Category Archives: ταυτολογίες – για τη νοσταλγία

γεννήθηκα σε μια στιγμή

«Οι μόνοι που αξίζουν για μένα είναι οι τρελοί, αυτοί που τρελαίνονται να ζήσουν, να μιλήσουν, να σωθούν, που ποθούν τα πάντα την ίδια στιγμή, αυτοί που ποτέ δεν χασμουριούνται ή δε λένε κοινότοπα πράγματα, αλλά που καίγονται, καίγονται, καίγονται σαν τα μυθικά κίτρινα ρωμαϊκά κεριά…» Πήγαινα ακόμα σχολείο όταν πρωτοδιάβασα τα λογάκια του Κέρουακ και νόμιζα ότι το σακίδιο με τα βιβλία στην πλάτη ήταν το μόνο εμπόδιο για εκείνες τις φωτισμένες κι απέραντες λεωφόρους που υποσχόταν η πρωτοφανής για μένα γραφή.

Ύστερα εκείνος ο Μίσιος μου μιλούσε με μια παραληρηματική γλώσσα, εξηγώντας ότι ο δρόμος είχε χίλια πρόσωπα κι όλα έκρυβαν αγάπη γι’ αυτόν που θα ήθελε όχι να εξηγήσει αλλά να υπάρξει παρέα με τους άλλους. Γειτονιές όλο μυστικά, έρωτα και τραγούδια. Λαχανιασμένος άκουγα τη Ζωγράφου, τον κλόουν του Μπελ, τους στίχους του Καρυωτάκη, του Καββαδία και του Γκόρπα.

Σήμερα το μεσημέρι μέτρησα 26 Φλεβάρηδες. Κάθε χρόνο τέτοια μέρα λέω ότι οφείλω στον εαυτό μου τουλάχιστον αυτό. Να τακτοποιήσω στο μυαλό τις αναφορές μου. Φυσικά για απολογισμούς ούτε λόγος. Είναι εμφανές ότι δε μας παίρνει, άλλωστε.

[Τον τελευταίο καιρό πληθαίνουν τα τηλεφωνήματα που ανακοινώνουν κακά μαντάτα. Γκρεμίζονται οι τριγύρω μονοκατοικίες και σηκώνονται ψηλά τέρατα. Όμως η περιοχή επιμένει να αδειάζει με γρήγορους ρυθμούς. Τελειώνουν οι γείτονες κι έρχονται οι κάτοικοι. Οι θείες αναχωρούν κι αυτές και καθεμιάς η άδεια καρέκλα αποκαλύπτει λίγες μόνο απ’ τις παλιές ιστορίες που θα συνεχίσω ν’ αγνοώ. Μένει το ψιλόβροχο ή η αφόρητη ζέστη γύρω από αδιάφορους μακρινούς συγγενείς που περιμένουν ευλαβικά ένα καφέ στο κρύο κυλικείο. Εξακολουθώ λοιπόν να τα βλέπω όλα κινηματογραφικά, που σημαίνει σαν μια ρωγμή ανάμεσα στο πραγματικό και τη φόρτιση του ονείρου]

Δεν υπάρχει μελαγχολία ή αίσθηση του θανάτου φυσικά, αλλά αυτή η αδιάκοπη πίεση ότι πρέπει να γίνεις αυτός, το συγκεκριμένο πρόσωπο. Οι προσδοκίες εκείνου του παιδιού που κάποτε υπήρξες, καραδοκούν σε κάθε στροφή, αλλά βρίσκουν καθημερινά τις λάθος απαντήσεις. Η νομοτέλεια υποτίθεται ότι έλεγε ότι η ιστορία θα μας οδηγήσει αριστερότερα, κι όμως αυτή η καρικατούρα εαυτού φωνάζει στους καθρέφτες πως τα βήματά μου αδυνατούν να αποφύγουν τελικά τον κομφορμισμό. Πολιτισμός είναι η περιρρέουσα ατμόσφαιρα έλεγε ένας φίλος και εξακολουθώ να συμφωνώ. Όμοιες καφετέριες με τζαμαρίες, ηθικολόγες φωνές στα παράθυρα και τζιπάρες που καβαλάνε πεζοδρόμια και όμορφες πλαστικές γκόμενες. Οι συντηρητικές κραυγές στο τηλεοπτικό all star game της βουλής πληθαίνουν συνεχώς και προσπαθώ να δω από πού να πιαστώ.

Διαβάζω σ’ ένα παλιότερο cd του Θάνου Μικρούτσικου «..όταν αφιερώνεις ένα τραγούδι στη μνήμη του Νίκου Πουλατζά, που πέφτει από ψηλά με τα βιβλία του αγκαλιά, εκεί τα πράγματα σοβαρεύουν..». Πιάνομαι απ’ τα βιβλία, απ’ την πτώση, απ’ τους φίλους που με συγκρατούν ή με σπρώχνουν μακριά. Πιάνομαι απ’ τον κόσμο, τα καλοκαίρια, τις όμορφες γυναίκες. Πιάνομαι απ’ τον ήχο του Βαμβακάρη και τις σελίδες του Τσίρκα. Καμία άνοιξη από δω και πέρα χαμένη.

Στις επάλξεις μέχρι τελικής πτώσεως. Στις αίθουσες αναμονής, τα εκδοτήρια, τις αποβάθρες, τους δρόμους. Φεύγοντας ή μένοντας ακίνητοι, φωνάζοντας ή παρατηρώντας, ο χρόνος είναι δικός μας.airport

…………………………………………………………………………………………………………….

Λέω σήμερα, απ’ το πρωί, τουλάχιστον αυτό. Να τακτοποιήσω τις αναφορές στο μυαλό μου.

4 Σχόλια

Filed under ταυτολογίες - για τη νοσταλγία

το ΚΤΕΛ έπαιζε μόνο β. καρρά

Απ’ τα πρώτα μεθύσια του λυκείου ως τα ξεσπάσματα του φοιτηταριού και τα σπασίματα κάτω από το τραπέζι στα κάθε λογής μπουζουξίδικα. Δεν ακούγαμε μόνο rock ή ρεμπέτικα, έντεχνα (όπως τα ονομάζουν τα ραδιόφωνα) ή ηλεκτρονική μουσική. Ατελείωτες επιστροφές στις αρχαίες 60αρες Maxcell και στα ξέχειλα ποτήρια μας. Διαρκείς αναφορές στο Βασίλη Καρρά. Μετράω μπουκάλια ουίσκι που εξαφανίστηκαν παρέα με τα τραγούδια του.

eisai-pantou-front.jpg
χρέωσε το σε μένα και τις νύχτες που πέρασες μακριά από μένα χρέωσε τα σε μένα και τα λάθη που έκανες πριν γνώρισες εμένα

Πίσω από την ευκολία ή την αστειότητα των στίχων, τις επαναλαμβανόμενες μελωδίες ή τις βαριές ανάσες του Καρρά, ακόμα ανασαίνουν τα χρόνια μας. Σχηματικά τραγούδια, φαλλοκρατικές κραυγές, ατελείωτες καψούρες που αναπαράγουν ένα σωρό από τα χειρότερα στερεότυπα. Όμως είναι και βουτιές κατευθείαν στη μυρωδιά του οινοπνεύματος και στο ημίφως των σκυλάδικων. Με αφιερώσεις στο ράδιο Ξυλαγανή απ’ τα παιδιά στο συνεργείο ή τους επαγγελματίες μοναχικούς, τους ταξιδευτές της ασφάλτου που χάνονται στις ατελείωτες λεωφόρους παρέα με τα φορτία τους (παγωμένα κρέατα, στοίβες μπουκάλια ή τα ίδια οικοδομικά υλικά που αύριο θα φωνάζεις σπίτι σου). Η αθεράπευτη μελαγχολία του σκυλάδικου, οι μελωδίες που ξεσκίζουν τον έρωτα, το βάσανο κι η παραφωνία. Όλα εξυπηρετούν τον υπαινιγμό της πίστας. Ήρθαμε στον κόσμο, στη νύχτα, στο μαγαζί για να υποφέρουμε για ένα και μόνο φιλί. Οι γυναίκες που επιμένουν να γεμίζουν τα ποτήρια μας ερήμην τους, δε βγήκαν ποτέ στην τηλεόραση, δεν πέτυχαν κατά τις κατεστημένες αντιλήψεις. Κομμώτριες, σερβιτόρες, υπάλληλοι σε φαρμακεία και βενζινάδικα, ποιήτριες που κάψαν τα γραπτά τους και τις κατάπιε η δίνη. Μας αγάπησαν κι όμως εμείς τις έχουμε ήδη ξεχάσει.

Είναι γυναίκα και μπορεί να σε νικήσει, είναι γυναίκα και μπορεί να σ’ αναστήσει

«Ας περιμένουν οι γυναίκες». Μέσα σ’ ένα ξεθωριασμένο σαράβαλο, ένα κίτρινο VW , σαν αυτό που ‘χε παλιά ο Βασίλης απ’ το χωριό. Η κάμερα τραβάει απ’ τη μεριά του οδηγού. Στο πλάνο Ζουγανέλης και Μπακιρτζής με φόντο τη Βόλβη ή τη θάλασσα (δε σου λέω τι απ’ τα δύο, αυτή είναι όλη η ιστορία). Τραγουδάνε μαζί ένα τραγούδι του Καρρά. Αγάπη, ελευθερία, πίκρα και τα ζόρια της ζωής. Όλα είναι εκεί, στα χέρια που οδηγούν, στο συνοδοιπόρο που τραγουδάει ή μάλλον γκαρίζει. Το ξέρουν καλά το παραμύθι. Ερωτεύεσαι το κορίτσι και τρέχεις πίσω του. Τρέχεις, χωρίς να το κυνηγάς, τρέχεις χωρίς να το βρίσκεις. Στο τέλος τρέχεις απλά στον εθνικό δρόμο και κυνηγάς τα χιλιόμετρα.

Μετανιώνω μετανιώνω, στον εγωισμό μου το χρεώνω

Στην Κω, φαντάροι πια, ξεθάψαμε κάτι cd Καρρά. Με το μυαλό στα κορίτσια του Ethnic (που μαθαίνω τώρα έκλεισε) και περιμένοντας με μανία τα υπηρεσιακά, παραληρούσαμε για τρεις ώρες παρέα με τον κόσμο. Μπάζαμε κρυφά το ουίσκι στις σακούλες με τα πλυμένα ρούχα και τελειώναμε τη νύχτα και τη μποτίλια μιλώντας γι’ αυτές ή για την άδεια («την περιμέναμε όπως οι άλλοι το Πάσχα»). Άσκηση κι άλλη άσκηση και δε βγαίνουν τα άτομα. Εμπλοκή. Ο οδηγός του ταξίαρχου θέλει κάποιον να γράφει γρήγορα στο pc τις παρατηρήσεις απ’ τις εφόδους. Μα δεν ξέρω, δεν μπορώ, δεν. Είχα έξοδο. Βάλε λίγο Καρρά. Βάλε ξανά, γέμισέ μου το ποτήρι. Να κάνετε καμιά καθαριότητα. Να ποτίσετε τα λουλούδια και κάποιος να πλύνει το παγούρι μου. Ταγματάρχα. Κύριε Ταγματάρχα. Άντε γαμήσου κ. Ταγματάρχα.

Έλα κοντά μου αυτό το βράδι, το σύννεφο να γίνει χάδι και μεθυσμένοι και οι δυο να βγούμε απ’ το αδιέξοδο

Με το ΚΤΕΛ 12 ώρες. Κομοτηνή, Ξάνθη, Ασπροβάλτα. Ο οδηγός έχει βάλει τοπικό ραδιοσταθμό, δυστυχώς δε θυμάμαι τ’ όνομά του. Είναι μια εκπομπή ενός τοπικού συνδέσμου του ΠΑΟΚ. Παίζει τραγούδια, παλιά του Καρρά και ανάμεσά τους, στα τηλέφωνα τα ΠΑΟΚια μιλάνε, σχολιάζουν κι αναπνέουν για την ομάδα, την κερκίδα, τη Θεσσαλονίκη. Έξω συννεφιά, οι μισές θέσεις του λεωφορείου είναι άδειες. Φεύγουν οι δρόμοι, οι ταμπέλες, τα χιλιόμετρα. Δίπλα μου τα έργα της Εγνατίας, ο Τουρσουνίδης, ο Σκαρτάδος, τα ούζα, η Άνω Τούμπα. Ξημέρωσε και ένα πλήθος ακούει τον ψίθυρο της μπάλας που αργά, σαδιστικά περνάει ξυστά απ’ το δοκάρι. Τα δίχτυα δεν κουνιούνται ούτε τώρα, οι επαρχιακοί δρόμοι είναι σχεδόν έρημοι κι οι πρώτοι φαναρτζήδες συντονίζουν τις βελόνες στη γνώριμη φωνή.

τα ερείπια που άφησες κοιτώ κι απορώ που σ’ αγαπώ. Τα ‘χω με τον εαυτό μου που ακόμα σ’ αγαπώ

Στην εθνική οδό Κομοτηνής Αλεξανδρούπολης υπάρχει ένα σκυλάδικο. Το λένε Στορκ. Το μπουζούκι με το καλώδιο και το βιολί πλησιάζουν τα τραπέζια των θαμώνων. Παίζουν για μας. Το τραγούδι δεν είναι το ίδιο μ’ αυτό που θα ακούσεις αύριο. Σήμερα γράφτηκε, σήμερα πρωτοπαίχτηκε και τραγουδήθηκε κακόφωνα κι άτεχνα για την περίπτωσή σου. Άνοιξε το μπουκάλι. Είμαστε μεθυσμένοι, αμίλητοι και καψούρηδες. Είμαστε υποταγμένοι στη μυθολογία του σκυλάδικου. Δεν μιλάω για βισσοβανδήδες και άχαρα πανομοιότυπα ρεφραίν. Έχεις δει το «αυτή η νύχτα μένει»; Μιλάμε για το άτεχνο, το αυθεντικό. Το Στορκ είναι βουτηγμένο στη βλαστήμια και στο οινόπνευμα. Βαριές κινήσεις. Αργές χορευτικές εξάρσεις. Η κάπνα, οι μυστήριες φάτσες κι οι σιωπηλοί ακόλουθοι της τραγουδιάρας συνθέτουν το σκηνικό. Δεν έχει εδώ μπαλέτα, χορευτικά κι αστραφτερά χαμόγελα. Η δική μας σκληρή και παραιτημένη νύχτα μένει στα μέτρα του φιλμ, στα μάτια σου, στο πετρέλαιο που κολυμπάει στο ποτήρι, στα χωρίς αναλύσεις ντέρτια και στις παρκαρισμένες νταλίκες. Με κατάνυξη, με αληθινό νταλκά, με ένα ξέσπασμα, καθισμένοι ανάμεσα σε χαλασμένα φιστικιά και αλλόκοτα τραπεζομάντιλα περιμένουμε τη συγχώρεση.

Εμείς δεν έχουμε το ίδιο το φεγγάρι εμείς δεν έχουμε τον ίδιο ουρανό μου είχες πει την ώρα που αιμορραγούσα κι εγώ δεν είχα από πού να κρατηθώ.

Η φωνή του Καρρά δυσκολεύεται πια να βγει. Οι άνθρωποι δεν έχουν τον τρόπο να τον ακούσουν. Τα ακριβά μας ρούχα, οι λεπτοί μας τρόποι, η σύγχυση κι η ελαφρότητα δεν αναγνωρίζουν την υπερβολή της καψούρας, το άχτι του εγωισμού και την εγκατάλειψη του Άλλου. Οι φωτογράφοι θέλουν αψεγάδιαστα πρόσωπα και γυμνασμένα κορμιά. Οι δίσκοι του Καρρά μυρίζουν γράσο, εργάτες φορτωμένους τάβλες, φυγή και επαρχία, δύσκολα χρόνια και πρωινά ξυπνήματα και δε μας κάνουν πια. Μακριά από το σημαντικό, τον προβληματισμό, την αγωνία ή τον αγώνα της τέχνης. Μακριά από φώτα, εκπομπές λιβανιστήρια και προσκλήσεις φιλανθρωπικών gala. Οι δίσκοι του Καρρά είναι βόλτες του Ζουγανέλη και του Μπακιρτζή, απλήρωτα δάνεια, αλανιάρες γυναίκες, ανοιχτά πουκάμισα, λάσπη και μπουγάτσα στις 6 το πρωί. Η παλιά εθνική οδός, ο Αχλαδόκαμπος, η Καβάλα ξημερώματα, η βιομηχανική περιοχή της Κομοτηνής κι η Μαλαματίνα. Δικά μας πράγματα, περασμένα κι αξέχαστα.

Τελικά θα μου απαντήσεις; «Ήτανε πέναλτι κύριε Πάνο;»

14 Σχόλια

Filed under ταυτολογίες - για τη νοσταλγία

το δέντρο της φιλίας

Δεν μπορώ να γράψω ποιήματα για τους φίλους μου. Δεν είναι φιλόσοφοι, γιατροί του κόσμου, αντάρτες, ραλίστες ή τραγουδιστές. Δεν μπορώ να τους αφιερώσω έπη ή να διηγηθώ συναρπαστικές ιστορίες που ξεπερνούν τα ανθρώπινα μέτρα.

Οι φίλοι μου δεν είναι ήρωες. Δεν είναι μυστήριοι επαναστάτες, «σύρματα τεντωμένα», αντιεξουσιαστές. Αν ήταν κρατούμενοι θα ήταν ποινικοί, μάλιστα μικροεγκληματίες. Δεν είναι πετυχημένοι, πλούσιοι, λεφτάδες με μεγάλα αυτοκίνητα κι εξοχικά, ούτε φτωχαδάκια, ανεπρόκοποι ή πεινασμένοι. Παλεύουν με τη χρυσή μετριότητα και συνήθως νικάνε, όχι λόγω ενός ακόμα επιτεύγματος ή μιας επαγγελματικής νίκης, αλλά εξαιτίας μιας ακόμη νύχτας που τους βρήκε ωραίους και άυπνους.

Οι φίλοι μου δεν καταλαβαίνουν τις επιταγές των σοβαρών κουστουμιών ή το στριφνό χαμόγελο του καθωσπρεπισμού. Στις καφετέριες φωνάζουν, γελάνε δυνατά, ενοχλούν τους δίπλα κι ύστερα τραγουδάνε, γκαρίζοντας, λαϊκά τραγούδια. Στο σχολείο λείπαμε όταν οι δάσκαλοι μιλούσαν για σεβασμό. Κοροϊδεύουμε τον εκάστοτε τυχερό της βραδιάς μέχρι αηδίας. Χρόνια εξασκούσαμε την τέχνη μας, η οποία συνοψίζεται στη μετατροπή της τρίχας σε τριχιά. Δεν σεβόμαστε ο ένας τον άλλο. Μπερδεύουμε τα όρια μεταξύ ενδιαφέροντος και κουτσομπολιού, μεταξύ του χιούμορ και της ειρωνείας. Λες και στα λόγια μας κατοικεί η πίσω αυλή μιας παλιάς γειτονιάς εισβάλλουμε ο ένας στη ζωή του άλλου. Επεμβαίνουμε, σχολιάζουμε, ξεσκίζουμε τα μυστικά και την προσωπικότητα του άλλου. Δεν εκτιμήσαμε ποτέ την αξία των ορίων, γι’ αυτό πλέον μας είναι άγνωστα. Δεν πιστέψαμε τις παρλάτες για αυτοσυγκράτηση, διακριτικότητα ή υπομονή. Είμαστε ταυτόχρονα πρήχτηδες κι υστερικοί. Είναι φορές που αποφεύγουμε τα πιο σοβαρά, όχι γιατί φοβόμαστε, αλλά γιατί με μια ματιά είναι σαν να τα έχουμε πει όλα.

Γελοιοποιούμε το καθετί, αφού είναι γνωστή σε όποιον ερωτεύτηκε, μέθυσε ή ανέπνευσε την παραμικρή τζούρα ζωής, η ματαιότητα του κόσμου στον οποίο έχουμε την τύχη και την ατυχία να βαδίζουμε. Πίνουμε και τρώμε μέχρι να πονέσουν τα στομάχια μας, γνήσια τέκνα του γλεντιού, του τραγουδιού και της μελαγχολίας. Πιστεύουμε στο μέτρο, αδυνατούμε όμως να το εφαρμόσουμε.

Συντηρητικοί κι υπερπροοδευτικοί, βαριεστημένοι κι υπερδραστήριοι χωρίσαμε με τις φιλοδοξίες όταν ακόμα ήμαστε παιδιά. Κανείς δε ενδιαφέρεται να γίνει ο καλύτερος κι όμως όλοι κάνουν πολύ καλά τη δουλειά τους.

dsc02403.jpgΟι φίλοι μου ονειρεύονται ταβερνάκια στην άκρη της θάλασσας ή χαμένα κάτω απ’ τη σκιά των βουνοκορφών. Λειώνουν τα παπούτσια τους σε γραφεία και δρόμους, αλλά στο μυαλό τους αρμενίζουν μέχρι την άλλη άκρη της γης ή απλά μέχρι τα χωριά τους. Δεν δυσκολεύονται να δουν τις μέρες τους ανάμεσα σε αμπέλια και χώματα ή στα στενάκια που τέμνουν την Ευριπίδου. Φαντασμένοι κι ιπτάμενοι, αν καθίσεις ένα μεσημέρι μαζί τους θ’ ακούσεις για αργόσυρτα πλάνα και μαγικά ταινιάκια, για σούζες πάνω σε ράμπες από χώμα, για πινέλα και χρώματα ή τη θέα του κοινού απ’ το σανίδι. Ονειρεύονται και ο ουρανός δεν τους πνίγει. Κάθε μέρα, κάθε πρωί ξυπνάνε, πάνε στις δουλειές τους κι έχουν κρατημένη μέσα τους όλη τη μαγεία.

Δεν διάβασαν ποτέ το «φύλακα στη σίκαλη», μα θα ήθελαν να είναι εκεί παρέα με το Χόλντεν Κόλφιλντ και να προσέχουν τα παιδιά όλου του κόσμου.

Οι φίλοι μου είναι ένα δέντρο. Τρέχουμε όλοι προς αντίθετες κατευθύνσεις, σαν τα κλαδιά που απλώνουν. Τσακωνόμαστε, κουραζόμαστε, δε μιλάμε για βδομάδες, σιχαίνεται ο ένας τον άλλο, αλλά οι ρίζες μας είναι βαθειά μπλεγμένες και πάντα μοιράζονται το ίδιο νερό. Τόσο καιρό το νερό μας δεν ήταν η συμπαράσταση, το κουράγιο ή ο σεβασμός. Τόσο καιρό οι ρίζες μας έπιναν απ’ τη χωμάτινη πηγή σκέτη αγάπη.

dsc00498.jpgΟι φίλοι μου είναι χρόνια ολόκληρα, αβάσταχτες ιστορίες. Είναι στα σκαλάκια των πολυκατοικιών του Βύρωνα, στο Αλάβαστρο και το Lobby, στην ασφυκτική γκαρσονιέρα της Κομοτηνής, στο Berlin στη Θεσσαλονίκη και το ποτάμι της Φλώρινας, οι στροφές λίγο πριν τη Δημητσάνα, το πανηγύρι του Τουρκολέκα, ο καρβουνιάρης 15 ώρες ως τη Θράκη, η Ίος όμορφη και βουτηγμένη στο ούζο, ο ύπνος στις παραλίες του Σουνίου, οι Κόκκοι, η Ψείρα και τα παϊδάκια τις απόκριες.

Οι φίλοι μου πριν τσουγκρίσουν τα ποτήρια και τις λέξεις τους δεν απαγγέλουν ποιητές ή στοχαστές. Μες στη θλίψη και τη χαρά, φλερτάροντας με τον έρωτα και το τέλος, βρίσκουν πάντα τον ήρωά τους. Κάθεται σε ένα καφενεδάκι, παίζει τάβλι, μοιάζει στους περαστικούς και σ’ αυτούς που στέκονται στο φανάρι περιμένοντας.

ΥΓ. Το ποστάκι αυτό, όπως είναι φυσικό, γράφτηκε για να πάει να συναντήσει όλη την παρέα.

 

9 Σχόλια

Filed under ταυτολογίες - για τη νοσταλγία

η αγάπη μας για το χωριό (μέρος β΄)

Το χωριό μου λεγόταν Κούρταγα (προφανής η τούρκικη προέλευση του ονόματος). Κάποτε είχε κόσμο, τώρα απέμειναν ελάχιστοι. Δέκα χρόνια πριν, τα καλοκαίρια, μπροστά στις πόρτες των σπιτιών, μαζεύονταν κόσμος και οι καρέκλες κάθε σπιτιού δεν έφταναν να καθίσουν όλοι. Άνθρωποι περνούσαν πάνω-κάτω ,βόλτες και ατελείωτοι χαιρετισμοί. Όλα έμοιαζαν ωραία και το «τεράστιο» έργο (βλέπε δρόμος Τσακώνας) χάριζε ηρεμία και γαλήνη.

Οι Αθηναίοι όμως, (οι κάτοικοι της συνομοσπονδίας των ελληνικών χωριών όπως λέει, ωραία, ο Β. Ραφαηλίδης) φαίνεται ότι φεύγοντας απ’ το χωριό και πηγαίνοντας στην πρωτεύουσα κατάφεραν να μετατρέψουν την αναπόφευκτη θλίψη της διαδρομής τους σε μίσος. Αυτός o περίεργος τόπος (που τόσα χρόνια απέφευγαν με λύσσα να αγαπήσουν για αυτό που ακριβώς είναι) τους έπεισε ότι τα πρώην χωριά τους δε μπορούν να διατηρήσουν τίποτε απ’ την όποια ομορφιά τους. Έτσι έφεραν τα της Αθήνας στο χωριό. Χρήμα, αλαζονεία, επαγγελματικές επιτυχίες, καταξίωση κοινωνική, φτηνή επίδειξη, κομπίνες.

Δεν είναι περίεργο λοιπόν, που ο δρόμος στην Τσακώνα έπεσε(απ’ τα νερά, τις βροχές, και την έλλειψη σοβαρότητας) και ο εθνικός, με ότι αυτό συνεπάγεται, επέστρεψε στις πόρτες των σπιτιών μας. Ούτε ότι τόσα χρόνια και παρά τα όποια έσοδα του χωριού δεν αξιωθήκαμε να φτιάξουμε καινούρια δεξαμενή. Έτσι, το νερό πάντα κόβεται 13, 14 και 15 Αυγούστου, γεγονός που φανερώνει πανηγυρικά το ενδιαφέρον μας γι’ αυτό το ελάχιστο σημείο του χάρτη. Δεν είναι τυχαίο που όλο και λιγότεροι πηγαίνουν στο χωριό, έστω και για 2-3 μέρες καλοκαίρι ή Πάσχα. Τώρα τίποτα δε θα σταματήσει τη βόλτα σου, αφού δεν υπάρχει κανείς εκεί να σου μιλήσει, αν βέβαια είσαι αρκετά τολμηρός να περπατήσεις με τα αμάξια σαν τρελά να βουίζουν πλάι σου. Πάντως εμένα με παρηγορούσε, ότι κάποτε, τουλάχιστον κάποιοι μόνιμοι, μου έλεγαν ότι δεν τους αρέσει ο Αύγουστος γιατί έρχονται στο χωριό όλοι οι Αθηναίοι. Πλέον, όπου κι αν μένουμε, τα καταφέραμε. Γίναμε όλοι Αθηναίοι.

Σήμερα γινόμαστε τροφή για τα θηρία της ζώνης 2-4. Ασχολούνται μαζί μας μεσημεριανές εκπομπές. Γίναμε διάσημοι (για μια δυο μέρες). Αν στην αρχή γελάμε και κοροϊδεύουμε, μετά από λίγο πονάμε, εκνευριζόμαστε. Οι εικόνες αυτού του τόπου (του όχι ιδιαίτερα όμορφου, αφού οι ταξιδιωτικοί οδηγοί μόνο λόγω του εργοστασίου της ΔΕΗ μπορεί να το αναφέρουν) στην tv σου δημιουργούν ενόχληση, οργή. μελαγχολία, πίκρα. Η κάμερα περνάει από τα δρομάκια του χωριού, δείχνει σπίτια γνωστά, πόρτες κλειστές, τα λιγοστά δέντρα. Εισβάλλει κανονικά σε χώρους, για μένα, ιερούς και τους σκοτώνει. Κάθε δευτερόλεπτο στο γυαλί καθρεφτίζονται πτώματα. Το ποτάμι, το στενό του Χάβου, ο Αγ. Κωνσταντίνος, ο σταθμός, το Κοτρώνι. Όλα είναι νεκρά κι εμείς βάζουμε λίγο τσιμέντο ακόμη στο Κεφαλόβρυσο, μην πιαστεί ο κώλος μας. Οι reporter πάλι, θέλουν να ερευνήσουν την περίπτωση μιας 96χρονης που έχει μαντικές ικανότητες, δεν εννοούν ν’ αφήσουν τίποτα ήσυχο. Χτυπούν πόρτες, μπαίνουν σε αυλές, βάζουν περίεργες μουσικές για υπόκρουση, ανακατεύουν τους ανθρώπους, τους ρωτούν μήπως είναι διαβολικά τέτοιου είδους χαρίσματα. Η 96χρονη απαντά ότι έχει το χάρισμα από τσομπάνης. Για μερικούς ο χρόνος μετράει αλλιώς, εμείς πάλι βυθιζόμαστε σε καναπέδες.

Την επόμενη, οι περίπου δέκα κάτοικοι του χωριού αποφασίζουν, σοφά, να μην λογομαχήσουν live, χαλώντας το χατίρι των διψασμένων για αίμα τηλεθεατών. Η κυρία στο studio λέει ότι δεν είναι τρελή, να πηγαίνει χωρίς λόγο στα κατσάβραχα. Το χωριό βρίσκεται σε περίπου 550μ. υψόμετρο και ζήτημα είναι να έχει 2 ανηφόρες. Οι άνθρωποι αυτοί δε διστάζουν να αποκαλέσουν το οποιοδήποτε χωριό κατσάβραχα (ίσως έτσι θεωρούν, άλλωστε, οτιδήποτε εκτός από τη Μύκονο και το Κολωνάκι) και ερευνούν με άνεση τις λεπτότατες πτυχές της ζωής ενός πολύπαθου χωριού. Δε θα τους πείραζε να μην ανταλλάσσουν ούτε καλημέρα οι τελευταίοι γείτονες. Επιμένουν να κάνουν τηλεφωνικές συνδέσεις και να υπερασπίζονται, φωνάζοντας, την υπέρτατη αξία της τηλεόρασης, την επιφανειακή ευθιξία. Τους αφήνουμε, απαθέστατοι απ’ τις πολυθρόνες μας ή για την ακρίβεια συνένοχοι, να περιφέρουν το πτώμα που κάποτε αγαπήσαμε. Καλά να πάθουμε.

Η τηλεόραση σβήνει κι εγώ δεν ξέρω πού ν’ αναγνωρίσω αυτό το μέρος που από χρόνια οι ταμπέλες αναφέρουν ως άλλο ένα Δ.Δ. Μεγαλόπολης. Οι παππούδες και οι γιαγιάδες σώπασαν, δεν έχουν πια ιστορίες να διηγηθούν. Οι νεράιδες δεν φαίνονται πια στο ποτάμι, τις βαρεθήκαμε και προτιμάμε τις ειδήσεις των 8. Τις διώξαμε σιωπηλά, όπως και κάθε μυστήριο, κάθε λέξη μυστική, κάθε κουβέντα κοινή και ολότελα δικιά μας. Χαμηλώνω το βλέμμα μπας και δω τους ελάχιστους Ανθρώπους που έχουν απομείνει να φυλούν ακόμη αυτόν τον τόπο που κάποτε επέμενα να αποκαλώ πατρίδα. Απ’ τα αστέρια του ουρανού στον αστερισμό των αριθμών που μετρούν τις ζωές μας μόνο με ευρώ η απόσταση έχει ήδη διανυθεί.

ΥΓ. Το τηλεοπτικό περιστατικό που αναφέρεται, συνέβη δύο περίπου χρόνια πριν. Η γριά έχει πια πεθάνει, ενώ το χωριό ακόμα προσπαθεί να πάρει ανάσα ανάμεσα στα καμένα.

[η αγάπη μας για το χωριό (μέρος α΄)]

Σχολιάστε

Filed under ταυτολογίες - για τη νοσταλγία