Category Archives: τα ελάχιστα

γραμμή 719 (κυκλική)

Το 719 έχει τις παρακάτω στάσεις: όαση – πιπεριά – (πλ.) ελευθερίας. Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί με ευκολία ότι ένα είδος ευτυχίας θα μπορούσε να συνοψιστεί στην ιστορία που φτιάχνουν αυτές οι τρεις λέξεις. Να βρεθούμε σε μια όαση με άμμο και αρμυρίκια και στη σκιά τους να δοκιμάζουμε όλων των ειδών τις συνταγές που περιέχουν πιπεριές. Εκεί θα μπορούμε επιτέλους να είμαστε ελεύθεροι. Χορτάτοι, με ωραίες γεύσεις στο στόμα, γλυκό και καυτερό να εναλλάσσονται, δροσερή σκιά και κανενός είδους ωράριο, ρολόι, υπενθύμιση ότι αυτό που ζούμε διαρκεί τόσο όσο. Αλλά το όνομα μιας άλλης στάσης καραδοκεί. ΔΕΗ. Το όνειρο συντρίβεται υπό το βάρος ενός λογαριασμού, μια ληξιπρόθεσμης οφειλής, ως συνήθως δηλαδή, την πραγματικότητα πρώτα απ’ όλα τη χρωστάς. Τίποτα δεν είναι τσάμπα και αυτή είναι μια διαπίστωση ικανή να διαλύσει τα πάντα, ορατά κι αόρατα, όχι γιατί πρέπει να πληρώσεις, αλλά κυρίως εξαιτίας του υπαινιγμού που κρύβεται πίσω από μια τέτοια φιλοσοφία. Για όλα πρέπει να προσπαθήσεις εξωφρενικά, ο κόσμος είναι ωραίος αλλά κρατάει μονίμως λογαριασμό, το κρυφό κομπιουτεράκι που κάνει λογαριασμούς αδιάκοπα δεν υπολογίζει φτώχεια ή ψυχολογική διάθεση. Εν ολίγοις τίποτα δε δωρίζεται πια, τίποτα δεν χαρίζεται έτσι για το καλό, όλα είναι υπολογισμένα με την πιο μίζερη μεζούρα. Ποιος το χέζει ότι είσαι, το θέμα είναι αν έχεις.

Εντωμεταξύ ο οδηγός για κάποιο ακατανόητο λόγο τρέχει, σε τρία λεπτά που είμαι στο λεωφορείο έχει περάσει δύο κόκκινα, κόκκινα κόκκινα , όχι πορτοκαλί και τέτοια. Η ώρα είναι 11, δεν μπορώ να πιστέψω ότι τελειώνει η βάρδια και βιάζεται, αλλά ποιος ξέρει.

Ένα πρεζάκι τρώει αργά μια τυρόπιτα, έχει γεμίσει ψίχουλα και μικρά μικρά κομμάτια σφολιάτας. Δυο τρεις τον παρατηρούν. Η ανημπόρια πάντα τραβάει το βλέμμα κι όποιος κατεβάζει τα μάτια καταλαβαίνεις ότι μόλις σκέφτηκε το μικρό του προσωπικό σκανδαλάκι. Μπορεί μια μέρα κι εγώ να μη μπορώ να διαχειριστώ την υπαρξή μου; Όσοι κοιτάνε επικριτικά κι αφήνουν ελαφριά τς τς τς αντιλαμβάνεσαι ότι ζουν μια μίνι αυτοδικαίωση. Εγώ ποτέ δε θα κατέληγα έτσι. Όμως όλα είναι τυχερά, θέμα συγκυρίας και ενός γυρίσματος της στιγμής. Όλοι το ξέρουν, κανείς δεν το παραδέχεται. Είναι βολικό να αισθάνεσαι πως ό,τι κι αν έγινε, τουλάχιστον δεν απέτυχες, είσαι κομμάτι αυτής της κοινωνίας, οι άλλοι σε συναντούν και – ακόμη – σε αναγνωρίζουν στην πλευρά των νικητών. (Κι ας παίρνεις 400€ μισθό – το θέμα είναι να είσαι λειτουργικός).

Σε μια ταινία του Μπέργκμαν η γυναίκα πλένει τα δόντια της και ο άντρας της σκέφτεται ότι αυτή ακριβώς η μικρή κίνηση – το πλύσιμο των δοντιών – ήταν ένα στοιχείο της που ερωτεύτηκε κάποτε. Οι κοφτές κινήσεις, η γλύκα, ο συγκεκριμένος ιδιαίτερος ήχος. Σήμερα οι ίδιες κινήσεις της τον αηδιάζουν, του φαίνονται μπανάλ, απαίσιες, σχεδόν επιθετικές. Κοιτώντας τα πρόσωπα στο λεωφορείο, θυμήθηκα εκείνη τη σκηνή στην τουαλέτα. Χρειάζονται τα ίδια περίπου πράγματα για να αγαπήσεις τον κόσμο και για να τον σιχαθείς. Αλλάζει μόνο το αίσθημα της στιγμής και η δική σου συνειδητή επιλογή.

Στο Μετρό μπαίνει ένας (υπερ)χίψτερ βγαλμένος από περιοδικό, σχεδόν δεν ήταν πραγματικός. Δεν πρέπει να έχω ξαναδεί πιο προσεγμένο ντύσιμο από την κορφή ως τα νύχια. Αμέσως ανοίγει την τσάντα, βγάζει το Έθνος και αρχίζει να διαβάζει. Βλέπω κλεφτά τη φράση «ο Τσίπρας να δείξει πυγμή και να μην αφήσει τους αγρότες..». Ύστερα στις κυλιόμενες δεν μπορώ να ανέβω γρήγορα γιατί στην αριστερή μεριά κάθονται δύο γυναίκες εκεί γύρω στα σαράντα, ντυμένες όμορφα και απλά. Μοιάζουν πολύ συμπαθείς φυσιογνωμίες, δεν θέλω να είμαι αγενής, αλλά κάνω μια κίνηση ότι θα ήθελα να περάσω. Με κοιτάζουν, δεν κουνιούνται χιλιοστό και συνεχίζουν την κουβέντα τους. Στην επόμενη κυλιόμενη δύο τύποι, σχετικά φουσκωτοί με μαύρες φόρμες και σχεδόν ξυρισμένα μαλλιά έχουν πιάσει το ίδιο σημείο. Κάνω την ίδια κίνηση, ο ένας τύπος με βλέπει, κάνει απευθείας δεξιά και μου λέει χίλια συγνώμη. Η μέρα δεν προσφέρεται για συμπεράσματα, έχουν βγει όλοι εκτός πλαισίου και δεν θα μπορέσουμε να κάνουμε τις κατατάξεις που συνηθίζουμε και στις οποίες συνήθως πέφτουμε μέσα. Σήμερα όμως όλα είναι βαλμένα κάπου λάθος και το μόνο που μένει σταθερό είναι αυτή η κοινή μελαγχολία, δεν αντέχεται η μέρα. Στο λένε χωρίς να μιλάνε, όλοι οι επιβάτες, σε μετρό και λεωφορείο, στα Λιόσια, το Πανεπιστήμιο και το Συγγρού Φιξ.

Στο λεωφορείο ξανά, σκέφτομαι για εκατομμυριοστή φορά πως σιχαίνομαι αυτούς που μπαίνουν πριν κατέβει ο κόσμος, αυτούς που τρέχουν να καθίσουν ακόμη κι αν μπουν για τρεις στάσεις. Κοιτάζω τη γυναίκα που έκανε όλα τα παραπάνω με τον πλέον επιδεικτικό τρόπο και σκέφτομαι τι διάολο μυαλό κουβαλάει και που πάει με αυτό το ύφος που λέει – κακά τα ψέματα – εγώ θα κάτσω και άντε και γαμηθείτε είστε όλοι σκουλήκια και βρωμιάρηδες. Ταυτόχρονα με πιάνουν κάτι περίεργα, ίσως φταίει η μουσική στ’ ακουστικά, και λέω από μέσα μου, ποιος ξέρει ποιο τσακισμένο γόνατο, ποια καταπονημένη μέση κρύβεται κάτω απ’ τα ρούχα της. Και μου απαντάει από ένα φανταστικό τηλεπαράθυρο ο φιλελεύθερος της εποχής, αυτό δεν είναι δικαιολογία, μπορεί να είναι ευγενική, υπάρχει και προσωπική ευθύνη. Πριν προλάβω να του απαντήσω ότι ναι μεν αλλά, ένας φανερά εξουθενωμένος παππούς κάνει ακριβώς το ίδιο μπαίνοντας στο λεωφορείο στην επόμενη στάση. Τι να σου κάνουν και οι άνθρωποι αν έχουν μάθει ότι κανείς δε θα τους δώσει τίποτα και ότι δεν δικαιούνται τίποτα και ότι αν δεν αρπάξουν κάτι, θα μείνουν τελευταίοι και καταϊδρωμένοι. Ο φιλελεύθερος, της τότε εποχής, τους διαπαιδαγώγησε μια ζωή στον εξοντωτικό ανταγωνισμό, τους πιπίλισε το μυαλό ότι ο καθένας είναι μόνος και τίποτα δεν είναι τσάμπα και τώρα αυτοί έχουν γίνει η σύνοψη όλων των προηγούμενων προταγμάτων. Για να επιβιώσεις στη χώρα της μετωνυμίας πιθανότατα θα καταλήξεις να διαβάζεις το 3 σαν ε και για να επιβιώσεις στην ερημιά πιθανότατα θα καταλήξεις να γίνεις μισάνθρωπος, επιθετικός, μια σκληρή πέτρα. Ο διπλωμάτης ποιητής τα έχει πει για τη σκέψη του ανθρώπου που έχει καταντήσει πραμάτεια, αλλά ποιος να τον ακούσει, οι ίδιοι που τον υμνούν για το Νόμπελ του, αλλά βαριούνται να ακούσουν τα λόγια του, ζητούν απελευθέρωση των απολύσεων, μείωση του βασικού, αλλά ευγένεια στα λεωφορεία. Ναι, ναι ξέρω, δεν συνδέονται αυτά άμεσα μεταξύ τους. Μπορεί και όχι, μπορεί και ναι. Ο καθείς και η οπτική του για τον κόσμο και το μόνο που μένει αδιαπραγμάτευτο είναι ότι για να περπατήσεις στο κέντρο της Αθήνας πρέπει να έχεις τόσο γερό στομάχι ή τόσο κοντή μνήμη. Άντε και ένα ακόμη ενδεχόμενο: να πιστεύεις ότι ο καθένας παίρνει ό,τι του αξίζει και πως πέφτει μόνο όποιος δεν προσπάθησε αρκετά. Αστεία πράγματα δηλαδή ή μάλλον η συνταγή που μετατρέπει τον κυνισμό και την αλαζονεία σε αρθρογραφία.

Στριμωγμένος στο λεωφορείο, είναι η ώρα της ημέρας που αγαπάς όλο τον κόσμο κι όλοι σου φαίνονται τόσο πονεμένοι και κυνηγημένοι κι αδίκως εξαντλημένοι. Υπάρχει κάποιο αόρατο χέρι να χαϊδέψει απόψε όλη την ανθρωπότητα που παριστάνει τη σαρδέλα στα συνοικιακά δρομολόγια των λεωφορείων;

Ας πει και κάτι ο ποιητής:

Αυτό που πιάνω δεν είναι το χέρι σου πατέρα;

Αυτό δεν είναι το κεφάλι σου γερτό πριν απ’ τον ύπνο

εσύ δεν είσαι ο σκεφτικός που όλο ρωτάς τη μάνα

Μαρία γυρίσαν τα παιδιά;

Εσύ δεν είσαι ο ανυπέρβλητα πικρός και τρυφερός

φουμάρεις το τσιγάρο σου χαμογελάς ρωτάς:

Τί άλλο χρειάζεται ο κόσμος μωρέ παιδιά

για να πλαγιάζει κατά τη μεριά της καρδιάς;

 

6 σχόλια

Filed under τα ελάχιστα

σφίγγει τα δόντια

Η εποχή είναι τέτοια. Δεν μπορείς, δεν προλαβαίνεις να μετρήσεις το δικό σου ζόρι. Η πόλη σε γειώνει, σε αφήνει εμβρόντητο, σου ρίχνει μια σφαλιάρα. Ποιος είσαι εσύ που θα πεις το ένα και το άλλο, που θα παραπονεθείς; Δεν βλέπεις αυτόν που..; Τον άλλο που..; Την παράλλη που..; Αυτή η πόλη είναι μια διαρκής γεννήτρια προοπτικής. Δες το χειρότερο. Δες τον πάτο του βαρελιού. Δες τι σημαίνει πτώση. Αυτή η πόλη. Καταναλώνουμε φωτογραφίες μεταναστών στοιβαγμένων στα αμπάρια καραβιών. Καταναλώνουμε ιστορίες ανθρώπων που ζητάνε λεφτά στα ΜΜΜ. Καταναλώνουμε το αστικό τοπίο, σαν να μην ήταν ξεχειλισμένο από ανθρώπους που έπεσαν μια και καλή. Οριστικά. Καταναλώνουμε τις μέρες μας με τα ακουστικά στ’ αυτιά, λες και περιμένουμε απλά τη στιγμή που ο εκφωνητής θα πει: «ελάτε, ήταν όλα ψέματα. Επιστροφή στην προηγούμενη κανονικότητα».

Εντωμεταξύ φίλοι, γνωστοί και άσχετοι έχουν χάσει τον ύπνο τους. Δεν μπορούμε ούτε να παραδοθούμε πια.

Ναι βέβαια, υπάρχει ακόμη ένα φοβερό δίχτυ ασφαλείας. Με περιμένει πάντα ένα ωραίο πιάτο φαΐ, οι φίλοι ακόμη κερνάνε και έχω την φοβερή άνεση να μπορώ να καταρρεύσω στο μαξιλάρι δίπλα της και να ξέρω πως αυτή σίγουρα θα με δεχτεί, θα με παρηγορήσει, θα με επαναφέρει. Αυτή με επαναφορτίζει και εγώ αδειάζω χωρίς να έχω καταφέρει τίποτα, ούτε ένα κούτσικο χτύπημα στο θάνατο που μας κυνηγάει από όλα τα στενά, φορώντας όλα τα πρόσωπα.

*

IMG_2422

Είμαι στο Λαύριο. Μια γυναίκα παρκάρει μπροστά στο σουβλατζίδικο. Ο σερβιτόρος, ένα παιδί 20 χρονών, κάνει χαμηλόφωνα σχόλια στην παρέα του. Η γυναίκα κάνει μανούβρες, ενώ ο χώρος είναι, ομολογουμένως, μεγάλος. Χαζογελάνε και παρατηρούν. Άραγε πόσες μανούβρες ακόμη θα κάνει η άσχετη; Το παιδί, που λίγο πριν περδικλωνόταν με την παραγγελία και δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τι θέλουμε – αυτό είναι ένα φιλελεύθερο σχόλιο, να θυμηθώ να το σβήσω μετά – τώρα κορόιδευε τη γυναίκα που δυσκολεύτηκε να παρκάρει σωστά. Έπειτα από πέντε λεπτά ακριβώς στο ίδιο σημείο πάρκαρε ένας άντρας, αφήνοντας ένα με ενάμιση μέτρο κενό ανάμεσα στο πεζοδρόμιο και στο αμάξι. Δεν είπαν τίποτα. Δεν το παρατήρησαν καν. Το Λαύριο, σκέφτομαι, θα μπορούσε να είναι μια πολύ όμορφη πόλη. Είναι όμως μια Μεγαλόπολη με θάλασσα. Προποτζίδικα, λέπρα, καναπέδες, τζαμαρίες, φρέντο και καμιά διακοσαριά γυράδικα, ζήτημα αν υπάρχει ανάμεσά τους ένα αξιοπρεπές. Κάποτε το αγαπούσα πολύ το Λαύριο. Ανέπνεα γλυκιά επαρχία και καλωσόρισμα στο δρόμο για το Σούνιο και αλμύρα στα μπράτσα μας. Φυσικά έκανα λάθος. Μηχανάκια στρίβουν σαν τρελά και βγάζουν το θόρυβο της παρακμής, μιας παρακμής τέτοιας που είναι αυτοφυής και πρωτότοκη. Δεν προηγήθηκε τίποτα το όμορφο εδώ πέρα. Μια μέρα απλά έπεσε απ’ τον ουρανό ένας εφιάλτης.

Στην Πλάκα περνάει μια κοπέλα με κοντό σορτς μπροστά απ’ τον τύπο, που κρατάει το μενού και περιμένει στην είσοδο για να πιάσει τους περαστικούς τουρίστες. Κάνει με το κορμί του μια κίνηση σα να την ακολουθεί, σφίγγει κάπως τα δόντια λες και κάτι θα μουρμουρίσει και έπειτα γυρνάει στο συνάδελφό του μέσα στο κατάστημα με σαρδόνιο χαμόγελο. Η σκηνή, τόσο συνηθισμένη που μοιάζει αναπόφευκτη, αποπνέει μια αίσθηση σχεδόν βίαιη. Κάποτε θα αναγνώριζα και μια γλυκιά υπόγεια λαϊκότητα, μια υπενθύμιση της παντοκρατορίας του σώματος, ένα σκληρό φλερτ. Τώρα πια όχι. Τώρα μουρμουρίζω χυδαιότης χυδαιοτήτων τα πάντα χυδαιότης.

Η χυδαιότητα είναι ένα στιλ που επιβάλλεται. Τα σχόλια, τα βλέμματα και η υποτίμηση. Κάποτε θα έλεγα ότι τα σχόλια, προφανώς σεξιστικά, κρύβουν και μια φοβερή ακατέργαστη επιθυμία, μια λύσσα που πηγάζει απ’ τη ζωή που δεν βιώνεται. Όχι πια. Τώρα δε σκέφτομαι τίποτα. Σκέφτομαι μόνο ότι η κοπέλα όσο γρήγορα κι αν περπατήσει, δεν προλαβαίνει να φτάσει πουθενά. Αν είναι ελληνίδα, πιθανότατα τρώει ξύλο μέσα στο διαμέρισμα . Αν είναι ξένη διασύρεται ποικιλοτρόπως και κορτάρει με πιο μεγάλους κινδύνους. Πού θα τη βρουν και σε τι κατάσταση; Ξένες πουτάνες, ξένες χορεύτριες, ξένες καθαρίστριες. Οι ελληνικές αξίες απέναντί τους, αν αφαιρέσει κανείς την περιρρέουσα επιφανειακή ηθικολογία, συνοψίζονται σε μια ατελείωτη χυδαιότητα και μια τρομερή βία.

Το λαϊκό στοιχείο, πολυτραγουδισμένο ακατέργαστο διαμάντι, κοπιάρει τις ιδέες και τις πρακτικές μιας κυρίαρχης ιδεολογίας που ξέρει να πορεύεται μόνο βουτηγμένη στη χυδαιότητα. Ένας άνθρωπος με πολλά χρήματα, στο κωλόμπαρο αγοράζει ισχύ, υπεροχή, το δικαίωμά στη βία, που του υπόσχονται κάθε πρωί στο δρόμο για τη δουλειά. Ένας άνθρωπος στην Πλάκα, που δεν τολμάει να μιλήσει στο αφεντικό του στον ενικό, ξεσπάει μια ζωή καταπίεσης στο βλέμμα, στα λόγια, πιθανώς και στο σηκωμένο του χέρι. Έχει ιδεολογικοποιήσει την ανωτερότητα της φυσικής δύναμης. Γι’ αυτόν φυσική δύναμη είναι τα λεφτά. Δικαιούται να την τρώει απ’ το αφεντικό του. Δικαιούται να ξεσπάει στο περαστικό σορτς. Επιβάλλεται να συνεχίζει τη φυσική ροή των πραγμάτων. Η φυσική ροή των πραγμάτων εξηγείται με απλά λόγια – μεταξύ άλλων – στις ειδήσεις των οχτώ. Στο κήρυγμα, στον πατριωτικό λόγο, στα γυναικεία περιοδικά μόδας.

Στα αθλητικά σάιτ δίπλα στα αναλυτικά ρεπορτάζ για το πόσο γαμάτος και κιμπάρης και αρχιδάτος είναι ο τάδε ιδιοκτήτης ΠΑΕ, έχει πάντα και ένα μέρος που μπορούμε να απολαύσουμε την τάδε γκόμενα του τάδε πασίγνωστου ποδοσφαιριστή. Ή την τάδε εμφάνιση της τάδε τηλεπερσόνας. Τώρα τελευταία, έχουν ανακαλύψει τα σόσιαλ μίντια. Ιδού – προκλητική εμφάνιση της Χ. στο ινσταγραμ.

*

IMG_2422

Στο μεταξύ ποτέ δε μαθαίνουμε τίποτα.  Όλα είναι περιστατικά και ειδησούλες και υπερβολές κάποιων ομάδων και ανθρώπων. Αλλά και πάλι δε μαθαίνουμε τίποτα. Σαν τη φωνή εκείνης της γυναίκας σε μια πολυκατοικία, δύο τετράγωνα απ’ το σπίτι, για την οποία είχα ξαναγράψει ένα χρόνο πριν. Την ακούμε καθώς βγάζουμε βόλτα το σκύλο. Απ’ την απέναντι πολυκατοικία, ένας άντρας βγαίνει στο μπαλκόνι, «καθησυχάζει» εμάς και άλλους δυο περαστικούς. «Τη δέρνει». Δεν καταλαβαίνουμε τίποτα. Δεν ξέρουμε σε ποιο όροφο, σε ποιο μπαλκόνι να κοιτάξουμε, προς τα πού να φωνάξουμε. Φωνάζουμε γενικώς. Ενάντια στη ζωή και τον κόσμο τον ίδιο. Στο βάθος του δρόμου βγαίνει γρήγορα απ’ την πυλωτή και χάνεται αμέσως σε κάποιο άλλο στενό μια φιγούρα. Φοράει ένα σκούρο μπουφάν και δεν μπορείς να ξεχωρίσεις τίποτα άλλο. Αν είναι ψηλός, κοντός, χοντρός, αδύνατος, ξανθός, μελαχρινός. Έχει φύγει ήδη, μακριά, κανονικός ανάμεσα στους κανονικούς. Ο άντρας που μας έδωσε τις εξηγήσεις κλείνει τη μπαλκονόπορτα με ένα ελαφρύ γδούπο. Ο ουρανός βρέχει πρωτοσέλιδα της εσπρέσο και ποστ της αϊ – εφημερίδας.

Υγ. Μπόνους: με αφορμή ένα περιστατικό

3 σχόλια

Filed under τα ελάχιστα

στην ψυττάλεια

χρωματιστή συλλογή ποιημάτων εκτός εμπορίου με πρωταρχικό σκοπό την αναζήτηση της χειρονακτικής εργασίας τής ποίησης

IMAG0262

 Σκέφτεσαι κάθε τέτοια εποχή τι βιβλία θα πάρεις για καλοκαίρι, να ‘ναι τέσσερα πέντε, αλλά κάπως τα θες. Είναι ιδιαίτερη εποχή, θέλω δύο μυθιστορήματα, μερικά διηγήματα, τίποτα μέτριο όμως. Το καλοκαίρι δε μ’ αρέσει να διαβάζω κάτι έτσι κι έτσι. Βαριέμαι τις ίδιες μου τις ενστάσεις, τα ελαφρώς ενδιαφέροντα πράγματα, τα εντάξει, δεν ήταν κι άσχημο, καλά πέρασα. Το εντάξει δεν μπορεί να συνυπάρξει με το διάβασμα στη σκιά του αρμυρικιού ή το βράδυ στο οποιοδήποτε μπαλκόνι με την οποιαδήποτε θέα. Είτε βλέπεις θάλασσα ή όχι, τα πράγματα είναι οριακά.

Άμα καίει ο ήλιος ακόμη στην πλάτη σου, άμα η νωθρότητα του απογεύματος του Ιουλίου μάχεται τα ζόρια ενός ολόκληρου χρόνου, δεν υπάρχει χρόνος για ναι μεν αλλά και ναι, αλλά βασικά εννοούσα όχι.

IMAG0258

Το καλοκαίρι είναι ένα απόκοσμο δώρο, είτε είσαι εδώ είτε έχεις δραπετεύσει. Είτε στην πόλη με τα όλο και πιο βραδυκίνητα ζόμπι είτε σ’ εκείνο το νησί που είναι όμορφο πέρα απ’ όσα μπορείς να πιστέψεις ή και να φανταστείς. Δώρο επειδή σου θυμίζει κάτι που κάποτε υπήρξε μέσα σου σε αφθονία. Δώρο επειδή σου θυμίζει πως γελούσες κάποτε σε ένα στενό μπαλκόνι και το Παγκράτι να βράζει. Πως έβγαινες απ’ τον ΗΣΑΠ στον Πειραιά, με τι αέρα, τι γεύση νίκης, τι γροθιές σφιγμένες και αήττητες.

Δώρο που συνάντησες και καταβρόχθισες με εξαλλοσύνη, χάλια, στην αλλοπρόσαλλη Ίο, δώρο που χάιδεψες με ευγένεια και συγκίνηση, στην εξωγήινη Πάτμο, δώρο που πήρε ο αέρας στη χώρα της Αμοργού, δώρο που σου δίνεται ξανά και ξανά στην Άνω Σύρο, στον Ταΰγετο, στον Λούσιο ποταμό και στο ταξίδι της επιστροφής κολλημένος χωρίς a/c στα διόδια τότε στην Κόρινθο.

IMAG0260

Το καλοκαίρι δεν διαβάζω ποτέ ποίηση, δεν ξέρω γιατί, ίσως συνήθεια. Αλλά κάποτε το δώρο του θέρους σε παίρνει απ’ το χέρι και σε ξεπλένει σ’ αυτό το καλοκαιρινό τοπίο, που δεν έχεις πάει, αλλά μοιάζει σα να το ξέρεις. Όπως το αλσάκι του Αγ. Κων/νου στο χωριό, όπως το Γαλησσά, όπως την Ψιλή Άμμο, όπως το καφέ Αμμάν, όπως τις πρώτες διακοπές 16 χρονών στην Λευκάδα. Ακόμη, και αυτόν τον Ιούλιο παίζεις βόλεϊ και ακόμη φοβάσαι να κοιτάξεις τη σερβιτόρα στην άλλη πλευρά του φιλέ.

IMAG0259

Σκεφτόμουν τότε, άμα μεγαλώσω, σε λίγα χρόνια, θα ‘ναι τέτοια τα κορίτσια που θα πηγαίνουμε διακοπές; Θα ‘ναι τέτοια τα βιβλία που θα διαβάζουμε παρέα με μοναδικό φως, τ’ αστέρια ή το μικρό φακό, ξαπλωμένοι στην ίδια πετσέτα; Θα είναι όλα ζεστά, ιδρωμένα, ημίγυμνα και χειροποίητα; Θα ‘ναι όλος ο Ιούλιος χειρονομίες αγαπητικές και ανακούφιση και παρηγοριά;

υγ. αν θες προλαβαίνεις και το καλοκαίρι και όλα του τα δώρα.

2 σχόλια

Filed under τα ελάχιστα

λόγω της ημέρας (σκόρπια)

1.

Νωρίς το βράδυ στην μισοάδεια Συγγρού με τα παράθυρα ανοικτά και τη δροσιά στο πρόσωπο. Στο πλάι αμάξια, άσχημα κτίρια και κόσμος στη στάση του λεωφορείου. Οδηγώντας, σκεφτόμουν ότι η Αθήνα κάποιες φορές σε πιάνει απ’ το λαιμό με τις πιο αντιφατικές ομορφιές. Σχεδόν ταυτόχρονα, το κορίτσι, κοιτώντας κάπου αόριστα μπροστά, μου είπε απότομα «το να ζεις εδώ είναι ανυπόφορο».

2.

Παρακολουθούσε την οθόνη και τα δάχτυλά του έσφιγγαν το πλάι της καρέκλας. Είχαν πεταχτεί οι φλέβες στο λαιμό και το πρόσωπο ήταν κόκκινο.

Κάποτε συνήθιζε να λέει, «εμείς ρε δε θα γίνουμε Αμερική». Βλέπαμε, πριν δέκα και βάλε χρόνια, σε live μετάδοση μία απ’ τις γνωστές καταδιώξεις της αμερικάνικης αστυνομίας που καταλήγουν σε σύλληψη ή θάνατο κάποιου φυγά. Τα έβλεπε και μουρμούριζε. Άνοιγε τη μία μπύρα μετά την άλλη. Βλέπαμε για το Αμπου Γκραιμπ. Κρατούμενοι χωρίς στοιχεία, χωρίς κατηγορίες, χωρίς δικηγόρο. Ανώνυμοι βασανισμένοι και φωτογραφίες που οι ίδιοι οι δεσμοφύλακες δημοσιεύουν. «Εμείς ρε δε θα γίνουμε Αμερική, εδώ έχουμε κινήματα ζωντανά, εδώ η αριστερά έχει ιστορία, εδώ η ιστορία ακόμη μυρίζει χούντα».

«Εμείς ρε δε θα γίνουμε Αμερική». Ακόμη και η φτώχια εκεί είναι διαφορετική. Όταν πήγα εκεί για λίγες μέρες, του περιέγραφα τις βόλτες στη Νέα Ορλεάνη και άλλες μικρότερες πόλεις του νότου. Τις πινακίδες “no trespassing” μπροστά σε ετοιμόρροπα τροχόσπιτα. Τις γειτονιές των μαύρων που δεν μπορούσες να φανταστείς ότι κόσμος μένει στ’ αλήθεια και τις απειλές προς τυχόν κλέφτες. «Εμείς ρε δε θα γίνουμε Αμερική, εμείς δε θα σκοτωθούμε μεταξύ μας. Εδώ έχει κοινότητες, γειτονιές, οι ταινίες δείχνουν ακόμη τον πόνο του φτωχού, τις ίδιες ιστορίες μας έλεγαν οι παππούδες μας και οι σημερινοί μετανάστες». Έτσι έλεγε, σίγουρος και ανακουφισμένος που εδώ τα πράγματα δεν θα γύρναγαν πια πίσω.

Τώρα, κοιτούσε τα πρόσωπα μιας ακόμη φουρνιάς πιτσιρικάδων στο σάιτ της αστυνομίας. Κι ύστερα προληπτικές προσαγωγές και ηλεκτροσόκ και ξύλο, πολύ ξύλο. Στη Μπουμπουλίνας ακόμη δέρνουν.

Τώρα, άκουγε κάποιον αριστερό να μιλάει για «περίεργη και χαλαρή στάση της αστυνομίας» απέναντι σε επί 6 μήνες απλήρωτους εργάτες. Κι ύστερα ανακοινώσεις και επερωτήσεις και ποστ (να σαν κι αυτό). Γεμίσαμε φαντάσματα.

Δεν μιλούσε, μόνο έσφιγγε την καρέκλα.

3.

«Εν πλήρει συγχύσει ένοχοι» ( και όχι πια αθώοι όπως το θελε ο στίχος ) παρακολουθούμε το φεστιβάλ του αυταρχισμού ζητώντας πότε ΕΔΕ και πότε απάντηση από τον ένα ή τον άλλο υπουργό. Τις προάλλες είδα στο μετρό Ακρόπολης να ψάχνουν όποιον έβρισκαν μπροστά τους, αρκεί να είχε τσάντα. Προσαγωγές πριν ξεκινήσει η διαμαρτυρία «επειδή είχε μάσκα». Πολύ αργότερα καμιά τριανταριά δελτάδες πιάνουν έναν πιτσιρικά στην Αιόλου. Του περνάνε χειροπέδες, τον βάζουν να φορέσει τη μάσκα που είχε μαζί του και τον τοποθετούν μπροστά τους να περπατάει πρώτος ενώ οι άλλοι ακολουθούν με τα μηχανάκια πίσω του. Επίδειξη του τρόπαιου, διασυρμός και ξεφτίλα. Μέχρι και από το (όχι και τόσο αριστερό ή αναρχικό) μαγκαζέ ο κόσμος εξανίσταται. Φωνάζουν «τί είναι αυτά που κάνετε στο παιδί;» «ντροπή». Ένας απ’ τους μπροστινούς δελτάδες σήκωσε το χέρι του, κάνοντας το σήμα της νίκης. Ανάμεσα στους αστυνομικούς που έψαχναν στο μετρό Ακρόπολης, ένα παιδί απ’ το χωριό μου. Μου μίλησε, έχασα την ψυχραιμία μου. Τον έχω δει χιλιάδες φορές, έχουμε παίξει μπάσκετ, έχουμε πιει μπύρες στο πανηγύρι. Τώρα, όταν του είπα ότι είναι παράνομο να ψάχνετε χύμα τον κόσμο, χωρίς αιτιολογία μου λέει: «Υπάρχει αιτιολογία. Λόγω της ημέρας και λόγω ενδυμασίας».

Λόγω ενδυμασίας, λόγω βλασφημίας, λόγω ανάγκης, λόγω χρεών, λόγω διαμαρτυρίας, λόγω αντίδρασης, λόγω τακτικής, λόγω της ημέρας, λόγω της επίσκεψης, λόγω του ελλείμματος, λόγω ευρωπαϊκού προσανατολισμού, λόγω της πίστης, λόγω νηφαλιότητας, λόγω υπευθυνότητας, λόγω της ημέρας ξαναλέω, παρακαλείστε να συνεχίσετε να παρακολουθείτε ήρεμοι και χωρίς πολλά πολλά φίλους, συγγενείς και άγνωστους περαστικούς να εξευτελίζονται. Μην ανησυχείτε, αύριο θα διαταχθεί επείγουσα ΕΔΕ. Θα αποδοθεί δικαιοσύνη, θα δείτε. Θα το πουν και στις ειδήσεις.

6 σχόλια

Filed under τα ελάχιστα

μια ωραία ατμόσφαιρα

  (via)

Κυνισμός, γελοιότητα ή ειλικρινής έκφραση της κουλτούρας που πέφτει πάνω στα κεφάλια μας. Πανηγυρίζουμε θανάτους, τρώμε σουβλάκια βλέποντας το ογδοηκοστό ριπλέι του πτώματος του Καντάφι, κυβερνιόμαστε από υπεραποφασισμένους βασιλιάδες ή ανίκανα ανθρωπάκια.

 ***

Ο Ολυμπιακός φτιάχνει μεγάλη ομάδα επειδή ο Ε. Βαλβέρδε, με επιμονή του προέδρου Μαρινάκη, ήταν και παραμένει προπονητής του. Με άλλα λόγια, επειδή ο πρόεδρος επιμένει και εφαρμόζει τις επιλογές του, ο Ολυμπιακός αποκτά τα χαρακτηριστικά μιας μεγάλης ομάδας με προσωπικότητα.

Οι όψιμοι υποστηρικτές του Βαλβέρδε καλό θα είναι να πάνε στον καθρέπτη να κοιταχτούν και να ορκιστούν στον εαυτό τους ότι δεν θα αποδοκιμάσουν ξανά τους παίχτες και τον προπονητή.

Ο Λοβέρδος, υπουργός και μέλος του κινήματος των τριών, στηρίζει Ευάγγελο Μαρινάκη, ακολουθώντας τη γραμμή της ελληνικής αθλητικογραφίας, η οποία από χρόνια δεν κοιτάζει μέσα στο γήπεδο, αλλά πάνω στις εξέδρες και συγκεκριμένα στα επίσημα. Υπουργοί και δημοσιογράφοι στηρίζουν προέδρους. Το κοινό τους αντιδρά χύμα και ψηλαφητά. Πανό κατά της κυβέρνησης, συνθήματα κατά των δανειστών. Ο οπαδός, γνήσιο κομμάτι της κοινωνίας. Μπερδεμένος, πωρωμένος, κάφρος και χιουμορίστας, αδιάφορος και ξερόλας, πάντως στα πρόθυρα της απόγνωσης.

 ***

Ο Πρωτόππας στη βουλή την Πέμπτη, λέει ότι αμαυρώθηκε η ωραία εκδήλωση των εργαζομένων εξαιτίας των επεισοδίων. Νομίζει ότι δεν έχει καμία σχέση με το γεγονός της 48ωρης απεργίας ή την βιαιότητα των διαδηλώσεων. Ο Πρωτόπαππας νομίζει ότι οι εργαζόμενοι διοργάνωσαν χοροεσπερίδα, συναυλία, σουαρέ, εκδήλωση. Το πασοκ δεν έχει καμία σχέση με όλα αυτά. Το πασόκ απλά σώζει την πατρίδα.

 ***

Στο πλάι της βιβλιοθήκης, στην Πανεπιστημίου, άνθρωποι με μισοβγαλεμένα ρούχα. Φόρμες σηκωμένες, μανίκια μέχρι τον αγκώνα, η μπλούζα αφήνει ακάλυπτη την κοιλιά. Ο καθένας παίρνει την πρέζα του όπως (και όπου) μπορεί. Λίγα μέτρα παρακάτω, κάποιοι με κοστούμια προχωράνε βιαστικοί, μια κυρία γυαλίζει τις κυλιόμενες, μερικά ακυρωτικά είναι σπασμένα.

 ***

Χαρακτηριστικό των τελευταίων συμπλοκών, η λύσσα. Έχει γεμίσει το μάτι μας από φωτογραφίες, τέσσερις σε έναν, εννιά σε έναν, πολλοί σε έναν. Καθαρός τρόμος σε μεγάλες τακτικές δόσεις.Έξω, συζητάνε το μέγεθος του κουρέματος και το μέγεθος της φτώχιας, όπως πλακώνονται μέσα, ερήμην της κοινωνίας. Αυτή η τελευταία τρώει τα σκάγια, δικαίως, αφού ακόμη και τώρα, ένα μεγάλο μέρος της, δεν θέλει να αναλάβει κάποια ευθύνη, παρά ασκεί κριτική από κάπου ήσυχα και μακριά.

Εντωμεταξύ, η ζωή συνεχίζεται. Kάπου στην Ιπποκράτους, δίπλα στα σκουπίδια και τις ρόδες των παρκαρισμένων, φυτρώνουν κάτι σαν μανιτάρια.

10 σχόλια

Filed under τα ελάχιστα

τίποτα

Δεν θέλω να πω για τον λίγο κόσμο που κατέβηκε χτες το πρωί ή για τον περισσότερο που ήρθε το βράδυ. Για όσους απέργησαν ή για όσους δούλεψαν. Δεν θέλω να πω για όσους αποδοκίμασαν το ΠΑΜΕ, για την βόλτα του ίδιου του ΠΑΜΕ, για όσους έπιασαν πέτρα ή δεν έτρεξαν προς τα πίσω την ώρα του χαμού.

οι tiger lillies και το crack of doom ανάμεσα σε δακρυγόνα, κλάμα, βήχα στην πλατεία Συντάγματος

Μιλάω μόνο για τη στιγμή που μπροστά στα μικρόφωνα στέκεται η τσανακλίδου και ο παπακωνσταντίνου. Δυσανασχετώ με τη χυδαιότητα κυρίως του δεύτερου, με την αθλιότητα της πόζας του. Πριν αρχίσουν όμως, αρχίζουν ξανά τα δακρυγόνα και οι αλλεπάλληλοι βροντώδεις ήχοι των χειροβομβίδων κρότου λάμψης. Ο κόσμος στρέφει το κεφάλι για μια στιγμή μετέωρος και ύστερα μπαίνουν οι νότες. Και ω το θαύμα μπροστά στα μάτια μας. Με κάποιο τρόπο, με τις φωνές των ίδιων λευκών και καταταλαιπωρημένων προσώπων, καταργείται μπροστά μας η χυδαιότητα του Παπακωνσταντίνου, καταργείται ο ίδιος ο τραγουδιστής, καταργείται το πρόσωπο του, η παλιακή και εκνευριστική φωνή του. Ακούγεται μόνο μια κιθάρα και οι φωνές του πλήθους που σκεπάζουν την επόμενη κρότου λάμψης. Και εκεί μες στη νύχτα όρθιοι και οκλαδόν, ψεκασμένοι και κυνηγημένοι όλη μέρα, κατακτούν ξανά απ’ την αρχή το “τίποτα δεν πάει χαμένο”. Το κερδίζουν απ’ την αρχή, το κάνουν δικό τους, το παίρνουν απευθείας απ’ τα χέρια του Λοΐζου, το τραγουδάνε για πρώτη φορά, το συνθέτουν εκείνη την ώρα όλοι μαζί. Και φωνάζουν με την πιο γλυκιά λύσσα, τίποτα δεν πάει χαμένο. Και φωνάζουν σαν να μην υπήρχε το ζόρικο αναπόφευκτο αύριο, τίποτα δεν πάει χαμένο. Και κλαίνε ξανά και ξανά το μαζεμένο δακρυγόνο στα μάτια τους. Και η φωνή τους είναι μοιρασμένο μαλόξ και κοινά χαρτομάντηλα και μπύρες για όλους απ’ το περίπτερο.Τίποτα δεν πάει χαμένο.

πιτσιρίκια στην αλυσίδα καθαρίζοντας την πλατεία

υγ1.  χθεσινό σύνθημα: το κίνημα δεν είναι εικόνα στις ειδήσεις, στο δρόμο γεννιούνται οι συνειδήσειςυγ2. Άκου πρωί πρωί την εκπομπή του Καίσαρα κι ύστερα θα σε δω στο δρόμο.

υγ3. και βέβαια ενημερώσου εδώ: radiobubble.gr/news

8 σχόλια

Filed under τα ελάχιστα, υπερβολές, φωτογραφικά

βαριά ρωσική προφορά

Η αμηχανία

Μεγάλη Παρασκευή πρωί κατεβαίνω στο χωριό και φτάνοντας στα διόδια (μη ρωτήσεις ποιά, είναι πλέον πάρα πολλά), διακρίνω κόσμο και σημαίες μπροστά από κάθε κουβούκλιο. Συνήθως είναι διαφημιστικά αυτά που μοιράζονται και δε δίνω σημασία. Πλησιάζοντας όμως, διαπιστώνω ότι έχουν τοποθετηθεί ελληνικές σημαίες παντού. Μπροστά από κάθε διάδρομο στέκονται δυο τρεις τύποι και μοιράζουν «στόχο». Πρόκειται για μια κίνηση της Χ.Α. Παγώνω λίγο γιατί παρατηρώ ότι δεν υπάρχουν περίεργοι με ξυρισμένα κεφάλια, γυαλισμένα μάτια και άλλα παρόμοια. Είναι κανονικοί άνθρωποι, εικοσάρηδες, τριαντάρηδες, ντυμένοι κανονικά και μοιράζουν εφημερίδες της χα. Ψελλίζω ένα όχι, ευχαριστώ. Συνέρχομαι μετά από κανένα δεκάλεπτο όταν το cd παίζει το ερωτικό του Πανούση.

Η βαρβαρότητα

Πριν πιεις καφέ, το ραδιόφωνο λέει ότι δολοφονήθηκε  ένας άνδρας την ώρα που ετοιμαζόταν να μεταφέρει την ετοιμόγεννη γυναίκα του στο μαιευτήριο. Ο καφές έχει περίεργη γεύση και ανεβαίνει ξανά στον ουρανίσκο, αφού ειδικά σήμερα, τυχαίνει να πρέπει εξαιτίας της δουλειάς να περάσω σε λίγο, πολύ κοντά απ’ το ίδιο εκείνο σημείο. Πλησιάζοντας εκεί, σφίγγω την τσάντα που κρατάω και ελέγχω τις τσέπες του σακακιού αν είναι ακόμη γεμάτες μετά το συνωστισμό του μετρό. Κοιτάζω περίεργα όσους περπατάνε προς το μέρος μου ή όσους βαδίζουν λίγο πιο γρήγορα. Είμαι ξένος σε μια εμπόλεμη ζώνη, μετράω τους ζητιάνους στα πεζοδρόμια και αναλογίζομαι άγνωστους νεκρούς. Πώς να ζήσεις έτσι;

Στο λεωφορείο δεν ξέρεις τι να σκεφτείς. Πηγαίνοντας, στην πλατεία Βικτωρίας, μπαίνει γέρος, εμφανώς ενοχλημένος. Μονολογεί, μάλλον δυνατά. «Διώξτους πια, γεμίσαμε αραπάδες. Σαβούρες». Μου κάνει εντύπωση η λέξη σαβούρες. Επίσης μου κάνει εντύπωση ότι το κορίτσι δίπλα μου, που χωρίς αμφιβολία συγκαταλέγεται στους αραπάδες, δεν αντιδρά καθόλου. Ούτε γκριμάτσα, ούτε κίνηση, ούτε κουβέντα. Αναρωτιέμαι αν δεν ξέρει ελληνικά ή αν αλήθεια αδιαφορεί ή αν απλά προσποιείται την ατάραχη.

Στο λεωφορείο δεν ξέρεις τι να σκεφτείς. Επιστρέφοντας, στην Πατησίων κάπου στο ύψος της ΑΣΟΕΕ, μπαίνει πολύς κόσμος. Ηλικιωμένος κύριος σπρώχνοντας και παρασύροντας, προλαβαίνει στο νήμα γυναίκα την οποία τοποθετώ γύρω στα σαράντα. Παρόλο που την έχει απωθήσει από πίσω και ενώ εκείνη δεν τον είχε δει, προκειμένου να πιάσει τη θέση, μουρμουρίζει κάτι για έλλειψη σεβασμού. Η γυναίκα το καταλαβαίνει κι ενώ στην αρχή δεν λέει τίποτα, το συνεχιζόμενο σιγανό μουρμουρητό του κυρίου δεν την αφήνει να ηρεμήσει. Ανοίγει το στόμα της και η φωνή βγαίνει όπως ο ήχος του κινητού όταν το έχεις στην επιλογή αυξανόμενη ένταση. «Καλά δεν ντρέπεσαι λίγο. Είπαμε σεβασμό στην ηλικία, αλλά όχι και τέτοια αγένεια. Όχι τέτοια συμπεριφορά. Και με σπρώχνεις και μιλάς. Γιατί δε μου ζητάς να καθίσεις, αφού δεν μπορείς να στέκεσαι όρθιος; Δε θα σου έδινα τη θέση; Παρά σπρώχνεις και μιλάς κιόλας». Τώρα πια η γυναίκα ξελαρυγγιάζεται. Αλλά κι αυτός απαντάει φωνάζοντας εξίσου: «Εγώ να ντραπώ; Εσύ να ντραπείς. Μεγάλος άνθρωπος και θα μ’ άφηνες όρθιο». Στα ακουστικά οι black pistol fire (νομίζω) είναι στο 29 (με τέρμα το 30) και όμως ίσα που ακούγονται. Οι φωνές συνεχίζονται μέσα στο λεωφορείο που εκείνη τη στιγμή διασχίζει την Πατησίων, όχι και τόσο μακριά απ’ την οδό Ηπείρου. Ξαφνικά, η γυναίκα μπροστά μου βγάζει τα δικά της ακουστικά, και βάζει μια φωνή ακόμη πιο δυνατή: «Σταματήστε επιτέλους. Είστε καλά; Υπάρχουν κι άλλοι στο λεωφορείο. Έλεος πια. Θα σκοτωθούμε κιόλας δηλαδή;». Σταματάνε. Ξαναβάζει τα ακουστικά.

Αν έλεγε και κάτι αστείο, αν προσέθετε πχ. ένα «αγάπη ρε μουνιά» στο τέλος της φράσης της, το ορκίζομαι θα της έδινα ένα φιλί εκεί, έτσι όπως στεκόμασταν στριμωγμένοι, εκνευρισμένοι και με τον κόμπο στο στομάχι. Δεν το έκανα, αλλά έτσι κι αλλιώς, για μια στιγμή, σκέφτηκα ότι αυτή η γυναίκα ακριβώς μπροστά μου, ήταν – στα σοβαρά – μια ηρωίδα. Ένας υπέροχος άνθρωπος που σταμάτησε με μια μόνο φωνή ένα μακελειό. Η ενέργειά της αμέσως, πήρε μέσα μου ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Έμοιαζε να δείχνει με θαυμαστή ακρίβεια, μέσα σε λίγα μόνο δευτερόλεπτα, ποιο είναι το καθήκον μας. Να σταματήσουμε το μακελειό, να συγκρατήσουμε τη λύσσα, να βάλουμε μια φωνή που θα ξεκαθαρίζει τα πάντα εδώ και τώρα. Η φωνή της, ήταν για μένα μια καθαρή πολιτική πράξη. Ήταν η δήλωση ότι δε θα μας φάει η μαύρη τρύπα. Το «έλεος» που φώναξε το άκουσα και λίγο αλλιώς.

ή το αντίδοτο

Για καιρό μ’ άρεσε να λέω ότι δεν υπάρχει πιο εύκολο πράγμα, απ’ το να βρίσκεις αντίδοτο στον κυνισμό. Αρκεί ας πούμε να ανοίξεις ένα οποιοδήποτε βιβλίο του Λακαριέρ ή του Βακαλόπουλου.

Κάτι αντίστοιχο ένιωσα, όταν είδα τις προάλλες το Io sono lamore. Σ’ αυτή την κατά τ’ άλλα μέτρια ταινία, υπάρχει ένα μαγικό δεκάλεπτο (ίσως και λίγο περισσότερο). Σ’ αυτό παρακολουθούμε την Tilda Swinton και τον Edoardo Gabbriellini, ξαφνικούς εραστές κάπου στην εξοχή. Σ’ όλη την ταινία χορταίνουμε χρυσά κοσμήματα, ακριβά φορέματα, επαύλεις και εξεζητημένα δείπνα. Σ’ αυτό το δεκάλεπτο όμως, βλέπουμε ανάκατα κουνημένα κοντινά από σφήκες, μίσχους, βυζιά, πόδια, μαλλιά, βουνοκορφές, λουλούδια, δάχτυλα, κοιλιές, γλώσσες, χώμα. Η Tilda Swinton, Ρωσίδα που παντρεύτηκε τον πλούσιο Ιταλό και ζει την υπέροχη ζωή, βρίσκει τον εαυτό της, τη Ρωσία μέσα της, στη μέση του πουθενά, στην κορυφή του βουνού, στη σούπα της μάνας της, στη βαριά προφορά, στο πάθος που ξαπλώνει πάνω σε αγκάθια και χόρτα. Η προηγούμενη ζωή, η πλούσια, η γεμάτη παρέες και δεξιώσεις, χρήματα και μαλλιά κομμωτηρίου, είναι απλά ένα φορτίο. Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο μοιάζουν εξαιρετικές οι σκηνές, στις οποίες η οικονόμος βγάζει με ιδιαίτερες κινήσεις, σαν ιεροτελεστία, τα δαχτυλίδια, τις γόβες, το κολιέ της T. Swinton. Αυτή η διαδικασία επαναλαμβάνεται στην αρχή του δεκάλεπτου, όταν λίγο πριν ο ένας καταβροχθίσει το σώμα του άλλου, ο άντρας αναλαμβάνει να απογυμνώσει απ’ το φορτίου του κόσμου τη γυναίκα.

Η Tilda Swinton δείχνει το δρόμο, όχι βέβαια απαρνούμενη τα πλούτη, αλλά ξαναβρίσκοντας τη χαμένη Ρωσία. Ανακαλύπτοντας ξανά την σαρκική επαφή, την αμήχανη επιθυμία. Αφήνοντας το κορμί γυμνό, μπας και  ξανασυστηθεί με τον αληθινό κόσμο. Δίνοντας στον E.G. το ψαλίδι που της κόβει με μιας, τα νεκρά από λακ μαλλιά.

Κάπως έτσι, η ζωή σπαρταριστή, παθιασμένη και γεμάτη μελανιές του έρωτα κοιτάζει ευθεία στο βάθος τις βουνοκορφές κάπου στην Ιταλία, τη Γαλλία, την Αρκαδία, τον Υμηττό. Κάπως έτσι, η ζωή επιτέλους βρίσκει τη μητρική της γλώσσα, τη βαριά ρώσικη προφορά.

Να, σαν κι εμάς που βρίσκουμε σιγά σιγά τη μητρική μας γλώσσα. Αυτή που υπερασπίζεται την μετανάστρια στο λεωφορείο, τη γυναίκα απ’ τον ξινό γέρο, τον άντρα που απλά θέλει να πάει τη γυναίκα του στο μαιευτήριο. Η μητρική μας γλώσσα. Αυτή που μιλούσε σήμερα το απόγευμα ο Νεντίμ απ’ το Πακιστάν, όταν μου έσφιξε το χέρι πέντε κι έξι φορές επειδή του έδωσα πέντε παραπάνω γαμημένα ευρώ, που έπλυνε το αμάξι. Η μητρική γλώσσα. Αυτή, που μου επιτρέπει ακόμη να νιώθω ντροπή. Αυτή που κάπου κάπου, πνέει σαν δροσερό αεράκι στον Ταΰγετο, τον Πάρνωνα, το κέντρο της Αθήνας και τα στενά των Πετραλώνων.

42 σχόλια

Filed under τα ελάχιστα