Category Archives: παρένθεση

μια βουτιά

Πανεπιστημίου, 12 : 15 το μεσημέρι. Περπατάει με γρήγορο βήμα. Φοράει το γκρι του το κουστούμι και φυσικά ιδρώνει. Κρατάει σφιχτά στο χέρι του την τσάντα. Βάζει σχεδόν όλη του τη δύναμη για να κρατήσει την τσάντα. Μέσα στην τσάντα βρίσκεται το έγγραφο που περίμεναν αρκετές βδομάδες. Έγγραφο πολύ σημαντικό για την εταιρεία, για τον νομικό σύμβουλο, για την έκβαση μιας συγκεκριμένης υπόθεσης, για ένα αρκετά μεγάλο ποσόν που περιμένει πίσω από έναν δεκαψήφιο αριθμό, για το τεπόζιτο του Audi, για το λογαριασμό της ΔΕΗ, για το γαλλικό που έχει κλείσει τραπέζι αύριο βράδυ, για το δεκαήμερο στη Σαντορίνη, σημαντικό για όλα όσα γίνονται σήμερα το πρωί και αύριο το απόγευμα και στο βάθος των αιώνων μέχρι το τέλος όλων των ημερών.

Κοιτάζει τους περαστικούς καχύποπτα, τους σκανάρει. Αμέσως αναγνωρίζει τους ύποπτους, τους ενδεχόμενους κλέφτες, τους άρπαγες. Φέρνει την τσάντα πιο κοντά στο σώμα του, τώρα σχεδόν την ακουμπάει στο πόδι του σε κάθε βήμα. Βλέπει κάποιον να έρχεται προς το μέρος του. Το πρόσωπό του είναι περίεργο. Ανοίγει κάπως περίεργα και διαγώνια το διασκελισμό του και τον αποφεύγει. Σώζει την τσάντα, κάνοντάς τη ένα με το πόδι του. Γλιτώνει το αντικείμενο κάνοντάς το προέκταση του σώματος και του εαυτού του.

Επιταχύνει. Τα παπούτσια του τρίζουν πάνω στα μάρμαρα του πεζοδρομίου. Χαζεύει τα τετράγωνα που σχηματίζονται, προχωράει όπως ένα πιόνι σε ξεβαμμένη σκακιέρα. Όλο μπροστά με απότομες και σπαστικές κινήσεις. Αυτή η ιδέα τον βοηθάει να συνεχίζει την πορεία του χωρίς περιττές καθυστερήσεις. Στα 200 μέτρα το κτίριο της τράπεζας. Πρέπει να μπει, να ανέβει με το ασανσέρ στον τρίτο όροφο και να παραδώσει το έγγραφο. Ύστερα θα γυρίσει στο γραφείο του στον 2ο και θα ελέγξει μια στοίβα χαρτιά που τον περιμένει εδώ και δύο μέρες άθικτη μέσα στο συρτάρι.

Τώρα περπατάει στην ιδιότυπη σκακιέρα του και ζεσταίνεται στο πλάι της λεωφόρου. Κάτι τον ενοχλεί στο πίσω μέρος του λαιμού, ίσως ξέχασε κάποια ετικέτα στο εσωτερικό του πουκάμισου. Το αγόρασε χτες μαζί με δύο γραβάτες, ένα ζευγάρι παπούτσια και ένα καινούριο πορτοφόλι. Πήγε στα μαγαζιά μαζί με εκείνη και αγόρασαν μερικά πράγματα που χρειαζόταν. Δηλαδή πήγαν στα μαγαζιά και εκείνη διάλεξε με το ωραίο της γούστο μερικά όμορφα αντικείμενα. Εκείνος είχε χάσει το γούστο ή τη διάθεση να γουστάρει μια γραβάτα ή ένα παντελόνι εδώ και λίγο καιρό. Έτσι αυτή αποφάσιζε πια, γεγονός που εδώ που τα λέμε εξυπηρετούσε και τους δύο, αφού αυτή τον έβλεπε όπως ακριβώς τον ήθελε και αυτός δεν χρειαζόταν να επιλέξει κάτι που έτσι κι αλλιώς τον άφηνε αδιάφορο.

100 μέτρα από το κτίριο και έβλεπε τον Μ., τον γνωστό σεκιουριτά της τράπεζας, να τον κοιτάζει από μακριά. Η σκακιέρα του ίσα που φαινόταν πια. Αχνή, κακοσχηματισμένη, γκρεμισμένη και ξαναφτιαγμένη πάνω σε αλλεπάλληλά στρώματα από μπάζα και συντρίμμια. Δεν μπορούσε να είναι πια πιόνι, ένα πιστός στρατιώτης που επιχειρεί μια ασταμάτητη έφοδο προς τα μπρος. Το πεδίο της μάχης εξαφανιζόταν κάτω απ’ τα πόδια του και γινόταν πάλι ένα πεζοδρόμιο που έβραζε. Τώρα η Πανεπιστημίου ήταν ο γνωστός δρόμος που καθρέφτιζε τα πρωινά και τα μεσημέρια του. Μια λεωφόρος που στοιβάζει βρώμικα αυτοκίνητα, βιαστικούς ανθρώπους και τον εαυτό του που λαχανιάζει κάθε τρία βήματα. Μπροστά του η τράπεζα. Τεράστια, επιβλητική, αναπόφευκτη. Τα γραφεία, οι καρέκλες του δευτέρου ορόφου. Η γραμματέας του τυπική και αγέλαστη, ο θυρωρός φανατικός και γκρινιάρης, το ασανσέρ, πολύ μικρό για τόσο κόσμο που ανεβοκατεβαίνει συνέχεια. Τα χαρτιά του, στοίβες ολόκληρες που ξεχειλίζουν από τα ράφια και τα συρτάρια. Η υποχρέωσή του απέναντι στα ρούχα που διαλέγει εκείνη. Πρέπει να τα φοράει χαμογελώντας, δυναμικός άντρας και ερωτευμένο παιδί ταυτόχρονα και σε ίσες δόσεις.

Φτάνει στην πόρτα της τράπεζας. Ο σεκιουριτάς τον χαιρετάει, κάτι του λέει. Δεν μπορεί να παριστάνει το φυλακισμένο. Μόνος του περνάει κάθε πρωί τη μεγάλη πόρτα. Μόνος του χαιρετάει τη δικηγόρο στο απέναντι γραφείο. Ο ίδιος με μεγάλη ευχαρίστηση και απόλυτη συναίσθηση ξεκοκαλίζει το μισθό του κάθε μήνα. Αυτή δεν τον υποχρεώνει να φοράει συγκεκριμένα πουκάμισα. Δεν μπορεί να παριστάνει τον κυνηγημένο. Η πόρτα αυτή μπροστά του, είναι η συνισταμένη των άπειρων, μικρών και ολότελα προσωπικών επιλογών του.

Ο σεκιουριτάς συνεχίζει να μιλάει, λες και δεν βλέπει ότι μπροστά του είναι ένα φάντασμα. Λες και δεν καταλαβαίνει ότι τώρα αυτός είναι ένα πιόνι που φαγώθηκε, ένας ηττημένος στο πλάι του τραπεζιού, κάποιος που θυσιάστηκε οικειοθελώς και τραγουδώντας για τη μεγάλη νίκη. Δεν απαντάει στον άνθρωπο με τη στολή, δεν μπαίνει στο κτίριο, παρά συνεχίζει ευθεία το δρόμο του. Συνεχίζει ευθεία να βρει τί έφταιξε και έκανε τόσα ζικ ζακ πιο πριν.

Κοιτάζει στο δρόμο τους οδηγούς που τσουλάνε με τα τζάμια κλειστά. Αλλάζουν λωρίδες, μάχονται με τους πεζούς, κορνάρουν, σβήνουν τα ίχνη που αφήνουν τα λάστιχα σε ένα σύννεφο από βρισιές, οργή και ραδιοφωνικές διαφημίσεις. Βλέπει το μπλε Renault. Όπως τότε οδηγεί το κορίτσι με τα ξανθά μαλλιά και το μεγάλο χαμόγελο. Φοράει εκείνο το αέρινο λευκό του φόρεμα και μπερδεύει τα πόδια του, λες και το αμάξι έχει μόνο γκάζι. Το πράσινο ανάβει, τη βλέπει να φεύγει όπως τότε στην Ασκληπιού. Μεσημέρι πάλι, φθινόπωρο όμως και αυτοί να στέκονται μπροστά σε μια καφετέρια. Κάποια λόγια, ούτε που άκουγε, κάποιες κινήσεις, προσπάθησε να τη φιλήσει αυτή τραβήχτηκε, ύστερα γύρισε την πλάτη κι έφυγε. Όλα έγιναν πολύ γρήγορα, μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα. Την έχασε έτσι απότομα και δεν έτρεξε, δεν μπορούσε να τρέξει πίσω της και τί να της πει. Η ζωή συνεχίζεται, σκέφτηκε. Κι όμως η ζωή δεν συνεχίζεται.

Τώρα 12:30 το μεσημέρι στην Πανεπιστημίου αδυνατεί να σου πει αν η ζωή συνεχίζεται και αν ναι, με ποιόν τρόπο. Κοιτάζει κάτω, διακρίνει ξανά τη σκακιέρα. Ξεκινάει να περπατάει, να εφορμά για την ακρίβεια, σα στρατιώτης που κάνει την τελική προσπάθεια κι ότι γίνει. Δίπλα του ένας πουλάει κουλούρια, μπροστά μια γυναίκα ζητιανεύει καθισμένη στο πεζοδρόμιο οκλαδόν, το παιδί της κοιμάται και το κεφάλι του κρέμεται, χάσκει στον αέρα, λες και το πρόσωπο, το στόμα, τα μάτια, όλα κρέμονται από μια αόρατη κλωστή. Του μοιάζει ότι το κεφάλι από στιγμή σε στιγμή θα πέσει, θα αποχωριστεί απ’ το σώμα και η γυναίκα θα συνεχίσει να κάθεται εκεί, θα συνεχίσει να κάνει ότι κάνει και οι περαστικοί θα κλοτσάνε το κεφάλι περνώντας κι ίσως να πετάνε ένα συγνώμη δεν το ήθελα.

Περνάει τη στάση του μετρό. Μια σκισμένη εφημερίδα κάτω λέει κάτι για μια βόμβα, για νεκρούς στα ναυπηγεία, για τις διακοπές που αρχίζουν. Πρέπει να κολυμπάει στον ιδρώτα όταν βλέπει έξω απ’ τα ξενοδοχεία τους ανθρώπους με τις στολές. Κουμπωμένοι μέχρι πάνω, ακίνητοι κάτω απ’ τα βαριά καπέλα τους ανασαίνουν την εξάτμιση της Mercedes που προσπαθεί να χωθεί στη διπλανή λωρίδα. Τους πλησιάζει και ευγενικά ρωτάει «μα καλά δε ζεσταίνεστε;». Αυτοί δε μιλάνε μόνο του γνέφουν κάτι σαν όχι και φύγε από δω πέρα.

Αυτός φεύγει μα είναι πια αργά. Έχει σκάσει, ιδρώνει, το παντελόνι κολλάει στα γόνατά του, τα παπούτσια του γλιστράνε στην άσφαλτο, παραπατάει. Κοιτάζει απέναντι την πλατεία Συντάγματος. Αργά λύνει τη γραβάτα, τη βγάζει και την αφήνει ήρεμα στο πεζοδρόμιο. Ύστερα με μια ήρεμη και αποφασιστική κίνηση διασχίζει κάθετα τον πηγμένο δρόμο. Κάποιοι του κορνάρουν, ένας βρίζει, ενώ τουλάχιστον δύο ούτε που τον παρατηρούν. Πατώντας στο απέναντι πεζοδρόμιο έχει σχεδόν βγάλει το σακάκι του, από το οποίο απαλλάσσεται αφήνοντάς το ή μάλλον φορώντας το κυριολεκτικά σε χαμηλή πρασινάδα και συγκεκριμένα στα δύο πιο πεταχτά κλαδιά της. Προχωράει πίσω από ένα περίπτερο και όταν τον ξαναβλέπω έχει βγάλει τα παπούτσια, τη μία κάλτσα και το πουκάμισο. Είναι ανέκφραστος και όλο σκέφτεται αν η ζωή συνεχίζεται και αν ναι με ποιό τρόπο. Πώς να της πει ότι το γαλλικό για αύριο αναβάλλεται, ότι οι διακοπές ματαιώνονται και το πουκάμισο πετάχτηκε; Πώς υποβάλλει κανείς την παραίτησή του ή πώς συνεχίζει; Πώς βρίσκει εκείνη που έχασε τρία χρόνια πριν ή πώς μπορεί να διακρίνει μια άλλη εκείνη ανάμεσά σε τόσες άλλες;

Με μεγάλη σοβαρότητα περπατάει στην πλατεία και αφού βγάζει με μαεστρικές κινήσεις και το παντελόνι, βολτάρει ανάμεσα στα παγκάκια με τη μία του κάλτσα και το σώβρακο. Το δε σώβρακο, του φαίνεται υπερβολικό για την τόση ζέστη που κάνει και το αποχωρίζεται, δωρίζοντας το με τη μεγαλύτερη ευγένεια σε παρακοιμώμενο αδέσποτο. Πλησιάζει στο σιντριβάνι, ενώ κόσμος έχει ήδη μαζευτεί και χαζεύει τον παράξενο περαστικό. Κάθεται στην άκρη και κοιτάζει το θολό νερό που τρέχει παρέα με αποτσίγαρα και μερικά κουτάκια από μπύρες. Είναι πια γυμνός, φοράει μόνο μια κάλτσα. Κρατάει όμως ακόμα στο χέρι του σφιχτά την τσάντα. Την τσάντα που περιέχει εκείνο το χαρτί. Κοιτάζει μια το νερό με τα σβηστά λαμπιόνια στο βυθό, μια την τσάντα, σα να πρόκειται για κάποια μάχη, για κάποιο ιδιότυπο δίλημμα. Θέλει να μην την κρατάει μα το χέρι του αντιστέκεται, έχει δική του θέληση, δικό του ένστικτο αυτοσυντήρησης, δικό του στόχο. Μετά από ένα λεπτό όμως, αφήνει την τσάντα πολύ προσεκτικά κάτω κι έπειτα με μια ξέφρενη και απότομη κίνηση της δίνει μια εντυπωσιακή κλοτσιά και τη στέλνει να μπει γκολ ακριβώς δίπλα απ’ το κεφάλι της γριάς που κάθεται στο απέναντι παγκάκι.

Ύστερα, χωρίς άλλη αναβολή, κάνει δύο βήματα και επιχειρεί ένα υπέροχο μακροβούτι μέσα στο σιντριβάνι. Οι περαστικοί σταματάνε, πλησιάζουν να δουν τι γίνεται. Σε λίγο σηκώνεται απότομα από το βάθος της τσιμεντένιας δεξαμενής και τινάζεται πάνω εκσφενδονίζοντας νερά στους περίεργους που είχαν μαζευτεί. Γελάει, φωνάζει, πλατσουρίζει, χορεύει, τραγουδάει σαν σε παλιά ταινία «τι ωραίο απόγευμα, τι ωραίο απόγευμα, τι ωραίο απόοογευμα».

Στο μεταξύ στο βάθος φαίνονται κάποιοι άνθρωποι με στολές να έρχονται προς το μέρος του. Αρχίζουν να επιταχύνουν το βήμα τους ενώ ο κόσμος όλο και πληθαίνει γύρω απ’ την παράξενη παράσταση. Αυτός συνεχίζει να βουτάει άτσαλα στα ρηχά νερά και να λούζει τους πιο κοντινούς, ενώ το γέλιο του γίνεται όλο και πιο δυνατό. Ξαφνικά μια γυναίκα που τόση ώρα καθόταν και τον κοίταζε, αρχίζει να χαμογελάει ήσυχα και συνωμοτικά. Αμέσως γδύνεται και πηδάει κι αυτή μέσα στο σιντριβάνι. Τώρα χορεύουν μαζί μέσα στα βρομόνερα και χαχανίζουν παρέα υπό τους ήχους μιας αόρατης μπάντας. Οι κύριοι με τις στολές φτάνουν στο σημείο της εκτροπής και λένε κάτι, με έντονο ύφος, μόνο που οι λουόμενοι δεν ακούν, είναι κουφοί στη συγκεκριμένη έγκλιση, το αφτί τους δεν αναγνωρίζει την προστακτική.

Τη στιγμή που οι κύριοι αρχίζουν να αγριεύουν, ακριβώς δίπλα τους, σα σίφουνας περνάει τρέχοντας ένα ζευγάρι, το οποίο σε πλήρη συγχρονισμό καταδύεται στα άπατα του νερένιου τεπόζιτου. Ύστερα ένα πιτσιρίκι, δυο κυρίες μεγαλύτερης ηλικίας, ο περιπτεράς και το αδέσποτο που πριν κοιμόταν στη σκιά. Οι κύριοι με τις στολές φωνάζουν, λες και θα μπορούσαν να κάνουν κάτι για να σταματήσουν αυτή τη μεταμόρφωση, αυτή την τρελή γιορτή. Στο πρώην σιντριβάνι μπαίνουν όλο και περισσότεροι γυμνοί χορευτές, ένας τυφλός παίζει το ρόλο της ορχήστρας, οι περαστικοί τραγουδάνε. Το σιντριβάνι πια δεν είναι σιντριβάνι, αλλά μια μικρή θάλασσα με γαλαζοπράσινα νερά και ψιλή αμμουδιά, οι ανεκδιήγητοι γυμνιστές είναι μέλη ενός χάρτινου τσίρκου, το τραγούδι έχει άγνωστους στίχους κι είναι στο στόμα όλου του κόσμου. Οι κύριοι με τις στολές ανοιγοκλείνουν το στόμα, αφρίζουν, αλλά δεν βγάζουν ήχο, δεν έχουν φωνή.

Όλη η πόλη βουτάει στην Κλαύθμωνος, τη Σταδίου, την Κολοκοτρώνη, την παλιά βουλή, ενώ γι’ αυτούς που προτιμούν το άσπρο βοτσαλάκι υπάρχει πάντα η Ευριπίδου. Οι άνθρωποι κολυμπάνε, χορεύουν και χασκογελάνε. Τόσο καιρό τους είχαν κλέψει το γέλιο, είχαν φυλακίσει τα μακροβούτια και κανείς δεν το είχε καταλάβει. Τώρα όμως αυτή η αυτοσχέδια γιορτή, το ήσυχο και ξέφρενο γλέντι είχε μετατρέψει την πόλη σε κάτι άλλο. Όλα ήταν πια ένα παραθαλάσσιο πανηγύρι, μια γιορτή για την εκδίωξη της προστακτικής, ένας χορός για να τιμήσουν το Μεγάλο Φρένο. Γιατί φυσικά εκείνος, βγάζοντας τα ρούχα του, σουτάροντας την τσάντα (με μεγάλη ομολογουμένως δεξιοτεχνία) και πέφτοντας στο νερό δεν έκανε τίποτα άλλο απ’ το να σταματήσει. Δεν έκανε τίποτα άλλο απ’ το να πατήσει φρένο την ώρα που οι άλλοι τραβούσαν συνεχώς τη σκακιέρα. Σταμάτησε το τρέξιμο, την αφόρητη έφοδο και πίστεψε ότι αν κοιτάξει καλά, θα δει ότι το σιντριβάνι του Συντάγματος δεν είναι σιντριβάνι αλλά μια δροσερή αφορμή. Πίστεψε ότι αν κοιτάξει καλά, θα δει ότι πλατεία Συντάγματος δεν είναι η πλατεία Συντάγματος, αλλά το σημείο που ενδεχομένως θα συναντήσει ξανά εκείνη.

9 Σχόλια

Filed under παρένθεση

οι ράγες

Αυτές τις μέρες η ζέστη είναι ανυπόφορη. Τα μεσημέρια νομίζει πως οι τοίχοι στάζουν ιδρώτα, ότι τα πλακάκια βγάζουν ατμούς. Τα πρόσωπα γίνονται θολά, τα αυτοκίνητα αχνές εικόνες. Αποπνιχτικά σύννεφα κατακάθονται πάνω στο στήθος του και βαραίνουν την ανάσα. Το γραφείο μοιάζει με απέραντη έρημο, το δωμάτιο είναι μια τσιμεντένια φυλακή δίχως παράθυρα ή πόρτες. Μόνο παχιά κομμάτια τοίχου, τούβλα και σπασμένα θερμόμετρα υπάρχουν τριγύρω.

Μπήκε στο μετρό ψάχνοντας για λίγα λεπτά δροσιάς. Όμως δεν ήταν καλύτερα. Συνέχισε πιο κάτω στην αποβάθρα και μπήκε στον πρώτο συρμό που πέρασε. Ούτε εκεί όμως υπήρχε κλιματιστικό. Κόλλησε το κεφάλι του στο μισάνοιχτο παράθυρο. Όσο έτρεχε το βαγόνι στις υπόγειες και σύντομες διαδρομές του, ο αέρας – καυτός, αλλά αέρας- χτυπούσε με συμπάθεια το μέτωπό του. Ύστερα πάλι αυτή η ακίνητη λάβα τον κατέβαλε. Οι αποστάσεις ήταν πολύ μικρές. Κατέβηκε έπειτα από μερικές στάσεις στο σταθμό Λαρίσης. Διέσχισε το κτίριο και βγήκε στην αποβάθρα, όπου είδε το τρένο. Τα τζάμια όλα κλειστά, αλλά οι επιβάτες μέσα έδειχναν ήρεμοι και χαλαροί. Μάλλον εκεί δούλευε κάποιο μηχάνημα και εκείνοι δεν ήταν αναγκασμένοι να παλεύουν με τη θερμοκρασία που πετούσε πλέον ξεκάθαρα πάνω απ’ τους 40 βαθμούς. Ζήλεψε τα ωραία και ξεκούραστα πρόσωπά τους. Μάλιστα νόμισε πως είδε κάποιον να φοράει μακρυμάνικο. Απ’ τα ηχεία ακούστηκε μια βαριεστημένη φωνή. Το τρένο θα ξεκινούσε αμέσως.

Είχε δίκιο. Μέσα στο βαγόνι είχε μια υπέροχη δροσιά. Τα a/c δούλευαν στο φουλ, ο αέρας ερχόταν παγωμένος και τα καθίσματα ήταν πολύ άνετα. Καθόταν και απολάμβανε τη διαδρομή. Ύστερα από περίπου 2 ώρες χαλάρωσης και απόλυτης ηρεμίας ακούστηκε ένας οξύς ήχος. Πριν προλάβει να σκεφτεί το οτιδήποτε, η σύντομη ανακοίνωση εισβάλει στην ετοιμόρροπη ευτυχία του. «Αντιμετωπίζουμε κάποια μικρή βλάβη, δυστυχώς για λίγο, δε θα λειτουργούν τα κλιματιστικά. Πιστεύουμε ότι το πρόβλημα θα διορθωθεί σύντομα. Καλό σας ταξίδι και συγνώμη για την ενόχληση».

Σε λίγα λεπτά η ατμόσφαιρα μέσα στο τρένο ήταν ίδια με αυτή που άφησε πίσω του νωρίς το πρωί. Τον έπιασε δυσφορία. Άρχισε πάλι να ιδρώνει, το πουκάμισο κολλούσε πάνω του. Τα παράθυρα φυσικά δεν μπορούσαν να ανοίξουν. Τα τζάμια ήταν κατασκευασμένα έτσι που να μην ανοίγουν. Σηκώθηκε και έσυρε τα βήματά του μέχρι το τέρμα του βαγονιού. Δεν άντεχε άλλο. Ένα ολόκληρο κύμα καυτής άπνοιας τον κύκλωνε και πίεζε τους πνεύμονες και την ανάσα του. Το στόμα του ήταν ξερό. Τα ρούχα έκοβαν τις κλειδώσεις του. Οι ραφές γίνονταν σκληρές εγκοπές πάνω στα χέρια. Μάζεψε όση δύναμη του είχε απομείνει και με μια αποφασιστική και απελπισμένη κίνηση πίεσε το μοχλό της πόρτας. Η πόρτα άνοιξε και τώρα το τοπίο έτρεχε με 100 χλμ ακριβώς μπροστά στα μάτια του. Βράχοι, δέντρα και γκρεμίλες εναλλάσσονταν με το σκοτάδι των μικρών τούνελ. Ο Μπράλλος. Στο βάθος του άλλου βαγονιού φάνηκαν δυο άντρες με στολή να τρέχουν προς το μέρος του. Μια γυναίκα πλησίασε και του είπε «μα τί κάνετε;»

Την ώρα που πήδηξε πρέπει να άκουγε εκείνο το τραγούδι. Φαντασία για μπουζούκι και πιάνο. Δίψα για σκιά και δροσιά. Προσευχή για αέρα και μακρινούς περιπάτους. Πήδηξε σα να πίστευε ότι μπορούσε να πετάξει και μέσα στο φοβερό θόρυβο του τρένου κατάφερε να ακούσει τη γυναίκα που είπε κάτι σαν «παναγία μου, πήδηξε».

Καθώς το τρένο απομακρυνόταν με ταχύτητα, αυτός ξεσκόνισε το πουκάμισό του. Ανασηκώθηκε, κοίταξε λίγο καλύτερα, είδε ότι είχε σκιστεί εκεί στο σημείο της κοιλιάς. Δεν τον πείραξε. Σημασία είχε ότι κατάφερε και γλίτωσε από εκείνο το φοβερό τέρας. Εκείνο το μεταλλικό θηρίο που έμοιαζε με κλίβανο, με φούρνο που τον έκαιγε. Τώρα περπατούσε ήσυχα, παίρνοντας βαθιές ανάσες. Κοίταζε τριγύρω τα δέντρα, τις πέτρες και γευόταν τον αέρα που τρέχοντας ανάμεσα στα φυλλωσιές, τα κλαριά και το χώμα διαπερνούσε το θώρακά του. Ένιωθε τη γαλήνη του βουνού, ησύχαζε. Όπως όταν έκανε το πρώτο μακροβούτι της χρονιάς ή όταν κοιμόταν τα μεσημέρια του Αυγούστου κάτω απ’ τα πλατάνια στο χωριό. Όπως όταν έκλεινε τα μάτια και άκουγε το κύμα και τον ψίθυρο που ανταλλάσσουν τα αρμυρίκια και οι όμορφες γυναίκες στα νησιά του Ιούλη. Περπατούσε δίπλα στις γραμμές του τρένου, λες και τίποτα σ’ αυτόν τον κόσμο δεν ήταν δικό του, λες και αυτός ο ίδιος δεν ήταν κανένας. Περπατούσε διπλά στις γραμμές, λες κι ήταν πια ευτυχισμένος.

Είχε ήδη αφήσει πίσω του το τρένο, που φρέναρε μερικά μέτρα απ’ το σημείο του άλματος. Δύο ελεγκτές κατέβηκαν απ’ την αμαξοστοιχία. Βρήκαν το σώμα του σπασμένο πάνω σ’ ένα βράχο και την κοιλιά του τρυπημένη από ένα κλαδί. Τα αίματα είχαν βάψει το πουκάμισο. Είχε ήδη αφήσει πολύ πίσω το σώμα του και την πιθανότητα να ζήσει. Η γυναίκα που είχε δει την απροσδόκητη πτώση, τρομαγμένη, κράταγε το στόμα της. Όχι τόσο για να σωπάσει τις κραυγές ή να μην ξεσπάσει σε κλάματα, όσο για να μην πει : «μα δεν τον είδατε; περπατούσε πλάι στις ράγες. αλήθεια, δεν τον είδατε να φεύγει;»

7 Σχόλια

Filed under παρένθεση, ζεστές μέρες

4. ο σταθμός

(ακολουθεί υπερβολικά μεγάλο σεντόνι. το ξέρω το παράκανα)

Το ρολόι του σταθμού έδειχνε 5:23. Την ίδια αυστηρή απάντηση της είχε δώσει ο υπάλληλος του ΟΣΕ στο γκισέ πριν κάποιες ώρες. «Άφιξη 5:23 κυρία μου, ευχαριστούμε πολύ».Αυτό το και 23 αν και θα περίμενε κανείς να την καθησυχάσει με την συνέπεια και τη σιγουριά που ακτινοβολούσε, είχε το ακριβώς ανάποδο αποτέλεσμα. Το κοφτό και άμεσο 5:23 της δημιουργούσε μια αλλόκοτη αίσθηση αμηχανίας ή μάλλον μια έντονη νευρικότητα.

Το τρένο πάντως είπα ήδη πως έφτασε την προκαθορισμένη ώρα, χωρίς να χάσει ή να κερδίσει δευτερόλεπτο. Σήκωσε με δυσκολία τις δύο βαλίτσες της, κατέβηκε από το βαγόνι και στάθηκε στην άκρη. Προσπάθησε να καθίσει όσο πιο πίσω μπορούσε ώστε να διακρίνεται εύκολα από όποιον έφτανε στην αποβάθρα. Κοίταξε λίγο μήπως ξεχωρίσει κάποια γνωστή φυσιογνωμία μέσα στο πλήθος, αλλά με τόσο κόσμο ήταν αδύνατον. Δεν ανησύχησε όμως. Το μήνυμα το έλεγε ξεκάθαρα. Πεντέμιση, το αργότερο παρά τέταρτο θα έρχονταν να την πάρουν από το σταθμό.

Παρατηρούσε τους ανθρώπους που αποβιβάζονταν και αυτούς που τους υποδέχονταν. Αγκαλιές, φιλιά, εγκάρδιοι χαιρετισμοί. Σκεφτόταν τη δική της υποδοχή. Ανυπομονούσε να έρθουν. Είχε πολύ καιρό να τους δει. Η σημερινή γιορτή θα ήταν μια πολύ καλή ευκαιρία. Θα ήταν όλοι μαζεμένοι στο παλιό σπίτι στο χωριό. Κανείς δε θα ήθελε να αρνηθεί αυτή την απρόσμενη πρόσκληση. Μετά από τόσα χρόνια θα μαζεύονταν όλοι γύρω απ’ το μεγάλο τραπέζι της αυλής κάτω απ’ τη γέρικη μουριά. Εκεί, κάτω απ’ τον ίσκιο της, θα έτρωγαν και θα συζητούσαν ξανά όλοι μαζί, όπως τότε.

Η ώρα ήταν πέντε και μισή. Κανείς δεν είχε έρθει ακόμη. Της φάνηκε λογικό. Ποιος θα περίμενε τέτοια συνέπεια από το τρένο; Άλλωστε το μήνυμα έλεγε πέντε και μισή, το πολύ παρά τέταρτο θα έρχονταν. Τώρα αναρωτιόταν ποιόν θα έβαζαν να κάνει τη διαδρομή από το χωριό μέχρι το σταθμό και πίσω. Αν θυμάται καλά πρέπει να ήταν περίπου 40 λεπτά απόσταση. Το πιο πιθανό είναι να ερχόταν ο θείος Τ. Πάντα πρόθυμος και γελαστός. Τρελαινόταν να σε εξυπηρετήσει και έτρεχε για όλους. Τα τελευταία χρόνια είχαν χάσει επαφή καθώς αυτός τώρα είχε τρεχάματα με την αρρώστια της γυναίκας του. Μια ύπουλη ασθένεια, που απαιτούσε συνεχή φροντίδα και ατελείωτα πήγαινε έλα στα νοσοκομεία. Όσοι τον είχαν δει πρόσφατα έλεγαν πως άσπρισε απότομα, ενώ και εκείνο το τόσο χαρακτηριστικό γέλιο του είχε μάλλον ατονήσει.

Αν δεν ερχόταν αυτός, μάλλον θα έστελναν τον μικρό, τον Σ. Ανιψιός της και πολύ καλό παιδί. Φοιτητής ιατρικής στη Θεσσαλονίκη, ήταν το καμάρι της οικογένειας. Ευγενικός και συνεπής, πάντα άκουγε με προσοχή τα λόγια των μεγαλύτερων που στα οικογενειακά τραπέζια δεν έπαυαν να τον ζαλίζουν με άπειρες απορίες σχετικά με υπαρκτούς και φανταστικούς πόνους. Πρόσφατα πήρε το δίπλωμα οδήγησης, άρα ίσως να έρθει αυτός, αν ο θείος Κ. είναι κουρασμένος.

Βέβαια, σκέφτηκε, δεν θα είναι έκπληξη αν τελικά εμφανιστεί η Μ. Παιδική φίλη της απ’ το χωριό, που παντρεύτηκε τον ξάδερφό της το Χ. Στα νεανικά τους χρόνια, ήταν συνέχεια μαζί, κάτι παραπάνω από φίλες, μάλλον αδερφές. Συνομίληκες, μαζί πέρναγαν τα καλοκαίρια στην επαρχία. Έφταναν κι οι δύο σκασμένες απ’ τα διαβάσματα του χειμώνα και ξέδιναν παρέα στη ζεστή καλοκαιρινή επαρχία. Μαζί βγήκαν τα πρώτα ραντεβού, μαζί πήγαιναν ατελείωτες βόλτες στο ποτάμι δίπλα στο χωριό, μαζί έκλεψαν –πρώτη και τελευταία φορά τέτοιο πράγμα- τέσσερα ολόκληρα παγωτά απ’ το περίπτερο του κυρ Μανόλη. Ακόμη μαζί, και αυτό το είχε ξεχάσει όλα αυτά τα χρόνια, είχαν σχεδιάσει μια Κυριακή του Αυγούστου να φύγουν. Έπεφτε μια απ’ τις γνωστές θερινές καταιγίδες, οι γονείς φώναζαν όλη την ημέρα, οι διακοπές τελείωναν, το σχολείο επέστρεφε απειλητικά κι εκείνες σκασμένες και μελαγχολικές κάθονταν στο πεζούλι κάτω απ’ το υπόστεγο του παρατημένου σχολείου και κοίταζαν ανόρεχτα το νερό που έπεφτε. Το καλοκαίρι ακόμη και όταν έβρεχε ήταν υπέροχο. Το καλοκαίρι που περνούσαν μαζί ήταν υπέροχο. Έτσι, ξαφνικά και αναπόφευκτα, μέσα σ’ ένα λεπτό, μέσα σ’ ένα βλέμμα το αποφάσισαν. Θα έφευγαν μαζί. Η χαρά τους όμως κράτησε ελάχιστα. Τόσο, όσο έκανε να εμφανιστεί από τη γωνία ο παππούς της Μ. και τείνοντας απειλητικά τη μαγκούρα να τις κυνηγήσει μέχρι το σπίτι, όπου και τα άκουσαν κανονικά για την ενδεχόμενη πνευμονία που θα εισέπρατταν εκείνο το βροχερό μεσημέρι.

Πάντως, σκεφτόταν, ίσως το πιο πιθανό, είναι να τρέξει να την παραλάβει ο Π. Ο αγαπημένος της ξάδερφος, ο πιο κοντινός της άνθρωπος όλα αυτά τα χρόνια. Αυτός που τη βοήθησε όταν έχασε τους γονείς της, αυτός που της στάθηκε ψυχολογικά και οικονομικά. Πόσες μέρες και νύχτες δεν είχαν περάσει μαζί. Σε μπαρ, στο σπίτι, σε μικρά γλέντια και συγκεντρώσεις. Για ατέλειωτες ώρες κουβέντα για τα πολιτικά, τα γκομενικά, το οτιδήποτε. Αλλά και να μη μιλούσαν, πάλι μια ματιά ήταν αρκετή να συνεννοηθούν. Κάθε φορά που κάτι συνέβαινε, κάθε φορά που υπήρχε πρόβλημα σ’ εκείνον θα τηλεφωνούσε. Και κάθε φορά αυτός θα έτρεχε, ποτέ δε θα την απογοήτευε. Μόνο που τον σκεφτόταν, χαμογελούσε.

Εκείνη την ώρα σα να ξύπνησε απότομα από ένα λήθαργο, κοίταξε το ρολόι στον τοίχο πίσω της. Η ώρα ήταν έξι και μισή. Μ’ αυτά και μ’ αυτά αφαιρέθηκε και δεν κατάλαβε πόση ώρα πέρασε. 6 και μισή είπε δυνατά. Άρχισε να ανησυχεί. Μήπως την ξέχασαν; Αποκλείεται. Το μήνυμα ήταν ξεκάθαρο. 5:30, 6 παρά το αργότερο θα ήταν εκεί. Τώρα όμως στεκόταν μόνη στο σταθμό. Δεν υπήρχε κανείς τριγύρω. Ούτε επιβάτης να περιμένει, ούτε υπάλληλος μέσα στο παλιό πέτρινο κτίριο. Απόλυτη ησυχία. Αυτή ακίνητη μέσα στο μαύρο παλτό της, για λίγο νόμισε πως μπορούσε να ακούσει την ανάσα της. Κοίταξε δεξιά αριστερά. Δεν υπήρχε κάποιο τηλέφωνο εκεί και το κινητό της από ώρα ήταν άδειο από μπαταρία. Η ανησυχία άρχισε να γίνεται εκνευρισμός.

Γιατί δεν έχουν έρθει ακόμη;

Ξαφνικά η αναμονή και η ερημιά έμοιαζαν ανυπόφορες. Η απίστευτη σιγή του σταθμού ήταν εξωπραγματική, βγαλμένη από κάποιο μακρινό φόβο. Λύγισε για λίγο τα γόνατα, σκέφτηκε να καθίσει κάτω, να ξεκουραστεί για λίγο. Πέρασαν άλλα πέντε λεπτά. Στάθηκε πάλι στα πόδια της. Δεν είναι δυνατόν να εξαντλείται έτσι από μια ελάχιστη αργοπορία. Δεν είναι δυνατόν έτσι απότομα να καταρρέει λόγω μιας μικρής ασυνεννοησίας. Πάλευε να κρατήσει το κορμί της στητό, το κεφάλι ψηλά σα να μην τρέχει τίποτα, σα να μην περιμένει κανένα. Το μήνυμα, σκέφτηκε, το μήνυμα, πώς μπορεί να το ξέχασαν;

«Γιατί δεν είναι εδώ ο θείος Τ.;» μονολόγησε. Τον έψαχνε με το βλέμμα ανάμεσα στα παγκάκια του σταθμού κι ας ήξερε πως δεν ήταν εκεί. Άλλωστε είναι κοινό μυστικό ότι ο θείος Τ. εδώ και καιρό δεν είναι πια αυτός που ήταν. Δεν γελάει δυνατά και ξάστερα, όπως παλιά, παρά έχει μια μόνιμη θλίψη στα μάτια. Τα ξενύχτια στα νοσοκομεία, τα φακελάκια στους γιατρούς και η συνεχής ανάγκη να περιποιείται τη θεία τον είχαν καταβάλλει. Η ίδια με τα χρόνια παραξένεψε. Δεν ήθελε ξένη γυναίκα να τη φυλάει, δεν άφηνε κανέναν άλλο εκτός από το θείο να την βλέπει με τη νυχτικιά ή γυμνή, τσακωνόταν για το παραμικρό με τους γιατρούς, έδιωχνε τις νοσοκόμες. Ο Τ. είχε γίνει ένα αμίλητο και στεγνό ανθρωπάκι, που περιφερόταν στους κρύους διαδρόμους ψάχνοντας νέα για την άρρωστη ή εκλιπαρώντας για κάποια δευτερόλεπτα ηρεμίας. Οι πόνοι της θείας κάθε μέρα όμως δυνάμωναν. Αυτός τα είχε χαμένα. Τον ανάγκασε να την πάρει από το νοσοκομείο και να αφοσιωθεί στη φροντίδα της στο σπίτι τους. Εκεί, έπειτα από μήνες στο ίδιο δωμάτιο, που είχε ποτιστεί από τη μυρωδιά φαρμάκων και την κλεισούρα, ο Τ. άρχισε να τα χάνει. Τα μπουκαλάκια, οι ενέσεις, οι πάπιες, τα σφαλισμένα πατζούρια, το μόνιμο σκοτάδι πείραξαν το μυαλό του. Μια μέρα τον άκουσαν να ουρλιάζει απειλώντας θεούς και δαίμονες. Ύστερα, το ίδιο βράδυ κιόλας, την έκλεισε σε μια κλινική κι από τότε το μόνο που τους συνδέει είναι μια επιταγή που κάθε μήνα ανανεώνει το δικαίωμά της να πεθάνει σ’ ένα κρεβάτι με καθαρά σεντόνια εκεί. Ο ίδιος λέει ότι όλα αυτά είναι ψέματα. Λέει ότι η θεία είναι ακόμη στο κρεβάτι που ξάπλωναν μαζί τόσα χρόνια κι ακόμη τη φροντίζει όσο μπορεί. Αυτοί όμως όσο κι αν δε μιλάνε, ξέρουνε.

Κοίταξε πάλι το ρολόι. 7 παρά δέκα. Ούτε ο θείος ούτε κι ο Σ. Τον Σ. όμως, ποτέ δεν το περίμενε στ’ αλήθεια. Ο Σ. ήταν ένας μικρός απατεώνας. Δεν το ήξερε κανείς, αλλά εδώ και έξι μήνες είχε παρατήσει τη σχολή. Κάποιες φήμες λένε πως πηγαινοέρχεται στα σύνορα κάνοντας ύποπτες δοσοληψίες κι άλλοι ψιθυρίζουν πως το παιδί απλά τρελάθηκε. Λένε πως τον είδαν να κοιμάται μαζί με αδέσποτα σκυλιά κι άλλοι πως ένα βράδυ χτυπούσε με μανία μια Ρουμάνα πίσω από το σιδηροδρομικό σταθμό. Ήταν ένας φευγάτος, βλάστημος διάολος που παρενοχλούσε τους γονείς του στέλνοντάς τους πότε επιστολές αυτοκτονίας και πότε ψεύτικες κάρτες από τη Βραζιλία. Βέβαια μετά απ’ όλα αυτά δε θα εμφανιζόταν σ’ αυτή τη συγκέντρωση.

Καθόλου σίγουρη δεν ήταν πως θα εμφανιζόταν κι η παιδική της φίλη η Μ. Γι’ αυτήν το σχέδιο εκείνης της Κυριακής φαίνεται ότι δεν ήταν μια απλή φευγαλέα έκλαμψη, ένα παιχνίδι δύο κοριτσιών. Η φυγή την κυνηγούσε και δεν μπορούσε να σταματήσει να πιστεύει ότι υπάρχει μια στενή φυλακή και ένα κελί χτισμένο ειδικά για εκείνη. Αυτά φυσικά δεν τα είπε ποτέ στον άντρα της. Πίστεψε ότι αυτό το φόβο, την υπερβολική ανησυχία θα τα εξαφανίσει η αγάπη του. Αργότερα, πίστεψε ότι το παιδί θα δείξει και σ’ αυτή ότι υπάρχουν αγκαλιές που δεν σε λιώνουν με τη δύναμή και την απαίτησή τους. Έκανε λάθος, έκανε συνεχόμενα λάθη. Η ασφυξία μέρα τη μέρα μεγάλωνε. Ασφυξία, είπαν οι γιατροί, ήταν η αιτία θανάτου για το ενός έτους παιδί της. Το πλάκωσε στον ύπνο της, ήταν εξαντλημένη και δεν μπόρεσε να ξυπνήσει, είπαν οι αστυνομικοί και οι δικηγόροι. Ο άντρας της το δέχτηκε αναντίρρητα και μεγαλόψυχα, δεν είχε λόγο να την αμφισβητήσει. Αυτή όμως, που ήξερε καλύτερα, αυτή μπορούσε να φανταστεί το σφίξιμο των χειλιών, το πλάκωμα, το κλάμα και την οργή. Αυτή μπορούσε να φανταστεί τη Μ. να ζητάει συγχώρεση από το παιδί της πριν αρχίσει να ρίχνει το βάρος μιας ζωής κι ενός κόσμου ολόκληρου πάνω στο μικρό του σώμα.

Ούτε αυτή βέβαια θα ερχόταν. Ούτε στο τραπέζι, ούτε στο σταθμό να την παραλάβει. Δε θα τολμούσε να εμφανιστεί μπροστά στον παππού που κάνοντας κύκλους μες στην αυλή μπορούσε μόνο να ψελλίσει «φόνισσα, αλλοίμονο. Φόνισσα»

Ήταν 7. Δεν μπορεί. δεν θα έρθει κανείς, σκέφτηκε. Και το μήνυμα, το μήνυμα που έλεγε ότι θα την έπαιρναν από το σταθμό; Όλα είναι μια φάρσα λοιπόν, ένα κακόγουστο αστείο. Η μόνη της ελπίδα ήταν πια ο Π. Ο αγαπημένος της Π. Ο φίλος κι αδελφός. Ο Π. Ο Π. που φυσικά δε θα ερχόταν. Έτσι κι αλλιώς δεν υπήρχε περίπτωση να έρθει ο Π. Γιατί, όπως ήδη κατάλαβες, δεν υπάρχει Π. Γιατί οι γονείς της είναι ζωντανοί, αυτή δε συζητάει με κανέναν τα δικά της, ούτε φυσικά έχει κάποιον να παίρνει τηλέφωνο οποιαδήποτε ώρα θελήσει. Στην πραγματικότητα η ατζέντα της είναι γεμάτη από τηλέφωνα νεκρών συγγενών και αντιπαθητικών συναδέλφων. Το μήνυμα δεν ήταν καν ένα αστείο ή κάποια μασκαρεμένη κακεντρέχεια. Όλα ήταν ψέματα. Το μήνυμα, το τραπέζι, η μουριά, το χωριό. Η θείος Τ., η παιδική φίλη Μ., ο Σ. ή ο Π. Ανύπαρκτα πρόσωπα, πλάσματα της φαντασίας της. Η αναμονή ήταν μια δοκιμασία στην οποία υπέβαλλε τον εαυτό της. Όταν μπήκε στο τρένο το πρωί δεν ήξερε που θα πάει. Δεν είχε καμία πρόσκληση. Όταν κατέβηκε σ’ αυτόν τον τυχαίο σταθμό, σ’ αυτό το ετοιμόρροπο πέτρινο κτίριο δεν περίμενε κανέναν. Έπαιζε θέατρο συνεχώς, έδινε μια παράσταση χωρίς θεατές. Με άλλα λόγια δημιούργησε και έζησε μία ήρεμη απελπισία δίχως αποδέκτες ή προοπτική.

7:23. Έφτασε το επόμενο τρένο. Χωρίς να πάρει τις βαλίτσες της, που έτσι κι αλλιώς ήταν άδειες, ανέβηκε στο βαγόνι που ήταν σταματημένο μπροστά της και ακολούθησε τον κόσμο στην ατέλειωτη ροή του. Κάθισε, απελπισμένη κι ήρεμη, και κοίταξε το τοπίο που έτρεχε παράλληλα με τις ράγες.

Στη φωτό η Hilary Swank παρακολουθεί, μες στην ερημιά του σταθμού ή του studio, τη σκιά της που μάταια προσπαθεί να ξεφύγει απ’ τον εαυτό της.

9 Σχόλια

Filed under παρένθεση, lost in hollywood

3. το μαχαίρι

Περίμενε ακόμη στο μαγαζί. Το ρολόι στον τοίχο έδειχνε 4. Δηλαδή είχε ήδη καθυστερήσει δύο ώρες. Κοίταζε συνεχώς μια την πόρτα, που έχασκε μισάνοιχτη, μια τους αργοκίνητους λεπτοδείκτες. Το μεσημέρι ποτέ δεν είχε ιδιαίτερη κίνηση. Μοναδικοί πελάτες μερικοί γείτονες που έμεναν από τσιγάρα ή κάποιος διψασμένος περαστικός που σταματούσε για αναψυκτικό. Ο Ιούλιος έσταζε από τα air condition και τον ιδρώτα και εκείνη ήταν κολλημένη μέσα στο στενόμακρο χώρο, πνιγμένη από πατατάκια και περιοδικά ποικίλης ύλης.

Της είχε πει δύο το αργότερο θα είναι εκεί. Θα πήγαινε πρωί πρωί στην τράπεζα και μετά θα καθόταν λίγο σπίτι, ίσως να έριχνε μια ματιά στο φως της τουαλέτας που είχε χαλάσει, θα έπαιρνε απ’ το σχολείο το παιδί, θα το άφηνε στη μάνα του και θα ερχόταν στο μαγαζί. Της είχε υποσχεθεί το αργότερο 2 θα είναι εκεί. Τώρα αυτή έλιωνε μαζί με το πεζοδρόμιο ανίκανη να αντιμετωπίσει το ασφυκτικό μεσημέρι.

Σηκώθηκε. Δεν άντεχε άλλο. Άρχιζε να κόβει βόλτες μέσα έξω στο κατάστημα. Η μπλούζα είχε κολλήσει πάνω της. Άνοιξε μια μπύρα και την κατέβασε σχεδόν μονορούφι. Αυτό ήταν. 4:30 πήγε. Πήρε τα κλειδιά που ήταν ακουμπισμένα όπως πάντα δίπλα στην ταμειακή μηχανή, τράβηξε την πόρτα πίσω της, και έφυγε. Περπατούσε γρήγορα. Με τεράστιες, πρωτοφανείς για τα μέτρα της, δρασκελιές πέρασε μπροστά από το κλειστό μανάβικο, το περίπτερο του Γιώργου, την πλατεία που λιάζονταν τα αδέσποτα, το video club που ήταν ακόμη κλειστό λόγω ανακαίνισης και το άδειο καφενείο. Δε σταμάτησε στο φανάρι, ούτε άκουσε τις βλαστήμιες του ταξιτζή που αναγκάστηκε να φρενάρει εντελώς απροσδόκητα για να μη τη χτυπήσει, έστριψε στο φούρνο και έφτασε στη γνώριμη πολυκατοικία.

Με ένα συνδυασμό εξαντλητικού θυμού και ανατριχιαστικής ηρεμίας άνοιξε την εξώπορτα. Δεν μπορούσε να περιμένει το ασανσέρ και άρχισε να ανεβαίνει τις σκάλες. Ο ιδρώτας τώρα πλημμύριζε το πρόσωπο, χωνόταν ανάμεσα στα πόδια και σχημάτιζε μικρούς λεκέδες στο παντελόνι.

μου είχε πει, δύο το αργότερο. Είναι ήδη 4:30. Δεν αντέχω άλλο αυτό το κωλομεσημέρι. Αυτή η ζέστη με τρελαίνει. Δε μ’ αρέσει μεσημέρια να κάθομαι εκεί μέσα. -δε γίνεται αλλιώς, της είχε πει- Και του απάντησα χίλιες φορές, τότε να βάλουμε ένα κλιματιστικό. Αυτός εκεί κολλημένος, το θεωρεί περιττό. Περιττό είναι απ’ ότι φαίνεται να μιλάω. Περιττό να λέω ότι χρειάζομαι κλιματιστικό. Περιττό είναι να ζεσταίνομαι.

Πρώτος όροφος. Τρέμουν τα πόδια της. Ακούει φωνές απ’ το διαμέρισμα της κυρίας Κ. Τσακώνεται φαίνεται με τον άντρα της. Αυτή η κάψα θα μας διαλύσει όλους, σκέφτεται. Ακούει την κυρία Κ. να εκτοξεύει βρισιές, ποτήρια και χολή στον απέναντι ξένο, που κάποτε, μπορεί και να ήταν ο σύντροφός της. Πνιγμένες φωνές κι ύστερα βήματα βιαστικά στο πάτωμα. Αυτός δεν μιλάει καθόλου. Ποτέ δεν μιλάει, άμα τον πετύχεις στο διάδρομο απλά σου γνέφει. Συνεχίζει να ανεβαίνει.

Σκαλοπάτια βρώμικα, πατημασιές και χώματα στις άκρες. Αρχίζει και κουράζεται. Κόβεται η ανάσα. Σήμερα άργησε πάρα πολύ. Δε μπορεί να περιμένει όλη μέρα εκεί μέσα. Την ενοχλούν τα κουτάκια, οι τσίχλες, η μαλακία που έχει βάλει στην πόρτα και κάθε τόσο χτυπάει τάχα να καταλάβεις ότι κάποιος μπήκε. Η μαυρίλα των εφημερίδων στα χέρια της, η γαμημένη η κυρία Κατερίνα με το κωλοπεριοδικάκι της. Μια φορά την εβδομάδα έρχεται να αγοράσει το πρόγραμμα της τηλεόρασης με εξώφυλλο κάποιον άθλιο, χαμογελαστό ηθοποιό. Την επόμενη φορά δε θα της το δώσει, θα τη διώξει. Θα την πετάξει έξω κι αυτήν και το αδιάφορο περιφρονητικό της ύφος.

Δεύτερος όροφος. Τα παιδιά λυσσάνε, γέλια, στριγκλιές, σπρωξίματα. Κανείς δεν κοιμάται στην πολυκατοικία. Σφίγγει τα δόντια. Το αίμα της βράζει. Τα παιδιά που παίζουν. Το δικό της στο σπίτι της μάνας του. Να δεις που θα το άφησε εκεί και θα γύρισε να δει τηλεόραση. Κάθεται με τις ώρες σιωπηλός και χαζεύει τα πόδια μιας πλαστικής παρουσιάστριας. Λαχταράει να χωθεί ανάμεσα στα σκέλια της. Τον βλέπει να κοιτάζει σαν έφηβος που ψήνεται στον πυρετό μπροστά σε αφίσες περιοδικών. Δεν έχει καν το θάρρος να της πει μια κουβέντα, να παραδεχτεί τη δίψα του. Μόνο κάθεται εκεί και ακούει για το καινούριο cd μιας ημίγυμνης καριόλας.

Τρίτος όροφος. Έφτασε. Ανοίγει την πόρτα. Ησυχία. Μόνο η τηλεόραση ξεχασμένη να παίζει κάποιο τηλεπαιχνίδι. Εκεί, όλοι περνάνε καλά. Πηγαίνει στην κουζίνα. Κοιτάζει τα ντουλάπια, το καινούριο ψυγείο. Πιάνει την ποδιά της, ύστερα σιγά παίρνει τα καθαρά και τα τακτοποιεί στη θέση τους. Ξεχνιέται για λίγο μόνο κι έπειτα θυμάται ότι αυτός είναι εκεί. Ξαπλωμένος. Κοιμήθηκε και την ξέχασε. Ακουμπάει και το τελευταίο ποτήρι στο ράφι και πηγαίνει προς την κρεβατοκάμαρα. Κρατάει ακόμη ένα μαχαίρι. Αγνοεί κι η ίδια αν πρόκειται για αφηρημάδα ή για μια αόριστη υπόσχεση.

Μπαίνει στο δωμάτιο και τον βλέπει ξαπλωμένο να βαριανασαίνει. Δίπλα του κοιμάται το παιδί. Δεν το πήγε τελικά στη γιαγιά του. Πλησιάζει στο κρεβάτι. Αρχίζει να ονειρεύεται το δευτερόλεπτο εκείνο που το μαχαίρι θα κόβει μέχρι μέσα το λαιμό του. Φαντάζεται την πληγή που θα ανοίγει το μαχαίρι, που τόσα χρόνια ακουμπισμένο στο τραπέζι της κουζίνας χρησιμοποιούσαν για να κόβουν ψωμί. Κάθε βράδυ, κάθε μέρα το ίδιο αυτό αντικείμενο σημαντικό μέρος της ζωής και της ευτυχίας τους. Τώρα θα χαράξει ένα τέλος στο στήθος του άντρα της.

Έσφιξε στα χέρια της το μαχαίρι, το έφερε κοντά στο λαιμό του και έμεινε ακίνητη. Ο ιδρώτας έκανε τα δάχτυλα να γλιστράνε. Κοίταξε τον άντρα της που αγκάλιαζε, σα να σκεπάζει, το παιδί τους. Δε μπορούσε να τον σκοτώσει. Σχεδόν ακούμπησε το μαχαίρι στην καρωτίδα του. Δε μπορούσε να τον σκοτώσει. Κράτησε την ανάσα για δύο δευτερόλεπτα και αμέσως, με μια αστραπιαία κίνηση, έσπρωξε το μαχαίρι, με όση δύναμη είχε, στο στομάχι της. Ύστερα ξάπλωσε δίπλα τους ήσυχα και παρόλο που ο πόνος και το κάψιμο γίνoνταν όλο και πιο αφόρητα μέσα της, δεν έβγαλε άχνα. Έτσι πεθαίνει λοιπόν κανείς. Γρήγορα κι επώδυνα, χωρίς να σ’ αγκαλιάζουν γλυκές μνήμες ή αιθέριες μουσικές. Έμεινε εκεί να κρατάει σφιχτά με το ένα χέρι το μαχαίρι και με το άλλο το στόμα της. Δεν ήθελε να φωνάξει, να κλάψει ή να προσπαθήσει να σωθεί. Δε θα διόρθωνε το λάθος της (κι όταν λέει λάθος αναρωτιέται κι η ίδια αν τελικά το λάθος ήταν η απροσδόκητη και αιματηρή παρόρμηση ή όλη η ζωή της). Περίμενε απλά ακίνητη να τελειώσουν όλα, σα να ήταν ο θάνατος αυτός κάτι αναπόφευκτο κι οριστικό.

Αυτός δεν κατάλαβε τίποτα. Μόνο όταν, χωρίς να το θέλει, ακούμπησε πάνω στο σεντόνι που είχε πια μουσκέψει. Το παιδί ξύπνησε απ’ τις φωνές του.

Υγ. στις φωτό η Nurgül Yesilçay ρίχνει μια ματιά σε κάθε παράλογο ή αναμενόμενο τέλος και ήρεμα αντιλαμβάνεται και τα δύο.

7 Σχόλια

Filed under παρένθεση, lost in hollywood

2. ο δρόμος

Την κοιτάζω σχολαστικά και δύσπιστα. Αυτή τη γυναίκα που λείπει απ’ το σπίτι εδώ και μήνες. Μ’ ένα μικρό αμαξάκι τριγυρνάει στους επαρχιακούς δρόμους και τις ατελείωτες λεωφόρους. Μερικοί λένε πως την είδαν στη λίμνη της Καστοριάς, στο δέλτα του Έβρου να χαζεύει τα πουλιά, στη μεγάλη ευθεία της Τρίπολης να τρέχει σαν παλαβή τα μεσημέρια, σε εγκαταλελειμμένους σταθμούς τρένων στην Αρκαδία, σε κάποιο σπίτι στη Λουιζιάνα, στο αεροπλάνο για τη Λισαβόνα, σε ένα καραβάκι στα κανάλια του Άμστερνταμ και πάει λέγοντας. Εσύ βέβαια να μην πιστέψεις τίποτα.

Αυτή χαμογελάει σα να άκουσε μόλις το καλύτερο νέο του κόσμου. Φοράει ένα χιλιοφθαρμένο τζιν και το κόκκινο κοντομάνικο που κόλλαγε πάνω της, όταν ακόμα ήταν στη σχολή. Χαμένη για μήνες από την οικογένεια, τους φίλους, τον προϊστάμενο, απολαμβάνει το σάστισμά μου. Λέει πως πρέπει να φτάσει με κάποιο τρόπο στην Καβάλα. Εκεί έχει αφήσει το αυτοκίνητό της. Το παράτησε στην άκρη του δρόμου ξαφνικά, όταν σε μια καντίνα στο πλάι της εθνικής γνώρισε εκείνο τον περιπλανώμενο μηχανόβιο. Χωρίς δεύτερη κουβέντα έβαλε τη μηχανή ανάμεσα στα πόδια της και τον ακολούθησε για μερικές εκατοντάδες χιλιόμετρα. Έπειτα τον παράτησε σ’ ένα παρακμιακό εστιατόριο της εθνικής οδού, την ώρα που αυτός πήγε μέσα να κατουρήσει. Όταν βγήκε πάλι έξω, αυτή και ο σάκος της έλειπαν. Δεν την πολυέψαξε, το είχε ήδη καταλάβει.

Τη ρωτάω τί έχει σκοπό να κάνει τώρα. Έχω σκοπό να μην έχω σκοπό, μου απαντάει και πάλι μου χαμογελάει πλατιά. «Κουράστηκα φίλε μου. Θα πάω να κάνω την αγρότισσα στην Ημαθία, να στάζει χώμα απ’ τα νύχια μου. Ή θα πάω στα ποτάμια της νότιας Αμερικής ή ίσως σε ένα κοινόβιο στο Βερολίνο. Στη χειρότερη θα αφήσω στην άκρη ενός δρόμου τα ελληνικά μου και θα περιμένω να με σκοτώσουν όπως τις Βουλγάρες στα επαρχιακά σκυλάδικά». Είναι αδύνατο να καταλάβεις, αν κοροϊδεύει ή όχι. «Έχω σκοπό να βγω στο δρόμο και να καταπιώ τις λεωφόρους. Να πατάω μόνο γκάζι και να κάνω έρωτα με τα χιλιόμετρα. Να γνωρίζω συνέχεια στριφνούς και μοναχικούς ανθρώπους, έρημα χωριά, παγωμένα καφενεία, άθλιες στροφές, άγνωστες λέξεις. Έχω σκοπό να μην έχω κανένα σκοπό. Ακούω τον παλιόφιλο τον Springsteen να μου τραγουδάει:

Someday girl I don’t know when

We’re gonna get to that place

Where we really wanna go and we’ll walk in the sun

But till then tramps like us baby

We were born to run.

Κατάλαβες τί σου λέω; Ανήκουμε σε μια άλλη φυλή. Χωρίς σπίτι ή τόπο, αλλά με χιλιάδες σπίτια και τόπους. Είμαστε νομάδες κι οδοιπόροι αγόρι μου. Μας χτυπάει ο αέρας στο πρόσωπο και ανοίγουμε τα χέρια να χωρέσουμε το τοπίο. Είμαστε η πέτρα που σκάει στον τοίχο. Θα διαλυθούμε γελώντας. Δεν είμαστε γεννημένοι δολοφόνοι, αλλά γεννημένοι δραπέτες. Καθημερινοί προδότες της μονιμότητας, ανίκανοι να απαντήσουν στην αδιάκοπη απαίτηση για αποκατάσταση».

Την κοίταζα και δε μιλούσα. Τη φανταζόμουνα τσιγγάνα σε καταυλισμό. Με τρυπημένα χέρια να κοιμάται μέσα στις λάσπες ή να πίνει μπύρες παρέα με τους χτίστες που μόνοι στα άδεια νησιά του χειμώνα, φτιάχνουν εξοχικά και βίλες για τους καλοκαιρινούς τουρίστες. Δεν είχα τίποτα να πω ή να της θυμίσω. Το σπίτι της, η οικογένεια, οι φίλοι, η δουλειά. Ποιόν να πείσεις και γιατί; Μήπως άλλωστε είναι ανθρώπινη όλη αυτή η ευθύνη; Όλο αυτό το πλέγμα κανόνων και υποχρεώσεων, επιλογών και σχέσεων δεν είναι άραγε μια παράλογη σύμβαση που τρέξαμε να υπογράψουμε μπας και φάμε πόρτα από την κυρίαρχη φυλή; Δεν ξέρω καν τί είναι φυσιολογικό.

Μια γυναίκα, όμορφη σαν κι αυτή, νέα και δυνατή σαν κι αυτή, χαμένη σε χιλιομετρικές αποστάσεις, άγνωστες πόλεις, ζόρικες γνωριμίες. Όποιο μέλλον κι αν φανταστείς, θα τη βρεις ξένη, μες στο ξένο τοπίο κι όμως τώρα με κοιτάει και γελάει. Γελάει μέσα σε ένα ευγενικό χάος, μια στιγμιαία περιπλάνηση, ένα συνεχόμενο τέλος. Τρελή και υπέροχη, με εκατομμύρια φόβους και καμιά εκτίμηση στην ασφάλεια, έτοιμη για κάθε είδους έρωτα και κάθε αλλόκοτη επιθυμία. Φευγάτη, ονειροπαρμένη, αλαφροΐσκιωτη. Σκληρή μ’ αυτούς που άφησε πίσω, ανίκανη να δει τις παλιές ρίζες, αλλά με ένα βλέμμα σκέτη καταστροφή, να σου καίει τα σωθικά. Τώρα με δυσκολία στέκεται ακόμη εδώ. Ζαλίζεται με την άσφαλτο που βράζει, τον ανοιχτό δρόμο, είναι ήδη εκεί και γεύεται αχόρταγα τη συντριβή. Η μουσική υπαινίσσεται κάτι από τη γεύση που πρέπει να έχει το στόμα της: they dont make them like you anymore.

Ετοιμάζεται να φυγει. Χαμογελάει ξανά. «Πού θα πας;» της λέω. «Δεν έχω ιδέα. Ίσως ψάξω για κάποιο ξεχασμένο χωριό της Ηπείρου. Ή ίσως προσπαθήσω να βρω εκείνον τον υπαίθριο μανάβη που είχα γνωρίσει να αναζητά την πελατεία του ανάμεσα στους περαστικούς ταξιδιώτες. Σα να πεθύμησα να φάω κεράσια. Κάπου τώρα δεν είναι η εποχή τους; Να ορίστε. Βρήκα σκοπό λοιπόν. Από σήμερα θα ζω μόνο γι’ αυτό. Θα ζω μόνο και μόνο για να βρω μερικά υπέροχα κεράσια και να τα καταβροχθίσω». Έπειτα είπε κάτι σαν αντίο και έμεινα να βλέπω εκείνη τη μικρή παλλόμενη φλεβίτσα στο λαιμό της να απομακρύνεται.

στη φωτό η Rosario Dawson έτοιμη να μοιραστεί τα κεράσια της, αρκεί να της το ζητήσεις.

5 Σχόλια

Filed under παρένθεση, lost in hollywood

1. η νύχτα

Μήνες κι άλλοι μήνες στο ίδιο κλειστό διαμέρισμα. Τα παντζούρια μονίμως κλειδωμένα και μια μικρή λάμπα στην άλλη άκρη του δωματίου για μοναδικό φως. Στο σαλόνι, ανάκατα πάνω στο ξεφτισμένο χαλί, περιοδικά, φωτογραφίες από προηγούμενους χειμώνες, άδειες θήκες cd και προχτεσινά ποτήρια. Βδομάδες τώρα, ξύπναγε το πρωί, πήγαινε δουλειά, επέστρεφε και όλα έμεναν αμετακίνητα. Οι μουσικές του δωματίου, αλλόκοτα κολλημένες στο spanish key του Miles Davis. Κάθε απόγευμα μπαίνοντας στο διαμέρισμα, πάταγε απλά το play και νόμιζε πως εκείνο το ηχείο όχι μόνο βομβάρδιζε το χώρο με νότες, αλλά άνοιγε κιόλας το μπουκάλι και πάσχιζε να χορτάσει κάθε χιλιοστό του λαιμού της με ένα πικρό ουίσκι. Καθισμένη στον καναπέ ή βολτάροντας στην κρεβατοκάμαρα και πίσω, πάντα με το ποτήρι στο χέρι, κούναγε αργά ολόκληρο το σώμα και με κλειστά τα μάτια αγκάλιαζε αόρατα χέρια ή μύριζε όλα τα αρώματα της νύχτας.

Πίστευε ότι όπου να ’ναι θα άνοιγε την πόρτα του δωματίου και θα εισέβαλλε σ’ εκείνο το παλιό μπαρ της Νέας Ορλεάνης. Η ορχήστρα θα πάλευε με το μεθύσι και το χάραμα και ένας νωχελικός χορός θα άρχιζε ακριβώς την ώρα που όλοι σταματούν να μιλάνε. Ή έκλεινε για ώρα τα μάτια και καθόταν ακίνητη. Όταν πια τα άνοιγε περπατούσε βιαστικά στο νυχτερινό Παρίσι του Λ. Μαλ, ψάχνοντας τον αγαπημένο της, που περίμενε φυλακισμένος σ’ ένα ασανσέρ στο μέσο κάποιου απροσδιόριστου ορόφου.

Πίσω στην πραγματικότητα, στο δεύτερο όροφο μιας παλιάς πολυκατοικίας κάπου στο κέντρο, η ζέστη πότιζε τους τοίχους. Ο συνδυασμός του πιοτού με τη αφόρητη υγρασία μπορούσε να αχρηστεύσει κάθε άλλη διάθεση. Δυνάμωσε κι άλλο τη μουσική και χάιδεψε το κεφάλι της με ένα παγάκι. Αμέσως, λες και η δροσιά χτύπησε κάποιο συγκεκριμένο σημείο του εγκεφάλου που αντιστοιχεί στο κέντρο λήψεως αποφάσεων, τον πήρε τηλέφωνο. «έλα εδώ. Σε περιμένω». Είπε και το έκλεισε ενώ η φωνή του ίσα που πρόλαβε να ακουστεί την ώρα που άρχιζε τις ερωτήσεις.

Όταν άκουσε το κουδούνι είχε προλάβει να αδειάσει τη μποτίλια και το μόνο που έκανε, ήταν να αναρωτηθεί αν αυτός θα σκέφτηκε να φέρει κάτι να πιούν. Για ένα απροσδιόριστο λόγο δεν άνοιξε κατευθείαν, παρά πήγε κάτω μέχρι την πόρτα της εισόδου. Μόλις άνοιξε, αυτός σάστισε. Είχε κατέβει μισόγυμνη. Του έδωσε ένα ήρεμο φιλί κάπου ανάμεσα στο λαιμό και το μάγουλο και έψαξε στα χέρια του για την πολυπόθητη συνέχεια. Τίποτα. Η αδυναμία του να προλάβει την επιθυμία της θα τους άφηνε ακόμη μια φορά στεγνούς. Του έδωσε άλλο ένα φιλί σα να τον συγχωρεί κι άρχισε αργά να ανεβαίνει τις σκάλες.

«Με κοροϊδεύεις; Τί είναι αυτά που κάνεις;» είπε εκείνος αν και ήξερε πως οι λογικές απορίες κι οι ακόμη πιο σωτήριες ενστάσεις του, σχετικά με τη νύχτα που ερχόταν, σε λίγο θα εξαφανίζονταν εντυπωσιακά. «Νομίζεις ότι θα με παίρνεις τηλέφωνο όποτε σου γουστάρει; Έχουμε πει κάποια πράγματα ή όχι;» είπε λες και τα λόγια αυτά θα μπορούσαν ποτέ να έχουν την ελάχιστη σημασία.

Εκείνη συνέχισε να προχωράει την ώρα που το κορμί, το πρόσωπο, τα μαλλιά, τα πόδια της θριάμβευαν, αφού αυτός υποτασσόταν φυσιολογικά στο αναπόφευκτο. Την ώρα που έκλεινε η πόρτα πίσω τους η Etta James πρέπει να έλεγε «and well make love while its burning». Η νύχτα, η απαράμιλλη κάψα του Ιούνη, το ουίσκι, οι μουσικές – υπόγειες και εξουθενωτικές- χόρευαν γύρω από τα σώματα που υπέκυπταν δευτερόλεπτο το δευτερόλεπτο στη γνωστή πάλη.

Εκείνη το ήξερε καλά, ήδη απ’ την ώρα που τον φιλούσε, ή μάλλον απ’ τη στιγμή ακόμη που πατούσε τα νούμερα στο τηλέφωνο. Η νύχτα αυτή, η καλοκαιρινή και αφόρητη, ζητούσε επίμονα αίμα. Οι επιλογές ήταν μετρημένες, όπως ακριβώς όταν οι ήρωες στις ασπρόμαυρες ταινίες συντρίβονταν από τα παλιά καλά διλήμματα. Θα έριχνε τον εαυτό της στις σκάλες, να μετρήσει αργά τα σπασμένα κόκαλα και τα χιλιάδες γυαλιά που θα σκόρπιζαν μέχρι κάτω. Ειδάλλως έπρεπε εκείνος να έρθει και να πατήσει πάνω στις παλιές αποφάσεις και το σκοτωμένο παρελθόν.

Παρόλο τον μελοδραματισμό της, τίποτα απ’ τα δύο δεν ισοδυναμούσε με θάνατο και τίποτα απ’ τα δύο δεν τον έδιωχνε οριστικά. Όλα ήταν μια αργόσυρτη μελωδία, ένας ήχος που ξεπήδησε απ’ τον αμερικάνικο νότο ή τις ευρωπαϊκές λεωφόρους, μια σταγόνα bourbon που απέμεινε να στάζει στο χαλί. Με άλλα λόγια, η συγκεκριμένη νύχτα ήταν ένα αλλοπρόσαλλο πανηγύρι ή μια ακόμη λάθος απάντηση, ένας ζαλισμένος χορός ή το τελευταίο αντίο ενός ακροβάτη. Εκείνη ήταν ζωντανή κι έψαχνε ακόμη εκείνο το μπαρ ή εκείνο τον άντρα. Καλώς ή κακώς, τίποτα απ’ τα δύο δε θα έβρισκε απόψε.

Στη φωτογραφία η Halle Berry από παλιότερη φωτογράφηση στο Esquire, μουρμουρίζει παρέα με την Etta James για τις καμένες αγάπες.

2 Σχόλια

Filed under παρένθεση, lost in hollywood

αναχώρηση

Χαμένος ανάμεσα στο πλήθος που βιαζόταν στα μισοδιαλυμένα πεζοδρόμια και στα έργα που φύτρωναν κάθε τόσο στο δρόμο του, συνέχιζε να περπατάει πότε γρήγορα και πότε αργά, αλλά πάντα χωρίς συγκεκριμένο προορισμό. Πατώντας μόνο στην μεγάλη επιφάνεια κάθε πλακακιού κι όχι στις γραμμές που τα χωρίζουν, ξεχνούσε τα πρόσωπα που, δυσφορώντας, χάζευαν την αλλόκοτη διαδρομή του.

Ξένος ανάμεσα στους ξένους και άγνωστος ανάμεσα σε χιλιάδες, προχωρούσε αγνοώντας επίτηδες ότι τα βήματα, όσο παράλογα κι αν έμοιαζαν, στην πραγματικότητα οδηγούσαν κατευθείαν στο λιμάνι, εκεί που πλεούμενα διαφόρων σχημάτων υπόσχονται πολύχρωμες αναχωρήσεις για άγνωστες κι άρα αγαπημένες χώρες. Δε θα στο έλεγε αν ρωτούσες, αλλά στο πρόσωπό του, δεν είναι υπερβολή να πούμε, ότι συστηνόταν χαμογελαστός ο νυχτερινός ταξιδιώτης. Δηλαδή το είδος εκείνο του ταξιδιώτη που συναντάμε σε σελίδες σύντομων, πικρών διηγημάτων και σε φωτογραφίες παράτολμων περιηγητών, το είδος του ταξιδιώτη που αναχωρεί χωρίς βαλίτσες, κινητά ή χάρτες, παρά με μοναδική αποσκευή ό,τι επιμένει ακόμη να βαραίνει τη μνήμη.

Μοναδικό εμπόδιο ότι θα έπρεπε να δώσει το όνομά του για να βγάλει εισιτήριο. Κι αυτός όσο κι αν ντρεπόταν να το παραδεχτεί, δεν ήθελε πια το όνομα του, δεν ήθελε να το λέει πουθενά, άσε που δεν ήταν σίγουρος πια ποιό ήταν. «Δηλαδή όταν κύριε αποφασίζεις να αλλάξεις τα πάντα, όταν επιλέγεις να αλλάξεις εσύ ο ίδιος στο κάτω κάτω και ν’ αρχίσεις απ’ την αρχή, γιατί θα πρέπει να χρησιμοποιείς το ίδιο παλιοκαιρισμένο, χιλιοειπωμένο όνομα; Τι σχέση έχεις πια με το εντυπωμένο σε εκατοντάδες αιτήσεις, έγγραφα και άλλες δηλώσεις ονοματεπώνυμο; Μα μιλάμε για κανονικότατη απόδραση κύριε, έχετε ακούσει ποτέ να τρέχει ο πρώην κρατούμενος από πόλη σε πόλη υπογράφοντας λογαριασμούς με το παλιό φυλακισμένο του επώνυμο;» Όχι, όχι αποκλείεται, θα χρησιμοποιήσει κάποιο καινούριο όνομα. Κάτι όμορφο, γυαλιστερό και πολλά υποσχόμενο. Το παλιό όνομα εξαφανίστηκε μαζί με τον ισοβίτη που έπαψε πια να κόβει ιδρωμένες βόλτες μέσα στο κελί. «Αποδράσαμε κύριε εισπράκτορα κι αυτό χρειάζεται περισσότερο θάρρος απ’ όσο θα δείξετε εσείς ποτέ στη ζωή σας». Κάτι τέτοιο θα του πει τέλος πάντων και θα βασιστεί έπειτα στην καλοσύνη του.

Βέβαια δεν το έσκασε από κάποια φυλακή υψίστης ασφαλείας με δεσμοφύλακες και ριπές να γαζώνουν τον αέρα γύρω απ’ το κεφάλι του. Τα γεγονότα, χωρίς μελοδραματισμούς ή φαντασιώσεις είχαν ακριβώς έτσι. Το πρωί ξύπνησε νωρίτερα απ’ το κανονικό. Ήπιε ένα ποτήρι χυμό πορτοκάλι και κάθισε στο τραπέζι της κουζίνας. Έπειτα χωρίς να δώσει ιδιαίτερη σημασία σε όσους ακόμα κοιμόντουσαν στα υπόλοιπα δωμάτια ντύθηκε βιαστικά και έφυγε.

Δεν ήταν λοιπόν δραπέτης, δεν ήταν νυχτερινός ταξιδιώτης, αλλά αγαπημένος και κατάκοπος ένοικος του διαμερίσματος 2Β. Συνέχισε την πορεία του κάπως απογοητευμένος, όχι από κάποια συγκεκριμένη αποτυχία αλλά από αυτό το αφόρητο βάρος, που πλάκωνε τώρα τους ώμους και θα μπορούσαμε με λίγα λόγια να το ονομάσουμε, μνήμη του παιδιού που ο ίδιος κάποτε υπήρξε. Με τη σκέψη σ’ αυτό το παιδί συνέχιζε να βαδίζει όπως ακριβώς εκείνο, πάντα στη μέση της πλάκας, ποτέ στο χώρισμα. Περπατούσε και πάλευε με κάθε λογής θηρία.

«Η κόλαση είναι οι άλλοι» έλεγε το γνωστό τσιτάτο γραμμένο πάνω σε ένα παγκάκι. Στη χτεσινή ταινία η M. Pfeifer ψιθύριζε «μοναξιά είναι η ζωή μ’ αυτούς που θέλουν να υποκρίνεσαι». Αν ήμουν εκεί θα του έλεγα ότι είναι προφανές ότι μια γυναίκα σαν τη Michelle αποκλείεται να κάνει λάθος. Αν είναι να πιστέψεις κάποιον, πίστεψε μια όμορφη γυναίκα. Η διάψευση τότε μπορεί και να αξίζει τον κόπο. Ή μπορεί και να του ‘λεγα, σταμάτα πια να ακούς του καθενός τις παρλάτες. Αυτός φυσικά δε δίνει την παραμικρή σημασία. Απλώς φεύγει, απλώς θυμάται για τελευταία φορά τους καθημερινούς προορισμούς του και αποχαιρετά όποιον απέμεινε απ’ την παλιά παρέα. Νοερά περιπλανιέται στο γραφείο, στο κρεβάτι του και στην οθόνη του υπολογιστή του. Όλα μοιάζουν παλιά, ξεθωριασμένα. Όπως στις εκδρομές που κρατάς εσύ τη φωτογραφική μηχανή κι εμφανίζεσαι μόνο σε δυο τρεις στάσεις. Έπειτα από καιρό κοιτάς το album, το φάκελο στον υπολογιστή και βλέπεις την εκδρομή μερικών αγνώστων να κάνει πασαρέλα ανάμεσα στα προσωπικά σου αντικείμενα. Άραγε, σκέφτεται, εγώ πού ήμουν; Τουλάχιστον αυτοί, πέρασαν καλά εκεί; Με άλλα λόγια, αν βάλεις ολόκληρη τη ζωή του σ’ ένα album, θα διαπιστώσεις και συ, ότι εμφανίζεται μόνο σε δυο τρεις στάσεις.

Μπαίνοντας εκείνη τη στιγμή στο πλοίο, είχε σταματήσει να σκέφτεται. Έδωσε ένα άσχετο όνομα, έβγαλε εισιτήριο και απ’ το κατάστρωμα τα έβλεπε όλα να απομακρύνονται. Το λιμάνι, τα άλλα καράβια, την πόλη, τους δρόμους, την ζωή την ίδια.

Όταν τον βρήκαν μετά από μήνες οι δικοί του, ήταν ψαράς στις σπηλιές της Πάτμου, βοσκός στην παραθαλάσσια Ανδρίτσαινα, σερβιτόρος στο κυλικείο νεκροταφείου στου Ζωγράφου, λαχειοπώλης στις κάθετες της Ευρυπίδου, αγροφύλακας σε ταινία του Αβδελιώδη, νεκρός από τη διάφανη σφαίρα των ανύπαρκτων αποδράσεων. Ήξερε ότι κανείς ποτέ δε φεύγει πραγματικά, αλλά εκείνο το απόγευμα ο ουρανός ήταν γλυκός, το πλοίο άδειο κι αυτός έτοιμος για όλα.

8 Σχόλια

Filed under παρένθεση

το λεμόνι

Εκείνη στεκόταν όρθια μπροστά στον πάγκο της κουζίνας. Κρατούσε ένα λεμόνι και το έπαιζε νευρικά στις χούφτες της. Αυτός κάπνιζε και μιλούσε, φώναζε και κάπνιζε, φέρνοντας βόλτες στο σαλόνι. «Δεν είναι κατάσταση αυτή», είπε. «Δεν αντέχω άλλο αυτά τα μούτρα, δεν αντέχω τη μιζέρια σου». Πράγματι αυτός δεν άντεχε καθόλου. Νόμιζε πως είχε φτάσει στα όριά του.

Εδώ και καιρό η γυναίκα του κυκλοφορούσε με έναν διαρκή μορφασμό στο πρόσωπο. Τα μάτια της είχαν γίνει ξένα και επιθετικά. Οι κινήσεις της απότομες. Δεν μπορούσε άλλο να ζει σ’ αυτό το απειλητικό περιβάλλον. Κάθε στιγμή έμοιαζε με το τελευταίο δευτερόλεπτο πριν την έκρηξη. Μια διαρκής ένταση είχε καταλάβει το σπίτι τους και είχε θρονιαστεί ανάμεσα στα έπιπλα, πάνω στις καρέκλες, κάτω απ’ τα σκεπάσματα. Οι λέξεις που έπεφταν με μανία πάνω του, βρίσκονταν παντού. Στο σχόλιο για το φαγητό, στην αγαπημένη του εκπομπή στην τηλεόραση, στο περιοδικό που αγόραζε απ’ το περίπτερο, στην coca cola που ξέχασε να πάρει απ’ το super market, στα ελάχιστα λεπτά που καθυστερούσε να πάρει τα παιδιά από το σχολείο, τα αγγλικά, το ωδείο. Εδώ και λίγο καιρό οι ανάσες του στόχευαν αποκλειστικά στην επίδειξη της μαεστρίας που είχε αναπτύξει να ελίσσεται ανάμεσα στους σκοπέλους του καβγά και της γκρίνιας.

Εκείνη παρέμενε ακίνητη εκεί ακριβώς δίπλα στον πάγκο. Κανονικά θα είχε πάει να κλείσει τα τζάμια, να μην τους ακούει η γειτονιά, σήμερα όμως όχι. Αυτός δεν το παρατήρησε κι αυτό την εκνεύριζε ακόμη περισσότερο. Αυτά είναι τα μούτρα μου, πήγε να του πει αλλά δεν. Δεν το είπε. Έμεινε εκεί και τον κοίταζε να μιλάει και να φεύγει. Τον κοίταγε με κάθε λέξη του ν’ απομακρύνεται. Κάθε ρήμα ήταν ένα βήμα που δεν μπορούσε ποτέ ξανά να διανυθεί. Κάθε ουσιαστικό ήταν μερικά μέτρα που η απόσταση τα όρισε έτσι, σα σημείο απ’ το οποίο δεν υπάρχει επιστροφή. Εκείνος έσταζε το θυμό του πάνω στο αγαπημένο της μαξιλάρι στον καναπέ και κάποια περίεργη δύναμη τον ρουφούσε έξω απ’ το σπίτι. Η μορφή του μάκραινε την ώρα που η φωνή του ίσα που ακουγόταν κι ύστερα γινόταν ψίθυρος, για να καταλήξει τελικά κάτι σαν μακρινή ανάμνηση. Όλος πια βρισκόταν κάπου μακριά, εκεί που μένουν αυτοί που κάποτε αγαπήσαμε με πάθος, αλλά τώρα παλεύουν μες τη μνήμη μας να μη γίνουν σκόνη, αχνά κι αδιάφορα περιστατικά.

«Σκέψου τα παιδιά μας». Τα λόγια του την ξύπνησαν από τον πολύτιμο λήθαργο. «Τα παιδιά σου εννοείς» του πέταξε αυθόρμητα και σχεδόν ειρωνικά. Αυτός κοκάλωσε, ενώ κι αυτή δάγκωσε τα χείλη της μόλις κατάλαβε τί είπε. Σήκωσε το βλέμμα, κοίταξε τις φωτογραφίες που στόλιζαν ή έπνιγαν το σαλόνι, όπως το πάρει κανείς, και έπειτα είδε την πόρτα του παιδικού δωματίου. Αμίλητη άρχισε να αναρωτιέται σε ποιόν ανήκουν αυτά τα όμορφα και συμπαθητικά πλάσματα. Αυτά τα χαμογελαστά τέρατα δεν μπορεί να είναι δικά της. Οι φωτογραφίες έδειχναν κάποια γνώριμα πρόσωπα, κάποιες στιγμές που εκείνη ήταν παρούσα. Κοίταξε τον άντρα της κάπως συμπαθητικά. Ποτέ δεν του άρεσε η μαγειρική της. Ποτέ δεν της άρεσε η εκπομπή που εκείνος παρακολουθούσε φανατικά. Πάντοτε αργούσε να πάρει τα παιδιά απ’ το σχολείο, το φροντιστήριο, το κολυμβητήριο. Πάντοτε τα παιδιά είχαν κάπου να πάνε, από κάπου να επιστρέψουν, για κάτι να ετοιμαστούν. Πάντοτε γινόταν κάτι κι εκείνη πάντα το έκανε με όλη της την αγάπη.

Τώρα όμως αυτό το διαμέρισμα που ίσως να είχε κάτι απ’ το γούστο της, αυτός ο άνθρωπος που φώναζε μπροστά της, αυτές οι φωτογραφίες, αυτές οι αναμνήσεις, αυτή η στιγμή η ίδια, ήταν θραύσματα απ’ τη ζωή μιας άλλης. Ήταν η ίδια μια ξένη και όλα όσα έβλεπε ήταν αυτά που είχε δημιουργήσει ο πρώην εαυτός της. Δεν της ανήκει τίποτα, σκέφτηκε και σχεδόν χαμογέλασε. Ηρέμησε αμέσως, πήρε τα κλειδιά του αμαξιού, άφησε το λεμόνι στη θέση του δίπλα στα άλλα λεμόνια, άνοιξε την πόρτα κι όπως ήταν ξυπόλητη, με τη φόρμα και μια βρώμικη φανέλα έφυγε.

Ο άλλος κάτι φώναζε, ο άλλος όμως ήταν ένας άλλος και δεν καταλάβαινε γιατί θα έπρεπε να δίνει σημασία στους άλλους. Μπήκε στο αυτοκίνητο. Οδηγούσε περίεργα στη Συγγρού. Ήταν σα να εγκατέλειπε στο αμάξι την όποια πρωτοβουλία. Άφηνε τα χέρια και κοιτούσε έξω, την ώρα που το αυτοκίνητο σε μια παράσταση που έμοιαζε με το γύρο του θανάτου, έτρεχε πάνω κάτω σ’ όλες τις λωρίδες. Δεξιά ως αριστερά με το γκάζι κολλημένο, ψάχνοντας τοίχο να γκρεμιστεί ή έξοδο να στρίψει. Οι άλλοι οδηγοί την απέφευγαν με δυσκολία, ενώ κάποιος ειδοποίησε και την τροχαία. Δεν ήξεραν ότι η συγκεκριμένη παράβαση των ορίων, δεν μπορούσε να τιμωρηθεί με τις γνωστές διαδικασίες της αρχής. Στα μάτια της επικίνδυνης οδηγού είχε ήδη σχηματιστεί η φυγή. Σε λίγο κράτησε με τα χέρια σφιχτά το τιμόνι, πάτησε το γκάζι μέχρι κάτω και τώρα πια οδηγούσε σα ραλίστας που απολαμβάνει τον ανοιχτό δρόμο ή σα βιαστικός οδηγός ασθενοφόρου που παραβγαίνει το θάνατο.

Έφτανε στο λιμάνι όταν σκεφτόταν τους παλιούς στίχους του Καββαδία «τί θλίψη στα ταξίδια κρύβεται άπειρη κι εγώ για ένα ταξίδι έχω κινήσει». Τους μουρμούριζε σχεδόν, όταν σταμάτησε μπροστά στο πλοίο. Στάθηκε μπροστά στη μπουκαπόρτα. Είχε λίγα δευτερόλεπτα, προλάβαινε να πηδήξει μέσα στο καράβι και να φύγει. Να φύγει τώρα, με τη μία και οριστικά. Φωνές ακούγονταν, το λιμάνι έζεχνε, κάποιοι έτρεχαν να προλάβουν. Εκείνη ακίνητη μπροστά στο πλοίο.

Στο μυαλό της ήδη ταξίδευε, έβλεπε την ανοιχτή θάλασσα, ένιωθε πάνω της το αλάτι. Κολυμπούσε σε μια ερημική παραλία και ο ήλιος έκαιγε το δέρμα της. Έμενε ελάχιστος χρόνος να κουνηθεί, να σκαρφαλώσει στις σκάλες του πλοίου, να φύγει. Όμως στα χείλη της τρεμόπαιζε ο φόβος, η ξένη της ζωή. Έτρεμε ολόκληρη. Τόσα χρόνια, τόσα φιλιά, τόση αλήθεια πώς να τα αντέξει κανείς; Στα χείλη της, λίγο πριν η μπουκαπόρτα κλείσει και το ταξίδι χαθεί οριστικά, σαν επαναληπτική καραμπίνα οι λέξεις που ματώνουν σα σφαίρες.

«πως θ’ αναβάλλουν βέβαιοι κατά βάθος,

πως θ’ αναβάλλουν βέβαιοι κατά βάθος,

πως θ’ αναβάλλουν βέβαιοι κατά βάθος,

πως θ’ αναβάλλουν βέβαιοι κατά βάθος»

Ιδανικοί ταξιδιώτες μια ολόκληρη ζωή, είπε και μπήκε ξανά στο αμάξι. Στην επιστροφή δε σκεφτόταν τίποτα άλλο. Μόνο το λεμόνι, που κρατούσε στα χέρια της και πριν φύγει το άφησε με τ’ άλλα λεμόνια. Κακοσχηματισμένο, ξινό, σάπιο, αλλά στο καλάθι, παρέα με τ’ άλλα λεμόνια.

3 Σχόλια

Filed under παρένθεση

μικρό σχόλιο για την απαισιοδοξία

Είδε τα παιδιά με τις σάκες στον ώμο να στέκονται με τα στόματα ανοιχτά, στο πλάι του περίπτερου. Κοιτούσαν με λαχτάρα την ημίγυμνη γκομενίτσα που πόζαρε, με ύφος προκλητικό και βλέμμα που κατάπινε το φακό και τον πελάτη. Ξεφύλλιζαν αργά, διψούσαν και σχολίαζαν, ανυπομονώντας να μεγαλώσουν και να εξαργυρώσουν το δικό τους μερίδιο σε κορμί και ιδρώτα.

Τα προσπέρασε και μπήκε στο κτίριο. Φόρεσε την ποδιά και κάθισε στη θέση της. Η Γ. ταμίας στο super market της γειτονιάς. Η Γ. πίσω από τα γελοία, ανέραστα χρώματα της υπαλληλικής στολής, άρχιζε ξανά τα αθροίσματα, τα παρακαλώ και τα ορίστε.

Κανείς δεν καθυστερούσε τα βήματά του για να την προσέξει. Σκυμμένοι πελάτες πάνω από πορτοφόλια και κατεψυγμένα κρέατα, βιάζονταν να τακτοποιήσουν τις σακούλες τους και να αφήσουν πίσω τους, τους χαώδεις διαδρόμους και τα ξέχειλα ράφια. Ο δημοτικός υπάλληλος που ψώνιζε τρεις φορές την εβδομάδα, αν και ήταν πολύ ευγενικός, δεν είχε σηκώσει ποτέ τα μάτια να την κοιτάξει. Ο νεαρός φοιτητής, δευτεροετής στο φυσικό, συνήθιζε να χαμογελάει συγκαταβατικά, ενώ μερικοί τακτικοί πελάτες απόμαχοι της δουλειάς και του έρωτα ήταν μάλλον απότομοι, αν όχι αγενείς. Κι όμως, μόνο άσχημη δεν ήταν.

Πίσω από τις μικρές ρωγμές που σχηματίζονταν γύρω στο λαιμό της, πίσω απ’ τις μαύρες τρύπες που εδώ και λίγο καιρό παρίσταναν τα μάτια, πίσω από το ξεραμένο, αφυδατωμένο στόμα της, ταλαντεύονταν χωρίς αμφιβολία μια ολόκληρη σειρά από χαμένες ευκαιρίες.

Τα μαλλιά και τα χέρια, από χρόνια χωρίς χάδι ή φιλί, πάλευαν, ανεπιτυχώς είναι η αλήθεια, να αντισταθούν στα εκατοντάδες απορρυπαντικά, λευκαντικά και παστεριωμένα γάλατα που το απέναντι ράφι εκτόξευε κατά ρυπάς εναντίον της. Χιλιάδες διαφημίσεις, επαναστατικές λοσιόν και ολοκαίνουριες λακ την παρακολουθούσαν καθημερινά και ειρωνεύονταν το αντικείμενο της παρατήρησης. Ειρωνικό ύφος έπαιρναν συνήθως και οι απειράριθμες μοντέλες, τραγουδίστριες και εν γένει celebrities που στόλιζαν τα εξώφυλλα των μηνιαίων περιοδικών, που το τελευταίο εξάμηνο άλλαξαν θέση και ήρθαν και θρονιάστηκαν ακριβώς δίπλα της.

Ακριβώς το ίδιο έργο, της παρακολούθησης εννοώ, επιτελούσαν ήσυχα και συστηματικά και οι τρεις πλησιέστερες κάμερες του καταστήματος, οι οποίες μπορούσε εύκολα να καταλάβει ότι ζούμαραν συνεχώς στο δεξί της χέρι και συγκεκριμένα μεταξύ δείκτη και μεγάλου δάχτυλου, στο σημείο δηλαδή ακριβώς που τοποθετούνταν τα ρέστα μέχρι να φτάσουν στο χέρι του βιαστικού καταναλωτή. Αναρωτιόταν αν ο χοντρούλης που καθόταν στο δωμάτιο με τις γεμάτες άπειρα θραύσματα αλήθειας οθόνες και την παντελή άγνοια του πραγματικού κόσμου, είχε προσπαθήσει να στρέψει την κάμερα προς το πρόσωπο ή το υπόλοιπο σώμα της. Θα ήθελε να πιστεύει ότι του τράβηξε την προσοχή, αλλά 6 μέρες την εβδομάδα τους τελευταίους 18 μήνες στην ίδια άβολη καρέκλα έλεγαν ότι η κάμερα, όπως και κάθε κάμερα κλειστού κυκλώματος, αδυνατεί να αποτυπώσει οποιοδήποτε πρόσωπο.

Εκείνη, παρά τις τακτικές επιθέσεις ενός κόσμου που αιμορραγεί αντιγυραντικές κρέμες και πικάντικες μουστάρδες, θαύμαζε ακόμη τις ξανθές με τα γυμνασμένα σώματα και τις αινιγματικές δηλώσεις, όπως θαύμαζε και ορισμένες κοπελίτσες που έρχονταν στο super market για να ψωνίσουν ένα βιολογικό μαρούλι ή δύο γιαούρτια με φρούτα και φορούσαν ακριβές φόρμες, μοδάτα κασκόλ και δεκάδες αξεσουάρ. Τις θαύμαζε γιατί έδειχναν αψεγάδιαστες, κομψές και έτοιμες για όλα. Τις θαύμαζε γιατί είχαν σφιχτούς κώλους, στενά τζιν και ένα στρατό ανδρών να τις λαχταράνε από το απέναντι πεζοδρόμιο. Τις θαύμαζε γιατί έβλεπε με τα μάτια κλειστά και με μοναδικό φως την αντανάκλαση της τηλεόρασης.

Στην πραγματικότητα οι άνδρες λαχταρούσαν την ψευδαίσθηση του συνδυασμού σκληρής τσόντας και προκομμένης νοικοκυράς που δημιουργούσαν οι επώνυμες κιλότες και το κρεμασμένο στα περίπτερα συλλογικό φαντασιακό κι όχι τις ίδιες.

Αν πρόσεχε λίγο καλύτερα, θα καταλάβαινε ότι ο δημοτικός σύμβουλος δεν σήκωνε τα μάτια του εξαιτίας της ντροπής και της υπερβολικής προσπάθειας να καμουφλάρει τον κόμπο στο στομάχι και στα λόγια του. Αν ήξερε καλύτερα, μπορεί να υποπτευόταν ότι ο φοιτητής πολλές φορές πήγαινε στο μπάνιο παρέα με το πρόσωπο, τη φωνή και τα πόδια της. Αν είχε τα αυτιά της ανοιχτά στους ήχους του δρόμου και κλειστά στις μεσημεριανές τηλεοπτικές υστερίες μπορεί και να άκουγε τον ψίθυρο όταν περνούσε μπροστά από το καφενείο. Εκεί ο Κώστας, ο Πέτρος κι ο Ευθύμης, που ήταν γνωστό ότι έπαιρναν τον καφέ τους σκέτο, γεύονταν κάθε απόγευμα, την ώρα που εκείνη σχόλαγε, τα πιο γλυκά ροφήματα. Κάθε βήμα της ήταν ζάχαρη, μέλι ή έμοιαζε ακόμη με το απογευματινό ούζο που χαίρονται οι τελευταίοι ζωντανοί στα νησιά του Ιούλη. Όλα αυτά, εμφανέστατα για όποιον δεν περιμένει να μάθει τα νέα από τις ειδήσεις, εκείνη αδυνατούσε να τα υποψιαστεί.

Αδυνατούσε να υποψιαστεί ότι ο κόσμος αποτελείται κυρίως από πόνο, ταλαιπωρημένα χαμόγελα, διψασμένα κορμιά και στιγμές που αδημονούν να ξετινάξουν τα κάθε λογής φτιασίδια. Αδυνατούσε να πιστέψει ότι οποιαδήποτε πραγματική γυναίκα κουρασμένη, γεμάτη ζέστη, τρυφεράδα και βάσανο, είναι απείρως προτιμότερη από κάθε μια πλαστική κουκλάρα που περιφέρει τα φτηνά γοφιά της από εκπομπή σε εκπομπή.

Εκείνο ακριβώς το βράδυ την ώρα που έσβηνε το πορτατίφ πλάι στο κρεβάτι, σκεφτόταν ότι η μοναξιά ώρες ώρες μοιάζει με θηλιά, με σφιχτό σκοινί γύρω απ’ το λαιμό. Δεν μπορούσε να καταλάβει ότι κάθε βράδυ, πολλοί άνδρες στη γειτονιά την καληνύχτιζαν ψιθυριστά και ονειρεύονταν το ίδιο εκείνο πορτατίφ που τώρα την καταδίκαζε για άλλη μια νύχτα στο σκοτάδι.

υγ. Η ιστοριούλα γράφτηκε για το e-περιοδικό Στάχτες, ο λόγος στο Διαδίκτυο.

13 Σχόλια

Filed under παρένθεση

σκίζοντας το σύννεφο

Έσβησε το φως και ξάπλωσε με τα ρούχα, όπως ήταν. Δίπλα του το ποτήρι αντί για νερό, ήταν γεμάτο μέχρι τη μέση ουίσκι. Χωρίς πάγο, κόκα κόλα ή σόδα. Σκέτο ουίσκι. Έκλεισε τα μάτια και θυμόταν τις λεπτομέρειες της βραδιάς που πέρασε. Την άκουγε στο αυτοκίνητο, ενώ οδηγούσε γρήγορα στη λεωφόρο, δίπλα στη θάλασσα. Την άκουγε, και δεν μιλούσε. Για μια στιγμή, του ήρθε να δώσει μια απότομη στο τιμόνι και να το κολλήσει στο βράχο. Όχι, όχι δεν ήθελε να τη σκοτώσει, πόσο μάλλον να σκοτωθεί αυτός, άλλωστε την αγαπούσε ακόμη. Ήθελε απλά να σταματήσει τη στιγμή, να τελειώσει αυτή τη διαδικασία, να της πει με μια ματιά «σταμάτα, αρκεί».

Σαν εκείνη την ταινία του Ακίν. Σκεφτόταν έτσι ακριβώς, σαν το «gegen die Wand». Με το πόδι κολλημένο στο γκάζι, με τα χέρια δυνατά να σφίγγουν το τιμόνι πλησιάζει με φόρα εκατό και πλέον χιλιομέτρων τον τοίχο. Όχι δηλαδή ότι φανταζόταν να πέφτει πάνω στο αναπότρεπτο με τη θέλησή του. Καμία σχέση. Η κίνησή του δεν περιείχε κάποιο στοιχείο τέλους, η επιθυμία του δεν είχε τίποτα το οριστικό. Απλά να, σκεφτόταν τον εαυτό του μέσα στο αυτοκίνητο. Ο δρόμος να μένει πίσω του, η ταχύτητα να τον αγκαλιάζει και μετά η χαώδης μάζα από σπασμένα πλαστικά, εκτινασσόμενα ελατήρια και διαλυμένα τούβλα, να μοιάζει με μια στατική εικόνα ή έναν εγκάρδιο χαιρετισμό. Δεν σκέφτηκε ποτέ του να πηδήξει από τον πέμπτο ή ας πούμε να πάρει την καραμπίνα του πατέρα του και να πυροβολήσει κατευθείαν στο κέντρο τη ζωή του. Δεν ένιωθε κάποιο μόνιμο πόνο ή μια διαρκή λανθάνουσα απελπισία. Χαμογελούσε όσο οι άλλοι και ζούσε όπως οι άλλοι. Απλά να, μερικές φορές ονειρευόταν συγκρούσεις και σφοδρά συναπαντήματα με τα όρια της ταχύτητας. Κάπου κάπου σκάρωνε στο μυαλό του διαδρομές που σταματάνε απότομα, ή έπιανε τον εαυτό του να συλλαβίζει μαρσάροντας, μια κι έξω.

0705dp_15_zmercedes_benz_w123_dieselcrash.jpg

Τώρα θυμόταν εκείνη τη στροφή. Οδηγούσε ένα μαγικό απόγευμα στον Πάρνωνα ή τις Πρέσπες, δε θυμόταν ακριβώς. Μόνος με το αυτοκίνητο, ανάμεσα στα δέντρα και την ερημιά. Ανέβαινε τις στροφές που απλώνονταν σα φίδι στη ράχη του βουνού. Τώρα το έβλεπε πολύ καθαρά. Άλλαζε τις ταχύτητες, κοιτούσε το στροφόμετρο, απολάμβανε τον αέρα που ερχόταν από το ανοιχτό τζάμι. Ήταν εκεί. Παρατηρούσε τα ίχνη των προηγούμενων οδηγών στην άσφαλτο, το λιγοστό χώμα που εισέβαλλε στο οδόστρωμα από παλιότερες κατολισθήσεις. Όσο ανέβαινε ψηλότερα, πλησίαζε τα σύννεφα, τα ακολουθούσε, σε λίγο θα πέρναγε μέσα από το σώμα τους. Το απόγευμα ήταν όμορφο, του φαινόταν πως είχε γεύση, ήταν γλυκό και έλιωνε στο στόμα και στα χέρια του. Οδηγούσε πάλι εκεί και έπαιρνε τη μια στροφή μετά την άλλη. Ήταν ευτυχισμένος και άκουγε τις μουσικές του σιγά. Σαν ψίθυρο πάνω απ’ τον ήχο του τοπίου. Οι δυνατές στιγμές με δυνατά τραγούδια σε χαμηλές εντάσεις. Κι όλο πλησίαζε το σύννεφο κι όλο πιο έντονα σκεφτόταν να το διασχίσω, να οδηγήσω στις κρυφές άκρες του. Σε λίγο η επιθυμία του θα βρισκόταν μπροστά του. Ακριβώς στην άκρη της στροφής, μετά το μικρό εκκλησάκι που συμβόλιζε το χαμό ενός ακόμη βιαστικού περαστικού, στεκόταν το σύννεφο. Δε χρειαζόταν να κάνει τίποτα άλλο. Μόνο να συνεχίσει ευθεία ακλόνητος, δίχως φόβος ή αμφιβολία. Δυνάμωσε λίγο τη μουσική και ακούμπησε τον εαυτό του στο γκάζι. Δεν ήθελε να πέσει στο κενό. Δεν πίστευε ότι υπήρχε άβυσσος. Πίστευε ή μάλλον ήξερε πως ο δρόμος συνεχίζεται και δεν έχει καμία σχέση αυτό που μπορεί να δει με αυτό που υπάρχει.

Πλησίαζε η στροφή και το φρένο έμοιαζε να φεύγει από τη θέση του και να χάνεται μακριά σαν μια παλιά ξεχασμένη είδηση. Σκεφτόταν ότι θα συνέχιζε ευθεία και θα οδηγούσε μέσα σ’ αυτή τη λευκή λεωφόρο. Ελαφρύς σαν το πουλί, θα πετούσε πάνω απ’ τα χώματα και τις πέτρες, πάνω απ’ το εκκλησάκι με το σβησμένο από καιρό καντήλι, πάνω απ’ το δρόμο, πάνω απ’ τον προορισμό και την επιστροφή. Δεν ήθελε να τελειώσει τη ζωή του, ήθελε απλά να μη στρίψει.

Δεν τα είχε υπολογίσει καλά όμως και το σύννεφο φυσικά δεν έκρυβε κανένα δρόμο. Η πτώση άρχισε αμέσως, ήταν απότομη και του έκοβε την ανάσα. Έκλεισε τα μάτια, μήπως και κρυφτεί όπως τα μικρά παιδιά που κουκουλώνονται με το πάπλωμα για να γλιτώσουν από την πραγματικότητα. Η σύγκρουση όμως, που προβλεπόταν σφοδρή και βίαιη αργούσε. Απόρησε κι άνοιξε τα μάτια.

Είδε αμέσως κόσμο γύρω του. Σκυφτοί και λυπημένοι κάποιοι τον χτύπησαν συγκαταβατικά στον ώμο. Κοίταξε τον εαυτό του και είδε πως φορούσε μαύρα. Στο βάθος μερικοί άντρες κουβαλούσαν στεφάνια. Οι κορδέλες γεμάτες αγάπη, αντίο κι υπογραφές πήγαιναν μπροστά κι ακολουθούσαν άλλοι, που έκλαιγαν ή προσπαθούσαν να κρατήσουν ο ένας τον άλλο, καθώς περπατούσαν. Πιο μπροστά είδε το φέρετρο κι έπειτα κάποιον που του έμοιαζε να στέκεται και να κοιτάζει από απόσταση. Αγχώθηκε μπροστά στο παράξενο θέαμα και έκλεισε γρήγορα τα μάτια, ελπίζοντας πως αυτή η κίνηση θα του παρείχε πάλι μια διέξοδο.

Είχε δίκιο. Ήταν ακόμη στο κρεβάτι. Το πουκάμισό του ιδρωμένο, κολλούσε στα σεντόνια. Το ποτήρι είχε αδειάσει. Σηκώθηκε αργά και πήγε στο άλλο δωμάτιο. Κοιμόταν. Δεν ήταν σίγουρος για την ταυτότητά της, αλλά δεν υπήρχε αμφιβολία. Αυτός την αγαπούσε κι εκείνη ήταν ζωντανή. Αυτό για την ώρα ήταν αρκετό.

2 Σχόλια

Filed under παρένθεση