Category Archives: παρατήρηση – σχόλιο – προεκτάσεις (απ’ το δρόμο στο πληκτρολόγιο)

στον Πειραιά, μ’ ένα ουφ

Με διακόπτει την ώρα που κάνω κάτι δήθεν περισπούδαστες σκέψεις, ότι έχουμε καταναλώσει περισσότερο σινεμά για τις υπαρξιακές αγωνίες, διαστροφές, καύλες, αγωνίες των πλούσιων, όμορφων και υπερεπιτυχημένων ανθρώπων απ’ όσο μας αναλογεί. Δεν είναι λέξη αυτό που με διακόπτει, είναι ο ήχος κάποιου που ξεφυσά, κάποιου που βαρυγκωμά. Μοιάζει όμως με λέξη, ακούγεται σαν ένα πεντακάθαρο ουφ που σχηματίζεται απ’ την ανάσα και το ανακάτεμα των εσωτερικών ανέμων στα σωθικά του ανθρώπου που κάθεται ακριβώς πίσω μου και ξεφυλλίζει με υπερβολική ταχύτητα κόλλες Α4 σε ένα μπλε ντοσιέ. Η νεαρή δικηγόρος που ασκοφυσά ή μάλλον εκπνέει όλη την αγωνία του κόσμου, φτιάχνοντας ένα σαφές και θορυβώδες ουφ, τρέχει να προλάβει ποιος ξέρει τι, μια προθεσμία, το αφεντικό ή έναν πελάτη. Δεν μπορώ να δω τη φάτσα της και να πω όμορφη ή άσχημη ή το οτιδήποτε. Όλο το πρόσωπό της είναι ένα άγχος, μια υπερβολική ταραχή σε συνδυασμό με μια αδιανόητη προσπάθεια να βιαστεί, να βιαστούν όλα πάνω της. Τα δάχτυλα, τα μάτια, ο νους, το κομμάτι του μυαλού που διαβάζει και το κομμάτι που μυαλού που αναλύει και το κομμάτι του μυαλού που προετοιμάζει γι’ αυτά που ακολουθούν.

Τα διαδοχικά ουφ της στην αρχή μου φαίνονται περίεργα, στη συνέχεια λίγο αστεία, αλλά εντέλει, μέχρι να σηκωθώ απ’ τη θέση μου και χωρίς καλά καλά να το καταλάβω, έχουν αλλάξει όλη τη διάθεσή μου. Ξαφνικά έχω βαρύνει, σέρνεται ένας υπόγειος εκνευρισμός, σε λίγο οδηγώ κάπως νευρικά.

Ύστερα φτάνω στον Πειραιά και κάνω ακριβώς 34 λεπτά να παρκάρω. Μικροατυχίες (με πρόλαβε ο μπροστινός) και ανοησίες (η τύφλα που είδα δύο θέσεις αφού τις προσπέρασα) . Στο δρόμο για την επόμενη υπηρεσία, περπατώντας πλάι στη θάλασσα, ονειρεύομαι με τα μάτια ορθάνοιχτα μια μπόμπα, μια παραίτηση, μια ηρωική έξοδο, μια βουβή έξοδο και τίποτα απ’ όλα αυτά δεν κρατάει περισσότερο από 3,4 δευτερόλεπτα, γιατί ο κόσμος μου έχει δεχθεί μια φοβερή εισβολή από αυτό το απεγνωσμένο ουφ της νεαρής δικηγόρου. Τίποτα δεν υπάρχει πια, μόνο αυτό το ουφ που δεν μπορώ να τινάξω με κανένα τρόπο από πάνω μου.

*

Καθώς βγαίνω από το διάδρομο, εμφανίζεται ξαφνικά ένας τύπος μπροστά μου. Μοιάζει να έχει βγει από το πλάι επαρχιακής εκκλησίας, ο άγνωστος άντρας που κάνει διάφορες μικροδουλειές και κανείς δεν ξέρει λεπτομέρειες γι’ αυτόν, μα όλοι υποψιάζονται – από κάποιον κρύβεται, από κάτι προσπαθεί να ξεμπλέξει. Το πρόσωπό του είναι κίτρινο, κερί χρησιμοποιημένο ξανά ξανά που αναβόσβησε για τις προσευχές του ενός και του άλλου, είναι και κάπως καμπουριαστός, το βάρος τόσων δίκαιων και άδικων αιτημάτων. Σπάνια βιβλία, μου λέει και δείχνει μια όντως παλιακή έκδοση, Ονορέ ντε Μπαλζάκ, Ευγενία Γκραντέ. Πριν προλάβω να αρθρώσω λέξη, προσθέτει, χαμηλόφωνα, έχω κόψει και τα ναρκωτικά. Δίπλα μας, ένας σίφουνας η προϊσταμένη δίνει τέλος σε όλα αυτά με ένα κοφτό δεν είναι η υπηρεσία γι’ αυτές τις δουλειές. Αυτός υπακούει αμέσως και αποχωρεί ανέκφραστος. Πάει να ψάξει ένα χώρο γι’ αυτές τις δουλειές, αν υπάρχει πουθενά δηλαδή χώρος γι’ αυτές τις δουλειές ή αν υπάρχει τέλος πάντων χώρος έστω γι’ αυτόν τον ίδιο.

foto: Xavier Miserachs

foto: Xavier Miserachs

Δύο κορίτσια 35 (περίπου) χρονών συζητάνε. Ανακαλύπτουν ότι είχαν μια κοινή φίλη στα χρόνια του γυμνασίου. Η φίλη πέθανε στα 23 της. Φαντάζομαι εκείνη την εποχή, πρέπει να ένιωσαν πως τις καθόρισε ένας τέτοιος θάνατος. Θα ‘θελα να μείνω λίγο εκεί δίπλα τους, να κρυφακούσω γιατί αναρωτιέμαι αν θυμούνται καμιά ιστορία, κάποιο συγκεκριμένο σκηνικό ή αίσθημα, αν έμεινε δηλαδή τίποτα πέρα απ’ τη θολή σιλουέτα του ανθρώπου που έφυγε και μια κάπως αόριστη θλίψη.

Τέτοιοι είμαστε, τη μια στιγμή πενθούμε, σα σελίδες που σημαδεύτηκαν από ανεξίτηλο μελάνι, το κλάμα μας είναι ναοί του Ποσειδώνα – κομμάτια του θα στέκουν εκεί στους αιώνες των αιώνων. Την άλλη στιγμή, είμαστε κανονικά χρυσόψαρα, ο θρήνος μας είναι μια φράση στην άμμο, εκεί που γλύφει η θάλασσα. Καλοκαίρι 2004 κι από κάτω Πάτμος κι ύστερα αν δεν έχεις και καμιά φωτογραφία, δεν θυμάσαι αν στ’ αλήθεια βρέθηκες ποτέ εκεί κι αν σε σέρβιρε μια Ελίνα, Λίνα ή Ελένη, την οποία πάντως τότε ερωτευτήκατε ομαδικώς και για πάντα.

*

Στην οδό Φιλελλήνων ένας άντρας αρκετά μεγάλος σε ηλικία σπρώχνει μια γυναίκα εξίσου μεγάλης ηλικίας, αλλά και πολλών κιλών σε καροτσάκι. Αυτός φοράει καπέλο ναυτικού και δερμάτινο μπουφάν. Σταματάνε μια περαστική  και ρωτάνε κάτι για μια εκκλησία, δεν μπορώ να ακούσω ποια. Η γυναίκα τους λέει ότι είναι μακριά, έχει ανηφόρες, είναι έτσι κι αλλιώς. Εν ολίγοις τους αποθαρρύνει. Άστο ρε Τάκη, λέει η γυναίκα στο καροτσάκι, δεν ακούς τι είπε η γυναίκα; Ο Τάκης δε μιλάει, κάνει ένα νεύμα στη γυναίκα με το χέρι σα να λέει εντάξει μη σε νοιάζει, αλλά δεν βγάζει λέξη. Σηκώνει λίγο τα μανίκια του δερμάτινου και σπρώχνοντας, τραβάει την ανηφόρα.

4 σχόλια

Filed under παρατήρηση - σχόλιο - προεκτάσεις (απ' το δρόμο στο πληκτρολόγιο)

καλοκαιρινό Ι: κρινάκια, το λευκό και το μπλε

[Ως συνήθως, χύμα σημειώσεις, αυτή τη φορά όχι σε τετράδιο, αλλά στο κινητό.]

Ξεκινήσαμε με το ερώτημα αν υπάρχει ακόμη καλοκαίρι.

Η δραματική επικαιρότητα, η σκληρή στάση δηλαδή του ελληνικού κράτους και της Ε.Ε. απέναντι στους πρόσφυγες, ακόμη και για τους πιο τυφλούς ή αδιάφορους έδειξε ότι αυτό που ζούμε φυσικά και δεν είναι τα ίχνη μιας κάποιας «ανθρωπιστικής κρίσης», όπως ίσως θέλουν να πιστεύουμε όσοι νομίζουν ότι το πρόβλημα έπεσε απ’ τον ουρανό και «τι να κάνουμε, έχουμε τα δικά μας προβλήματα». Το Πεδίον του Άρεως ήταν αποκαλυπτικό και κατά τη γνώμη μου ο καθένας μπορούσε να βγάλει άπειρα πολιτικά και προσωπικά συμπεράσματα από την πρώτη κιόλας επίσκεψη. Δεν είναι της παρούσης να σκεφτείς ότι μετά από το Πεδίο του Άρεως ό,τι και να πεις για  αυτό το πράγμα που αυτοαποκαλείται «αριστερή κυβέρνηση» θα είναι λίγο. Αυτό το ποστ είναι καλοκαιρινό, μακριά από μας η πολιτική.

Ακόμη υπήρχε όλο το καλοκαίρι η ιδέα ότι αυτό που ακολουθεί μετά από τις όποιες διακοπές θα είναι απείρως χειρότερο απ’ ό,τι έχουμε φανταστεί. Η ιδιαιτερότητα του να ζεις χρεωμένος, εσύ κ οι φίλοι σου για καιρό, είναι ότι το χρέος αυτό διαρκώς μεγαλώνει, ρουφώντας όχι μόνο την όποια οικονομική δυνατότητα για κάτι άλλο, αλλά κυρίως την ψυχική δύναμη να αντιμετωπίσεις τον κόσμο στο σύνολό του. Η κατάργηση του μέλλοντος, η κατάργηση του οποιουδήποτε επιθυμητού ενδεχόμενου στην πραγματικότητά σου, συνιστά ένα χτύπημα πολύ βαρύ, αφού τελικά δεν μπορείς να ζήσεις πουθενά. Το τώρα είναι μια διαρκής αγωνία, το χθες έτσι κι αλλιώς δεν μπορεί να προσφέρει πολλά περισσότερα από λίγη νοσταλγία (που δεν είναι και πάντα ακριβώς βοηθητική) και το αύριο, όπως ξαναείπα, είναι ανύπαρκτο. Συνεπώς είσαι καταδικασμένος στη διαρκή υστερία του παρόντος.

Υπάρχει το άδραξε τη μέρα, υπάρχει και το αν βγάλεις κι αυτή τη μέρα, πάλι καλά να λες.

***

Έχοντας στο νου και τα παραπάνω, κάποιες στιγμές μάλλον έχασα τα λογικά μου, μ’ έπιασε κάτι και σκεφτόμουν σενάρια επιστημονικής φαντασίας.

Ήμουν στη θάλασσα και κοιτούσα το σωρό τα μαγαζιά που συνωστίζονταν πάνω στην παραλία. Καφετέριες – εστιατόρια – μίνι μάρκετ – μπιτς μπαρ – σκέτα μπαρ – ενοικιαζόμενα δωμάτια. Όλα αυτά τα λευκά σπιτάκια, κτιριάκια, μαγαζάκια κολλητά στο μπλε της θάλασσας. Το λευκό και το μπλε. Το λευκό και το μπλε. Και οι κολυμβητές. Και ο ήλιος πάνω απ’ τα κεφάλια μας. Και ο απόηχος μιας μουσικής από ένα από τα λευκά σπιτάκια. Και οι τεντώστρες με τις ομπρέλες πάνω στο κύμα. Και ο φρέντο εσπρέσο 3,50 ευρώ σε πλαστικό.

Το λευκό και το μπλε.

Ποτέ ξανά δεν φαντάστηκα με τόση λεπτομέρεια ένα drone, μια ρουκέτα, μία έκρηξη, ένα μπαμ, μια καταστροφή, έναν μαύρο καπνό, το τέλος του λευκού και του μπλε.

Δεν υπάρχει ομορφιά που να έμεινε ανέγγιχτη από τη λαχτάρα αυτού του άπληστου και παμφάγου τρόπου ζωής. Το λευκό και το μπλε, αυτό το λευκό και αυτό το μπλε, είναι μόνο οφθαλμαπάτη, άλλοθι, ντροπή. Αλλά ο ποιητής συνεχίζει να μιλάει για το λευκό και το μπλε, σα να μην είμαστε εμείς οι ίδιοι άνθρωποι των λευκών σπιτιών που συνωστίζονται πάνω στην ακτή, οι ίδιοι ακριβώς που το μπλε μας είναι γεμάτο πτώματα.

Με τι καρδιά και τι βλέμμα βλέπουμε την ομορφιά; Κι είναι αυτή πια κάτι αόριστο, ασαφές, αιώνιο, πέρα απ’ τα ανθρώπινα;

***

DSC_0033

μπορεί κάποιος να μας πάρει και μας αφήσει σ’ αυτή την πλατεία. υπόσχομαι ότι θα πάψω να γκρινιάζω. (προσωρινά)

Είμαι υπερβολικός το ξέρω. Υπάρχει ακόμη κρυμμένο μπλε και λευκό, αθώο του αίματος. Και ο κυνηγημένος του χειμώνα χρειάζεται και αξίζει ένα διάλειμμα ομορφιάς. (Για να μπορεί μετά με άνεση να διαιωνίσει την ασχήμια, αλλά κι αυτό είναι ένα άλλο θέμα).

Επιστροφή καλύτερα στα σενάρια επιστημονικής φαντασίας.

Είμαι σε παραλία της Μεσσηνίας, με φοβερά νερά και φοβερή άμμο και η παραλία έχει καταληφθεί κατά το ήμισυ από το συνολάκι ξαπλώστρα/ ομπρέλα/ σκαμποτράπεζο για φρέντο και κατά το υπόλοιπο ήμισυ από μόνιμες κατασκευές (τις τέντες κήπων που πουλάει το πράκτικερ) που έχουν τοποθετήσει οι ντόπιοι, δένοντας και με αλυσίδες στα στηρίγματα της τέντας, καρέκλες, παιχνίδια, σακούλες τζάμπο.

Φαντάζομαι με κάθε λεπτομέρεια την ομάδα των μαυροφορεμένων κουκουλοφόρων που κατεβαίνουν νύχτα στην παραλία με ένα τεράστιο φορτηγό. Με πριόνια και εργαλεία όλων των ειδών, κόβουν τις μόνιμες κατασκευές και διαλύουν τις προσωρινές. Τα απομεινάρια τοποθετούνται όλα στο φορτηγό και απομακρύνονται πριν ξημερώσει. Το πρωί, ντόπιοι και τουρίστες, καταστηματάρχες, αποικιοκράτες και αποικιοκρατούμενοι, σοκάρονται μπροστά στη θέα της άδειας παραλίας. Βουβαμάρα, άμμος και ελαφρύ κυματάκι.

Φαντάζομαι με κάθε λεπτομέρεια μια απόφαση που λέει ότι ο τουρισμός, εξωτερικός και εσωτερικός, σταματάει για δύο χρόνια. Δε με συμφέρει είμαι αθηνέζος*, αλλά δεν πειράζει. Για δύο χρόνια τίποτα, μέχρι το τοπίο και οι άνθρωποι να ‘ρθουν λίγο στα συγκαλά τους.

Αλλά αυτά είναι αυτά που είναι, δηλαδή φαντασίες και μάλιστα όχι ιδιαίτερα επιτυχημένες. Το ερώτημα όμως παραμένει. Τι ακριβώς συνέβη αυτό το καλοκαίρι; Ή μάλλον, μπορέσαμε να δούμε καθόλου ομορφιά ή η πραγματικότητα το έκανε αδύνατο;

***

Θα πάρω τα λόγια του σφου Χρήστου σοβαρά, θα τον πιστέψω και θα δεχτώ ότι ναι, είδαμε ξανά τις τρίχες που ξάνθυνε ο ήλιος στα χέρια, το πίσω μέρος του λαιμού, στα σημεία που φυτρώνουν λίγες, εκεί φαίνεται όλη η τρυφερότητα με την οποία φέρεται ο ήλιος, τα μαλλιά που δείχνουν ότι ένας άνθρωπος προέρχεται από τη θάλασσα.

Κι είδαμε και τον κρίνο της θάλασσας. Την ακτή να αδειάζει αργά το απόγευμα, το αεράκι να μας ξαναγεννάει, το νερό να μας καταπίνει συμπονετικά. Το είδαμε το κρινάκι. Και μας είδε κι αυτό.

Ποιος ξέρει αν θα το ξαναδούμε ή αν η βαριά βιομηχανία της χώρας θα τα σαρώσει όλα τυφλωμένη από το κοινό όραμα δεξιών και αριστερών. Ανάπτυξη μέχρι τέλους, αυτός είναι ο φάρος που φέγγει μέχρι τα πέρατα του μπλε και του λευκού.

***

DSC_0111-001

«Συνεχίζουμε να πίνουμε, τίμιες μερίδες, μπουκάλια γενναιόδωρα, λογαριασμός σε δυσθεώρητα ύψη αλλά όλα εδώ πληρώνονται, τι ωραία που γυαλίζουν τα γόνατά σας στο σκοτάδι κορίτσια», έγραψε κάποια στιγμή ο ΚΚΜ. Στο σκοτάδι ναι, αλλά και στο φως.

***

Το καλοκαίρι κάτι γενέθλια, αλλά κυρίως κάτι θάνατοι όχι πολύ κοντινοί αλλά όχι και τόσο μακρινοί, επαναφέρουν το ζήτημα ότι το πικ (ας το πούμε) της ζωής ήταν, είναι αλλά δε θα ‘ναι για πολύ ακόμη στο εδώ και τώρα. Οι συζητήσεις για την ηλικία συνήθως δεν έχουν πολύ νόημα, παρά χρησιμεύουν για αυτομαστίγωση και επί τούτου μελαγχολία, αλλά και πάλι σκεφτόμουν όχι τόσο αν είμαι πια μεγάλος, μικρός ή κάτι το ενδιάμεσο, αλλά μάλλον σε τι συνίσταται αυτό το πικ του βίου, το οποίο ας πούμε ότι διανύουμε. Τι κάνει κανείς στο πικ; Δουλεύει περισσότερο από ποτέ; Βγάζει περισσότερα λεφτά από ποτέ; Δημιουργεί περισσότερο από ποτέ; Κάνει περισσότερες τρελές από ποτέ; Στρώνει το μέλλον; Βουτάει στις καταχρήσεις; Γίνεται άσωτος υιός ή προσεχτικός σχεδιαστής; Χαλαρώνει τώρα που μπορεί ή φορτσάρει σε όλα; Φεύγει για διακοπές τρώγοντας τα τελευταία δανεικά κι αγύριστα ή εργάζεται πυρετωδώς κυνηγώντας την προκοπή;

***

Δεν μπορώ να δώσω καμία απάντηση φυσικά. Σκέφτομαι μόνο ότι τώρα στο πικ, μπορώ να κάθομαι στην αυλή του χωριού ακίνητος για δέκα μέρες, μόνο με τα βιβλίο μου και καφέ. Ή ακόμη περισσότερο μπορώ να πηγαίνω στο καφενείο στο χωριό Πιτσινιάνικα στα Κύθηρα και να πίνω τη μία μπύρα πίσω απ’ την άλλη αλλά όχι με την αγωνιώδη ταχύτητα του αθηναίου, παρά με την βραδύτητα του ανθρώπου που βουλιάζει στο τοπίο και στις γουλιές.

Και τότε το ερώτημα θα επανέρχεται αλλιώς. Γιατί δε μένουμε ήδη στα Κύθηρα; Γιατί δε βιαζόμαστε περισσότερο να μείνουμε εδώ; Και η απάντηση δεν είναι τόσο πρακτική (τι δουλειά να κανείς), όσο θα πίστευε κανείς. Η απάντηση είναι κάπως πλαγίως πολιτική, αφού κι εκεί, στο ύστατο καταφύγιο, η επέλαση δεν σταματάει, δεν ανακόπτει τον καλπασμό της, δεν διστάζει να προαναγγείλει τον ερχομό της με σημαίες και με ταμπούρλα και με πινακίδες που γράφουν πάνω ΕΣΠΑ.

***

(..)μια νύχτα στο πράσινο ακρογιάλι της πατρίδας

(..)μια νύχτα στο πράσινο ακρογιάλι της πατρίδας

Ίσως ποτέ να μην το πίστεψα, γιατί δε με συνέφερε, αλλά η ομορφιά, αυτή η ομορφιά, πάει αγκαζέ με μια επιθυμία ελευθερίας. Κι όπως κάθε επιθυμία ελευθερίας, δεν μπορεί να αγοραστεί, να μπει σε πακέτο προσφοράς, να γίνει αντικείμενο διαπραγμάτευσης, να διαφημιστεί ως διάλειμμα από την κανονικότητα.

Το επίδικο είναι μια άλλη κανονικότητα. Με κρινάκια, ξανθές τρίχες, χαμηλούς ρυθμούς και χωρίς πτώματα.

***

Πιστεύω ότι το επόμενο ζήτημα που θα μας απασχολήσει είναι το ζήτημα του χώρου. Δεν πρόκειται να μείνει εκατοστό αναξιοποίητο. Όπως εννοούν εκείνοι την αξιοποίηση. Δεν πρόκειται να μείνει χιλιοστό, τοπίου ή ανθρώπου, ελεύθερο. Ήδη, όπως ακούσαμε από διπλανή παρέα σε παραλία, τα καγιέν συνωστίζονταν στην άκρη ενός ημιάγνωστου χωριού, έξω από ένα καφενείο, χωρίς ταμπέλα ή τιμοκατάλογο. Θα πρέπει να δούμε το ζήτημα του χώρου με άλλη ματιά.

*δέχομαι τον θεσ/νικιώτικο όρο αφού οι βόρειοι φίλοι μου έχουν πάντα ένα τρόπο να μιλάνε, που με κάνει ζηλεύω τα ιδιώματα, τις λέξεις, τις παροιμίες. Κάθε φορά που ανεβαίνω πάνω, νομίζω ότι η γλώσσα η ίδια έχει χιούμορ, φοράει κορδελάκια και καμιά φορά χορεύει από μόνη της.

| στο επόμενο: η μανία για τα πανηγύρια και το κυνήγι της αυθεντικότητας.

5 σχόλια

Filed under παρατήρηση - σχόλιο - προεκτάσεις (απ' το δρόμο στο πληκτρολόγιο)

μηχανή με ψάθα και γυμνή πλάτη

Στρίβεις στην Ποσειδώνος. Έχεις τα νεύρα σου γιατί κάτι σου μυρίζει περίεργα καθώς οδηγείς, ανοίγεις το καπό και καταλαβαίνεις ότι το αμάξι από κάπου χάνει λάδια. Κοιτάς για μερικά λεπτά το λάδι που ατμίζει, κουνάς λαστιχάκια, τσιμούχες και ό,τι άλλο νομίζεις πως δεν φαίνεται σε καλή κατάσταση. Στρίβεις στην Ποσειδώνος να το πας στο συνεργείο. Κονβερτιμπλ, μαύρα γυαλιά και μαυρισμένα (ήδη) κορμιά στο φανάρι. Αλλά στρίβεις στην Ποσειδώνος και σχεδόν αμέσως σε πιάνει απ’ το λαιμό η μυρωδιά. Θάλασσα. Εσύ πας εκνευρισμένος στο συνεργείο και το μόνο που στριφογυρνάει στο στόμα σου είναι το «πόσο; πόσο; πες μου απλά πόσο». Αλλά στρίβεις στην Ποσειδώνος και στη δεξιά λωρίδα το μηχανάκι δίπλα σου πάει αργά. Η κοπέλα φοράει χακί βερμούδα και από πάνω μόνο το μαγιό. Στο πίσω μέρος της μηχανής είναι δεμένη μια ψάθα. Ακούγεται ένας ανύπαρκτος ήχος, όπως πέφτει πάνω στα παγάκια το ζεστό αλκοόλ. Η μηχανή πάει αργά, το ζευγάρι συζητάει, όλη η Ποσειδώνος βλέπει απλά μια πλάτη. «Η ομορφιά σαν την καρφίτσα στο μπαλόνι που είναι ο κόσμος»

Ποιά σκηνή θα μας κάνει και σήμερα να ξεχαστούμε; Δεν είναι σωστή η χρήση της λέξης «ξεχαστούμε». Το «ξεχαστούμε» έχει αρνητική χροιά. Ποια σκηνή θα μας επιτρέψει σήμερα και για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα να μην έχει σημασία  τίποτα.

Ξαπλώνει στον καναπέ, τα μαλλιά της είναι στα πόδια σου. Δεν χαϊδεύεις τόσο, όσο παίρνεις απαντήσεις σε μια σειρά από ερωτήσεις. Συνέχισε.

Το ζευγάρι με τη μηχανή στρίβει κάπου δεξιά. Η πλάτη απομακρύνεται, ο εκφωνητής ξαναπαίρνει υπόσταση και οι ειδήσεις πυροβολούν τη στιγμή.

IMG_2217

Το πρωί στην Κοραή περπατάει μια γυναίκα με το μπαστούνι της. Είναι τυφλή. Φτάνει στην τράπεζα. Ψηλαφίζει με το χέρι της το τζάμι να βρει αν η πόρτα είναι προς τα δεξιά ή προς τα αριστερά. Είναι δίπλα στην πόρτα ακριβώς αλλά η ίδια δεν έχει καταλάβει ακόμη το σημείο που βρίσκεται. Όσο αυτή ψηλαφίζει με το λευκό μπαστούνι στο χέρι, μπαίνουν στην τράπεζα, απ’ αυτή την ίδια περίφημη πόρτα, τέσσερις (4) άνθρωποι. Την προσπερνούν, ο ένας στην πραγματικότητα κάνει κι ένα μικροελιγμό για να αποφύγει πιθανή σύγκρουση, απλώνουν το χέρι, πιάνουν το χερούλι κι ανοίγουν την πόρτα με την επιγραφή ΕΛΞΑΤΕ. Η γυναίκα ψηλαφίζει μερικά χιλιοστά δίπλα τους. Δεν τους κατηγορώ. Ο κόσμος που μπαίνει στην τράπεζα έχει το βλέμμα της κότας καθώς αυτή παρατηρεί τον θείο να πλησιάζει στο κοτέτσι για να δείξει στο ενθουσιασμένο ανιψάκι πως μπορεί το ζώο να προχωράει αν και του έχει κόψει το κεφάλι. Η κότα εστιάζει στο μαχαίρι που κρατάει ο χαμογελαστός θείος. Τίποτα άλλο δεν έχει σημασία σήμερα, μόνο η βαρβαρότητα που απλώνει τη σκιά της πάνω σου.

Τίποτα  δεν έχει σημασία. Μόνο μια πλάτη καθώς ξυπνάς στην παραλία και βγάζεις αργά το κεφάλι σου απ’ τη σκηνή. Κατουριέσαι αλλά νυστάζεις. Ανοίγεις τα μάτια, είναι 8 το πρωί και μια γυμνή πλάτη μερικά μέτρα παρακάτω τραβάει ευθεία για την πρώτη βουτιά της ημέρας. Δεν υπάρχει πουθενά γραμμένη η σωτηρία, μόνο κάτι νανοδευτερόλεπτα που τίποτα δεν έχει σημασία. «Η ομορφιά σαν την καρφίτσα στο μπαλόνι που είναι ο κόσμος»

tumblr_nbuh81EYZo1qlgyqfo1_1280

Τίποτα δεν έχει σημασία, αλλά αν μπορείς κάνε πως δεν ακούς τον εκφωνητή. Ανακοινώθηκε. Νέα. Ευρωπαϊκή. Πολιτική. Μεσόγειος.

Εδώ τίποτα δεν έχει σημασία, εκτός απ’ αυτά που φοράνε στολή. Μπάτσοι και φαντάροι συνοψίζουν την νέα ευρωπαϊκή πολιτική εντός και εκτός συνόρων. Αν δεν θες να επιλέξεις τον πόλεμο που θα δώσεις, τότε απλά συμμετέχεις σε αυτόν που προετοιμάζουν οι άλλοι για λογαριασμό σου. Έκανα μπάνιο κάποτε στην Κω και ούτε που φανταζόμουν ότι η απάντησή στα φουσκωτά που ξεχειλίζουν από ανθρώπους είναι οι στρατιωτικές περιπολίες, τα αληθινά πυρά, ένας πόλεμος, μερικά στρατόπεδα. Τίποτα απ’ αυτά δεν έχει σημασία γιατί η Ευρώπη πουλάει τα μουσεία, η Ευρώπη πουλάει τις διακοπές, η Ευρώπη πουλάει τους τουρίστες, η Ευρώπη πουλάει τις χάρτες των δικαιωμάτων.

Και τι σχέση μπορεί να έχει η γυμνή πλάτη στην Ποσειδώνος και τη Λέσβο και τη Δονούσα με όλα αυτά. Κι όμως. Στα ίδια νερά βρεχόμαστε. Άλλοι δροσίζονται κι άλλους τους τρώει το μαύρο σκοτάδι.

Ναι αλλά όλα αυτά αποτελούν ηλίθιους συμψηφισμούς, απόπειρες να ενοχοποιηθούν οι πάντες και τα πάντα.

Δεν ψάχνω τη στιγμή που θα ξεχαστούμε, αλλά τη στιγμή που για μερικά νανοδευτερόλεπτα τίποτα δεν έχει σημασία. Ξαπλώνετε στον καναπέ. Τα μαλλιά της είναι πάνω σου. Τα πόδια της είναι γυμνά, τρίβει ασυναίσθητα τις πατούσες της. Χαϊδεύεις ή περισσότερο εναποθέτεις το χέρι σου πάνω στα μαλλιά της. Φυσικά και όλα είναι ματαιότης ματαιοτήτων και απ’ αυτόν τον  κόσμο δε μπορούν να γλιτώσουν ούτε οι γυμνές πλάτες. Μένει απλά η ανάμνηση εκείνης της φοράς που η εικόνα ενός ανθρώπου νίκησε τα πάντα και μαζί τον ίδιο τον κόσμο.

Χαϊδεύεις τα μαλλιά της. Ή μάλλον δεν χαϊδεύεις τόσο, όσο παίρνεις απαντήσεις σε μια σειρά από ερωτήσεις. Συνέχισε.

«Η ομορφιά σαν την καρφίτσα στο μπαλόνι που είναι ο κόσμος»

3 σχόλια

Filed under παρατήρηση - σχόλιο - προεκτάσεις (απ' το δρόμο στο πληκτρολόγιο)

σκόρδα, πάθη, σκρατς

1.

Καθώς βγάζω το σκύλο βόλτα περνάμε μέσα από τη λαϊκή. Είναι πρωί, ο κόσμος ακόμη δεν είναι πολύς. Στη γωνία ακριβώς απέναντι απ’ την αρχή της λαϊκής, ένας μάλλον μικρός πάγκος. Σκόρδα καλά τακτοποιημένα σε μικρά διχτάκια και χαρτιά κουζίνας. Ένας πιτσιρικάς, 12 με 14 χρονών ανεβάζει το τελευταίο ρολό στο καθορισμένο σημείο. Δίπλα του ένας κύριος, μάλλον ο πατέρας του. Του λέει, «πετάγομαι μια στιγμή μέχρι το αυτοκίνητο να το πάρω κι έρχομαι. Θα ‘σαι οκ;». Ναι λέει το πιτσιρίκι και κάνει ο πατέρας να φύγει αλλά κοντοστέκεται. Γυρνάει, το πλησιάζει και του κουμπώνει το μπουφάν μέχρι πάνω. «Κάνει κρύο» λέει κι απομακρύνεται. Το πιτσιρίκι με το μπουφάν τέλεια κλεισμένο και ανεβασμένη την κουκούλα στέκεται πίσω από τον πάγκο και περιμένει πελάτες.

Λίγο παραπέρα, στην άλλη γωνία του τετραγώνου, υπάρχει ένα σχολείο. Βλέπω τα παιδιά που τρέχουν στην αυλή, πρέπει να έχουν διάλειμμα. Μια γυναίκα, με ένα πολύ κομψό παλτό και ασορτί τσάντα, πλησιάζει στα κάγκελα. «Πέτρο» φωνάζει γλυκά. Ο Πέτρος έρχεται φωνάζοντας «η μαμά μου». Η μαμά του, του εξηγεί ότι πάει μέχρι το σούπερ μάρκετ, ο Πέτρος αντιδρά γιατί της έχει πει ότι είναι καλύτερος ο βασιλόπουλος από το καρφούρ, αυτή γελάει με το σχόλιο και αμέσως παρατηρεί ότι ο Πέτρος τρέχει στην αυλή στο διάλειμμα χωρίς μπουφάν. Του το λέει, έχει κρύο, είναι δυνατόν να μη φοράει το μπουφάν, αλλά ο Πέτρος γελάει, γελάει κι αυτή, τον χαιρετάει και ο Πέτρος συνεχίζει το τρέξιμο.

Όλα αυτά ενώ είναι Παρασκευή, που θα πει καθημερινή, και τα δύο συνομήλικα (πάνω κάτω) παιδιά ακούνε ότι κάνει κρύο και θα πρέπει να φοράνε τα μπουφάν τους και μάλιστα κουμπωμένα. Το ένα παιδί είναι στον πάγκο με τα σκόρδα και τα χαρτιά κουζίνας και φοράει την κουκούλα, το άλλο τρέχει στην αυλή, παίζει μπάλα, γελάει, προτιμά το βασιλόπουλο.

Ο λαϊκιστής σκηνοθέτης που κατοικεί πίσω απ’ τα μάτια μου παίζει με τις εξής εκδοχές:

α) ίδια είναι η αγάπη, ίδια κι απαράλλαχτη. Ο λαϊκατζής που δουλεύει με το μικρό του γιο και η κυρία που περνάει έξω απ’ το σχολείο με το κέφι της είναι δυο στάλες απ’ το ίδιο κρασί. Και οι δύο για το μπουφάν μιλάνε και οι δύο για το κρύο μιλάνε και οι δύο με την ίδια κίνηση έρχονται στο πρωινό της Παρασκευής. Χαμηλώνουν λίγο το κορμί τους, πιάνουν τις άκρες του μπουφάν, τις φέρνουν κοντά και ζεσταίνουν τα παιδιά τους. Και οι δυο προσεύχονται στο ίδιο άγιο φερμουαράκι.

β) καθόλου ίδια δεν είναι η αγάπη, η ζωή, η πραγματικότητα και το πρωινό της Παρασκευής. Στον ένα κόσμο κάποιος περνάει καλά με τους συνομηλίκους σε μια αυλή, αντιγράφοντας τον Μέσι και ξέρει τη διαφορά των σούπερ μάρκετ και ποιο έχει μεγαλύτερη ποικιλία αλλαντικών και ποιος ξέρει τι άλλο και κάνει χιούμορ με τη μάνα του. Στον άλλο κόσμο κάποιος τακτοποιεί σκόρδα σε διχτάκια, τα τοποθετεί σε ένα ξύλινο πάγκο, τα πουλάει, περιμένει τον πατέρα του να γυρίσει από το αυτοκίνητο, είναι καθημερινή και δεν έχει σχολείο, βλέπει εμένα με το σκύλο που πάμε αμέριμνοι την πρωινή μας βόλτα πίσω απ’ τα παλτά  μας και δεν ξέρει αν κρυώνει ή δουλεύει ή τραγουδάει έτσι είναι η ζωή και πώς να την αλλάξεις.

IMG_1651

2.

Τα πρωτοσέλιδα υπογραμμίζουν ότι ο λαός διαπραγματεύεται, ο λαός στηρίζει, ο λαός ανησυχεί, ο λαός φοβάται, ο λαός ενώνεται και ο λαός διχάζεται. Διαβάζεις με πλήρη αδιαφορία τα ρεπορτάζ και τις δημοσκοπήσεις και δεν καταλαβαίνεις τίποτα, απλά καταναλώνεις νούμερα, ποσοστά και την ιδέα του καθενός για το πού πάει το πράγμα και το «τι πιστεύει ο κόσμος». Τυχαίνει όμως Κυριακή μεσάνυχτα να συναντηθείς με ένα κομμάτι της κοινής γνώμης έξω από τα επείγοντα του δημόσιου νοσοκομείου.

Η γριά στο φορείο με ορό και αναπνευστικό σωληνάκι κουτουλάει σε πόρτες και τοίχους καθώς μεταφέρεται. Έχει ένα τεράστιο μπαλόνι (απλό κόκκινο ή μίκυ, οι λεπτομέρειες είναι προς διερεύνηση) κάτω απ’ το στήθος. Δεν έχω ξαναδεί άνθρωπο με τέτοιο φουσκωμένο θώρακα, αλλά βέβαια δεν συχνάζω στα νοσοκομεία. Μόλις συνέρχεται λίγο, η κόρη της, της ανακοινώνει ότι περιμένουν κάποιες επιπλέον εξετάσεις, και απόψε θα μείνει μέσα «για παρακολούθηση». Ύστερα προσπαθεί κάπως να βολευτεί καλύτερα στο δωμάτιο αναμονής και μιλάει κάποια στιγμή μόνο για να πει «πωπωπω, τα πάθη του χριστού περνάω». Και ιδού ένας τρόπος να έρχεσαι σε επαφή με τέτοια θέματα, πέρα απ’ τη συζήτηση για το χωρισμό κράτους εκκλησίας, τους παπάδες, τις φωτογραφίες μικρού ξωκλησιού κρεμασμένου πάνω απ’ τη θάλασσα και όλα τα σχετικά. Όταν δεν προσεγγίζουμε τα ζητήματα πολιτικά, σκεφτόμαστε με καρτ ποστάλ, αυτό είναι γνωστό εδώ και χρόνια. Η γριά όμως δεν μπορεί αλλιώς να περιγράψει την κατάστασή της, δεν μπορεί αλλιώς να αφηγηθεί το βάσανό της (που διαβεβαιώνω έμοιαζε πελώριο), παρά μπορεί μόνο να πει «τα πάθη του χριστού περνάω». Και ο χριστός δεν είναι μόνο αγάπη και ελπίδα, είναι το καταφύγιο των λέξεων, το ύστατο βοήθημα μια περιγραφής που αλλιώς θα έμενε λειψή και δυσνόητη. Εκεί, στο Αλεξάνδρα, Κυριακή μεσάνυχτα, η γριά περνούσε τα πάθη του χριστού και όντως τα περνούσε και αν μπορείς έλα σε μένα τον τυχαίο διπλανό της αναμονής να μου δώσεις να το καταλάβω αλλιώς.

Παραπέρα άλλη γριά με κάτι σαν αυτοσχέδια γκλίτσα/μπαστούνι παλεύει κάθε τόσο να σηκωθεί απ’ την καρέκλα της αναμονής στηριζόμενη και με τα δύο χέρια σ’ αυτό. Ζορίζεται, αλλά δεν βαρυγκομάει.  Ο γιος της, ένας αλαφροΐσκιωτος, με πέντε δόντια, παραλλαγή αεροπορίας, σκουφί χωρητικότητας δυο κεφαλιών ακόμη τουλάχιστον, προσπαθεί να την ηρεμήσει, θα μας φωνάξουν, λέει, πού πας, αφού δεν μπορείς, έχεις το πόδι σου. «Ε, θα το σύρω και αυτό τι θα κάνει, θα περπατήσει» του απαντάει και όντως το σέρνει κι αυτό υπακούει, αντανακλαστικά θα έλεγες και περπατάει. Ο γιος δεν μπορεί να κάτσει σε ένα μέρος, μιλάει σε ένα κινητό το οποίο αδυνατώ να καταλάβω πόσο παλιό είναι, με κάποια θεία και όταν περνάει από δίπλα μου παρατηρώ ότι στην τσέπη της παραλλαγής έχει ένα χαρτί υγείας. Ακριβώς όπως στο στρατόπεδο, ήξερες πως  όλοι κυκλοφορούν με το κωλόχαρτο στην τσέπη, σχεδόν μόνιμα. Τα κωλόχαρτα στο στρατό είναι γι’ αυτό ακριβώς το λόγο πλακέ.

Αργότερα καταφτάνει μια γυναίκα, η οποία όπως συνηθίζεται θα τσακωθεί με σχεδόν όλους για τη σειρά. Είναι καπάτσα και το μάτι της παίζει. Θα θελήσει να περάσει τον γέρο της πρώτο, λόγω ηλικίας και «ανάγκης». Κάποιες φωνές, κάποια ντροπή, κάποιοι παρακολουθούν αμίλητοι. Η γυναίκα, γύρω στα πενήντα, ξανθιά, ψηλές μπότες, με κάτι σαν γούνα και διάφορα χρυσαφικά. Οι υπόλοιποι την μετράνε. Ήρθε απευθείας από κάποιο κωλόμπαρο που σύχναζε ο κωλόγερος ή πρόκειται για μια απ’ αυτές τις περιπτώσεις που παλιά φύλαγε τον γέρο και τώρα, τώρα ποιος ξέρει τι ακριβώς; Τα βλέμματα φυσικά έχουν αποφασίσει, η ίδια έχει τσακωθεί και έχει τακτοποιήσει τον γέρο της. Περιμένουν τα αποτελέσματα μόνοι τους σε ένα διπλανό δωμάτιο που έχει ένα μηχάνημα για υπέρηχους. Ο γέρος κάθεται στην καρέκλα κι αυτή έχει μισοξαπλώσει στο κρεβάτι. Ο γέρος την κοιτάζει και δε μιλάει. Σχεδόν θαυμάζει το θέαμα. Αυτή απλά ψάχνει κάτι στο κινητό της.

IMG_1652

3.

Τη βλέπω στην Αιόλου, κοντά στην Αγία Ειρήνη. Φοράει στενό τζιν, απ’ αυτά τα κάπως μεγάλα ημιαθλητικά παπούτσια, σκούρο παλτό και σκούφο. Είναι τραγουδίστρια βορειοευρωπαϊκής ιντι φολκ μπάντας, Γαλλίδα φοιτήτρια αρχιτεκτονικής, underground ηθοποιός που η ομορφιά της την καταδικάζει να φωτογραφηθεί σύντομα γυμνή στη lifo. Ή είναι κάποια που δεν μπορεί να περιγραφεί ακριβώς γιατί υποψιάζεσαι ότι κάνει κάποιο αλλόκοτο επάγγελμα που δεν έχεις ξανακούσει ή γιατί είναι σχεδόν σίγουρο ότι κατάγεται από πέντε διαφορετικά μέρη τουλάχιστον. Φτιάχνω σενάρια στο μυαλό μου και καθώς περπατάει, τη βλέπω να σταματάει απότομα και να γυρνάει στα δεξιά της. Ο λαχειοπώλης της λέει πονηρά «Σκρατς;» κι αυτή απαντάει με το πλέον ελπιδοφόρο βλέμμα «εννοείται». Τους προσπερνάω βιαστικά και αναρωτιέμαι.Άραγε να κέρδισε; Και τι είναι το σκρατς; Και ποιος ψωνίζει από τον υπαίθριο λαχειοπώλη;

Και πως θα χωρέσει η ζωή στο σχήμα που έχουμε για να την περιγράψουμε; Τα ετοιματζίδικα πλαίσια πάει χάλασαν κι άντε να βρεις εσύ τρόπο να μιλήσεις τον καιρό χωρίς να αδικήσεις και να μικρύνεις τους ανθρώπους και τα πάθη τους.

4 σχόλια

Filed under παρατήρηση - σχόλιο - προεκτάσεις (απ' το δρόμο στο πληκτρολόγιο)

καλά και συγκινητικά

Το ζευγάρι, 65 με 70, κάθεται στο πιο άβολο τραπέζι του μαγαζιού. Τρώνε και πίνουν και στο ενδιάμεσο ψιθυρίζουν μεταξύ τους. Κάποια στιγμή ο άντρας σηκώνεται και χορεύει ένα ζεϊμπέκικο. Η γυναίκα δεν κουνιέται καθόλου απ’ τη θέση, βαράει παλαμάκια με ένα τόσο ήρεμο τρόπο που, αν μπορούσαν όλα απότομα να σιγήσουν, ίσως να καταλάβαινες ότι δεν βγάζουν καθόλου ήχο. Άηχα παλαμάκια, ωραία, ρυθμικά, χαμογελαστά.

Τους κοιτάζω και δεν ξέρω αν πρέπει να δω ομορφιά ή στερεότυπο. Η ατμόσφαιρα είναι ωραία, στο ίδιο μαγαζί μετά από καιρό, η ρακί έχει γλυκιά γεύση χωρίς να είναι γλυκιά η ίδια, τα τραγουδάκια μπερδεύονται με τη νύχτα και τις μικροδιαφωνίες των θαμώνων, δεν υπάρχουν μικρόφωνα και ηχεία. Το τραγούδι χάνει 17 με 21% της συγκίνησης κάθε φορά που λέγεται από μικροφώνου, δείχνει μια πρόσφατη έρευνα του προσωπικού πανεπιστημίου των δικών μου αναμνήσεων.

Είναι συγκινητικά όλα αυτά, οπότε πατάω το κουμπί ομορφιά. Το ζευγάρι είναι αγαπημένο, τόσα χρόνια ψιθυρίζουν ο ένας στον άλλο προστυχόλογα, σχόλια και τρυφερούς αφορισμούς. Τα παλαμάκια δεν βγάζουν ήχο γιατί δεν χρειάζεται, τα χέρια τους ενώνονται καθώς αυτός τα τεντώνει προς το άπειρο στριφογυρίζοντας και αυτή τα απομακρύνει για να πάρουν φόρα μέχρι το επόμενο βουβό κλαπ. Όλα είναι καλά και συγκινητικά, τόσο καλά και συγκινητικά, που βγαίνω έξω απ’ το μαγαζί, ψάχνω τράπεζα να βγάλω λεφτά, τίποτα να μη σταθεί εμπόδιο στο θα πιούμε όσο θέλουμε. Όσο θέλουμε στη γλώσσα της κυριακής μεσημέρι, σημαίνει όσο αντέχουμε.

Όλα είναι καλά και συγκινητικά. Περπατάω στην οδό Ιουλιανού, να βρω τράπεζα να γυρίσω γρήγορα, άραγε τώρα ποιό τραγούδι χάνω; Κοιτάζω μέχρι όσο φτάνει το βλέμμα, τράπεζα δεν φαίνεται. Φαίνεται όμως απέναντι, ένα σύνθημα στον τοίχο και δίπλα το φωτάκι ανοιχτό. Κυριακή 4 το μεσημέρι, όλα είναι καλά και συγκινητικά και το φως είναι ανοιχτό.

φωτογραφία (15)

Τί ψιθυρίζει ο ένας στον άλλο ενώ ο στίχος λέει «και μες την νύχτα χάνονται |
αργά τα βήματα σου». Τί σκέφτεται η γυναίκα την ώρα που ρίχνει τα βουβά κλαπ. Τί σκέφτεται ο άντρας καθώς το τεντωμένο του χέρι περνάει ελάχιστα πάνω απ’ το κεφάλι του μπουζουξή. Τι σκέφτεται αυτός που γράφει με το σπρέι ΞΕΦΤΙΛΕΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΣ δίπλα στο αναμμένο φωτάκι. Τι σκέφτεται η γυναίκα που κατεβαίνει τα τρία σκαλάκια και το βλέμμα της πέφτει υπό το αναμμένο φωτάκι στη φράση ΞΕΦΤΙΛΕΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΣ.

*

Ποιος ξέρει τι σκέφτεται ο καθένας και εντωμεταξύ ενάμιση μήνα πριν, Σεπτέμβριος ωραίος σαν τραγούδι χωρίς ρεύμα, ο τουρίστας ανεβαίνει στο κατάστρωμα, στέκεται στο τελευταίο σκαλί και του ξεφεύγει ένα «oh, that’s nice». Τι σκέφτεται ο άνθρωπος που ανεβαίνει στα 40 του πρώτη φορά σε καράβι, πάνω απ’ το κεφάλι του ο απογευματινός ήλιος, γύρω του η θάλασσα, μπροστά του άσπρη κουπαστή και ξεφτισμένα κόκκινα σωσίβια. Κοιτάει σα χαζός γύρω γύρω, έχει κόψει την κίνηση, η γυναίκα του τον σπρώχνει.

Ζήλεψα την ιδέα της πρώτης φοράς στο κατάστρωμα και ζηλεύω την ιδέα του καταστρώματος γενικά. Αλλά και το κατάστρωμα. καλό και συγκινητικό όσο κι αν είναι, οδεύει προς την αυτοκατάργησή του. Οι ντόπιοι δε λένε «oh that’s nice», λένε τι ώρα έχει το γρήγορο, τι ώρα έχει το σουπερφαστ, το χάισπιντ, αυτό με τις θέσεις αεροπλάνου, με το a/c, με το παράθυρο που δεν ανοιγοκλείνει γιατί δεν είναι παράθυρο είναι τζάμι, έχει διαφορά, άλλο παράθυρο άλλο τζάμι. Απ’ το παράθυρο κοιτάς, το τζάμι επέχει θέση τοίχου. Το βλέπεις που κάθονται όλοι οι ταξιδιώτες στριμωγμένοι στα τραπεζάκια των γκούντις και των ανάλογων εσωτερικών σαλονιών. Έξω είναι κάτι φαντάροι που ταξιδεύουν μόνοι, κάτι παρέες πιτσιρικιών που καπνίζουν ή παίζουν χαρτιά, μετανάστες ή τίποτα νεαροί τουρίστες.

Ίσως είναι καλύτερο έτσι, ίσως έτσι, μέσα στο πλοίο στις θέσεις λεωφορείου με το a/c και τις τηλεοράσεις να παίζουν σε απόσταση λίγων μέτρων όλα τα κανάλια, ίσως να είναι καλύτερα. Ίσως έτσι να είναι καλά και συγκινητικά. Γιατί αν είσαι έξω στο κατάστρωμα, χτυπημένος από ήλιο και αέρα και ένα εκατομμύριο σκέψεις που προκαλούνται αυτομάτως απ’ την έλλειψη ορίου στο βλέμμα, αν είσαι έξω, λέω, πού ξέρεις αν θα δεις εκεί, μέσα στο συγκινητικό του όλου πράγματος, κανένα πτώμα να επιπλέει στα ανοιχτά. Που ξέρεις πως θα αντιδράσει η τουριστική, η διακοπεύουσα εκδοχή του εαυτού σου στη θέα ενός πτώματος, όσο μελαμψό κι αν είναι αυτό.

*

Ποιος ξέρει τι σκέφτεται ο ξένος τουρίστας που πλέει προς το ξενοδοχείο και την πανάκριβη κατεψυγμένη άγευστη χωριάτικη, ποιος ξέρει τι σκέφτεται ο ντόπιος τουρίστας που πλέει στα ίδια νερά με τα θύματα της πολιτικής του επιλογής και εντωμεταξύ όλα αυτά, απ’ την Ιουλιανού στο κατάστρωμα, γυρνάνε στο μυαλό μου στη διαδρομή του Μετρό, Συγγρού Φιξ – Πανεπιστήμιο και πάλι πίσω. Όλα είναι καλά και συγκινητικά. Όλα είναι εδώ και μοιράζουν εναλλάξ χαστούκια και πατ πατ.  Θάλασσες, γλάροι, χαϊσπίντ IV, μπουζούκια, τα φωτάκια του studio απέναντι και τα φωτάκια των νησιών απέναντι, ο τουρίστας που πάτησε πρώτη φορά κατάστρωμα και η γυναίκα που κατέβηκε για χιλιοστή φορά τα σκαλάκια κάτω από το ανοιχτό 24 ώρες το 24ωρο φωτάκι.

*

«I was going to die, sooner or later, whether or not I had even spoken myself. My silences had not protected me. Your silences will not protect you…. What are the words you do not yet have? What are the tyrannies you swallow day by day and attempt to make your own, until you will sicken and die of them, still in silence? We have been socialized to respect fear more than our own need for language.»

Audre Lorde

*

Βρέθηκα τελευταία να γράφω καθισμένος σε ένα τραπεζάκι ανάμεσα σε φωνές, ιδέες και ποτήρια και παρόλο που κανείς σοβαρός άνθρωπος δε θέλει να γράφει και να αποσπάται, να διακόπτεται, να κόβεται, να του κουνάνε το λαπτοπ και να του τραβάνε το καλώδιο, ξαφνικά ένιωσα ότι με ενδιαφέρει περισσότερο να πατάω τα πλήκτρα με παρέα. Γράφω συλλογικά και υπάρχω ως παρέα, οπότε οι λέξεις μου βρίσκουν το δρόμο τους για εκεί       ( thecricket.gr ), συχνά, με περισσότερη χαρά και ικανοποίηση. Τίποτα δεν είναι καλό, αλλά πολλά είναι συγκινητικά.

Ο στίχος χωρίς ρεύμα, μικρόφωνο, καλώδιο, χωρίς οτιδήποτε φτιαχτό επιμένει να μας συναντάει «και μες την νύχτα χάνονται |αργά τα βήματα σου». Τραγουδάει ένα κορίτσι απ’ την παρέα και εμείς βαράμε παλαμάκια. Όσα ντεσιμπέλ έχει ο καθένας τα καταθέτει στο κοινό τραπέζι. Είναι Κυριακή απόγευμα κι είμαστε, για σήμερα, τυχεροί.

4 σχόλια

Filed under παρατήρηση - σχόλιο - προεκτάσεις (απ' το δρόμο στο πληκτρολόγιο)

με βήμα κανονικό

Είναι σχεδόν αδύνατο να διατηρήσεις την ψυχραιμία σου, πόσο μάλλον να μην βυθιστείς σε μια γενική πικρή διάθεση, αν συνδυαστεί η επιστροφή σου με διάβασμα των σχολίων των θιασωτών της λιτότητας (και πλέον της εξόντωσης) των άλλων. Δεν υπάρχει δωρεάν γεύμα, δεν υπάρχει Κυριακή, δεν υπάρχουν ναζί, δεν υπάρχει τίποτα παρά μόνο ένας λογαριασμός και η συναίνεση στην περιφρόνηση.

Είναι βέβαια άδικο να κρίνεις τον κόσμο μέσα από την οθόνη που παίζει ειδήσεις, φορολογικά νέα, νεοναζί, αδιαφορία και ακραίο συντηρητισμό. Δεν μπορείς να αντιληφθείς τον κόσμο εστιάζοντας μόνο στον περιρρέοντα ρατσισμό, στα κυριακάτικα αφεντικά, στον κυνισμό των αρθρογράφων της καθημερινής, στη βλακεία των μπάτσων που κυνηγάνε ελεύθερους κατασκηνωτές.

Είναι εξίσου άδικο να κρίνεις τον κόσμο με κριτήριο την σκιά του αρμυρικιού, του κέδρου και της καρυδιάς. Δεν μπορείς να εστιάσεις μόνο στον ψίθυρο του κύματος, στα αλμυρά χείλη, στο παγωμένο αλκοόλ και το κυκλαδίτικο τοπίο. Δεν μπορείς να αντιληφθείς τον κόσμο έχοντας κυρίως στο μυαλό τη νυχτερινή ησυχία στον Χρούσο κάτω από τα εκατομμύρια αστέρια ή το είδος της ηδονής που νιώθεις όταν τρως και πίνεις και είσαι ξυπόλυτος με τα πόδια χωμένα στην άμμο.

Αλλά βέβαια τώρα τελευταία δεν έχει και πολλά να καταλάβεις. Καλά τα λέει ο σραόσα: Ο ηθικισμός είναι απροκάλυπτα πλέον πολιτικό όπλο. Πάει πέρα από την καταπίεση της επιθυμίας, προς την κατεύθυνση της συστηματικής και εντατικής κατασκευής ενοχής για κάθε μορφή ετερότητας ή δημιουργικής αυτοέκφρασης που θα προκαλούσε οποιαδήποτε ανατάραξη στο εργοτάξιο του κόσμου-φυλακή στο οποίο ζούμε: η μισανθρωπία στην υπηρεσία της εξουσίας.

*

Προς στιγμή τις προάλλες νόμιζα πως άλλαξα πίστα, πως κατέκτησα ένα κάποιο επίπεδο ηρεμίας ή και διαύγειας. Φυσικά τίποτα τέτοιο δεν ισχύει, απλά είχα ξεβγαλθεί στο δροσερό νερό και είχα συνηθίσει σε μια δροσιά που συναντά κανείς σε ορισμένα παραθαλάσσια μέρη ή σε ορεινά χωριά. Το πρώτο βράδυ ξαπλώσαμε στη σκηνή (αμέριμνοι και παράνομοι) και ξαφνικά, αφού τα αθηναϊκά μάτια που βλέπουν μόνο μέχρι  τα δυο τρία μέτρα έψαξαν για τσιμέντο μάταια, συνειδητοποίησα ότι από πάνω υπήρχε μόνο ουρανός. Να βάλουμε τα πράγματα σε μια σειρά. Να δούμε το μέγεθος των πραγμάτων, αμπελοφιλοσόφησα για 30 περίπου δευτερόλεπτα. Μετά κοιμήθηκα σα σκύλος. Ευτυχισμένο κουλουράκι.

διαύγεια

διαύγεια

*

Μ’ αρέσουν τα διηγήματα της Κιτσοπούλου, μ’ αρέσουν αρκετά μάλιστα. Απλά κάθε φορά που τα διαβάζω σαν αυτόματη αντίδραση, σκέφτομαι από μέσα μου ότι ναι ρε παιδί μου, αλλά κάπως υπερβολικά είναι όλα αυτά. Κάπως τραβηγμένα. Ο Παντζαράς της ιστορίας δέρνει, τα γαμάει όλα, αθάνατη ελληνική επαρχία. Αλλά εγώ σκέφτομαι την ίδια κιόλας στιγμή, εντάξει αλλά για πότε μιλάμε; Πότε έπεφτε ξύλο μέσα στα σπίτια και τα διαμερίσματα; Πότε ζούσαν οι άνθρωποι αυτά τα δράματα;

Δεν περνάνε δυο μέρες από την επιστροφή και στη βόλτα του σκύλου ακούω φωνές. Από τη μια πολυκατοικία ακούγεται ένα σπαραχτικό «Νίκο, Νίκο μη σε παρακαλώ» κι ύστερα σιωπή. Από την απέναντι ο τύπος που έχει βγει στο μπαλκόνι μας βλέπει που κοιτάμε αποσβολωμένοι και λέει κάτι του στιλ τη δέρνει πάλι, θα τη σκοτώσει. Πριν προλάβουμε να αποφασίσουμε να κάνουμε κάτι, ο τύπος από το μπαλκόνι μας δείχνει κάποιον που βγήκε από την πολυκατοικία και απομακρύνεται με κανονικό ρυθμό χωρίς να μας κοιτάξει (ενώ μέχρι λίγα δευτερόλεπτα πριν φωνάζαμε). Αυτός είναι. Αυτός είναι. Κανονικός, με ζελέ και καρό βερμούδα. Κανονικός, απομακρύνεται με κανονικό βήμα. Δεν βιάζεται, ούτε γυρνάει να μας κοιτάξει. Στεκόμαστε ακίνητοι δέκα μέτρα πίσω. Α ρε αθάνατη ελληνική επαρχία,  άντρακλες, λεβέντες, καραμπουζουκλήδες, σούζα η άλλη μπροστά σου, σούζα. Α ρε αθάνατη ελληνική Αθήνα. Απομακρύνεται ο λεβέντης. Βήμα κανονικό. Χωρίσανε πρόσφατα συνεχίζει την ενημέρωση ο τύπος. Κι επειδή χωρίσανε, θα σου δείξει μωρή, θα σου δείξει. Τι σημαίνει χωρίσανε. Ρε λεβέντης ρε. Α ρε αθάνατη ελληνική Ελλάδα. Απομακρύνεται η Ελλάδα με βήμα κανονικό. Τσολιάς ρε, ίσια το κορμί, λεβέντης περπατάει προς τον κεντρικό. Να τον δει να τον χαίρεται η μάνα του έτσι που περπατάει. Με το κεφάλι ψηλά.

Σήμερα, μιάμιση μέρα μετά, προχωράω προς το αυτοκίνητο στη Νίκαια. Μπροστά μου στα σκουπίδια μια γυναίκα, δε θα ‘ταν πάνω από πενήντα. Ψάχνει, ανασκαλεύει. Το ντύσιμό της κανονικό, δεν φανερώνει άνθρωπο πεταμένο από τη ζωή, κουρέλι. Μια χαρά. Αξιοπρεπέστατη. Γυρνάει και με κοιτάει, δεν παίρνει τίποτα. Προσέχω λίγο καλύτερα. Το μάτι της μαυρισμένο. Μπουνιά στο αριστερό μάτι. Χαμήλωσα το βλέμμα ασυναίσθητα, εγωιστικά και καθόλου αξιοπρεπώς. Και φτωχοί και λεβέντες ρε. Και έλληνες. Αθάνατη ελληνική Νίκαια. Περήφανοι, φτωχοί και λεβέντες.

φωτογραφία (10)

εριστικό σχόλιο κάτω από ωραίο ελληνικό ξύλινο παράθυρο

*

Κατά τ’ άλλα, τα γνωστά. Δεν υπάρχει δωρεάν γεύμα. Μην γκρινιάζετε, δουλέψτε, σκάψτε, σκάστε.

*

Σκόρπιες σκέψεις κλασσικά για τη συνέχεια του νεοελληνικού κράτους. Το Μαπούτσε περιγράφει την Αργεντινή, τη χούντα της, την ιστορία και τους ήρωές της. Και μιλάει με σαφήνεια και ακρίβεια για την λεβέντισσα ελλάδα. Για τις περιουσίες που αποκτήθηκαν επί κατοχής, για τους ταγματασφαλίτες, τους βασανιστές και την εκκλησία. Η περίφημη συζήτηση για την Αργεντινή (θέλουμε να γίνουμε/δε θέλουμε να γίνουμε) είναι εκτός τόπου και χρόνου. Με την Αργεντινή δε μας χωρίζει ένας ωκεανός και μερικές χώρες. Είμαστε δύο κόλλες χαρτί και ανάμεσά μας κάποιος έβαλε απλά ένα καρμπόν. Και είτε σε λένε Βιντέλα είτε Μάλλιο γράφεις με το ίδιο μελάνι, το ίδιο συνέχεια κείμενο, την ίδια ιστορία. Την ιστορία του φασισμού.

*

Ο ήρωας του καλοκαιριού όμως δεν ήταν ο Μουνής, όσο ενδιαφέρον και να παρουσίαζε η περίπτωσή του. Ούτε η Μαπούτσε. Ο ήρωας ήταν ο αναρχοσυνδικαλιστής Σεμπαστιάν Σαν Βισέντε, ο Περαστικός του Ταϊμπό. Κι αυτός περισσότερο απ’ όλους συνετέλεσε στη διαύγεια που πρόσκαιρα απέδωσα στην παραλία, την άμμο και το τσίπουρο. Ο Σαν Βισέντε δε γκρίνιαζε, μόνο ζούσε. Όλο το καλοκαίρι, ο Σαν Βισέντε έτρεχε ανάμεσα στις φλόγες του Φεργκιουσον ή στη Γάζα, μπορεί και στα δύο ταυτόχρονα. Έτρεχε και στεκόταν με το πιστόλι στο χέρι μπροστά στο τραμ που οδηγούσε ο απεργοσπάστης. Βοηθούσε τους υφαντουργούς να οργανωθούν, διαφωνούσε για τις περίφημες συνθήκες (αν και επέμενε φοβερά στο θέμα της οργάνωσης και ήταν πρώτος στη δουλειά, είτε πρόκειτο να γράψει στη γραφομηχανή είτε να σκουπίσει τα γραφεία), πίστευε και στην επιθυμία, στο εδώ και τώρα, στον αγώνα σήμερα. Εξηγούσε στο νεαρό σύντροφό του, ότι δεν μπορεί να ανήκει στην ιδιοκτησία σου μια γυναίκα, ούτε αν την πληρώνεις. Ο Σαν Βισέντε ζούσε ανάμεσα στους εργάτες και τους περιθωριακούς, δεν υποτιμούσε κανέναν, ούτε και φοβόταν να πει ότι φοβάται. Ο Σαν Βισέντε όταν του έλεγαν ότι ο καιρός δεν είναι κατάλληλος ή ότι έπρεπε να προσέχει ή ότι τα αφεντικά τον έχουν στον μάτι, απαντούσε ότι την επανάσταση την κουβαλούσε μέσα του και την παίρνει μαζί του όπου πάει, είναι σαν αποσκευή. Και στη λεβέντισσα Ελλάδα και στο Μεξικό και στην Ισπανία. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν αντιλαμβανόταν την πραγματικότητα, αλλά ότι ίσως δεν θα άφηνε τη συγκεκριμένη ανάγνωσή της (που κυριαρχεί) να τον καθορίζει.

«Γιατί μπήκατε παράνομα στη χώρα;»

«Επειδή δεν πιστεύω στην παρανομία. Και μιας και το έφερε η κουβέντα, δεν πιστεύω ούτε στα σύνορα. Ανάμεσα σε Μεξικό και Γουατεμάλα δεν υπάρχει καμία διαφορά. Δεν έχει διαφορά το ένα δέντρο από το άλλο μέσα στη ζούγκλα. Ούτε και τα δέντρα αναγνωρίζουν σύνορα»

*

Με άλλα λόγια, και οι δύο περπατάνε κανονικά, με βήμα κανονικό. Και ο Νίκος και ο Σαν Βισέντε. Μόνο που ο Σαν Βισέντε γυρνάει κάθε λίγο και μας κοιτάζει. Και συνεχίζει παντού, σε όλο τον κόσμο, να περπατάει κανονικά. Κι ας τον κυνηγάνε όλοι οι Νίκοι του πλανήτη. Έχει την ωραιότερη αποσκευή και την παίρνει μαζί του όπου πάει.

7 σχόλια

Filed under παρατήρηση - σχόλιο - προεκτάσεις (απ' το δρόμο στο πληκτρολόγιο)

ιούλιος

Η γυμνή πλάτη. Στην παραλία, στο κρεβάτι, στην άκρη μιας μπάρας. Η γυμνή πλάτη του Ιουλίου είναι ένα μαύρο μπλουζάκι, τα όχι τελείως λεπτά τιραντάκια, μια τεράστια καμπύλη σαν κόλπος της Αμοργού και ύστερα η ατέλειωτη διαδρομή, μικρά βραχάκια – η σπονδυλική στήλη – από το πίσω μέρος του λαιμού μέχρι το χάος.

*

Η μυρωδιά του βενζινάδικου ντάλα μεσημέρι κάπου στη Μεσσηνία. Αφόρητη ζέστη, άρρωστη μυρωδιά, απαίσια κι εθιστική. Κολλάει το χέρι σου στο μαύρο του αμαξιού στο κατεβασμένο παράθυρο. Ο σκύλος φτερνίζεται απ’ το πίσω κάθισμα χωρίς διακοπή όσο είμαστε εκεί.

*

Η καυτή άσφαλτος. Είσαι στην παραλία και θες να περάσεις απέναντι το δρόμο να φέρεις παγωτά. Αλλά είσαι αλλοπαρμένος, κόκκινος στους ώμους και το σβέρκο, ξεχνάς ότι πρέπει να έχεις μαζί σου λεφτά ή να φοράς παπούτσια. Ξεχνάς τους βασικούς κανόνες του πολιτισμού του χειμώνα και ξεκινάς για τα παγωτά ξυπόλητος και με άδειες τις βρεγμένες τσέπες του μαγιό. Τα πόδια σου τσουρουφλίζονται στην άσφαλτο, γυρνάς άπραγος, τρέχεις πάνω στην ζεματιστή άμμο να φτάσεις στην πετσέτα. Ενοχλείς του πάντες γιατί πηδάς πάνω σε όποια πετσέτα είναι πιο κοντινή. Κλωτσάς βιβλία, πατάς απλωμένα χέρια, χαλάς την ησυχία. Παίρνεις λεφτά, αλλά σοφός μαζοχιστής αρνείσαι τη βοήθεια της σαγιονάρας. Θα πας ξυπόλητος ξανά.

*

Με κλειστά τα μάτια ξαπλώνεις ανάσκελα για ώρα κι αιωρείσαι στο νερένιο κενό. Ξαφνικά αναρωτιέσαι που σε έφτασε το ρεύμα πιο κοντά ή πιο μακριά, κοιτάς δεξιά αριστερά και το βλέμμα σου έχει κάποιο φίλτρο, βλέπεις με ενσωματωμένο ινσταγκραμ, είναι όλα σιέλ ή απλά καμένα γαλάζια. Δεν έχεις ίνσταγκραμ είναι απλά μια παλιά φωτογραφία που έχει χαλάσει το χρώμα της. Πίσω στο χωριό, στη μια πλευρά του τραπεζιού κάποιος έχει μπροστά του δύο σακούλες και καθαρίζει φασολάκια. Στην άλλη πλευρά κάποιος χτυπάει και ακούει το καρπούζι. Ο χτύπος είναι σαν αλλόκοτη μουσική, σαν την πιο ουσιώδη επικοινωνία. Το καρπούζι δεν τρομάζει από την απειλή του μαχαιριού και λέει απαλά, μην με χτυπάς. Φάτε με.

*

Το πιο κλασσικό κοκτέιλ, αυτό που δοκιμάσαμε πριν απ’ όλα, που το ήπιαμε σχεδόν δωρεάν σε μια πλατεία έτοιμη να βουλιάξει απ’ τη ζέστη. Η μίξη της ξηρασίας των 40 βαθμών κελσίου και της ζαλάδας από τη μπύρα. Κάποια στιγμή σταματάει ο ιδρώτας, θες μόνο να λιώσεις, να ξεμείνεις με μια μισή πρόταση στην άκρη ενός παγκακιού ή μιας καρέκλας. Δεν υπάρχουν μυστικά να πεις, τα άγχη εξατμίζονται, η εικόνα που παρουσιάζεις στην περαστική που περνάει εξουθενωμένη αλλά το ίδιο όμορφη δεν έχει σημασία, τα λόγια βγαίνουν με το ζόρι και το παραμικρό δροσερό αεράκι γιορτάζεται σαν εθνική επιτυχία. Ωπ, νάτο. Το νιώθεις; Έτσι κράτα το λίγο, μείνε λίγο. Επικλήσεις σε έναν αόρατο ρυθμιστή του τοπικού μικροκλίματος. Νομίζω πως η μπύρα μας ζεσταίνει περισσότερο. Μα είναι παγωμένη. Κάποιες ώρες αργότερα ο ράθυμος πονοκέφαλος. Αργεί χαρακτηριστικά να σε αποχαιρετίσει κι όμως νιώθεις πως μαζί φέρνει και μια αδιανόητη διαύγεια. Εκεί που ανοίγεις την πόρτα σπίτι, κουρέλι κανονικό πια, πιστεύεις ξαφνικά ότι μπορείς να πάρεις τις πιο σοβαρές και οριακές αποφάσεις της ζωής σου. Ποτίστε με μπύρα στα τσιμέντα των Εξαρχείων κι ύστερα φέρτε μου να συμπληρώσω μηχανογραφικά, επιστολές παραίτησης, ερωτικά γράμματα. Φέρτε μου το χάρτη να δείξω αργά και υπολογισμένα εκείνο το νησί.

*

Βέβαια ο ντάλα ήλιος δεν αντέχεται. Αλλά μερικές φορές αυτό ακριβώς το στοιχείο του αφόρητου μοιάζει παρηγορητικό, σχεδόν φιλικό. Να περπατάς σ’ ένα χωμάτινο δρόμο ή να φλέγεσαι στην Σταδίου και να μην υπάρχει πουθενά σκιά. Να περιμένεις στα μάρμαρα του Πανεπιστημίου. Να κατηφορίζεις το δρομάκι για τη θάλασσα στο Σούνιο. Να μην σε πειράζει που πίνεις και ιδρωκοπάς στην Ηπίτου ή στο Μεταξουργείο. Με τα ρούχα της δουλειάς, η ρίγα της ζώνης του αυτοκινήτου στο πουκάμισο σαν την εμφάνιση του Περού, αλλά εσείς μιλάτε και περιγράφετε τις ίδιες και τις ίδιες γυναίκες. Ναι αλλά τα πόδια της. Ναι οκ, αλλά πραγματικά δεν ξέρω πώς να μιλήσω για τα πόδια της. Και παρεμπιπτόντως έχεις δει τα πόδια της; Τα πόδια της λέω, δεν μ’ ακούς.

*

Τίποτα δεν είναι οριστικό, τίποτα δεν τελειώνει, όλα κυλάνε αιώνια στις φλέβες και τα φτύνεις τελικά απ’ το στόμα σαν ενοχλητικά κουκούτσια. Όλα μοιάζουν ταυτόχρονα σαν να τα έχουμε χάσει εξαρχής και σαν να περιμένουν στη γωνία να τα βρούμε.

***

[ Θα ήθελα να ήμουν τόσο καχύποπτος, τόσο μισός, τόσο εντοιχισμένος στο άθλιο παρόν αυτού του τόπου και να ήταν τέσσερις Ιουλίου του 2014. Θα ήθελα κάποιος να μου πει ότι μετά την καυτή άσφαλτο στο μαγαζί απέναντι έχει τα παγωτά, κάποιος να μου πει ότι έχει κι άλλες μπύρες παγωμένες κι άλλα φίλτρα ματιών και μυρωδιές βενζίνης και γυμνές πλάτες. Κι επειδή το λέει ήδη ο Ιούλιος, μπορώ απλά να τον ακούσω. Κι ας ζούμε πια μέσα στο κακό και την βαναυσότητα του φασισμού που ντρέπεται απλά να ανακοινώσει το όνομά του. Εδώ έχει και μάχες και Ιούλιο. Μπορούμε να πίνουμε ταυτόχρονα από δύο ποτήρια. Δεν μας τρομάζει το μεθύσι. ]

2 σχόλια

Filed under παρατήρηση - σχόλιο - προεκτάσεις (απ' το δρόμο στο πληκτρολόγιο)