Category Archives: πολιτισμός και καβαλίνα

wasted post

Ο ολντ μπόι όταν μιλάει για ταινίες είναι ενοχλητικά επιεικής. Αυτό όμως το ξέραμε. Ο Ξυδάκης γράφει ένα κείμενο πολύ καλύτερο απ’ την ταινία. Αυτό το περιμέναμε. (Συμφωνώ – δυστυχώς συχνά τον τελευταίο καιρό- με τον Σραόσα. Θα το κοιτάξω όμως). Κανονικά θα έπρεπε να αφήσω την άνοιξη να μ’ αρπάξει απ’ το μανίκι, αλλά τί να κάνεις, που πριν βγεις στις παραλίες και τον ήλιο, θες να απαλλαγείς από λίγο απ’ το δηλητήριο του χειμώνα.

Κατ’ αρχάς όποιος δεν έχει δει (και θέλει να δει) το wasted youth ας μην συνεχίσει παρακάτω. Δεν χάνει και τίποτα άλλωστε. Επαναλαμβάνω, ακολουθεί spoiler και γκρίνια.

Στην ταινία βλέπουμε τις παράλληλες ζωές του 16χρονου (;) Χάρη και ενός 40χρονου (;) αστυνομικού. Η ταινία τελειώνει με τη δολοφονία του 16χρονου απ’ τον συνάδελφο του πρωταγωνιστή. Ενδιαμέσως παρακολουθούμε τις ζωές των δυο στην καλοκαιρινή Αθήνα. Αποσπάσματα απ’ τις ατέλειωτες βόλτες του πιτσιρικά, σκέιτ στο Σύνταγμα, φλερτ στα βράχια, σουβλάκια στο Μοναστηράκι. Αν μπορώ να βρω ως θετικό ότι η ταινία επιτρέπει στην απεικόνιση του παιδιού αυθεντικότητα, απ’ την άλλη νομίζω ότι οι σχέσεις του παιδιού παρουσιάζονται σχηματικά. Η σχέση με τον πατέρα σε ένα δυο λεπτά. Κάπου σ’ αυτά υποτίθεται ότι πρέπει να δούμε το χάσμα και να καταλάβουμε ένα χαστούκι και μια επαναλαμβανόμενη προτροπή «θα βρεις δουλειά;». (εδώ παρεμπιπτόντως απορώ, γιατί δουλειά το 16χρονο; Είναι φτωχοί; Για χαρτζιλίκι; Γιατί δεν πρέπει να γυρνάει βολτάροντας άσκοπα;). Για τη σχέση του μικρού με τη μητέρα δες τον Ξυδάκη παραπάνω, κάνει μια έξοχη υπερερμηνεία. Γενικά παρακολουθούμε διάφορες σκηνές, σπαράγματα της ζωής του παιδιού. Αν εξαιρέσεις το άσχετο (και κτγμ αστείο) αρχικό μέρος, όπου ο μικρός βρίσκεται σε ένα άσχετο σπίτι κάποιας πλούσιας φίλης της μάνας, μπορώ να δω μια ειλικρινή διάθεση κινηματογράφησης κλπ.

Ο άλλος ήρωας της ταινίας, ο παραιτημένος, πικρός, αγωνιώδης αστυνομικός του Καλετσάνου δίνεται κτγμ ακόμη πιο ωραία. Το πνιγηρό σπίτι, η κόρη με το ipod, η γριά, οι διαρκείς νυχτερινές βάρδιες, τα ματαιωμένα οικονομικά ανοίγματα.

Όλα αυτά όμως δεν έχουν απολύτως καμία σημασία. Γιατί η ταινία, απ’ την στιγμή που επιλέγει αυτό το τέλος, δεν θέλει απλά να μας δείξει δύο παράλληλες ζωές, ένα χάσμα, την Αθήνα κλπ. Η ταινία υπάρχει για 90 λεπτά, μόνο και μόνο για να μας δείξει τα τελευταία 8. Καλώς ή κακώς το fight club υπάρχει γιατί ο Τάιλερ Ντέρντεν είναι το ίδιο πρόσωπο με τον αφηγητή. Θα ήταν άλλη ταινία αν ο Πιτ δεν ήταν ο Νόρτον και αλλιώς θα την σχολιάζαμε. Παρομοίως, δεν υπάρχει Κάιζερ Σόζε χωρίς το στραβό περπάτημα.

Όλη η «ειλικρινής» κινηματογράφηση λοιπόν συμβαίνει μπροστά στα μάτια μας, μόνο και μόνο για να συναντηθούν οι δύο κόσμοι στο τέλος. Μόνο και μόνο για να δούμε την ακριβή αναπαράσταση, την οπτική του πραγματογνώμονα, την κατασκευασμένη απεικόνιση. Ότι κι αν έλεγα κατά τη διάρκεια της προβολής, η τελευταία σκηνή μου έφερε ντροπή. Αυτή είναι η λέξη. Ντροπή. Πρόκειται για εκμετάλλευση, δυστυχώς. Εξηγούμαι:

Η σκηνή στην οθόνη είναι ότι θα περιέγραφε ένας αυτόπτης μάρτυρας στο δικαστήριο. Παιδιά μαζεμένα, που πίνουν μπύρες έξω από μαγαζί στο πεζοδρόμιο. Λογομαχίες, δυο τρία σκόρπια «άντε γαμήσου», «είσαι μάγκας;», ένα μπουκάλι που φεύγει προς το μέρος των αστυνομικών. Το 16χρονο έχει παρόμοιο μαλλί. Ο αστυνομικός σηκώνει παρομοίως ξαφνικά το όπλο. Θα μπορούσε το γύρισμα να γίνει και στην Μεσολογγίου.

Εκμετάλλευση λοιπόν, όπως εκμετάλλευση και αθλιότητα είναι όταν στα παράθυρα των ειδήσεων, βουλευτές αριστερών και όχι μόνο κομμάτων μιλάνε για τον «Αλέξη». Όπως αθλιότητα είναι όταν γράφουν στους τοίχους οι επαγγελματίες εξεγερμένοι και όχι τα παιδιά που καίγονται το Δεκ. του 08 «αυτές οι μέρες είναι του Αλέξη». Το παιδί είχε και επώνυμο. Η χρήση του μικρού επιχειρεί να δείξει οικειότητα, συμμετοχή στη θλίψη. Τρίχες φυσικά.

Επανέρχομαι. Στην ταινία τον 16χρονο δεν σκοτώνει ο πιεσμένος ήρωας, αλλά ο συνάδελφός του. Αυτός υπάρχει στο φιλμ για περίπου δύο λεπτά. Όταν βλέπει τσόντες στο iphone και όταν σχολιάζει για την κόρη του ήρωα «Άμα είναι όμορφη, δεν χρειάζεται τρεις γλώσσες. Θα της έρθουνε πιο καλά τα πράγματα». Μάλιστα στο σημείο αυτό έχουμε αλλαγή, αφού αρχικά ο πρωταγωνιστής θα σήκωνε το όπλο, αλλά μετά κρίθηκε ότι καλύτερα ο συνάδελφός του, αφού έτσι θα υπήρχαν «λιγότερες εξηγήσεις» (ο σκηνοθέτης το είπε αυτό). Τι σημαίνει άραγε ότι αυτόν που σκοτώνει τον έχουμε δει μόνο σε δύο σχολιάκια σεξουαλικού περιεχομένου; Ευκολία ανυπολόγιστη. Φτήνια.

Συνεχίζω. Ποιός είναι λοιπόν ο σκοπός της ταινίας; Να παρουσιάσει την ιδρωμένη, αντιφατική και ασφυκτιούσα Αθήνα; Να παρουσιάσει δύο παράλληλες ζωές; Να παρουσιάσει μια δολοφονία; Ο ένας απ’ τους δύο σκηνοθέτες μιλάει, αν τον καταλαβαίνω καλά, για τη συνάντηση των δύο κόσμων. Πώς να μιλήσεις όμως για τη συνάντηση αυτών των δύο κόσμων και μάλιστα όταν ο ένας συντρίβει τον άλλο; Εννοώ αυτών των δύο κόσμων που υπήρξαν πραγματικά, μπροστά στα μάτια μας πριν δύο χρόνια. Αν ήθελαν οι σκηνοθέτες να κάνουν μια ταινία «με την αίσθηση του επείγοντος» όπως χαρακτηριστικά λένε, γιατί έπρεπε να δείξουν την δολοφονία και ειδικά με αυτόν τον τρόπο; Γιατί έπρεπε να χρησιμοποιήσουν ένα νεκρό παιδί, που ακόμη στοιχειώνει μια παγωμένη κοινωνία; Και στοιχειώνει γιατί εδώ και δύο χρόνια δεν τον πενθούμε, αλλά τον ανάγουμε σε επιχείρημα. Πώς μπαίνει ο Α.Γ. στην ταινία, όταν στην ουσία παρακολουθούμε τις ιστορίες δύο ανθρώπων που ζουν ζόρικες και μισές ζωές; Είχε ο Γρηγορόπουλος ή ο Κορκονέας παρόμοια ζωή; Πώς συσχετίζονται η πραγματική δολοφονία με τις αφηγήσεις των συγκεκριμένων ζωών;

Είναι ένα τέτοιο χάσμα δηλαδή, που οδήγησε εκείνη τη νύχτα στο νεκρό Γρηγορόπουλο; Είναι η αναπόφευκτη σύγκρουση γενιών που ζουν στερημένες, από την μεταξύ τους επαφή και αγάπη; Αυτό μας λέει η ταινία; Κι αν το λέει, γιατί έπρεπε να μας πετάξει στα μούτρα ξαφνικά τον αληθινό θάνατο;

Αν ενοχλήθηκα μια φορά με την ταινία, βλέποντας τη συνέντευξη του γερμανού συν-σκηνοθέτη εκνευρίστηκα πραγματικά. Στις εύλογες (άσχετο αν συμφωνώ ή όχι) απορίες του ανθρώπου που κάνει τις ερωτήσεις (μην τον πω δημοσιογράφο και τον θίξω 🙂 ), απαντάει με μια θλιβερή αμηχανία. Μου δείχνει ότι δεν ξέρει ακριβώς τι θέλει με το τέλος. Τώρα γενικά δεν έχω ζητήματα, να θέλω συγκεκριμένους σκοπούς, λύσεις και μηνύματα στην τέχνη, αλλά εν προκειμένω υπάρχει τεράστιο πρόβλημα. Δεν χρησιμοποιείς τον πραγματικό νεκρό, χωρίς να ξεχωρίζεις στο μυαλό σου ποιος τον σκοτώνει ή τι ακριβώς θέλεις να δείξεις, εκστομίζοντας επιχειρήματα του στιλ «πήραμε μια απόφαση και την ακολουθήσαμε στην πορεία».

Εν ολίγοις, η ειλικρίνεια ήταν επιδερμική και η αυθεντικότητα πλαστή. Ο τρόπος γυρίσματος ήταν περισσότερο θέμα στιλ παρά άποψης.   Γιατί, ενώ δεν έχεις αποφασίσει τι ρόλο παίζει η δολοφονία στην ταινία σου, απλά αποφασίζεις να την βάλεις έτσι κι αλλιώς. Και να την δείξεις μάλιστα βάζοντας τον καθρέφτη, γωνία Ζωοδόχου Πηγής και Μεσολογγίου. Η προηγούμενη προσπάθεια λοιπόν με αφήνει παγερά αδιάφορο, αφού ο σκοπός της ταινίας είναι φτηνός. Γιατί τελικά, δεν έχει εμπνευστεί απ’ τον θάνατο του Γρηγορόπουλου. Ήθελε απλά να χρησιμοποιήσει μια σκηνή με τον θάνατο του Γρηγορόπουλου.

Αν είμαι υπερβολικός και μίζερος, δεν πειράζει. Ζωή είναι θα περάσει.

Υγ. Σύγχυση ακόμη και για τον (εντελώς μεγαλόστομο) τίτλο της ταινίας βλέπω στο Έλληνα συν-σκηνοθέτη.

18 Σχόλια

Filed under πολιτισμός και καβαλίνα, κινηματογραφικά

αλεπούδες στη μπαριέρα

* Το ‘χει η μοίρα μου να ακούω όλα τα άθλια νέα σε κάθετες της Πέτρου Ράλλη. Πριν από δύο περίπου εβδομάδες οδηγώντας άκουσα στο ραδιόφωνο την είδηση που έμελε να καταστρέψει το πρωινό μου. Παραχωρείται λέει η έκταση του ΚΑΠΕ στο Σούνιο σε κάποιον ιδιώτη / επενδυτή. Πρόκειται για εκείνο το κομμάτι στα Λεγραινά, που έχει σώσει τον μήνα Ιούλιο τα τελευταία τρία τουλάχιστον χρόνια  (Δεν μιλάω φυσικά για την παραλία, στην είσοδο της οποίας υπάρχει η ταμπέλα ΚΑΠΕ, για την οποία έγραψαν επανειλημμένως τα free press παραδίνοντάς τη στο χάος του εσωτερικού τουρισμού).

Ακούω τη συζήτηση στην εκπομπή και με πιάνει πανικός. Μιλάνε για ανάπτυξη, εκμετάλλευση της παραλίας, αναψυκτήρια, σύγχρονες εγκαταστάσεις για την εξυπηρέτηση του επισκέπτη και του τουρίστα. Σκέφτομαι να κάνω αναστροφή και να κατευθυνθώ αμέσως εκεί να προλάβω να κάνω μια βουτιά πριν καταπιούν και αυτό το μέρος οι πλαστικές τεντώστρες® και τα σοκολατένια αντηλιακά. Μουρμουρίζω, όχι χωρίς απόγνωση, ότι τελειώνουν σιγά σιγά τα καταφύγια, εκμηδενίζονται οι πραγματικοί τόποι για να αντικατασταθούν από τραπεζοκαθίσματα, γκαζόν και τζαμαρίες. Σκέφτομαι – με κάποια ηλίθια ανακούφιση ομολογώ – ότι τουλάχιστον πρόλαβαν κάποτε να φτάσουν σε μέρη που ακροβατούσαν στο όριο της αλήθειας και του ονείρου ο Μίλερ, ο Ντάρελ, ο Λακαριέρ, οι γονείς μου και οι κουμπάροι τους, ο Θας, ο Βακαλόπουλος και μερικοί ακόμη (ίσως κι εγώ). Πρόλαβαν να τα δουν και τώρα, για καλή μου τύχη, τα περιγράφουν. Γνωρίζω ασφαλώς ότι τα όρια σ’ αυτούς τους τόπους ήταν θολά, γι’ αυτό και όσα ακούω ότι συνέβαιναν εκεί λίγη σημασία έχει αν είναι κομμάτια ενός μυθιστορήματος ή λόγια που όντως ανταλλάχθηκαν μια βραδιά του Αυγούστου.

* «είναι γνωστό ότι οι επαφές με το αυθεντικό τελειώνουν πάντοτε ή με εμπορευματοποίηση ή με έφοδο της αστυνομίας». Ο κύριος Κοκτό ύπουλα παραφρασμένος.

* Προχθές κοντά στο σημείο που ο δρόμος για την Καλαμάτα στρίβει δεξιά για Πύλο, παρατηρώ μια γριά καθισμένη σε μια καρέκλα μπροστά στην πόρτα του σπιτιού της. Μέχρι λίγο πριν την Κορώνη, όπου και έκανα τη βουτιά μου, τους βλέπω σε μπαλκόνια, καφενεία και πεζοδρόμια. Η στάση τους μου είναι γνωστή απ’ τον παππού μου. Θυμάμαι ελάχιστα πράγματα, αλλά θυμάμαι ότι καθόταν σε μια καρέκλα με τις ώρες, αμίλητος και κοίταζε προσεκτικά τα αυτοκίνητα που περνούσαν.

Έμοιαζε τότε, όπως έμοιαζαν και οι γέροι τώρα, να κατέχουν ένα είδους μυστικό. Την ιδέα της ακινησίας και της βραδύτητας ή τον τρόπο του βλέμματος. Φυσικά οι παππούδες δεν κοίταζαν ούτε τότε, ούτε τώρα τις ρόδες που γύριζαν σαν τρελές μπροστά τους. Το μυστικό που ήξεραν ήταν ακόμη πιο απλό απ’ την σχολαστική παρατήρηση του τοπίου και των περαστικών. Οι άνθρωποι αυτοί ήξεραν απλά να υπάρχουν μέσα στο τοπίο, να είναι μέρος του κόσμου, συμμέτοχοι και συνένοχοι στο ατελείωτο πανηγύρι του καλοκαιριού.

* Την επόμενη μέρα κάνω το λάθος να πάρω Καθημερινή. Έλλειμμα, χρέος, δημοσιονομική σταθερότητα. Οι θιασώτες της ανάπτυξης και της παραγωγικότητας μας μιλούν για τα νούμερα του ελληνικού κράτους και ποτέ για τους ανθρώπους του. Κανείς δεν ενδιαφέρεται να μάθει πού ακριβώς ζει, τι συμβαίνει τριγύρω του, τι υπάρχει έξω απ’ την οθόνη του υπολογιστή του. Χειροκροτούν τις επενδύσεις, την παραγωγικότητα. Χειροκροτούν το τέλος της Βοϊδοκοιλιάς, μιλώντας για γήπεδα γκολφ και το παράδειγμα της Ισπανίας. Κοιμούνται και βλέπουν τουρίστες με σορτσάκια και άσπρη κάλτσα. Αν μπορούσαν, δεν θα παραχωρούσαν μόνο τα Λεγραινά αλλά και τον Ταΰγετο, την Δονούσα και τον Παρνασσό. (λάθος μου, αυτόν τον τελευταίο τον έχουν παραχωρήσει ήδη). Άλλωστε μια βόλτα στο Σούνιο αρκεί για να σε πείσει ότι οι ακρογιαλιά είναι ιδιωτική και ανήκει στα περιφραγμένα συγκροτήματα εξοχικών. Άθλιοι Αθηναίοι εκστρατεύουν με μεζονέτες και την ξαπλώστρα παραμάσχαλα ενάντια στα βότσαλα. Ο αρθογράφος συνεχίζει. Ερμηνεύει την πρόοδο. Ονειρεύεται μια πλούσια Ελλάδα με υπερσύγχρονες υπηρεσίες και ακριβό εισιτήριο εισόδου. Το λευκό του πλαστικού για το λευκό του Μύρτου. Τουλάχιστον θα είμαστε μοντέρνοι και θα έχουμε LCD οθόνη και ψηφιακά κανάλια.

*Το αυτοκίνητο κυλάει στην Μεσσηνία και την Αρκαδία. Ο πολιτισμός είναι τα χτυπημένα πτώματα στην εθνική οδό. Αλεπούδες στα δεξιά του οδοστρώματος, στη διπλή γραμμή που απαγορεύει την προσπέραση, πάνω στη μπαριέρα. Προχωρώντας αποφεύγουμε σκαντζόχοιρους. Λίγο αργότερα, η πρόοδος είναι οι ατελείωτες ουρές στα διόδια στα Μέγαρα. Αυτοκίνητα που τρέχουν πανικόβλητα στη βοηθητική λωρίδα την Κυριακή το βράδυ.

Επιστροφή.

ΥΓ. το μόνο κείμενο που είδα όλο αυτόν τον καιρό, το οποίο δεν ασχολείται με αριθμούς και πλούτο αφηρημένα και γενικά, αλλά γνωρίζοντας (και επιθυμώντας να γνωρίζει) ότι βρισκόμαστε σε αυτό το συγκεκριμένο σημείο του χάρτη είναι αυτό. Καλά εντάξει δεν τα διάβασα και όλα.

12 Σχόλια

Filed under πολιτισμός και καβαλίνα, τόποι που φαντάστηκα

πώς να μισείς το ποδόσφαιρο

(τσαντισμένο ποστ)

Η εμφάνιση της εθνικής στο μουντιάλ είναι ενδεικτική όχι τόσο του ποδοσφαίρου της χώρας, όσο μιας γενικότερης παρεξήγησης. Αρχικά, με τον κίνδυνο να τρομάξω κάποιους, υπενθυμίζω ότι σκοπός του αθλήματος είναι να βάλεις γκολ, όχι να αποφύγεις να το δεχτείς. Επαναλαμβάνω, σκοπός δεν είναι να παίξεις οργανωμένη άμυνα, αλλά να παίξεις ποδόσφαιρο.

Η ενδεκάδα που κατεβαίνει στο σημερινό παιχνίδι με την Αργεντινή είναι ανέκδοτο. Εκνευριστικό μεν, ανέκδοτο δε. Η ομάδα κατεβαίνει με τέσσερα (4) σέντερ μπακ, δύο (2) ακραία μπακ, δύο (2) αμυντικά χαφ και δύο ακόμη παίκτες που αναλαμβάνουν τον άχαρο ρόλο να αποτελέσουν την μισητή επίθεσή μας. Η ομάδα δεν κατεβαίνει για να παίξει αγώνα, αλλά για να απαγορεύσει στην Αργεντινή να παίξει μπάλα. Αυτό θεωρείται τακτική. Κατά τη διάρκεια του ματς μουρμουρίζω, μέχρι το σημείο που ο Βασιλιάς Όττο βάζει τον Πατσατζόγλου. Εκεί πια παραδίδω τα όπλα, μαζί και την ψυχραιμία μου.

Αυτή την τελευταία την ψάχνω πια εναγωνίως εκεί γύρω στο 80, όταν χάνουμε με 1-0 και οι παίχτες περιμένουν με ακριβώς τον ίδιο τρόπο που περίμεναν και πριν. Δεν πιέζουν, κοιτάνε. Δεν πάνε μπροστά, προσέχουν τους αντιπάλους τους. Παίζουν μουντιάλ, με την Αργεντινή του Ντιέγκο Μαραντόνα και δέκα λεπτά πριν τελειώσει το παιχνίδι κάθονται και περιμένουν. Δεν βγαίνει ούτε καν μπροστά ο Παπασταθόπουλος και ο Κυριάκος να γίνουν σέντερ φορ να κάνει γιόμες ο Τζιόλης. Δεν κάνουν τίποτα διαφορετικό. Απλά περιμένουν, ελπίζοντας ότι δε θα φάνε άλλο γκολ. Οι παίχτες δείχνουν περήφανοι και ευχαριστημένοι. Με ένα ηρωικό ένα ή έστω δύο μηδέν εναντίον της πανίσχυρης Αργεντινής,  θα νιώθουν ότι έκαναν το καθήκον τους. Το καθήκον τους το έκαναν. Μπάλα όμως δεν έπαιξαν.

Το πρόβλημα ξεκινάει πολύ πιο νωρίς. Για παράδειγμα ξεκινάει από τις δηλώσεις του Ρεχάγκελ ότι «στην Ελλάδα αυτούς τους παίχτες έχουμε, έτσι παίζουμε. Δεν έχουμε Κακά και Μέσι». Η δήλωση αυτή δείχνει γιατί θα έπρεπε να μην είναι προπονητής της Ελλάδας ο Ρεχάγκελ. Για τον ίδιο λόγο που ο Σημίτης δεν θα έπρεπε να είναι πρωθυπουργός. Πέραν της εμφανούς μιζέριας που τους κατατρώει, οι άνθρωποι δεν πιστεύουν στους ανθρώπους που καλούνται να προπονήσουν. Ε τότε κακώς τους προπονούν. Ο Ρεχάγκελ ποτέ δεν πίστεψε ότι υπάρχουν ποδοσφαιριστές στη χώρα μας που μπορούν να παίξουν και να νικήσουν. Γι’ αυτό τους έκανε να πιστέψουν ότι μπορούν μόνο να κλέβουν και να καταστρέφουν. Πριν κατηγορηθώ για αχαριστία, θα σημειώσω ότι προσωπικό μου κριτήριο για οποιονδήποτε προπονητή δεν είναι ένα κάποιο τρόπαιο, αλλά η μπάλα που παίζει η ομάδα. Απ’ αυτό τόσα χρόνια δεν είδαμε.

Το πρόβλημα ξεκινάει επίσης απ’ τους δημοσιογράφους που νομίζουν ότι το ποδόσφαιρο είναι το τελικό σκορ και η απόδοση του στοιχήματος. Με το τέλος του αγώνα ο Σωτηρακόπουλος βγαίνει στο Σπορ φμ και λέει ότι είναι μεγάλο επίτευγμα που αποδείξαμε ότι δεν είμαστε η χειρότερη ομάδα του μουντιάλ. Χειρότερη ομάδα όμως δεν είναι αυτή που φέρνει τα χειρότερα αποτελέσματα, αλλά αυτή που δεν προσπαθεί να παίξει μπάλα. Λίγο μετά ο Λεάνης λέει ότι η επόμενη μέρα πρέπει να στηριχτεί στην άμυνα. Προσθέτω να στηριχτεί στο σύστημα με 8 αμυντικογενείς παίχτες. Είναι άξιο θαυμασμού.

Το πρόβλημα ξεκινάει απ’ τη νοοτροπία της ίδιας μου της ομάδας, που διαποτίζει σχεδόν το σύνολο των Ελλήνων οπαδών πλέον. Ας κερδίσουμε στα χαρτιά. Ας κερδίσουμε με κάλπικο πέναλτι. Με βουτιά του άθλιου επιθετικού. Με τραμπουκισμούς των οπαδών. Ας κερδίσουμε επιτέλους. Ας μην παίξουμε, αλλά ας κερδίσουμε. Μόνο το τρόπαιο μετράει έτσι κι αλλιώς.

Το πρόβλημα ξεκινάει απ’ τους ίδιους τους παίχτες που δηλώνουν ευτυχισμένοι με αυτό που παίζουν. Υποτιμώντας τους εαυτούς τους, καταφέρνουν να μην έχουν καμία ευθύνη. Δεν χρειάζεται να παίξουν γιατί δεν είναι αυτός ο στόχος. Ο στόχος είναι να διώχνουν τη μπάλα και να μαρκάρουν. Και να ένας απ’ τους λόγους (μαζί με την τεράστια ατυχία του ελληνικού ποδοσφαίρου να κερδίσει το EURO 04) που βγαίνουν σωρηδόν στόπερ και αμυντικά χαφ στην Ελλάδα. (Στην 23άδα του μουντιάλ δεν υπάρχει ούτε ένα δεξί ή αριστερό χαφ. Άντε έστω, μόνο ο Νίνης).

Για να είμαι ακόμη πιο ξεκάθαρος, δε με ενοχλεί ότι δεν παίζουν σούπερ μπάλα οι παίχτες ή ότι δε βάζουν πέντε γκολ σε κάθε παιχνίδι. Με ενοχλεί που δεν προσπαθούν να παίξουν, που δεν γουστάρουν να παίξουν, που τελικά γουστάρουν αυτή την αθλιότητα, το 6-3-1. Με ενοχλεί που παίζουν σε παγκόσμιο κύπελλο, εναντίον της Αργεντινής και δεν κάνουν τα πάντα για να κερδίσουν, παρά περιμένουν μπας και κερδίσει η Νιγηρία. Με ενοχλεί η μιζέρια και η άρνηση να δημιουργήσουν. Η άρνηση να κάνουν αυτά που έτσι κι αλλιώς μπορούν.

Γιατί εξευτελισμός δεν είναι να χάνεις 5-0 προσπαθώντας και κάνοντας ευκαιρίες. Εξευτελισμός είναι να μην αγαπάς το ποδόσφαιρο. Να το μετατρέπεις σε ηρωικά τάκλιν και ατελείωτα man to man. Εξευτελισμός σε τελική ανάλυση είναι να νομίζεις ότι η μπάλα θέλει στραβοκλοτσιές, ενώ κυρίως θέλει χάδια.

Χάσε άνθρωπέ μου, αλλά χάσε κάνοντας, παίζοντας, βγαίνοντας μπροστά. Χάσε επειδή αγαπάς τη μπαλίτσα, όχι επειδή λαχταράς το τελικό σκορ. Ειδικά αν αυτό που λαχταράς είναι αυτό το καταραμένο το ΜΗΔΕΝ.

14 Σχόλια

Filed under πολιτισμός και καβαλίνα, διάφορα

από ποιούς κινδυνεύει το μπασκετάκι;

Κυριακή βράδυ και σύμφωνα με τα όσα ακούω, για άλλη μια φορά είδαμε στο σεφ, τους ανεγκέφαλους, τους κάφρους αφενός να τα σπάνε, αφετέρου με αυτά που κάνουν να μην βοηθάνε κανένα πόσο μάλλον την ομάδα τους (που σημαίνει ότι αν βοηθούσαν την ομάδα, δε θα πείραζε). Αυτοί οι λίγοι επιμένουν, λέει, να κάνουν συνεχώς μπάχαλο τον αθλητισμό στη χώρα μας.

Το γεγονός ότι φταίνε οι ανεγκέφαλοι οπαδοί αποδεικνύεται με πολλούς τρόπους. Μπορούμε για παράδειγμα να κοιτάξουμε ακόμη και τα σημερινά πρωτοσέλιδα των αθλητικών εφημερίδων. Αυτές πονάνε το μπασκετάκι, το ποδόσφαιρο και γενικώς τον αθλητισμό. Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο οι μισές μιλάνε για καρύδια και ξεσκίσματα και οι άλλες μισές για την κατάφωρη διαιτητική αδικία που έπνιξε την ομάδα στο τρίτο παιχνίδι. Οι λεγόμενες και αντικειμενικές εφημερίδες, σταθερές στην στάση τους να αποτελούν το μεγαλύτερο ανέκδοτο, φροντίζουν να καταδικάσουν τη βία, αφού πρώτα γλυκάνουν βεβαίως τους εκάστοτε περήφανους οπαδούς. Γιατί βέβαια γράφουν ότι περιμένουν τον πρώτο νεκρό, αλλά το σημαντικότερο είναι ότι περίμεναν πως και πώς να τελειώσει το παιχνίδι για να έχουμε οπωσδήποτε νικητή. Το βασικό είναι να τελειώσει το παιχνίδι. Το βασικό είναι να υπάρχουν και αύριο Ολυμπιακός και Παναθηναϊκός και να αναδεικνύονται πρωταθλητές. Οι νεκροί είναι ευκαιρίες για ένα ωραιότατο μαύρο πρωτοσέλιδο με μερικά λόγια, σκληρά, αλλά από καρδιάς.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της χρονιάς βέβαια ακούμε ας πούμε στο σπορ φμ, τους ρεπόρτερ των δύο ομάδων να μιλάνε σε α’ πληθυντικό, να μιλάνε για νίκες, για διαιτησίες και διοικητικά. Ο ιδρώτας που χύνουν για τις ομάδες δε θα μπορούσε να συγκριθεί με αυτόν των παικτών. Οι παίκτες δεν πονάνε τη φανέλα, δεν τσακώνονται κάθε μέρα 12μισι με μία στον αέρα για το καλό της φανέλας, δεν κατεβάζουν απ’ το μυαλό τους 700 και 800 ευφάνταστες λέξεις που σκοπό έχουν να τονώσουν το χρωματιστό μας φρόνημα. Το κυριότερο, ακούμε τους αθλητικογράφους να μιλάνε για τον πρόεδρο, γι’ αυτόν που θα το πάρει πάνω του, γι’ αυτόν που ξέρει τι να κάνει. Ποιοι παίκτες; Ποια ομάδα; Ο Πρόεδρος.

Ακόμη και αυτοί που ειρωνεύονται αυτή την κατάσταση, όπως ας πούμε ο Καρπετόπουλος, φροντίζει να γεμίσει τη στήλη του με όση μιζέρια κυκλοφορεί πρόχειρη στα πέριξ του ελληνικού ποδοσφαίρου. Μας λέει πριν από κάθε αγωνιστική πώς αναμένεται να αποδώσει ο κάθε διαιτητής. Μετά την αγωνιστική μας λέει πόσο σωστές βγήκαν οι πληροφορίες και το ένστικτό του. Η κόκκινη στο 63 λεπτό το μαρτυράει άλλωστε.

Το γεγονός ότι φταίνε οι ανεγκέφαλοι οπαδοί αποδεικνύεται με πολλούς τρόπους. Αρκεί ας πούμε να δούμε την αποφασιστικότητα της πολιτείας που στέλνει ένα σωρό ΜΑΤ και κάνει ένα σωρό συσκέψεις ασφαλείας για να εγγυηθεί την ομαλή διεξαγωγή του αγώνα. Αν δεν φτάνουν αυτά, οι πολιτικοί γίνονται ακόμη πιο αποφασιστικοί. Εμφανίζονται για παράδειγμα, υπό τον Κόκκαλη για να διαμαρτυρηθούν για τις αποφάσεις της αθλητικής δικαιοσύνης. Σε άλλες περιπτώσεις παίρνουν εξαιρετικά επώδυνες και δύσκολες αποφάσεις, σχετικές με τα χρέη ομάδων. Στον ελεύθερο χρόνο τους δίνουν συνεντεύξεις με κασκόλ ομάδων λέγοντας τις απόψεις τους σχετικά με τον άτυχο προπονητή.

Εξάλλου, αυτά τα καθίκια οι οπαδοί εκτός των άλλων αποτελούν και δυσφήμηση για το ίδιο το άθλημα. Κάποιος ρεπόρτερ χτες παρατήρησε ότι οι οπαδοί δεν ξέρουν να χάνουν. Αντιθέτως τους αθλητές χαίρεσαι να τους βλέπεις. Οι κωλοτούμπες του Τζόρτζεβιτς και του Καραγκούνη είναι απαράμιλλης ομορφιάς. Το θέαμα του ηλεκτροσόκ του Σπανούλη και του Παπαλουκά μπορεί να συγκριθεί μόνο με την συνεχή μίρλα προς τους διαιτητές από σχεδόν όλους τους παίκτες. Μια ακόμη ένδειξη του χαρακτήρα των παικτών αποτελεί το γεγονός ότι δεν παραλείπουν μετά από κάθε νίκη να ευχαριστήσουν τον υπέροχο λαό. Ο υπέροχος λαός που βέβαια κάθε φορά κάνει πάνω κάτω τα ίδια. Η μετατροπή του σε κάφρους γίνεται αυτόματα όταν οι διαιτητές διακόψουν τον αγώνα. Ούτε ένα δευτερόλεπτο νωρίτερα.

Πέρα απ’ την πλάκα το να θέλουμε να αντιμετωπίσουμε τη βία ως ένα φαινόμενο που ανθεί στις εξέδρες, λες και είναι αρμοδιότητα του υφυπουργού αθλητισμού είναι τουλάχιστον αστείο. Δε βλέπουμε τη βία καθημερινά στο πλάι της πορείας, για το παραμικρό στο δρόμο και τα φανάρια, στα μπαρ; Και άραγε τί θέλουνε λοιπόν όσοι λένε ότι είναι απαράδεκτη η βία στα γήπεδα; Να μη γίνονται επεισόδια στις κερκίδες, αλλά να δίνουν ραντεβού οι οπαδοί έξω για να πλακωθούν α λα Λαυρίου; Μιλάνε διάφοροι για το παράδειγμα της Αγγλίας. Αναρωτιέμαι αν εκεί το πρόβλημα λύθηκε ή αν μεταφέρθηκε απ’ τις θύρες στις παμπ.  Και τελικά τι ακριβώς είναι το ποδόσφαιρο ή το μπάσκετ; Μια αρένα στο εσωτερικό της οποίας τρέχουν εκατομμύρια, ενώ στις εξέδρες χειροκροτούν πολιτισμένα οι απλοί λαϊκοί άνθρωποι, που κατά καιρούς χρησιμοποιούνται εμφανώς ως ασπίδα και στρατός για επιχειρηματίες; Πώς ακριβώς μπορεί να λειτουργήσει αυτό το μοντέλο;

Όπως και να έχει η μπάλα είναι γνωστό ότι έχει σκοπό να παίζεται και όχι να προβάλλεται. Προορίζεται για τα πόδια και τα χέρια σου, όχι για το κοντρόλ της τηλεόρασής σου. Όταν πάντως προβάλλεται, νομίζω, κινδυνεύει κυρίως απ’ τους πρωταγωνιστές και λιγότερο απ’ τους θεατές. Γιατί οι πρωταγωνιστές, και αυτό το έχουν αποδείξει, αυτό που κυρίως επιζητούν είναι να μη διακοπεί ο αγώνας. Να μη διακοπεί η πορεία προς τη νίκη. Δεν έχει σημασία τι και πώς μεσολαβεί ως εκεί. Σημασία έχει η νίκη, δηλαδή το πριμ, τα τηλεοπτικά, το τρόπαιο, η δυναστεία και πάει λέγοντας.

Με άλλα λόγια, παίκτες, διοικήσεις και δημοσιογράφοι αν ήταν ειλικρινείς, θα παραδέχονταν, ότι θα ήθελαν να μπορούν να φωνάξουν αυτό που ακούγεται απ’ τους οπαδούς σε όλα τα γήπεδα: «σφύρα καλά μουνόπανο». Τα υπόλοιπα περισσεύουν.

Υγ. φυσικά με όλα αυτά δεν αθωώνω τους οπαδούς. Αντιθέτως, τέτοια εποχή μου φαίνεται διπλά εξοργιστικό να επιμένεις να ορίζεις τον εαυτό σου κυρίως απ’ το χρώμα της φανέλας.

8 Σχόλια

Filed under πολιτισμός και καβαλίνα, υπερβολές

είκοσι χρόνια στο σαλόνι

Όταν στο «Λευκό Θόρυβο» εμφανιζόταν ο Μάρρεϋ Τζέυ Σίσκιντ ως υφηγητής με ειδικότητα τα σύγχρονα λαϊκά είδωλα, σκέφτηκα απλώς πως ήταν ένα πανέξυπνο εύρημα. Βιάστηκα να υποτιμήσω τη σημασία που είχε η επιλογή του Ντελίλλο. Κακώς έπεσα στην παγίδα να ανακαλύψω λεπτή ειρωνεία, εκεί που υπήρχε καθαρή αγωνία και κριτική, ειδικά αφού ο Μάρρεϋ επέμενε στις επόμενες σελίδες να μιλάει κυρίως για την τηλεόραση, το μεγαλύτερο δηλαδή ζωντανό είδωλο.

«Κύματα και ακτινοβολία. Έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το μέσο αυτό είναι μια πρωταρχική δύναμη στο αμερικάνικο σπίτι. Είναι σφραγισμένο, άχρονο, αυτάρκες, ανακυκλούμενο. Είναι σαν μύθος που γεννιέται στη μέση του λίβινγκ ρουμ(..)»

Η τηλεοπτική εικόνα ανακυκλώνεται μέχρι το σημείο να αποτελεί ένα καθαρό κύμα με μηδενικό νόημα και απέραντη ισχύ. Πχ. η αυτοαναφορικότητα έχει χτυπήσει κόκκινο τον τελευταίο καιρό, στο κανάλι που οι τηλεθεατές συνηθίζουν να τοποθετούν στο νούμερο 3 ή 4 του κοντρόλ. Το κοινό διαλέγει, ψηφίζει, θυμάται την αγαπημένη κοινωνική σειρά, τον αγαπημένο δραματικό ηθοποιό, την αγαπημένη ατάκα, το αγαπημένο κατοικίδιο. Το κανάλι προβάλλει show στα οποία διαφήμιση και πρόγραμμα μπερδεύονται μέχρι το σημείο που είναι αδύνατο πια να ξεχωρίσεις προσωπικές αναμνήσεις, τα νούμερα της AGB και τα εξώφυλλα του 7μέρες Τιβι. Το ίδιο το μέσο υπαγορεύει το παρελθόν του εαυτού του, για να αποκτήσει την εξέχουσα θέση του στην παράλληλη λαϊκή ιστορία του (σε λίγο ανύπαρκτου) τόπου. Με μερικές ψήφους και τον ταλαντούχο παρουσιαστή να απευθύνεται σε β’ πρόσωπο λέγοντας «η γυναίκα που μισήσατε περισσότερο», το σαλόνι μετατρέπεται σε ένα ιδιότυπο λαογραφικό μουσείο για την μαζική κουλτούρα. Κουλτούρα που ταυτόχρονα περιέχει όλα τα βράδια που περάσαμε τα τελευταία είκοσι χρόνια. Οι ώρες που αφιερώνονται στα παλιά τηλεοπτικά σήριαλ αποδεικνύουν την αξία ενός 45 λεπτου που έπαιξε το 1998. Άλλωστε όπως φροντίζουν να μας υπενθυμίζουν σε κάθε ευκαιρία οι παρουσιαστές, ο τηλεοπτικός χρόνος είναι πολύτιμος. (Σε αντίθεση ίσως με τον πραγματικό που είναι αδιάφορος, αφού παρουσιάζει την άθλια ιδιότητα να μην μπορεί να αγοραστεί. Πού θα πάει όμως, θα το λύσουμε κι αυτό). Ο Μάρρεϋ δε θα μπορούσε να πιστέψει το πάρτι που χάνει.

Την ίδια στιγμή παρατηρώ τις αντιδράσεις για το βιντεάκι του Πανούση στα βραβεία του Status. Η συγκεκριμένη εκδήλωση συνόψισε εξαιρετικά τη λειτουργία τη τηλεόρασης, αφού βραβεύτηκαν κατά σειρά και με την ίδια περίπου συγκίνηση ο Ρεχάγκελ, ο Βέγγος, ο Ρουβάς, ο Παπαδημητρίου, ο Μποτρίνι, ο Παντερμαλής, ο Δοξιάδης και ο Νικ Καλάθης. Φυσικά και όλα είναι ένα και το αυτό, ενώ η έννοια της διάκρισης αποπειράται να αυτοκτονήσει πέφτοντας με φόρα πάνω στα τραπέζια των καλεσμένων που χειροκροτούν εκστασιασμένοι είτε μιλάει η Μπακοδήμου είτε ο  ηλεκτρονικός Γιώργος Λάγιος. Τί να παρουσιάζεις τα νεότερα για το διαζύγιο έτερης τηλεοπτικής περσόνας, τι να δημιουργείς ένα υβριδικό δίκυκλο. (και βεβαίως όπως γράφει χαρακτηριστικά το sportime.gr «Δεν ήταν δυνατόν να μην ήταν παρών ο μεγάλος μουσικοσυνθέτης Μίκης Θεοδωράκης που έδωσε το δικό του χρώμα μουσικής στην βραδιά».)

Σ’ αυτό ακριβώς το πλαίσιο, αποφάσισε ο αγαπημένος σε μένα Πανούσης να στείλει ένα βίντεο, στο οποίο κάνει κριτική λέγοντας ότι δεν έχουμε δημοκρατία. Σατιρίζει τον Καραμανλή σ’ αυτούς που ανέκαθεν στήριζαν λυσσασμένα αυτόν και κάθε επόμενο Καραμανλή. Οι από κάτω χειροκροτούν, υποβαθμίζοντας μέχρι εξάτμισης τον λόγο του Τζιμάκου. Αναπόφευκτα εξατμίζεται κι ο Πανούσης ο ίδιος μέσα στο επόμενο τηλεοπτικό διάλειμμα ανάμεσα σε μια σερβιέτα κι ένα στεγαστικό δάνειο.

Βέβαια το πρόβλημα δεν είναι ο κάθε Πανούσης, αλλά όλοι εμείς που νομίζουμε ότι τους είπε ένα χεράκι, επειδή κάποιος επεσήμανε περίπου το αυτονόητο. Μήπως εκτιμάμε αυτή την κίνηση γιατί είναι κάτι καλύτερο απ’ το τίποτα; Κακώς.

Επιμένουμε να μην βλέπουμε ότι στο παιχνίδι της επικοινωνίας δεν υπάρχει νίκη ή ήττα. Είναι ένα παιχνίδι καταδικασμένο να μη σημαίνει τίποτα. Οι λέξεις του δεν έχουν ήχο ή συνέπειες. Άπαξ και εμφανιστείς στην οθόνη είσαι καταδικασμένος να υπάρξεις σ’ ένα συγκεκριμένο κόσμο και να εξυπηρετήσεις το μοναδικό αληθινό ζητούμενο. Την θεαματικότητα. Γι’ αυτό και κανείς δε θα μπορέσει ποτέ να αρθρώσει μια κουβέντα στα παράθυρα των ειδήσεων, γιατί ότι κι αν πει θα έχει ήδη εκφυλιστεί μέσα σε ένα συνονθύλευμα χιλιάδων εικόνων που περιφρονούν το όποιο νόημα. Εννοώ ότι η συσκευή της τηλεόρασης κατά κάποιο τρόπο εμπεριέχει την ουσία της. Εκεί δεν βγαίνεις για να πεις ή να δείξεις κάτι. Εκεί απλά εμφανίζεσαι.

Δεν είναι τυχαίο που στις εφημερίδες τα τελευταία χρόνια πληθαίνουν τα ρεπορτάζ για τα media και δημιουργούνται ειδικά ένθετα, την ώρα που τα διεθνή ας πούμε αργοπεθαίνουν. Τα δε δελτία ειδήσεων σε λίγο θα προβάλλουν μόνο αποσπάσματα άλλων εκπομπών και θα μιλούν για τις σχέσεις που υπάρχουν κάτω απ’ την εκτυφλωτική λάμψη των προβολέων (που αν λέγεται εκτυφλωτική είναι γιατί σου απαγορεύει να δεις). Οι δημοσιογράφοι των εφημερίδων βιάζονται να ευθυγραμμιστούν με την τηλεοπτική πραγματικότητα που δεν έχει πια απολύτως τίποτα να πει. Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο ότι υπάρχει, ότι έχει μείνει να ειπωθεί, λέγεται πια ψιθυριστά σε μέρη που φωτίζονται απ’ την σβηστή συσκευή της τηλεόρασης.

υγ. το απόσπασμα παραάνω απ’ τον «Λευκό Θόρυβο». Ντ. Ντελίλλο, εκδ. Εστία

17 Σχόλια

Filed under πολιτισμός και καβαλίνα, υπερβολές, διάφορα

ήρωες με παντούφλες

Άθλιες γκριμάτσες και επαναλαμβανόμενες εξυπνάδες καταδυναστεύουν τις τηλεοπτικές, τουλάχιστον, κωμωδίες. Σήμερα οι κωμικές σειρές μοιάζουν παράταιρες. Υπερβολικό παίξιμο, απίστευτες καρικατούρες και ηθοποιοί που δυσκολεύονται να συλλαβίσουν φυσιολογικά τις πιο καθημερινές φράσεις. Βέβαια ο ηθοποιός καλύτερα να αποκαλύπτεται, κι όχι να αυτοθαυμάζεται κάτω απ’ τους προβολείς.

Το γιατρικό έρχεται κάτι μεσημέρια Σαββάτου, σε σκηνές που είδα χιλιάδες φορές τον Σταυρίδη να τρίβει τα χέρια του, τον Παπαγιανόπουλο να σταυροκοπιέται, τον Χατζηχρήστο να χτενίζεται. Παρατηρώ ξανά τους χαώδεις, αλλοπρόσαλλους διαλόγους του Βέγγου. Όλα είναι εδώ κι εμείς μάρτυρες της διαρκούς αιώρησης μεταξύ γέλιου και δράματος.

xatzixristos.jpgΗ παλιότερη κωμωδία άλλωστε, είναι η αντανάκλαση των δικών μας πρωινών. Κάθε μας κίνηση διαδικαστική ή απελπισίας, αν απομονωθεί φανερώνει την έμφυτη γελοιότητά της. Κάθε λέξη, κάθε προσπάθεια απογυμνωμένη απ’ την αδιάκοπη σειρά ενεργειών και τον απώτερο σκοπό της, μοιάζει μάταιη, αν όχι διασκεδαστικά ξεκρέμαστη.

Οι παλιοί συνδαιτυμόνες στο τραπέζι της κωμωδίας, οι ηθοποιοί των ασπρόμαυρων αναμνήσεων κατέκτησαν ήσυχα την υψηλότερη τέχνη. Κατάφεραν να μας μιλήσουν για το ελάχιστο με όρους ήρεμου μεγαλείου. Στις σκηνές τους, ηρωισμός και εργασία, καθημερινότητα και ανικανότητα συμβαδίζουν χωρίς ντροπή ή μεγαλοστομία. Απενεχοποιώντας την έλλειψη μεγαλεπήβολων στόχων και την αποτυχία, έβαζαν στο κέντρο των αναζητήσεων τη σχέση με το διπλανό. Εραστές της επαφής και των μηδενικών αποστάσεων, γίνονταν και γίνονται ακόμη συνένοχοι στο φοβερό λάθος και σύντροφοι στις αγαπημένες χειρονομίες.

Τα γέλια τους είναι τα ίδια γέλια που κάνει η παρέα, γύρω απ’ το τραπέζι της κουζίνας. Ο μπακαλόγατος προκαλεί το χάος και ξορκίζει το κακό, ακριβώς όπως από μια στιγμή αμηχανίας, θα μας λυτρώσει το χάχανο που παραφυλάει. Ο Γκιωνάκης τραγουδάει «ο άρρωστος είναι βαριά» ή αποκαλεί τον Αυλωνίτη «κύριο Χοντρό» για να πλάσει το πιο ευρύχωρο σύμπαν με τις πιο συνηθισμένες λέξεις.

Στα αποσπάσματα αυτά, η ατέλεια, το πείσμα, η διαφορά δεν εξορίζεται, αλλά προχωράει μπροστά και εκτίθεται. Η μοναδικότητα προσκαλεί το βάσανο και τη χαρά, αφού όλα τα ανθρώπινα είναι συμπαθητικοί επισκέπτες και πολύτιμοι φίλοι. Οι πρωταγωνιστές, αστέρια πάνω στο πάλκο, αλλά και συνοδοιπόροι στην πείνα, το μεθύσι, την απώλεια. Πιο πολύ εκπρόσωποι του κόσμου, παρά απρόσωπα αυτάρεσκα είδωλα. Οι ηθοποιοί στο πλάνο μοιάζουν με λαμπυρίζοντα μοναχικά πλάσματα που ανυπομονούν να μοιραστούν τις ώρες τους. Απλά, σχεδόν χωρίς να παίζουν ή να προσποιούνται, ξεδιπλώνουν τις ιστορίες στην οθόνη.

mimis_fotopoulos.jpg

Οι ήρωες αυτοί (γιατί φυσικά ήρωας δεν είναι ο Schwarzenegger που σκοτώνει τρεις-τρεις τους κακούς ή ο πράκτορας που συλλαμβάνει άλλον ένα serial killer, αλλά εσύ, ο γείτονας κι ο οδηγός που ήδη περιμένει μισή ώρα κολλημένος στην Κηφισίας) δεν αποτελούν μια γραφική εικόνα της αθωότητας, αλλά παίζουν συνεχώς με τον παρακάτω υπαινιγμό. Δεν χρειάζεται να είμαστε όλοι ίδιοι. Δεν χρειάζεται να ντρέπεσαι για τα κουσούρια σου, παρά θα ‘πρεπε να γελάς με τα τερτίπια της φύσης. Χοντροί, μυταράδες, λελέκια, τάπες είναι μόνο οι αφορμές για το πείραγμα και ταυτόχρονα οι αιτίες που προεξοφλούν το αναντικατάστατο του καθενός.

Το ομοιόμορφο φέρσιμο, η επιβαλλόμενη συγκεκριμένη οπτική της ομορφιάς, το αστραφτερό χαμόγελο κανέναν δεν ξεγελάνε. Τη ματαιότητα μόνο το γέλιο μπορεί να την κοντράρει. Το γέλιο που δέχεται την τραγωδία, το παράλογο, το τέλος και αποδυναμώνει τον πανικό και τη μοναξιά. Το γέλιο για όλα όσα είμαστε, για όλα όσα κάνουμε. Το δικό μας γέλιο, μπροστά στις ίδιες πάντα ήττες. Αν ακόμα επιμένει να έρχεται η άνοιξη, αυτό νομίζω κατά ένα μέρος οφείλεται στη συνάντηση με το πηγαίο χαχανητό, το λυτρωτικό, ασταμάτητο γέλιο της παρέας.

6 Σχόλια

Filed under πολιτισμός και καβαλίνα

όταν το τραγούδι συνάντησε τη λαϊκοπόπ

Στα ίδια γνωστά πλαίσια της αέναης ευφορίας και της παντελώς άνοστης, επίπεδης αισιοδοξίας κινείται και ο ήχος που γρατζουνάει τα αυτιά μας καιρό τώρα. Τα τραγουδάκια που όλοι μουρμουρίζουμε, θέλοντας και μη, εισβάλλουν στο ηχητικό μας πεδίο και βαράνε τα ατελείωτα ρεφραίν τους στα κουρασμένα μας μυαλά. Ραδιόφωνα, τηλεόραση, διαφημίσεις, εκπομπές, κινητά τηλέφωνα ανέλαβαν το ρόλο τους και ο Γκέμπελς κοιτάζει από ψηλά σίγουρα ενθουσιασμένος.

Έτσι κι αλλιώς ζούμε σε καιρούς που προκρίνουν τη συναίνεση ως άριστο δείγμα πολιτικής ωριμότητας, συνεπώς και τα τραγούδια καλό είναι να αποφεύγουν τις εντάσεις. Το ζήτημα είναι να μπορούμε όλοι να διασκεδάσουμε. Φτάνει πια με τις σκοτούρες και τη σοβαροφάνεια. Περιστεριώτες, Κηφισιώτες, μακρινά ξαδέλφια από το Κιάτο και φίλοι αγαπημένοι απ’ την Επανωμή έχουμε όλοι το ίδιο (τελευταίο, υπερσύγχρονο) κινητό και το ringtone αντηχεί παρόμοια στο άδειο δωμάτιο ή στη θορυβώδη συναυλία. Δεν έχουμε κάτι να χωρίσουμε, είμαστε όλοι το ίδιο, όλοι σηκώνουμε τα χέρια ψηλά και χοροπηδάμε αφού η εταιρεία – χορηγός – στιχουργός μείωσε κι άλλο το πάγιο. Μόνο τυχαίο δεν είναι που τα λόγια που πλαισιώνουν το ουδέτερο, επαναλαμβανόμενο χτύπημα του συνθεσάιζερ μας προτρέπουν να χαρούμε, να τρέξουμε , να χορέψουμε.

«Όλα καλά θα μας πάνε» είναι ο βασικός στίχος της επιτυχίας κι η μιζέρια ο βασικός στόχος που πολεμάμε. Όχι άλλο ψυχοπλάκωμα, συζητήσεις και απαισιόδοξες φωνές που μας τη σπάνε. Τα μπουζούκια είναι ανοιχτά και ας μην παίζουν μπουζούκια, αλλά αυτήν την τόσο ψυχαναγκαστικά ανεβαστική λαϊκοπόπ και απόψε θα τα σπάσουμε όλα. Θα τα σπάσουμε αφού ή θα χοροπηδάμε από τα νταχντιρντί που μας πετάει στα μούτρα ο αφύσικα και αστείρευτα κεφάτος «τραγουδιστής – ακροβάτης» ή θα ξελαρυγγιαζόμαστε από τα ερωτικά πάθη που με το ίδιο αμείωτο κέφι θα μας αραδιάζει η ακριβοπληρωμένη star στην πίστα.

Το τραγούδι λοιπόν συναντάει τους εν λόγω κυρίους των χρυσών νυχτερινών κέντρων και των εντυπωσιακών μπαλέτων και σταματάει να συναντάει εμάς. Η μουσική που προκαλεί την ψυχική ένταση, το λυγμό, το θυμό, τον εκστατικό χορό, τη βαθειά χαρά που απελευθερώνεται και βρίσκει διέξοδο στα βήματα ή στην τρέλα και το στριφογύρισμα, τη φυγή προς τα εμπρός δεν βρίσκει πια το δρόμο να συντροφέψει τις μέρες μας.

«Όλα είναι μακρινά κι ευτυχισμένα» κι όπως δε θέλουμε να ξεβολέψουμε τον κώλο μας έτσι δε θέλουμε να πάρει φωτιά και το μυαλό μας, πόσο μάλλον η καρδιά μας (κι όμως free your ass and your mind will follow ή κάτι τέτοιο έλεγε ο στίχος).

Δε μας ενοχλεί ιδιαίτερα που το ράδιο παίζει συνεχώς τα ίδια και τα ίδια και μας λένε αν δε σ’ αρέσει άλλαξε σταθμό. Αλλάζω σταθμό, αλλάζω κανάλι, αλλάζω περιοδικό, αλλάζω διαφήμιση, αλλάζω στάση στο λεωφορείο, αλλάζω μαγαζί στην παραλία, αλλάζω μπαταρίες και πάλι είμαι μίζερος και πάλι τα ίδια ρεφραίν έμαθα απ’ έξω, ανακατωτά κι αν θες στα λέω κι ανάποδα.Έμαθα λοιπόν, τόσα τραγουδάκια, που μ’ έμαθαν καλά να θέλω να είμαι καλά, να μη λέω δύσκολες λέξεις, να μην ανησυχώ και κυρίως να μ’ αρέσουν τα πράγματα που βλέπω τριγύρω μου. Δε μπορεί τόσοι σοβαροί δημοσιογράφοι να παίρνουν συνεντεύξεις –λιβανιστήρια, τόσα βραβεία να απονέμονται και τόσα νυχτερινά κέντρα να γεμίζουν ασφυκτικά. Κάτι θα ξέρουν παραπάνω αυτοί.

 Όταν το ελληνικό τραγούδι συνάντησε τους αστέρες που τραγουδάνε κοιτώντας κατευθείαν στην κάμερα, δεν σταμάτησε η μουσική να κοινωνεί τη μαγεία στον κόσμο, απλά συνηθίσαμε την απλοϊκότητα, κατάπιαμε την ανία και παραλίγο να μας πείσουν ότι τα γλέντια μας έμειναν ορφανά . Όμως όπως λέει κι ο Πανούσης, σε αντίθεση με τη μασχάλη μας, το αυτί μας δεν ιδρώνει με τίποτα.   

7 Σχόλια

Filed under πολιτισμός και καβαλίνα