Category Archives: ζεστές μέρες

ελαφρύς

1.

Είδα – γιατί τέτοιος είμαι – τον Παπακωνσταντίνου στους Φακέλους. Μερικές παρατηρήσεις μεταξύ παγωτού και μπύρας:

* Το επιχείρημα που κυριαρχεί λέει: Η Ελλάδα είναι το τελευταίο σοβιετικό κράτος. Ύστερα πιο συγκεκριμένα: εσείς οι αριστεροί (τσουβαλιάζοντας εννοούν από κκ και σύριζα μέχρι αναρχικούς) είστε κρατιστές. Χθες στο τηλέφωνο άκουσα: «Τί φωνάζεις; Δηλαδή να μην πουληθεί η ΔΕΗ και να πληρώνουμε μια ζωή τους Φωτόπουλους; Το είδαμε το κράτος». Πρόκειται για μια ωραιότατη παρανόηση. Η ΔΕΗ όπως και οι περισσότεροι δημόσιοι οργανισμοί αυτοί τη στιγμή δεν είναι καθόλου δημόσιοι. Είναι κομματικά μαγαζιά, μέσω των οποίων ικανοποιούσαν τα δύο μεγάλα κόμματα (κατά κύριο λόγο, πιθανότατα όχι αποκλειστικά) την εκλογική τους πελατεία. Όταν λέω ότι θέλω η ΔΕΗ να είναι δημόσια, δεν εννοώ να διοριστεί η μισή Αρκαδία, ούτε να κάνουν πάρτι οι συνδικαλιστές του πασόκ. Εννοώ ότι θέλω φτηνό ρεύμα για όλο τον πληθυσμό και προκειμένου να έχω αυτό το αποτέλεσμα, δέχομαι η ΔΕΗ να είναι ελλειμματική. Και αυτό το έλεγα από παλιά. Αντίθετα, αυτό που εννοεί το πασόκ και το κάνει πράξη εδώ και χρόνια είναι το εξής: Η ΔΕΗ είναι κρατική σημαίνει διορίζω ασύστολα με αντίτιμο τη σιωπή, την έλλειψη πολιτισμού (και ίσως λίγο καρκίνο). Το πασοκ (και οι συνδικαλιστές του) τώρα λέει: «Διέλυσα κάθε δημόσιο οργανισμό κάνοντας ρουσφέτια, κάνοντας δώρα, παίρνοντας μίζες. Τώρα δεν συμφέρει άλλο τον ελληνικό λαό να συντηρεί τέτοιες καταστάσεις. Τώρα θα πουλήσω τη ΔΕΗ και οι Έλληνες θα είναι και ευχαριστημένοι επειδή δεν πληρώνουν άλλο την πασοκίλα». Αν το πασόκ ενδιαφερόταν για οτιδήποτε άλλο εκτός απ’ το να πληρώνει τα δανεικά που το ίδιο κατασπατάλησε, θα έλεγε: «με ενδιαφέρει να φτιάξω μια λειτουργική ΔΕΗ που θα προσφέρει φτηνό ρεύμα σε όλους ή δημόσιες μεταφορές της προκοπής, που θα σας κάνουν να αφήσετε το αμάξι σας. Ή γενικά θέλω να κάνω κάτι να λειτουργήσει. Για να το κάνω αυτό ίσως χρειαστεί να γίνουν μετατάξεις, απολύσεις, εξοροθολογισμοί. Το σχέδιο μου είναι αυτό και σας το παρουσιάζω. Δέχεστε;». Όμως το πασόκ απλά μαζεύει λεφτά. Δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ, ούτε και τώρα, για το αν κάτι σε αυτή την κοινωνία λειτουργεί.

* Άλλο επιχείρημα: «το δημόσιο δεν είναι καλός επιχειρηματίας. Οι ιδιώτες θα βοηθήσουν την οικονομία». Δύσκολο στην Ελλάδα να ξεχωρίσεις τον ιδιωτικό τομέα απ’ τον δημόσιο. Για τη στρέβλωση αυτή δεν φταίω εγώ, δεν φταίει ο Τσίπρας, δεν φταίνε καν οι απεργίες της γσεε (εδώ γελάνε). Φταίει το πασόκ με τη νέα δημοκρατία, που επέτρεψαν στον ιδιωτικό τομέα να απομυζεί τον δημόσιο, και μάλιστα χωρίς να δημιουργεί έστω και στο ελάχιστον ανάπτυξη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα: Τα ΜΜΕ. Εκατοντάδες μέσα – φούσκες που ζουν από κρατική διαφήμιση και μαύρο χρήμα. Αφεντικά εφημερίδων που ζουν απ’ τα άρθρα που πληρώνονται κατευθείαν απ’ τα υπουργεία. Άλλο παράδειγμα: Δημόσιες υπηρεσίες και ενοικιαζόμενοι εργαζόμενοι πχ. καθαρίστριες κλπ. Ο ιδιωτικός τομέας στην Ελλάδα είναι βαθύτατα προβληματικός. Όχι κρατικοδίαιτος, αλλά μαφιόζικος εις βάρος του δημόσιου χρήματος.

* Ο Παπαχελάς ρωτάει αν ο υπουργός φοβάται ότι θα «καεί» πολιτικά. Στα πάνελ, στις ειδήσεις, στις εφημερίδες, στα «ενημερωτικά βλογς» (πάντα ήθελα να γράψω αυτή τη φράση) κυριαρχεί το κουτσομπολιό, η παραπολιτική οπτική. Η μικρότητα, η ασημαντότητα βρίσκει την πρωτοκαθεδρία της στο δημόσιο λόγο γιατί οι ομιλητές πάσχουν από άκρατη εγωπάθεια και έλλειψη επαφής με τον έξω απ’ το σινάφι τους κόσμου. (Όπου σινάφι: άνθρωποι που ασχολούνται με την πολιτική, τα media, τη δικηγορία και την «τέχνη», όπως αυτή ορίζεται απ’ τους καλεσμένους στα εκλογικά πάνελ και το «στην υγεία μας»)

Ξέρω πως οι δύο άνθρωποι στην τηλεόραση δεν καταλαβαίνουν, δεν έχουν ιδέα για το τι συζητάνε. Η οικονομική και κοινωνική τους απόσταση απ’ την πλειοψηφία των κατοίκων της χώρας είναι τεράστια. Δεν μπορούν να φανταστούν τι σημαίνει να ζεις με 700€, με 400 €, ανασφάλιστος. Εννοώ πραγματικά τί σημαίνει. Ο υπουργός λέει: «οι θυσίες του λαού», «οι δ.υ. μάτωσαν». Δεν έχει ιδέα για το τι μιλάει, είναι εμφανές. Δεν ξέρει τι σημαίνει να ακριβύνει το πετρέλαιο. Δεν ξέρει τι σημαίνει μείον είκοσι (όχι παραπάνω) ευρώ το μήνα. Δυστυχώς. Γιατί τότε ίσως να το ξανασκεφτόταν, τότε ίσως να μην μιλούσε τόσο εύκολα για καμία εναλλακτική. Γιατί κι αυτός που δεν μπορεί να πληρώσει το σούπερ μάρκετ, σε λίγο, δεν θα έχει άλλη εναλλακτική, παρά να δαγκώσει τον καναπέ. Και θα είναι άνοστος, αφού είναι απ’ το ΙΚΕΑ.

* Παρακολουθώντας τα παράθυρα των ειδήσεων, αλλά και την χθεσινή εκπομπή, μου φαίνεται ότι είναι ξεκάθαρο ότι δεν υπάρχει κανένα απολύτως σχέδιο. Το πασόκ μόνο κόβει για να πληρώσει χρωστούμενα. Κανένα σημάδι ότι θα έχει ένα κάποιο τέλος αυτή η διαδικασία. Καμία κουβέντα για το αν υπάρχει ένα όριο στο κόψιμο του μισθού, στην αύξηση του ΦΠΑ κλπ. Δηλαδή αν δεν βγαίνουμε θα το πάνε 150%; Κανένα σημάδι ότι υπάρχει έστω και μια ιδέα για την παραγωγική διαδικασία της χώρας. Κανένα σημάδι ότι έχουν έστω και την παραμικρή ιδέα για το τι πήγε στραβά. Ποιο ήταν το λάθος όχι για την χρεοκοπία, αλλά για το γεγονός ότι το ελληνικό κράτος δεν λειτουργεί. Δεν έχει παιδεία, δεν έχει υγεία, παρά μόνο ανθρώπους που παλεύουν ενάντια στις δομές μπας και καταφέρουν το οτιδήποτε. Το ελληνικό κράτος απλά πάντοτε βόλευε τους δικούς του κ μετά βασιζόταν στην καλοσύνη κάποιων. Τώρα πια, χωρίς παραφράσεις, βασίζεται στην καλοσύνη των ξένων. Μόνο που οι ξένοι, όπως και οι ντόπιοι, ενδιαφέρονται πια μόνο για τα νούμερα που επιβεβαιώνουν την ευτυχία τους.

* Και τελικά, λένε και ξαναλένε ότι δεν έχει προτείνει κανείς ρεαλιστική εναλλακτική λύση. Περιμένω ν’ ακούσω την πρόταση της κυβέρνησης. Γιατί βέβαια δεν αποτελούν πρόταση οι περικοπές και οι πωλήσεις. Αυτά είναι απλά μια πρώτη απάντηση στον δοσατζή που χτυπάει την πόρτα.

2.

Παρόλα αυτά, δεν με παίρνει από κάτω. Έχω βρει το αντίδοτο. Βγάζω το λεπτό βιβλιαράκι της εβδομάδας (τώρα: Βακαλόπουλος – Υπόθεση Μπεστ Σέλλερ) και διαβάζω στο στριμωγμένο συρμό.

Σήμερα, Συγγρού Φιξ – Πανεπιστήμιο: «Μόνο ο Μπέργκμαν χρειάζεται το όνομά του, ο Ελύτης, ο Ρίτσος, ο Ριζοσπάστης και δυο τρεις άλλοι ποιητές. Αυτοί το χρειάζονται γιατί πάνε για καριέρα, αλλά εμείς τί να το κάνουμε;»

Μετά, Πανεπιστήμιο – Συγγρού Φιξ: «(..) ενώ η Λήδα θα ήταν ανίκανη να καθίσει να την κοιτάζω χωρίς να μιλάμε πάνω από πέντε λεπτά. Μετά θα είχε απαιτήσεις, θα ήθελε να πηδηχτούμε, να μιλήσουμε, να κάνουμε κάτι. Οι άνθρωποι ζουν ανά πέντε λεπτά, θέλουν να αισθάνονται καλά κάθε πέντε λεπτά. Γι’ αυτό υπάρχει τόσο μεγάλη δυστυχία.»

Έτσι όταν βγαίνω στο δρόμο, νιώθω ελαφρύς. Αναστημένος ήδη. Και επαναλαμβάνω. Μίλησε, βούτηξε, φίλησε.

29 Σχόλια

Filed under διάφορα, ζεστές μέρες

εστίες ανάπτυξης

Ο Παπαχελάς βλέπει σε μια ενιαία παραλία στην Αττική, εστίες δημιουργίας και ανάπτυξης. Σήμερα απ’ το παράθυρο βλέπει μιζέρια και αναξιοποίητο χώρο, αύριο φαντάζεται μια μεγάλη βόλτα, μαρίνες και ανάπτυξη.

Πήγα στη Σύρο αρχές του 1990. Ξαναπήγα πρόπερσι. Ήρθα αντιμέτωπος με την ανάπτυξη, που στο μεταξύ είχε επισκεφθεί το νησί. Το παραθαλάσσιο Κίνι, ήταν πια γεμάτο λευκές πλαστικές τεντώστρες, καφετέριες κι εστιατόρια δίπλα στο κύμα, ενώ στην ακρογιαλιά δέσποζε και ένα τεράστιο γλυπτό, ακριβώς πάνω στην πρώην άμμο. Πηγαίνω τα καλοκαίρια στο Σούνιο. Βλέπω τις εστίες δημιουργίας. «Τρατολίμανο», «Cape Sounio» και πάει λέγοντας. Ομπρέλες και σερβιτόροι παρέχουν άριστες υπηρεσίες, με θέα αυτό που κάποτε λέγαμε ναό του Ποσειδώνα. Απ’ τα Λεγραινά ως το Λαύριο, εξοχικές κατοικίες, μάντρες και ιδιωτικές παραλίες. Περνάμε μέσα απ’ τα σπίτια τους για να βουτήξουμε. Πήγαινα στην Μεσσηνία, σε διάφορες παραλίες γύρω απ’ τη Βοϊδοκοιλιά. Φέτος αναρωτιέμαι αν η τεράστια επένδυση θα φέρει τουρίστες και λεφτά στην τοπική κοινωνία και αν θα επιτρέπεται η είσοδος στην μεγάλη έκταση που πιάνει το ξενοδοχείο και σε μας τους μη διαμένοντες στο χοτέλ τάδε.

Η συζήτηση περί αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας, είναι απ’ τις λίγες που μου προκαλούν αληθινό ίλιγγο. Κάθε φορά που κάποιος ονειρεύεται την αξιοποίηση της ακρογιαλιάς, σκέφτομαι ένα σημείο λίγο πέρα απ’ την Καλαμάτα που μέσα σε τρία χρόνια μετατράπηκε από παραλία σε προέκταση της καφετέριας.

Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα οι συνειρμοί με οδηγούν στα στο σουβλατζίδικο στην Πάτμο που λειτουργούσε με ρεζερβέ και στη μόδα με τις κρατημένες ξαπλώστρες. Αναπόφευκτα μετά από λίγο καταλήγω στα καινούρια κλειστού τύπου πλοία και τους αιχμάλωτους του a/c. Σκέφτομαι ότι κάποιος, κάποτε θα χρειαστεί να τους διηγηθεί την αίσθηση μιας λέξης. Θα είναι ένα κορίτσι στη μέση του πουθενά και το μόνο που θα λέει θα είναι, πως άμα δεν έχεις δαγκώσει χείλη γεμάτα αλμύρα ή ούζο, δεν ξέρεις τί θα πει καλοκαίρι.

Προσπαθώ ξανά να φανταστώ όλη την ακτογραμμή με γκαζόν, μπαρ, κάδους ανακύκλωσης, μουσικές, φρέντο, τσιμέντο, μαρίνες, άρτια εξυπηρέτηση και ευγενικούς παρκαδόρους. Αναρωτιέμαι τί είναι αυτό που κάνει την Αμοργό, Αμοργό, την Άνδρο, Άνδρο και τη Μεθώνη, Μεθώνη. Γιατί πράγμα έγραφε τελικά ο Λακαριέρ ή τί έβλεπε ο Ντάρελ. Ποιό ήταν το φως που είδε ο Μίλερ στις Μυκήνες; Ήταν ανάλογο με αυτό που διαχέεται στο καζίνο στο Λουτράκι ή έστω παρόμοιο με αυτό που αναβοσβήνει στα κλαμπ της Ρόδου; Ήταν μια σκέτη γραφικότητα, ήταν μόνο η φτώχεια που έβλεπαν όλοι αυτοί οι περίεργοι τύποι; Ή υπήρχε κάτι άλλο, κάτι εντελώς διαφορετικό, απ’ όσα ονειρεύονται οι υποστηριχτές της ανάπτυξης και των μεγάλων επενδύσεων; Ή μήπως τελικά εγώ που αντιτίθεμαι στην αξιοποίηση των παραλιών, είμαι απλά μίζερος και αριστεριστής; Ποιά είναι τα χαρακτηριστικά αυτού του σημείου του χάρτη και γιατί θέλουμε τον τουρισμό των γκολφ ή το ισπανικό μοντέλο; Τί κοινό έχει το κάθε «κόστα σκατά» με το μουσείο της Βεργίνας, που κι αυτό επένδυση είναι;

Τί κάνει μια παραλία ωραία; Η lady gaga, ο χατζηγιάννης και το παγωμένα κοκτέιλ; Τί την αξιοποιεί; Οι παρατεταγμένες ξαπλώστρες και τα θαλάσσια σπορ; Τα ξενοδοχειακά συγκροτήματα που παρέχουν ολοκληρωμένες υπηρεσίες εντός του φράχτη τους;

Είναι νομίζω προφανές ότι όταν λένε ανάπτυξη εννοούν ατελείωτα κόστα μάρε και κέιπ σούνιο. Αλλά πάλι, νομίζω ότι είναι προφανές ότι δεν ξέρουν τί είναι αυτό που θα αξιοποιήσουν. Κάθε σπιθαμή είναι γι’ αυτούς, απλά ένας τρόπος να ισοσκελίσουμε κάποιο ισοζύγιο. Μια υποσημείωση σε κάποιο προϋπολογισμό. Εκεί που βλέπουμε θάλασσα, αυτοί βλέπουν πλαζ.

Εμείς όμως ξέρουμε ότι η ζωή δεν είναι μόνο η πραγματικότητα που βαραίνει ή – συνηθέστερα – ελαφραίνει την τσέπη. Άλλωστε, ο τελευταίος παραθεριστής του δεκαπεντάυγουστου μπορεί να αισθανθεί τί ψιθυρίζουν οι επτά μάρτυρες στη Σίφνο. Καταλαβαίνει νομίζω ότι αποκλείεται να βρει αυτόν τον υπαινιγμό στις υπερμοντέρνες παραλίες στην Κω. Με άλλα λόγια, το γυμνό στήθος μιας γυναίκας της «Πούντα μπιτς» δεν έχει καμία σχέση με αυτό που θα συναντήσεις στην Ψιλή Άμμο της Πάτμου. Ένα πλαστικό βυζί στην Παράγκα δεν είναι ικανό να προκαλέσει τα ρίγη που μας κατέλαβαν αυτομάτως στη θέα εκείνης της μαυρομάλλας σ’ ένα ανώνυμο και έρημο κολπίσκο της Αμοργού ή του Κουφονησίου.

Συνεπώς, δεν λέω απλά ένα αντιδραστικό και ξερό όχι στην ανάπτυξη και την αξιοποίηση της οποιασδήποτε παραλίας. Απεργώ λυσσασμένα για να κρατήσω για την παρέα μου, το παλιό υπέροχο δικαίωμα να ανακαλύπτεις την άμμο πάνω στην οποία θα ξαπλώσεις νύχτα μαζί με το κορίτσι, το δικαίωμα να κοιμηθείς ανενόχλητος στα βότσαλα και να φας καρπούζι κάτω απ’ το αρμυρίκι. Αν τίποτα απ’ αυτά δε σε κάνουν να μετράς αντίστροφα για το καλοκαίρι, δεν πειράζει. Κάνε ένα μακροβούτι και ύστερα παρατήρησε τα μαλλιά των γυναικών μετά τη θάλασσα, πως φαίνονται δίπλα στο κατεβασμένο παράθυρο της επιστροφής. Θυμήσου πως απλώνονται τα γυμνά πόδια στο άδειο τοπίο. Τα πόδια αυτά, είναι το ακριβώς αντίστροφο της ξενοδοχειακής μονάδας, του γκαζόν, της ξαπλώστρας με το μαξιλάρι και του φρέντο. Τα πόδια αυτά θα καταργήσουν μία των ημερών προϋπολογισμούς και αναλογιστικές μελέτες. Μάλιστα, αν τα αφήσεις θα σώσουν ακόμα και σένα τελειωμένε σχετικιστή, ορθολογιστή, μίζερε οπαδέ. Ακόμα και μένα.


50 Σχόλια

Filed under τόποι που φαντάστηκα, ζεστές μέρες

κουτσό

Συνεχίζω να εκτιμώ το βαθύ σαδιστικό χιούμορ της ζωής, ακόμη κι όταν το εκτοξεύει προς τα μούτρα μου. Λίγες μέρες αφού ποστάρω τα περί λυσσασμένου παιχνιδιού και μαχαιριού στα δόντια, βρίσκομαι ξανά στο γήπεδο. Το παιχνίδι ακυρώνεται, ένα αυτοσχέδιο φιλικό στήνεται, το ζέσταμα μισογίνεται. Ύστερα από κανένα εικοσάλεπτο, βρίσκομαι με ένα χιαστό λιγότερο. Δεν πειράζει λέω, η κίνηση, η απόπειρα ντρίπλας άξιζε τον κόπο.

*

Την επόμενη, περιμένοντας την ακτινογραφία, χαζογελάω, κουτσαίνοντας με τα κορίτσια της reception της βιο – κάτι. Με πλησιάζει ο γιατρός. Με αυστηρό ύφος, κολλάει σχεδόν το έγκυρο πρόσωπό του στο δικό μου. «Γιατί γελάς; Ξέρεις ότι άμα έχει πειραχτεί ο χιαστός, τέρμα η Αράχοβα, το σκι, και οι γκόμενες στο βουνό;». Μου έρχεται να πεθάνω χασκογελώντας εκεί ακριβώς μπροστά του. Δεν το κάνω, παρά ρωτάω «με μαλώνεις;».

Μπαίνει στο διπλανό δωμάτιο και συζητάει με άλλο γιατρό, σχετικά με κάποιο νέο μοντέλο κινητού. Η μάνα μου, σε χρώμα γκρι, στέκεται δίπλα στην πόρτα. Ο δεύτερος γιατρός με όλο το στιλ του κόσμου της λέει: «θα κάνεις διάγνωση;». Απαντάω από δίπλα, παλεύοντας να αποφύγω το σιχτίρι, «άμα δεν ξέρει να κάνει διάγνωση η μάνα για το γόνατο του ποδιού της, ποιός ξέρει; Εσύ;». Ο γιατρός ανακοινώνει ότι δεν υπάρχει ζημιά σε οστό.

*

Μετά από δύο μέρες κι ενώ μιλάω στο τηλέφωνο, χτυπάει η πόρτα. Αμέριμνος πηγαίνω ν’ ανοίξω. Είναι ο γείτονας που θέλει να μου πει, ότι έσπασε ένας σωλήνας στο διαμέρισμά του και τώρα τα νερά μπαίνουν σπίτι μου. Εγώ όμως ακόμη δεν έχω δει τα νερά και ρητορεύω στο τηλέφωνο. Πέφτοντας κάτω, βλαστημάω, γελάω και μουρμουρίζω «και τί το θες ρε μαλάκα το πόδι;»

*

Δεν με τρομάζει η επιπλέον τούμπα. Κοιτάζω το πρησμένο πόδι και παίζω ξανά στο μυαλό μου τον ήχο του μαγνητικού τομογράφου. Απόκοσμες επαναλαμβανόμενες σφυριές που χτυπάνε στο κέντρο του αυτιού. Η οδύσσεια του διαστήματος, τεράστιες ατσάλινες πόρτες που ανοιγοκλείνουν με δύναμη, καρφιά που κλειδώνουν ένα παραλληλόγραμμο ξύλινο κουτί. Το σώμα αποκλεισμένο μέσα σ’ αυτήν την υπερμοντέρνα κατασκευή. Τα δάχτυλα ακουμπάνε την οβάλ οροφή. Το ένα μου χέρι δεν τοποθετήθηκε καλά εξαρχής. Βρίσκεται εδώ και 16 λεπτά στον αέρα. Απ’ το 8 και μετά, τρέμει. Ο κύριος με την κλασσική λευκή ρόμπα μου τα είπε όλα πολύ γρήγορα. Δεν πρόλαβα να βολευτώ. Να κλείσω τα μάτια ή να τα έχω ανοιχτά; Να είμαι ολόκληρος ακίνητος ή μόνο στα πόδια; Να μετράω από μέσα μου ή να σκέφτομαι κάτι διαφορετικό; Θέλω να ξυστώ, να φταρνιστώ, να κουνηθώ, να ξεπιαστώ, να σκίσω το δέρμα μου, να ρίξω μια στροφή στον αέρα. Το χέρι τρέμει στην αγωνία του να μείνει ακίνητο. Ταυτόχρονα φαντάζομαι ένα ιδρωμένο break-dance, στροβιλιζόμενους δερβίσηδες, μαστουρωμένους πρώην συμφοιτητές που κλυδωνίζονται υπό τους ήχους ενός επαναλαμβανόμενου μπιτ δίχως τέλος. Απευθύνω δυνατά ερωτήσεις σε αόρατους συγγενείς. «Πώς μπήκες εδώ μέσα;». Πώς στάθηκες σε μια ουρά, μπροστά σε ένα γκισέ, παίρνοντας ένα χαρτάκι, πώς ρώτησες το ταμείο σου τί ακριβώς καλύπτει, μέχρι ποιό πόσο; Πώς πέρασες απ’ τον ακτινολόγο στον ειδικό γιατρό; Οι απόψεις, οι διαγνώσεις, τα χαρτιά με την πορεία του πυρετού σου. Μια τρελά πειθαρχημένη πορεία που καταλήγει σε ένα δραματικό – ή όχι και τόσο – αποτέλεσμα.

Η λέξη εξέταση έχει μια χροιά απερίγραπτη. Μοιάζει με το θόρυβο του μαγνητικού τομογράφου. Απάνθρωπη συσκευή, μια κυνική διαπίστωση ότι ο θάνατος που έρχεται, είναι το τελευταίο ίχνος μια γραφειοκρατικής διαδικασίας. Ο θόρυβος συνεχίζεται με την ίδια ένταση. Με κλειστά τα μάτια και το αριστερό μου χέρι να τρέμει, προσπαθώ να περιγράψω αυτόν ακριβώς τον ήχο. Θέλω να βουλιάξω μέσα του και να τον ονομάσω.

*

Πριν μία ή δύο εβδομάδες, τελειώνω τη δουλειά μεσημεράκι. Βγαίνω απ’ το κτίριο και περπατάω προς το παρκαρισμένο αυτοκίνητο. Από το ανοιχτό παράθυρο ενός ισογείου διαμερίσματος, συμβολή Αιτωλικού (νομίζω) και Π. Ράλλη, έρχεται μια μυρωδιά. Κάποιος μαγειρεύει. Δεν εντοπίζω ακριβώς τί είναι, αντιλαμβάνομαι κατευθείαν όμως, πως είναι κάτι γνώριμο. Οδηγώντας στην Ποσειδώνος, το καταλαβαίνω πια καθαρά. Θυμάμαι το φαγητό μαγειρεμένο απ’ τη συγκεκριμένη γυναίκα. Η μυρωδιά, μαζί σχεδόν και η γεύση βαραίνουν το πόδι μου στο γκάζι. Η θεία λείπει εδώ και μήνες. Τρέχοντας στην αριστερή λωρίδα, δέχομαι απανωτά χτυπήματα στο κεφάλι. Όπως παλιά, τις απόκριες, που γεμίζαμε εκείνα τα πράσινα και κόκκινα ρόπαλα με εφημερίδες και πολεμούσαμε με τα διπλανά σχολεία ή άσχετους στην Πλάκα. Καταιγισμός στο μέτωπο και το πλάι του κεφαλιού. Να πως μοιάζει ο ήχος της μαγνητικής τομογραφίας. Με σωρεία χτυπημάτων από ρόπαλα γεμάτα εφημερίδες. Η μυρωδιά του φαγητού που δεν θα σερβιριστεί ξανά, τώρα μετατρέπεται στον επίμονο θόρυβο του μαγνητικού τομογράφου. Εντελώς ξαφνικά, λες και το Φάληρο είναι το μέσο ενός ανήσυχου ύπνου, κάθομαι στο ίδιο τραπέζι και σερβίρεται το ίδιο φαγητό. Το μεσημέρι πριν μήνες, στο τηλέφωνο είπα μόνο «κι όμως. Έπρεπε πρώτα να δει αυτό».

Ο ήχος του μαγνητικού τομογράφου μια επαναληπτική καραμπίνα που αντί να πυροβολεί, όλο λέει «κι όμως, έπρεπε πρώτα να δει αυτό».

21 Σχόλια

Filed under τα ελάχιστα, ζεστές μέρες

χάι λάιφ

ποστ για την ημέρα ενάντια στο φόβο.

δες εδώ

 

8 Σχόλια

Filed under τα ελάχιστα, ζεστές μέρες

13:38

Θέλω να ‘ρθει ξανά και να καθίσει στο διπλανό τραπεζάκι. Όπως τότε, να παραγγείλει δύο κονιάκ και να κοιτάμε έξω απ’ τα τζάμια τη βροχή. Θέλω να μου μιλήσει ακριβώς όπως τότε. Να αδειάζει τα ποτήρια και να πετάει μεθυσμένα λογάκια. Λογάκια μόνο για έρωτα και επανάσταση. Να γελάει και να ψιθυρίζει και να νομίζεις ότι από ώρα σε ώρα θα έρθουν και τα δύο. Να τρέμεις, λες και θα σηκώσεις τα μάτια και θα ξεκινήσουν στο αμέσως επόμενο δευτερόλεπτο. Απλώς και μόνο επειδή το είπε αυτή.

Θέλω να μου μιλάει με κοφτές κουβέντες και μισές ειρωνείες για τα εκατοντάδες άρθρα που μας έχουν ζαλίσει με τη νέα μετανάστευση και τα καλύτερα μυαλά που χάνονται επειδή δεν βρίσκουν ευκαιρίες εδώ. Να μου πει ξανά, ότι τώρα όλα γίνονται εδώ, δίπλα μας, γύρω μας. Ότι τώρα, τρελαίνεται, κάθε μέρα να παίρνει θέση, κάθε μέρα να πιάνει κουβέντες στους περαστικούς, να διαβάζει ωραίες λέξεις και να τις στέλνει σε φίλους. Κι όποιος φεύγει, καλά κάνει και φεύγει (ποτέ δεν αγαπούσε τους ήρωες άλλωστε), κι όποιος μένει κάνει δυο φορές καλά και μένει. Τα μάτια της στο σημείο αυτό θα γυαλίζουν. Μου λέει ότι η μάχη συμβαίνει εδώ και τώρα μπροστά στα μάτια μας και τα κορμιά που πέφτουν, είναι αυτά που είδαν στα στενά της Αθήνας ένα φωτεινό τοπίο, την αυριανή μας πόλη.

Θέλω να μην την χωράει η καρέκλα, όταν χαιρέκακα θα μου αναλύει γιατί πρέπει να διαλυθούν όλοι οι κομματικοί σχηματισμοί της αριστεράς. Να λέει πως οι σχηματισμοί απέτυχαν, αφού δεν ήξεραν τί να αγαπήσουν, ούτε καν είχαν ποθήσει τον άλλο κόσμο, που δεν είναι εφικτός, αλλά αναγκαίος. Τον κόσμο που δεν είναι σύνθημα αλλά το βασικό πρόταγμα. Τον κόσμο για τον οποίο σταμάτησαν εδώ και καιρό να μιλάνε. Το φαντασιακό τους υποτάχτηκε στο συλλογικό τηλεοπτικό βλέμμα. Δεν ξέρουν πια πώς να ονειρευτούν. Ύστερα θα την ακούω να λέει πως τα ονόματα στα ψηφοδέλτια και οι σχηματισμοί που τους υποστήριξαν, βούλιαξαν σε μια ανιαρή κοιλάδα υπολογισμών και εξισώσεων, εκεί που όλα καταλήγουν σε κάποιο τοις εκατό. Την ώρα που θα έπρεπε να αναζητάμε «ένα νέο πρότυπο κοινωνικής συμπεριφοράς (…)», εμείς ψάχναμε για υποψήφιο περιφερειάρχη.

Θέλω να την ακούω την ώρα που θα λέει ότι το ερώτημα «σε ποιόν ανήκουν τα Εξάρχεια» μας επιστράφηκε ως κακόγουστη φάρσα. Θα έχει ήδη μεθύσει όταν με κάποια πίκρα θα μου δείχνει τους ένοπλους που κρατάνε στο ένα χέρι τον καφέ του γρηγόρη και στο άλλο την σκανδάλη. Με ακόμη περισσότερη πίκρα θα δείχνει τις πέτρες που κάθε τόσο ξεκινάνε από κάποιους που περπατάνε πλάι στο πάρκο. (Λες και το πάρκο αυτό ενοχλεί τους πάντες). Μοιάζει δύο ομάδες να διεκδικούν την ίδια όαση ελευθερίας. (Οξύμωρο, λέει, για μια τέτοια όαση να τίθεται ζήτημα ιδιοκτησίας). Διάλειμμα στο παραλήρημά της. Διαβάζουμε ξανά λίγο Μπωντριγιάρ. «(ζούμε τον) θρίαμβο του αποτελέσματος επί της αιτίας». Ζούμε την εποχή, λέει, που ο τρόπος που αντιδράς κατάντησε να είναι σημαντικότερος απ’ την αιτία σου. Αν θυμάσαι την αιτία όμως αποκλείεται να αποθεώσεις το όποιο αποτέλεσμα. Δεν είναι δικαίωση μια πέτρα σ’ ένα τζάμι, όσο δεν είναι κι ένα όχι σε κάποιο νομοσχέδιο. Ηθικολογείς θα της πω.

Τότε θ’ αλλάξει ύφος. Θα μου μιλήσει για τον τρόπο που η Anna Karina κοιτάζει την κάμερα, για τον Miles Davis που παίζει μόνο για το αριστερό αυτί της Jeanne Moreau, για τα πόδια που παρελαύνουν στα ποστ του κ. μοίρη ή για το ξανθό κορίτσι που κάποια Παρασκευή μεσημέρι, 1 και τριάντα οκτώ ακριβώς, ανέβαινε την τρικούπη, κρατώντας μια μαύρη θήκη (με ένα βιολί;). Θα μου πει ότι τέλειωσε το καλοκαίρι κι ότι η βροχή στάζει καλύτερα μέσα στο ποτήρι του κονιάκ. Ότι ξανάρχισε να διαβάζει και ότι είδε για δέκατη φορά το Χιροσίμα Αγάπη μου. Λίγο πριν φύγει θα πει ότι η μάχη είναι ώρα να δοθεί. Κι ότι όσοι πόθησαν ποτέ ένα ξανθό κορίτσι ή έναν άλλο κόσμο, πιθανότατα θα τα συναντήσουν. Όχι στα όνειρά τους, αλλά εκεί που συνάντησα κι εκείνη. Στο δρόμο, στην πραγματική ζωή.

21 Σχόλια

Filed under ασυναρτησίες, ζεστές μέρες

Α2

Τέλη Ιουλίου, η στάση στάζει ιδρώτα και απ’ τα μανίκια μας τρέχουν τα τελευταία περισσεύματα υπομονής. Περιμένουμε το λεωφορείο να μας πάει κάπου στην πόλη, που θα μπορούμε ελεύθερα να μετράμε αντίστροφα μέχρι την ημερομηνία που αναγράφεται στο μικρό ορθογώνιο εισιτήριο. Είναι γνωστό, ότι τα μπαρ της Αθήνας απ’ τα μέσα Ιουλίου και μετά, λειτουργούν ως αίθουσες αναμονής. Είναι χώροι, όπου ο καθένας αναγγέλλει προορισμούς και αν ακούσεις προσεχτικά, καταλαβαίνεις ότι όταν το κορίτσι δίπλα σου λέει τζιν, εννοεί Κυκλάδες, ενώ όταν λέει μοχίτο εννοεί Δωδεκάνησα.

Προς το παρόν όμως περιμένουμε απλά στη στάση να περάσει το Α2. Όταν τελικά φτάνει, αντικρίζω αυτούς που δε μετράνε αντίστροφα για κάποια ημερομηνία. Το μπάνιο τους δεν ισοδυναμεί με τον αριθμό μιας Πύλης στο λιμάνι του Πειραιά. Το μπάνιο τους είναι η απογευματινή διαδρομή του λεωφορείου. Α2, Ακαδημία – Βούλα (μέσω Λεωφ. Αμφιθέας). Το Α2, απόγευμα Ιουλίου, παραδίδει μαθήματα γεωγραφίας με μόλις 1€. Μπαγκλαντές, Πακιστάν, Αφγανιστάν, Αλβανία, Νιγηρία, Άγνωστο.

Ένας φίλος πριν λίγο καιρό περιέγραφε ότι κάποιο βράδυ στην Πατησίων, σταμάτησε στο φανάρι δίπλα σ’ ένα τρόλεϊ. Κοίταξε μέσα και είδε ότι ήταν γεμάτο μόνο με Αφρικανούς. Σκέφτομαι ότι αν το τρόλεϊ στην Πατησίων ήταν ένα απ’ τα παλιά κίτρινα σαράβαλα, μπορεί και να διέκρινες κάπου εκεί μέσα, εκείνο τον ωραίο Πολωνό, τον Καπισίνσκυ. Ή αν ήταν τραμ, ίσως, ανάμεσα στα λαϊκά στρώματα, σε Πακιστανούς, μαύρους και Άραβες, να ξεχώριζες τον Σελίν, να παρατηρεί αηδιασμένος και αιωνίως φευγάτος. Όλα αυτά βέβαια, αν ο χρόνος δεν έπαιζε κάποιο ρόλο, αφού σήμερα οι συγγραφείς δε συχνάζουν στα ίδια μέρη με τους περιθωριακούς. Τώρα, παρουσιάζουν τα βιβλία τους στα κεντρικά βιβλιοπωλεία, συνοδεία γαλλικού καφέ και καταξιωμένων παραγόντων της πολιτιστικής ζωής. Με ή χωρίς ωραίους συγγραφείς όμως, οι μετανάστες γεμίζουν τα τρόλεϊ και τον ηλεκτρικό. Οι αυτόχθονες (ή όσοι τουλάχιστον θεωρούν εαυτούς τέτοιους) βολεύονται με ταξί, μετρό και τα γιωταχί τους. Η Γώγου γράφει πια γι’ αυτούς, που δυσκολεύονται να ξεχωρίσουν τις λέξεις της.

«Πάνω – κάτω. Πάνω – κάτω η Πατησίων.

Η ζωή μας είναι η Πατησίων»

Στο Α2, οι μετανάστες που κολυμπάνε στη Βούλα, τον Άλιμο και τη Βουλιαγμένη μισοκοιμούνται στις θέσεις. Κουρασμένοι απ’ τον ήλιο και την αλμύρα μετράνε αντίστροφα μόνο μέχρι το επόμενο μεσημέρι. Τους παρατηρώ. Μια γυναίκα με δύο παιδιά. Ζαΐρ ή Νιγηρία, σκέφτομαι. Κοτσιδάκια και περίεργα πιασμένα μαλλιά. Μπροστά τους κοιμάται κάποιος, προφανώς προερχόμενος απ’ τα ανατολικά, φορώντας μπλούζα Acropolis και καφέ σαγιονάρα οικοδομής. Δυο Αλβανάκια μιλάνε κάπως πιο δυνατά στη γαλαρία. Ασημένιες αλυσίδες και κουρέματα με τσουλούφια. Δύο ξανθοί άντρες, με έντονη θηλυπρέπεια, ντυμένοι εξεζητημένα, αν όχι αλλόκοτα, ανταλλάσσουν ψιθύρους. Οι μετανάστες του 2010 ντύνονται χωριάτες του 1960 ή επαρχιώτες του 1990. Αλλάζουν δυο και τρία λεωφορεία για να φτάσουν στις παραλίες της Αττικής. Κοιμούνται σε ημιυπόγεια στην Κυψέλη και στα ξενοδοχεία του Γιώργου Ιωάννου στα πέριξ της Ομόνοιας και την Αγ. Κωνσταντίνου. Άγνωστοι μεταξύ αγνώστων, ψωνίζουν σε αυτοσχέδια παντοπωλεία στις κάθετες της Αριστοτέλους και στα κινέζικα του Μεταξουργείου. Η Συνοικία το Όνειρο, το 2010, μιλάει περίεργες γλώσσες και μυρίζει άγνωστα μπαχάρια. Σε ένα απότομο φρενάρισμα, το κεφάλι του κοιμισμένου ακουμπάει με δύναμη στο παράθυρο. Ξυπνάει χαμογελώντας. Χαζεύει λίγο το τσίρκο της Συγγρού που τρέχει ακούραστο νύχτα μέρα. Οι τραβεστί περιμένουν μέσα σε παρκαρισμένα τζιπ, καλλιτέχνες με τροπικό μαύρισμα ποζάρουν στις αφίσες των σκυλάδικων, φωτεινές ταμπέλες υπόσχονται μπλε νέον sex, δεκάδες ενοικιάζεται σε τεράστια πανό γεμίζουν τους ορόφους. Ύστερα αποκοιμιέται ξανά, ευτυχισμένος, με το αλάτι να βαραίνει τα μάτια.

Λίγα χρόνια πριν, στο στρατό, πέρασα για ένα διάστημα απ’ το δεύτερο γραφείο. Μέσα στα καθήκοντά μας ήταν να συνεννοούμαστε με το λιμενικό για τους λαθρομετανάστες που έφταναν απ’ την Τουρκία μέσα σε βάρκες, καΐκια και φουσκωτά. Καταγράφαμε σε χαρτιά τους αριθμούς και τις εθνικότητες που πιάστηκαν τη νύχτα. Θυμάμαι κόλλες χαρτί γεμάτες με «Αφγανοί 15» και «Πακιστανοί 22» και «Μπαγκλαντές 4» (αυτό άκλιτο). Που και που δεν καταλάβαιναν την εθνικότητα κάποιου θαλασσοδαρμένου και γράφαμε «Άγνωστοι 2». Άλλες φορές, όταν ζορίζονταν με τον προσδιορισμό, τους έβγαζαν όλους Αφγανούς. Δε βαριέσαι, όλοι αυτοί μοιάζουν, θα πρέπει να σκέφτονταν.

Έτυχε ένα μεσημέρι να βρεθώ εκεί που τους κρατούσαν. Ένα μικρό δωματιάκι με κάτι στρώματα πεταμένα στο πάτωμα. Πέρασα μπροστά απ’ τη μισάνοιχτη πόρτα και τους είδα για λίγα δευτερόλεπτα. Ήταν εφτά – οχτώ άτομα, ο ένας πάνω στον άλλο. Μακριά παντελόνια, βρώμικα καρό πουκάμισα, σκούρα μαλλιά και χωρίστρες στο πλάι. Με κοίταξαν ταυτόχρονα. Με είδαν με τη στολή, ποιός ξέρει τι περίμεναν. Τα μάτια τους έμοιαζαν μικρά, σωστές κουμπότρυπες, λες και χάνονταν μες στο κεφάλι. Τα βλέμματα τους ήταν ολόιδια. «Αφγανοί» είπε κάποιος πίσω μου. Θα τους κατάλαβε απ’ την απελπισία που κρεμόταν απ’ τις μικρές μαύρες κόρες.

Μερικές μέρες μετά, σε κάποια θρησκευτική γιορτή, μου έλαχε να κουβαλήσω μια εικόνα, μαζί με άλλους τρεις φαντάρους, στους δρόμους του λιμανιού. Την κρατούσαμε σαν επιτάφιο, στους ώμους. Θυμάμαι το πλήθος των ντόπιων να σταυροκοπιέται καθώς περνούσαμε. Άνθρωποι που νοικιάζουν δωμάτια ή πουλάνε καφέδες, σουβλάκια, σουβενίρ, μπλουζάκια και αλκοόλ στους δυτικούς τουρίστες που ξερνούν τα ξημερώματα στις γωνίες, λίγα μέτρα απ’ τη σκοπιά. Τους θυμάμαι να σταυροκοπιούνται στη θέα της εικόνας. Ίδρωνα, Ιούλιο μήνα μέσα στη στολή και σκεφτόμουν τις μικρές μαύρες κόρες των απελπισμένων. Ίδρωνα και κοιτούσα τις γριές έξω από μαγαζιά με τα εποχιακά είδη και τις ομπρέλες θαλάσσης να σπεύδουν να δουν την εικόνα. Νόμιζα πως θα βουλιάζαμε μαζί, θρησκευόμενοι ντόπιοι και σιχτιρίζοντες φαντάροι, μέσα σε αυτό το πηγάδι που είχανε για μάτια οι Αφγανοί. Νόμιζα πως αξίζαμε να βουλιάξουμε μαζί, μια για πάντα, μέσα σ’ αυτή την άβυσσο. Κάποτε, την αυτοκριτική μου, διέκοψε ο Ταξίαρχος. Στητός και περήφανος, σχολίασε κάτι για τον τρόπο που περιφέραμε την εικόνα – επιτάφιο. Ήθελα να του πω, κι εσύ στο πηγάδι κύριε Ταξίαρχε. Βαθιά, πολύ βαθιά, στον πάτο.

Μέσα Αυγούστου, διαβάζω ένα κείμενο της Μ. Τζιαντζή με τίτλο «έγκλημα κάτω απ’ την Ακρόπολη» (Πριν 17/8/10- http://blo.gr/2ei). Το παιδί, Αφγανάκι κι αυτό, γυρνάει αιμόφυρτο, με τα ρούχα του σκισμένα. Τα κλάματά του ξυπνάνε τους άστεγους και λαθραίους γονείς. Μέσα Αυγούστου, βλέπω σε κάποια εφημερίδα μια φωτογραφία απ’ τον Έβρο. Μια πινακίδα που γράφει «Νεκροταφείο λαθρομεταναστών». Από πίσω ένα χωράφι και ο ομαδικός τάφος. Στις σωρούς με τα χώματα μοιάζει ασυναίσθητα να ψάχνω τα δύο κορίτσια με τα κοτσιδάκια, τον μισοκοιμισμένο Πακιστανό ή τους άντρες που στριμώχνονταν στο μικρό δωματιάκι. Όμως στην πραγματικότητα, δεν θα μάθω ποτέ, ποιοί είναι αυτοί πίσω απ’ την πινακίδα. Δε θα συλλαβίσει κανείς το όνομά τους. Όπως και στο στρατό, θα παραμείνουν σκέτα νούμερα δίπλα σε εικασίες σχετικά με την καταγωγή τους.

Τέλη Αυγούστου, σε κάποιο ραδιόφωνο, ο υφυπουργός Προστασίας του Πολίτη αναλύει το σχέδιο του για το ιστορικό κέντρο. Θέλω να ξεράσω πάνω στο νηφάλιο ύφος του υφυπουργού, καθώς γεμίζει το μικρόφωνο με ωραία λογάκια για το μεταναστευτικό και την κατάσταση του κέντρου της Αθήνας το 2011.

Σκέφτομαι, ότι οι σημερινοί φαντάροι, αντί για εικόνα, θα έπρεπε να κουβαλάνε την πινακίδα. Σαν επιτάφιο στους ώμους, «Νεκροταφείο λαθρομεταναστών». Αλλιώς, ας μην κουβαλάνε τίποτα. Αλλιώς, ας τραγουδάνε για την Κυψέλη, ας λένε ζεϊμπέκικα για την Πέτρου Ράλλη. Αλλιώς, ας πορεύονται σιωπηλοί. Ας ακούγεται μόνο η Γώγου, που ανεξαρτήτως μήνα ή εποχής, εξακολουθεί να γράφει γι’ αυτούς που δε θα τη διαβάσουν ποτέ.

«Έχει το χρώμα των Πακιστανών η μοναξιά

Και μετριέται πιάτο – πιάτο

μαζί με τα κομμάτια τους

στον πάτο του φωταγωγού»

Οχτώ και μισή, μέσα Ιουλίου, το Α2, κάνει τέρμα στην Ακαδημία. Τα δύο κοριτσάκια και η γυναίκα απ’ τη Νιγηρία ή το Ζαΐρ στήνονται σε μια άλλη στάση να περιμένουν κάποιο επόμενο λεωφορείο. Απ’ την γυαλιστερή τσάντα που κουβαλάει η γυναίκα, ξεπροβάλλει, καθώς περπατάει, ένα ροζ μπρατσάκι. Το κορίτσι με τα κοτσιδάκια το χώνει ξανά μέσα, μην πέσει. Το κορίτσι με το ροζ μπρατσάκι, σε λίγα χρόνια, γαζέλα σε στίβους και πασαρέλες ή ετοιμόρροπο εμπόρευμα σε κάποια γωνία της Ευριπίδου. Το κορίτσι με το ροζ μπρατσάκι, σε λίγα χρόνια, το απαραίτητο διαφορετικό συστατικό για κάποιο τηλεοπτικό reality ή ένας σωρός χώμα σε κάποιο χωράφι κάπου στον Έβρο. Χωρίς όνομα ή τόπο. «Αφγανή» λέει κάποιος πίσω μου. Τί κι αν είναι μαύρη; Όλοι αυτοί μοιάζουν. Όλοι ξένοι είναι.

υγ. ποστ παρασκευασμένο για το διαδικτυακόν Εκβάτανα

22 Σχόλια

Filed under εκβάτανα, ζεστές μέρες

να απαντούσες, για όλους

Στο “the year of living dangerously” Ο Billy Kwon περπατάει στη Τζακάρτα ανάμεσα σε πεινασμένους και άστεγους. Ξεναγεί ένα νεαρό δημοσιογράφο στην εξαθλίωση, στους ανθρώπους που ζουν στο δρόμο, στη μιζέρια. Ταυτόχρονα αφηγείται μια ιστορία για τον Τολστόι. Ο συγγραφέας γυρνώντας στους δρόμους της Μόσχας, έρχεται αντιμέτωπος με την ατελείωτη φτώχια. Ένα βράδυ αποφασίζει ότι δεν μπορεί να κάνει πλέον αλλιώς, παρά να μοιράσει όλη του την περιουσία στους απόκληρους. Μετά από λίγο καιρό όμως, αντιλαμβάνεται ότι ακόμη και μια τέτοιου είδους θυσία, δεν αλλάζει τίποτα. Ο Τολστόι καταλήγει στην ίδια ερώτηση, η οποία βασανίζει τον αλλόκοτο δευτεραγωνιστή σε όλη τη διάρκεια της ταινίας, “what then must we do?”.

Ο Kwon εξηγεί: «να προσπαθείς απλά να προσφέρεις στη δυστυχία που βρίσκεται μπροστά στα μάτια σου». Άλλωστε αυτό κάνει ο ίδιος προσφέροντας ό,τι μπορεί σε μια γυναίκα και το μικρό άρρωστο παιδί της. «Ό,τι και όπως μπορείς», λέει. Λίγο αργότερα, όταν φτάνουμε στο τέλος της ταινίας το παιδί έχει πεθάνει και ο Kwon έχει αυτοκτονήσει, πέφτοντας απ’ το παράθυρο του ξενοδοχείου και κρατώντας ένα πανό με ένα μήνυμα εναντίον του δικτάτορα της Ινδονησίας. Αξίζει να σημειώσουμε ότι ο δικτάτορας που εκείνη την ώρα περνάει με τη λιμουζίνα του απ’ το σημείο, δεν προλαβαίνει να δει ούτε την πτώση του Kwon ούτε το μήνυμα. Η θυσία του Τολστόι, η θυσία του Kwon μοιάζουν εντελώς αδύναμες, άχρηστες και ανίκανες να αλλάξουν το οτιδήποτε, εκτός βέβαια απ’ το προσωπικό τους σύμπαν. Το προσωπικό σύμπαν τελειώνει ή συνταράσσεται, αλλά ο υπόλοιπος κόσμος δεν νιώθει την παραμικρή ταλάντωση. Συνεχίζει ακάθεκτος να πεθαίνει απ’ τη δίψα, την πείνα, τις σφαίρες και τις πολιτικές αποφάσεις.

Όταν τελειώνει η κατά τ’ άλλα μέτρια ταινία μένει στο στόμα μια πικρή γεύση που ανακυκλώνει τις λέξεις του Τολστόι. “What then must we do?”

***

Ξαναβλέποντας το «σύνδρομο Μπάαντερ Μάινχοφ» πέφτω πάνω σ’ ένα διάλογο: Η Μάινχοφ ρωτάει «πώς θα το κάνουμε;». Ο Μπ., εκνευρισμένος, απαντάει: «Αμάν πια με τον θεωρητικό αυνανισμό σου. Απλά θα το κάνουμε». Ας αφήσουμε τις βόμβες, τα αίματα και τα υπόλοιπα άθλια θεάματα στην άκρη και ας τοποθετήσουμε ένα σωρό σημασίες στο το της ερώτησης.

Κάποιο βράδυ βλέπουμε μια ωραία γυναίκα στην άκρη της μπάρας, πίνει μόνη της και κοιτάζει στο χάος, που, ως γνωστόν, απλώνεται πάντα κάπου πίσω απ’ το κεφάλι του μπάρμαν και τις μισογεμάτες μποτίλιες. Η απόσταση μεταξύ αυτής και του εαυτού μας, εκφυλίζεται γιατί μετατρέπεται σε θέμα συζήτησης και ανάλυσης. Ποιό είναι το σχόλιο, ταυτόχρονα έξυπνο, αστείο, αρκετά βαθύ και αρκούντως ελαφρύ, που θα της εξαπολύσεις; Το ερώτημα λοιπόν είναι, πώς θα την πλησιάσεις; Λάθος.

Η απόσταση μεταξύ αυτής και του εαυτού πρέπει απλώς να διανυθεί. Θα συγκρουστείς με φόρα και τρυφερότητα με το κατασκευασμένο κενό που σας χωρίζει. Απλά θα της μιλήσεις.

Τα ίδια περίπου μπορείς να πεις για τα όσα συμβαίνουν στις εργασιακές σχέσεις και ένα σωρό άλλα ζητήματα καθαρά πολιτικά, χωρίς απαραίτητα τα θέματα αυτά να αποβαίνουν σημαντικότερα απ’ τη γυναίκα που κάθεται στην άκρη του μπαρ.

***

Εξυπνάδες, θα μου πεις. Υπεραπλουστεύσεις. Γράφει κάπου ο Μέηλερ: «την επανάσταση πρώτα την κάνεις και έπειτα διδάσκεσαι απ’ αυτή».

***

Γίνομαι δύστροπος. Αγωνιούμε, ψηφίζουμε, διαμαρτυρόμαστε, σχολιάζουμε, κάνουμε ζάπινγκ. Συζητάμε για την κατάσταση στη χώρα. Ποιό είναι το άγχος μας; Να περιθάλψουμε την υπαρξιακή μας ανησυχία; Να περισώσουμε την καταναλωτική καθημερινότητα; Να γυρίσουν τα πράγματα εκεί που ήταν το 2000; Να παίρνουμε δάνεια πάλι χωρίς κόπο;

Γίνομαι ιδιαίτερα δύστροπος. Έχω ένα σπίτι, δύο λογαριασμούς σε τράπεζες και περιφέρω την ιδρωμένη και εύθραυστη ευτυχία μου, λέγοντας όχι στους σπαστικούς Πακιστανούς στα φανάρια.

Γίνομαι πολύ μίζερος. Μένω μέσα απόψε, ζορίζεται το εισόδημά μου. Δε θα βγω για σινεμά, ποτό, φαγητό, να μοιραστώ το οικοδομικό τετράγωνο με τους άστεγους της Καρύτση.

(Κι αν η φτήνια μου είναι τέτοια, που μια γυναίκα στην άκρη της μπάρας, ισοδυναμεί με περίπου μισή ντουζίνα πρεζάκια που παραπατάει στην άκρη του δρόμου, θα μπορούσα να πω, όχι χωρίς μια δόση εξυπνακισμού, ότι το ζήτημα των ναρκωτικών λύνεται πολύ εύκολα. Τουλάχιστον πιο εύκολα απ’ ότι το πρόβλημα με τα μαύρα μαλλιά και τα μακριά δάχτυλα.)

Ξαναλέω κι εγώ λοιπόν, κάτοικος, ντόπιος, τουρίστας και μόνιμα περαστικός απ’ τη Τζακάρτα. «What then must we do?»

***

Με λίγα λόγια έπειτα από κάτι βόλτες, σε μερικές συνοικίες της πόλης, αναρωτιέμαι τί είναι αυτό που θέλουμε να σώσουμε, ή μάλλον αν το σχέδιο σωτηρίας περιλαμβάνει τον πληθυσμό που ανήκει μόνο σε συγκεκριμένες κατηγορίες. Το ξέρω δεν λέω τίποτα καινούριο ή πρωτότυπο. Απλά είναι που κάθε τόσο, έρχεται απ’ την Πατησίων ο Γκόρπας κι όλο τον ακούω με τη βραχνή φωνή του να φωνάζει μες στο κεφάλι μου

«(..) παχύ φύσημα των ευκαλύπτων που έρχεσαι κι εσύ σαν μάνα σαν πατέρας σαν ζωή σαν θάνατος και μου λες τότε και τώρα:

Αγάπη για όλους ή για κανέναν

χασίσι για όλους ή για κανέναν

ο παραμυθατζής για όλους ή για κανέναν(..)»

***

Υγ. Το publish πατήθηκε, αν όχι για κάποιο άλλο λόγο, επειδή στο αμάξι ο Burke μου είπε :

«None of us are free.
None of us are free, one of us are chained.»

13 Σχόλια

Filed under υπερβολές, διάφορα, ζεστές μέρες

το μεσημέρι καίει το μετωπό σου

« Δε θα πήγαινα ποτέ στην Ελλάδα αν δεν ήταν αυτό το κορίτσι, η Μπέτυ Ράιαν (…)».

Η πρώτη φράση του Μίλερ στον «Κολοσσό του Μαρουσιού» έχει να μας πει πολλά, ίσως περισσότερα από τις υπόλοιπες 224 σελίδες, στις οποίες παρακολουθούμε την απίθανη προσπάθεια του συγγραφέα να μιλήσει για το φως που πέφτει τα μεσημέρια στην Επίδαυρο, τις Μυκήνες, την Κέρκυρα ή την Ύδρα. Με άλλα λόγια, αν θέλουμε να φλυαρήσουμε σχετικά με τα μεσημέρια του καλοκαιριού, αντί να παρακολουθούμε τις λεκτικές ακροβασίες του κεραυνοβολημένου Μίλερ, που μιλάει για φωτοβόλο ταξίδι, αιθέριο φως και βάπτισμα στο φως, θα αρκούσε ίσως να διαβάσουμε συλλαβιστά το όνομα Μπέτυ Ράιαν.

Κάθε χρόνο λίγο μετά τις δέκα Ιουνίου συμβαίνει ξαφνικά σε όλους όσοι δεν διστάζουν να κοιτάξουν κατευθείαν προς το κέντρο του ήλιου. Αυτό που συμβαίνει δεν μπορεί να περιγραφεί με σαφήνεια κι ούτε έχει όνομα. Ας πούμε ότι έχει στενή σχέση με την ξαφνική μανία για παγωτό καϊμάκι στις 4 και τέταρτο ακριβώς ή με την αίσθηση της πατούσας στο σημείο της αμμουδιάς που το κύμα αρχίζει να επιστρέφει. Ο Μίλερ παραπονιέται ότι, όταν μιλάει για την Ελλάδα, ο Λώρενς Ντάρελ συγχέει το όνειρο με την πραγματικότητα και το μυθολογικό με το ιστορικό. Αν ήμαστε απ’ αυτούς που νιώθουν άνετα μόνο εντός της ασφάλειας των ορισμών, θα είχαμε βρει στις παραπάνω λέξεις μια πρώτης τάξεως περιγραφή. Τα καλοκαιρινά μεσημέρια είναι ο τόπος που η πραγματικότητα εισβάλει, με φόρα μερικών χιλιάδων χιλιομέτρων, στο όνειρο.

Περπατάς στην Πανεπιστημίου και ρίχνεις γρήγορες ματιές στα κορίτσια που κάνουν διάλειμμα τρώγοντας σάντουιτς μπροστά στις βιτρίνες του Άττικα. Ξεθεωμένες πωλήτριες, άθλια βαμμένα κορίτσια που ψεκάζουν τους πελάτες με μια ντουζίνα αρώματα, περιπτεράδες και επιβάτες του αργοπορημένου και χωρίς κλιματισμό μετρό. Παρ’ όλη την αξιοθρήνητη αυτή κατάσταση, υπολογίζεται ότι κατά τη διάρκεια του τρίωρου 2 με 5 ανταλλάσσονται καθημερινά περίπου 15 ραβασάκια με τηλέφωνα και γλυκόλογα.

Στα στενά της πόλης, τα δάχτυλα που αργοπεθαίνουν πάνω σε ταμειακές μηχανές στέκονται για τρία λεπτά δίπλα στην πόρτα κρατώντας ένα ακόμη τσιγάρο. Παρ’ όλο που οι τσάντες είναι πολύ βαριές και τα πορτοφόλια πολύ ελαφριά, οι πελάτες εξακολουθούν να νιώθουν εκείνη τη γνωστή αμηχανία κάθε φορά που χαμογελούν διστακτικά στο κορίτσι με την άκομψη κίτρινη στολή του σούπερ μάρκετ. Τα κορίτσια ανταποδίδουν, ενώ αν είσαι τυχερός ίσως να πετύχεις ένα απ’ τα χιλιάδες κλεφτά φιλιά που χαρίζονται στη μέση μιας αργοκίνητης ουράς.

Στα λεωφορεία γάμπες και μάτια επιμένουν να συναντιούνται μερικές δεκάδες φορές κάθε δευτερόλεπτο. Η δυσοσμία και το φανάρι που αρνείται πεισματικά ν’ ανάψει δημιουργεί έναν ανεκδιήγητο εκνευρισμό. Μοναδικό αντίδοτο προσφέρει ο ηλεκτρικός, αφού, παρά την ταλαιπωρία απ’ τα αιωνίως εκτελούμενα έργα του, λέγεται ότι στην τελευταία στάση του κρύβει την αληθινή ωραία Πύλη, αυτή δηλαδή που οδηγεί στην Πάτμο, την Αμοργό και καμιά φορά την Αστυπάλαια.

Στις πλατείες το τσιμέντο διπλασιάζει αυτό που μετριέται σε Κελσίου, ενώ τα σιντριβάνια που έφτιαξαν οι δήμαρχοι παραμένουν πιο βρώμικα απ’ τους ίδιους τους τοπικούς άρχοντες. Περνώντας δίπλα τους, αναπολείς την παγωμένη λεμονάδα που έφτιαχνε η θεία μιας φίλης της πρώην κοπέλας σου. Η λεμονάδα μού θυμίζει το λευκό βότσαλο που μάζεψα ένα μεσημέρι στον Μύρτο ή στη γριά βάθρα στη Σαμοθράκη και δε θυμάμαι πού ακριβώς το έχω φυλάξει. Κοντοστέκομαι. Κοιτάζω καλύτερα μέσα στο άθλιο σιντριβάνι. Με μία απότομη και αποφασιστική κίνηση, βάζω το χέρι μέσα στο γκρι νερό και ξαναβρίσκω εκείνο το ίδιο βότσαλο. Καθαρό, ολόκληρο, καινούριο.

Βέβαια, όλα αυτά που προσπαθώ να σου πω ότι συμβαίνουν μεταξύ δύο και πέντε το μεσημέρι, είναι δώρο που δεν σου ανήκει δικαιωματικά. Πρέπει να το κερδίσεις με την προσωπική σου στάση. Για παράδειγμα, τα μεσημέρια του Ιουλίου δεν ξεκινάνε παρά μόνο αφού ψιθυρίσεις το κατάλληλο όνομα. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, ο Ελύτης για να γράψει στο ποίημα το μαγικό μυστικό που ήξερε από μικρό παιδί, ότι δηλαδή «Κάπου ανάμεσα Τρίτη και Τετάρτη πρέπει να παράπεσε η αληθινή σου μέρα», έπρεπε πρώτα να χαιρετήσει την αιωνίως φευγάτη Μαρία Νεφέλη.

Σ’ αυτό το σημείο γίνεται λοιπόν αντιληπτό ότι, για να υπάρξει αυτός ο τόπος, πόσω μάλλον τα μεσημέρια του, χρειάζεται να ονομάσεις, ή έστω να ονειρευτείς με τα μάτια ανοιχτά, κάτι απ’ το πάθος σου. Αν ζορίζεσαι, πες έστω το μικρό της. Έτσι, σύμφωνα και με τα παραπάνω, οι συγκεκριμένες 224 σελίδες δε θα είχαν γραφτεί αν δεν υπήρχε αυτή η περίφημη Μπέτυ Ράιαν. Όπως επίσης τα μεσημέρια του καλοκαιριού δε θα σε περίμεναν ήδη λαχανιασμένα αν δεν είχες φάει εκείνο το καρπούζι κάτω απ’ το αρμυρίκι, τον Αύγουστο του 2005.

Γεια σου Μπέτυ Ράιαν. Να έπινες άραγε τζιν τόνικ;

ποστ κατασκευασμένο για το διαδικτυακόν Εκβάτανα.

22 Σχόλια

Filed under εκβάτανα, ζεστές μέρες

ύπνος

Ήταν πριν από δύο περίπου εβδομάδες. Το βράδυ με την πολύ ζέστη. Στριφογύριζα για ώρα στο κρεβάτι. Δεν ήθελα να ανοίξω ούτε a/c ούτε ανεμιστήρα. Ήταν από εκείνες τις νύχτες που δεν μπορείς να κοιμηθείς, που σου έρχονται ένα σωρό άσχετα πράγματα στο μυαλό. Ένας λογαριασμός, η κράτηση των εισιτηρίων για το πλοίο, η τάδε παραλία που μπορεί πλέον να χάλασε, θα έχει πολύ κόσμο, θα έχει αρκετό αλλά ανεκτό κόσμο, το θερμοσίφωνο είναι κλειστό;, κλείδωσα;, ξέχασα το βιβλίο στο σπίτι της, δεν κοίταξα αυτό που έψαχνα στο δίκτυο, η δημόσια υπηρεσία ζητάει το τάδε χαρτί. Κι όλα αυτά ανακατεμένα έρχονται και χτυπάνε στο μαξιλάρι με ρυθμούς πολυβόλου. Ασυνάρτητες ανησυχίες, μικροεντάσεις, αγγαρείες, προσδοκίες, μια ατάκα. Στριφογυρίζω ακόμη.

Κάπου εκεί εντελώς ύπουλα και αιφνιδιαστικά έρχεται η στιγμή που όλα σταματάνε απότομα και ο εγκέφαλος συντονίζεται με ξεκάθαρο και απόλυτο τρόπο σε ένα και μόνο σημείο. Θυμάμαι ξαφνικά ένα sms. Επί 4 χρόνια το έχω απωθήσει, έχω ξεχάσει την ύπαρξή του, πόσο μάλλον το περιεχόμενό του. Όταν λέω την ιστορία σε φίλους, όταν την περιγράφω, το sms αυτό μένει απ’ έξω, δεν χωράει στην αφήγηση. Επί χρόνια το μήνυμα παράπεσε κάπου, πίσω απ’ το γραφείο, στο βάθος κάποιου συρταριού και έμεινε εκεί. Τώρα όμως επανήλθε. Τριπλό μήνυμα κόλαφος και μάλιστα στ’ αγγλικά. Εντελώς μεθυσμένο και εντελώς άστοχο. Τώρα οι λέξεις του, μία μία επιστρέφουν, με κυνηγούν, με βομβαρδίζουν. Η αυτοκριτική δεν είναι αρκετή, το έλα μωρέ περασμένα ξεχασμένα δεν βοηθάει καθόλου. Τρόμος τα ξημερώματα.

Οι λέξεις στ’ αγγλικά με κυκλώνουν μέσα στο δωμάτιο. Σηκώνουν το δάχτυλο, με δείχνουν απειλητικά, φωνάζουν είσαι μαλάκας. Ένοχος λέω, μπας και τελειώσουμε μια ώρα αρχύτερα.

Όχι όμως, οι λέξεις ανασταίνουν σιγά σιγά το βλέμμα που διαβάζει το μήνυμα, την μπλε οθόνη που αντανακλά το μήνυμα, τα δάχτυλα που πατάνε –προφανώς- διαγραφή. Ακόμη χειρότερα. Αν το κράτησε; Αν το αποθήκευσε και το κοιτάζει κάθε τρεις και λίγο, μια φορά το μήνα ας πούμε, και γελάει ή βρίζει και σιχτιρίζει. Αν το βλέπει μαζί με κάποιον άλλο και αυτός της λέει με συγκρατημένη αποδοκιμασία και ασφαλώς σε κάποια περίεργη γλώσσα το αντίστοιχο «μα τι μαλάκας». Αν το κράτησε; Αν το κοίταζε μετά από λίγες μέρες στο καράβι της επιστροφής. Αν το κατάστρωμα γέμιζε απ’ την αθλιότητά μου.  Αν πια ήμουν αυτό το μήνυμα και τίποτα άλλο. Αν πια είχα καταφέρει να συρρικνωθώ σε αυτές τις αγγλικές λέξεις, σε αυτό τον τραγικό συλλογισμό.

Το δωμάτιο γκρεμίζεται πάνω μου. Είναι γεγονός, πως αυτό που είμαι, είναι ένα μεθυσμένο sms πριν από τέσσερα χρόνια. Τι σημασία έχει πως σε βλέπουν, πώς σε χαρακτηρίζουν οι φίλοι, οι αγαπημένοι; Είσαι αυτό που βλέπει αυτή που θέλησες κάποτε.

Είμαι άυπνος και στριφογυρίζω. Οι ίδιες μου οι λέξεις με δικάζουν. Θα με βρουν κρεμασμένο με το σεντόνι γύρω απ’ το λαιμό. Οι λέξεις από κάτω θα καμαρώνουν ικανοποιημένες.

Είμαι άυπνος και έχουν περάσει ένα εκατομμύρια χρόνια. Μπορεί απλά να το έσβησε. Μπορεί το μήνυμα να μην έφτασε ποτέ. Μπορεί να μην το διάβασε ποτέ. Κι αυτή μεθυσμένη ήταν. Έτσι έγινε, δεν πρέπει να το διάβασε ποτέ. Δεν το διάβασε. Δεν το έγραψα, δεν το έστειλα. Το μήνυμα δεν υπήρξε. Η ιστορία είναι απλά μια ιστορία για μια όμορφη γυναίκα. Για μια γυναίκα που έφυγε γιατί δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Ως εκεί.

19 Σχόλια

Filed under ζεστές μέρες

καϊμάκι

Κοιτάζω τις πατούσες μου μέσα στο νερό. Κρύο ρεύμα στο ύψος του καλαμιού. Ακολουθεί κωλοτούμπα άσχημα εκτελεσμένη. Νερό στη μύτη. Δύο γυναίκες δίπλα μου κολυμπάνε αργά. Μακροβούτι μέχρι να κοπεί η ανάσα. Διαγωνίως αριστερά, στο βάθος ο ναός του Ποσειδώνα. Ηρεμία.

Για λίγο όμως. Οι γυναίκες μιλάνε για μισθούς. Δίπλα μου, μέσα στα θάλασσα εκεί που δεν πατώνεις, εκεί που η παραλία μοιάζει να γεμίζει από μικροσκοπικά ανθρωπάκια και ομπρελίνα, μιλάνε για μισθούς.  Χρήματα, δόσεις, ένας μισθός λιγότερος. Άδεια από Σεπτέμβρη. Η μία θα παντρευτεί τέλη του καλοκαιριού. Η τούρτα τόσο. Αν την πάρεις από τον άλλο όμως, μείον τόσο. Τα λουλούδια τόσο. Μετά στο ξενοδοχείο το κάθε κεφάλι τόσο. Αριθμοί με περικυκλώνουν και μου κάνουν πατητή. Θα με πνίξουν.

Απομακρύνομαι με κάτι ανάμεσα σε ελεύθερο, πεταλούδα και σύρσιμο. Κολυμπάω με κατεύθυνση λοξώς αριστερά. Προς το ναό του Ποσειδώνα. Κοιτάζω τις πατούσες μου. Ένα ψάρι περνάει ξώφαλτσα. 

Πάνω στην πετσέτα η εφημερίδα. Ο ένας αγχώνεται μετά τον άλλο, δόσεις, υπόλοιπα, λογαριασμοί, συντομογραφίες και αρκτικόλεξα θα μας πούνε για τη ζωή μας. Μη στέκεσαι, βούτα ξανά. Η θάλασσα έχει τη γεύση ουράς σε τράπεζα.

Pause.

Θέλω να πιω ούζο με τη λαχτάρα που το έπινα κάποτε. Να γεμίζω το ποτήρι και να νομίζω πως όλα αρχίζουν εδώ και τώρα. Θέλω, όπως κάποτε, να λέω ότι μια όμορφη γυναίκα είναι αρκετή. Για την ακρίβεια είναι παραπάνω από αρκετή. Μια όμορφη γυναίκα στα χέρια σου είναι τόσο πολύ που δεν μπορείς να το αντέξεις. Κάποτε. Τώρα οι φωνές λένε να είσαι νηφάλιος, λογικός. Να αντέχεις. Να ξεπερνάς. Κάποτε δεν μπορούσες να ξεπεράσεις μια όμορφη γυναίκα. Ήταν αδύνατο. Γιατί όλοι τότε ήξεραν (και εδώ που τα λέμε ξέρουν ακόμη) πως η αλήθεια δεν είναι η εφημερίδα πάνω στην πετσέτα. Η αλήθεια είναι τα πρώτα ξυπόλυτα πόδια τον Ιούνιο. Τα δάχτυλά της που γεμίζουν άμμο την ψάθα σου. Η γραμμή του ήλιου που τέμνει τις κοιλιές σας, πάλι λάθος έβαλες την ομπρέλα. Κάποτε κοίταζες με θρησκευτική ευλάβεια μια σταγόνα στον αφαλό. Τώρα τ’ αντέχουμε όλα. Τα ξεπερνάμε σαν αγωνιστικό αυτοκίνητο.

Θέλω μια γιορτή ανόθευτη. Ξυπόλυτα πόδια και παγωτά. Μια χαρά που να μην μπορεί να την τσακίσει ένα μονόστηλο. Πού πήγαν οι άνθρωποι που δεν άντεχαν τις τόσο όμορφες γυναίκες; Που κατέρρεαν νύχτα Ιουλίου για ένα σφηνάκι. Που γέμιζαν το ποτήρι με ούζο και ένας θεός ξέρει τί θα έβρισκαν πάλι στον πάτο του. Είναι αδύνατον να αντέχεις τις όμορφες γυναίκες που περπατάνε νωχελικά με την πλάτη έξω σε κάτι άγνωστα στενά στο κέντρο της πόλης. Είναι αδύνατον να ξεπερνάς τις γυναίκες που γυρνάνε απ’ την παραλία μποτιλιαρισμένες κι είναι τα μαλλιά άγρια απ’ το αλάτι και την άμμο. Να μην τις ξεπερνάς.

Play.

Το επόμενο πρωί, Δευτέρα δύσκολη, ασήκωτη. Κίνηση, ζέστη, βενζίνη ακριβή, πολύ ακριβή, πολύ λίγη. Κάποιος στην αττική οδό προσπαθεί να πάει ταυτόχρονα όσο πιο αργά και όσο πιο αριστερά γίνεται. Στο κτίριο που φτάνω έχουν αποφασίσει ότι δεν είναι η κατάλληλη μέρα για a/c. Θα είναι οικολόγοι. Ιδρώνω, παραγέμισα την τσάντα, είναι βαριά. Δεν βρίσκω αυτό που ψάχνω. Μια υπάλληλος λέει περίμενε δυο λεπτάκια. Ένας παππούς με ρωτάει τί είναι οι αριθμοί πάνω σε αυτό το χαρτί. Του εξηγώ ξανά και ξανά. Δεν μπορεί να καταλάβει. Επιμένω.

Ξαφνικά πίσω από μία αίτηση και ένα στυλό εμφανίζεται μία απ’ αυτές τις τόσο όμορφες γυναίκες που κάποτε δεν αντέχαμε και τώρα τις ξεπερνάμε με ένα δύο απλά λογικά και συνετά σχόλια. Το a/c παραμένει κλειστό. Ζέστη, κόσμος που κάνει τη δουλειά του, περνάει από μπροστά της, της ζητάει κάτι, φεύγει. Χτυπάει τηλέφωνο, απ’ τη δουλειά. Φακ οφ. Θα το σηκώσω κάποτε, ίσως, αύριο, ίσως μια άλλη μέρα. Γράφω λάθος μια διεύθυνση. Χρειάζομαι μπλάνκο, έχω μπλάνκο, δεν περιμένω να στεγνώσει. Δεν πειράζει, ότι φαίνεται. Ζέστη. Γελάει με κάτι που της είπαν στο τηλέφωνο. Η τόσο όμορφη γυναίκα μπροστά μου γελάει. Γυναίκα σαν κι αυτές που κάποτε δεν αντέχαμε, μας παρέλυαν, μας τραβούσαν απ’ το γιακά, ομολογούσαμε μπροστά τους, ήταν η πρώτη και μόνη αιτία που άδειαζαν τα ποτήρια μας, ξενυχτούσαμε στα μπαλκόνια για χάρη τους. Τώρα τις αντέχουμε, βέβαια. Τις ξεπερνάμε με ένα εσπρεσάκι, με τις οικονομικές σελίδες ή με ένα νόστιμο φαγητό που δεν μπορούμε να προφέρουμε. Ωριμάσαμε λέμε.

Ξεπαρκάροντας, αποφεύγω ένα ασήμαντο, αλλά ψυχοφθόρο τρακάρισμα και εντάσσομαι άμεσα στο σύμπαν με τις κόρνες. Στο φανάρι η πατούσα μου πάνω στο φρένο. Γκρίνια, αργεί το μετρό, δεν έχει a/c. Κυριακή Ιουνίου, η πατούσα μου μέσα στο νερό. Δευτέρα Ιουνίου, στέκεται πίσω από μία αίτηση. Τώρα, καίει το τιμόνι και η ζώνη. Απ’ το cd, στο λίκνισμά σου, o Νικολαΐδης. The nights are made for us o καλός κύριος Hawley. Είμαι απαράδεκτος, ψάχνω να τελειώσω το ποστ με μια μεγαλοστομία, με μια ατάκα για το καλοκαίρι. Σςςςςς.

Καϊμάκι. Εδώ και τώρα.

37 Σχόλια

Filed under διάφορα, ζεστές μέρες