Category Archives: ταυτολογίες – για τη νοσταλγία

τρόμος και νοσταλγία

Γυρίσαμε απ’ το Βερολίνο την Πέμπτη. Περπατήσαμε μέσα στη διαρκή συννεφιά, ανάμεσα σε εκατοντάδες αντιφασιστικά συνθήματα και μονίμως υπό το βάρος της ιστορίας.

Επισκεφθήκαμε το μουσείο «Topographie des Terrors» (τοπογραφία του τρόμου). Για κάποιο περίεργο λόγο δεν σταθήκαμε τόσο στις θηριωδίες του ναζιστικού καθεστώτος. Δεν σταθήκαμε στην εν μέρει μη ουσιαστική αποναζιστοποίηση της μεταπολεμικής Γερμανίας. Ούτε καν στον τρόπο που ο φασισμός έγινε πανίσχυρος. Μείναμε για πολύ ώρα και διαβάσαμε προσεκτικά το υλικό στην αίθουσα στην οποία δέσποζαν τα πορτρέτα κάποιων ανθρώπων. Άλλοι οδηγήθηκαν στην εξορία, άλλοι ωθήθηκαν στην αυτοκτονία ή βασανίστηκαν απ’ την αστυνομία του καθεστώτος στην περίοδο απ’ το 1933 έως το 1938. Αριστεροί, δημοκράτες, ομοφυλόφιλοι, καλλιτέχνες, άνθρωποι που δεν συμβάδισαν με την τρέλα της εποχής. Χωρίς απαραίτητα να είναι αντιστασιακοί, ήταν άνθρωποι που δεν δέχτηκαν απλά να καταπιούν την αυταρχική κατηφόρα της χώρας τους.

Τις επόμενες μέρες συναντήσαμε παιδιά, Έλληνες, που πήγαν εκεί, τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια της κρίσης. Ένας έφυγε γιατί δεν άντεχε άλλο την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, άλλος για σπουδές, άλλος για να βρει δουλειά. Μιλούσαμε για το εκεί και το εδώ. Για το πόσο ωραίο είναι το Βερολίνο, αλλά και για το πόσο πολύ νοσταλγούν τις παλιές γειτονιές τους. Θέλουν να επιστρέψουν. Τους περιγράφαμε πως έχει η κατάσταση. Τους λέγαμε να μείνουν εκεί που είναι. Στην Ελλάδα έχει ζόρια, ανεργία, αστυνομικές εφόδους αξημέρωτα και επελαύνοντα φασισμό. Τους αποθαρρύναμε. Άκουγαν, τα ήξεραν, τα διαβάζουν, τα ακούνε, στις σύντομες επιστροφές τα βλέπουν. Αλλά εκεί, κάτω απ’ τον κυριακάτικο ήλιο του Mauerpark, δίπλα στο παζάρι, η νοσταλγία είναι ασυγκράτητη.

Τα παιδιά αυτά, εκεί γύρω στα τριάντα, δουλεύουν σκληρά, στο πανεπιστήμια, σε εστιατόρια, σε μόνιμες και προσωρινές εργασίες. Διαπρέπουν, ζουν καλά, γίνονται μέρος της φοβερά ενδιαφέρουσας βερολινέζικης κουλτούρας. Δεν ξεχνάνε το χάος του τόπου τους, δεν εξιδανικεύουν, αλλά λες και δεν μπορούν παρά να νοσταλγούν. Δεν ζηλεύουν το ανοργάνωτο φρενοκομείο ή τις φραπεδουπόλεις της Ελλάδας, παρά νοσταλγούν τον τόπο των φίλων, τις γνώριμες διαδρομές, κάτι σκόρπιες μυρωδιές, το φως, όχι την ιδέα της καλοκαιρίας, αλλά το φως, όπως το περιγράφει ο Μίλερ και όπως το εξηγεί ο Μόραλης.

Το Σάββατο το βράδυ βρεθήκαμε μαζί με αυτούς τους αθεράπευτους νοσταλγούς εκείνου του τόπου, που τραγούδησε ο Ρασούλης και τσαλαπάτησε κάθε πατριωτική κυβέρνηση, σ’ ένα αλλόκοτο εστιατόριο – ντίσκο. Στο κέντρο του μαγαζιού υπήρχε μια πίστα, όπου ο χορός έδινε και έπαιρνε από μια μείξη χίπστερς, σοβαρών σαραντάρηδων και λαϊκών τύπων όλων των ηλικιών. Κάπου ανάμεσα στις γερμανικές μπύρες και τη συζήτηση περί της κατάστασης στην Ελλάδα, ακούστηκε η εισαγωγή του Ζορμπά. Σ’ εκείνο ακριβώς το σημείο, ο μετανάστης και ο τουρίστας ίσως να μπορούν να ξεπεράσουν, να υπερβούν, για ένα μόνο δευτερόλεπτο και όχι περισσότερο, όλο το φολκλόρ που φάγαμε στη μάπα για δεκαετίες. Τότε, δεν καθορίζουν τη στιγμή ο χώρος, η διακόσμηση, το πολιτισμικό κεφάλαιο ή οι αναμνήσεις απ’ τα τσολιαδάκια της Βάρης και τους στημένους μαγαζάτορες της Πλάκας. Εκείνη τη στιγμή, όποιος μπορεί να δει με τα μάτια κλειστά και να νιώσει με το αίμα καυτό, βλέπει ατόφια μπροστά του τη συγκίνηση, τη συνάντηση, την αγωνία των ανθρώπων, την ίδια την αγάπη που συγκλονίζει την καρδιά, για όσους αγαπημένους είναι μακριά.

Επιρρεπής στο μελοδραματισμό και την ανακάλυψη δήθεν μεγαλειωδών μικροστιγμών, παρασύρθηκα μάλλον εύκολα. Κοίταζα τη Μύριαμ και τον Κώστα, αυτά τα υπέροχα παιδιά που δίνουν τη μάχη τους στην γερμανική πρωτεύουσα και την κερδίζουν. Για ώρες μετά, δεν ένιωθα τίποτα άλλο από μια φοβερή δύναμη. Μια δύναμη που λες και πολλαπλασίαζε τη θέληση να αποδώσουμε, εμείς που μείναμε πίσω, στη Μύριαμ και τον Κώστα, τον τόπο της νοσταλγίας τους, ελεύθερο από Λοβέρδους, Δένδιες, αυταρχικά παραληρήματα και φασιστικά κόμματα.

υγ. ποστίδιο παρασκευασμένο για την Σαββατιάτικη Ελευθεροτυπία

Advertisements

11 Σχόλια

Filed under ταυτολογίες - για τη νοσταλγία, ασυναρτησίες

το κέντρο του κόσμου

“Είναι δύσκολο να εξηγηθεί ότι κάποτε το κέντρο του κόσμου βρισκόταν παντού κι ότι τώρα όλα τα μέρη βρίσκονται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από το κέντρο του κόσμου”.

Χ. Βακαλόπουλος – Η γραμμή του ορίζοντος

***

Η πλατεία μου είναι ένας κύκλος που τετραγωνίστηκε. Τέλη του 1980, με αρχές του 1990 ήταν ένας κύκλος. Κάθε χρόνο, απ’ το Μάϊο μέχρι τον Οκτώβριο ζούσε μεγαλειώδεις ποδοσφαιρικές στιγμές. Πρώτα στον δρόμο, στην άσφαλτο μπροστά στο νηπιαγωγείο. Για τέρματα πέτρες και μπλουζάκια που εμπόδιζαν την κυκλοφορία και ευέλικτους κανονισμούς που, ας πούμε, επέτρεπαν την κλασσική ντρίπλα – σπόντα με τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Κάτι γείτονες φώναζαν από κάποιο μπαλκόνι. Εμείς απαντούσαμε μόνο στο “πού το είδες το φάουλ;”. Τα υπόλοιπα περίσσευαν ή δεν είχαν ήχο. Αργότερα τα αυτοσχέδια διπλά μετατράπηκαν σε μουντιάλ – πεναλτάκια και μεταφέρθηκαν εντός της πλατείας, πάνω στο γκαζόν. Το τέρμα σχημάτιζαν δύο φοίνικες. Εκεί λύθηκαν μια για πάντα ορισμένα ζητήματα κάποιας ιδιαίτερης βαρύτητας. Πχ. καταλάβαμε όλοι, ποιά είναι η σημασία του να αγαπάς τις ντρίπλες, αλλά να δηλώνεις ότι υποστηρίζεις Αργεντινή και όχι Βραζιλία. Επίσης αντιληφθήκαμε ότι το να είσαι Ολλανδία είναι προτίμηση αποκλειστικής απασχόλησης. Δεν θα είσαι ποτέ και κάτι άλλο.

***

Αρχές 1990, η πλατεία μου ήταν ένας κύκλος. Τα κορίτσια κάθονταν σε παγκάκια και παρακολουθούσαν τα πεναλτάκια. Ανακαλύψαμε έτσι ξαφνικά, ότι ωραίο το παιχνίδι, αλλά υπάρχει και κύπελλο. Εκεί, στον πάτο του κυπέλλου, ανακατεμένη με σαμπάνια και πυροτεχνήματα, βρισκόταν η Κ. Όσο ήθελε, ήμουν δύσκολος, απασχολημένος με τον Hagi, τη Ρουμανία και το κυνηγητό στα πλακάκια. Όταν δεν ήθελε πια, το ποδόσφαιρο εξαφανίστηκε, διαλύθηκε, καταργήθηκε μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα. Το πρώτο σημαντικό φιλί, με γλώσσα και απ’ όλα, το έχασα εξαιτίας του Hagi και ενός φίλου, του ίδιου που είχε αποφασίσει ότι θα είναι πιστός μόνο στην Ολλανδία. Η πλατεία όμως είναι ένας κύκλος και αρκετά χρόνια αργότερα, σ’ ένα πανάθλιο μπαρ, είδα ξανά την Κ. πίσω απ’ τη μπάρα. Ο dj έπαιζε ένα ατέλειωτο, επαναλαμβανόμενο, ιδρωμένο μπιτ και η Κ. σέρβιρε το ένα υποβρύχιο μετά το άλλο. Ήταν μια σχεδόν πικρή στιγμή, για όσους μπορούσαν να νιώσουν ταυτόχρονα στον ουρανίσκο τη μπύρα, το jack και το χρόνο τον ίδιο, αυτοπροσώπως. Το βράδυ έμοιαζε με μια κυνική επίθεση στο γκαζόν της στρογγυλής πλατείας των αρχών του 1990, γιατί ας είμαστε ειλικρινείς, παρόλο που μιλούσαμε για όλα όσα μεσολάβησαν, στην πραγματικότητα, το μόνο που έκανα ήταν να συντονίζω το βλέμμα μου με το μπιτ και το στήθος της Κ. Ταυτόχρονα, μάθαινα, ότι ο παλιός φίλος, αυτός που  κέρδισε τότε το κύπελλο και την Κ., αυτός που ήταν πιστός στην Ολλανδία, αυτός ακριβώς λοιπόν, παράτησε το παιδαγωγικό στο δεύτερο έτος, έδωσε ξανά Πανελλήνιες και τώρα είναι μπάτσος. “Μπάτσος ρε, το φαντάζεσαι;” μου είπε η Κ.

***

Αρχές 1990, η πλατεία μου ήταν κύκλος. Παίρναμε το κασετόφωνο απ’ το σπίτι του Μ., παίρναμε μπαταρίες απ’ το περίπτερο και ακούγαμε μουσική στο σημείο, που αποκαλούσαμε κάτω πλατεία. Ήμαστε μικροί, μας άρεσε ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου. Ντρέπομαι που το αναφέρω, αλλά προς υπεράσπισή μας, μας άρεσαν και οι Τρύπες και άλλωστε τα μικρά υπαίθρια πάρτυ πάντα τελείωναν με Αντίδραση ή αργότερα Green Day. Κάποτε, όταν γύρω στις 12, η “Ιαχωβού” ή ο φύλακας της πλατείας (είχαμε και τέτοιο) ή κάποιος άλλος διαμαρτυρόταν για τη φασαρία, μετακομίζαμε στο σπίτι του Μ. Εκεί χορεύαμε και ιδρώναμε, και μάλιστα χωρίς αλκοόλ (αν μπορείς κάν’το έτσι και τώρα) πάνω στο μωσαϊκό. Εκεί, αγάπησα το μωσαϊκό. Δεν το είχα καταλάβει ποτέ, μέχρι που πολλά χρόνια αργότερα, βρέθηκα σ’ ένα σπίτι στα Εξάρχεια και είδα το μωσαϊκό της κουζίνας. Αν δεν υπήρχε στην παρέα ένα ωραίο και πολλά υποσχόμενο κορίτσι, μπορεί και να καθόμουν σε μια καρέκλα της κουζίνας όλη νύχτα και απλά να κάπνιζα. Να κάπνιζα ασταμάτητα winston και lucky strike και camel μαλακό, και να κοίταζα απλά το μωσαϊκό ξεφυσώντας καπνό και χρόνια. Δεν μιλάω εδώ για μια γλυκιά νοσταγία, για ένα υγιή αναστοχασμό ή για παιδικές αναμνήσεις. Μιλάω για τον Μ. με μαλλί “μοϊκάνα”, μερικά χαμένα δόντια και τα μάγουλα ρουφηγμένα μέσα. Μιλάω για τον Μ. που απ’ το μωσαϊκό και τα πεναλτάκια στη στρογγυλή πλατεία, τον είδα νύχτα, δύο δρόμους απ’ την πλατεία Ομονοίας, να τρεκλίζει προς κάποια άγνωστη κατεύθυνση. Ο Μ. έβαζε το κασετόφωνο, ο Μ. ήταν ο κύριος εμπνευστής του Αργεντινή και όχι Βραζιλία, ο Μ. ήταν ο πρώτος που άνοιξε την πόρτα της στρογγυλής πλατείας, εκεί στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1990 και έφυγε. Ο Μ. από νουμεράκι στα πεναλτάκια, πρεζάκι στο κέντρο της Αθήνας.

***

Μέσα της δεκαετίας του 90, η πλατεία μου ήταν στρογγυλή και το ταμείο κοινό. Συναντιόμαστε με τη μπάλα ή χωρίς αυτή και το πρώτο πράγμα που κάναμε ήταν να ενώσουμε τα κέρματα που μας είχαν δώσει οι γονείς. Κάθε μέρα κοινό ταμείο. Στο τέλος της μπάλας ή του οτιδήποτε άλλου, δύο θα πήγαιναν στο σουβλατζίδικο απέναντι απ’ την πλατεία. Το σουβλατζίδικο λεγόταν “τα δύο αδέλφια” και κάθε πλατεία της Αθήνας είχε κι από ένα τέτοιο. Δύο κουβαλητές, με τα κοινά λεφτά στο χέρι, ψώνιζαν για όλους σουβλάκια, κοκακόλες, πατάτες και πίτες κομμένες. Όταν τα λεφτά ήταν λίγα έπαιρναν μόνο πίτες κομμένες. Κανείς ποτέ δεν αναρωτήθηκε ποιός βάζει τα περισσότερα, γιατί, πόσα ακριβώς είναι τα ρέστα, αν υπάρχουν ή οτιδήποτε άλλο παρόμοιο. Ήμαστε 12, 15, 13 χρονών και αν δεν τρώγαμε μαζί, καλύτερα να μην τρώγαμε καθόλου. Ήμαστε σχεδόν όλα τα παιδιά της γειτονιάς και είχαμε μόνο μία τσέπη. Όσα οι γονείς έβγαζαν αλληλοσκοτωνόμενοι στις πίστες της αγοράς, τα αγιάζαμε στο κοινό ταμείο και τα τρώγαμε υπό τη μορφή κομμένης πίτας. Στο στομάχι μας κατέληγε μόνο η κοινή πίστη, η κοινή πείνα, η κοινή απάντησή της. Το στομάχι μας, εκεί γύρω στις 9 το βράδυ, κάθε μέρα, δεν ήταν πολλά διαφορετικά όργανα σε πολλά διαφορετικά σώματα. Δεν είχαμε στομάχι, μόνο μια κοινή κομμένη πίτα.

***

Η πλατεία μου, τέλη του 1980, με αρχές του 1990 ήταν ένας κύκλος. Είχε μερικούς φοίνικες, κάποιες λεύκες, χώμα και γκαζόν, λίγες κούνιες και πολλά παγκάκια. Είχε έναν φύλακα, που σκούπιζε και πότιζε και μας κυνηγούσε, πότε επειδή είχαμε κάνει κάτι, πότε έτσι για το καλό. Γύρω γύρω, έμεναν ένα σωρό άνθρωποι και κυρίως οι γονείς μας, που όλο εφεύρισκαν λόγους να βγαίνουν στα μπαλκόνια και στις εξώπορτες και να μας φωνάζουν να γυρίσουμε μέσα. Γύρω γύρω, είχε μονοκατοικίες και μερικά δυόρωφα.

Η πλατεία μου, το 2011, είναι πια τετράγωνη. Δεν έχει καθόλου χώμα, έχει λιγότερο γκαζόν, περισσότερα πλακάκια και δυο τρία περίεργα συντριβάνια. Το σουβλατζίδικο “τα δύο αδέλφια” έκλεισε πέρσι. Το καφενείο που υπήρχε υπολειτουργεί, υπάρχει όμως μια καφετέρια με καναπέδες και μαξιλάρια και προτζέκτορα για τους αγώνες. Ακόμη χειρότερα, οι μονοκατοικίες είναι πια ελάχιστες και υπάρχουν τουλάχιστον τέσσερις εφταόροφες πολυκατοικίες. Ακόμη πιο χειρότερα, έχουν πεθάνει όλοι οι εκνευριστικοί και συμπαθητικοί γέροι , που μας έβλεπαν να παίζουμε μπάλα. Για την ακρίβεια, ο θάνατος έχει περικυκλώσει την πλατεία με τέτοιο τρόπο, ώστε αυτοί που χτυπάει πια να μην είναι γέροι ή τέλος πάντων να είναι οι νέοι του τότε, του κάποτε που η πλατεία ήταν στρογγυλή. Μιλάω για τις αρχές του 1990 και λέω ότι όσοι ήταν νέαροί γονείς και ανύπαντροι 30αρηδες στις αρχές του 1990 δεν μπορούν παρά να είναι πάντα τέτοιοι.

Η πλατεία μου, το 2011, δεν είναι πια πλατεία μου, μένω αλλού. Όταν φτάνω όμως εκεί, όταν επιστρέφω στο πατρικό, ξέρω πολύ καλά, ότι εδώ είναι ένα απ’ τα πολλά μέρη, που εξακολουθούν να είναι το κέντρο του κόσμου. Εδώ, βλέπω τους σημερινούς εαυτούς μας να λένε ένα ξεψυχισμένο γειά, τις καινούριες παρέες που παίζουν με μπάλες και λαπτοπ, τους νεαρούς γονείς του τότε, κουρασμένους συνταξιούχους ή σχεδόν τέτοιους. Ξαναβλέπω τα ίδια δοκάρια – φοίνικες να επιμένουν να παριστάνουν την Ιταλία του 1990. Ξαναβλέπω τα πάντα, το κοινό ταμείο, το φιλί της Κ., το πρόσωπο του Μ. πριν την πρέζα, την καρέκλα της γριάς που καθόταν απέναντι. Η ζωή δεν πατάει φρένο ούτε για ένα δευτερόλεπτο, περνάει διαρκώς από πάνω μας. Μια κάλπικη μελαγχολία είναι η συνηθισμένη αντίδρασή μου στους εφτά ορόφους που ορθώνονται πλέον απέναντι απ’ το παλιό δωμάτιό. Κάπου κάπου όμως, εκεί ακριβώς που ανοίγω την πόρτα του αυτοκινήτου, νομίζω πως ακούω μια βουή απ’ την άκρη της – ξαφνικά ξανά – στρογγυλής πλατείας. Είναι οι φωνές που χτυπάνε με όλη τους τη λύσσα πάνω στο μωσαϊκό, περνούν απ’ το ανοιχτό παράθυρο και έρχονται να πέσουν πάνω μου με φόρα μερικών εκατοντάδων χιλιομέτρων.

“Όταν ξυπνάω τρομαγμένος, βλέπω εσένα
μια γνώριμη σκιά στον ουρανό
Με πλησιάζεις με λόγια ιδρωμένα
με νανουρίζεις, μα εγώ κλαίω και σου ζητώ

Στο δρόμο να με βγάλεις που ανεβαίνει
για τη δικιά σου κοντινή Αμερική
Μ’ ένα κλειδί κι ένα περίστροφο στην τσέπη
θέλω να τρέξω κατά εκεί”

**ποστίδιο παρασκευασμένο για τις Μητροπολιτικές Ιστορίες**

9 Σχόλια

Filed under ταυτολογίες - για τη νοσταλγία, διάφορα

29+1

στον στάθη, που είναι πια 30.

(υπόψη, ακολουθεί μελό σεντονάκι)

* Να λες σιχαίνομαι τα μνημόσυνα και τους απολογισμούς και να μην μπορείς να μαζέψεις τις τάσεις σου για τέτοιου είδους αθλιότητες.

* Σ’ είδα παντού. Στην Κομοτηνή σε υπαίθριο ρεμπετάδικο, στου Ψυρρή σε άθλια μαγαζάκια, στο δρόμο στην Άνω Τούμπα, στον Γιλμάζ, στο μπαλκόνι και στα σκαλοπάτια της πολυκατοικίας, στη Φλώρινα πίσω από μια ξύλινη μπάρα, πρωτοχρονιά κάτω απ’ τον πύργο του Άιφελ, στην κηδεία του καθηγητή των λατινικών, έξω από στριπτιζάδικο να ξαπλώνεις στο πεζοδρόμιο, ανήμπορος για το οτιδήποτε.

* Είχαμε εκείνη τη συμμαθήτρια που κάθε Σάββατο στα πάρτι φιλιόταν και με κάποιον διαφορετικό απ’ την παρέα. Κοροϊδεύαμε, ειρωνευόμαστε, όμως κανείς ποτέ δεν είπε όχι, γιατί στο βάθος ξέραμε. Εκείνη ήταν που διάλεγε. Κάποτε, τρίτη γυμνασίου νομίζω, γύρισε σ’ ένα διάλλειμα ανάμεσα αρχαία και μαθηματικά και, με τον πιο φυσικό τρόπο, μου είπε: «θα πάω κι ας μου βγει και σε κακό». Ατέλειωτες συντριβές ξανά και ξανά. Απ’ το πρωί, όλα επανήλθαν πεντακάθαρα στο μυαλό και όλο το μεσημέρι τα έβλεπα, όσο συνέβαιναν.

Οι πανελλήνιες ένα ατέλειωτο ζόρι, κάτι έρωτες δραματικοί που λέγαμε δε θα τελειώσουν ποτέ – αποκλείεται, κι ύστερα οι πρώτες βότκες, οι πρώτες τεκίλες, οι πρώτοι οριστικοί χωρισμοί κάθε είδους. Γκομενικά, φιλικά, συναισθηματικά, κάποτε τελειώνουν. Φτάσαμε 18 και τελικά το είδαμε. Υπάρχει τέρμα σε κάθε δρόμο. Από κει και μετά όλο τρέχουμε.

* Τρέχουμε με χίλια χιλιόμετρα προς μεταπτυχιακά, διδακτορικά, δουλειές και ημερομηνίες διακοπών. Να κανονίσουμε το πρόγραμμα της εβδομάδας, να δούμε τον έναν και τον άλλον. Παίρνουμε τηλέφωνα απελπισμένα. Αναμασάμε τα ίδια και τα ίδια. Δια ζώσης μιλάμε λιγότερο ή δε μιλάμε καθόλου, απλά στενοχωριόμαστε για τα ίδια πράγματα. Μα ο χρόνος πια, είναι συμπυκνωμένος. Κυλάει σαν παγωμένο νερό ανάμεσα στους συμπότες ενός καψωμένου μεσημεριού.

* Λόγια για λόγια. Πώς θα ζήσουμε; Να φύγουμε από δω. Στις Γαλλίες και τα Βέλγια ή στην ερειπωμένη επαρχία. Ο Στ. έφυγε. Σαν μικρό παιδί κάθε φορά λέει «Όχι ρε μαλάκα για πάντα. Δεν μπορώ να ζήσω εδώ. Θα επιστρέψω Ελλάδα». Ονειρεύεται ακόμη βραδινά μπάνια, ούζα, καρπούζια, πρωινά στο Σούνιο και πάστες στην Ξάνθη. Ιούλη μήνα με το λάστιχο να βρέχει το μωσαϊκό, το μπαλκόνι, το πλακάκι να δροσίζονται τα πόδια. Χριστούγεννα με χιόνι στη Φλώρινα και πάπιες που πατινάρουν στο παγωμένο ποτάμι.

* Τότε, που δεν ήμαστε λάιτ. Πηγαίναμε σε κανονικά μπουζούκια και πέφταμε με τα μούτρα στο ουίσκι και τη ανώνυμη τραγουδιάρα. Μια φορά ο Στ., μαζί με τα λουλούδια μου πέταξε, από λάθος και απ’ τη φόρα, μισό ποτήρι, απ’ αυτά που είχαμε σπάσει λίγο πριν. Με πήρε ο κομμένος πάτος του ποτηριού στον κρόταφο κι άρχισε να τρέχει το αίμα πάνω στο καλοσιδερωμένο λευκό πουκάμισο. Αυτό, που φορούσα τις νύχτες που μύριζε συντριβές. Έχωσα το κεφάλι μου στο νιπτήρα της τουαλέτας ενός μπουζουξίδικου στη Φλώρινα. Ο άλλος φώναζε, μεθυσμένος δίπλα μου. Μετά από κανένα δεκάλεπτο με το πουκάμισο πια γαύρικο κανονικό, μου λέει να πάμε στο νοσοκομείο, να είμαστε σίγουροι. Σώπα ρε μαλάκα. Πάμε ξανά στο τραπέζι. Βάλε να πιούμε.

Τότε, που δεν μας έπιανε τίποτα. Είχαμε κάτι φίλους και μια ζωή που άρχιζε και τέλειωνε την αποψινή νύχτα. Ευτυχώς, δεν το πληρώσαμε ακριβά. Γιατί τελικά η ζωή τελείωνε και άρχιζε λίγο λίγο, κάθε νύχτα και κάθε μέρα.

* Και ενδιάμεσα σ’ όλα αυτά, οι δεκάδες θάνατοι. Όλοι αυτοί που λείπουν διαρκώς και εξακολουθητικά. Που εμφανίζονται ξαφνικά μπροστά σου, την ώρα που γελάς με το ίδιο παλιό αστείο, την ώρα που βγάζεις τα ποτήρια απ’ το ντουλάπι μετρώντας κεφάλια στο τραπέζι, την ώρα που ετοιμάζεις τα κάρβουνα για την ψησταριά. Κάπως έτσι, όταν πεθαίνει ο Παπάζογλου, μπορούμε επιτέλους ελεύθερα να συγκινηθούμε, μπας και ισοφαρίσουμε τις φορές που δεν διαλυθήκαμε. Πότε γιατί έπρεπε να ήμαστε ψύχραιμοι για κάποιους άλλους, πότε γιατί έπρεπε να παριστάνουμε τους ζωντανούς στον ίδιο μας τον καχεκτικό εαυτό.

* Ησυχία. Σταφύλια τον Αύγουστο στη βεράντα. Άσχετοι μπαινοβγαίνουν στις συναντήσεις της παρέας. Πόσες ανόητες κουβέντες με καθωσπρέπει τρίτους. Πόσα καμένα βράδια με τα κορίτσια των φίλων. Ήρθαν για λίγο, άλλα τα αγαπήσαμε, άλλα τα κράξαμε χωρίς ντροπή ή όριο. Ήμαστε και παραμένουμε οι ίδιοι μαλάκες. Υπάρχουμε μες στον κόσμο, μόνο άμα γελάμε, μόνο άμα μας κόβεται η ανάσα από τα επαναλαμβανόμενα αστεία. Ακόμη και τώρα το ίδιο. Δεν έχουμε άλλο τρόπο να αντιμετωπίσουμε την πραγματικότητα. Μόνο γέλιο και ακατάπαυστη κοροϊδία. Ο ένας τον άλλον. Όλοι τον έναν. Δεν είναι περίεργο ότι σήμερα, το πρώτο πράγμα που θα δεις στη συμβία του, είναι ότι γελάει. Αδιάψευστο κριτήριο για μας.

* Το γυναικείο βλέμμα που πέφτει πάνω στα μέλη της παρέας καταλόγιζε σχεδόν πάντα, περίπου τα ίδια. «Δεν έχετε φιλοδοξίες. Δεν έχετε προτεραιότητες». Λίγο πολύ σωστή είναι η παρατήρηση. Βαρέθηκα να επαναλαμβάνομαι. Πού να εξηγείς κάθε φορά τί είδους επάγγελμα είναι ο φύλακας στη σίκαλη ή ο δοκιμαστής τηγανιάς; Κι άλλωστε, τώρα μαθαίνουμε να ζούμε λογαριασμό της ΔΕΗ με λογαριασμό της ΔΕΗ. Ας τη βγάλουμε πρώτα το επόμενο τετράμηνο και βλέπουμε. Όπως συνηθίζει να υπενθυμίζει κι ένας άλλος φίλος, «Καλλιτέχνες είμαστε κι εμείς. Και που δεν κάναμε και τίποτα, πειράζει;»

* Και τέλος πάντων, πνιγήκαμε (ή μάλλον πνίγηκα) στη γκρίνια για μια ημερομηνία. Καμία ανησυχία. Καμία υποχώρηση. Ποιός τα χέζει τα ημερολόγια; Στις επάλξεις με μοναδικό όπλο όσους ανθρώπους μας απέμειναν και για όσο. Εδώ και τώρα όλα είναι δικά μας. Εδώ και τώρα όλοι γύρω απ’ το ίδιο τραπέζι.

27 Σχόλια

Filed under τόποι που φαντάστηκα, ταυτολογίες - για τη νοσταλγία, ασυναρτησίες

χριστουγεννιάτικο

Είδα την Anouk Aimée χθες το βράδυ έξω απ’ το Grain. Φορούσε λευκό πουκάμισο και ονειρευόταν ένα ποτήρι κονιάκ. Περπατούσε πάνω κάτω στην Ομήρου. Όταν περνούσε έξω απ’ το Γκαίτε, μουρμούριζε το γράμμα του Βέρθερου. Στεκόταν στην άκρη του πεζοδρομίου παριστάνοντας το εκκρεμές, φτάνοντας τη μία στα κάγκελα και την άλλη στις ρόδες των αυτοκινήτων. Χαμογελούσε σε μερικά κορίτσια και ζητούσε πληροφορίες για εκείνο το bar που ακόμη και τώρα ήταν bar κι όχι κάτι άλλο. Θέλω να πάω εκεί που μπορεί κανείς να είναι μεθυσμένος νωρίς το απόγευμα, είπε. Αγόρασε από έναν περαστικό πωλητή δύο λαχεία και τα χάρισε σ’ έναν άντρα με μαύρο παλτό και καπέλο, ξεκαθαρίζοντας έτσι οριστικά, ότι η τύχη δεν βρίσκεται σ’ αυτό που σου δίνει, αλλά σ’ Αυτή που σου δίνει. Πέρασε με κόκκινο διαγωνίως την Πανεπιστημίου. Στάθηκε για λίγο μπροστά απ’ τις άδειες βιτρίνες του Άττικα και κοίταξε τα κινηματογραφικά πρόσωπα που παρίσταναν τις κούκλες. Ο θίασος έφυγε με όλα τα ρούχα και τώρα χορεύει πιασμένος χέρι χέρι γύρω απ’ τους περαστικούς.

Όταν με ρώτησε τι είδα σήμερα της είπα:

– Στο Μετρό το πρωί, νεαρή αλλοδαπή συνόδευε τη μάνα της. Εκείνη εμφανώς πρώτη φορά στο Μετρό, κρατιόταν γερά, κοιτούσε ανήσυχη την ώρα, τις στάσεις, το σχεδιάγραμμα πάνω απ’ την πόρτα. Η κόρη γελούσε κι έλεγε μην άγχεσαι. Θα πάμε γρήγορα και όπου θέλουμε. Έπειτα της εξηγούσε τη διαδρομή, σαφώς και με ακρίβεια. Στο Μετρό το πρωί είδα μια Αθηναία.

– Στο Μετρό το μεσημέρι, κάθισε δίπλα μου μια γυναίκα με τεράστια γυαλιά, κασκόλ τυλιγμένο γύρω απ’ το λαιμό της και μάσκα νοσοκομείου, προφανώς για τη γρίπη. Έτσι όπως είχε κρύψει το πρόσωπό της, μου ήρθε να πάω πάνω από το κεφάλι της και να αρχίσω να βήχω και να ανασαίνω πάνω της. Σαν άλλος Τάιλερ Ντέρντεν που ποτίζει με το αίμα του τον ιδιοκτήτη του υπογείου.

– Στο λεωφορείο το απόγευμα δύο κορίτσια μιλούσαν επί τουλάχιστον είκοσι λεπτά για το ΙΚΑ. Κάτι σαν 6,80 την ώρα αν σου βάζει ΙΚΑ, 7,10 αν όχι. Δεν θυμάμαι καλά τα νούμερα. Θυμάμαι πόσο λάθος έμοιαζε η συζήτηση όμως.

Είδα την Anouk Aimée χθες το βράδυ να κάθεται σταυροπόδι στην Πανεπιστημίου. Πλησίασε τον αυτοσχέδιο βιολιστή στον πεζόδρομο και του είπε μια σύντομη ιστορία για τον άγιο Donizetti. Αμέσως άρχιζε να παίζει. Αυτή πλησίασε ένα νεαρό που καθόταν στο Ζόναρς και αφού του έδωσε το πορτοφόλι της, του είπε να πάει να την κεράσει κάπου, που οι γυναίκες είναι ζωντανές και οι σερβιτόροι ξέρουν ότι άλλο το κονιάκ που ζητάει αυτή κι άλλο αυτό που προσφέρουν στα μνημόσυνα. Μετά μου ψιθύρισε ότι θέλει απόψε να χορέψει, να κρυφτεί, να πηδήξει απ’ το παράθυρο ενός ξενοδοχείου, να σηκωθεί στις μύτες των ποδιών και να ακούει όλη τη νύχτα το “violin concerto in D major” του Brahms. Ύστερα μου υποσχέθηκε ότι μια βραδιά που θα φοράει αυτή το πουκάμισό μου κι εγώ το παλιό γκρι παλτό θα με πάει εκεί που ακόμη και σήμερα οι ερωτευμένοι ακούνε Enrico Caruso.

Είδα την Anouk Aimée χθες το βράδυ, κοίταζε περίεργα τους θαμώνες του Pop. Μου είχες πει ότι ήταν ωραία εδώ, παραπονέθηκε. Κι όμως κι αυτοί ποζάρουν όπως οι άλλοι στο Σύνταγμα, μπροστά στο δέντρο. Θέλω galaxy μου λέει. Αν ήταν Πέμπτη θα σε πήγαινα στο Godot, αν ήταν Κυριακή θα σε πήγαινα στο Σούνιο, αν ήταν αλήθεια κάτι έστω απ’ όλα θα σε πήγαινα απλά σπίτι, απαντάω. Όταν αναρωτήθηκα μήπως είναι ήδη αργά απάντησε, με το στόμα του Ελύτη, πως εδώ και τώρα είναι Άνοιξη παρά τέταρτο και πως «εντελώς αντίθετα απ’ τον (…) Hervey de Saint-Denys, που ζητούσε να φωτίσει τον ύπνο απ’ τη μεριά του ξύπνιου εαυτού του, επεδίωκα εγώ να συλλαμβάνω την καθημερινή ζωή από τη μεριά του ονείρου». Όταν επέμεινα, μου έδωσε ένα φιλί με γεύση πραγματικής Γυναίκας και είπε πολύ γλυκά, σκάσε επιτέλους και άκου τη μουσική.

υγ. η βόλτα μου ξεκίνησε από εδώ βέβαια.

13 Σχόλια

Filed under τόποι που φαντάστηκα, ταυτολογίες - για τη νοσταλγία, υπερβολές, γυναικών λέχος πολύπονον

άχρηστα κλειδιά

Η νέα γειτονιά μοιάζει ακόμη περίεργη. Το περίπτερο είναι πολύ κάτω. Το ψιλικατζίδικο πολύ πάνω. Το video club χωμένο σε ένα ημιυπόγειο τρία στενά μακριά. Η κάβα, συστεγάζεται με ένα φούρνο, είναι κάπως παράταιρη. Οι γυναίκες στο δρόμο, απροσδιόριστες ακομη. Κοιτώντας μικρά αντικείμενα, που δεν ξέρω αν θέλω πια να βγουν απ’ τις κούτες, μοιάζει να πιάνω στις τσέπες μου κλειδιά από καιρό πεταμένα. Αν ξέρεις πού να ψάξεις, μέσα σε κάθε καινούριο σπίτι, θα βρεις όλα τα προηγούμενα. Για μια ημέρα ή δέκα χρόνια δεν έχει σημασία, έχουμε ήδη αποφασίσει ότι οι συμβατικές μονάδες μέτρησης κάνουν μόνο για τον κόσμο της συναλλαγής.

Η γκαρσονιέρα της οδού Καισαρείας στην Κομοτηνή. Σε λιγότερα από 20τμ χωράνε περισσότερα από 10 άτομα. Μαξιλάρια στο πάτωμα, ρετσίνες στο ποτήρι, τραγικοί έρωτες και αναπάντεχες προδοσίες στο καθημερινό πρόγραμμα. Ο Βασίλης Καρράς μόνιμος κάτοικος σε άθλιες επαναλαμβανόμενες μαζώξεις, που ως αποκλειστικό σκοπό είχαν όχι φυσικά την κοινωνία, αλλά το καθησυχαστικό μεθύσι. Κάποτε σε ένα κοντινό σπίτι, ένας από μας, είχε μαζέψει απ’ τα ΚΤΕΛ, έναν Αμερικάνο που έψαχνε τρόπο να φτάσει στην Κων /πολη. Άγνωστος μεταξύ αγνώστων, σαστισμένος και άφραγκος ο εν λόγω, μας άκουγε να προσπαθούμε να καταλήξουμε στην πιο θεμιτή μετάφραση: «I wonder if you feel remorse, when you go foreign hands to touch». Κι ύστερα ξημερώματα τρώγοντας κοτόσουπα, κάποιος πρέπει να του ζήτησε, με το έντονο ύφος που επέβαλε η μαλαματίνα, να αποκαλύψει επιτέλους την αλήθεια. «Λέγε ρε, πράκτορας είσαι;»

Τα παγωμένα Χριστούγεννα της Φλώρινας. Το πετρέλαιο έχει τελειώσει. Το αερόθερμο χαλασμένο. Στρώνουμε στη μέση του σαλονιού. Φοράω φανελάκι, κοντομάνικο, πουκάμισο, φλις και από πάνω ρίχνουμε σεντόνι, κουβέρτα, πάπλωμα. Τίποτα. Τη μισή νύχτα βλέπω το χνώτο μου όπως κατευθύνεται προς την οθόνη της σχεδόν χιονισμένης τηλεόρασης. Λόγω του τσιρότου δεν μπορώ να αλλάξω πλευρό. Λίγες ώρες πριν, την ώρα που το μπουζούκι παίζει ότι του βρίσκεται πρόχειρο, ένας απ’ την παρέα μερακλώνει. Απλώνει τα χέρια και μαζεύει τα σκορπισμένα στο τραπέζι λουλούδια. Μου τα πετάει. Νιώθω κάτι συμπαγές να ακουμπάει τον κρόταφό μου κι ύστερα βλέπω τις φάτσες να γυρνάνε από το σκυλάδικο ντέρτι σε γνήσιο τρόμο μέσα σε δύο δευτερόλεπτα. Σκύβω και παρατηρώ το λευκό πουκάμισο να γίνεται κόκκινο. Το κέφι μας, έμπλεξε τα γαρίφαλα με τα σπασμένα ποτήρια. «Μα καλά, να πεθάνω σε επαρχιακό σκυλάδικο την ώρα που ο ντόπιος τραγουδιστής λέει την προσωπική, αδισκογράφητη ακόμη επιτυχία του; Πόσο γραφικός μπορώ να γίνω;», σκέφτηκα. Τελικά έζησα, προσμένοντας ένα σαφώς πιο μεγαλειώδες τέλος.

Τα ξένα σπίτια. Για κάποιο περίεργο λόγο ποτέ δεν ένιωσα άνετα να ξυπνάω στο σπίτι της. Δεν ξέρω τι φταίει. Ίσως ασυνείδητα να φοβάμαι ενδεχόμενους επισκέπτες ή ίσως απλά να μη μ’ αρέσει η σκέψη ότι βρίσκονται σε λάθος θέση ο καφές, τα βιβλία, οι εφημερίδες, το μπάνιο, το διαδίκτυο και το κυριότερο εγώ ο ίδιος. Επίσης για μια σχετικά μεγάλη περίοδο, είχα παρατηρήσει ότι όποτε ξυπνούσα σε άλλο σπίτι το πρωί δεν έλεγε να σταματήσει να βρέχει. Απ’ την άλλη, σε ένα τέτοιο διαμέρισμα έμαθα πώς το πουκάμισο μπορεί να γίνει σεντόνι και μάλιστα διπλό. Άλλωστε η λέξη μοιράζομαι μπορεί να εννοηθεί με δύο εντελώς διαφορετικούς τρόπους.

Στην Πάτμο να βλέπεις τα αυτοκίνητα να μπαίνουν στο γκαράζ του πλοίου. Το σπίτι εκεί ήταν στην κατάλληλη θέση, για να χαζεύεις το λιμάνι και τα καθημερινά δρομολόγια. Τη μέρα φαινόταν η ουρά των αμαξιών και πού και πού κάποια τσάντα στην πλάτη ενός τουρίστα. Τη νύχτα τα φωτάκια στο κατάστρωμα δε μ’ άφηναν να παρατηρήσω τίποτα άλλο. Τη μέρα όλα τα καράβια έμοιαζαν να φτάνουν. Τη νύχτα να φεύγουν. Ένα βράδυ αφού άφησα τους ταξιδιώτες να περιμένουν στη σειρά για να επιβιβαστούν, γύρισα σπίτι. Όταν βγήκα στο μπαλκόνι κι είδα το πλοίο έτοιμο πια για αναχώρηση, θέλησα να γυρίσω πίσω στο λιμάνι. Ήθελα να πω κάτι ακόμη, κάτι που έπρεπε να είχα πει εξαρχής. Περπάτησα γρήγορα, αλλά δεν πρόλαβα. Το πλοίο ταξίδευε ήδη προς Αθήνα. Το σπίτι ήταν στην κατάλληλη απόσταση. Ευτυχώς.

17 Σχόλια

Filed under τόποι που φαντάστηκα, ταυτολογίες - για τη νοσταλγία

το σκουπιδιάρικο

Παιδεύομαι να βρω τί θα ακούσω μέσα στο αυτοκίνητο. Δε μπορώ να αποφασίσω με τίποτα και αλλάζω τραγούδι, σπαστικά, κάθε δυο λεπτά. Είναι νύχτα και πετυχαίνω μπροστά μου το σκουπιδιάρικο. Ο δρόμος φυσικά δεν έχει δεύτερη λωρίδα, δεν υπάρχει τρόπος να προσπεράσω. Σκέφτομαι να στρίψω σε οποιοδήποτε στενό, δεξιά ή αριστερά, κι ας κάνω κύκλους ολόκληρους, ας κάνω τη διπλάσια διαδρομή. Δεν μπορώ να περιμένω. Μέχρι να τελειώσει το τετράγωνο είμαι αναγκασμένος να πηγαίνω σημειωτόν, κοιτάζοντας τους κάδους που σηκώνονται στον αέρα και αφήνουν το περιεχόμενο να πέσει με πάταγο στην καρότσα.

Κάδοι ξέχειλοι, σακούλες σκισμένες στο πλάι, τα αποφάγια και τα άχρηστα της χτεσινής ημέρας. Τόνοι εφημερίδες, μπουκάλια, λειψά κομμάτια από κάτι που κάποτε θύμιζε καρέκλα. Οι άνθρωποι με τα γάντια βιάζονται. Αλλά αυτά δεν τελειώνουν εύκολα, είναι μια λερναία ύδρα, που τρέφεται και ανασταίνεται από τις ανάσες όλων. Κάθε δευτερόλεπτο βαρεμάρας ή δραστηριότητας, καθισιού ή υπερβολικής ενεργητικότητας, αποθήκευσης ή κατανάλωσης γεννάει σωρούς πλαστικές σακούλες. Τα ίχνη της προηγούμενης μέρας σβήνουν ξημερώματα σε άδειες λεωφόρους. Η μηχανή καταβροχθίζει με κυκλικές κινήσεις τον απόηχο του όχι και τόσο ένδοξου παρελθόντος.

Τους κοιτάζω λίγο πιο προσεχτικά. Έχω παρατηρήσει κι άλλοτε, ποτέ δεν ρίχνουν ματιές στους οδηγούς των σταματημένων αυτοκινήτων. Απλά κάνουν γρήγορα και χωρίς πολλές κουβέντες τη δουλειά τους. Όμως αυτό το βράδυ, περιμένοντας πίσω απ’ το σκουπιδιάρικο, διακρίνω μια γνώριμη φιγούρα. Εκείνο το παιδί, λίγο νευρικό, λίγο σκυφτό και με άπειρους συνδυασμούς χειρονομιών. Εκείνο το παιδί λίγα χρόνια πριν, αμυντικός – λίμπερο σωστό, με ηγετικές ικανότητες- στην ομάδα της γειτονιάς μου. Χθες ψάχναμε με μια μπαλιά τη στιγμή, τον ελάχιστο ελεύθερο χώρο για ένα σουτ. Ανάμεσα στην παιδική χαρά, στη κάτω μεριά της πλατείας και το δρόμο από πάνω, συνεννοούμαστε με κλειστά μάτια σε κάποια περίεργη κομπίνα στην εκτέλεση του φάουλ. Συνεχείς αστοχίες, αποτυχημένα ματσάκια με τους απέναντι και μετά όλοι γύρω απ’ τα παγκάκια. Ώρες, απογεύματα ολόκληρα, πέρασαν χωρίς ποτέ μια σκέψη, κάποιο υπαινιγμό για το οποιοδήποτε μέλλον. Τον κοιτάζω καλά. Εκείνο το παιδί με την μπλε πορτοκαλάδα λίγο πριν την πρώτη κλοτσιά. Πού πήγαν όλες εκείνες οι μπαλιές στην πλάτη της άμυνας; Πού πήγαν όλες εκείνες οι σέντρες, οι κεφαλιές; Σκασμένες μπάλες, κουτάκια coca cola, σκισμένα γόνατα, όλα μέσα σε μια πράσινη οικολογική σακούλα που διασπάται ευκολότερα. Σουβλάκια στα σκαλοπάτια μιας πολυκατοικίας, ένα πρόχειρο διαγώνισμα, ο φύλακας που μας κυνηγάει, όλα ένας πικρός σωρός. Τα σηκώνει με κάτι μπλε γάντια και τα πετάει στο πίσω μέρος του σκουπιδιάρικου. Ο οδηγός κάνει λίγο δεξιά στην άκρη του δρόμου, χωράμε να περάσουμε. Χωράμε πια άνετα να προσπεράσουμε, να συνεχίσουμε το δρόμο μας, να φτάσουμε επιτέλους σπίτι. Μας έλειψε το ζεστό κρεβάτι και οι φωτογραφίες στον τοίχο πάνω απ’ το κεφάλι μας.

 

Συνεχίζω χωρίς να μπορώ να καταλάβω στο ελάχιστο τη ροή των ανθρώπων ή των γεγονότων. Όλα φαίνονται μαζί χτεσινά κι απίθανα. Μακρινά και αναπόφευκτα. Τα παλιά πρόσωπα, ξεθωριασμένες αγάπες, κορίτσια που κάποτε κυνηγούσα και τώρα βαριέμαι να χαιρετήσω απ’ το απέναντι πεζοδρόμιο. Όλους τους κατανοώ. Αυτόν που πάνω από χάρτες σχεδιάζει το μέλλον ή αυτόν που λέει έχω σκοπό σε λίγα χρόνια να.. Αυτόν που νοσταλγεί και αυτόν που μένει ακίνητος κι ανίκανος μπροστά στις ατέλειωτες αλλαγές.

Ώρες ώρες δεν μπορώ να ξεχωρίσω το μέλλον απ’ τις πατημασιές των περαστικών. Ώρες ώρες διστάζω να κανονίσω μια συνάντηση για αύριο. Ή αναρωτιέμαι γιατί έχω έτοιμη τόση συμπάθεια γι’ αυτούς που δεν μπορώ πια ν’ αγγίξω.

Περπατάω ημιζώντανος ανάμεσα στις ορδές των βιαστικών ανθρώπων. Αν είχα φωνή θα μπορούσα να τραγουδήσω κάτι για μας που ακόμη μοιραζόμαστε το ίδιο τραπέζι, το ίδιο μπουκάλι. Ύστερα κάτι γι’ αυτούς που παρατήσαμε και αυτούς που μας παράτησαν. Μια μικρή ανέξοδη μπαλάντα για την παραίτηση.

Οι καλύτεροι της ράτσας μας γίνονται φονιάδες

Ακολουθούν σε απόσταση ασφαλείας

οι ποιητές

οι παραμυθάδες

οι τερατολόγοι γενικώς

Μερικές χιλιάδες έτη φωτός πιο πέρα

Πλατσουρίζουν αγέλαστοι κι ανόρεχτοι

Στα στάσιμα νερά της μετριότητας

Οι όμηροι του φόβου

(Γ. Αγγελάκας – πώς τολμάς και νοσταλγείς τσόγλανε;)

 

23 Σχόλια

Filed under ταυτολογίες - για τη νοσταλγία, διάφορα

χαρτοπετσέτα

Είσοδος – Έξοδος

Ήταν έτοιμος να πει : «Έρχομαι εκ μέρους του Φουλάνο», όταν είδε τόσο λίγα φιλικά πρόσωπα που, αντί να πάρει κάθισμα, όρθωσε τ’ ανάστημά του, έβαλε το σομπρέρο του και είπε, γυρίζοντας την πλάτη : «Φεύγω εκ μέρους του Φουλάνο».

Jules Renard, Journal

Σύντομες και παράξενες ιστορίες,

Χ.Λ. Μπόρχες – Α.Μ. Κασάρες

Συνάντησα στο δρόμο μια παλιά φιλόλογο, που είχα στο γυμνάσιο. Θυμάμαι της είχα πει μια μέρα, μετά από σχετική ερώτηση, ότι θα γίνω αθλητικογράφος. Εκείνη σα να δυσανασχέτησε και είπε ότι κι αυτό καλό είναι, αλλά οι φιλοδοξίες μου θα έπρεπε να είναι πολύ μεγαλύτερες. Εγώ όμως ήθελα απλά να βλέπω τη μπάλα να ανεβοκατεβαίνει στα τσιμέντα της πλατείας ή τα τεράστια γήπεδα της οικουμένης. Αφού δε θα γινόμουν ποδοσφαιριστής ή μπασκετμπολίστας, τουλάχιστον ας πέρναγα τα πρωινά μου συζητώντας για τα τρίποντα του Έντι Τζόνσον ή τις φοβερές ντρίπλες του Καραπιάλη. Τότε δεν κατάλαβα καθόλου το απογοητευμένο ύφος της, ούτε μπόρεσα να συνειδητοποιήσω γιατί δεν ήταν αρκετά ψηλή η φιλοδοξία μου.

Το χειμώνα σ’ ένα πάρτι, ο φίλος Α., δικηγόρος, τσακώθηκε μ’ έναν άλλο καλεσμένο για το Μετρό. Μετά από ώρα κι αφού δε βρέθηκε άκρη για το αν οι συρμοί τελικά αργούν ή όχι, ο άλλος τον ρώτησε, πότε σκοπεύει να ανοίξει το δικό του γραφείο. Ο Α. του απάντησε ότι δεν το σκέφτεται καν. Νιώθει μια χαρά εκεί που εργάζεται. Τότε ο άλλος, λες και επιτέλους τα κατάλαβε όλα, είπε ότι αυτό έπρεπε να το αναφέρει απ’ την αρχή. «Δεν μιλάω με ανθρώπους που δεν έχουν φιλοδοξίες», προσέθεσε.

Πριν ένα και κάτι χρόνο, όταν ξεκινούσα αυτό το βλογ, σκεφτόμουν ότι θα σκαρώνω ποστ γεμάτα ειρωνεία για την πολιτική κατάσταση ή θα κλείνω μέσα σε παραγράφους όλο το θυμό και τις βλαστήμιες που εκτοξεύαμε στα τηλεοπτικά παράθυρα και τους θαμώνες τους. Τώρα, σχεδόν Ιούλιος του 2008, αν κοιτάξω τα στατιστικά θα διαπιστώσω πως το μακράν πιο δημοφιλές ποστ, ήταν αυτό για τον Καρρά (βοήθησε βέβαια ότι το λίνκαρε ο Σραόσας). Αν η φιλοδοξία μου ήταν να γράφω σοβαρά κείμενα, η νοσταλγία για τις ζαλισμένες νύχτες και τις γυναίκες που χάθηκαν στα στενόχωρα μπαρ, αποδεικνύεται πολύ πιο δυνατή.

Κι έπειτα βλέπω ότι παντού, σε κάθε πρόταση, σε κάθε φράση, χρησιμοποιώ τη λέξη σχεδόν. Κι αυτή η επανάληψη είναι ενδεικτική, γιατί έτσι τα βλέπω όλα, έτσι τα πλησιάζω, μ’ ένα σχεδόν στο στόμα, στα χέρια και τα βήματα. Αυτός είναι ο πραγματικός λόγος που δεν είμαι σοβαρός ή που ακούω συνεχώς ότι δεν έχω φιλοδοξίες. Το σχεδόν που με ταλανίζει στη ζωή και τη γραφή. Προσπαθώ να διώξω το σχεδόν μόνο και μόνο για να μιλήσω σοβαρά για δυο τρία πραγματάκια. Ας πούμε για εκείνο το βράδυ που βούτηξα στα βάτα και πάλευα μεθυσμένος να ξαναβγώ στην επιφάνεια ή για το απόγευμα που την έβλεπα να γράφει σε μια χαρτοπετσέτα το τηλέφωνό της. Να ποιά είναι η φιλοδοξία μου. Να μιλήσω για εκείνη τη χαρτοπετσέτα. Ή έστω να βρω και γω το παράθυρό μου.

6 Σχόλια

Filed under ταυτολογίες - για τη νοσταλγία