Category Archives: κινηματογραφικά

ο παράδεισος πουθενά

Από Κυριακή σε Κυριακή βρέθηκα απ’ τον Αγγελόπουλο στον Γαβρά και στον Παράδεισο στη Δύση. Στην αρχή δεν ξέρω αν ήμουν επηρεασμένος, αλλά έβλεπα τη ζωή στο πανί να τρέχει μπροστά μου με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Στα πρώτα κιόλας λεπτά υπάρχει μια σκηνή. Οι λαθρομετανάστες πάνω σ’ ένα μικρό βαρκάκι, αναγκάζονται λίγο πριν επιβιβαστούν στο μεγάλο πλοίο, να σκίσουν και να πετάξουν στη θάλασσα τα προσωπικά τους χαρτιά. Διαβατήρια,  φωτογραφίες, ταυτότητες. Στην οθόνη βλέπουμε αρχικά τις κινήσεις των χεριών κι έπειτα τα σκισμένα χάρτινα κομμάτια να επιπλέουν στο νερό. Όλα αυτά σε λίγα δευτερόλεπτα, σίγουρα λιγότερα απ’ όσα έκανες για να διαβάσεις μέχρι αυτό το σημείο. Δεν προλαβαίνεις να χωνέψεις αυτήν την ιδιαίτερη και άκρως αποκαλυπτική σκηνή. Όλα τρέχουν μπροστά σου. Αυτή είναι ακριβώς η αίσθηση που είχα σ’ όλη την ταινία. Σα να πρέπει ν’ ακολουθώ ασθμαίνοντας έναν άνθρωπο που ταξιδεύει από τη μία άκρη του κόσμου μέχρι το Παρίσι. Τα πλάνα, οι διάλογοι, τα περιστατικά όλα βιάζονταν να πάνε κάπου. Όλα ανυπομονούσαν να συναντήσουν την επόμενη σκηνή. Κι όμως τα πρόσωπα ζητούσαν εναγωνίως την προσοχή μας, που ήδη είχε κάνει αναρίθμητες διαδρομές κατά μήκος του πανιού, μην προλαβαίνοντας πάντως να βουτήξει έστω και λίγο προς το βάθος των πραγμάτων.

Ασφαλώς ο τρόπος που ο Γαβράς έστησε την ταινία του, ευνοούσε μια τέτοια βιασύνη. Μέσα από μια λεπτή ειρωνεία, ή ένα μαύρο χιούμορ που περισσότερο έμοιαζε με πικρή διαπίστωση, θέλησε ίσως πλαγίως να πιάσει το θεατή ανέτοιμο να αντιδράσει ή να εφαρμόσει τους μηχανισμούς αντιμετώπισης του δράματος. Ξέρετε αυτή τη στάση (ετοιματζίδικη δυστυχία μερικών δευτερολέπτων) που υιοθετούμε όταν πρόκειται να μας ανακοινώσουν ένα τραγικό γεγονός που συνέβη στην άλλη άκρη του κόσμου ή της γειτονιάς μας, όπως ας πούμε την πείνα των παιδιών στην Αφρική ή ένα θανατηφόρο τροχαίο στην επόμενη στροφή. Με μια ελαφρότητα λοιπόν και μια σχετική γραφικότητα, κυρίως στο πρώτο μισό, προσπαθεί να πιάσει στα πράσα το θεατή να γελάει ή να παρατηρεί έστω τον δυτικό απαράδεκτο εαυτό του. Η ταινία προσπαθεί να κινητοποιήσει το δυσκοίλιο κοινό, υπαινισσόμενη κάπως ειρωνικά, ψυχρά και απόμακρα, ότι όλοι εμείς οι καθισμένοι στις αίθουσες δεν απέχουμε πολύ, αν όχι και καθόλου, απ’ τους ήρωες που εμφανίζονται στην οθόνη. Φυσικά αποτυγχάνει απόλυτα, έτσι νομίζω τουλάχιστον.

Αφού το κοινό πλέον δεν σοκάρεται με απολύτως τίποτα, δεν γίνεται να συγκινήσεις τους θεατές, με μερικές πικρές στιγμές, στις οποίες το σημαντικότερο που μπορείς ίσως να καταλάβεις είναι το πόση δυστυχία κοιμάται ανενόχλητη κάτω από τόνους καλλυντικά και λινά πουκάμισα. Φυσικά, το κοινό, όλοι εμείς δηλαδή, ούτε αυτό θα υποψιαστούμε. Όλα στην ταινία είναι ένα βιαστικό, υπερβολικό αστείο που δε μας πολυαφορά. Περισσότερο λάθος δε θα μπορούσαμε να κάνουμε.

Η περιγραφή του Γαβρά είναι σωστή, σχεδόν υποδειγματική και κάποιοι υπαινιγμοί εύστοχοι. Οι κάμερες, είτε με τη μορφή τηλεοπτικού συνεργείου, είτε ως κινητά, παραμονεύουν παντού. Ο κόσμος χωρίζεται σε τουρίστες, αστυνόμους και απόκληρους, γεγονός που δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα. Το μόνο που μπορεί πλέον να πουληθεί και ν’ αγοραστεί είναι το σεξ ή ότι μπορεί να μεταφραστεί σ’ αυτό.

Καθαρά κινηματογραφικά όμως νομίζει ότι η ταινία πάσχει. Ο χρόνος της κατανόησης είναι ελάχιστος, η οπτική περιορισμένη, τα πρόσωπα πολλές φορές σχεδόν καρικατούρες, ενώ η εικόνα είναι μάλλον τηλεοπτική. Η μόνη πραγματική εισβολή του κινηματογράφου στον «Παράδεισο», είναι η τελευταία σκηνή στο Παρίσι.

Αλλά η ευκαιρία που χάνεται στην προκειμένη περίπτωση είναι η απόδοση μιας ασφυξίας, την οποία η ταινία δεν καταφέρνει τελικά. Παρόλα αυτά τα ερωτήματα έστω κι έτσι έρχονται ξανά. Έχουμε αγγίξει εκείνο το ακρότατο όριο του εξευτελισμού; Μπορούμε να μιλάμε ακόμη για ζωή και ανθρωπιά; Είναι οι μέρες μας το προοίμιο ενός καθολικού ξεσπάσματος; Η αριστερά τελικά ξέρει μόνο να περιγράφει την πτώση μας και αυτή όχι ιδιαίτερα πετυχημένα;

Advertisements

24 Σχόλια

Filed under διάφορα, κινηματογραφικά