Category Archives: μικρές ιστορίες

περιστρεφόμενο κατακάθι

Στη στάση καμιά δεκαριά άνθρωποι. Μισοί στο πεζοδρόμιο, ένας δυο κάθονται, οι άλλοι πάνω στην άσφαλτο, ανυπόμονοι, το βλέμμα χαμένο και εστιασμένο στο βάθος της λεωφόρου, λες και αν κοιτάξεις αρκετά επίμονα θα εμφανιστεί το λεωφορείο. Όμως αυτό αργεί.

Επάνω στο πεζοδρόμιο στέκεται κι αυτή, 40 με 45, τζιν και γκρι μακρυμάνικο, στη μέση μιας λίμνης από σακούλες σουπερμάρκετ, έξι, εφτά σακούλες όλες τίγκα. Είναι κουρασμένη και φαίνεται. Εννιά ώρες στη γραμμή παραγωγής φρέντο εσπρέσο, το ‘χει υπολογίσει, φτιάχνει ενάμιση καφέ το λεπτό, αδιάκοπα, με ένα διάλειμμα εικοσάλεπτο και ένα πεντάλεπτο. Φτιάχνει, φτιάχνει, φτιάχνει, να παίρνουν οι περαστικοί, να φεύγουν οι περαστικοί κι ύστερα σχολάει και είναι Παρασκευή και δεν έχει πάει σούπερ μάρκετ και πρέπει να πάει σούπερ μάρκετ και τελικά πάει. Δεν τα έχει υπολογίσει καλά, τα πράγματα είναι πολλά. Τα λεωφορεία μετά τον εξορθολογισμό των δρομολογίων δεν πάνε κέντρο, σταματάνε φιξ, να πάρεις δηλαδή πρώτα το μετρό και ύστερα το λεωφορείο. Σωστή απόφαση, αποφεύγουμε την κίνηση, ελαττώνεται η συμφόρηση, πάμε πιο γρήγορα. Μετέφερε μέσα στο μετρό πάνω κάτω τις έξι με εφτά σακούλες, έφτασε στη στάση και τώρα περιμένει.

Το λεωφορείο κάποτε φτάνει, έχει ήδη αρκετό κόσμο και μπαίνει κι άλλος και η γυναίκα προσπαθεί να μπει με τις σακούλες του σούπερ μάρκετ, πρώτα δηλαδή να τις πιάσει όλες να τις σηκώσει καλά και μετά να βρει χώρο να μπει να προχωρήσει λίγο πιο μέσα να βρει χώρο να τις ακουμπήσει δεν μπορεί να τις κρατάει για ένα ολόκληρο τέταρτο θα της κοπούν τα χέρια να τις αφήσει λίγο κάτω. Τις αφήνει και ποιος ξέρει αν ακουμπάνε στο δάπεδο ή στα παπούτσια των άλλων, πάντως δημιουργείται ένα θεματάκι, δεν είναι λίγοι αυτοί που δυσφορούν, αλλά αυτή έχει μάθει, προσπαθεί να μην εστιάζει, να μη δίνει σημασία, να ακούει και να παρατηρεί τέλος πάντων, αλλά αυτή η παρατήρηση να μη δημιουργεί συνέπειες. Το κόλπο το μαθαίνει κανείς στη δουλειά και μετά το επεκτείνει σε όλες τις δραστηριότητες. Όταν ο άλλος σε στραβοκοιτάζει, γκρινιάζει, κριτικάρει, τραμπουκίζει, η διαδικασία πάει ως εξής: Δέχεσαι τα ερεθίσματα, τα ρουφάς, τα οδηγείς μέσα από το λαιμό στο βάθος του στομαχιού (όχι χωρίς μια κάποια δυσκολία, πάντως σιγά σιγά το καταφέρνεις καλύτερα), τα καθίζεις εκεί, τα φέρνεις δεξιά κι αριστερά, ένα κατακάθι ελληνικού καφέ που βρίσκει τη φωλιά του κι εσύ μένεις απλά ακίνητος ή κάνεις ό,τι έκανες. Δεν επιτρέπεις στην κατάποση του δηλητηρίου να προκαλέσει αλυσιδωτές αντιδράσεις, ό,τι μπαίνει, μπαίνει καλώς και καλώς μένει εκεί και δε βγαίνει, παρά φωλιάζει για τα καλά και μαζεύεται σε μαύρες μάζες. Εσύ μένεις με μια έντονη ξινίλα, κάτι σαν καούρα που με τον καιρό συνηθίζεται, και μάλιστα έχεις και επιπλέον όπλα στη φαρέτρα σου, όπλα όλων των ειδών – λουμαρέν και ζαντάκ και ζάναξ – και όλα μετατρέπονται σιγά σιγά σε μια βουβή απελπισία που έχει μάθει να νανουρίζεται.

Αυτή δεν το βλέπει, αλλά στη θέση δίπλα της ένας διαβάζει συνέντευξη Κωστή Μπακογιάννη στην popaganda (Χωρίς να θέλω να είμαι αλαζόνας, το βιογραφικό μου δείχνει ότι δεν χρειάζομαι κανέναν για να με βάλει κάπου. Τη δουλειά μου θα τη βρω, τα παιδιά μου θα τα ζήσω και κατά πάσα πιθανότητα θα πληρώνομαι περισσότερο και θα δουλεύω λιγότερα). Οι στάσεις περνάνε, οι σακούλες πάνε λίγο πέρα δώθε αλλά σε γενικές γραμμές όλα καλά, κάποιος κάτι πάτησε, αλλά δεν πειράζει. Αυτή δεν το βλέπει, αλλά από την άλλη μεριά δίπλα της ένας γελάει γιατί βλέπει τα σχόλια στο facebook για το συνέδριο του συριζα και τον Τσίπρα που τουιτάρει δεν λυγίσαμε και δεν θα λυγίσουμε απέναντι στις δυνάμεις του παγκόσμιου καπιταλισμού. Εντωμεταξύ πέφτει και λίγο πάνω στον τύπο που γελάει, γιατί προκειμένου να περάσει κάποιος έχει αναγκαστεί να σηκώσει τις σακούλες και τα χέρια της λυγίζουν, γιατί οι σακούλες είναι βαριές και μετά από εννιά ώρες που μπορεί να ήταν και δέκα είναι ακόμη πιο βαριές και αν μπορούσαμε να μετρήσουμε, αν υπήρχε τρόπος, θα βλέπαμε ότι ο παγκόσμιος καπιταλισμός είναι σαφώς ελαφρύτερος για τον Τσίπρα απ’ ότι οι έξι εφτά σακούλες για εκείνη. Είναι άδικο να το λέει κανείς, αλλά έτσι είναι.

Ο τύπος που γελάει, δυσανασχετεί λίγο, την κοιτάζει και με τη μία καταλαβαίνει το ζόρι της, βλέπει στο πρόσωπό της, στις φλέβες των χεριών της που έχουν πεταχτεί όλη την ημέρα που έχει περάσει από πάνω της. Δυσφορεί λιγότερο, αλλά και πάλι δυσφορεί. Δε θέλει να το πει δυνατά, αλλά του φαίνεται ότι η γυναίκα μυρίζει και λίγο. Ίσως δηλαδή και να μυρίζει κάπως, τι ίσως, ας είμαστε ειλικρινείς μυρίζει. Προσπαθεί να μη το σκέφτεται και χαμογελάει συγκαταβατικά, χαμογελάει κι η γυναίκα, που μέσα της θεωρεί ότι να που βρήκε και λίγη κατανόηση απ’ το συνεπιβάτη. Χαμογελάνε και οι δύο κι ανάμεσά τους πλανάται η δυσφορία που προκαλούν έξι με εφτά σακούλες σε ένα γεμάτο λεωφορείο και η δυσφορία που προκαλεί μια άσχημη μυρωδιά σε ένα γεμάτο λεωφορείο. Είναι η μυρωδιά των φτωχών και των εργατών, δώδεκα ώρες στο δρόμο, εκτός σπιτιού, δώδεκα ώρες να ιδρώνεις και να ξεϊδρώνεις, δώδεκα ώρες να δέχεσαι ματιές που σε κάνουν ακόμη περισσότερο να ιδρώνεις και να ξεϊδρώνεις – ο απαιτητικός προϊστάμενος και ο βιαστικός πελάτης και ο μερακλής πελάτης που ξέρει ακριβώς τι θέλει αλλά κιόλας θέλει να ψωνίσει ταχύτατα απ’ τη γραμμή παραγωγής λάτε και καπουτσίνο. Όλα τα βλέμματα κι όλες οι άβολες συνθήκες (ανεβοκατέβα στις σκάλες του μετρό με τα χέρια σου να κόβονται απ’ τις σακούλες στριμώξου στο λεωφορείο) που δεν κάνουν τίποτα άλλο απ’ το να σε ιδρώνουν και να σε ξεϊδρώνουν. Κι έχεις κι εκείνο το τοξικό κατακάθι στο στομάχι.

Φτάνει επιτέλους σπίτι. Ένα γρήγορο ντους, να φύγει λίγη απ’ τη ντροπή κι ύστερα βλέπει το ασκούπιστο εδώ και μέρες σαλόνι. Καλύτερα να το κάνει τώρα, αύριο μόλις σχολάσει μόνο ξεκούραση. Μιαμιση μέρα συνεχόμενη ξεκούραση. Καλύτερα να το κάνει αμέσως, να βάλει σκούπα. Βλέπει όμως την ώρα και είναι αργά, δεν είναι τέλος πάντων η κατάλληλη ώρα για ηλεκτρική σκούπα. Τι σημαίνει όμως κατάλληλη ώρα για το θόρυβο της ηλεκτρικής σκούπας σε μια πολυκατοικία. Δεν υπάρχει απάντηση, υπάρχει μόνο ο χαρακτήρας του καθενός και τι θεωρεί ο καθένας λογικό και τι παράλογο. Αυτή είναι τέτοιος χαρακτήρας – το ‘χει αποφασίσει, ο τρόπος να προχωράς στη ζωή χωρίς να αποτρελαθείς είναι να ταΐζεις το στομάχι με κατακάθι, να τα τοποθετείς όλα εκεί, γιατί αλλιώς θα ανέβει το αίμα στο κεφάλι σου και οι κουβέντες και τα βλέμματα των άλλων θα φορτίσουν το ρεύμα σου και μετά άντε συμμάζεψε τον εαυτό σου. Μετά καλά ξεμπερδέματα.

Έτσι, φοράει τη μαύρη φόρμα για τις δουλειές, και πιάνει τη σκούπα την απλή. Και είναι γνωστό ότι όταν σκουπίζεις με τέτοια σκούπα, πάντα υπάρχει μια υποψία χορευτικού στις κινήσεις σου, γιατί δεν πιέζει το πάτωμα, δεν κάνεις μόνο μπρος πίσω και άλλες μονότονα μοτίβα. Χρησιμοποιώντας αυτή τη σκούπα, παρατηρείς τον εαυτό σου να δίνει επαναλαμβανόμενα χάδια –  άλλοτε γλυκά κι άλλοτε σκληρά – στο πάτωμα, να ζωγραφίζει αόρατες καμπύλες, να φέρνει σβούρες γύρω απ’ τον άξονά του. Η σκούπα αυτή, δεδομένου ότι επιτρέπει να ακούς ταυτόχρονα μουσική, από βαρετή διαδικασία, μπορεί ξαφνικά να μετατραπεί σε μια διαδικασία μεταμόρφωσης. Δεν είσαι γυναίκα, δεν είσαι άντρας που σκουπίζει, είσαι ένας περιστρεφόμενος δερβίσης που στροβιλίζεται. Κι εκεί πάνω στον στροβιλισμό η γυναίκα δεν σκουπίζει πια, σηκώνει τη σκούπα απ’ το έδαφος, την κρατάει λίγο πιο ψηλά, παράλληλα με το πάτωμα και γυρνάει όλο γυρνάει και χορεύει όλο χορεύει. Τώρα μάλιστα δεν περιστρέφεται κρατώντας μια σκούπα. Τώρα είναι ένας κανονικός στρόβιλος, ένα φυσικό φαινόμενο με χέρια και πόδια και κρατάει όχι μια σκούπα, αλλά ένα κανονικότατο όπλο, ένα πολυβόλο, ένα καλάσνικοφ. Ναι αυτό κρατάει, ένα καλάσνικοφ και η παλάμη της είναι σφιγμένη και τα χέρια της δε λυγίζουν απ’ το βάρος. Δεν είναι σακούλες να βαραίνουν, είναι ο χορός με τα λόγια της που δε βγαίνουν ποτέ κι έτσι δεν ξέρει τις λέξεις, είναι λοιπόν ο χορός με τα όπλα της.

Μέσα στο διαμέρισμα οι σφαίρες φεύγουνε σωρό, μια καταιγίδα που έρχεται απ’ το πλάι και σαρώνει τα πάντα και τίποτα δεν μπορεί να ξεφύγει. Γραμμές παραγωγής καπουτσίνο, αναμονές σε στάσεις, κυλιόμενες σκάλες, λεωφορεία, αποδοκιμαστικά βλέμματα, άδικες κριτικές, όλα σωριάζονται νεκρά. Κι όπως φεύγουν οι τρίχες, τα ψίχουλα και χνούδια απ’ την άκρη της σκούπας που είχαν μαζευτεί, έτσι φεύγουν και εκτοξεύονται οι σφαίρες, όχι δεν είναι σφαίρες, είναι μια ακτίνα λέιζερ, ένα μπλε φάσμα, μια άγνωστη χρωματιστή δύναμη που σαρώνει το σαλόνι, το σπίτι, τη στάση του λεωφορείου, ολόκληρη την πόλη. Δεν καταστρέφει, δεν σκοτώνει αυτή η κίνηση, μόνο σβήνει τα πάντα, είναι το αποτέλεσμα μια παχιάς βούρτσας που περνώντας από παντού απαλείφει το καθετί.

Σταματάει να στριφογυρίζει. Στο σαλόνι έχει απλωθεί η χθεσινή και η προχθεσινή σκόνη. Οι σακούλες είναι παρατημένες δίπλα στην πόρτα, τις ξέχασε, τίποτα δεν έχει τακτοποιηθεί, όλα είναι ακόμη χειρότερα. Η μαύρη φόρμα της παραείναι χαχόλικη, έχει ξεχειλώσει, κλωστές ξεπετάγονται απ’ την τσέπη και τα μπατζάκια και αυτή νιώθει σαν ξεπεσμένος κλόουν.

Σαν ξεπεσμένος κλόουν που λίγο πριν από μια καταδικασμένη σε άδεια καθίσματα παράσταση κουβαλάει επί ώρα τα συμπράγκαλά του. Μπογιές, μπαλόνια, κουβέρτες, μπαστούνια, καραμούζες, καπέλα, βαλίτσες, καρέκλες, τα ψώνια του, τις σακούλες του σούπερ μάρκετ και πάλι τις σακούλες του σούπερ μάρκετ. Γάλα, χαρτιά κουζίνας, τόνους, μακαρόνια, τυρί, κοκακόλες, μαλακτικά, απορρυπαντικά  κι όλα τ’ άλλα μικρά και μεγάλα αναγκαία μιας παράστασης, ποια παράστασης δηλαδή, ενός σπιτιού και μια ζωής. Τα αναγκαία μιας ζωής, αυτά δηλαδή που κουβαλάει κάθε φορά στο ίδιο λεωφορείο, στο ίδιο στρίμωγμα, στις ίδιες σκάλες, στο ίδιο διαμέρισμα. Τα αναγκαία μιας ζωής, τις σακούλες του σούπερ μάρκετ και το κατακάθι στο στομάχι.

coffee-shop-railway-statio

Advertisements

4 Σχόλια

Filed under μικρές ιστορίες

πονόκοιλος

Ξαφνικά μες τη νύχτα ανοίγει τα μάτια. Ένας περίεργος πόνος. Ακόμη δεν ξέρει πόσο δυνατός είναι. Είναι πολύ δυνατός. Ακόμη δεν μπορεί να περιγράψει που ακριβώς χτυπάει ο πόνος. Ο πόνος διαχέεται θα έλεγες σε όλο το περίβλημα της κοιλιάς, στο εσωτερικό τοίχωμα απ’ τα δεξιά ως τα αριστερά, παντού. Μάλλον το κέντρο και η αρχή του εντοπίζεται κάπου κάτω απ’ τον αφαλό. Πρώτη φορά νιώθει τέτοιο πόνο. Δεν σκέφτεται, δεν θέλει να το σκεφτεί ιδιαίτερα. Σηκώνεται προσεχτικά να μην την ξυπνήσει και πάει στην τουαλέτα. Νομίζει πως τον λούζει κρύος ιδρώτας, αλλά δεν τον λούζει, νομίζει πως θέλει να χέσει, αλλά δε χέζει. Ύστερα νομίζει πως ζαλίζεται, πως θα κάνει εμετό. Ο πόνος επιμένει, ο πόνος δυναμώνει.

Επιστρέφει στο κρεβάτι, το μόνο που κατάφερε ήταν να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπο, λες και η δροσιά είναι το αιώνιο και διαρκές φάρμακο. «Άνοιξε το παράθυρο να σε φυσήξει λίγο ο αέρας. Βάλε το κεφάλι σου κάτω από το ντους, θα νιώσεις καλύτερα.»

Ξαπλώνει. Ο πόνος δυναμώνει. Σκέφτεται. Πως χτυπάει η σκωληκοειδίτιδα; Πως νιώθει κανείς ένα ξαφνικό κρύωμα; Πως σκάει το έλκος; Πως τρυπάει το στομάχι απ’ την κοκακόλα; Ποιο είναι το επόμενο βήμα απ’ την καούρα από ουίσκι; Πως ανταποκρίνεται κάποιος στο άκουσμα μιας βαριάς και απροσδόκητης ασθένειας; Πως πονάει τόσο κανείς;

Τώρα κρυάδες. Κρυάδες και ρίγη. Το μυαλό κάνει τα δικά του. Είναι τέσσερις η ώρα. Ποιο νοσοκομείο να εφημερεύει τέτοια ώρα; Πως πάει κανείς στο νοσοκομείο; Μπορεί να οδηγήσει; Αν καλέσεις ασθενοφόρο πόση ώρα κάνει και άραγε μπορεί αυτή η ώρα να αποβεί μοιραία; Μπορεί να αποβεί μοιραία η δικιά του καθυστέρηση, το να σκέφτεται και να μην πηγαίνει στο νοσοκομείο. Καμιά φορά το να σκέφτεσαι μπορεί να σε σκοτώσει. Καμιά φορά το να σκέφτεσαι σε εμποδίζει να σηκωθείς απ’ το κρεβάτι του πόνου.

Και ποιο νοσοκομείο θα εφημερεύει; Πόση ώρα θα περιμένει; Πως και με ποιον θα συνεννοηθεί; Που έχει το βιβλιάριο; Έχει βιβλιάριο; Το 5ευρω ισχύει; Το 25ευρω ισχύει; Πόσα λεφτά έχει;

Εντωμεταξύ ο πόνος επιμένει. Την ξυπνάει, της εξηγεί, τον σκεπάζει καλύτερα. Τον ρωτάει, αλλά αυτός δεν μπορεί να περιγράψει με σαφήνεια.

Σκέφτεται ότι αυτό είναι ο άνθρωπος, αυτό είναι αυτός. Περπατάς ένα πρωί το δρόμο σου, στρίβεις τη γωνία και πέφτεις κάτω νεκρός, σωριάζεσαι, πέφτεις κανονικά, χωρίς ιδιαίτερο δράμα σαν ένα αντικείμενο που κούνησε η γάτα στη βιβλιοθήκη.

Κι άμα πέσει τι; Τίποτα το ιδιαίτερο, απλά δε θα πάει απ’ την εφορία που είχε προγραμματίσει να ρωτήσει για εκείνη την καθυστέρηση, δεν θα δει το μπάσκετ το βράδυ, δεν θα ξαναδεί μπάσκετ, δεν θα ξαναπάει για καφέ, για ουίσκι, για κονιάκ, για μπύρες, δε θα διαβάσει Γκόρπα, τα παλιά του Αρανίτση, έναν ακόμη Ντελίλλο, το επόμενο του Παπαμάρκου, ένα ακόμη του Κόνραντ, δε θα ξαναδεί το κορίτσι γυμνό στη θάλασσα, δε θα ξαναδεί άλλα κορίτσια γυμνά στη θάλασσα, δε θα τον περιμένουν τα ζώα πίσω απ’ την πόρτα, δε θα ξανακλείσουν για αυτόν τα φώτα στο σινεμά, δε θα δει την επόμενη σεζόν orange is the new black που προμηνύεται τόσο καλή, δε θα φύγει για καλοκαίρι και δε θα ξαναγυρίσει, δε θα ξαναφάει φασολάδα, δε θα πιστέψει εντελώς σοβαρά ότι από αύριο ξεκινάει ξανά η ζωή του και θα είναι εντελώς διαφορετικά, δε θα ξαναδεί τη Naturelle με το ασημένιο φόρεμα και τον Ρέι Άλλεν με τον Ντένζελ Γουάσινγκτον, δε θα ξανακούσει το «πέφτει μια βροχή» και το «don’t it let it bring you down» και το  «σκότωσέ με» (τραγική ειρωνεία), δε θα ξαναφτάσει στο χωριό, δε θα ξαναβάλει το αγαπημένο του παλτό, εντέλει – και αυτό δεν είναι καθόλου λίγο – δε θα ξαναπροσέξει μην τρίξει η πόρτα και την ξυπνήσει.

Κι όλα αυτά κι άλλα τόσα βεβαίως με ένα απλό στρίψιμο στη γωνία. Να εκεί που περπατάς, στρίβεις και σωριάζεσαι. Περνάνε λίγα δευτερόλεπτα και φεύγεις ανέτοιμος και ατακτοποίητος, με μισόλογα, ασήμαντα άγχη και αγωνίες. Τι παραπάνω ήθελες να είχες γράψει, να είχες πει; Αυτό που ήθελες και τελικά δεν είδες θα σε στοιχειώνει καθώς διανύεις την απόσταση από το ύψος σου σε αυτό του πεζοδρομίου. Κι αν εκείνα τα τελικά δευτερόλεπτα αποκτήσεις εκείνο το βλέμμα που έψαχνες και απέφευγες ταυτόχρονα; Κρίμα να κρατήσει τόσο λίγο, αλλά κρίμα και δίκαιο και άδικο την ίδια στιγμή.

Αλλά όπως και να το κάνουμε, η σκέψη του θανάτου τη στιγμή ενός πονόκοιλου, όσο έντονος κι αν είναι αυτός, είναι γραφική, αν όχι και εντελώς ψεύτικη. Γιατί τώρα του γινόταν φανερό ότι ακόμη και την ώρα του πόνου, ο εαυτός καταφεύγει στο αόρατο πάλκο. Σκηνοθεσίες και σενάρια, ό,τι χρειαστεί, για να μη διαταραχτεί η νορμαλιτέ που προκαλεί τους πονόκοιλους και τους κρύους ιδρώτες και τα ασήμαντα άγχη και βέβαια αμέσως μετά τη φιλοσοφική αποδόμηση των προηγούμενων και την υποτιθέμενη διαύγεια που κάποτε θα οδηγήσει σ’ ένα σοφό βλέμμα, αλλά πάντως όχι στο να πας αντίθετα στο μονόδρομο.

Εκτός από πόνο λοιπόν, διαθέτουμε και νεύρα. Σχεδόν το είπε δυνατά, καθώς βολεύτηκε καλύτερα σε ανάσκελη πάντα στάση.

Λευκέ προνομιούχε μαλάκα με τις δήθεν υπαρξιακές ανησυχίες, σταμάτα να τρέμεις κάτω απ’ τα σκεπάσματα. Κι άμα σωριαστείς καθώς στρίβεις στην επόμενη γωνία, σωριάστηκες. Κι άμα τελειώσουν όλα κι εσύ νιώσεις το τελευταίο δευτερόλεπτο, ότι ήθελες λίγο ακόμη, ότι μπορούσες λίγο ακόμη, ότι είχες κάτι ακόμη να κάνεις, δεν έγινε και τίποτα, απλά τελείωσαν όλα. Εντωμεταξύ, αν υποθέσουμε ότι ο αόριστος φόβος είναι η άλλη όψη της δίψας για ζωή, ίσως πρέπει να δοκιμάσεις να κοιμηθείς μπρούμυτα, να πορευτείς ανάποδα, να στρίψεις στην αντίθετη γωνία, να διαβάσεις έναν Κόνραντ, να ξαναδείς τη Naturelle και να προσέξεις να μην τρίξει η πόρτα.

Όλοι κάποτε ξεγελιούνται, ακόμη και ο φόβος, ακόμη και ο θάνατος ο ίδιος και άλλωστε, ας σοβαρευτούμε, αυτός ο πονόκοιλος προφανώς συνδέεται με το ότι βγήκες έξω στο κρύο με βρεγμένα μαλλιά και λεπτό μπουφάν.

Αυτό το τελευταίο τον καθησύχασε κάπως και μπόρεσε να παρατηρήσει ότι ο πόνος, αν και ακόμη κάπως έντονος, είχε σταθεροποιηθεί εκεί κάτω απ’ τον αφαλό και δεν απλωνόταν σε όλη την κοιλιά. Ηρέμησε ακόμη περισσότερο, τόσο που δεν άργησε να αφήσει κατά μέρος τον τρόμο του θανάτου και να πιάσει το ροχαλητό. Δίπλα του εκείνη, στριφογυρνούσε και σκεφτόταν, μήπως έπρεπε να πήγαιναν στο νοσοκομείο, μήπως έπρεπε να επιμείνει, μήπως έπρεπε να αφήσει την ανησυχία της να πάρει τα ηνία. Το ροχαλητό του όμως την έπεισε κι αυτή, η οποία σιγά σιγά ξανανύσταξε πια, αναλογιζόμενη την ιδέα του πόνου. Τι είναι κι ο άνθρωπος όμως, εκεί που κοιμάσαι όμορφα και γλυκά, ξαφνικά ξυπνάς και τρέμεις, ζαλίζεσαι, σφάζεσαι από μέσα. Με αυτή τη σκέψη ενώθηκαν τα δύο ροχαλητά σε μία κρεβατοκάμαρα και η ζωή από αύριο ξαναρχίζει. Σκληρή και πολλά υποσχόμενη.

4 Σχόλια

Filed under μικρές ιστορίες