Category Archives: μπαχάρ*

η πιο επικίνδυνη εποχή του χρόνου

Την μεγαλύτερη μέρα του χρόνου, φέτος, βρέθηκα στην περίπου υπό κατάληψη ερτ. Στις 11 ακριβώς ανέβηκε στη σκηνή του προαυλίου ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου. Αφήνοντας κατά μέρος την συνήθη κριτική, έκανα μια σύντομη βόλτα με τη βοήθεια του Βασίλη.

Τη μεγαλύτερη μέρα του χρόνου, κάπου αρχές του 1990, δέκα περίπου παιδιά χοροπηδούσαμε, χτυπιόμαστε, ιδρώναμε σε ένα ισόγειο της οδού Ευφράτη στο Βύρωνα. Κλείναμε την ενδιάμεση τζαμένια πόρτα να μην ενοχλούμε τους γονείς που υποτίθεται κοιμόντουσαν και βάζαμε στο τέρμα την α’ πλευρά της κασέτας. Metallica, Nirvana και ναι Βασίλης Παπακωνσταντίνου. Τί κι αν το μωσαϊκό έβραζε, τί κι αν το μόνο που κυκλοφορούσε στο αίμα μας ήταν σουβλάκια και κοκακόλα. Εμείς θα ξανακούγαμε το όλα από χέρι καμένα και το enter sandman και θα νομίζαμε πως δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο να γίνει αυτή τη μέρα, τη μεγαλύτερη μέρα του χρόνου, μέσα στο αποπνιχτικό καλοκαίρι. Από την παρέα αυτή, ξέρω πως σήμερα δύο άτομα χάνουν τα νιάτα και τα δόντια τους κάπου στην Ομόνοια. Έναν άλλον τον πέτυχα χρόνια μετά, Ιούνιο, κατακαλόκαιρο, κολλημένος πίσω από ένα σκουπιδιάρικο, στις 6 το πρωί Κυριακής, στην οδό Φρύνης. Τότε ξενυχτούσαμε στο ντισκοκαφενείο η ψύρρα. Ακόμη μπορούσες να βγεις στο Ψυρρή ή έτσι υποστηρίζαμε εμείς που μας άρεσε να βγαίνουμε σχετικά ανάποδα απ’ ότι επέβαλλε η κάθε εποχή. Εννοείται πως συμμετείχαμε κι εμείς στην ίδια συλλογική πόζα, απλά από άλλο πόστο. Τα ίδια σκατά ήμαστε, απλά τότε δεν παραδεχόμαστε τίποτα. Δεν παραδεχόμαστε ότι τον Ιούλιο, κολλημένοι στη οδό Φρύνης ξημερώματα, ο άνθρωπος πάνω στο σκουπιδιάρικο ήταν εκείνος ο φίλος που χόρευε πάνω στο μωσαϊκό και πιθανότατα δεν είχε ποτέ την ευκαιρία να συμμετέχει στη συλλογική πόζα της Σκουφά, της Κολοκοτρώνη ή του Θησείου. Μερικές φορές υπάρχει μόνο ένας δρόμος, ακόμη κι αν είναι Ιούλιος.

Ένα μήνα μετά τη μεγαλύτερη μέρα του χρόνου, Ιούλιο, μέσα του 2000, δίπλα στο χαωτικό camping των Κουφονησίων, οι εναλλακτικοί κατασκηνωτές έπαιρναν τον ύπνο τους ή το τελευταίο τσιγαριλίκι. Μερικά μέτρα πιο κει, στο μοναδικό κοντινό καφέ γινόταν γάμος. Κάποιοι γλεντούσαν με βιολιά και κερνούσαν αφρισμένες μπύρες ακόμη κι εμάς τους ξένους, τους αγαπητικούς του ούζου. Χοροί και βιολιά. Ήταν απ’ τα πιο γλυκά μεθύσια, υπάρχει μια φωτογραφία που ένας φίλος προσπαθεί να φορέσει μια μπλούζα στο κλαδί ενός δέντρου. Λίγο αργότερα ήρθε μια παρέα ενοχλημένων κατασκηνωτών για να κάνει παρατήρηση, «κάνετε φασαρία, θέλουμε να κοιμηθούμε». Ο ανέραστος αποκάλεσε φασαρία το βιολί του γλεντιού και ύστερα γύρισε την πλάτη, ανυποψίαστος ή και αδιάφορος για την ύβρη του. Λίγο μετά, άκουσα για πρώτη φορά το «όταν χαράζει στο αιγαίο». Καμιά φορά, άμα βγαίνω ξημερώματα στο κατάστρωμα, νομίζω πάλι πως το ακούω.

Δύο μήνες μετά τη μεγαλύτερη μέρα του χρόνου, Αύγουστο, μέσα του 2000, περπατούσα με στρατιωτική στολή σε ακριτικό νησί. Μας έστελναν στο λιμενικό να πάρουμε το επίσημο χαρτί με τα νούμερα. Τα νούμερα με τους μετανάστες που χθες βράδυ πιάστηκαν απ’ τους λιμενικούς πάνω σε φουσκωτά ή απλά να κολυμπάνε στ’ ανοιχτά. Στην πλατεία, οι γυμνές πλάτες αντανακλούσαν το φως και έκαναν τη ζωή διάφανη. Μπήκα στο γραφείο χαμογελώντας. Ο υπεύθυνος μου είπε ότι δεν είχαν έτοιμο το χαρτί, «να τους μετρήσεις μόνος σου». Άνοιξα την πόρτα του κελιού, του δωματίου ή ότι σκατά μπορείς να το αποκαλέσεις. Δύο στρώματα πεταμένα κάλυπταν όλη την επιφάνεια. Πάνω τους όρθιοι μια εικοσαριά άνθρωποι. Άνοιξα την πόρτα και γύρισαν όλα τα κεφάλια να κοιτάξουν. Κουβέντα δεν ακούστηκε, μέτρησα όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Πρώτη φορά, μέσα στο απίθανο καλοκαίρι, ήπια τόσο πρωί, τεκίλες. Κίτρινη τεκίλα, απ’ αυτή που δεν αντέχω, απ’ αυτή που μου ανακατέβει το στομάχι. Η ζωή ήταν διάφανη, η Τσέχα που σέρβιρε η πιο επιθυμητή γυναίκα του κόσμου και όλα συνεχίζονταν αργά και με διάσπαρτα ίχνη γλυκύτητας. Οι άλλοι, μετρημένοι πια, παρέμεναν στο ιδιότυπο κελί τους, αποκλεισμένοι απ’ την πλατεία και τον Αύγουστο. Άξιζε να δραπετεύσουν παίρνοντας σβάρνα όποιον έβλεπαν μπροστά τους, ακόμη και μένα, μόνο και μόνο για να αντικρίσουν για λίγο εκείνη την Τσέχα. Ποιός ξέρει αν τους απέλασαν ή αν τελικά δραπέτευσαν. Αν δραπέτευσαν προς το εφιαλτικό αθηναϊκό καλοκαίρι του 2013.

Λίγα χρόνια μετά, ενάμιση μήνα μετά τη μεγαλύτερη μέρα του χρόνου, τέλη Ιουλίου στην χειρότερη παραλία της Πάτμου, τρώγαμε την πιο ωραία κολοκυθόπιτα όλων των εποχών. Είχα ξεχάσει ότι κάποτε μέτρησα κεφάλια σε ένα μικρό δωμάτιο, είχα ξεχάσει την οδό Φρύνης ξημερώματα. Τα είχα ξεχάσει όλα και σκεφτόμουν μόνο ότι το καλοκαίρι είναι αναπόφευκτα μια σύντομη ματιά στην ουτοπία, μια αιώνια αναχώρηση χωρίς χαρτιά και διαβατήριο, η βασιλεία των ουρανών εδώ και τώρα, ένα μικρομέγαλο δείγμα του εαυτού που δεν φοβάται πια να είναι ότι θέλει να είναι.

Ήταν γλυκό το κολοκύθι, παρασύρθηκα και δεν πρόσεξα ότι το καλοκαίρι ως κατασκευή περιοδικών και ταξιδιωτικών γραφείων, ήταν καταδικασμένο να παραμένει ένα απλό συνώνυμο των διακοπών. Ένα διάλειμμα που δεν είναι προορισμένο να μας ξεπλύνει απ’ την αρρώστια, αλλά η απαραίτητη παύση που θα μας επιτρέψει να πέσουμε βαθύτερα μέσα της.

Ίσως γι’ αυτό, σ’ αυτόν τον τόπο που είχε την τύχη να ζει για τουλάχιστον τρεις μήνες το χρόνο μια αληθινά επικίνδυνη εποχή, έχουμε τέτοια πρεμούρα να κουβαλήσουμε την παραλιακή στην παραλία. Ίσως γι’ αυτό κάνουμε ότι είναι δυνατό ώστε να απονοηματοδοτηθεί το καλοκαίρι, αναπαράγοντας χωρίς τέλος τα ρεζερβέ του χειμώνα.

Γιατί ακόμη κι έτσι, το καλοκαίρι εδώ είναι επικίνδυνη εποχή. Κάθε στιγμή, μπορεί να σε βρει εκείνη η παλιά γκόμενα, αιωνίως ξυπόλητη και με κόκκινη μύτη. Μπορεί να σου πει «σύνελθε, έλα να πηδηχτούμε και πες ένα τραγούδι να χορέψουμε, απ’ αυτά που δεν κινδυνεύουν ποτέ να γίνουν χαλί σε διαφήμιση». Εσύ δεν θα ξέρεις τί να πεις. Μπορεί να έρθει και να πει «λιώσε πάνω μου σα μεσημέρι Ιουλίου ή έστω έλα να φύγουμε μαζί το καλοκαίρι». Εσύ δεν θα ξέρεις τι να απαντήσεις. Το πολύ να πεις, πως είναι πολλές ώρες το καράβι, μήπως να παίρναμε αεροπλάνο. Και κάπως έτσι, μπορείς να κοιμηθείς ήσυχος, ούτε και φέτος θα πετύχεις το καλοκαίρι. Ούτε και φέτος δεν θα σου πει εκείνη, συγκεκριμένα εκείνη, ξέρεις ποιά λέω, «έλα να πηδηχτούμε».

// μέσα στον βροχερό αντι-αθηναϊκό καιρό, θυμήθηκα να ανεβάσω το κειμενάκι που είχε την τύχη να βρεθεί ανάμεσα σε άλλα πολύ σπουδαία κείμενα στο Μπαχάρ*5 με θέμα καλοκαίρι (το οποίο παρεμπιπτόντως βρίσκεται ελεύθερο για κατέβασμα εδώ)  //

4 Σχόλια

Filed under μπαχάρ*

μπαχάρ* 5

Δευτέρα φτάνει απ’ το τυπογραφείο. Από Τρίτη απόγευμα αναζητείστε το σε κεντρικά βιβλιοπωλεία και καφέ της πόλης και βέβαια στο καφέ του Radiobubble

Γράφουν: kospanti / gasireu / anenecuilco14 / άπιαστος λέιζερ / old boy / ΚΚΜοίρης / thas / Όλια Λαζαρίδου / μπανάνα / ou ming / Ευγένιος Αρανίτσης / silentcrossing / βυτίο / Sisyfina / δομιανός / Jaquou Utopie / το πορτατίφ
 
Φωτογραφίζουν: arcadesx / theskyetc / pen tri / patsiko / murplejane / kaloutsiki / radio_sociale / Ανδρέας Σχοινάς / goldie / schwarzweisslayout: MindThe_Gab

baxar4_v3_final.indd

Στρίβεις στο Λεοντάρι και ακολουθείς το δρόμο μέχρι τη Σπάρτη. Περνάς από τον φιδωτό δρόμο μέσα από ένα σωρό χωριά. Στο Λογκανίκο ή στο επόμενο χωριό, οι θαμώνες του καφενείου απλώνοντας το χέρι για να ρίξουν το ζάρι μπορεί να ακουμπήσουν το τιμόνι του αυτοκινήτου σου. Ανάμεσα στα χωριά, κάπου κάπου έχει μια πηγή ανάμεσα στα δέντρα και ένα μικρό πλάτωμα για να σταματήσεις. Σταματάς. Πίνεις νερό, γεμίζεις το μπουκαλάκι, καταβρέχεις το κεφάλι σου. Έχει μια φοβερή δροσιά, αν σκεφτείς ότι είναι Αύγουστος.

Όταν συζητάγαμε με τον @radio_sociale για το πρώτο τεύχος του μπαχάρ, σκεφτόμουν ότι αυτό το μινι περιοδικάκι μου μοιάζει ακριβώς με αυτή την αίσθηση. Όταν σταματάμε να γεμίσουμε το μπουκάλι με νερό, έχει μια φοβερή δροσιά, σχεδόν ακούς τη σκιά του πλάτανου και αναρωτιέσαι σε πόση ώρα φτάνεις στη στροφή λίγο πριν τη Σπάρτη για να αρχίσει η ανάβαση στον Ταΰγετο. Δεν το περιέγραψα έτσι στον rs, είναι βλέπεις στερεοελλαδίτης και που να καταλάβει τι σημαίνει Ταΰγετος.

Πάντως, έτσι εξακολουθώ να υποδέχομαι κάθε νέο τεύχος του Μπαχάρ, σαν σταμάτημα στη δροσιά για νερό έξω απ’ το Λόγκανικο, σαν κάτι τραγούδια των μπιτλς που τ’ ακούς μικρός και μοιάζουν με χάδι στην καρδιά (που λέει μια ψυχή), σαν ξαφνικό φιλί άγνωστης γυναίκας στην προκυμαία της επιστροφής στην πόλη.

Βέβαια για να μπεις στο καράβι της επιστροφής, πρέπει πρώτα να ζήσεις το κατάστρωμα του όπου φύγει φύγει. Ο δρόμος προς τον Πειραιά όμως είναι σχεδόν κλειστός. Οι συνθήκες στραβώνουν διαρκώς από τότε, το Δεκέμβριο του 11. Οι συνθήκες έγιναν σιδερένια πυγμή που δεν συντρίβει μα όλο πιέζει. Η πόλη φοράει στολή, στους δρόμους κυκλοφορούνε στολές, στα πεζοδρόμια λαγοκοιμούνται πεσμένοι. Στις κεντρικές λεωφόρους τρέχουν να κρυφτούν όσοι φοβούνται μήπως ήρθε η σειρά τους να πέσουν ή μήπως είναι η σειρά τους να αντικρύσουν από κοντά μια στολή. Απ’ τα παράθυρα ακούγεται όλο και πιο δυνατά το ζάπινγκ, τί να πρωτοκαλύψει κι αυτό.

Έτσι, τώρα που είπαμε να μιλήσουμε για το καλοκαίρι, ψάχνουμε να βρούμε την καρδιά μας. Η πόλη είναι ένα εχθρικό μέρος για τους φίλους μας, ένα αφιλόξενο μέρος για όσους άλλοτε βοηθάμε κι άλλοτε ξεχνάμε, μια ατέλειωτη αναμονή στο σκοτάδι ενός τούνελ του ηλεκτρικού. Το βαγόνι χάλασε, δεν μπορεί να μας πάει στην πύλη της αναχώρησης, άνθρωποι παρακαλάνε για πέντε λεπτά, έχει  μια ζέστη αφόρητη και έτσι κι αλλιώς όλα είναι δανεικά, τα λεφτά των διακοπών, τα λεφτά της επιβίωσης, τα λεπτά που υπολόγισες για διακοπές, ο χρόνος του διαλείμματος, τα πάντα είναι δανεικά, δανεικά απ’ της ζωής την τράπεζα.

Αλλά εμείς είπαμε στους φίλους μας, γράψτε για το καλοκαίρι κι αυτοί το έκαναν. Έγραψαν και φωτογράφισαν και μας χάρισαν αναμνήσεις, εικόνες, αφηγήσεις, λέξεις. Και αν χρειαστεί, και επειδή θα χρειαστεί, θα κατέβουμε, δεν θα φοβηθούμε ή θα φοβηθούμε και θα το ξεπεράσουμε ή θα φοβηθούμε, δεν θα το ξεπεράσουμε, αλλά δε γαμιέται, θα κατέβουμε απ’ το ακινητοποιημένο βαγόνι , θα σηκώσουμε τα μανίκια που δεν φοράμε και θα σπρώξουμε. Αν χρειαστεί θα φανταστούμε τον Ιούλιο του 2004 ή τον Αύγουστο του 2001 ή τον Αύγουστο του 2015, ότι χρειάζεται προκειμένου το βαγόνι να πάρει εμπρός. Θα ονειρευτούμε το Σούνιο, την Ηρακλειά, το χωριό, τα Εξάρχεια, την Χρυσή Άμμο – την Ψιλή Άμμο –  την Παχιά Άμμο (σειρά μακρινών ξαδερφών, υπάρχει ένα σε κάθε νησί). Θα τραβήξουμε απ’ τον σάκο με τις πετσέτες, τις πιο πικρές αναμνήσεις, τα πιο γλυκά πρωινά, το αύριο το ίδιο.

Θα τραγουδήσουμε εντέλει τις φωτογραφίες και θα αποδώσουμε στη νοηματική τα κείμενα. Θα κινηθεί το βαγόνι, θα βρεθούμε στην παραλία, στο μπαλκόνι, στα έλατα και στα αρμυρίκια, στην παιδική ηλικία και στην ουτοπία.

Θα ανακαλύψουμε εκείνη τη ρωγμή και θα τη σκαλίσουμε με ένα μικρό κουταλάκι, Τομ Ρόμπινς και Ρίτα Χέιγουρθ μαζί, ώσπου οι τοίχοι να πέσουν, ώσπου ο δρόμος για τον Πειραιά να ξανανοίξει. Μπορεί τώρα να χάνουμε, μπορεί τώρα να βουλιάζουμε, αλλά έχουμε κρυμμένο καλά εκείνο το γνωστό κουταλάκι. Εκείνο που ευθύνεται για τόσες και τόσες αποδράσεις, για τόσες και τόσες ελευθερίες. Το έχουμε και λίγο λίγο σκαλίζουμε.

4 Σχόλια

Filed under μπαχάρ*, radiobubble

σχετικά με το Μπαχάρ*4

frontpage_b4Από την Παρασκευή το Μπαχάρ*4 βρίσκεται:

στο κέντρο της Αθήνας: στα καφέ-μπαρ: κόκκοι καφέ, υποβρύχιο, σέλας, φλoράλ, κ*βοξ / στα βιβλιοπωλεία: πολιτεία, πρωτοπορία, εναλλακτικό βιβλιοπωλείο, εστία, ναυτίλος, free thinking zone

στο Κουκάκι: στα καφέ-μπαρ: παγκάκι, pulp

στα Πετράλωνα: στο καφέ-μπαρ Λόλα

και φυσικά στην πηγή του, στο radiobubble Ιπποκράτους 146

στην Κέρκυρα στο βιβλιοπωλείο Πλους

( 1000 αντίτυπα βγήκαν και κάποια θα πάνε Θεσ/νικη, επαρχία κλπ – θα υπάρξει ειδοποίηση γι’ αυτά.)

-//-

Όταν σκεφτήκαμε (κάπου στο Νοέμβριο) ότι το επόμενο μπαχάρ* θα έπρεπε να έχει θέμα ομορφιά, νομίζω πως τα πράγματα ήταν λίγο καλύτερα. Ή εγώ τα έβλεπα λίγο καλύτερα. Ή έβλεπα λάθος ή αισθανόμουν αλλιώς ή μπορεί και όντως να ήταν τα πράγματα λίγο καλύτερα, αφού η γενική αίσθηση μοιάζει να συνοψίζεται στο κάθε μέρα και λίγο χειρότερα.

Μεταξύ Νοεμβρίου και Μαρτίου, προτιμούσα να διαβάζω ότι βρίσκω μπροστά μου για φασισμό, ναζισμό και άλλα τέτοια. Ξεκίνησα την τριλογία του Ιζζό και την ταλαιπωρώ εδώ και κάτι μήνες. Το μυαλό μου είναι διαρκώς αλλού. Ευχαριστιέμαι τον καθαρό λόγο της Αρέντ και τις παρατηρήσεις της. Πηγαινοέρχομαι μεταξύ Άιχμαν και της Ιταλίας του 20-21.

Όσο το μπαχάρ*4 στηνόταν ή όσο ήταν στο τυπογραφείο, σκεφτόμουν ότι το να μιλάς για ομορφιά σήμερα γίνεται ολοένα δυσκολότερο. Όχι τόσο γιατί δεν υπάρχει χώρος για αυτήν ή γιατί αυτή δεν υπάρχει ή είναι πολυτέλεια. Αλλά κυρίως γιατί αισθάνομαι όλο και περισσότερο ότι να μιλάω για τέτοια θέματα είναι μια φλυαρία από απόσταση ασφαλείας. Με λίγα λόγια, η ομορφιά μοιάζει να αφορά (ή να μπορεί να διεκδικηθεί) από όλο και λιγότερους ανθρώπους. Με όσα γίνονται, μερικές στιγμές, ιδίως τις στιγμές που το κακό συμβαίνει, η κουβέντα περί ομορφιάς μοιάζει να αποκλείει εξορισμού μερικές κατηγορίες ανθρώπων.

Παρόλα αυτά, τώρα (αρχές Μαρτίου) που επιτέλους η παροιμιώδης αναβλητικότητα και ο συνειδητός αντι-επαγγελματισμός μας επέτρεψε να κυκλοφορήσει το περιοδικάκι , διαβάζοντας τα κείμενα νομίζω ότι η σκέψη μας ήταν κατά κάποιο τρόπο σωστή.

Το να μας πάρει παραμάζωμα η δυστυχία, η μιζέρια και η βαρβαρότητα ώρες ώρες φαίνεται ότι θα αποβεί η πιο πιθανή εξέλιξη. Σίγουρα δεν είναι σπουδαίο ανάχωμα ένα περιοδικό με μερικά κείμενα και κάποιες φωτογραφίες. Σίγουρα δεν είναι μια τέτοια επίθεση με λέξεις και εικόνες ικανή να αναστρέψει το κλίμα. Πιάνοντας όμως το περιοδικάκι στα χέρια μου, επέστρεψα στην αρχική σκέψη του Νοεμβρίου. Απέναντι στον εκφασισμό και την χυδαιότητα, είναι ωραίο που και που να δηλώνουμε ποιοί είμαστε. Είναι ωραίο να μιλάμε για τη ζωή που φανταζόμαστε ή για τις ομορφιές που κάποτε αγγίξαμε ή κάποτε φανταστήκαμε. Ίσως τότε να είναι η ώρα του χαμού, όταν δεν θα υπάρχει πια τίποτα άλλο παρά μια επιχείρηση σκούπα – με το όνομα πχ. Θέτις – μιας κάποιας αστυνομίας. Οι λέξεις δεν θα τη σταματήσουν, αλλά ίσως να μας υπενθυμίσουν γιατί θέλουμε εμείς να την σταματήσουμε. Ίσως οι λέξεις και οι εικόνες να μας υπενθυμίσουν ότι δεν είμαστε εμείς αυτοί που φτύνει κάθε Δευτέρα βράδυ ο ημιδιάσημος παρουσιαστής. Δεν είναι ο κόσμος μόνο αυτό το ζοφερό μέρος που περιγράφουν οι φάτσες των υπουργών και λοιπών παρατρεχάμενων.

Ο κόσμος είναι και κάτι άλλο και κάτι όμορφο και κάτι γεμάτο αγάπη και αλληλεγγύη και αγώνες γλυκούς σαν μέλι. Ο κόσμος είναι και σαν μπαξές που θα έλεγε και η Σωτηρία Μπέλλου τραγουδώντας ανυπολόγιστα όμορφα μέσα σ’ ένα κόσμο εχθρικό. Ο κόσμος είναι σαν μπαξές.

Χαιρετισμούς στον αδερφό radio_sociale , στον σχεδιαστή του τεύχους Morgan S. Bailey και στη Murplejane που ως συνήθως βοήθησε με τον τρόπο της.

Χαιρετισμούς σε όσους έγραψαν ή φωτογράφισαν.

5 Σχόλια

Filed under μπαχάρ*, radiobubble

ανακοινώσεις // αντάμωμα στο μπαμπλ για το μπαχάρ*

posterPartyBahar

Ο γνωστός ηχητικός και ιδεολογικός χυλός ξανά μαζί σας στο radiobubble, αύριο στις 10 το βράδυ, στο γνωστό σημείο Ιπποκράτους 145 και Βατάτζη. Στα ντεκς ο radio_sociale και ο υποφαινόμενος, σε μια βραδιά γεμάτη απ’ όσα κακόηχα, βαλκανικά και ανορθολογικά μας έφτασαν ως εδώ.

Σημείωση:  Η βραδιά θα είναι αφιερωμένη στη στήριξη του μπαχάρ*4 που θα κυκλοφορήσει μέσα στην επόμενη εβδομάδα. Συενπώς, δεν θα υπάρχουν τεύχη του καινούριου μπαχάρ*, γεγονός που εξηγείται απ’ τον διαρκή και ακάματο ερασιτεχνισμό μας και από την αλλεργία μας προς την υπευθυνότητα και τις προθεσμίες.

Όποιος έχει γράψει σε κάποιο από τα προηγούμενα τεύχη του Μπαχάρ* και έρθει, δικαιούται να ζητήσει παραγγελιές. Όποιος δεν έχει γράψει και έρθει δικαιούται επίσης παραγγελιές.

υγ. την αφίσα ετοίμασε ο @MindThe_Gab και η εικόνα αποτελεί το εξώφυλλο του δίσκου με τίτλο: Νησιώτικο γλέντι με τον Βασίλη Χατζόπουλο

5 Σχόλια

Filed under μπαχάρ*, radiobubble

ερωτευτείτε

Ερωτευτείτε αυτόν που έγραψε: «Το αληθές απόβαρον ενός ανθρώπου ισούται με τις αγάπες, τον οίκτο και την αηδία που ένιωσε στη ζωή. Δύο μεγάλες αδικίες εγνώρισα: την φτώχια και την ερωτική καταφρόνια

Ερωτευτείτε τη διανόηση που δεν δέχεται να πρωταγωνιστήσει, που δεν βγαίνει το μεσημέρι στη ΝΕΤ, που δεν μπερδεύει την μετριοπάθεια με τις ίσες αποστάσεις και την εξαθλίωση με το αναπόφευκτο. Τη διανόηση που πολεμά το αναπόφευκτο, που παθιάζεται, που καίγεται από αγάπη και αγωνία, που βρίσκει τη θέση της όταν ανάβει η μάχη. Τη διανόηση που φτύνει τον κόρφο της όταν την αποκαλείς διανόηση.

Ερωτευτείτε τους τραγουδιστές που δεν πήγαν ποτέ στον Σπύρο Παπαδόπουλο, που δεν ήπιαν στην υγειά μας, που δεν γλέντησαν εκ μέρους μας ένα κάποιο Σάββατο. Ας πιούμε στην υγειά τους

Αυτούς που τραγούδησαν το τίποτα δεν πάει χαμένο φτύνοντας το πιο πικρό σφίξιμο της καρδιάς τους.

Αυτούς που κλαίνε ξαφνικά και δίχως λόγο.

Ερωτευτείτε τα καφενεία του Γκόρπα, τα μπαρ του καλοκαιριού, τα τραπεζάκια έξω, το τάβλι δύο γέρων έξω απ’ τα άδεια μαγαζιά τους, τα σουβλάκια στα σκαλάκια των πολυκατοικιών, τις μπύρες στα δύο και το κορίτσι που περνάει ρίχνοντας λοξές ματιές.

Τα ξυπόλυτα κορίτσια, τα κορίτσια που δεν ποζάρουν, τα κορίτσια του Ιουλίου, των αόρατων νησιών, τα κορίτσια με τα αλατισμένα μαλλιά και την κόκκινη μύτη. Αυτά είναι ο πραγματικός κόσμος, η αλήθεια, το τέλος και η άκρη του νοήματος.

Τους αδύναμους. Δείτε. Η κούτα του άστεγου, το στοίβαγμα του μετανάστη, η αναζήτηση φαγητού στα σκουπίδια, ο απλήρωτος λογαριασμός. Υπάρχουμε και για να αναποδογυρίσουμε αυτό το ασυνάρτητο σύμπαν.

Ερωτευτείτε τους αυτόχειρες των χρόνων που ζούμε. Τρέξτε κοντά τους, απλώστε το χέρι, σταθείτε προσοχή. Αν δεν καταφέρετε να συγκρατήσετε το κορμί τους, πριν αυτό αιωρηθεί οριστικά και αμετάκλητα, κρεμαστείτε μαζί τους.

Αυτόν που έγραψε πρώτος το «οι μπάτσοι είναι παντού, αλλά ο έρωτας μας κάνει αόρατους» και αυτόν που το φωτογράφησε και αυτόν που το έκανε ριτουίτ και αυτόν που χαμογέλασε βλέποντάς το.

Ερωτευτείτε την πληγή του κυνηγημένου ξένου. Το φόβο του ανθρώπου χωρίς χαρτιά. Τη μοναξιά του ανθρώπου που πέρασε μέσα απ’ τις νάρκες και τα κύματα, για να πέσει απ’ το λυσσασμένο μαχαίρι του φασίστα.

Τους διαδηλωτές, που ανεβοκατεβαίνουν την Πανεπιστημίου, φωνάζοντας αλληλεγγύη, φωνάζοντας ελευθερία. Τις ομάδες σε γειτονιές και συνοικίες, που μαζεύουν ρούχα, που μαζεύουν φαγητά, ταινίες, υλικά και ανταλλάσσουν τα πάντα εκτός από χρήματα.

Αυτούς που βαριούνται να μιλήσουν για τη δουλειά ή τα λεφτά. Αυτούς που σου λένε το αγαπημένο τους χρώμα, το τραγούδι της εφηβείας τους, που θυμούνται το πρώτο κορίτσι που φίλησαν με τρυφερότητα και αυτούς που, σαν τον Χόλντεν, όταν λένε καριέρα, εννοούν να προσέχουν τα παιδιά που παίζουν σε ένα τεράστιο γήπεδο κλοτσώντας μπάλες πάνω κάτω και τραγουδώντας στίχους χωρίς λόγια, μόνο λα λα λα.

Τον Ντουρούτι, τον Ηλία Λάγιο και τον κλόουν του Μπελ. Τον Νίκο Καρούζο που πλήρωνε τα ποτά του με αυτοσχέδια ποιήματα σε χαρτοπετσέτες.

Ερωτευτείτε αυτούς που δεν κωλώνουν μπροστά στο ανέφικτο, αυτούς που πιστεύουν στα θαύματα που δεν έχουν εξήγηση, αλλά ούτε θρησκευτική προέλευση, αυτούς που αγαπούν τον ορθό λόγο επειδή υπηρετεί τον άνθρωπο και όχι το ανάποδο και αυτούς που δεν πίστεψαν σε οτιδήποτε ειπώθηκε οποτεδήποτε σε δελτίο ειδήσεων.

Αυτούς που κολύμπησαν νύχτα μεθυσμένοι και αυτούς που πνίγηκαν επειδή δεν άντεξαν τη σκληρότητα του κόσμου.

Ερωτευτείτε την φωνή του Αργύρη Μπακιρτζή, το «Θεέ μου μεγαλοδύναμε» και το παιδί που σφίγγει μια πέτρα στο χέρι, χωρίς να είναι σίγουρο ότι έχει δίκιο. Στα κρυφά, στη σιωπή, είμαστε σίγουροι ότι τουλάχιστον δεν έχει άδικο.

Τον Χρήστο Βακαλόπουλο που έλεγε για τον Αύγουστο του Νίκου Παπάζογλου, «το τραγούδι δεν είναι ερωτικό, αλλά ερωτευμένο». Μην δίνετε σημασία σε οτιδήποτε είναι ερωτικό, αλλά όχι ερωτευμένο.

Την Άννα Καρίνα, την Μόνικα Βίτι, τη σερβιτόρα της διπλανής καφετέριας, την Ροζάριο Ντόσον και όλες τις γυναίκες που έχουν αίμα μπερδεμένο, αίμα που έρχεται από δύο ή τρεις ηπείρους.

Ερωτευτείτε τον πατέρα κάποιου γαμπρού που με το τσιγάρο στο στόμα, μεθυσμένος, χορεύει το ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας. Ερωτευτείτε το αχ Παναγιά μου, στο τέλος κάθε τέτοιας μουσικής.

Αυτόν που έγραψε, «μην αγαπάς τον πλησίον, αλλά πλησίασε τον αγαπώντα».

Την πιο μικρή ελιά στην κοιλιά της, τον απογευματινό ύπνο κάτω απ’ το αρμυρίκι ή την καρυδιά, την πιο λεπτή ειρωνεία, το παγάκι, την παρέα που κλαίει γελώντας και τη βουβαμάρα του καταστρώματος της επιστροφής.

Ερωτευτείτε το κορίτσι μου. Κάθε πρωί, κάθεται νυσταγμένη στην άκρη του κρεβατιού με γερμένους τους ώμους και τα χέρια να κρέμονται σαν τεράστιο εκκρεμές. Αυτή η εικόνα είναι η ασπίδα, η μολότοφ και το φωτόσπαθο που κρατάω στη χούφτα μου και με κάνει ιπτάμενο, απίθανο και ανήλικο.

Ερωτευτείτε το κορίτσι που περνάει δίπλα σας εδώ και τώρα.

Ερωτευτείτε.

———————————————————————————————————————————————————

υγ. παρασκευασμένο για το Μπαχάρ* 3

106 Σχόλια

Filed under μπαχάρ*, radiobubble