασίζεται να γίνει κατά κάποιο τρόπο στην prime time (Εκείνη τη στιγμή, πριν βγει ο τελευταίος καλλιτέχνης με το ως γνωστόν φανατικό κοινό, είχε μαζευτεί ο περισσότερος κόσμος). Η παρέμβαση αποφασίζει να μιλήσει για τους συλληφθέντες. Αν δεν κάνω λάθος δεν υπάρχει η μικρή αναφορά στη Γάζα ή τους Παλαιστίνιους, για τους οποίους υπενθυμίζω είχε οργανωθεί η βραδιά. (Εδώ κρατάω μια επιφύλαξη γιατί μπορεί απλά να μην πρόσεξα ότι κάτι είπαν για το θέμα). Η παρέμβαση ακόμη και αν επιλέγει ως θέμα τις συλλήψεις καταναλώνει (νομίζω τουλάχιστον) πολύ περισσότερο χρόνο για να μιλήσει για τα μέσα, παρά για τον καθεαυτό κατασταλτικό μηχανισμό, την αστυνομία, το δικαστικό σύστημα.

Η παρέμβαση αυτή, σκέφτομαι, θέλει να ασκήσει κριτική αλλά τελικά καταλήγει να την ασκεί στο πεδίο του θεάματος. Χρησιμοποιεί όλους τους τρόπους του ιδεολογικού αντιπάλου. Διακόπτει την κανονική ροή την ώρα που παρακολουθούν οι περισσότεροι θεατές, δεν σχολιάζει το καθαυτό γεγονός αλλά την αντανάκλασή του στα μέσα, μιλάει την δική της επικοινωνιακή γλώσσα, ταυτόχρονα γνώριμη και απροσπέλαστη στους πολλούς, μετατοπίζει το θέμα της συζήτησης, σ’ ένα δευτερεύον θέμα που καταργεί την αρχική συζήτηση (συλλήψεις για την τρομοκρατία – παλαιστινιακό ζήτημα). Με τον τρόπο αυτό προσπαθεί να καθιερώσει το θέμα αυτό (το οποίο και θεωρεί προνομιακό της πεδίο) ως σημαντικότερο συγκριτικά με τα υπόλοιπα ζητήματα.

Αυτή την τακτική ας πούμε ακολουθεί και το δελτίο ειδήσεων όταν σε μια συζήτηση για τον Δεκέμβρη, κάποιος βουλευτής του Σύριζα ψάχνει εξηγήσεις για τη βία σε κοινωνικά αίτια και συνθήκες και ο παρουσιαστής απαντά: «Αφήστε τα αυτά. Πείτε μας ευθέως, καταδικάζετε τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται;». Ο παρουσιαστής δηλαδή αλλάζει το βασικό θέμα, το οποίο είναι οι τραγικές κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες που επικρατούν, διαλέγοντας ως κυρίαρχο ζήτημα τη δήλωση υποταγής στη δημοκρατική νομιμότητα. Αυτός που πριν έψαχνε για ερμηνείες και αιτίες είναι τώρα ο κατηγορούμενος.

[Μια παρατήρηση: Η εμμονή με τον σχολιασμό των μέσων, κατατρέχει σχεδόν όλους μας, αφού δεν θα θεωρηθεί υπερβολή αν τοποθετήσουμε τα Μέσα στον ευρύτερο κατασταλτικό μηχανισμό. (ή ακόμη καλύτερα αν τους δώσουμε πρωταρχική θέση στον μηχανισμό κατασκευής του συλλογικού φαντασιακού)].

Με λίγα λόγια αναρωτιέμαι αν ο καλύτερος τρόπος να ασκήσεις ουσιαστική κριτική στο κράτος και τους θεσμούς του, είναι η σχεδόν πλήρης υιοθέτηση των μεθόδων πειθούς και του τρόπου της επιχειρηματολογίας του. Σε live μετάδοση πάντα θα κερδίζουν οι υπερασπιστές του υπάρχουσας κατάστασης. Νομίζω το κρίσιμο σημείο είναι η κατάργηση του μεσολαβητή, όχι η κατάληψη του prime time.

Άλλωστε τα ερωτήματα αυξάνονταν το Σάββατο συνεχώς, όταν ας πούμε ο Αγγελάκας στο πρώτο τραγούδι είπε τους στίχους

«Καλά που έγινα σπουδαίος και τρανός
Κι ήταν ο Κύριος κι Αυτός καλός μαζί μου
Και δεν κατάντησα πρόσφυγα ναυαγός
Να παίζω στα χαμένα κάθε μέρα τη ζωή μου»

Αναρωτιόμαστε ξανά ποιό μήνυμα ήταν πιο δυνατό. Οι αναγνωσμένες σελίδες ή το κομμάτι που μόλις ακούσαμε. Αλλά στην πραγματικότητα και αυτό ακόμη είναι ένα ψευδοερώτημα και όχι μόνο γιατί οι στίχοι δεν κινητοποιούν πια τις μάζες που έγραφε ο ποιητής. Το τραγούδι παιγμένο απ’ τις ραδιοφωνικές συχνότητες, ανάμεσα σε χιλιάδες μελωδίες και διαφημίσεις, θα φτάσει στον ακροατή μισό, πετσοκομμένο, χλιαρό. Τοποθετημένο σε μια λίστα κάποιου player, 3 MB κρυμμένα στο χάος των Giga,  κινδυνεύει να χάσει όλα τα db του. Για να το ακούσεις πλέον απαιτείται διπλή και τριπλή προσπάθεια, διπλάσιος και τριπλάσιος χρόνος.

Εξάλλου τελευταία σε συζητήσεις ακούω τα γνωστά σχόλια, για ότι έφτασε η τέχνη πλέον να μιλάει μόνο στις ίδιες διακόσιες κυρίες που ανακυκλώνονται στις θεατρικές παραστάσεις ή στο εναλλακτικό κοινό που περισσότερο ονειρεύεται ένα περίεργο κοκτέιλ ή ένα πρωτάκουστο ρεμίξ, παρά έναν νέο κόσμο. Υπερβολές, το ζήτημα δεν είναι ποιοί παρακολουθούν, αλλά πώς φτάσαμε τελικά κάθε συγκίνηση που εκκινεί από ένα στίχο να περνάει ξώφαλτσα και να χωνεύεται εύκολα σαν αέρας κοπανιστός.

Αλλά το αδιέξοδο στο οποίο οδηγήθηκα το Σάββατο φανερώνεται σε όλο του το μεγαλείο μόνο αν αντιληφθώ ότι και η δική μου κριτική στην παρέμβαση, πάλι με όρους θεάματος σχολιάζει.

6 Σχόλια

Filed under τα ελάχιστα, ασυναρτησίες

γκαπ

έρημα κορμιά

του φεγγαριού κρατήρες

αθώα στο σταυρό

Πιλάτοι στους νιπτήρες

Υπάρχει ένα χάσμα που απλώνεται διαρκώς. Μπροστά στο τραπέζι ανάμεσα στα γνωστά πρόσωπα χάσκει ένα κενό που λες και φτιάχτηκε για να μεγαλώνει μέχρι να μας εξαφανίσει. Οι ίδιοι άνθρωποι που αντάλλασαν συνωμοτικά βλέμματα και μυστικά αστεία πριν λίγα χρόνια, μοιάζουν τώρα αμήχανοι γνωστοί που συναντήθηκαν σε βενζινάδικο στο πλάι της εθνικής. Τυχαίες συναντήσεις που φέρνουν περισσότερο σε ελαφρά μα αρκούντως ενοχλητικά χτυπήματα δύο προφυλακτήρων μπροστά στο φανάρι. Πορτοκαλί, βαθύ πορτοκαλί, κόκκινο. Τα λόγια αιωρούνται πάνω απ’ τα κεφάλια, τίποτα όμως δεν μπορεί να καθίσει στα χέρια, στο στόμα τους. Όλα είναι ένα ενδιάμεσο στάδιο μέχρι την επιστροφή στον οικείο μικρόκοσμο του καθενός. Εδώ ο γκρεμός έχει την πιο πικρή γεύση.

Υπάρχει ένα χάσμα μεταξύ της εικόνας της γυναίκας που κάθεται απέναντί μου, της πραγματικότητας και της δικής μου προβολής πάνω στο όμορφο πρόσωπό της. Στο ποτήρι της, στον τρόπο που ακουμπάει στη μπάρα, στο βλέμμα της που ψάχνει διστακτικά κάτι που δεν βρίσκεται εκεί, θα δεις τις πιθανότητες να παίζουν ζάρια. Από τις ερμηνείες σου μέχρι τη σκέψη της, μεσολαβούν μερικά ουίσκια και καμιά δεκαριά ανόητες ερωταπαντήσεις. Η προσποίηση λέει όσα κρύβει η ειλικρίνεια, ενώ δεν μπορεί ν’ αποκλειστεί το ενδεχόμενο οι λέξεις να αυτοαναιρούνται κατά την εκφορά, αφού ως γνωστόν δεν είναι λίγες οι φορές που μιλάμε ακριβώς για να μην το πούμε. Σ’ αυτήν την περίπτωση η κατακόρυφη πτώση στο κενό θα πρέπει να θεωρείται προνόμιο αντίστοιχο με ορισμένες νύχτες της Αμοργού. Ίσως κι ακόμη μεγαλύτερο.

Υπάρχει ένα χάσμα που μεγαλώνει συνεχώς. Όπως το κενό στο πλάι σου στη γνώριμη διαδρομή από Σπάρτη Καλαμάτα μέσα απ’ τον Ταΰγετο. Απ’ τη μια η ιδεολογία που δε σταματάει να ερμηνεύει, δεν μπορεί να πάψει την αγάπη της για τη ρητορική και την κοελικής υφής ανακύκλωση της ελπίδας. Απ’ την άλλη η ανεξέλεγκτη καθημερινή προσγείωση. Τα απανωτά χαστούκια που πέφτουν στους δρόμους. Απ’ τη μια λοιπόν το μηδέν. Αυτό που ξέρω καλά ότι δεν αλλάζει. Η γνώση ότι η κριτική είναι προορισμένη να παραμείνει κριτική, όσο έξυπνη, πνευματώδης, ειρωνική ή ειλικρινής είναι. Απ’ την άλλη η επιθυμία, η νοσταλγία μιας άλλης πραγματικότητας. Το χάσμα ίσως να έγκειται στη συνειδητοποίηση ότι η αλλαγή δεν εξαγγέλλεται ούτε προγραμματίζεται, απλά συντελείται. Να ξεπερνάς αυτό το αναπόφευκτο κενό μπορεί να σημαίνει να γνωρίζεις καλά την καταδίκη της ελπίδας για αλλαγή. Κι ύστερα να ενεργείς σαν κάθε σου κίνηση να άλλαζε κάτι.

Να πετάς πάνω απ’ το κενό μπορεί να σημαίνει να προχωράς αγκαζέ με τις λέξεις του Καμύ, λες κι αυτό ακριβώς το βήμα σου, όπου να’ ναι, θα δημιουργήσει όλη τη διαφορά που είναι αδύνατο να υπάρξει.

9 Σχόλια

Filed under τα ελάχιστα, διάφορα

ότι να’ ναι σκέψεις πάνω απ’ τις κούτες

Ανοίγοντας κούτες μετά τη μετακόμιση.

Το πρώτο βιβλίο που διάβασα πρέπει να ήταν το «Πρόας ο Νικίου» του André Laurie. Θυμάμαι ότι μόλις έφτασα στην τελευταία σελίδα, γύρισα αυτομάτως στην αρχή και ξεκίνησα πάλι να διαβάζω το βιβλίο. Δεν ξέρω αν έφταιγε κάτι συγκεκριμένο που έβλεπα στις λέξεις του Γάλλου ή αν απλώς ήταν η πρώτη γνωριμία με αυτόν τον κόσμο της ανάγνωσης. Πάντως σπάνια ξαναβρήκα αυτή την αίσθηση, ότι ανακάλυψα δηλαδή κάτι σπάνιο, που αλλοίωνε την αίσθηση του χρόνου.

*

Ποτέ δεν με βόλεψαν αυτές οι στενόμακρες εκδόσεις του Καστανιώτη. Αυτά τα βιβλία δε στέκονται με τίποτα στη σελίδα που θες, αν δε τα συγκρατείς όλη την ώρα, γεγονός κουραστικό, μοιάζει να διαβάζεις κρατώντας όλη την ώρα ένα άσχετο και εκνευριστικό βάρος. Θέλω να πιστεύω ότι η ιδιαιτερότητα αυτή, είναι υπεύθυνη για τους Χέμινγουέι και Σαραμάγκου που επιμένουν να μένουν κάθε φορά λίγο πριν τη μέση.

*

Αντιθέτως, σκέφτομαι, αυτό το απαράδεκτο σχήμα δεν μου δημιούργησε ποτέ πρόβλημα στην περίπτωση του Παπαγιώργη. Βέβαια στα 19,φοιτητής, άυπνος και φανατικός αρνητής της όποιας νηφαλιότητας, δεν κάνεις τις πιο συνετές επιλογές, αλλά δεσμεύεσαι με αιώνια επιστροφή στις λέξεις. (πχ. «ο μεθυσμένος δε θέλει να βγάλει από μέσα του το αλκοόλ, αλλά τον κόσμο»)

*

«Όποιος πίνει μόνο νερό έχει κάποιο μυστικό να κρύψει»

Σ. Μπωντλέρ.

*

Τα βιβλία που έχω διαβάσει τις περισσότερες φορές, ξεφυλλίζοντας  και επιστρέφοντας, έστω αποσπασματικά, πρέπει να είναι τα «αποσπάσματα του ερωτικού λόγου» και ο «κακός δημιουργός». Και βέβαια τα ποιήματα του Γκόρπα. Έτσι, Μπαρτ, Σιοράν και Γκόρπας βρίσκονται συνήθως σε θέση μάχης, σε απόσταση αναπνοής απ’ το πληκτρολόγιο. Λέω, ότι θα είναι καλύτερα αν ούτε τώρα μπω στον κόπο να τους βρω μια καλή θέση στη βιβλιοθήκη.

*

«γλυκιά μου Μαίριλυν κι ακόμα πιο γλυκιά

όταν οι τίμιοι θολώνουν και σε λέν πουτάνα

γλυκιά μου Μαίριλυν μας άφησες ένα στόμα

να σεργιανάει στου κόσμου τις πληγές»

Θ. Γκόρπας

*

Παρόλο που όλοι σχολιάζουν τη λάθος κρίση μου, η «Βραδύτητα» (ίσως μαζί με τις «προδομένες διαθήκες») παραμένει για μένα το ωραιότερο βιβλίο του Κούντερα. Ίσως λόγω θέματος ή μόνο και μόνο για τη φράση «ηθικό τζούντο».

*

Για πολύ καιρό ζούσα με την εντύπωση ότι ένα βράδυ μπαίνοντας σε κάποιο άδειο μπαρ, θα συναντούσα τη Χόλυ Γκολάιτλυ να πίνει το τζιν ή το μαρτίνι της. Ύστερα απλά θα καθόμουν δίπλα της, να χαζεύω την πάνσοφη υστερία της.

*

Περίοδοι που δεν μπορούσα να διαβάσω τίποτα καινούριο, ακολούθησαν μετά το τέλος των «Λευκός Θόρυβος», «οι απόψεις ενός κλόουν», «τα κεραμίδια στάζουν» και τα ποιήματα του Σεφέρη. Όχι επειδή τους απέδωσα κάποια συγκεκριμένη παραπάνω αξία, αλλά επειδή δεν μπορούσα να ξεφύγω με τίποτα από τον κόσμο στον οποίο με βύθισαν.

*

Σε ανύποπτες στιγμές ήρθαν το «ΙΨ ο Τυπογράφος» του Αρανίτση και η «Γραμμή του Ορίζοντος» του Βακαλόπουλου. Τα ξεφυλλίζω όταν νιώθω ότι έχω ξεχάσει τα βασικά και όλα μπαίνουν ξανά στη θέση τους.  (άλλωστε στη «γραμμή του ορίζοντος» βρίσκεται κρυμμένος σχεδόν όλος ο Αρανίτσης όπως εμφανίζεται τις Κυριακές στα Παράδοξα)

*

Το «ταξίδι στην άκρη της νύχτας» είναι ίσως το μόνο βιβλίο που είχα την αίσθηση από τις πρώτες κιόλας σελίδες ότι είναι κάτι σπουδαίο, κάτι φοβερό και τρομερό. Δύσκολη η επιλογή της παρέας του στο ράφι.

*

Μεγαλύτερη παράπλευρη ανάγνωση, όταν ξεκίνησα ένα απόγευμα να δω κάτι στα πεταχτά για τον Αγ. Αυγουστίνο στην Ιστορία της Δυτική Φιλοσοφίας του Μπέρτραντ Ράσσελ. Κατέληξα να διαβάσω και τους δύο τόμους μονορούφι.

*

Τα ποιήματα του Πετρόπουλου, το «εγχειρίδιον του καλού κλέφτη», το «μπουρδέλο», η «φουστανέλα» και τα υπόλοιπα χειροτεχνήματά του. Να τα βάλω δίπλα στο παράθυρο. Να βλέπει τα κορίτσια που διασχίζουν το δρόμο για να φτάσουν στον Πανιώνιο.

*

Τόσος Βάρναλης πώς μαζεύτηκε, πού βρέθηκε;

*

Άραγε ο Παπαδιαμάντης αισθάνεται άνετα δίπλα στο «διπλό βιβλίο» του Δημήτρη Χατζή; Επίσης, ο Μέιλερ διαβάζει Ροθ; Ή ο Τσίρκας, Μπορίς Βίαν; Καλά εντάξει, αυτό τo τελευταίο το επανεξετάζουμε.

*

Αχτύπητα δίδυμα τυχαία μέσα στις κούτες. Ζενέ και Καρκαβίτσας, ο «Πατούχας» και η «εποχή στην κόλαση». Αλλά ο ωραίος Λακαριέρ χώθηκε ανάμεσα στα «Μικρά Ρεμπέτικα» του Πετρόπουλου και τα «δημοτικά» του Πολίτη.

*

Αναρωτιέμαι σε τι διαφέρω από τη γιαγιά μου που έζησε επί χρόνια συμπαθώντας ή βρίζοντας τους ρόλους των απογευματινών σήριαλ, όταν ακόμη και τώρα εκνευρίζομαι άμα σκέφτομαι τη Λόττε και την παλιόΣάλυ Χέις. Βέρθερε, Χόλντεν, απατημένε σύζυγε του «βέρα στο δεξί», Μαρκουλάκη και λοιποί ηττημένοι αυτού του κόσμου κάπου υπάρχει κάποιος που σας δικαιώνει. Είτε είναι 85 είτε 28, λίγη σημασία έχουν τα χρόνια, είμαστε δικοί σας.

*

«Δύο χέρια περιμένουνε.

Στον αγκώνα τους στηρίζεται ολόκληρη η γη.

Στην αναμονή τους ολόκληρη ποίηση»

Ο. Ελύτης.

*

«στον αγώνα ανάμεσα σ’ εσένα και στον κόσμο, υποστήριζε τον κόσμο»

Φ. Κάφκα.

12 Σχόλια

Filed under τα ελάχιστα, ασυναρτησίες

τη νύχτα, ζωντανός

DSC_0298

Την Παρασκευή ένας γάμος.

Ανάμεσα στα άτεχνα και αγχωμένα βήματα ενός βαρύ χορού ο γαμπρός σταματάει και δίνει ένα φιλί στην νύφη. Είναι ξεκάθαρο απ’ την αμηχανία του, πως γι’ αυτόν, το πάτωμα γλιστράει επικίνδυνα. Το μόνο στέρεο έδαφος είναι αυτή. Κρατιέται απ’ τα χείλη της και τελικά δεν πέφτει.

Ύστερα οι γνωστές γύρες ενός καθ’ έξιν χορευτή ζεϊμπέκικου. Για μια στιγμή όμως μια περίεργη λάμψη κι ύστερα οι κινήσεις, γεμάτες ένα είδος μελαγχολίας  ή και θλίψης και οι σαφείς ενδείξεις μιας αληθινής υπέρπτησης.

Έπειτα η μάνα σιγά, χορεύει για δύο. (τα χέρια, τα μάτια ηλεκτρικά φορτία).

Πάνω στα φτηνά τραγούδια, ενάντια στις στημένες διαδικασίες, κόντρα στο τέλος του νοήματος, θριαμβεύει το ανθρώπινο δράμα. Η αγάπη, η απώλεια, οι μεθυσμένοι που διψάνε να πούνε επιτέλους τα λογάκια τους.

Κι έπειτα για λίγα δευτερόλεπτα, εκείνη η λέξη ασφυξία η λέξη παρωδία ( – οικογένεια – ) να ακούγεται κάπως λιγότερο κακόηχη. Μέχρι να σε συντρίψουν ξανά οι πραγματικότητες, θα είσαι ζωντανός.

Το πρωί, φεύγοντας, νόμισα πως άκουσα το γαμπρό να της ψιθυρίζει τα λόγια του ποιητή: «κι αν είναι να περάσω
μια ζωή στη σκλαβιά έτσι κι αλλιώς
ας είμαι, λέω, σκλάβος της αγάπης».

12 Σχόλια

Filed under τα ελάχιστα

στο denver όλα ήταν απλά

Πρώτο καλοκαίρι στην Ίο. Το βράδυ, ασφαλώς από ώρα μεθυσμένοι, περπατάμε πάνω κάτω. Δε χορταίνουμε  όλο αυτό τον κόσμο που γεμίζει πεζοδρόμια, δρόμους και παγκάκια. Από παντού ξένες λέξεις, γνωστές και άγνωστες, δεν έχει σημασία. Ότι χρειάζεται να καταλάβουμε, δεν υπάρχει στόμα να τα πει. Είναι ακόμη αρχές της δεκαετίας. Οι Έλληνες είναι λίγοι, ελάχιστοι εδώ. Είναι νύχτα. Περπατάμε στα στενά μ’ ένα ούζο στο χέρι, όταν τη βλέπω καθισμένη στο απέναντι πεζούλι. Έχει γύρει το σώμα της και κρύβει στα χέρια το κεφάλι της. Πλησιάζω λίγο. Κλαίει. Μεθυσμένος από ούζο, καλοκαίρι και συναναστροφή, το κορίτσι γίνεται αυτομάτως μια παλιά φίλη, μια επόμενη αγάπη, ένας ιλιγγιώδης έρωτας. Την πλησιάζω ήσυχα και με το πιο γλυκό ύφος που μπορώ να πάρω, τη ρωτάω αν είναι καλά ή κάτι τέτοιο.

Αμέσως σταματάει το κλάμα. Σηκώνει το κεφάλι της και με κοιτάζει. Περνάνε 3 δευτερόλεπτα. Ξαφνικά αρχίζει και ουρλιάζει. Δυνατά, ασταμάτητα, σχεδόν τρομακτικά. Μετά φεύγει. Οι άλλοι, σαστίζουν για λίγο, αλλά δεν αργούν να βάλουν τα γέλια. Κωλοϊρλανδές.

***

things05

Είμαι έξω για λίγες ώρες με υπηρεσιακό. Κάθομαι σε μια καφετέρια μαζί μ’ ένα βιβλίο, δύο εφημερίδες και μπύρες. Τη βλέπω που παίρνει παραγγελίες, χαμογελάει, σερβίρει. Έρχεται κατευθείαν απ’ την Τσεχία, απ’ τη θάλασσα, απ’ τις σελίδες του βιβλίου, απ’ τον πάτο του ποτηριού. Νιώθω σαν να βρίσκομαι στην ταινία με τον Andy Garcia στο Ντένβερ. Στο σινεμά που όλα είναι πραγματικά, εκείνος την πλησιάζει και της λέει «είσαι όμορφη» ή κάτι τέτοιο, απλό και ωραίο. Εδώ όμως έχουμε να κάνουμε με την εξόχως αντιποιητική και εντελώς εκτός πανιού στρατιωτική ζωή, ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι η Gabriel Anwar υπολείπεται σαφώς αυτής της κοπέλας που στέκεται δυο μέτρα μακριά από μένα. Πλησιάζει. Είμαι αφοσιωμένος στις σελίδες (δηλαδή κάνω πως διαβάζω). «What are you reading?». Αυτό ήταν. Διαβάζω τις λεπτομέρειες για το τέλος του κόσμου, του άθλιου μέχρι σήμερα κόσμου. Εσύ; Εσύ γιατί είσαι τόσο όμορφη;

Δυο βδομάδες μετά τρέχω σ’ ένα στενό. Προσπαθώ να προλάβω. Όχι κάτι σημαντικό, μόνο μια ματιά. Είναι όμως αργά. Με το σακίδιο στον ωμό, πάνω στο ποδήλατο, κάνει πετάλι προς το πλοίο που φορτώνει τουρίστες και φαντάρους που πάνε για την άδεια. Τρέχω λίγο πιο γρήγορα, σκέφτομαι να φωνάξω μπας και μ’ ακούσει και σταματήσει, αλλά όχι έχω αξιοπρέπεια, μια σαφώς γαμημένη αξιοπρέπεια, και δεν φωνάζω. Όσο γρήγορα κι αν προχωράω όμως, το ποδήλατο με ξεπερνάει. Δεν την προλαβαίνω.

***

Βγαίνω ιδρωμένος απ’ το μετρό στην Ομόνοια. Κάνει αφόρητη ζέστη. Η πρώτη τέτοια μέρα για φέτος. Έχω ήδη αργήσει και πρέπει να βιαστώ. Μπροστά μου, εκεί στη γωνία της Γ’ Σεπτεμβρίου, τους βλέπω. Τρεις αστυνομικοί, δύο άνδρες και μια γυναίκα, έχουν σταματήσει έναν αλλοδαπό. Αυτός ψάχνει σε μια τσάντα και βγάζει κάτι χαρτιά. Τους τα δείχνει. Η γυναίκα είναι όμορφη. Του μιλάει κάπως απότομα. Έχει βάλει τα χέρια στη μέση, σε στάση απηυδισμένης μάνας και μαλώνει ένα ξένο μικρό που χτύπησε στις κούνιες το δικό της. Οι δύο άντρες δε μιλάνε, παρακολουθούν μάλλον βαριεστημένα. Αυτή του μιλάει ακόμη, ενώ εκείνος δείχνει χαρτιά. Αυτή φοράει κάτι τεράστια γυαλιά, στο πλάι, με ακόμη πιο τεράστια χρυσά γράμματα, γράφουν DG. Φεύγοντας μου ήρθε να της πω, αφού μιλάς στον άνθρωπο, βγάλε τουλάχιστον τα γυαλιά σου. Αλλά αυτή τον ελέγχει έτσι, πίσω απ’ την ασφάλεια και την απόσταση του φιμέ τζαμιού. Λες και μπροστά του στέκεται ένας μηχανισμός δίχως μάτια ή πρόσωπο. Λες και τον ελέγχει ο ανασφαλής μέσος τηλεπαρουσιαστής. Κορίτσι μου, βγάλε τουλάχιστον τα κωλογυαλιά.

11 Σχόλια

Filed under τα ελάχιστα

μικρά IV (χθες πίνοντας καφέ)

Κάθομαι σε ένα γωνιακό τραπεζάκι απέναντι απ’ το parking που έγινε παρκάκι στη Ναυαρίνου. Κοιτάζω τον κόσμο που πηγαινοέρχεται, περαστικοί και περίοικοι που βρήκαν νέα βόλτα για τα σκυλιά τους. Δίπλα μου δύο κύριοι συζητάνε σοβαρά πότε για μια νομική υπόθεση, πότε για πολιτικά. Είναι μάλλον κάτι κοντά σε Σύριζα. Σε λίγο περνάει ένας άντρας κρατώντας στο ένα χέρι ένα κλαρίνο και στο άλλο ένα ντέφι. Σταματάει, ακουμπάει το ντέφι σε μια καρέκλα, παίζει για δέκα δευτερόλεπτα ένα σκοπό που δεν προλαβαίνει να πάρει μορφή και ύστερα τείνει το ντέφι προς το μέρος των θαμώνων. Ο μεγαλύτερος απ’ τους δύο άντρες δίπλα μου, κάνει μια κίνηση να βγάλει κάτι απ’ την τσέπη του. «Έλα» του λέει και απλώνει το χέρι του κρατώντας, αν βλέπω καλά, 40 λεπτά. Ο άλλος τα κοιτάζει. «Και τί να τα κάνω αυτά;» λέει θυμωμένα και προχωράει στα άλλα τραπέζια.

Ο φιλάνθρωπος μένει ακίνητος. Δεν το περίμενε αυτό. Με απλωμένο το χέρι και ενώ ο οργανοπαίχτης έχει ήδη απομακρυνθεί επιμένει κάπως χλιαρά, σχεδόν ζητώντας το σαν χάρη «δεν τα θέλεις;». «Όχι» λέει αδιάφορα ο ήδη φευγάτος μουσικός. Οι δύο άντρες δίπλα μου δεν μιλάνε. Έχουν εκπλαγεί, μια δυσφορία τους πλακώνει. Δεν μπορούν να καταλάβουν τί έγινε. Ο ένας ξανακοιτάζει τα κέρματα να επανεκτιμήσει την αξία τους. Δεν του φαίνονται λίγα. Ήθελε να βοηθήσει. Τόσα είχε στην τελική. Ξαφνικά ο μικρότερος σκάει στα γέλια. Γελάει κι άλλος, αλλά πιο πολύ για να ξεφύγει απ’ την αμηχανία. Τώρα είναι σε ένα δύσκολο κι ακαταλαβίστικο κόσμο. Πριν λίγα λεπτά μιλούσε με σιγουριά για τα καθημερινά ζητήματα, το ασφαλιστικό ή τις τράπεζες. Συζητούσαν με στοιχεία, αντάλλασαν ωραίες απόψεις για την κοινωνία, ξεφύλλιζαν νοερά τη σχετική βιβλιογραφία. Τώρα ο ζητιάνος απαρνήθηκε το έλεός τους. Τώρα η πραγματικότητα δεν έβγαζε κανένα νόημα, η άρνηση του φτωχού, του ικέτη δεν χωρούσε σε μια κοινωνιολογική θεώρηση. Ή μπορεί και να χωρούσε, αλλά δεν μας ήταν πρόχειρη. Ήταν μια άβολη στιγμή αυτή η δυσεξήγητη συγκυρία, πάνω που επεξεργάζονταν λύσεις για ορισμένα σημαντικά προβλήματα του κόσμου. Μέχρι να φύγουν δεν είχε καταφέρει να συνέλθει. Ύστερα τον είδα από μακριά να περπατάει σα φάντασμα.

*****

Την Κυριακή είχα πάει στη Σκόνη του Χρόνου. Σκεφτόμουν ότι αυτός ο άνθρωπος κατά κάποιο τρόπο χρησιμοποιεί τη λογική του χειρότερου αμερικάνικου σινεμά, αυτού που εξαπολύει εναντίον μας κατά ρυπάς το Σταρ. Έχει στο μυαλό του ένα στόχο και αδιαφορεί πλήρως για τη διαδικασία. Για να φτάσει σ’ ένα, έστω αριστουργηματικό, πλάνο έχει ξεχάσει όλη την προηγούμενη πορεία. Όπως ακριβώς στις ταινίες που θέλουν σώνει και ντε να μας πήξουν στο πιστολίδι ή σε μια ανεπανάληπτα αιματηρή εκδίκηση και τί σημασία έχει όλο το υπόλοιπο και πώς και γιατί και η περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Έτσι ακριβώς και ο Αγγελόπουλος μου φαίνεται σα να θέλει να δείξει εκείνη την ξέχειλη από στόμφο και ταυτόχρονα υπέροχη εικόνα με τις σπασμένες τηλεοράσεις και σιγά που θα ασχοληθεί τί έγινε λίγο πιο πριν και πώς στο διάολο φτάσαμε σ’ εκείνη την αίθουσα και τί ατμόσφαιρα έχει εντωμεταξύ δημιουργηθεί. Μοιάζει σαν να δημιούργησε έναν εκπληκτικό πίνακα ζωγραφικής και μετά μέσα σε δύο λεπτά έφτιαξε κι ένα κινηματογραφικό εικοσάλεπτο για κορνίζα. (έγραφε πολύ ωραία ο Ηλίας Δημόπουλος: «οι άνθρωποι στο σινεμά του Αγγελόπουλου είναι τα πιόνια ενός κινηματογραφικού Κασπάροβ που εκπληρώνουν ένα στρατηγικό κι ένα τακτικό σχέδιο σκακιού»)

Κάθομαι ακόμη στο ίδιο σημείο. Σα να ήμαστε συνεννοημένοι, στη σελίδα που βρίσκομαι, ο Βακαλόπουλος γράφει: «Η Αναπαράσταση προωθεί την ιδέα ότι ο κινηματογράφος έχει την μοναδική αποστολή να κηδέψει μέσω των εικόνων την ερειπωμένη ελληνική πραγματικότητα….Για τον Δαμιανό ότι πεθαίνει συνεχίζει να υπάρχει. Και έτσι μια γυναίκα , η Ευδοκία, κουβαλάει πάντα αυτήν την Ελλάδα που ο Αγγελόπουλος συνεχίζει να θεωρεί χαμένη, κηδεύοντάς την από ταινία σε ταινία».

Λες και αγαπά περισσότερο την τέχνη απ’ την πραγματικότητα. Λες και η ιστορία ή το τοπίο είναι κάτι διαφορετικό απ’ τους ανθρώπους που αναπνέουν και ζουν εδώ και τώρα.

*****

Εξακολουθώ να χαζεύω τους απέναντι στο παρκάκι.Συνεχίζει παρακάτω ο Βακαλόπουλος: «Η στιγμή που ο κόμπος έφτασε στο χτένι μπορεί ν’ αποδειχτεί η κατάλληλη για να σταματήσουμε να γκρινιάζουμε, χωρίς να προσποιούμαστε ότι πάψαμε να υποφέρουμε ή ότι μερικές φορές, είμαστε ευτυχισμένοι».

22 Σχόλια

Filed under τα ελάχιστα

πριν το τέλος, ξανά η αρχή

Μια γυναίκα 107 χρονών δηλώνει επιτέλους έτοιμη να παντρευτεί. Ανησυχεί μάλιστα γιατί αν δε βιαστεί ίσως να μην καταφέρει να βρει αυτό που αναζητά.

Στην Ιταλία ο άντρας, 91 χρονών, αναβάλλει προσωρινά τη γαμήλια τελετή με την 90χρονη αγαπημένη του, αφού θέλει να προετοιμαστεί καλύτερα για κάποιους τοπικούς αγώνες ηλικιωμένων. Η γυναίκα στωικά θα περιμένει το τέλος του παιχνιδιού. Άλλωστε αγαπιούνται από τον πόλεμο.

Πριν ένα μήνα περίπου, 67χρονη κατηγορήθηκε για τη δολοφονία του 86χρονου πρώην ερωτικού της συντρόφου. Η ίδια δήλωσε ότι το τελευταίο διάστημα ο νεκρός πια εραστής της, είχε γίνει φορτικός. Εκείνο δε το μοιραίο βράδυ, πάντα σύμφωνα με τη μαρτυρία της, της ζητούσε επίμονα να συνευρεθούν ερωτικά.

Τις προάλλες δύο κυρίες συζητούσαν στη στάση. «Ναι, όπως στα λέω. Γνωρίστηκαν στο νεκροταφείο. Πήγαιναν για να ανάψουν τα καντηλάκια των δικών τους. Και τώρα παντρεύονται». «Μα καλά πόσο χρονών είναι;» «Αυτός σίγουρα 80. Αυτή μπορεί και λίγο μεγαλύτερη». Παύση. «Μωρέ ας μην είχα και εγώ την καρδιά μου».

 ***

Κάποιοι πεθαίνουν ζωντανοί. Κάποιοι πάλι ζουν από καιρό σαν πεθαμένοι.

 ***

Αλλά αν θέλετε πείτε μας. Πού κοιτάτε και τί βλέπετε; Πώς γίνεται και τα βλέμματα μετά από τόσο καιρό στρέφονται πάλι προς την ίδια κατεύθυνση; Σε ποιές πηγές βουτήξατε και τώρα ζείτε μες στο πάθος, την αναμονή, τον έρωτα, το χιούμορ, το έγκλημα; Τί βλέπετε και αυτό που εμείς ονομάζουμε αντοχή, το λέτε εσείς λαχτάρα;

dsc03587

17 Σχόλια

Filed under τα ελάχιστα, φωτογραφικά

το βίντεο

Βλέποντας το γνωστό βιντεάκι του tvxs από τα γεγονότα της προηγούμενης Παρασκευής, διακρίνω ανάμεσα στις γεμάτες ένταση εικόνες ένα γνωστό πρόσωπο. Είναι μια παλιά μου φίλη και συμφοιτήτρια. Την βλέπω να προσπαθεί να σταθεί όρθια παρά τα σπρωξίματα και τα τραβήγματα, την ακούω να ψελλίζει λέξεις, να υψώνει τη φωνή της μπροστά σ’ αυτά τα παράδοξα όντα με τις αντιασφυξιογόνος μάσκες και τις πράσινες στολές. Χωρίς να το καταλάβω και μέσα σε ελάχιστο χρόνο με πιάνει από το λαιμό μια αμήχανη μελαγχολία.

Αυτό το συγκεκριμένο κορίτσι κρατάει μια –κατά τη γνώμη μου- γενναία στάση. Χωρίς να γνωρίζει τους έγκλειστους της πολυκατοικίας, χωρίς να είναι φίλοι της ή ιδεολογικοί σύντροφοι, προσπαθεί να τους υπερασπιστεί ακριβώς την ώρα που τα πράγματα αγριεύουν. Αυτό που εγώ, δύο στενά παρακάτω, χαρακτήριζα εκτροπή, κοιτώντας πίσω από την παραμορφωτική ασφάλεια του φακού της φωτογραφικής μου μηχανής, αυτή παλεύει να το αντιμετωπίσει στα ίσα. Στα δικά μου μάτια, την ώρα του χαμού δηλώνει παρούσα.

Τα χρόνια που κύλησαν μεταξύ πτυχίου και της σημερινής μέρας μπορούν να μετρηθούν εξίσου πετυχημένα σε αιώνες ή δευτερόλεπτα. Κάποτε, όχι και τόσο παλιά, πίναμε μέχρι τελική πτώσεως, μέχρι το αίμα να γίνει ρούμι ή μέχρι τα λόγια κι οι καρδιές μας να γίνουν εντελώς ελαφριά, περίπου σαν τον αφρό της μπύρας που καταναλώναμε. Τη θυμάμαι να κάθεται στο αμφιθέατρο, να τη γουστάρει ένας πολύ καλός φίλος ή να μου γνωρίζει εκείνο το υπέροχο κορίτσι με τα μαύρα μαλλιά. Τώρα τη βλέπω σ’ ένα βιντεάκι στο διαδίκτυο να λέει σε κάποιον που κρατάει γκλομπ και ασπίδα, δώσε μου τα στοιχεία σου. Χαίρομαι ακόμη πιο πολύ γιατί όταν τη συναντώ τυχαία την επόμενη μέρα, σκάμε στα γέλια. Καταλαβαίνω ότι βλέπει καθαρά τη γελοιότητα του σπρωξίματος και της αυθαιρεσίας, τη γελοιότητα που αναπόφευκτα ενυπάρχει σε κάθε παράλογη πράξη βίας. Βλέπω ότι σε μια στιγμή που εγώ προσωπικά θεωρώ εξαιρετικά κρίσιμη, κάποιοι βάζουν τον εαυτό τους μπροστά. Δεν είμαστε τα χαμένα κορμιά που με βεβαιότητα είχα πιστέψει.

Η αναμέτρηση με την ιστορία έχει συνήθως άσχημη έκβαση. Αν πιστέψεις ότι μπορείς να διακρίνεις τα γεγονότα την ώρα που συμβαίνουν, το πιθανότερο είναι να γνωρίσεις τη συντριβή ή έστω να πέσεις εντελώς έξω στις εκτιμήσεις σου. Όταν λέω ιστορία δεν εννοώ βέβαια μόνο τις πολιτικές αναταράξεις ή τις εξωφρενικές τακτικές μια δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης (εδώ γελάνε). Μαθαίνω για παιδιά που είχα χάσει και ακούω πως δεν τα κατάπιε ο φόβος. Είμαστε ακόμη παράδοξα ζωντανοί κι έτοιμοι για όλα. Θα σπάσουμε τα μούτρα μας και θα αναμετρηθούμε με όλες τις απώλειες. Θα αποτύχουμε γλυκά.

Για να κάνω λιανά το αλλόκοτο και εντελώς αβάσιμο αίσθημά μου, θα πω ότι πατώντας το play στο βιντεάκι απέκτησα την ψευδαίσθηση ότι για μια φορά ο χρόνος δε μας κατατρόπωσε. Δε μας έσυρε γύρω απ’ το στάδιο στο γύρο του θριάμβου του, αλλά του καταφέραμε ένα γερό χτύπημα. Δεν είμαστε τίποτε σπουδαίοι τύποι, αλλά ο καθένας κάνει ότι μπορεί.

dsc_0060

16 Σχόλια

Filed under τα ελάχιστα

ώμο με ώμο

Παραμονή Χριστουγέννων ξεκινάω το πρωί για το χωριό. Στα πέντε στενά απ’ το σπίτι, συναντάω κίνηση. Κολλάω. Αφηρημένος, δεν στρίβω δεξιά στο στενό που παραδοσιακά χρησιμοποιώ για να παρακάμπτω το συνηθισμένο ολιγόλεπτο μποτιλιάρισμα. Εκνευρίζομαι, σιχτιρίζω. Πρώτη, νεκρά, πρώτη. Για δέκα μέτρα, δέκα λεπτά. Μπροστά στο super market τα αυτοκίνητα διπλοπαρκαρισμένα. Το ραδιόφωνο κάνει από μόνο του ζάπινγκ. Για να κερδίσω περίπου ένα τρίλεπτο, στρίβω δεξιά και κάνω ένα κάπως μεγάλο κύκλο. Μπροστά μου ένα τεράστιο SUV, πάει κάπως περίεργα, μάλλον κάτι ψάχνει, κάτι κοιτάει. Ξαφνικά σταματάει απότομα, λίγο δεξιά. Χωρίς φλας, χωρίς alarm, χωρίς καμία προειδοποίηση σταματάει στην άκρη ενός στενού δρόμου. Ίσα που προλαβαίνω να σταματήσω. Ίσα που χωράω να περάσω δίπλα από τα πελώρια λάστιχά του. Φτάνω στην άκρη του στενού. Βγαίνω λίγο πιο έξω για να βλέπω, αφού κάποιος έχει παρκάρει ακριβώς στη γωνία και δεν μπορώ να καταλάβω αν έρχεται αμάξι ή όχι. Σ’ εκείνο το σημείο ξεπροβάλει πίσω από άλλο παρκαρισμένο αυτοκίνητο ένας πιτσιρικάς. Κόβω απότομα, με βλέπει, σταματάει κι αυτός επιτόπου, τσουλάω αργά μπροστά του και σταματάω να κοιτάξω στην άκρη του στενού. Αμέσως ακούω το τζάμι του συνοδηγού να χτυπάει. Κατεβάζω το τζάμι. «Τί κάνεις εκεί; Δεν τον είδες;» ο πατέρας υποθέτω του παιδιού. «Τον είδα, γι’ αυτό έκοψα». «Εκεί το κοκαλώνεις, δεν κόβεις. Κοκαλώνεις.»

Το πρόσωπό του ήταν κόκκινο και σφιγμένο. Μιλούσε και τα δόντια έτριζαν. Ήταν εξοργισμένος και τρομαγμένος. Ήταν έτοιμος, περίμενε μια κουβέντα, μια μόνο λέξη. Είχε δίκιο. Έπρεπε να το είχα κοκαλώσει, αλλά είδα τον πιτσιρικά που σταμάτησε και απλά συνέχισα, τσουλώντας με νεκρά πια, μπροστά του. Τα μάτια του πατέρα ήταν υγρά, ξεχείλιζαν από νεύρα και μια, ακόμη ζωντανή, υποψία ότι μπορεί το παιδί του κι εγώ να μην σταματούσαμε. Μπορούσα να πω «δεν το είδες πώς πετάχτηκε έτσι απότομα; Πρέπει να προσέχει περισσότερο» ή κάτι τέτοιο εξίσου επιθετικό και καθησυχαστικό για τον εαυτό μου. Δεν είπα τίποτα. Μόνο τους κοίταζα, πότε αυτόν, πότε το παιδί. Τους κοίταζα μέχρι που χάθηκαν μέσα στο super market και ο από πίσω οδηγός κόρναρε.

Στο επόμενο φανάρι και χωρίς να μπορώ ακριβώς να εξηγήσω γιατί, βρισκόμουν στα πρόθυρα της έκρηξης. Το χέρι μου σχεδόν έτρεμε, ήμουν έτοιμος να ξεστομίσω καμιά σαρανταριά βλαστήμιες προς κάθε κατεύθυνση. Στο super market που παρκάρει τα φορτηγά της τροφοδοσίας όπου να’ ναι, όποτε να ‘ναι, στον οδηγό του SUV που σταμάτησε απότομα, στο παιδί που δεν πρόσεχε, στον πατέρα του που καιγόταν για καβγά, σε μένα που ξεσπάω στο τιμόνι τον καθημερινό εκνευρισμό μου.

Μέχρι να βγω στην εθνική είμαι υπό την επήρεια αυτού του άρρωστου θυμού. Σκέφτομαι ότι αυτή η πόλη κάθε μέρα κυοφορεί δολοφονίες. Το αίμα στάζει ανάμεσα στα δάχτυλα των μπάτσων, των χουλιγκάνων, των φρικαρισμένων οδηγών, των ζορισμένων πατεράδων και των ακροβατούντων περαστικών. Σε κάθε γωνία γροθιές αναζητούν άλλοθι. Σε κάθε δρόμο ένας φόνος συλλαβίζει το όνομά σου. Είμαστε ζωντανοί από τύχη, από σειρές συμπτώσεων που δεν μπορεί, κάποια στιγμή θα γυρίσουν και θα σκάσουν με πάταγο πάνω στα μούτρα μας.

***

Στο γυρισμό μετά από τρεις ήσυχες μέρες, ατύχημα στην Αττική οδό. Νέο μποτιλιάρισμα. Μέχρι να φτάσω σπίτι και να ξαναφύγω για το κέντρο γυρνάω στην γνώριμη κατάσταση του μόνιμου λανθάνοντα εκνευρισμού. Βγαίνοντας στο Σύνταγμα, αποφεύγω με μεγάλη επιδεξιότητα και ανάλογο βαθμό δυσκολίας τους επιβάτες που θέλουν να εισβάλλουν στο συρμό, πριν βγούμε εμείς. Περπατώντας στο μεγάλο διάδρομο που θα με βγάλει στην Πανεπιστημίου έξω από τη Μ. Βρετανία το καλώδιο του mp3 μπερδεύεται στο μπουφάν. Σταματάω απηυδισμένος πια να ανασυνταχτώ.

Δίπλα μου περνάνε μια μάνα με το παιδί της. Περπατάνε πλάι πλάι και σπρώχνονται για πλάκα ώμο με ώμο. Ο μικρός έχει ξεκαρδιστεί, ενώ η μητέρα του χαμογελάει και τον κοιτάζει με αυτόν τον τρόπο που δεν περιγράφεται, αλλά είναι απλώς ο τρόπος που κοιτάνε οι μάνες τα παιδιά τους. Δεν κρατάνε δώρα, δεν έχουν γεμάτες σακούλες. Είναι απλά κλεισμένοι ερμητικά μέσα σε κασκόλ και μπουφάν και σπρώχνονται στο Μετρό. Νομίζω πως ακούω τα γέλια τους.

***

Μόλις έφτασα στο χωριό το σπίτι ήταν παγωμένο. Άναψα τη σόμπα κι έβαλα μια καρέκλα ακριβώς δίπλα. Χωρίς να το καταλάβω αποκοιμήθηκα σ’ εκείνο το σημείο, με τη μία μεριά του σώματος να παίρνει φωτιά και την άλλη να ξεπαγιάζει. Όπως όταν κάθεσαι ακριβώς δίπλα στο τζάκι που μόλις άναψες. Ξύπνησα ζαβλακωμένος απ’ τη φωτιά που έκαιγε σχεδόν πάνω στο κεφάλι μου και πιασμένος από την άβολη καρέκλα. Είχε περάσει μόνο μισή ώρα. Ήταν ο πιο ωραίος ύπνος που έκανα εδώ και πολύ καιρό. Δεν μπορεί να κοιμάσαι έτσι μόνο στο άδειο σπίτι στο χωριό.

Δεν μπορεί οι μέρες στην πόλη να είναι μόνο μια συρροή αφόρητων στιγμών, μια δυστυχισμένη σειρά ανιαρών γεγονότων. Ο υπόκωφος θυμός που σιγοβράζει δεν μπορεί να είναι το μόνο ενοποιητικό στοιχείο των Αθηναίων.

– Μ’ αρέσει να πιστεύω ότι η πιο ωραία εποχή της πόλης είναι τα Χριστούγεννα ακριβώς γιατί η ίδια είναι ζωντανή. Ο κόσμος κυκλοφορεί, κάνει βόλτες, χάνει το χρόνο του στους δρόμους περπατώντας. Κατά κάποιο τρόπο επανασυνδέεται με το περιβάλλον, αφού οι λεωφόροι παύουν να αναγνωρίζονται αποκλειστικά ως χρηστικά εργαλεία ή τρόποι μετάβασης από τη μία οθόνη στην άλλη. Φέτος με αυτό που προηγήθηκε, με όλες τις επιμέρους ενστάσεις και τις γκρίνιες του καθενός, η πόλη ήταν πιο ζωντανή από ποτέ. Όχι για τις φωτιές ή για τη μαζική κάθοδο στη Σταδίου και τις από πάνω παράλληλες. Αλλά γιατί ο κόσμος κατέλαβε κυριολεκτικά το οδόστρωμα της πόλης του. Ότι δεν κατάφερε καμιά περισπούδαστη ανάπλαση το πέτυχε το συλλογικό ένστικτο, αν μπορώ να το πω έτσι. Οι άνθρωποι κάθισαν ξανά στην πλατεία Συντάγματος. Συζήτησαν αραγμένοι σε πεζοδρόμια και κεντρικές οδούς. Έκλεισαν την περίφημη κυκλοφορία, δίνοντας μια προς στιγμήν υπέροχη λύση. Η άσφαλτος και τα πεζοδρόμια δεν μπορεί να ανήκουν στα αυτοκίνητα. Η πόλη δεν μπορεί να ανήκει στη λειτουργία των φαναριών και στα πανάκριβα παρκινγκ.-

Η πόλη είναι ταυτόχρονα ο εκνευρισμός της οδήγησης και το λυτρωτικό παιχνίδι της μάνας και του παιδιού της στο μετρό. Οι σπασμένες βιτρίνες και η παραιτημένη κοινότητα που παραλίγο να σχηματίσουμε. Ας μην υποτιμάμε τίποτα. Μπορεί να κάνουμε αδιάκοπες βουτιές στην απώλεια, αλλά όταν βγαίνουμε στην επιφάνεια, φυτρώνουν έρωτες στις αμυχές.

13 Σχόλια

Filed under τα ελάχιστα