Category Archives: παρένθεση

είσαι παντού

[ποστάκι που ξεκίνησε σαν μίνι ιστοριούλα για την πόλη, αλλά έχασε το δρόμο του και έγινε σεντονάκι χωρίς ειρμό και πραγματικό θέμα]

Οι κόρνες με ξύπνησαν. «Έλα, πάμε ρε παιδάκι μου» ακούστηκε από κάπου πίσω δεξιά η άγνωστη φωνή. Είχα μείνει ακίνητος, με νεκρά, κατεβασμένα παράθυρα και το ράδιο στο mute στο φανάρι της Πανεπιστημίου. «Άϊντε ρε. Κουνήσου λέμε». Έκανα νόημα, έβαλα πρώτη και ξεκίνησα.

Τη θυμόμουν Νοέμβριο του 2008 καθισμένη οκλαδόν στη μέση της Πανεπιστημίου. Είχε μια συναυλία αλληλεγγύης προς τους φυλακισμένους που είχαν εξεγερθεί σε όλη τη χώρα. Αυτή, ως συνήθως εκεί, οκλαδόν στο οδόστρωμα κάπνιζε και παρακολουθούσε τη συζήτηση της παρέας της. Το στένσιλ, παραφράζοντας το γνωστό σύνθημα, λέει «η ουτοπία είναι εδώ, κάτω απ’ τo τσιμέντο». Το στένσιλ δεν ξέρει να παραφράζει σωστά. «Η ουτοπία είναι εδώ, οκλαδόν πάνω στο τσιμέντο».

Προσπαθώ να θυμηθώ πότε την είδα πρώτη φορά. Πρέπει να ήταν 1998. Όπως οι περισσότεροι πήγαινα φροντιστήριο στα πέριξ της Κάνιγγος. Στις κοπάνες απ’ το φροντιστήριο ή πριν και μετά απ’ αυτό, πηγαίναμε εναλλάξ στο «Παλλάδιουμ» για ηλεκτρονικά ή στο «καφενείο το φοιτητικόν» για καφέ και μπύρα. Η Β. που ήταν πιο βγαλμένη και πιο ψαγμένη από μένα, τουλάχιστον τότε αλλά μάλλον και τώρα, με έπειθε κάθε φορά ότι αυτά τα διαγωνίσματα της Κυριακής δεν είχαν νόημα ή τέλος πάντων δεν είχαν τόσο νόημα όσο ο πρωινός καφές στο φοιτητικό. Η Β. ήταν ιδιαίτερη περίπτωση ανθρώπου, που να έχεις μάτια τότε να το δεις, και είχε διάφορες εμμονές. Μια απ’ αυτές είχε να κάνει με το περίφημο τζουκ μποξ του καφενείου. Τζουκ μποξ το 1998 μάλιστα. Γεμάτο Κατσιμιχαίους, Πυξ Λαξ, Τρύπες, Παπακωνσταντίνου και ότι άλλο ελληνικό θεωρούνταν τότε ροκ, έντεχνο κλπ. Περιέργως ανάμεσα στα τέτοιου είδους cd είχαν παρεισφρήσει ύπουλα και δύο εντελώς ακατανόητες επιλογές. Ένα διπλό cd του Σφακιανάκη και ένα με επιλογές Μητροπάνου. Οπότε κάθε μα κάθε φορά, είτε ήταν Τετάρτη απόγευμα είτε Κυριακή πρωί, η Β. θα έβαζε από καμιά μισή ντουζίνα φορές το «Παράλληλα» και το «αλλοίμονο». Με σεκλέτι που άρμοζε σε σαραντάχρονους που έχουν περάσει από σαράντα κύματα και έχουν βιώσει την ερωτική απώλεια στο πετσί τους, ακούγαμε με φοβερό σεβασμό και την επιβεβλημένη κίνηση – τίναγμα του χεριού – τα κομμάτια. Μία απ’ αυτές τις φορές, Κυριακή πρωί κατά τις 9μιση, την ώρα που ακούγαμε για τρίτη φορά το «αλλοίμονο» και η σερβιτόρα σκεφτόταν σοβαρά το ενδεχόμενο να μας δολοφονήσει με ένα σπασμένο σφηνοπότηρο ή έστω να μας πετάξει έξω, μπήκε στο «φοιτητικό» αυτή και η παρέα της. Η περιγραφή του ξανθού κοριτσιού που αντίκρισα τότε για πρώτη φορά αποβαίνει αδύνατη ή και αδιανόητη. Θα πετάξω απλά χύμα στο τραπέζι τις λέξεις: έλλειψη ελέους, ακαταλόγιστο, αχειροποίητη ή όπως είπε ένας τύπος κάποτε: ΠΑΤΑΓΟΣ.

Έκανα να συνέλθω δυο τρεις εβδομάδες, αλλά έτσι είναι τα νιάτα, ξεχνούν και φαρμακώνονται με την ίδια ευκολία, πολλές φορές μέσα στην ίδια ώρα. Εκείνη την περίοδο, νομίζαμε πως όλα συμβαίνουν στην πλατεία Εξαρχείων που κυκλοφορούν μόνο ενδιαφέροντες, περίεργοι, τρομεροί και τρομακτικοί τύποι. Τριγυρνούσαμε εκεί και την πετύχαινα πότε στο δρόμο, πότε στην Πρωτοπορία και μια φορά να ξεφυλλίζει ένα βιβλίο στο Εναλλακτικό βιβλιοπωλείο στη Θεμιστοκλέους. Προσπάθησα να δω ποιό ήταν, αλλά δεν τα κατάφερα, ούτε βρήκα το κουράγιο να ρωτήσω τον άνθρωπο που δούλευε μήπως είχε προσέξει τί και πώς. Τα επόμενα χρόνια, όταν ερχόμουν στην Αθήνα στις διακοπές απ’ την πόλη που σπούδαζα, την έβλεπα αραιά και που στο Κούσκο στην Κωλέττη (πριν ο δρόμος καταλήξει πολύ βαρύς για να πιεις απλά το ποτό σου χαζολογώντας) και δύο τρεις φορές στο Ποδήλατο. Πάντοτε περιτριγυρισμένη από διάφορους άσχετους τύπους, που όλοι έμοιαζαν μαλάκες, αδιάβαστοι, αδιάφοροι και δήθεν. Τουλάχιστον. Αντιθέτως αυτή κουβαλούσε μονίμως γύρω απ’ το κεφάλι της αυτό το ιδιόμορφο ερωτικό φωτοστέφανο, που έλεγε πότε γάμα με και πότε κρύψε με και πότε και τα δύο μαζί. Βεβαίως, παρά το ότι πρέπει να την κοίταζα σαν τρελός, αυτή δεν είχε ρίξει ούτε ένα βλέμμα. Μηδέν.

Μια φορά μια φίλη με πήγε στην Καλλιδρομίου, την οποία μέχρι τότε αγνοούσα. Απευθείας, είδα τα μαγαζιά στη σειρά και σκέφτηκα ότι ένα κορίτσι σαν κι αυτό κανονικά θα έπρεπε να βγαίνει εδώ. Με διαφορά μερικών χρόνων διαπίστωσα ότι όντως το κορίτσι έβγαινε εκεί. Πρέπει να ήταν γύρω στο 2010 όταν όντας υπέροχα σουρωμένος, ρωτούσα όσο πιο δυνατά μπορούσα, επίτηδες για να ενοχλήσω την παρέα, σε ποιό σκαμπό καθόταν άραγε παλιά ο Αρανίτσης. «Σε ποιό σκαμπό καθόταν ρε μαλάκες ο Ευγένιος; Πείτε μου να το φιλήσω τώρα; Σε ποιό;». Έπειτα με μια θεατρική κίνηση έπεσα στα γόνατα και όντως φίλησα το σκαμπό. Οι άλλοι γελούσαν, κεράστε το παιδί, δεν είναι καλά και τέτοια και ξαφνικά γυρνάω το κεφάλι μου και βλέπω απ’ την ανοιχτή πόρτα να μπαίνει αυτή και κάποιος άλλος. Κάποιος μαντράχαλος. Στα γόνατα, κρατώντας με τα δύο χέρια μου σφιχτά το σκαμπό, την είδα να με κοιτάζει για πρώτη φορά. Χαμογέλασε ελαφρά (ή μήπως ειρωνικά) και αυτή ήταν η τελευταία φορά που θα χαμογελούσε εκείνο το βράδυ. Εκείνο το βράδυ ή χώριζαν ή έλυναν για πάντα κάποιο σπουδαίο ζήτημα με κάθε επισημότητα και λεπτομέρεια. Πάντως δεν με ξανακοίταξε.

Το 2002 με 2003 είχαμε αλλάξει στέκια και μεθοκοπούσαμε φτηνά και γλυκά στο Ψυρρή. Στην Ψύρρα το μαγικό φίλτρο που λεγόταν ούζο βοηθούσε (ανάλογα την περίσταση) να ξεχάσεις ή να θυμηθείς τα πάντα στο άψε σβήσε. Έτσι, τα βράδια παρατηρούσαμε τον κόσμο που περπατούσε πάνω κάτω και ακόμη δεν ήταν τόσο πολύς ή τόσο κάπως ή μπορεί απλά τότε να αντέχαμε τα πάντα. Μια απ’ αυτές τις φορές την ώρα που έκλεισε το καφενείο κατευθυνθήκαμε στο Soul στην Ευριπίδου. Εκεί, συχνάζαμε επειδή στον Γ. άρεσε μια σερβιτόρα, η οποία δεν ήταν όμορφη αλλά ήταν «γυναίκα», έτσι προσπαθούσαμε να εξηγήσουμε τότε τη θηλυκότητα. Δίκιο είχαμε και μάλιστα δεν είχαμε καθόλου υποψιαστεί πόσο σοβαρή ήταν η παρατήρησή μας. Τίποτα δεν μπορούσαμε να υποψιαστούμε πόσο μάλλον που κάπου εκεί πρέπει να ανακαλύπταμε τί εστί τζιν τόνικ. Ακριβώς λοιπόν μ’ ένα τζιν τόνικ στο χέρι εκείνο το βράδυ την είδα στην άκρη του μπαρ. Αμέσως έφτιαξα το οπτικό μου πεδίο ώστε να μην φαίνεται τίποτα άλλο, παρά μόνο εκείνη. Χαμήλωσα το φωτισμό, μίκρυνα το κάδρο, έκλεισα τη μουσική και απλά κοιτούσα. Θα μπορούσα να είχα σκεφτεί να της μιλήσω κιόλας, αλλά δεν πρόλαβα να φτάσω ως εκεί. Δεν πρόλαβα γιατί ο μαντράχαλος εκείνης της βραδιάς την ακουμπούσε, την κρατούσε και τη φιλούσε διαρκώς. Το θέαμα ήταν αχώνευτο και δεν θα το άντεχα για πολύ. Τράβηξα τον Γ. απ’ το μανίκι να φύγουμε κι ας είναι μισογεμάτα τα ποτήρια μας (ύβρις). Δευτερόλεπτα πριν αγγίξω το πόμολο της πόρτας, γύρισα να την κοιτάξω (άτις). Δεν φιλιόταν, ο μαντράχαλος παράγγελνε, και αυτή μου έγνεψε χαμογελώντας (νέμεσις). Η βραδιά δεν είχε τελειώσει αλλά χρειαζόμουν ένα τόνο τζιν ή κανένα δίωρο περπάτημα. Σα χαμένος, βγήκα στην Ευριπίδου και τράβηξα στα τυφλά ευθεία. Περπατώντας, συζητώντας και παραληρώντας βρεθήκαμε ανάμεσα σε ένα ό,τι να ‘ναι πλήθος στην Σωκράτους. Πόλη πικρή σαν δηλητήριο. Το κορίτσι – ΠΑΤΑΓΟΣ σου γνέφει αλλά φιλιέται μ’ άλλον. Οι δρόμοι είναι όμορφοι αλλά οι άνθρωποι καταρρακώνονται. Ναρκωτικά και τράφικινγκ, πιες κάτι, απόψε η πόλη κερνάει κώνειο. Θολές μορφές έβγαιναν από κάτι μισογκρεμισμένες πόρτες και σουλούπωναν το μπλουζάκι τους. Ξαφνικά φανταζόμουν κάθε γυναίκα που είχα δει σε στριπτιζάδικο τα προηγούμενα χρόνια να βγαίνει από μια τέτοια πόρτα. Σωκράτους, νύχτα στην ισχυρή ολυμπιακή Αθήνα του ωραίου, του μεγάλου και του αληθινού. Και απάνω στις φύρδην μύγδην τύψεις να κατακάθεται ο μικρός μου εγωισμός. Με χαιρετάει και φιλιέται μ’ άλλον.

Μ’ αυτά και με τ’ άλλα το κόψαμε το Ψυρρή, γιατί είχε γεμίσει κάτι μοντέρνα ρεμπετάδικα στα οποία ο κόσμος διασκέδαζε με το (αν έχεις το θεό σου) «επιπόλαιο με λες» και άλλα παρόμοια. Τότε ζούσα στον απόηχο της Κομοτηνής, που με σπούδασε και με καλόμαθε και μου έδειξε ότι μαγαζί με λαϊκά, αν δεν έχει μπουζούκι με καλώδιο να πλησιάζει τα τραπέζια των θαμώνων, δεν έχει νόημα. Τότε ζούσαμε (έστω στρεβλά) την αγωνία του αγώνα για το αυθεντικό. Το αυθεντικό, αυτό ήταν μονίμως το ερώτημα. Τί να τα κάνουμε τα mainstream μπουζούκια με τους ρέμους και τους λοιπούς χλιαρούς τύπους που δεν ξεχωρίζουν το νταλκά απ’ το δακρύβρεχτο ριάλιτι της prime time; Είχαμε γίνει γραφικοί. Κάποιοι Κομοτηναίοι επεδείκνυαν την αδιαφορία τους πχ. για τον Βέρτη που τότε έκανε σουξέ, αφού εμείς τον ακούγαμε στο τάδε μαγαζί, όταν δεν τον ήξερε κανείς. Η γραφικότητα έφτανε σε άπιαστα όρια, όταν ας πούμε, στα τοπικά μπουζούκια της Φλώρινας οι εκεί φοιτητές και από κοντά εμείς οι φίλοι τους, αποθεώναμε το προσωπικό τραγούδι της «φίρμας» που πήγαινε νομίζω κάπως έτσι «της μια βραδιάς τα σ’ αγαπώ / είναι που με πονάνε. Της μια βραδιάς τα σ’ αγαπώ είναι που με μεθάνε». Σα να έλεγαν, τον γουστάρουμε τώρα που μπορούμε τον τύπο, γιατί αύριο μεθαύριο θα τον μάθουν οι Αθηνέζοι και θα γίνει mainstream και ποιός τον χέζει τότε; (Αργότερα μάθαμε ότι υπό συγκεκριμένες συνθήκες μπορείς να είσαι mainstream ή πάντως πασίγνωστος και αυθεντικός). Πάντως αυτή δεν την είδα ποτέ σε μπουζούκια. Ούτε στην Κομοτηνή, ούτε στην Φλώρινα, ούτε και στην Αθήνα.

Την είδα όμως με τον ίδιο μαντράχαλο ένα Ιούλιο στο γνωστό σημείο της καλοκαιρινής Αθήνας. Ο σταθμός του ηλεκτρικού στο Μοναστηράκι τα καλοκαίρια μετατρέπεται σε χώρο αναμονής για μια άλλη διάσταση. Ζέστη, μπαγκάζια και το εισιτήριο στα δόντια. Στο σταθμό κάθε καλοκαίρι τότε έβλεπες μαζί την ταλαιπωρία και το πανηγύρι, την προσμονή για το τρένο που θα σε οδηγήσει στο πλοίο που θα σε πάει στον επί γης παράδεισο, τον μόνο δηλαδή που έχει την παραμικρή σημασία. Στο σταθμό αυτή, καλοκαιρινή, αέρινη, αεράτη, μεταξωτή, ιδρωμένη και δροσερή περίμενε το τρένο μαζί του. Κρεμασμένη σχεδόν απ’ το λαιμό του. Αν δεν είχα εισιτήριο για την Πάτμο θα σκεφτόμουν σοβαρά το ενδεχόμενο να πέσω στις γραμμές. Με γλίτωσε η ιδέα της ψιλής άμμου. Εκείνη την μέρα πρέπει να την κοίταζα με φοβερό παράπονο.

Το Σεπτέμβριο την ξαναπέτυχα. Στον πεζόδρομο έξω απ’ το Pop. Κοιτούσαμε με τον Γ. μια αλλόκοτη ξανθιά που ήταν πανέμορφη αλλά ήταν ντυμένη κάτι (αργότερα μάθαμε πως αυτό το έλεγαν vintage και θα ερχόταν στη μόδα). Ήταν ντυμένη κάτι όχι άσχημο, αλλά από άλλη εποχή. Μόνο που επειδή αυτό το από άλλη εποχή παραήταν πετυχημένο, αυτομάτως καθιστούσε την κοπέλα άξια παρατήρησης τόσο, ώστε αυτό το στοιχείο να ξεπερνάει την ομορφιά της (που δεν ήταν αμελητέα). Ε όλο αυτό ήταν αλλόκοτο. Κάποια στιγμή η ξανθιά αυτή χαιρέτησε μια άλλη κοπέλα. Ασυναίσθητα και οι δυο μας γυρίσαμε να δούμε ποια ήταν και ω το θαύμα, ήταν αυτή, η περίφημη αυτή. Αυτή τη φορά μάλιστα χωρίς μαντράχαλο αλλά με μια φίλη της. Αφού χαιρέτησαν, στάθηκαν δίπλα μας. Το μόνο που κατάφερα να ακούσω στο επόμενο λεπτό ήταν ότι η φίλη της δεν ήθελε να κάτσει, γιατί το μαγαζί ήταν ακριβό και ο κόσμος κάπως και δεν ακουγόταν μουσική αλλά θόρυβος. Δίκιο είχε βέβαια, αλλά ήμουν αποφασισμένος, σχεδόν σαν σούπερ ήρωας ή ατρόμητος ντετέκτιβ στο L.A. Confidential και γύρισα να της μιλήσω. Είχε όμως ήδη ξεκινήσει και το μόνο που κατάφερα ήταν να την αγγίξω ελάχιστα στην πλάτη, λες και προσπαθούσα να αποφύγω το αναπόφευκτο. Το ένιωσε, μου χαμογέλασε (τρίτη φορά πια, μπράβο λεβέντη μου να τις χιλιάσεις) και είπε σχεδόν ψιθυριστά, την επόμενη φορά. Αμέσως ένιωσα μια χαρά ίση με χίλιες χαρές και βάλε, ήπια μονορούφι μισό τενεκέ τζιν και αισθάνθηκα ταυτόχρονα δικαίωση και ανυπομονησία παρόμοια φαντάζομαι με αυτή του σκύλου που βλέπει στα χέρια σου το μπαλάκι να πλησιάζει προς το στόμα του. Τί πάνω και τί κάτω απ’ το τσιμέντο. Η ουτοπία είναι εδώ και σου δίνει το πιο πολλά υποσχόμενο ραντεβού του σύμπαντος. «Την επόμενη φορά».

Τζίφος. Μηδέν. Τίποτα. Γιατί η επόμενη φορά ήταν μετά από χρόνια. Νοέμβρη του 2008, οκλαδόν στη μέση της Πανεπιστημίου. Λίγο μεγαλύτερη και άρα λίγο περισσότερο γοητευτική, αλλά εξακολουθητικά απίθανα όμορφη. Δε μιλήσαμε. Ούτε την κοίταξα καν. Απέφυγα και να περάσω από δίπλα της. Βλέπεις τώρα δεν ήμουν εγώ μόνος. Σκέφτηκα ότι θα μπορούσα να γίνω γραφικός, αλλά το απέφυγα. Δεν ξέρω γιατί, δεν ξέρω καν αν ήθελα να το αποφύγω. Η τύχη τα φέρνει έτσι μερικές φορές και η ουτοπία δεν αποκαλύπτεται ποτέ, μένει κάτω απ’ το τσιμέντο. Ή αποκαλύπτεται μια άλλη ουτοπία απ’ αυτή που περίμενες, κάτω απ’ το διπλανό τσιμέντο. Όπως και να ‘χει τώρα, τόσα χρόνια μετά, δεν ξέρω πως θυμήθηκα αυτή τη συγκεκριμένη ανώνυμη ξανθιά ουτοπία. Είχα καιρό να τη σκεφτώ και τι να σκεφτώ δηλαδή, ούτε το όνομά της ήξερα, ούτε ένα τόσο δα στοιχείο. Ήξερα μόνο την εικόνα της. Στο φοιτητικό καφενείο, στον σταθμό στο Μοναστηράκι, στα Εξάρχεια, στο soul και στο pop, στην Πανεπιστημίου. Κάτι χαμόγελα, πολλές αδιαφορίες, ένα άγγιγμα στην πλάτη και ένα ψιθυριστό ραντεβού που δεν έγινε ποτέ, «την επόμενη φορά». Ήξερα μόνο την εικόνα της. ΠΑΤΑΓΟΣ που έλεγε ένας τύπος κάποτε.

«Ξεκίνα ρε μαλάκα». Όχι μόνο δεν υπήρχε η ουτοπία πάνω σ’ αυτό το τσιμέντο, αλλά ο οδηγός από πίσω κόρναρε και ξανακόρναρε τάχα αγανακτισμένος. Κάθε φορά που περνάω την Πανεπιστημίου τα ίδια. Σε κάθε φανάρι, βλέπω φαντάσματα να κάθονται οκλαδόν στη μέση του δρόμου.

6 Σχόλια

Filed under παρένθεση

ο ακροβάτης

Κοιτάει τον καλοσιδερωμένο άντρα με το εξαιρετικά γυαλισμένο μαύρο παπούτσι, καθώς αιωρείται πάνω απ’ τον ξαπλωμένο άντρα στα σκαλιά της Ασκληπιού. Ο άντρας με το γκρι κοστούμι σχεδόν πηδάει πάνω απ’ τον άστεγο για να ανέβει τα τρία σκαλιά της εισόδου της πολυκατοικίας, στην οποία βρίσκεται το γραφείο του. Βλέπει την αντιστοιχία. Και ο ίδιος πάνω από κάποιο ανώνυμο, παγωμένο πόδι πρέπει να περάσει κάθε πρωί.

Στην είσοδο του γραφείου, στην έξοδο του μετρό, πέντε μέτρα παρακεί απ’ τα σταρμπακς, λίγο μετά το ΑΤΜ. Γεμίσαμε άυπνους ημικοιμισμένους, νεκροζώντανους με πλαστικά ποτήρια στο χέρι, κουβέρτο-πεζοδρόμια. Για να φτάσει στο προορισμό του πρέπει να παίζει διαρκώς ένα ιδιότυπο κουτσό, να σηκώνει προσεχτικά το πόδι, να κινείται σε ένα ατέλειωτο ναρκοπέδιο. Πτώματα ζωντανών σπαρμένα ανάμεσα στα πόδια βιαστικών ημιαπασχολούμενων.

Καμιά φορά σκέφτεται ότι πρέπει να υπάρχει ένα μαγικό σκοινί. Κάτι που μας κρατάει δεμένους. Ένα σκοινί που κρατάει δεμένα τα μικρά κομμάτια. Αυτά που μας επιτρέπουν να λέμε «η ζωή συνεχίζεται». Ένα σκοινί που ενώνει μισές αλήθειες και χωρίζει ότι υπάρχει ως αίσθημα μεταξύ στομαχιού και μυαλού.

Ένα σκοινί που εξηγεί με θαυμαστή ετοιμολογία όλα τα παγωμένα πόδια, όλα τα σερνόμενα βήματα, όλες τις εντός συστήματος αδικίες, όλες τις παρανοήσεις και τις δικαστικές πλάνες. Ένα σκοινί που εκλογικεύει, εσωτερικεύει, αναλύει, κατακερματίζει τις δραστηριότητες, τις μέρες, τις νύχτες. Θρανίο, μάθηση, εξετάσεις, επαγγελματικός προσανατολισμός, επαγγελματική επιτυχία, κοινωνική καταξίωση. Καθισμένος αναπαυτικά στον καναπέ που κέρδισες με τον ιδρώτα σου απολαμβάνεις τη σύνοψη της θυσίας σου. Θρίαμβος, η αντανάκλαση της χειρότερης εκδοχής σου στο σαλόνι. Όλα είναι φωτισμένα, σκηνοθετημένα, μακιγιαρισμένα, τοποθετημένα, λαμπερά, έχουν χάπι έντ και έτσι λες – με μια μικρή όλο και πιο συχνή νύστα – «η ζωή συνεχίζεται» .

Αυτό το σκοινί, δεν μας επιτρέπει να φωνάξουμε, παρά επιβάλλει να έχουμε αίτημα. Δεν μας επιτρέπει να βρεθούμε παρά αν δομηθούμε, αν εκπροσωπηθούμε, αν γίνουμε μέλη, μέρη, φορείς. Δεν επιτρέπει τις ιδέες, παρά κάνει αναγκαίες τις θεωρίες. Τις θεωρίες που υποτάσσουν, συστηματοποιούν, τετραγωνίζουν, φτιάχνουν εκατομμύρια μικρά κουτάκια. Κουτάκια που επιτρέπουν να χωρέσουν όλα όπως πρέπει να χωρέσουν. Τίποτα δεν περισσεύει, τίποτα δεν κρέμεται. Όλα είναι στοιχημένα, τακτοποιημένα και κωδικοποιημένα. Κι έτσι λες – με μια μικρή πού και πού τύψη – «η ζωή συνεχίζεται».

Παριστάνοντας άλλη μια φορά τον ακροβάτη, πάνω από ένα ποτήρι, πάνω από ένα απλωμένο χέρι, δίπλα από ένα γερμένο κεφάλι, σκέφτεται. Σκέφτεται ότι κάποτε αυτό το σκοινί, δεν μπορεί αλλιώς, θα κοπεί. Τότε θα σπεύσει από συνήθεια, φόβο ή ανία να το δέσει γρήγορα ένα κόμπο. Μόνο που τότε θα πρέπει να αποφασίσει. Να πατήσει πάνω στο κόμπο, να τοποθετήσει εκεί γερά το παπούτσι του και να προσπαθήσει να ανέβει, να σκαρφαλώσει, να ξεπεράσει πια αυτόν το βράχο που έχει στηθεί μπροστά στη ζωή και παριστάνει τη ζωή. Να φτάσει κάπου αλλού, στον τόπο που δεν υπήρξε ακόμη και που δεν χρειάζεσαι σκοινί να τα ενώνει όλα, δεν χρειάζεται να λες «η ζωή συνεχίζεται», μπας και συνεχιστεί.

Ή να το πάρει τελικά απόφαση. Αντί για κόμπο, να φτιάξει μια καλή θηλιά, να την σφίξει γύρω απ’  το ωραίο λευκό του κολάρο και να πάει στο διάολο πια. Κάποτε, η ζωή του ακροβάτη δεν θα έπρεπε έτσι απλά να συνεχίζεται.

11 Σχόλια

Filed under παρένθεση

η θεωρία

(ποστίδιο παρασκευασμένο για τις Μητροπολιτικές Ιστορίες, το οποίο είχε την παράδοξη τύχη να δραματοποιηθεί κιόλας, πιθανώς ότι πιο αλλόκοτο έχω νιώσει τα τελευταία χρόνια. το αναρτώ κ εδώ για να μπορώ να κάνω αύριο την ανασκόπησή μου.)

—————————————————————————————————————————

Έχω μια θεωρία. Η ζωή μας δεν αποτελείται κυρίως από τις μεγάλες αποφάσεις, τις κομβικές επιλογές και άλλα τέτοια μεγαλόστομα. Αντιθέτως, είναι οι μικρές ενδιάμεσες διάρκειες, όλα αυτά τα κάθε μέρα μεταξύ των λίγων οριακών στιγμών που ξεσπούν κατά καιρούς πάνω στα κεφάλια μας. Τα ανιαρά πήγαινε έλα στη δουλειά, οι μεσημεριανοί καφέδες στο κέντρο το Σάββατο, τα μεθύσια που επαναλαμβάνονται Πέμπτες βράδια μαζί με φίλους χωρίς ιδιαίτερο λόγο ή κεντρικό θέμα συζήτησης. Έξοδοι, εκδρομές, ωραίες ταινίες, γλυκά φιλιά, ανάλαφροι ύπνοι κάτω απ’ τα σκεπάσματα.
Όλες αυτές οι συμβουλές και οι φανφάρες του στιλ «άδραξε τη μέρα» πασχίζουν να ανακαλύψουν ένα νόημα που πιθανότατα δεν κρύβεται, αλλά απλά δεν υπάρχει. Δεν χρειάζονται υπερμεγέθεις στόχοι και φιλόδοξοι σκοποί. Ζούμε μαζί με αυτούς που γουστάρουμε κάθε μέρα, κάθε νύχτα, περιμένοντας να γίνει κάτι φοβερά οριακό. Περιμένοντας όμως, έχουμε ήδη ζήσει.
Με άλλα λόγια, μ’ αρέσει να στέκομαι χαλαρός και ακίνητος απέναντι στα φαινόμενα. Αφήνω τα πράγματα να κυλάνε γύρω μου και πηγαίνω ήρεμος, εκεί που με βγάζει η περίσταση. Προτιμώ να παίρνει η ζωή τις αποφάσεις αντί για μένα.
Η θεωρία μου μάλιστα, σε γενικές γραμμές λειτουργεί μια χαρά.

***

Προχθές, άργησα λίγο να φτάσω στο γραφείο. Νύσταζα, έχασα το λεωφορείο για λίγο, δηλαδή βαρέθηκα να τρέξω. Αν έτρεχα θα το προλάβαινα, αλλά μου φάνηκε ανούσιο. Όταν έφτασα, η ατμόσφαιρα ήταν κάπως βαριά. Δεν έδωσα σημασία, προχώρησα κατευθείαν προς την καφετιέρα, γέμισα το ποτήρι και κρύφτηκα πίσω απ’ την οθόνη μου. Πρωτοσέλιδα, ξένος τύπος, mail.
Σε λίγο, ήρθαν δύο συνάδελφοι. Η Λένα είπε με πολύ σοβαρό ύφος ότι πρωί πρωί ανακοινώθηκαν δύο ακόμη απολύσεις. Ήταν τα άτομα νούμερο εννέα και δέκα που απολύονταν τους τελευταίους τρεις μήνες. Ο ένας απ’ τους δύο, ο νούμερο εννέα, μου ήταν συμπαθής. Κάναμε διάλειμμα αρκετές φορές μαζί, τρώγοντας κάτι μέτρια σάντουιτς με σολομό και άλλα αλλόκοτα συστατικά και μιλώντας κυρίως για μπάσκετ ή τα πόδια της κοπέλας που σέρβιρε τα σάντουιτς. Η Λένα τώρα μιλούσε όλο και πιο δυνατά. Έλεγε ότι ο Χρήστος (το νούμερο εννέα δηλαδή), έφυγε ξαφνικά και είναι ζήτημα πότε και σε πόσες δόσεις θα πάρει την όποια αποζημίωση. Όταν έφευγε λέει ήταν κάτωχρος. Το πρόσωπο του με την ώρα γινόταν γκρι. Έχει γυναίκα, παιδί. Δεν έχει δουλειά. Ύστερα, η Λένα άρχισε ένα παραλήρημα με κεντρική φράση το κάτι πρέπει να κάνουμε. Γύρω απ’ αυτήν, έχτιζε το λόγο της με διάφορες ιδέες, όπως να πάμε στον διευθυντή, να του μιλήσουμε, να τον ρωτήσουμε, να το πάρει πίσω, να μας πει τι ακολουθεί. Να συνεννοηθούμε. Την κοίταζα διερευνητικά. Τη διέκοψε ο άλλος συνάδελφος.  Διέκοψε το λόγο, τον ενθουσιασμό, την απελπισία της. Της είπε ότι αυτά δεν γίνονται και ότι έχει αναλάβει δύο καινούρια project. Δεν γίνονται αυτά. Θα χάσουμε όλοι τη δουλειά μας.
Τα κεφάλια τους γύρισαν κατευθείαν προς τα μένα. Με κοιτούσαν επίμονα. Περίμεναν μια απάντηση, μια λέξη που θα έστρεφε την κατάσταση προς τη μία ή την άλλη πλευρά. Περίμεναν μια μικρή ανάλυση ή ίσως να σηκωθώ και να βαδίσω προς τα άλλα γραφεία. Να μιλήσω με τους υπόλοιπους. Τους κοίταζα απ’ την καρέκλα μου. Η Λένα, ίσως ο πιο κοντινός μου άνθρωπος στην εταιρεία, έσφιξε κάπως αστεία τα χείλη. Περίμενε από μένα κάτι. Με ρώτησε τι πιστεύω, τι να κάνουμε. Είπε κάτι συναισθηματικό. Ψέλλισε κάτι περί αλληλεγγύης. Με κοίταξε. Παρέμεινα στη θέση μου σιωπηλός. Σε λίγο δεν τους έβλεπα. Ήταν διάφανοι. Δεν είπε κανείς τους τίποτα. Έφυγαν για τα γραφεία τους.

***

Το απόγευμα δεν ήθελα να μπω στο λεωφορείο. Περπάτησα για ώρα μέχρι που βρέθηκα στα στενά κάθετα της Πατησίων. Κάθισα να πάρω μια ανάσα στα σκαλάκια μιας πολυκατοικίας. Στο βάθος δεξιά φωνές. Μια φιγούρα τρέχει από κει προς το μέρος μου. Μετανάστης απ’ τα βάθη της Ασίας επιδιδόταν σε τρελό σπριντ σε πεζόδρομο αγνώστου ονόματος μεταξύ Αριστοτέλους και Γ’ Σεπτεμβρίου. Περνώντας από μπροστά μου, γύρισε το κεφάλι του και με κοίταξε καθώς κάπνιζα αργά το τσιγάρο μου. Έτρεχε με όλη του τη δύναμη σε πλήρη πανικό. Τα μάτια του κόντευαν να πεταχτούν έξω. Με κοίταξε και προς στιγμή νόμισα πως κάτι μου έλεγε. Πριν σκεφτώ τι μπορεί να ήταν αυτό, καμιά δεκαριά ζευγάρια πόδια πέρασαν από μπροστά μου. Αυτή τη φορά το τρέξιμο ήταν βαρύ, όχι τόσο γρήγορο, αλλά πιο αποφασιστικό. Οι σόλες των παπουτσιών μοιάζαν λες και χτυπούσαν τις μισοβγαλμένες πλάκες. Σήκωσα να δω το πλήθος των τρεχαλητζίδων, μα είδα μόνο κάτι λευκά, γυαλισμένα κεφάλια και δυο τρία στρατιωτικά κουρέματα. Σε λίγο χάθηκαν από μπροστά μου, στρίβοντας στην Γ’ Σεπτεμβρίου. Οι φωνές που ακούγονταν φανέρωναν ότι το περιστατικό δεν είχε σταματήσει. Τράβηξα μερικές τζούρες ακόμη. Κάθισα για κανένα πεντάλεπτο στα σκαλιά, ύστερα σηκώθηκα και ξεκίνησα προς το σπίτι.

***

Σήμερα έφτασα στην ώρα μου, ίσως και λίγο νωρίτερα, στο γραφείο. Είχε απεργία, τα μέσα δε λειτουργούσαν, οπότε ξεκίνησα πολύ νωρίς για να προλάβω την κίνηση. Έβαλα καφέ. Με είδε ο συνάδελφος με τα δύο καινούρια project. Ανταλλάξαμε καλημέρες. «Τα έμαθες;» Με ρώτησε. Χθες το απόγευμα, απολύθηκε και η Λένα.

***

Την πήρα τηλέφωνο, ήταν στην πορεία. Της είπα να περιμένει, θα κατέβαινα να τη βρω, να πάμε για ένα καφέ, να τη συναντήσω. Άργησα αλλά έφτασα. Την βρήκα στην Αμαλίας. Η ατμόσφαιρα ήταν αποπνιχτική. Η ίδια, δακρυσμένη. Της είπα να πάμε προς Ακρόπολη, να κεράσω μπύρα, φαγητό. Επέμενε ότι δεν ήθελε να φύγει ακόμη, ήταν νωρίς. Της είπα ότι υποφέρει, τα μάτια της είναι κόκκινα, βήχει. Χαμογέλασε, με γέμισε μαλόξ. Το πρόσωπό μου έγινε ίδιο με των διπλανών. Λευκά στρογγυλά σχήματα, παλιάτσοι στην λεωφόρο Αμαλίας.
Έμεινα, δεν ήθελα να την αφήσω μόνη. Πηγαίναμε μπρος πίσω, απ’ τη βουλή ως το ζάππειο και πάλι στη βουλή. Ένα πλήθος κόσμου σε διαρκή κίνηση. Φωνές, διάσπαρτα συνθήματα, πανό που καλούσαν σε δράση. Κάποια στιγμή, πλησιάσαμε αρκετά τη βουλή. Σταθήκαμε για κανένα πεντάλεπτο. Η κατάσταση έδειχνε να ηρεμεί. Ύστερα δυο τρία μπαμ, μερικά δακρυγόνα και κάποιοι που έτρεχαν προς κάθε κατεύθυνση. Πέταξα κάτω το τσιγάρο, έτοιμος να ακολουθήσω το ρυθμό και την κατεύθυνση των γύρω μου. Σηκώνοντας όμως το κεφάλι, νόμισα πως είδα τον μετανάστη απ’ την Γ’ Σεπτεμβρίου. Σάστισα. Πριν προλάβω να συνέλθω άκουσα τις σόλες που χτυπούσαν με φόρα το οδόστρωμα. Φευγαλέες σκιές κοντοκουρεμένων κεφαλιών. Γύρισα να δω καλύτερα. Μπροστά μου ο Χρήστος, δηλαδή το νούμερο εννέα. Αγέλαστος, με σκληρό ύφος, στεκόταν ακίνητος μπροστά μου.
Η φωνή της Λένας με ξύπνησε. Ήταν καμιά δεκαριά μέτρα πιο πίσω και ούρλιαζε να πάω προς το μέρος της. Μπροστά μου δεν ήταν κανένας μετανάστης ή κανένα νούμερο εννέα. Άντρες με βαριές στολές και ασπίδες έτρεχαν κατά πάνω μου. Οι μπότες τους τώρα χτυπούσαν το έδαφος κι αυτό έτριζε για μένα. Δε θα περνούσαν από μπροστά μου για να στρίψουν σε κάποια Γ’ Σεπτεμβρίου. Έτρεχαν εδώ και τώρα στην Αμαλίας κατά πάνω μου.
Έχω μια θεωρία. Η ζωή μας δεν αποτελείται κυρίως από τις μεγάλες αποφάσεις, τις κομβικές επιλογές και άλλα τέτοια μεγαλόστομα. Αντιθέτως, είναι οι μικρές ενδιάμεσες διάρκειες, όλα αυτά τα κάθε μέρα μεταξύ των λίγων οριακών στιγμών που ξεσπούν κατά καιρούς πάνω στα κεφάλια μας. Προτιμώ να παίρνει η ζωή τις αποφάσεις αντί για μένα.
Έμεινα ακίνητος. Έβλεπα ένα ανάποδο γκλομπ να στριφογυρίζει μπροστά μου. Έμεινα ακριβώς στο σημείο που ήμουν. Είδα μόνο ένα μαύρο γκλομπ. Τίποτα άλλο.

16 Σχόλια

Filed under παρένθεση, διάφορα

2+1

(τρία σχεδιάκια, γιατί βαρέθηκα να βλέπω τις ταινίες φάτσα κάρτα)

***

Η Ε. στο αμάξι.

Στο φανάρι. Οι συνήθεις αρνήσεις για το πλύσιμο του παρμπρίζ. Επιμονή. Ωχου άσ’ την χριστιανέ μου. Δεν έχει. Δεν θέλει. Κουνάει τους υαλοκαθαριστήρες. Φεύγει. Ύστερα απ’ τα αριστερά της ξεπροβάλλει άλλος. Με τα χαρακτηριστικά αργά βήματα και τα βαριά μάτια, σέρνει τα πόδια του κρατώντας ένα κομμάτι πανί. Πλησιάζει τα αμάξια. Δεν μιλάει στους οδηγούς. Δεν τους κοιτάζει καν. Περνάει δίπλα απ’ τα σταματημένα αυτοκίνητα με εξοργιστικά βραδείς ρυθμούς. Δεν ζητάει κάτι. Δεν αλλάζει τρόπο βαδίσματος. Περιφέρεται ανάμεσα στα οχήματα, σαν από συνήθεια. Μια σκιά που κάποτε ζητιάνευε. Τώρα έχει μείνει μόνο ένα μέρος της παλιάς κίνησης. Παρατηρεί ότι δεν φοράει παπούτσια, παρά ένα ζευγάρι παλιές χειμωνιάτικες γαλάζιες παντόφλες. Το πόδι όμως περισσεύει. Το πίσω μέρος της πατούσας πατάει στο έδαφος. Έχει σχηματίσει με τον καιρό μια σκληρή κρούστα. Στη φτέρνα, το δέρμα έχει μετατραπεί σε ένα είδος φυσικού παπουτσιού. Ένα βρώμικο κομμάτι σάρκας που ακουμπάει διαρκώς στην άσφαλτο. Ο τύπος συνεχίζει να σέρνει τα πόδια του. Να περνάει δίπλα και ανάμεσα στ’ αμάξια. Να μην μπορεί να ανοίξει καλά τα μάτια του. Να κρατάει σφιχτά ένα κομμάτι πανί. Να διασχίζει αργά το δρόμο. Να εμποδίζει τα διερχόμενα λεωφορεία. Να προκαλεί επιπλέον μποτιλιάρισμα. Να μας κάνει να χάνουμε τα πράσινα. Να στέκεται κάνοντας τραμπάλα με το σώμα του. Να σέρνεται δίπλα μας, χωρίς να ζητάει τίποτα.

Τώρα ξανά – τρίτο κόκκινο – διασχίζει κάθετα το δρόμο. Αν, ίσως κάποιος οδηγός, λιγότερο προσεχτικός, περισσότερο αφηρημένος, κάπως πιο ευαίσθητος τελικά από εκείνη, αποφάσιζε να σταματήσει αυτή την ανόητη πορεία. Ένα πόδι που δεν αφήνει εύκολα το γκάζι μπροστά στο πρώτο εμπόδιο. Ένας οδηγός, που θα διέκοπτε μια και καλή αυτό το εκνευριστικό σύρσιμο της ξεπετσιασμένης φτέρνας. Ίσως τότε, αυτό το κόκκινο – το τέταρτο κατά σειρά- να ήταν λιγότερο ενοχλητικό.

***

Ο Κ. στο μπαρ.

Κοίταζε το μωσαϊκό στο μπαρ. Ανάμεσα στα δεκάδες μικρά κομματάκια που φτιάχνουν το πάτωμα μια μισοσβησμένη γόπα. Την πέταξε αυτή που κάθεται διαγωνίως αριστερά απέναντί του. Δεν την πάτησε όμως κι αν είσαι προσεχτικός θα δεις ακόμη την ημιθανή κάφτρα. Αυτός, εδώ και είκοσι λεπτά και με ένα μικρό διάλειμμα παρατήρησης της κάφτρας, δεν κοιτάζει τίποτα άλλο. Μόνο αυτή. Αυτή κοιτάζει και δεν κοιτάζει. Βασικά κοιτάζει παντού. Είναι χαλαρή, ανάλαφρη. Χαμογελάει στο μισό μαγαζί. Αγγίζει το μπράτσο της φίλης της όταν λέει κάτι. Μιλάει σιγά στο αυτί της. Φλερτάρει με κάθε τι εκεί μέσα. Τον σερβιτόρο, την διπλανή γυναίκα, το ποτήρι της, ένα σκαμπό λίγο πιο πέρα, τους δύο τύπους που στέκονται στη μπάρα. Δεν καθυστερεί άλλο. Της κάνει νόημα. Πλησιάζουν ο ένας τον άλλον. Σκύβει στ’ αυτί της. Της το λέει. Αυτή γελάει υπέροχα, γέρνει το κορμί της και λες δεν μπορεί στο τέλος θα ακουμπήσει πάνω του. Θα ακουμπήσει το πρόσωπό της στον ώμο του. Αυτός τουλάχιστον αυτό λέει από μέσα του. Αυτή όμως γέρνει, άλλα όχι εντελώς. Γέρνει τόσο όσο. Αυτός τραντάζεται ολόκληρος, αλλά την τελευταία στιγμή εκείνη απομακρύνεται, γνέφοντας ευγενικά όχι. Πηγαίνει ξανά στην παρέα της. Αυτός κοιτάζει το μωσαϊκό στο μπαρ. Τη γόπα της. Ύστερα ξανά αυτή. Στέλνει ένα υψωμένο χέρι μ’ ένα δίσκο και ένα σφηνάκι. Ακολουθεί την πορεία του καρπού του σερβιτόρου. Απ’ το δίσκο, στο σφηνάκι, στο χέρι της. Το πίνει στην υγειά του. Έχει μείνει στα χείλη λίγο αλάτι. Έρχεται προς το μέρος του. Πρόσωπο με πρόσωπο. Σηκώνει τα χέρια, ετοιμάζεται κάτι να πει. Μετανιώνει, κλείνει για δευτερόλεπτα τα μάτια.

Όλα θα τελειώσουν μέσα στο επόμενο λεπτό. Μ’ ένα ανεπανάληπτο φιλί, ένα ξαφνικό μακελειό, μια λίμνη αίματος στο άσπρο μαύρο γκρι πάτωμα, ένα οριακό εδώ και τώρα.

***

Ο Μ. στη Σταδίου.

Βγαίνει απ’ το μπαρ. Παριστάνει πως απλά περπατάει στο πεζοδρόμιο να μην τον καταλάβουν οι περαστικοί. Όμως, είναι όλος χέρια, δάχτυλα, φιλιά. Το ουίσκι και η γλώσσα της κυλάει στις φλέβες του. Βάζει τα ακουστικά. Είναι γνωστό ότι όταν ακούς Smiths οι γυναίκες είναι πιο όμορφες, τα μπαρ πιο ωραία και η νύχτα μοιάζει με το μέρος που θα συμβεί αυτό που συμβαίνει κάθε φορά ανάμεσα στην άνοιξη και τις κερασιές. Τί κι αν είναι πιωμένος. Απόψε στα στενά της διαδρομής φυτρώνουν εκατομμύρια take me home tonight.

Αλλά οι smiths κρατάνε τέσσερα λεπτά. 4:01 για την ακρίβεια σ’ αυτή την εκδοχή. Ύστερα, οι σφαλιάρες πέφτουν σαν καταιγίδα κι αυτός είναι με κοντομάνικο στη μέση ενός δρόμου χωρίς υπόστεγα ή πεζοδρόμιο. Τρώει τη βροχή στα μούτρα και δεν είναι ταινία για να σηκώσει το κεφάλι και να ξεπλυθεί στο νερό. Παριστάνει πως απλά περπατάει να μην τον καταλάβουν οι περαστικοί. Απόψε στα στενά της διαδρομής φυτρώνουν εκατομμύρια κωμικοί έρωτες. Τους πατάνε ολοκαίνουρια παπούτσια και ακριβές σόλες. Τους αφήνουν στο πεζοδρόμιο τσακισμένους. Κι αυτή η πουτάνα η άνοιξη, τί να πρωτοαναστήσει;

26 Σχόλια

Filed under παρένθεση, αστο στα ντραφτ, διάφορα

το σκηνικό της αγάπης

Ξυπνάει πρώτος. Ανοίγει λίγο τα μάτια, κοιτάζει το ταβάνι. Θέλει βάψιμο. Σηκώνεται με προσοχή. Μια σέρνει τα πόδια του, μια πατάει στα ακροδάχτυλα. Θέλει να κάνει ησυχία. Νυστάζει και ξεχνιέται. Κατεβαίνει στην κουζίνα. Η τηλεόραση χαμηλά και τα πρωινά να ετοιμάζονται. Ύστερα από δέκα λεπτά μπαίνει εκείνη. Καλημέρα. Μετά από λίγο τα παιδιά. Καλημέρα.

Καφές σκέτος. Άνθρωποι, που φοράνε απογευματινά πρόσωπα ή ακοίμητες φάτσες, τη μια γελάνε, την άλλη φωνάζουν στην οθόνη. Οι τρομοκρατικές ενέργειες ντύνονται την ενημέρωση για την νέα εισοδηματική πολιτική. Οι απειλές κυκλοφορούν με τη στολή διαγράμματος ή ενός επεξηγηματικού πίνακα. Οι αυριανοί φόβοι συνομιλούν με τα πανάρχαια άγχη σε ζωντανή σύνδεση. Η ανάλυση του επόμενου καλεσμένου, ίδια με το κατακάθι που λες και φτάνει λίγο πάνω απ’ το μισό του φλιτζανιού.

Σηκώνεται απ’ την καρέκλα. Το παιδί του γελάει. Κυνηγάει με το κουτάλι ένα πολύ συγκεκριμένο δημητριακό και αυτό όλο ξεφεύγει. Το παιδί επιμένει, έχει γουρλώσει τα μάτια, τελικά τα καταφέρνει. «Α χα» φωνάζει μεγαλοπρεπώς.

Ντύνεται, βάζει ένα καθαρό λευκό πουκάμισο. Κάθεται σε μια καρέκλα κι αναρωτιέται για ποιο λόγο διάλεξε σήμερα το αγαπημένο του πουκάμισο. Αυτό που φοράει όταν έρχονται οι αλλόκοτες Κυριακές, όταν τριγυρίζει χειμώνα στη θάλασσα, όταν πάει να χαιρετήσει αυτούς που έχουν πάψει χρόνια ν’  απαντούν, όταν θέλει να μεθύσει αργά και ισοπεδωτικά. Τώρα; Μια Τρίτη πρωί με το λευκό του πουκάμισο κάθεται στην καρέκλα μπροστά στο παράθυρο.

Τη φωνάζει. Της ζητάει να πάει αυτή τα παιδιά στο σχολείο. Αυτή λέει «πώς κι έτσι;», αλλά δε δίνει σημασία. «Οκ». Ύστερα ετοιμάζονται τα μπουφάν, οι τσάντες, τα μολύβια και ύστερα η πόρτα κλείνει με ένα θερμό και κάπως αστείο χαιρετισμό.

Βάζει ένα ποτήρι νερό. Τα πρόσωπα στην οθόνη επιμένουν να μοιράζουν σε μεγάλες δόσεις απόγνωση, δημόσια μυστικά, ιδιωτικές ζωές και γουλιές αρωματικού καφέ. Ένα γυαλιστερό αυτοκίνητο με θαυμαστές επιδόσεις πάνω στο χιόνι, μακριά γυναικεία πόδια, η ευτυχία ισοδυναμεί με το μείον μπροστά σε ένα ποσοστό.

Κάθεται στην καρέκλα. Η καρέκλα δεν είναι πολύ βολική. Του έχει πει εδώ και μήνες να πάρουν καινούριες. Αυτός το αναβάλει. Έχει συνηθίσει να βλέπει τα παιδιά του πάνω σ’ αυτές τις καρέκλες. Ανεβαίνει πάνω σε μία απ’ αυτές. Όρθιος, τεντώνει τα χέρια κι ακουμπάει το ταβάνι. Κατεβαίνει, ψάχνει σε ένα ντουλάπι, παίρνει το σχοινί και ξανανεβαίνει στην καρέκλα. Στο τραπέζι της καρέκλας υπάρχουν διάσπαρτοι λογαριασμοί της ΔΕΗ, μια μπροσούρα της τράπεζας με υπογραμμισμένες τις λέξεις προσφορά και ευκαιρία, ένας ρεπόρτερ που ρωτάει ένα κορίτσι κάπου στο Σύνταγμα αν της άρεσε το καινούριο τραγούδι της Τάδε Ταδοπούλου, μια διαδήλωση που διασχίζει την πανεπιστημίου, ένα αγόρι με μαύρο κράνος και καθόλου μάτια. Πατάει πάνω τους. Οι λογαριασμοί, η φάτσα της Τάδε Ταδοπούλου και η Πανεπιστημίου γίνονται τρακτερωτοί, ενώ ακριβώς στο σημείο που αναγράφεται το όνομα του καναλιού και το συνολικό ποσό του λογαριασμού υπάρχει πια μόνο σκούρο χρώμα. Φαίνεται, κάτι θα είχε πατήσει χθες.

Προσαρμόζει την πρόχειρη και γερή θηλιά. Λένε πως είναι άσχημη επιλογή να κρεμαστείς. Θα πρέπει να έχεις υπολογίσει καλά το ύψος, αλλιώς κινδυνεύεις να πηγαίνεις πέρα δώθε σαν το τσαμπί για ώρα. Ο ίδιος προβληματίζεται γιατί στις ταινίες συνήθως το κρέμασμα συνοδεύεται από έναν απότομο θόρυβο, έναν γδούπο που κάθε φορά τον ανατριχιάζει. Κάτι πρέπει να κάνει να αποφύγει αυτό το ενδεχόμενο. Θυμάται τις ωτοασπίδες που είχε κρατήσει από κάποιο αεροπορικό ταξίδι. Ασυναίσθητα πάει να κατέβει από το τραπέζι, αλλά ξεχνάει ότι έχει ήδη φορέσει τη θηλιά. Γλιστράει πάνω στον ίδιο ρεπόρτερ που πριν λίγο ήταν στο Σύνταγμα και τώρα παρουσιάζει ένα κομμάτι για τον ευρωπαϊκό Τύπο και το πώς αυτός παρουσιάζει την Ελλάδα. Προς στιγμή ισορροπεί, ψελλίζει μάλιστα ένα ουφ. Τότε όμως πατάει πάνω στον υπουργό οικονομικών που ανταλλάσσει χειραψία με τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος και σε συνδυασμό με τα μαγικά φτερά της σερβιέτας που βρίσκονται στο ένθετο της εφημερίδας που έχει σταματήσει εδώ και δύο χρόνια ν’ αγοράζει, γλιστράει πια οριστικά. Ο λαιμός του πιέζεται από το σχοινί, από το συνολικό ποσό του λογαριασμού που όχι μόνο δε λέει να σβήσει απ’ τη βρωμιά του παπουτσιού, αλλά έχει εντωμεταξύ αποκτήσει την ιδιότητα να είναι ζωντανός και να μεγαλώνει σε κάθε ματιά. Τα νούμερα ζωντανεύουν και κινούνται με ανοδικές τάσεις σε ένα σωρό χαρτιά και αποκόμματα μέσα στο σπίτι. Οι ανάσες μοιάζουν όλο και πιο δύσκολες, δεν μπορεί να καταπιεί, ενώ το ταβάνι έχει ψηλώσει επικίνδυνα, έτσι που τα πόδια του δεν φτάνουν το τραπέζι. Είναι χαμένος.

Κάθεται στην καρέκλα μπροστά στο τραπέζι της κουζίνας. Παρατηρεί τον εαυτό του να αιωρείται, στάζοντας αίμα και οξυγόνο. Αγγίζει το λευκό του το πουκάμισο να θυμηθεί την αίσθηση των αγαπημένων. Φορώντας το λευκό πουκάμισο πήγε στο κρεβάτι της, ξεΐδρωσε κάτω απ’ τον ίσκιο της μουριάς, λερώθηκε από νερομπογιά, σκεπάστηκε στην παραλία έναν Ιούλιο του κάποτε, τράκαρε στη Μεσογείων, μέθυσε με τις λέξεις του Κάμινγκς και πήρε μεγάλες αποφάσεις με τη στιγμιαία νηφαλιότητα μιας μποτίλιας ουίσκι ή μιας φαντασίας που ζωγράφιζε γυναικείους λαιμούς και γεμάτες πλατείες.

Με μια γρήγορη κίνηση σπεύδει και κρατάει απ’ τα πόδια τον κρεμασμένο εαυτό του. Ακριβώς όπως στις ταινίες, που ο έκπληκτος κάποιος, μπαίνει ανυποψίαστος στο δωμάτιο για να αντικρύσει το κρεμαστό θέαμα κάποιου άλλου και τον σηκώνει λίγο μπας και γλιτώσει το κακό. Το γελοίο θέαμα της προσπάθειας σωτηρίας του εαυτού διακόπτεται από τον ήχο του τηλεφώνου.  Η φωνή λέει σχεδόν ψιθυριστά: «πού’ σαι ρε μαλάκα; γιατί άργησες τόσο πολύ; Ο άλλος μέσα τα ‘χει πάρει. Μας έχει ζαλίσει. Τι να του πω ρε; Ότι έχεις καμιά ίωση; Ότι πήγες το παιδί οδοντίατρο; Λέγε ρε μαλάκα.»

Ο εαυτός και αυτός, ήρεμοι και ασφαλείς πια, μισογελάνε με το σύντομο δραματάκι που σκαρώσανε ο ένας στον άλλο. «Λέγε ρε», επιμένει η φωνή. Κοιτάζει την οθόνη που μιλάει τη γλώσσα της απελπισίας και της ανίας. Η οθόνη δεν ξέρει καμία άλλη γλώσσα, υπάρχει για να διαμεσολαβήσει τη βουβαμάρα. Κοιτάζει το τραπέζι. Σε αντίθεση με την οθόνη, το τραπέζι ξέρει να σου πει άπειρες ιστορίες. Ιστορίες για διαφυγόντα δημητριακά, άθλιους καφέδες, φιλιά που μυρίζουν τζατζίκι, μπιφτέκια που κάηκαν, λογαριασμούς που βρικολάκιασαν, βραδιές που αφιερώθηκαν σε πιθανούς τρόπους δολοφονίας των βρικολάκων, ολονύχτιες εκστρατείες για την ανεύρεση ενός χαμένου μπικ και τραγούδια που ερμηνεύτηκαν με τρομακτική φιλική παραφωνία, δηλαδή μοναδικά και ανεπανάληπτα.

«Τι σκατά κάνεις ρε; Θα μιλήσεις; Τι να του πω;»

«Ε ναι. Πες του κάτι. Πες του ..ξέρω ‘γω; Κάτι ρε παιδάκι μου. Α ναι βέβαια. Πες του να πάει να γαμηθεί».

17 Σχόλια

Filed under παρένθεση, lost in hollywood

τα ίδια

Ο άντρας που κάθεται στο τραπέζι της κουζίνας φοράει τα γκρι του μαλλιά όπως οι τενίστες την κορδέλα που συγκρατεί τον ιδρώτα. Μπροστά του ένα ποτήρι ούζο. Μιλάει με έναν 35άρη που κάπως του μοιάζει. Ο μικρός μέσα απ’ το θαλασσί του πουκάμισο παρατηρεί πότε το τσιγάρο που καίγεται μόνο του πάνω στο διαφημιστικό τασάκι και πότε το ποτήρι του. Η συζήτηση κυλάει αργά. Ακούς μια λέξη κάθε ένα λεπτό. Η οικονομία. Τα λεφτά. Ο 14ος μισθός που θα γινόταν διήμερο στα Καλάβρυτα, μεγαλύτερη οθόνη, καινούρια λάστιχα. Ύστερα τα ποδόσφαιρα. Σέντρες που πήγαν απευθείας άουτ, κατεστραμμένες αντεπιθέσεις, πρόσωπα που έπεσαν στο πράσινο πάτωμα για να μη σηκωθούν ποτέ, ονόματα που υπήρξαν μόνο σε κάποιο δευτεριάτικο πρωτοσέλιδο. Διαφωνούν. Σχεδόν σε όλα. Για τα μέτρα, για τα πρόσωπα που τα ανακοινώνουν, για το σύστημα στο γήπεδο, για το σύστημα στους δρόμους. Τσουγγρίζουν νοερά κι όμως βγαίνει ήχος. Από μέσα εκείνη ακούει κρυστάλλινο τον ήχο. Μπαίνει φουριόζα στην κουζίνα. Αρπάζει το ποτήρι με το ούζο, γυρνάει στο νεροχύτη και το χύνει. «Αμάν πια, δε σκέφτεσαι τίποτα δηλαδή; Είσαι εντελώς αναίσθητος;».

Την κοιτάζουν κι οι δύο. Ο μεγάλος με ύφος γεμάτο αγανάκτηση. Ο μικρός παρακαλεστικά. «ένα μόνο δεν πειράζει. Συζητάμε», της λέει. Αυτή γυρνάει την πλάτη και χώνει τα χέρια της στον νεροχύτη. Ο μικρός πάει να πει κάτι σαν «μα γιατί κάνεις έτσι ρε παιδί μου;», ο μεγάλος όμως δεν τον αφήνει. «Άσ’ το» του κάνει. «Δεν την ξέρεις; Μια ζωή τα ίδια».

Μια ζωή τα ίδια. Η πλάτη της στο ίδιο σημείο της κουζίνας. Ο ήχος του νερού που πέφτει πάνω στα πιάτα. Η ρυθμική κίνηση των χεριών. Η πετσέτα κρεμασμένη στο ίδιο πιαστράκι, στο κάτω δεξιά ντουλάπι. Η πιατοθήκη. Τα ποτήρια ανάποδα, ακουμπισμένα σε μια λευκή πετσέτα εδώ και σαράντα χρόνια. Ο θόρυβος του πλυντηρίου, μοναδική παραλλαγή, την τελευταία δεκαετία. Τα μακριά καστανά μαλλιά πιασμένα. Ο λαιμός. Το τίναγμα των χεριών. Το σκούπισμα με τις γνωστές επαναλαμβανόμενες κινήσεις.

Μια ζωή τα ίδια. Τα μάτια του μεγάλου άνδρα κοιτάζουν την πλάτη της. Μια σταγόνα ιδρώτα ξεκινά απ’ το πίσω μέρος του κεφαλιού της, ακολουθεί τα κόκαλα του σβέρκου, χάνεται εντός της ζακέτας της. Ο άντρας καταπίνει αργά την τελευταία σταγόνα ούζο που είχε κρυφτεί κάπου ανάμεσα στη γλώσσα και τα δόντια του.

Ο μικρός που κάτι του θυμίζει, αλλά πάλι όχι ακριβώς, είναι έτοιμος κάτι να πει. Είναι έτοιμος να ανοίξει μια απ’ αυτές τις κουβέντες που έχουν ξαναγίνει πριν από 10 χρόνια, πριν από 5 μέρες, πριν από μισή ώρα. Μια ζωή τα ίδια.

Κοιτάζει ακόμη την πλάτη της. Εκείνη κρεμάει την πετσέτα, περνάει από μπροστά τους, ρίχνει ένα βλέμμα και βγαίνει απ’ το δωμάτιο. «Α φεύγεις τώρα ε;» λέει κάπως τσαντισμένα ο μικρός. Ο μεγάλος του λέει να σταματήσει. Ο μικρός δεν κατάλαβε το μικρό συνωμοτικό χαμόγελο που είχε θρονιαστεί στο βλέμμα της γυναίκας. Πώς να το καταλάβει άλλωστε; Δεν είχε φανταστεί τον εαυτό του να λέει «μια ζωή τα ίδια», για να ξέρει ότι κάθε κουβέντα έχει δεκάδες σημασίες και χιλιάδες τρόπους εκφοράς. Δεν του είχε τύχει τέτοια πλάτη, για να ξέρει ότι το ούζο έχει πολλές γεύσεις, οι περισσότερες απ’ τις οποίες εξαρτώνται αποκλειστικά απ’ το πρόσωπο που κερνάει. Δεν είχε ίσως σκεφτεί ότι μερικές φορές, όταν το αγαπημένο χέρι αδειάζει το ποτήρι, αντίθετα απ’ ότι θα περίμενε κανείς, πολλαπλασιάζονται οι πιθανότητες της μέθης.

Λίγα λεπτά αργότερα, ο μεγάλος άντρας σηκώθηκε αργά, έσφιξε τον ώμο του μικρού, του ψιθύρισε* κάτι και έφυγε προς τα μέσα. Είχε κιόλας πεθυμήσει εκείνη την αρχαία, την πολύ παλιά, την πλέον πρόσφατη, την αυριανή εικόνα της πλάτης.

*ο ψίθυρος ανήκε στο Λειβαδίτη:

Κι όταν πεθάνουμε να μας θάψετε κοντά κοντά
για να μην τρέχουμε μέσα στη νύχτα να συναντηθούμε.

15 Σχόλια

Filed under παρένθεση

στο οδοντιατρείο

Κοίταξε την μεγάλη επιγραφή στο πλάι της πόρτας. Το όνομα, δύο γερμανικά πανεπιστήμια και ο τίτλος. Οδοντίατρος. Δίστασε για λίγο, έκανε μάλιστα μια κίνηση σα να ετοιμαζόταν να φύγει, αλλά εκείνη ακριβώς τη στιγμή άνοιξε η πόρτα. Καλό απόγευμα είπε η γυναικεία μορφή φεύγοντας. Η πόρτα παρέμεινε μπροστά του ανοιχτή. Τώρα τον κοίταζε η γραμματέας, χαμογελαστή, ίσως κάπως υπερβολικά χαρούμενη. «Μα περάστε, μη στέκεστε εκεί». Σάστισε για λίγο. Όμως ήταν αργά πια. Δεν μπορούσε να κάνει πίσω, να υποχωρήσει ίσως με ένα δυο βήματα και ν’ αρχίσει να τρέχει πηδώντας τρία τρία τα σκαλιά μέχρι να βρεθεί στην εξώπορτα κι από κει στην ασφάλεια της λεωφόρου. Ήταν αργά. Έπρεπε να μπει μέσα.

Με το που έκλεισε την πόρτα πίσω του, ο χώρος γέμισε απ’ αυτή τη γνωστή μυρωδιά των οδοντιατρείων. Τα γόνατά του κόπηκαν. Ενστικτωδώς έσφιξε πάνω του το παλτό. Από μέσα ακούστηκε μακρινός κι απειλητικός ο γνώριμος ήχος του τροχού. Ένας οξύς ήχος και ύστερα αυτό το  άθλιο μηχάνημα που μαζεύει τα σάλια. Η μαύρη πολυθρόνα, μια πετσέτα πάνω στο στήθος και τα χέρια του γιατρού μέσα στο στόμα σου. Μεταλλικά αντικείμενα που επιτίθενται σ’ ένα κατά τ’ άλλα άρρωστο δόντι. Το φως πέφτει κατευθείαν στα μάτια πια, όχι στο στόμα. Τον τυφλώνει το άσπρο φως.

«Μα ελάτε, καθίστε». Η γραμματέας σηκώθηκε, τον πήρε απ’ το μπράτσο και τον οδήγησε στον μαύρο δερμάτινο καναπέ. Του έδωσε ένα ποτήρι νερό.

«Μην ανησυχείτε. Ο γιατρός είναι πολύ καλός. Δεν υπάρχει λόγος να αισθάνεστε έτσι».

«Φοβισμένος εννοείται».

«Ναι. Ναι ακριβώς. Μην έχετε άγχος. Όλα θα πάνε καλά».

«Ξέρετε έχω μια φοβία. Συγνώμη, δεν φταίτε εσείς. Είναι απλά..»

«Μην ανησυχείτε, έχουμε πολλές τέτοιες περιπτώσεις. Πολλοί άνθρωποι φοβούνται τον οδοντίατρο».

«Αλήθεια;»

«Μα ναι συνέχεια μας επισκέπτονται τέτοιοι ασθενείς. Αλλά εμείς έχουμε τον τρόπο μας. Θα δείτε. Όταν μπείτε μέσα όλα θ’ αλλάξουν για σας. Μήπως θέλετε κάτι να πιείτε; Μια πορτοκαλάδα;».

«όχι, όχι μόνο λίγο νερό, ευχαριστώ».

Το ήπιε μονορούφι, είχε στεγνώσει το στόμα του. Του χαμογέλασε κάπως περίεργα, του έκλεισε το μάτι και πήγε ξανά στο γραφείο της.

Περίμενε καθισμένος. Η κοπέλα είχε προσπαθήσει να είναι καθησυχαστική. Κάτι όμως δεν του άρεσε στο πρόσωπό της, δεν μπορούσε να πει ακριβώς τί. Κοίταξε τριγύρω. Λίγα περιοδικά πάνω στο τζαμένιο τραπεζάκι μπροστά του. Μια μικρή βιβλιοθήκη δεξιά του και δυο πολυθρόνες απέναντί του. Κοίταξε τη γραμματέα ξανά στο βάθος, μπροστά στην πόρτα. Κρατούσε ανάμεσα στα δάχτυλα μια τεράστια λίμα και έπαιζε μ’ αυτήν κάπως νευρικά. Πήρε ένα περιοδικό να ξεφυλλίσει, μπας και ξεχαστεί για λίγο. Δεν πρόλαβε να φτάσει στην τρίτη σελίδα, η φωνή της τον διέκοψε. «Η σειρά σας. Περάστε». Σηκώθηκε.

«Μα τελείωσε ο προηγούμενος;».

«Βεβαίως. Παρακαλώ περάστε».

«Μα μήπως να περιμένουμε να βγει πρώτα;».

«Έφυγε κύριε. Μου φαίνεται είστε πολύ αγχωμένος. Σας είπα ότι δεν έχετε τίποτα να φοβάστε. Όλα θα πάνε καλά. Περάστε τώρα».

Παραξενεύτηκε. Θα βγήκε όσο διάβαζα, σκέφτηκε. Πρέπει επιτέλους να σταματήσω να κάνω σα μικρό παιδί. Ένα σφράγισμα είναι. Δέκα λεπτά και έφυγα. Αμάν πια. Αποφασισμένος αλλά και ενθουσιασμένος που επιτέλους φάνηκε κάπως λογικός, έβγαλε το παλτό και το άφησε στην άκρη του καναπέ. Την ώρα που το τακτοποιούσε, παρατήρησε ότι πάνω ακριβώς απ’ το κεφάλι του ήταν κρεμασμένος ένα πίνακας. Ήταν μια αλλόκοτη παραλλαγή της περίφημης «κραυγής». Ο κυματισμός όλων των στοιχείων του πίνακα ήταν πολύ έντονος. Τα χρώματα εισέβαλαν το ένα μέσα στο άλλο και ένα κάπως θολό κόκκινο κυριαρχούσε. Το πρόσωπο ήταν σχεδόν σβησμένο, λες και η κραυγή του η ίδια το είχε καταπιεί. Όλο μαζί ήταν κατά κάποιο τρόπο σχεδόν τρομαχτικό. Άφησε εντελώς το παλτό απ’ τα χέρια του και ξεκίνησε αργά να πάει προς τα ενδότερα του ιατρείου. Ακριβώς τη στιγμή που γύριζε το σώμα του, παρατήρησε για ένα δευτερόλεπτο , ίσως και λιγότερο, τις δύο φιγούρες στην κάτω αριστερή γωνία του πίνακα. Του φάνηκαν πιο ζωντανές, πιο φωτεινές απ’ όλο τον πίνακα. Σα να ‘χαν χρώμα οι φορεσιές τους. Σα να φορούσαν κάποιο συγκεκριμένο ρούχο. Ήθελε να γυρίσει να ξανακοιτάξει, να δει καλύτερα, αλλά πια ήταν αργά, είχε φτάσει μέχρι την πόρτα.

Μπήκε μέσα. Ο γιατρός ήταν σκυφτός στον πάγκο του και κάτι πασπάτευε.

«Καλησπέρα», είπε κάπως διστακτικά.

«Γεια σας. Καθίστε, καθίστε. Τώρα τελειώνω αυτό και έρχομαι». Ξάπλωσε πάνω στην πολυθρόνα. Ακόμη δεν είχε καταφέρει να δει το πρόσωπο του γιατρού.

«Ξέρετε, έχω ένα μικρό πρόβλημα. Φοβάμαι λίγο τους οδοντίατρους. Γενικά αποφεύγω να πηγαίνω. Έχω να έρθω από μικρό παιδί. Τώρα όμως πονάει τόσο πολύ αυτό το παλιόδοντο που αναγκάστηκα πια». Όσο μιλούσε, του φαινόταν ότι ηρεμούσε σιγά σιγά. Ο γιατρός ακόμη δεν είχε σταματήσει αυτό που έκανε.

Σε λίγο μπήκε η γραμματέας. Φορούσε κι αυτή πια άσπρη ρόμπα, σαν κι αυτή του γιατρού.

«Εντάξει;» τη ρώτησε ο άντρας. «Δωστου λίγα ακόμη δευτερόλεπτα. Έχει κανένα δεκάλεπτο που το ήπιε. Σε λίγο θα είναι οκ».

«Συγνώμη, για μένα μιλάτε; Μην ανησυχείτε. Ξεκινήστε, αν περιμένετε να μου περάσει το άγχος, θα μας βρει η νύχτα», πετάχτηκε. Αυτοί όμως δεν του έδωσαν σημασία. Ψιθύριζαν κάτι ασυναρτησίες μεταξύ τους.

Άρχισε να ενοχλείται από τη στάση τους. Είπαμε έχει ένα φόβο, αλλά στην τελική είναι πελάτης, είναι ασθενής. Μήπως έπρεπε να τουλάχιστον να του απαντάνε όταν μιλάει; Πήγε κάτι να πει σε έντονο ύφος. Δεν του βγήκαν οι λέξεις. Η γλώσσα του βαριά κόλλησε στο κάτω μέρος του στόματος. Ένιωθε λίγο περίεργα. Σαν ένα γενικό μούδιασμα. Τα χέρια του έπεφταν σαν παράλυτα στην πολυθρόνα. Τα πόδια ξαφνικά ζύγιζαν 10 τόνους το καθένα. Δεν μπορούσε να κινηθεί ή να ψελλίσει μια λέξη. Πανικός. Ίδρωσε, μια σταγόνα έπεσε μέσα στο μάτι του, δεν μπορούσε να το τρίψει. «Λες να είναι κρίση πανικού;» σκέφτηκε.

«Εντάξει είναι. Σου είπα ότι σε λίγα δευτερόλεπτα θα ήταν έτοιμος» είπε απότομα η γραμματέας. Το ύφος της είχε αλλάξει. Οι λέξεις ήταν κοφτές. Το σίγμα ακουγόταν περίεργα. Κάποιες σταγόνες απ’ το σάλιο της έφταναν μέχρι την άκρη των χειλιών της. Τα μάτια της έλαμπαν. Τον πλησίασε. Άπλωσε το χέρι της πάνω στο πρόσωπό του. Ο πανικός του ήταν τώρα μια απορία, πίστεψε προς στιγμή ότι κοιμάται, ότι ονειρεύεται, ότι έχει πέσει σε κάποιο άθλιο λήθαργο. Πίστεψε ότι η φαντασία του ανέλαβε για χάρη του να πλάσει μια παράδοξη στιγμή άκρως ρεαλιστική. Πλησίασε το πρόσωπό της στο δικό του. Ύστερα του χαμογέλασε.

Τον κυρίευσε η φρίκη. Τρόμος τώρα πραγματικός τον έλουζε από πάνω μέχρι κάτω. Πάλευε με όλη του τη δύναμη να κινηθεί. Ένιωθε κάθε σημείο του σώματός του, απ’ το δάχτυλο του ποδιού, μέχρι τις τρίχες στο κεφάλι του να δίνουν αγώνα, να τρελαίνονται, να προσπαθούν και τελικά να αδυνατούν να κάνουν οποιαδήποτε ενέργεια. Η κίνηση του είχε απαγορευθεί. Ήταν καθηλωμένος, παράλυτος σε μια πολυθρόνα να κοιτάζει το χαμόγελο αυτής που τόση ώρα παρουσιαζόταν ως γραμματέας. Τί ήταν όμως αυτό το πλάσμα τελικά;

Όταν του χαμογέλασε είδε το στόμα της, που με τόση επιμέλεια, έκρυβε εδώ και ώρα. Η ανάσα της μύριζε περίεργα, τα σάλια πλημμύριζαν τα χείλη, τα δόντια. Τα δόντια της ήταν κάτι το φοβερό. Το σχήμα τους εντελώς μυτερό, σα να είχε τριάντα φονικούς κυνόδοντες. Απείχαν κάπως το ένα απ’ το άλλο, κι απ’ τα κενά έβγαινε σχεδόν σχηματισμένη μια μανία, μια δίψα. Απομακρύνθηκε πάλι.

Αυτός βάλθηκε να κλαίει. Από μέσα του παρακαλούσε, εκλιπαρούσε, μόνο που οι ικεσίες του ήταν αναγκασμένες να παραμείνουν σιωπηλές. Ο ήχος του είχε αφαιρεθεί ως προνόμιο, μαζί με την κίνηση. Αυτός όμως ακόμη πάλευε με όλη του την εσωτερική ορμή να σηκωθεί, να τρέξει, να φύγει έξω απ’ το ιατρείο στην ασφαλή λεωφόρο.

Έπειτα ο γιατρός επιτέλους κουνήθηκε. Αργά γύρισε προς το μέρος του. Η άσπρη ιατρική στολή του, μπροστά ήταν βαμμένη. Είχε παντού κόκκινα σημάδια, γραμμές από ξεραμένο και νωπό αίμα. Το πρόσωπό του είχε ένα περίεργο και ακαθόριστο σχήμα. Τα μάτια του ήταν γκρίζα. Αυτός δε χαμογελούσε καθόλου. Μόνο έτριζε τα δόντια του. Το χρώμα τους εξηγούσε την κατάληξη του προηγούμενου ασθενή. Η γραμματέας ήρθε από πάνω του, χτυπώντας την ίδια τεράστια λίμα που πριν λίγο κρατούσε πάνω στο στόμα της. Έσκυψαν κι οι δύο μαζί από πάνω του. Την ώρα που το χνώτο τους σχεδόν άγγιζε τα ρουθούνια του, την ώρα που έσταζε πάνω του το αίμα που εγκλωβιζόταν ανάμεσα στα δόντια τους, δικό τους ή όχι, ποιός μπορεί στ’ αλήθεια να ξέρει, του φάνηκε πως μπορούσε πια να φωνάξει δυνατά. Πήρε μια τελευταία βαθειά ανάσα και ούρλιαξε από τρόμο, ελπίδα, πόνο ή απελπισία με όλη του τη δύναμη.

***

«Μα περάστε, μη στέκεστε εκεί».

Την κοίταξε που του έγνεφε και χαμογελούσε. Σάστισε για λίγο. Όμως αμέσως πήρε την οριστική και σωτήρια απόφασή του.

Πηδούσε τρία τρία τα σκαλιά ουρλιάζοντας έτσι που πρέπει να τον άκουσε όλη η πολυκατοικία. Βγήκε στην ασφάλεια της λεωφόρου ανοίγοντας με φόρα την εξώπορτα.

Κάπως πιο ήρεμος πια, άναψε τσιγάρο. Βαθειά τζούρα. Κοίταξε τα αυτοκίνητα σταματημένα μπροστά στο φανάρι. Ήταν ακόμη λίγο λαχανιασμένος. «Κωλο οδοντίατροι» κατάφερε να ψελλίσει μόνο περπατώντας προς τη διάβαση.

25 Σχόλια

Filed under παρένθεση

η τσίχλα

Το ψιλόβροχο δεν έλεγε να σταματήσει. Ο ουρανός έσταζε με τον ίδιo ακριβώς ρυθμό επί ώρες. Στην αρχή μπορούσες να περπατήσεις, δεν κινδύνευες να γίνεις μούσκεμα, αλλά όσο περνούσε η ώρα οι λακκούβες στους δρόμους μετατρέπονταν σε μικρές βρώμικες λίμνες, τα νερά των οποίων, οι ρόδες των διερχόμενων αυτοκινήτων εκτόξευαν δεξιά και αριστερά. Τα λεωφορεία αργούσαν, το μετρό είχε σταματήσει λόγω ενός περίεργου ατυχήματος και τα ταξί, ως συνήθως, επέλεγαν προσεχτικά τους πελάτες τους. Είχε κουραστεί εδώ και σαράντα λεπτά να αποφεύγει πότε τα βαλτωμένα νερά και πότε τις απρόκλητες επιθέσεις των οδηγών. Είδε με την άκρη του ματιού του τη φωτισμένη πινακίδα και έπειτα τη στολισμένη με αφίσες γυάλινη πόρτα. Μια μικρή και όμορφη καφετέρια. Μια όαση στο σπαστικό ατελείωτο ψιχάλισμα. Προλαβαίνω να πιω ένα καφεδάκι να ηρεμήσω και λίγο, σκέφτηκε και μπήκε.

Κάθισε στο μοναδικό άδειο τραπέζι, ακριβώς στη μέση του μαγαζιού. Έβγαλε προσεχτικά το βρεγμένο μπουφάν και το τοποθέτησε στη διπλανή καρέκλα. Σταύρωσε τα χέρια μπροστά στο τασάκι και για μερικά δευτερόλεπτα ονειρεύτηκε τη γεύση του ζεστού καφέ στη μεγάλη κούπα. Έπειτα έβγαλε από τη νωπή τσάντα το βιβλίο του, το άνοιξε και περίμενε να παραγγείλει. Ανάμεσα στους θαμώνες και τους κυνηγημένους απ’ τη βροχή περιφερόταν χαμογελαστό ένα κορίτσι που φορούσε μια μικρή μαύρη ποδιά. Το κορίτσι που σερβίρει, όμορφο και γελαστό, είπε από μέσα του και χάρηκε που ο καιρός τον έστειλε εκεί σήμερα. Της έκανε νόημα να έρθει. Αυτή, ανέκφραστη, προσπέρασε το τραπέζι του. Μάλλον δε θα τον είδε, σκέφτηκε.

Έριξε μια ματιά γύρω του. Κάποια ζευγαράκια, μια αντροπαρέα, δύο κοπέλες στη γωνία, τρεις μεγαλύτεροι στο απέναντι τραπέζι – δύο άντρες και μια γυναίκα- και δύο όμορφες γυναίκες ακριβώς δίπλα του. Εκείνη τη στιγμή το βλέμμα του συναντήθηκε με τη μία απ’ αυτές. Χαμογέλασε και της έγνεψε σαν να τη χαιρετάει. Εκείνη στραβομουτσούνιασε και γύρισε αμέσως στη φίλη της. Σα να είπε κάτι μέσα απ’ τα δόντια της και η άλλη γυναίκα του έριξε ένα περιφρονητικό ή σχεδόν θυμωμένο βλέμμα. Παραξενεύτηκε αλλά δεν έδωσε πολύ σημασία. «Γιατί αντιδρούν έτσι; Βέβαια ίσως να τις παρεξήγησα» σκέφτηκε. Αμέσως τις ξαναχαμογέλασε. Στη χαρούμενη γκριμάτσα του η μια αντιγύρισε μια τρομερά ενοχλημένη γκριμάτσα ενώ η άλλη απλά δυσανασχέτησε.

Πριν προλάβει να συνειδητοποιήσει την εμφανή επιθετικότητα του διπλανού τραπεζιού, είδε μπροστά του να περνάει η σερβιτόρα. Πήρε πάλι το χαμογελαστό του πρόσωπο και πήγε να της απευθύνει το λόγο. Πριν βγει έστω ένα φωνήεν απ’ το στόμα του, το κορίτσι του πέταξε ένα ξερό και απότομο «μισό, έρχομαι» με ένα περίεργο ύφος, που δεν ταίριαζε καθόλου με το υπόλοιπο ευγενικό της παρουσιαστικό.

Ώσπου να διαβάσει μια πρόταση στη σελίδα μπροστά του, έπιασε με την άκρη του ματιού του τη σερβιτόρα να έρχεται προς το μέρος του. Σήκωσε το βλέμμα αλλά αυτή πέρασε από πίσω του χωρίς να δώσει καμία σημασία, προχωρώντας μάλιστα έριξε κάτω το μπουφάν του. Έσκυψε να το πιάσει. Όπως το σήκωνε το ένα μανίκι ίσα που άγγιξε το παντελόνι της μιας γυναίκας του διπλανού τραπεζιού.

«Προσέξτε λίγο κύριε. Αμάν πια. Θέλετε να με κάνετε χάλια; Γλιτώσαμε από τη βροχή για να μας λερώσετε εσείς;» είπε αυτή σχεδόν φωνάζοντας. Πήγε να της απαντήσει κατάλληλα, αλλά πρόσεξε πως όλο το μαγαζί είχε γυρίσει και τους κοιτούσε. Είπε ένα ζορισμένο «με συγχωρείται» και ξανακάθισε. Δεν ήθελε να δώσει συνέχεια. Ήταν φανερό, η κυρία αυτή, ήταν μια αγενής και ξινή κότα, μια απαίσια γεροντοκόρη. Δε θα κέρδιζε τίποτα να ανοίγει καυγάδες. Το θέμα είναι ότι βρισκόταν τουλάχιστον δέκα λεπτά εκεί και ακόμη δεν είχε παραγγείλει.

Είδε την κοπέλα με την ποδιά να κάθεται στο μπαρ και να συζητάει νωχελικά με τον μπάρμαν. Άρχισε να εκνευρίζεται. Σήκωσε το χέρι να τη φωνάξει. Αυτή απάντησε με ένα απροσδιόριστο νεύμα. Περίμενε δύο λεπτά. Δεν μπορούσε να διαβάζει πια περιμένοντας. Ήθελε ένα καφέ επιτέλους. Ξανασήκωσε το χέρι. Το κορίτσι αποκρίθηκε με τη γνωστή κίνηση του χεριού, η οποία συνήθως απευθύνεται (παρέα με ένα ψιτ) σε γατιά . Στη συγκεκριμένη περίπτωση σήμαινε προφανώς κάτι σαν μισό λεπτό. Περίμενε άλλα τρία λεπτά. Έπειτα, εμφανώς εκνευρισμένος, ύψωσε και τα δύο χέρια και τα κουνούσε σα να χαιρετάει κάποιον που επιβιβάζεται στο πλοίο για να φύγει οριστικά. Το κορίτσι με την ποδιά σηκώθηκε απότομα και τον πλησίασε.

«Δε μου λέτε, γιατί κάνετε έτσι; Συμβαίνει κάτι; Τόσο βιαστικός είστε πια που δεν μπορείτε να μου συγχωρήσετε μια ολιγόλεπτη αργοπορία; Γιατί κάνετε σαν τρελός και δημιουργείται ολόκληρο θέμα; Πείτε μου λοιπόν κύριε. Παρακαλώ».

«Κοιτάχτε δεν κάνω σαν τρελός, απλά..»

«Απλά τί;»

«Γιατί είστε τόσο επιθετική, μπορείτε να μου πείτε; Στο κάτω κάτω δικό σας φταίξιμο είναι που..»

«Α, είναι δικό μου φταίξιμο. Συγνώμη λοιπόν, είμαι ένοχη για μια ολιγόλεπτη καθυστέρηση. Τί θα κάνετε; Θα με κρεμάσετε;»

«Μα δεν είπα κάτι τέτοιο, απλά..»

«Απλά κουνάτε τα χέρια σας σαν τρελός, λες και ήρθε το τέλος του κόσμου, λες και σας κάναμε το μεγαλύτερο κακό, λες και έγινε κάτι ανεπανόρθωτο»

«Ανεπανόρθωτο; μα δεν είπα εγώ..»

«Αν είναι έτσι, μισό λεπτό. Θα φωνάξω αμέσως τον κύριο πίσω απ’ το μπαρ, που τυγχάνει να είναι ιδιοκτήτης του μαγαζιού και άρα υπεύθυνος για ό,τι συμβαίνει εδώ μέσα»

«Μα δεν είπα..»

«Έρχεται αμέσως», είπε καθώς έφευγε προς το μπαρ. Τα μάτια της όλη αυτή την ώρα είχαν πάρει ένα αλλόκοτο κόκκινο χρώμα, ενώ στην άκρη των χειλιών της είχαν μαζευτεί μικρές άσπρες ποσότητες σάλιου. Έμοιαζε με αγαναχτισμένη τρελή, με εξοργισμένο οπαδό στην κερκίδα και το μαγαζί ήταν η αρένα της. Αυτός απόρησε, ενώ ταυτόχρονα συνειδητοποιούσε ότι όλο το μαγαζί είχε σωπάσει και περίμενε τη συνέχεια της υπόθεσης. Ένιωσε πάνω του θυμωμένα βλέμματα, σχεδόν έβλεπε απειλητικές χειρονομίες απ’ τις γυναίκες του απέναντι τραπεζιού, ενώ ένας απ’ την αντροπαρέα έσφιγγε τη γροθιά του. Νόμιζε πως άκουγε τα δόντια του να τρίζουν.

Κοίταξε προς το μπαρ. Ο άντρας που τόση ώρα έφτιαχνε τους καφέδες των άλλων πλησίαζε προς το μέρος του. Ήταν ένας ψηλόλιγνος άντρας, ξανθός με γουρλωμένα μάτια και μεγάλες φλέβες που φαίνονταν έντονα στο λαιμό και τα χέρια του. Τα βήματά του ήταν αργά και σίγουρα. Παρατήρησε ότι φορούσε μαύρα λουστρίνια, τα οποία ήταν απροσδόκητα καθαρά και γυαλιστερά. Δε βγήκε καθόλου όλη μέρα, σκέφτηκε, ή χρησιμοποιούσε άλλα παπούτσια για να πατήσει στα μουσκεμένα πεζοδρόμια. Η μουσική στο μαγαζί είχε σταματήσει κάπως απότομα είναι η αλήθεια και αυτός τώρα ένιωθε σαν σε ταινία που ο ηθοποιός περπατάει σε αργή κίνηση και ο ήχος επικεντρώνεται σε ένα και μοναδικό σημείο. Το σημείο αυτό ήταν το δυνατό, σχεδόν εκκωφαντικό τρίξιμο των πεντακάθαρων μαύρων παπουτσιών του ιδιοκτήτη του μαγαζιού.

«Τί συμβαίνει κύριε; Τί τόσο σοβαρό σας συμβαίνει που περιφρονείται την κοπέλα και ζητάτε να μιλήσετε μόνο σε κάποιον υπεύθυνο; Γιατί κάνετε όλη αυτή τη φασαρία;»

«Ποιά φασαρία; Ποιός ζήτησε να μιλήσει στον υπεύθυνο; Δεν έκανα καμιά..»

«Κατ’ αρχάς μη φωνάζετε κύριε. Σας ακούμε όλοι μια χαρά»

Ο ιδιοκτήτης είχε ακουμπήσει τα χέρια του στο τραπέζι και είχε σκύψει ολόκληρος από πάνω του. Είδε ότι τα μαύρα παπούτσια του ακουμπούσαν σχεδόν πάνω στα δικά του που είχαν γίνει πια καφέ απ’ τα βρομόνερα που είχε πατήσει πριν. Σκέφτηκε ότι θα τα λερώσει. Κρίμα όμως να πάει στράφι τέτοια γυαλάδα.

Όταν τον ξανακοίταξε, είδε ότι ο ξανθός κύριος, αυτός ο ξερακιανός με τις φλέβες που πάλλονταν έτοιμες να σπάσουν, είχε κολλήσει τα μούτρα του στο πρόσωπό του. Η ανάσα του μύριζε βότκα ανακατεμένη με κάποιο άλλο άγνωστο είδος αλκοόλ. Τραβήχτηκε απότομα πίσω. Κατά την αντανακλαστική αυτή κίνηση, ίσα που ακούμπησε το σαγόνι του ιδιοκτήτη με το πάνω μέρος των μαλλιών του. Εκείνος γούρλωσε αμέσως τα μάτια και μισόκλεισε το στόμα αφήνοντας μισή βρισιά να φύγει ανάμεσα απ’ τα αραιά του δόντια.

«Είστε καλά; Προσπαθείτε να με χτυπήσετε;»

«Εγώ; Να σας χτυπήσω;» Δε μιλούσε πια, μάλλον ψέλλιζε τις λέξεις του.

«Πάτε να με χτυπήσετε;» συνέχισε ο άλλος ουρλιάζοντας πια και αφήνοντας τη λύσσα που έκρυβε, όχι καλά είναι η αλήθεια, κάτω απ’ τη γλώσσα και μέσα στο άσπρο των ματιών του να βγει όλη έξω.

Κοίταξε γύρω του. Τα φώτα στο μαγαζί είχαν χαμηλώσει, με τον ίδιο αλλόκοτο τρόπο που είχε χαθεί ξαφνικά και η μουσική. Οι άλλοι πελάτες ήταν ανασηκωμένοι. Ένας απ’ την αντροπαρέα είχε πλησιάσει πολύ απ’ την άλλη μεριά τραπεζιού. Βρισκόταν σ’ ένα παράξενο κλοιό. Δεν ήξερε τί να πει. Φοβόταν, αλλά δεν μπορούσε να πιστέψει όλο αυτό που συνέβαινε. Έπρεπε να κάνει μια τελευταία προσπάθεια.

«Μα σας παρακαλώ. Ας μην το παρακάνουμε, πρόκειται προφανώς..»

«Μα πώς του επιτρέπετε επιτέλους;» τσίριξε η γυναίκα του διπλανού τραπεζιού. Στεκόταν στις μύτες. Τα μαλλιά της είχαν ανασηκωθεί λες και την είχε μόλις διαπεράσει ηλεκτρικό ρεύμα. Η φωνή της ακόμη αντηχούσε, σα να έσκαγε με πάταγο στους κόκκινους τοίχους της σκοτεινής πια καφετέριας. Αυτός δεν πρόλαβε να πει τίποτα άλλο. Πιο πολύ από ένστικτο τράβηξε πίσω την καρέκλα να σηκωθεί. Δεν κατάφερε να σταθεί όρθιος όμως, αφού η τσάντα μιας γυναίκας, που καθόταν τόση ώρα ανέκφραστη και σιωπηλή μαζί με τον άντρα της, προσγειώθηκε στο πρόσωπό του. Ένιωσε το αίμα που έτρεχε πάνω στα ούλα του και το κρύο πλακάκι που ακούμπησε το πίσω μέρος του κεφαλιού του. Ήταν ξαπλωμένος κάτω και οι υπόλοιποι είχαν σχηματίσει ήδη ένα κύκλο γύρω του.

«Κάποιος να κλειδώσει την πόρτα» φώναξε το κορίτσι με την ποδιά. Δεν κατάφερε να δει με σιγουριά, αλλά αυτός που γύρισε το κλειδί πρέπει να ήταν ο άντρας που τόση ώρα έσφιγγε τη γροθιά του. Ο ψηλόλιγνος άντρας, σαλταρισμένος πια εντελώς, στάθηκε ακριβώς από πάνω του. Έπειτα σήκωσε το πόδι ψηλά και το κατέβασε με όλη του τη δύναμη πάνω στο σαγόνι του. Την ώρα που το πόδι αιωρούνταν ακόμη στον αέρα, εκείνος πεσμένος στο πάτωμα και ματωμένος, άνοιξε το στόμα του σαν κάτι να ήθελε να πει. Δε θα φώναζε έλεος, βοήθεια ή κάτι άλλο παρόμοιο κι απελπισμένο. Ήθελε απλά να πει ότι εκείνο το απίθανα καθαρό παπούτσι, εκείνο το αψεγάδιαστο λουστρίνι είχε κολλημένη στη σόλα του μια ροζ, σκονισμένη τσίχλα.

Δεν πρόλαβε βέβαια να μιλήσει, χαμογέλασε όμως με την ατέλεια και την απροσεξία του παράφρονα, με τρόπο που εκνεύρισε ακόμη περισσότερο τον ξανθό ιδιοκτήτη, που έβαλε πια όλη του τη δύναμη και τη λύσσα σ’ αυτήν την κλοτσιά. Έμεινε ξαπλωμένος μ’ αυτό το σβησμένο χαμόγελο, δείγμα μιας εντελώς αδικαιολόγητης αίσθησης ελάχιστης εκδίκησης και το τελευταίο πράγμα που είδε, ήταν το καλογυαλισμένο μαύρο παπούτσι του ξανθού ιδιοκτήτη να έρχεται κατά πάνω του.

12 Σχόλια

Filed under παρένθεση

πώς είδα τη Ν.

Ακολουθεί παραληρηματικό σεντόνι (υπέρδιπλο) συνεχίζεις με δική σου ευθύνη.

Τελευταία μέρα των διακοπών στο νησί η Ν. ξυπνάει απότομα στο κρεβάτι του. Φταίει η ζέστη. Είναι μισόγυμνη και το σεντόνι έχει τυλιχτεί στα πόδια της. Παίρνει ανάσα, τα ρουθούνια της κάνουν αυτό το γνωστό παιχνίδισμα, όπως κάθε φορά που είναι νευρική. Χωρίς ν’ ανοίξει τα μάτια, πιάνει το πεταμένο στο πάτωμα πακέτο Lucky Strike κι ανάβει ένα τσιγάρο. Τέτοιες μέρες σκέφτεται δεν χρειάζεται κανείς νερό ή κάτι να φάει. Χρειάζεται μόνο ένα ωραίο τσιγάρο κι όλοι οι άλλοι πρέπει απλά να σκάσουν. Να μην μπορούν να πουν ούτε μισή κουβέντα. Το φως μπαίνει απ’ το παράθυρο και διαλύει το σκοτάδι, που ξέρει τουλάχιστον αυτό, τίποτα δικό του να μην κάνει οριστικό(οι νύχτες είναι μια παύση της ζωής, τη μέρα συνηθίζεις να αποφασίζεις, τη νύχτα απλά να μεθάς και να απελπίζεσαι. Έτσι το σκοτάδι μοιάζει με αναβολή, με παράταση ή ίσως με τη μόνη ώρα που όλα είναι πιθανά).

Πέρασε η ώρα. Πετάει κάτω τα τσιγάρα κι αυτά σκορπίζουν ολόγυρα. Ανοίγει τα μάτια της και γυρίζει προς εκείνον. Εκείνος ακόμη κοιμάται. Κοιμισμένος και ευτυχισμένος, σκέφτεται. Μπορείς να το καταλάβεις αυτό απ’ το σβησμένο χαμόγελο και το χέρι του που ακόμη μένει πάνω στην άσπρη κοιλιά της και ασυνείδητα σχεδόν τη χαϊδεύει. Σκέφτεται τη νύχτα. Τα φιλιά και τα λόγια του. Σκέφτεται τη χθεσινή νύχτα απ’ την αρχή στο bar μέχρι το τέλος στο δωμάτιο. Στο τέλος αυτή καπνίζει ένα Lucky Strike πάνω από το ακίνητο σώμα του. Τον κοιτάζει και μοιάζει πιο όμορφος από χθες.

Θυμάται τα χθεσινά. Θυμάται τις στιγμές μαζί του. Όλα φαίνονται ωραία, πολύ ωραία. Αλλά τώρα τι δουλειά είχε στο δωμάτιο μαζί μ’ ένα ξένο; Τι σκατά να κάνει τώρα; Ένα φιλί, λίγος ύπνος ακόμη, να σηκωθεί να φύγει. Απλώνει το χέρι της μα δε θέλει να τον αγγίξει. Ολόκληρο το πρόσωπό της είναι μια έλλειψη επιθυμίας. Αν μόνο γινόταν όλα να σβήσουν τώρα και απλά να αιωρείται αυτή, μ’ ένα τσιγάρο κάπου ανάμεσα στην απουσία όλων. Όλοι. Αυτό που πρέπει όλοι να κάνουν, είναι να διεκδικήσουν επιτέλους για χάρη της τη δική τους προσωπική, γαμημένη ανυπαρξία.

Δηλαδή μήπως μπορεί να πει κανείς τίποτα; Υπάρχουν λόγια; Καλύτερα να είναι σίγουρη. Να φύγω είπε δυνατά σχεδόν και σηκώθηκε. Ντύθηκε γρήγορα. Ο καθρέφτης μπροστά της, σαν οθόνη που δε μπορεί να συλλάβει καμιά πραγματικότητα. Δεν της δημιουργεί κανένα συναίσθημα η αντανάκλαση, η γύμνια των κορμιών, η ομορφιά που περισσεύει. Είναι μια εικόνα αδιάφορη. Γυρίζει και τον κοιτάζει δίχως μεσάζοντες. Και τι μπορεί άραγε να νοιώσει κανείς μπροστά σ’ ένα γυμνό όμορφο άνθρωπο; Γι’ αυτήν οι μέρες της ηδονής δεν ήταν λόγος να χαμογελά κάποιος. Γι’ αυτήν οι μέρες της αγάπης είχαν ήδη περάσει. Κλείνει την πόρτα αντικρίζοντας στιγμιαία στον καθρέφτη του διαδρόμου ένα ετοιμόρροπο πρόσωπο που μοιάζει με κακή απομίμηση του πρώην εαυτού της.

Στα σκαλιά ενός σπιτιού κάπου μακριά από εκεί, κοιτάζει ανήσυχα δεξιά αριστερά, μα δε βλέπει τίποτα. Η ζέστη διαλύει τις σκέψεις και κάνει το πρωινό ανυπόφορο. Δεν ιδρώνει, δε βλέπεις σταγόνα πάνω της. Μα είναι σε άθλια κατάσταση. Βράζει το κεφάλι της, τα πόδια της πάνε πέρα δώθε, δε μπορεί να ησυχάσει. Πόσο μακριά ή πόσο άσχημα είναι στη χώρα των τρελών;

Όμορφοι άντρες, άγριες νύχτες, ολοήμερες γιορτές, αγκαλιές, ατέλειωτος χορός, χέρια απλωμένα, ονόματα, ποτήρια άδεια, θάλασσες, ο ήλιος, άγνωστα κρεβάτια, αγάπη. Τόνοι σκατά αυτό το πρωινό, μαζεύτηκαν και βαραίνουν δύο όμορφους ώμους σαν τους δικούς της. Όλος ο κόσμος έγινε ένα τεράστιο βάρος. Ο ουρανός γέμισε από ό,τι εσύ θα ονόμαζες ευτυχισμένες στιγμές και τώρα αυτή πρέπει να τον σηκώσει. Πόσες φορές άκουσες σ’ αγαπώ; Πόσες το είπες; Πόσες φορές χάθηκες στην αγκαλιά του αγαπημένου; Πόσες φορές χάρισες τα χάδια σου; Πόση αγάπη πήρες από ειλικρινείς φοβισμένους μαλάκες; Πόση ηδονή, πόση απόλαυση ξέκλεψες από τα γαμήσια σου; Πόσο τυχερή ή πόσο μόνη ήσουν; Όταν βρέχει σκατά κανείς δε μπορεί να κάνει κάτι.

Η φυλή των ανθρώπων γεμίζει τα στενά σοκάκια. Είναι ήδη έντεκα. Η Χώρα σε λίγο θα σείεται απ’ τις φωνές, τα γέλια, τα βήματα. Κόσμος θα μπαίνει στα μαγαζιά, εκεί όπου με αντάλλαγμα μικρά χρηματικά ποσά θα παίρνουν ελάχιστες αποδείξεις ύπαρξης (στο ταμείο είμαστε ακόμη ζωντανοί). Το φως καίει περίεργα σήμερα. Σηκώνεται να περπατήσει, μπερδεύεται στον κόσμο. Τα χάνει. Πιάνει την τσάντα της να πάρει ένα τσιγάρο. Τίποτα. Τα ξέχασε εκεί, στο δωμάτιό του. Ο κόσμος πηγαινοέρχεται γύρω της κι εκείνη στέκεται ακίνητη. Δεν αναγνωρίζει πρόσωπα ή κατευθύνσεις. Κλείνει τα μάτια και τραβάει προς το πλήθος, να εξαργυρώσει κάτι απ’ την ανωνυμία της. Περπατάει όλο και πιο γρήγορα. Χάνεται ανάμεσα στα πρόσωπα. Πηγαίνει κατά κει που καμιά πυξίδα ποτέ δε θα καταλάβαινε. Ανεβαίνει τα σκαλιά, ανοίγει την πόρτα. Γδύνεται γρήγορα και πέφτει πάλι δίπλα του, ενώ εκείνος ακόμη κοιμάται. Μαζεύει ένα τσιγάρο από κάτω και τ’ ανάβει.

Κοιτάζει το ταβάνι και βλέπει ανθρώπους κουβάρι να ξετυλίγονται. Άνθρωποι πνιγμένοι, νεκροί. Περπατούν εδώ κι εκεί στο ταβάνι. Ένας στρόβιλος τους ρουφάει, τους γυρνάει γύρω γύρω κι έπειτα πάλι τους ξερνάει. Χαιρετιούνται, ανταλλάσσουν φιλιά στα μάγουλα, φιλοφρονήσεις, συμπάθειες, κάποιος χαμογελάει. Του ανακοίνωσαν την πολυαναμενόμενη προαγωγή. Ώρες κι άλλες ώρες στο γραφείο κι οι τοίχοι στάζουν χρήματα. Άντρες περνούν μπροστά της, ανοιγοκλείνουν πόρτες, γδύνονται, την προσκαλούν. Την κυκλώνουν, πέφτουν πάνω στο κορμί της. Κολλάνε πάνω της. Της δίνουν τα πάντα. Σεξ, αγκαλιές, βόλτες, χιλιάδες δώρα, συζητήσεις κολλημένοι στην κίνηση. Κι ύστερα πάρτι στο σπίτι, τόσοι υπέροχοι, όμορφοι καλεσμένοι κι όλοι την κολακεύουν, σχεδόν την αγαπούν. Έρωτες υπέροχοι, έρωτες αφόρητοι, κρατάνε αιώνες και όλοι μοιάζουν χθεσινοί και απέραντοι. Έρωτες που κρατούν για αιώνες, τατουάζ πάνω στο κορμί της τα ονόματα όλων, στα ημερολόγια γιορτές κι έχουν αποτυπωθεί στα μάτια της. Μπορεί να σου τις πει όλες. Μία προς μία, θυμάται τις ημερομηνίες. Σήμερα αυτός, αύριο ο άλλος. Δώρα, ευχές σε όλους. Στέλνει τα φιλιά της, στέλνει τα λόγια της, στέλνει τον εαυτό της.

Πηγαίνει σ’ αυτούς, τους λέει την ακριβή της γνώμη, διαλέγει ρούχα στις βιτρίνες, αλλάζει μπλούζα κάθε μέρα, μαγειρεύει το φαγητό τους, μαγειρεύει το φαγητό της. Βλέπει ωραίες ταινίες και μεθάει με πολύχρωμα κοκτέιλ, χορεύοντας σε χρυσές πίστες. Τεράστιες αίθουσες, χαώδη μαγαζιά, γυναίκες στολισμένες, γυμνές πλάτες που βρωμοκοπάνε υπέροχα αρώματα και το θέαμα μπροστά τους λάμπει, στριγγλίζει, τρέχει πάνω κάτω, κάνει κωλοτούμπες πάνω σε γαρίφαλα που μυρίζουν βότκα, κραγιόν και θανατίλα. Γιορτάζουμε το κέφι μας με τα υλικά του πιο φτηνιάρικου πένθους. Ένας άντρας την προηγούμενη μέρα στην είσοδο του νεκροταφείου της πούλησε το ίδιο λουλούδι που πέταξε πριν λίγο στη γυναίκα που ξελαρυγγιάζεται στο πάλκο. Άραγε αυτή τη μαλακισμένη δεν την ενοχλεί η ανάσα του θανάτου πάνω στο σβέρκο της;

Στερεοφωνικά, τηλεοράσεις, ζαρωμένοι γέροι κι όλοι μαζί ένα γύρω στο σαλόνι της. Τι λέτε κι εσείς; ρωτάει, σαν να την ενδιέφερε η απάντηση κι όλοι μαζί γελάνε συντονισμένα πάνω στους καναπέδες της. Αστειεύονται φυσικά. Συμφωνούν και χαμογελάνε. Οι ανάσες τους, ολόκληρη η ύπαρξή τους είναι μια γαμημένη συγκατάβαση. Συγκατάβαση σαν κι αυτή που δείχνει κι αυτή στη βαρετή όσο και λυπημένη θεία της. Την αγαπάει και την σιχαίνεται, μπορείς να το καταλάβεις; Σίγουρα μπορείς. Τώρα της χάρισε μια τοστιέρα. Τι να την κάνει τη γαμημένη την τοστιέρα; Την ευχαριστεί, ήταν για καλό. Την ευχαριστεί με όση ψεύτικη ειλικρίνεια διαθέτει και διαθέτει αρκετή. Εκμεταλλεύεται την σκληρότητά της. Την επόμενη κολλημένη στην κίνηση μαζί του πηγαίνει να την αλλάξει. Βρίζει τους τροχονόμους-τα φανάρια-τη θεία της-το κατάστημα που είναι μακριά-αυτόν που συνέχεια αλλάζει σταθμούς στο ραδιόφωνο και ταυτόχρονα, είναι στα μάτια του ένας γλυκός άγγελος και δεν ξέρει τι θα έκανε χωρίς αυτόν που έχει υπομονή και την πάει να ξεφορτωθεί τη γαμωτοστιέρα. Γέρνει προς το μέρος του και του ψιθυρίζει: «Αγάπη μου».

Έτσι κι αλλιώς δε μπορεί να φταίει η θεία. Η σκέψη μετράει. Σκέψη νεκρή κι αυτή. Στενά μπαλκόνια αερίζουν τα σεντόνια, δε χωράει το σώμα να βγει στον αέρα. Δεν υπάρχει αέρας, τον στέγνωσαν οι γύρω της. Η αγάπη τους τα στέγνωσε όλα.

Πνίγεται. Μα την αγαπούν. Την πηγαίνουν να διαλέξει ένα άσπρο φόρεμα. Στην εκκλησία όλοι θα δακρύσουν (με την καλή της τύχη). Την επόμενη φορά, πάλι αυτή η σπουδαία της ημέρας, στην εκκλησία όλοι θα δακρύσουν (με την κακή της τύχη). Στο μεσοδιάστημα δύο τόσο βέβαιων αθλιοτήτων η αγάπη θα σώζει την παρτίδα. Θα ξερνάει αγάπη απ’ την κοιλιά της. Θα δίνει σε μικροσκοπικά πλάσματα όλο το χρόνο της, θα της ρουφήξουν όλη την αγάπη. Θα γίνει μια σκιά. Θα τελειώνει κάθε μέρα. Κι όλοι θα τη χαίρονται για την καλή της τύχη. Μπλέντερ κι ευτυχία ξερασμένα νύχτα στην ίδια λεκάνη. Ανεμοστρόβιλοι στο ταβάνι τα ρουφάνε όλα και τα ξερνάνε πάλι. Ο πατέρας, η αγκαλιά της μάνας, η ευτυχισμένη αδερφή, οι φίλοι χορεύουν σ’ ένα bar, συγγενείς καθισμένοι αντίκρυ σε άσπρες πλαστικές καρέκλες περιμένουν το τέλος της παράστασης. Είναι αγχωμένοι μήπως δεν καταλάβουν το τέλος και χάσουν την ευκαιρία να χειροκροτήσουν δυνατά. Εξαντλημένοι και ευαίσθητοι μες στον πολιτισμό της απόστασης. Όμως λίγο ουίσκυ, ένα ούζο, το τζιν που πάντα τελειώνει γρήγορα όπως και τα κέφια μας άλλωστε. Καθένας βλέπει τα μούτρα του πρώτα να καθρεφτίζονται στο άδειο του ποτήρι.

Αυτός. Χαμογελαστός, τρυφερός, με βλέμμα βαθύ, στέκεται ψηλά στο τέλος των σκαλοπατιών. Η γραβάτα του είναι λίγο στραβή. Το πρόσωπό του είναι θαμπό, δε διακρίνεται. Κλείνει τα μάτια κι εκείνη.

Οι τοίχοι καίνε απ’ τη ζέστη. Το μαξιλάρι είναι μούσκεμα. Αυτός δίπλα της, όπως είναι λογικό, κοιμάται. Δεν κατάλαβε τίποτα. Είναι ευτυχισμένος. Κοιμάται και βλέπει πράσινα λιβάδια. Σηκώνεται, ανοίγει το παράθυρο, το πατζούρι να μπει ο ήλιος. Σκέφτεται τα πρωινά στους δρόμους και βλέπει τον εαυτό της μια Δευτέρα στο κέντρο. Δείχνει ότι είναι, αυτό που όλοι βλέπουν κι έτσι όλα συνεχίζονται όπως ακριβώς ήταν πριν. Όταν φεύγει η οργή, έρχεται η πίκρα κι όταν φεύγει η πίκρα έρχεται καλπάζουσα η πραγματικότητα. Όλη η ζωή της είναι μια απίστευτη μικρότητα, σκέφτεται. Είναι η απόλυτη απουσία φαντασίας. Μια συνεχής ευθεία, μια γραμμή από μικροσυσκευές, καφέδες σε πλαστικά ποτήρια, γέλια σε bar, σκληρά και τρυφερά γαμήσια, διαφορές του κώλου και περίπου μούτρα.

Όλα φτιάχτηκαν για να ‘ναι έτσι. Το πλαστικό ποτήρι του καφέ έπρεπε να ‘ναι πλαστικό. Οι άνθρωποι έπρεπε ν’ αγαπιούνται. Η αυλαία είναι διάφανη και αυτή φαίνεται πεντακάθαρα. Όλη της η ζωή είναι διάφανη. Βαριέται τον εαυτό της και τις νευρωτικές, αγχωμένες αμπελοφιλοσοφίες της. Φαντάζεται δάση, βουνά, καλύβες, καραβάκια, ξύλινες καρέκλες, μια φωτιά που καίει για κάποιους, ένα φιλί που αθωώνει όλο τον κόσμο, ένα βλέμμα που υπερβαίνει την αιωνιότητα ενός δευτερολέπτου ζωής.

Είναι ακίνητη στο παράθυρο. Γυμνή, αφηρημένη, γέρνει προς τα έξω. Ο ήλιος τη ζάλισε. Κλείνει για λίγο τα μάτια. Αφήνει το βάρος του κορμιού της ελεύθερο, να γίνει ένα με το βάρος όλου του κόσμου. Το κενό ψιθυρίζει τ’ όνομά της. Λίγο πριν την πλημμυρίσει η αγκαλιά του σκοταδιού, το χέρι του την κρατάει σφιχτά. Αμέσως το στόμα του φτάνει στα πόδια της. Σκέφτεται ότι έτσι αποδεικνύει ότι η απόσταση απ’ την πτώση στο κενό μέχρι την πτώση στο κρεβάτι είναι ελάχιστη. Δε γυρνάει να τον κοιτάξει. Δεν έχει τίποτα να δει ή να πει. Ας κάνει ό,τι θέλει. Δεν υπάρχει τίποτα, μόνο επιθυμία.


16 Σχόλια

Filed under παρένθεση, ασυναρτησίες

η σκάλα

Τώρα είχε σταματήσει σ’ ένα σκαλοπάτι ανάμεσα στο δεύτερο και τον τρίτο όροφο. Ακουμπούσε το δεξί της χέρι και στηριζόταν στον τοίχο, γυρεύοντας σ’ αυτό το παλιό ντουβάρι, σ’ αυτήν την άθλια κατασκευή, κάτι να την κρατήσει. Μπορεί κάτι να υπήρχε εκεί μέσα, κάτι που παρόλα τα χιλιάδες δράματα, τα χειρουργεία και τα, σκεπασμένα με σεντόνια, πτώματα να μπορεί ακόμη να στέκεται όρθιο.

Ιπποκράτειο νοσοκομείο, 4ος όροφος, δωμάτιο 441. Δυο βδομάδες κάθε μέρα στην ίδια άβολη και βρώμικη καρέκλα. Να κρατάει το χέρι και το κουράγιο της μάνας, που έπαιζε με τις πιθανότητες της ηλικίας της. Όταν την έφεραν, μ’ ένα αμήχανο τηλεφώνημα, στο νοσοκομείο, εκείνη ήταν σχεδόν σίγουρη ότι θα ερχόταν αντιμέτωπη με κάτι οριστικό και αμετάκλητο. Έσερνε τα πόδια της στις κυλιόμενες του μετρό και στα πεζοδρόμια, αδυνατώντας να τρέξει ή έστω να περπατήσει με τη στοιχειώδη βιασύνη. Ρώτησε με δυσκολία κάποιες νοσοκόμες και μετά από λίγα λεπτά βρέθηκε στην αίθουσα αναμονής ή καλύτερα σ’ ένα αποστειρωμένο τοπίο, με φως τόσο εκτυφλωτικό ώστε ακόμη και τυφλοί να μπορούν να δουν καθαρά την αγωνία και την ερημιά. Σαν υπόδικος που περιμένει τους τυπικούς και βαριεστημένους δικαστές ν’ αποφασίσουν, δεν μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο παρά ευλαβικά να αφήσει κάθε ελπίδα στα χέρια και τις ορέξεις κάποιας μακρινής και άγνωστης φιγούρας. Ύστερα ήρθαν οι άλλοι, γεμίζοντας τις καρέκλες γύρω της και λίγο αργότερα το άγχος μετατράπηκε σε ανακούφιση με τη μορφή της απλής και φοβερής φράσης : «όλα θα πάνε καλά».

Οι μέρες πια κυλούσαν όλο και πιο ήρεμα, κάνοντας παρέα στη μάνα της και ρωτώντας τους γιατρούς κάθε πιθανή κι απίθανη απορία. Το δωμάτιο, γεμάτο με εγγόνια, περιοδικά, λουλούδια και γλυκά, μοιράζονταν η μάνα της με άλλη μια κυρία. Η κυρία Ζωή, η οποία έκανε εξετάσεις και ακόμη κανείς δεν ήταν σίγουρος για το είδος της ασθένειας που έτρωγε τις μέρες της και κερνούσε κάθε τόσο αφόρητους πόνους. Οι γιοί της έκαναν ό,τι μπορούσαν. Της έδιναν κουράγιο, της μιλούσαν, της έλεγαν αληθινά και φανταστικά κουτσομπολιά που θα της έφτιαχναν το κέφι. Οι γιατροί όμως με ύφος που δε σήκωνε την ελάχιστη αισιόδοξια, έλεγαν ότι χρειάζονταν μερικές ακόμη εξετάσεις για να καταλάβουν.

Μέσα στο γενικό χαμό κι όταν η μάνα της ασχολιόταν με τις ζωγραφιές ή τα τεράστια προβλήματα της εγγονής της (ας πούμε το κατά πόσο το γαλάζιο είναι πράγματι το ωραιότερο χρώμα), πήγαινε δίπλα στην κυρία Ζωή και πιάνανε την κουβέντα. Τίποτα το ιδιαίτερο, γενικόλογες συμβουλές και συνηθισμένες ανησυχίες για τα μικρά. Σιγά σιγά μιλούσαν όλο και πιο πολύ κι έτσι εκείνη ανέπτυξε μια ιδιαίτερη συμπάθεια για τη συγκάτοικο της μητέρας της.

Το πρωί που θα έφευγαν, η κυρία Ζωή έλειπε από ώρα στους κάτω ορόφους για ενέσεις, ακτινογραφίες και κάθε είδους εξετάσεις. Αφού μάζεψαν όλα τα πράγματα και ετοίμασαν βιβλιάρια, εξιτήρια και την υπόλοιπη χαρτούρα, περίμεναν να φέρει ο άντρας της το αυτοκίνητο ακριβώς στην είσοδο του νοσοκομείου. Έριχνε συνέχεια ματιές έξω απ’ την πόρτα και μέχρι την άκρη του διαδρόμου. Πουθενά δε φαινόταν η άρρωστη ή έστω κάποιος από τους γιούς της, να μάθει μήπως είχαν κάποιο νεότερο ή έστω να την χαιρετήσει. Χτύπησε το τηλέφωνό της. Της είπε να κατέβουν. Έπιασε τη μάνα της, τη βοήθησε να καθίσει καλά στο καροτσάκι και αφού έριξε μια τελευταία ματιά στο δωμάτιο, την οδήγησε μέχρι το ασανσέρ.

Κοιτάζοντας το σοβά που ανέβαινε προς τα πάνω, σκεφτόταν να πατήσει πάλι το κουμπί που αντιστοιχούσε στον τέταρτο όροφο. Να πάει πίσω και να ρωτήσει τι έγινε. Να μάθει και να αποχαιρετήσει τη φίλη της. Ξαφνικά εκεί, μεταξύ πρώτου και ισογείου, της ήρθε αυτή ακριβώς η λέξη. Η φίλη της. Στο ισόγειο περπάτησε αργά σαν να μετεωριζόταν σε κάθε βήμα της μεταξύ εξόδου και τετάρτου ορόφου. Έφτασε έξω, είδε το αυτοκίνητό τους. Βάλανε μαζί μέσα τη μάνα της. Έκανε λίγο πίσω σα να ήταν έτοιμη να τρέξει πάλι μέσα στο νοσοκομείο, στους διαδρόμους, στις σκάλες και να μάθει τα αποτελέσματα των εξετάσεων. Δίστασε πάλι. Η φωνή του άντρα της ακούστηκε αχνά απ’ το ανοιχτό παράθυρο. Ήθελε να ανέβει πάλι πάνω. Ήθελε να χαιρετήσει τη φίλη της. Ήθελε να ακούσει καλά νέα. Μπήκε στο αμάξι, ένοχη γιατί βαρέθηκε να ανέβει 4 πατώματα, αλλά και με τη σκέψη πως αύριο μπορεί να ξανάρθει, να περάσει από κει και να κάνει έκπληξη σ’ αυτή τη γυναίκα, που δύο βδομάδες φάνηκαν αρκετές για να μπορέσει έστω και από μέσα της να την αποκαλεί φίλη της. Αύριο, σκέφτηκε και ηρέμησε.

Το επόμενο πρωί πήγε ξανά στο νοσοκομείο. Καθώς πλησίαζε στο συγκεκριμένο κτίριο που βρισκόταν η κυρία Ζωή, ένιωθε μια παράξενη αγωνία. Φοβόταν για ό,τι θα άκουγε σα να βρισκόταν ακόμη στην ίδια αίθουσα αναμονής, όπως 2 βδομάδες πριν, περιμένοντας την είδηση για κάποιο δικό της άνθρωπο. Δεν μπορούσε να στέκεται ακίνητη μπροστά στο ασανσέρ, έτσι άρχισε να ανεβαίνει τα σκαλιά. Σκεφτόταν ότι θα έδινε μεγάλη χαρά στην κυρία Ζωή, πηγαίνοντας να τη δει. Το έβλεπε σαν μια ευγενική χειρονομία, σχεδόν σα μια ευεργεσία. Έτσι θα έπρεπε να ενεργεί πιο συχνά. Να προτάσσει τη φιλία, ή μάλλον γιατί να μην το πει ξεκάθαρα, την αγάπη της. Γιατί τί άλλο είναι η αγάπη αν όχι ένα δόσιμο χωρίς ανταμοιβή; Σε λίγο, φτάνοντας, θα έκανε το σπουδαιότερο δώρο, θα χάριζε την παρουσία της, τον ίδιο της το χρόνο, σε μια φίλη της. Χωρίς να αναζητεί κάποια πληρωμή ή ανταπόδοση, χωρίς να είναι υποχρεωμένη να κάνει το παραμικρό. Πατώντας στο πλατύσκαλο έξω από τη μονάδα εντατικής θεραπείας, δηλαδή στον πρώτο όροφο, ένιωθε ότι αγωνιούσε και νοιαζόταν για την κυρία Ζωή, ένιωθε ότι η κυρία Ζωή ήταν ένας αληθινά δικός της άνθρωπος.

Στάθηκε λίγο να πάρει ανάσα, τα σκαλιά την είχαν κουράσει. Τις προηγούμενες μέρες παρατηρούσε την συμπεριφορά της μεγάλης της κόρης. Ερχόταν τακτικά στο νοσοκομείο. Ρωτούσε με ενδιαφέρον τα νέα της γιαγιάς της. Της έκανε παρέα και βοηθούσε σε ό,τι προέκυπτε. Όμως μπορούσε να διακρίνει ότι σε όλα υπήρχε μια απόσταση. Αγαπούσε τη γιαγιά της, δεν υπήρχε αμφιβολία. Αλλά δεν υπήρχε καμία ιδιαίτερη σχέση ανάμεσά τους. Οι αλλεπάλληλες γέννες είχαν ιδρύσει ένα επιβαλλόμενο δεσμό, μια αγάπη σχεδόν αναγκαστική. [Ο Κούντερα, στις Προδομένες Διαθήκες, αναφέρει ότι στα ισλανδικά οι οικογενειακοί δεσμοί λέγονται fjölskyldabönd (ετυμολογικά skylda: υποχρέωση, fjöl: πολλαπλή), δηλαδή νήματα πολλαπλών υποχρεώσεων.]

Έτσι η κόρη της, παρόλο που είχε πολλές ερωτήσεις για το παρελθόν της οικογένειας ή για τον από καιρό πεθαμένο παππού, δεν ρωτούσε ποτέ τη γιαγιά της. Έμοιαζε να βαριέται την πιθανότητα του αραδιάσματος πληροφοριών. Αυτή ήλπιζε σε μια μεγάλη αφήγηση. Έτσι δεν είναι παράδοξο αν πούμε ότι αγαπούσε περισσότερο τον παππού που δε γνώρισε, παρά τη γιαγιά που τη μεγάλωσε. Όπως και να το κάνουμε είναι ευκολότερο να συνομιλείς με τους πεθαμένους. Ακούς μόνο τις ιστορίες που θες να ακούσεις, φαντάζεσαι νιάτα, δύσκολους έρωτες και βάσανα που ο χρόνος έκανε να ξεθωριάσουν. Αντίθετα οι εξιστορήσεις της γιαγιάς σήμαιναν μεγάλα διαλείμματα, ανιαρές παύσεις, αντιφάσεις, επαναλήψεις και ακόμα χειρότερα άσπρα μαλλιά που λιγοστεύουν, ζαρωμένα χέρια, προβλήματα με τη μασέλα, βοήθεια με τα κολλύρια, δυσκολίες με την τουαλέτα, πάπιες και κλεισούρα. Η κόρη της ήθελε να έχει σχέση μόνο με τις αναμνήσεις, τα αστεία, τη συγκίνηση. Δεν απέφευγε συνειδητά την καθημερινή δυσκολία, απλά έμοιαζε να μην την βλέπει. Ήταν πάντα εκεί, όποτε τη χρειάζονταν αλλά ένα τεράστιο χάος τη χώριζε από όλους τους υπόλοιπους. Όπως και η ίδια άλλωστε, εκτιμούσε απεριόριστα την αξία της μοναξιάς της. Οι άλλοι ήταν μόνο το περίβλημα της δικιάς της αυτονομίας. Αλλά όταν μιλάμε για το ανθρώπινο είδος, πόσο μπορούμε να αναφερόμαστε σε αυτονομία;

Συνέχισε να ανεβαίνει τα σκαλοπάτια. Η αγωνία της μεγάλωνε και αυτή η σχεδόν ανυπομονησία της να φτάσει στο δωμάτιο οφειλόταν κυρίως σ’ αυτό. Ότι δηλαδή ένιωθε για μια φορά να ενεργεί πέρα απ’ το πλέγμα των ως τότε γνωστών σχέσεων. Δεν μπορούσε να αμφιβάλλει μήπως η κινητήρια δύναμη είναι οι νόμοι του πολιτισμού ή πολύπλοκοι οικογενειακοί δεσμοί που την έσπρωχναν να πηδάει τα σκαλιά. Ήξερε ότι ενδιαφερόταν για μία εντελώς ξένη, για μια άγνωστη γυναίκα.

Όταν έφτασε στον τέταρτο είχε ιδρώσει. Πλησίασε στο διάδρομο με τις αντικριστές άσπρες πόρτες. Κοιτούσε τα νούμερα προχωρώντας. Σχεδόν έτρεμε, ενώ αν έπρεπε να πει κάτι εκείνη τη στιγμή, το πιο πιθανό είναι να μπέρδευε τις λέξεις της. Η κυρία Ζωή στην τέταρτη πόρτα αριστερά. Δεν ακουγόταν τίποτα. Ήταν μια περίεργη ησυχία ή εκείνη δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τους ήχους, τις φωνές και τα τριξίματα.

Έσπρωξε την πόρτα για να δει το γιο της κυρίας Ζωής καθισμένο στη καρέκλα δίπλα στο ορθάνοιχτο παράθυρο. Ήταν σκυμμένος στα γόνατά του και είχε σκεπάσει με τα χέρια το κεφάλι του. Το κρεβάτι που μέχρι χτες κοιμόταν η μάνα της ήταν καλά στρωμένο, δεν είχε έρθει κάποιος καινούριος στο δωμάτιο. Έτσι ήταν καλύτερα, θα είχε και η κυρία Ζωή την ησυχία της. Η κυρία Ζωή δεν ήταν στο κρεβάτι της. Το κρεβάτι της ήταν άδειο, τα σεντόνια ανάκατα και ο γιός της καθισμένος στην καρέκλα δίπλα στο παράθυρο. Στο δωμάτιο ησυχία, η τηλεόραση κλειστή, απ’ το παράθυρο ακούγονταν μόνο τα σκυλιά που γάβγιζαν στο διπλανό οικόπεδο. Αυτή ακίνητη στην πόρτα, δε μιλούσε να ρωτήσει κάτι, να πει μια κουβέντα, να καταλάβει ο άνθρωπος ότι κάποιος είχε έρθει. Ο γιος της κυρίας Ζωής σε μια στιγμή σήκωσε το κεφάλι. Φάνηκε πια στα μάτια του όλη η προηγούμενη νύχτα. Φάνηκαν καθαρά τα γνώριμα στεγνά δάκρυα, οι μαύροι κύκλοι της απορίας και της απώλειας. Αυτή δε μιλάει, μόνο πάει στο κρεβάτι της κυρίας Ζωής, ξαπλώνει και τραβάει το σεντόνι να σκεπάσει τα πόδια και τη μέση της. Έπειτα απλά γυρνάει στο πλάι και κοιτάει έξω από το παράθυρο τη Μεσογείων που τρέχει, τα νοσοκομειακά που βουίζουν, τους περαστικούς που περιμένουν στο φανάρι, τις άγνωστες φιγούρες που χάνονται στην πνιγμένη λεωφόρο.

Υγ. στη φωτό η Rachel Weisz αναρωτιέται πώς να προσευχηθεί, αυτή, που δεν πιστεύει σε καμία προσευχή.

4 Σχόλια

Filed under παρένθεση, lost in hollywood