Category Archives: πρόσωπα

η περιρρέουσα μελαγχολία των τραγουδιών

«Γύρνα τις ώρες που χάθηκαν απόψε
κοίτα που φεύγεις πώς κλαίει το δειλινό»

Οι στίχοι υπαινίσσονται διαδρομές, αγαπημένα μάτια κι ένα παρελθόν που επιστρέφει πάντα, άλλοτε σα σύντροφος κι άλλοτε σαν επαναληπτική καραμπίνα. Τα τραγούδια του Σταύρου Κουγιουμτζή ακούγονταν απ’ την αρχή σαν ψίθυρος, σα μελωδία που ξεκινά από κάτω για να μεσολαβήσει μεταξύ του σιωπηλού ακροατή και του απερίγραπτου. Καθισμένοι γύρω απ’ το ίδιο τραπέζι καλοσωρίζουμε τα περασμένα, νοσταλγώντας τότε που μας πονούσε η απουσία της αγαπημένης.

Τίποτε δεν μου στοίχισε ο χωρισμός· τίποτ’ άλλο εκτός από την ενθρόνιση της μελαγχολίας.

Ο Κουγιουμτζής ισορροπούσε τα τραγούδια του στη μελαγχολία. Οι δίσκοι του σκιαγραφούν ένα κομμάτι από το διαρκές πένθος, που θέλοντας και μη ισοβίως κουβαλάμε. Μετεωρίζονται ανάμεσα στην πίκρα για αυτά που δεν προλάβαμε να σώσουμε και την τρυφερότητα που ακόμα φυλάμε για όσους μας ξέχασαν. Σαν αόρατη αίσθηση, κρέμεται πάνω από τραγούδια, όπως το «ο ουρανός φεύγει βαρύς», ένα χάδι. Το άγγιγμα αυτό, που συνεχώς εκκρεμεί ανάμεσα σε σένα και μένα, υμνεί, παραπατώντας, την γνωστή σε όλους ακροβασία των σκέψεων. Τη μεγάλη αντίφαση που τυραννικά μας αγκαλιάζει. Πώς τη θυμάμαι; Τί έχω να πω για το σπίτι που κάποτε ήτανε δικό μου; Τί να της ευχηθώ και τί να της προσάψω;

Λιποτάκτης στην μυριάνθρωπη έρημη Αθήνα που με τρομοκρατεί

Ο Κουγιουμτζής ήσυχα, πίσω από τα μαύρα του γυαλιά λέει στο Νταλάρα για εκείνα τα τραγούδια, «δεν τραγουδούσες, φώναζες» (δυστυχώς δεν έχω μνήμη, άρα και link να σε παραπέμψω). Οι στίχοι του συνθέτη μιλάνε για πουλιά, ουρανούς, νύχτες και γνώριμες φυγές. Ο ίδιος δίνει ήχο στο υλικό του Μ. Ελευθερίου («του κάτω κόσμου τα πουλιά») και στα λόγια του Μ. Μπουρμπούλη (θα ‘ταν 12 του Μάρτη) Κρατώντας το στίχο του
«Αν δεις σε χέρι παιδικό
πουλάκι πληγωμένο
πάρε τις στράτες να με βρεις
εγώ σε περιμένω»,

περπατάμε πάνω κάτω στην Καλαμαριά και μοιραζόμαστε ιστορίες. Ακούω ξανά τις νότες του. Δεν εγκαταλείπουμε τις λέξεις μας. Δεν πνίγουμε τα μεγάλα μας λάθη. Σε μακρινές βόλτες βλέπουμε το μέλλον μας τυλιγμένο με τις παραιτήσεις χρόνων.

«Τα λουλούδια δε μυρίζουν είναι πλαστικά
ένα φίλο και μια αγάπη είχα μια φορά
τώρα βρέχει κάποιος τρέχει δεν μπορώ να δω
το ρολόι σταμάτησε εδώ»

 

kougioumtzhs.jpg
Με ανείπωτη αγάπη, μικρά παιδιά και φοβισμένοι ενήλικοι, όλες μας οι εκδοχές μαζί, στέλνουμε χαιρετίσματα στους εγκλωβισμένους φίλους. Χωριά και μανάδες, γυναίκες που πήραν τα κομμάτια μας και τα ξέσκισαν, φιλιά και χαστούκια δυνατά σαν κανόνια. Είμαστε εμείς η απαράμιλλη μελαγχολία του Σταύρου Κουγιουμτζή. Το πένθος και το χάδι φωλιάζει στις πράξεις, σαν τα τραγούδια που συνοδεύουν τις φορές που μετάνιωσες, ελάχιστα πριν το κρεβάτι ή ακριβώς μετά από ένα αντίο. Συντροφιά με τα τραγούδια λοιπόν θα περάσουν τα πιο δύσκολα βράδια.

Ο έρως είναι ένας γλυκόπικρος εφιάλτης, σάβανο των ζωντανών, φονεύς, ψυχοβγάλτης, νεκροπομπός πουλιών, ελευθερωτής. Τέτοιους έρωτες ψάλλουν τ’ αδέρφια μου, οι έσχατοι ρεμπέτες.

Τέτοιους έρωτες ψάλλει ο Σταύρος Κουγιουμτζή.

ΥΓ. όπου βλέπεις κόκκινο να σκέφτεσαι κουβέντες του Ηλία Πετρόπουλου.

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under πρόσωπα

η ομορφιά με τ’ όνομα της Jennifer Conelly

Δεν πήρε ποτέ τα εκατομμύρια δολάρια που κάθε επόμενος ρόλος εξασφαλίζει στη Julia Roberts, δεν έχει τα χείλη της Angelina Jolie ή το πλαστικό μέγεθος της Demi Moore, οι κριτικές για τις ερμηνείες της δεν αγγίζουν τους διθυράμβους που ακούγονται μετά από κάθε νέα εμφάνιση της Meryl Streep.

Αγαπημένη, υπομονετική σύντροφος που ξέρει να μιλά για συμπαράσταση και πίστη (a beautiful mind). Έτοιμη να εξαργυρώσει τη θηλυκότητα και το κορμί της, για να εξασφαλίσει την ελάχιστη δόση ευτυχίας κι ηρωίνης (requiem for a dream) και μαχητική δημοσιογράφος χαμένη ανάμεσα στα διλήμματα και τον ήλιο της πολύπαθης Αφρικής (blood diamond).

blood_diamond-1.jpgH Jennifer_Connelly χαμένη σε ατελείωτα μέτρα ενός ασπρόμαυρου φιλμ. Χαμογελαστή μπροστά στα φλας στην πρεμιέρα μιας ακόμη μέτριας ταινίας. Έτοιμη να χαθεί στη φωτιά ή σ’ ένα ποτήρι ουίσκι, κρατώντας για τον ελάχιστο χρόνο που της αναλογεί, τη σκιά της έμπνευσης (Pollock).

Ξαπλώνει γυμνή σε μια επίπεδη οθόνη, στέκεται απέναντί μας, κλαίει μπροστά από γκρίζα τοπία και κάνει έρωτα, αγωνιώντας κρυφά για τα βλέμματα του κοινού. Σαν ένα ζωντανό διήγημα του B. Τσιαμπούση, απλώνει τις πτυχές της ζωής της ήρεμα, στωικά σχεδόν, για να υποδεχτεί στο τέλος την αναπόφευκτη τραγωδία.

Η J.C. με αργές κινήσεις, δραπετεύει από τον επίπεδο κόσμο, σκίζει το πανί που τη χωρίζει και περπατάει ανάμεσά μας. Στους διαδρόμους ενός συνοικιακού κινηματογράφου, στην πολυθρόνα απέναντι από το καινούριο dvd player η ομορφιά μας κοιτάζει κατάματα. Δεν είναι πλαστική και ιλουστρασιόν, αγχωμένη και βιαστική. Είναι η ομορφιά, η θηλυκότητα που έρχεται κατευθείαν από τις πιο αρχαίες αναμνήσεις κι από τις πρώτες βροχές του φθινοπώρου. Είναι η ομορφιά που μας χαϊδεύει απαλά τα ακροδάχτυλα, που αγγίζει τις ώρες μας και τις αθωώνει.

Η J.C. δεν είναι ξένη όπως οι ακριβοθώρητες star της σιλικόνης, δεν περιμένει τους φωτογράφους που κρύβονται πίσω από θάμνους και παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Χαμένη κι αυτή μέσα σε χιλιάδες φωτογραφίες σε ιστοσελίδες με γυμνά celebrities, με την εικόνα της, κατακερματισμένη στα βιντεάκια και τα αποσπάσματα από μισόλεπτα ερωτικά στιγμιότυπα. Μες σ’ αυτή την ιδιότυπη φυλακή, έναν τοίχο δημοσιότητας, γεμάτο ξεγυμνωμένα πόστερ και μερικά εκατομμύρια φτιαγμένες και έτοιμες πλαστικές κούκλες, η γυναίκα αυτή, σε πείσμα του καιρού και της αγριότητας καταφέρνει και δραπετεύει.

Στο μυαλό μου η J.C., που εξακολουθεί να ανασαίνει για χάρη της ομορφιάς, δεν τελειώνει με τους τίτλους τέλους κάθε ταινίας. Φιγούρα σάρκινη, αέρινη και πέρα για πέρα αληθινή πετάει από σύννεφο σε σύννεφο κι από δωμάτιο σε δωμάτιο. Γυναίκα που περιμένει πίσω από μια χαμηλόφωνη μελωδία τη σειρά της ν’ αγαπήσει και ν’ αγαπηθεί. Γυναίκα που επιμένει να ψιθυρίζει ότι ομορφιά είναι απλώς το όνομα που δίνεις στην αγαπημένη σου. requiem_for_dream7.jpg

4 Σχόλια

Filed under πρόσωπα

τη νύχτα που δικάζουν τον Πλουμπίδη

«…οι σκηνοθέτες της δίκης δεν τόλμησαν να πουν ανοιχτά ότι καταδικάζουν τον Μπελογιάννη για την ιδεολογία του, αλλά στήριξαν την απόφασή τους τυπικά, στα πλαστά στοιχεία και στις καταθέσεις των οργάνων της Ασφαλείας, ότι ο Μπελογιάννης ήταν ο καθοδηγητής του παράνομου μηχανισμού του ΚΚΕ…

ΔΗΛΩΝΩ:

1) Καθοδηγητής του παράνομου μηχανισμού του ΚΚΕ ήμουν εγώ και όχι ο Μπελογιάννης. Γι’ αυτή μου την ιδιότητα και για τις πράξεις μου αναλαμβάνω όλες τις ευθύνες. Ύστερα από τη δήλωση μου αυτή κάθε επιμονή στην εκτέλεση του Μπελογιάννη είναι αδικαιολόγητη, άδικη και ολοφάνερα δολοφονική πράξη…»

ploy3.jpgΜ’ αυτά τα λόγια ο Νίκος Πλουμπίδης, το Μάρτη του 1952, προσπάθησε να αναλάβει την πλήρη ευθύνη, που ισοδυναμούσε με προσωπική καταδίκη, για τη λειτουργία του παράνομου μηχανισμού του ΚΚ. Ήθελε να σώσει τον Μπελογιάννη και τους υπόλοιπους από την εκτέλεση. Απέτυχε. Ο θάνατος ήρθε στο τέλος του ίδιου μήνα, μια Κυριακή που δεν πρόλαβε να ξημερώσει για τους καταδικασθέντες πρώτα από το έκτακτο κι ύστερα το τακτικό στρατοδικείο.

Η πρωτοβουλία του Πλουμπίδη (γεννημένος στα Λαγκάδια Αρκαδίας το 1902, μέλος του ΚΚΕ από το 1926, έμαθε ότι ήταν φυματικός το 1929), δεν αρέσει στο Ζαχαριάδη, όπως και κάθε πρωτοβουλία άλλωστε και σπεύδει να δηλώσει ότι η επιστολή ήταν πλαστή κι ότι ό σύντροφος αναμετράται με την ασθένεια στην Τσεχοσλοβακία. Ακόμη κι αν η κίνηση αυτή σκόπευε να τον προστατεύσει, δύσκολα μπορεί να υποστηριχθεί το ίδιο και για τις φήμες που ξεκίνησαν αμέσως μετά, περί χαφιεδισμού και κατασκοπίας του Πλουμπίδη. Στο ΚΚ, μαθημένοι ν’ απαξιώνουν τους πρώην συντρόφους τους (Καραγιώργης κ.α.), έστειλαν ξανά το μήνυμα για την αξία της πειθαρχίας. Ο Πλουμπίδης, απομονωμένος, κυνηγημένος από δεξιούς και παρατημένος από αριστερούς, συλλαμβάνεται από την Ασφάλεια, Noέμβρη του 1952 και κρατείται στην απομόνωση. Κάνει συνεχώς αιμοπτύσεις στο σανατόριο «Σωτηρία».

Έμαθε μέσα στην φυλακή βαριά άρρωστος απ’ τη φυματίωση, ότι κατηγορείται από τον ραδιοφωνικό σταθμό της «Ελεύθερης Ελλάδας» σαν «προβοκάτορας και χαφιές». Σ’ ένα κόμμα που μοιάζει περισσότερο με θρησκεία, που διεκδικεί τη θητεία στο αλάθητο και λατρεύει την πειθαρχία, ο Πλουμπίδης παλεύει να σκίσει τα αγιάτρευτα κωλύματα. Προσέφερε τον εαυτό του ενάντια σε γραφειοκράτες, ατελείωτα ψηφίσματα, ολομέλειες και διαγραφές. Το κόμμα του το ξεπλήρωσε, αφενός με τη διαγραφή του από το ΠΓ τον Ιούλιο του ’52, αφετέρου όταν μετά την εκτέλεσή του, ανέφερε απ’ το ραδιόφωνο, ότι ο Πλουμπίδης δεν πέθανε, αλλά μεταφέρθηκε στην Αμερική, όπου γεμίζει τις μέρες και τις τσέπες του με το πικρό αντίτιμο της προδοσίας (σχολιάζει ο Ραφαηλίδης: δεν είναι απλώς λάθος, δεν είναι μόνο ηλίθιο, είναι πέρα για πέρα τερατώδες).

[Ο Χ. Μίσιος σ’ ένα βιβλίο του λέει, ότι καμία εξουσία δεν μπορείς να ανατρέψεις με τα ίδια τα μέσα που την αναπαράγουν: βία, ιεραρχία, πειθαρχία.]

Στη δίκη είπε «τιμή μου είναι η τιμή του κόμματός μου». Έκανε λάθος. Το κόμμα του δεν μπορούσε να μιλάει για τιμή, αλλά μόνο για την μεταφυσική του πίστη σε νομοτέλειες, καθοδηγητές, φοβερές αποφάσεις και μια άτεγκτη, αντιδραστική αυθεντία. Το κόμμα του είχε να περηφανευτεί μόνο για τις θυσίες των ανθρώπων, αυτό όμως νοιαζόταν να εκθρέψει άβουλα, κομματικά ανδρείκελα. Φρόντισε εξαρχής να κυνηγήσει την ελευθερία ή τη φαντασία και να κάνει δώρο στην κοινωνία μερικά ακόμη Ανθρωπάκια. Το ΚΚΕ ποτέ δε συμπάθησε την αμφισβήτηση, το διάλογο ή τη μελέτη. Ήξερε από σφαίρες όχι από συντροφικότητα. Ήξερε να σκηνοθετεί προδοσίες και να νιώθει μίσος, όχι να προτάσσει ιδέες κι ανθρωπιά. Ήξερε καλά να ‘χει το όπλο παρά πόδα, έτοιμο ανά πάσα στιγμή για νέους ηρωισμούς, δεν θέλησε ποτέ να μάθει ότι αριστερός σημαίνει πρώτα απ’ όλα αμφισβήτηση, παιδεία κι αγάπη για την ελευθερία (ατομική και κοινωνική). Τόσα χρόνια απέναντι στις ανεκδιήγητες ηγεσίες της δεξιάς, ο Ζαχαριάδης κι οι υπόλοιποι πήραν μαθήματα από τους καλύτερους. Το ποίμνιο ακολουθεί, δεν διαφωνεί, αλλιώς το τρώει ο λύκος.

Κανένα από τα μεγαλειώδη λάθη του ΚΚ, καμία καθαίρεση δεν επηρέασε τον Πλουμπίδη κι έτσι όταν στη δίκη ο βασιλικός επίτροπος έλεγε: «Τι αγωνίζεσαι Πλουμπίδη; Χαφιέ σε λέει ο Ζαχαριάδης, σε εξευτέλισαν Πλουμπίδη» αυτός απαντούσε «Ματαιοπονείτε, αν πιστεύετε ότι θα με κάνετε να στραφώ ενάντια στο Κόμμα μου» και « Έχει εσφαλμένες πληροφορίες ο αρχηγός του Κόμματος». Η παράνοια των κομματικών μηχανισμών τον είχε αφήσει να αντιμετωπίσει τους δολοφόνους ολομόναχος.

14 Αυγούστου του 1953 ο Πλουμπίδης μεταφέρεται από το σανατόριο στο Δαφνί για να εκτελεστεί. Οι εφημερίδες της εποχής γράφουν ότι ζητωκραύγαζε υπέρ του κόμματος κι ότι τελευταίες λέξεις του ήταν »Αφήνω τώρα στο μικρό παιδί μου ένα καλό όνομα». Ο Γ. Μαρίνος γράφει στον Ταχυδρόμο: «…Από τη μια οι αξιωματικοί ασφαλείας και οι άλλοι κατήγοροί του τον χαρακτήριζαν κατάσκοπο, εχθρό της πατρίδας, πρόθυμο να την πουλήσει στους Βούλγαρους και άλλα ηχηρά ανάλογα. Κι απ’ την άλλη ο σύντροφος Ζαχαριάδης και η άλλη ηγεσία του ΚΚΕ εξαπέλυσαν εκ του ασφαλούς από το εξωτερικό οχετό ύβρεων κατά του πουλημένου τομαριού, που πρόδωσε το κόμμα κι έγινε πράκτορας του φασισμού… Κι εκείνος ο σεμνός ιδεολόγος (όπως νομίζω ήταν) ολομόναχος, χωρίς υπεράσπιση, λοιδορούμενος κι απ’ τις δύο πλευρές… Ο φοβερότερος θάνατος. Πόση μοναξιά και πίκρα θα πρέπει να ένιωσε αυτός ο άνθρωπος. Δεν διστάζω να πω ότι τον πόνεσα σαν δικό μου κι ο πόνος του πάντα βρίσκεται μέσα στην καρδιά μου».

Πρέπει να χάραζε όταν οι κατηγορίες κι οι σφαίρες έσκιζαν την ανάσα του και εκείνος τραγουδούσε την διεθνή, όπως τόσοι πολλοί πριν από αυτόν. Ίσως, όμως απλά να ψιθύριζε κάτι για κείνον τον Νικολά Σαλμάνοβιτς Ρουμπασώφ του Α. Καίσλερ. «Άλλο ένα πλήγμα, συντριπτικό, τον πήρε στο αυτί κι ύστερα όλα ησύχασαν. Να τη, πάλι, η θάλασσα με τους γνωστούς της ήχους. Ένα κύμα αργά τον ανασήκωσε, – από μακριά ερχόταν απαλά, και για μακριά τραβούσε, λες και η Αιωνιότητα με αδιαφορία πάλι σήκωνε τους ώμους σε τούτη τη μικρή στιγμή».


ΥΓ. Τις διαφωνίες του Πλουμπίδη με τον Ζαχαριάδη, αλλά και άλλες αποφάσεις της ηγεσίας θα δεις σ’ αυτό το άρθρο. Για τα υπόλοιπα, οι στίχοι του Μ. Ελευθερίου συνεχίζουν να σου θυμίζουν, ότι κι αυτόν και τον επόμενο Πλουμπίδη θα τον δικάσουν «οι λύκοι αγκαλιά με τα σκυλιά»

4 Σχόλια

Filed under πρόσωπα

απογεύματα με τη Σώτη

Από τα απογεύματα στον Παπασωτηρίου και στη Fnac για τις εκτελέσεις καταδίκων ως τα μεσημέρια που το Άλμπατρος διασχίζει ακίνητο τις θάλασσες του Καρπάθιου η απόσταση είναι ελάχιστη.

Τη Σώτη Τριανταφύλλου την έμαθα, πριν γνωρίσω τα βιβλία της. Άρθρα σε εφημερίδες, συνεντεύξεις μα πρώτα απ’ όλα η εικόνα της. Μια συγγραφέας που παρουσιάζεται διαβασμένη, ανατρεπτική και ασυνήθιστη. Με απόψεις για ζητήματα εκτός της επικαιρότητας του μικρού μας χωριού και θητεία στην Αμερική και το Παρίσι. Στο Mall κουνούσε συνεχώς τα χέρια, ήθελε να συζητήσει με τον κόσμο, ο κόσμος ήθελε να την ακούσει και δεν μπορούσε να βολέψει τα ωραία της πόδια πάνω σε μια καρέκλα, λες κι ήταν φοιτήτρια σε στενό αμφιθέατρο. (Στην αρχή αναρωτιόμουν αν ο κόσμος ήταν εκεί για να την ακούσει πραγματικά ή απλά για να βρεθεί σε άλλο ένα «εναλλακτικό» πανηγυράκι, δηλαδή σε στενό χώρο με γουρλωμένα μάτια, κλειστά τ’ αυτιά κι έκδηλο τον προβληματισμό. Είχα όμως άδικο)

Μ’ ένα αριστερό λόγο, που δεν έχουμε συνηθίσει στην Ελλάδα, δηλαδή με μια οπτική του κόσμου συνολικότερη κι όχι αυστηρά και κυρίως «εθνική». Φαίνεται να προτιμά να μιλάει για τις σουφραζέτες και το εργατικό κίνημα κι όχι για τα Δεκεμβριανά, γεγονός εντελώς παράξενο για τους ημεδαπούς αριστερούς. Εμείς μάθαμε να συζητάμε με πάθος για τη συμφωνία της Βάρκιζας, σα να χάθηκε η ευκαιρία για την παγκόσμια ευημερία ακριβώς σ’ εκείνο το μικροσκοπικό σημείο της δοξασμένης πατρίδας μας. Εκείνη πάλι επιμένει να ασχολείται με την θανατική ποινή στο μακρινό, ξένο και σχεδόν εξωγήινο Τέξας ή να μιλάει για rock. Τη βλέπεις, κάθεται με τα πόδια της πάνω στην καρέκλα διπλωμένα και προσπαθεί να μας πει δυο τρεις κουβέντες για τη συγχώρεση.

-Ανοίγεις το βιβλίο της και ήδη από την πρώτη σελίδα καταλαβαίνεις ότι αυτή η γυναίκα μερικές σελίδες αργότερα και πολλές λέξεις μετά θα τα καταφέρει. Θα συγχωρέσει το φονιά. Θα συμπονέσει το ληστή, που ήρθε για να πάρει την αγάπη της, που ήρθε για να της κρύψει για πάντα το μέρος του εαυτού της που αγαπούσε ολοκληρωτικά, την κόρη της. Το σώμα της αγάπης χάθηκε από τα χέρια αυτού που η ίδια θα συγχωρέσει. Στο μικρό βιβλιαράκι κυλάνε τα πράγματα αργά και φυσιολογικά, όχι δραματικά, με κραυγές και οδυρμούς αλλά κανονικά και ήρεμα, όπως και σε άλλα της βιβλία, το Εργοστάσιο Μολυβιών ή το Άλμπατρος. Μ’ ένα ήρεμο τρόπο, έμμεσο, σχεδόν ύπουλο θα μάθουμε τους ήρωες, θα τους συμπαθήσουμε ή το αντίστροφο. Δε θα έχουμε μεγάλες εντάσεις ή εξάρσεις. Όλα, επαναστάσεις, αυτοκτονίες, αγάπες, θάνατοι θα τα δούμε από μια απόσταση. Οι έρωτές των ηρώων θα μας συγκινήσουν αλλά δε θα μπορέσουμε να δούμε την τρομερή αγωνία τους. Θα τα ακούμε όλα σα να’ ναι η διήγηση ενός φίλου μες στη μακριά νύχτα του χειμώνα. Θα τους ακολουθήσουμε όλους με ενδιαφέρον, με αγωνία αλλά πάντα δυο βήματα πίσω τους. Θα τους κοιτάξουμε με πολύ προσοχή, άλλα δε θα πιάσουμε ποτέ το χέρι τους.-

Συνεχίζει να μιλάει ή να γράφει και νοιώθεις ότι παραξενεύεται που δεν καταλαβαίνουν όλοι το αυτονόητο της λογικής των απόψεών της. Σχολιάζει, γκρινιάζει για τον υπερπατριωτισμό, για τη θρησκοληψία, την σωτηριολογία, το Παρίσι, τους Έλληνες. Μιλάει με πάθος, γράφει με πάθος επειδή βλέπει το λάθος, ζει το λάθος και τελικά θέλει να αλλάξει το λάθος ή μάλλον θέλει ν’ αλλάξει τον κόσμο.

(Πολλές φορές όμως, μοιάζει η αγωνία της αυτή, να μιλήσει για όλα αυτά –για τις κοσμοϊστορικές εξελίξεις, για τις εξεγέρσεις και τις ιδέες- να αποβαίνει εις βάρος του βιβλίου.)

Τα βιβλία της που έχω διαβάσει, μιλάνε για το εργατικό κίνημα, την καθολική ψήφο, αριστερές ιδέες, δικαιώματα, πολέμους. Στο Άλμπατρος η πίστη της στην ανθρωπιά και την ελευθερία αποτυπώνεται σε κάθε σελίδα, εκεί που δε θέλει ν’ ανήκουν οι ήρωές της στο ένα ή το άλλο ή εκεί που θέλει να τα δώσει εξαρχής όλα στην Ιρλανδία ή στις γυναίκες. Δε θέλουμε δημοκρατία, σοσιαλισμό, βία, υπακοή και μέλη οργανώσεων. Θέλουμε ελευθερία ψιθυρίζουν τα σημεία στίξης στον αναγνώστη. Η πίστη της στον εαυτό της φαίνεται απ’ τα αληθινά πρόσωπα που βαδίζουν μες στις σελίδες της. Λένιν, Λόιντ Τζωρτζ, Λούξεμπουργκ, Τσόρτσιλ περπατάνε, συνομιλούν με τους ήρωες και γίνονται ένα αξεδιάλυτο κουβάρι με τη φαντασία και την ιστορία, γεγονός που κάνει πιο γοητευτικά τα βιβλία της.

Κλείνοντας το Άλμπατρος δεν ξέρω αν φωνάζει από το μακρινό Λονδίνο ή απ’ τα πεζοδρόμια της Σόλωνος, ο βαρονέτος Μάθιουσελντ και μαζί του η Σώτη “qui tacet consentit” (όποιος σιωπά συναινεί).

Σχολιάστε

Filed under πρόσωπα