Category Archives: ζεστές μέρες

transportation today?

Έστριψα αριστερά, εκεί που απαγορεύεται, μα στρίβει όλη η γειτονιά, εκεί που απαγορεύεται, μα το κάνουν όλοι, εκεί που απαγορεύεται μα φέτος μόνο έχουν γίνει 6 θανατηφόρα τροχαία. Δεν γκρίνιαξα πολύ στον τροχονόμο, άδικο είχα έτσι κι αλλιώς, τί να του πω; Μου είπε, πλήρωσε την κλήση και πήγαινε στο τμήμα να δεις για το δίπλωμα. Σκεφτόμουν ότι χρειάζομαι το αυτοκίνητο για τη δουλειά.

Έξω από το διοικητή περιμένουν πέντε έξι ακόμη. Υποθέτω, αν όχι όλοι, τότε οι περισσότεροι για τροχαίες παραβιάσεις. Θέλουν να ζητήσουν πινακίδες, άδειες, διπλώματα. Θέλουν να εξηγήσουν την προσωπική τους ιστορία. Στέκονται στη σειρά έξω απ’ την κλειστή πόρτα του διοικητή. Μπροστά τους ακριβώς, ένα γραφείο χωρίς πόρτα. Μια γυναίκα με στολή γράφει στοιχεία σε έναν υπολογιστή. Ένα παιδί, κάτω από 30 τον κάνω, κάθεται δίπλα της και πότε πότε απαντάει στις ερωτήσεις της. Στο γραφείο μπαινοβγαίνει ένας (ο ίδιος που με έγραψε) αστυνομικός. Γυαλιά ray ban, λεπτό κομποσκοίνι, κουβαλάει μια μεσαίου μεγέθους τσάντα admiral. Απ’ αυτές τις αθλητικές που βλέπεις να έχουν οι ερασιτέχνες παίχτες στα 5×5. Την ακουμπάει πάνω σε ένα ράφι, γεμάτο χαρτιά. Χώνει το χέρι μέσα (δεν έχει βγάλει τα γυαλιά), ψάχνει για κανά δίλεπτο. Έχει ξεχάσει τις χειροπέδες. Πρέπει να γίνει η μεταγωγή του παιδιού που κάθεται δίπλα στην κοπέλα, αυτός που με έγραψε πρέπει να τον συνοδέψει. Φωνάζει στο παραδίπλα γκισέ, εκεί που δίνουν πινακίδες, αν έχει εκείνος χειροπέδες. Όχι λέει. Παίρνει τηλέφωνο έναν στον από κάτω όροφο. Εντωμεταξύ, ο διοικητής έχει βγει απ’ το γραφείο του, είναι στο ίδιο σημείο με αυτόν που με έγραψε, την κοπέλα που γράφει και το παιδί που περιμένει να του φορέσουν χειροπέδες, μαζί τους είναι και ένας κύριος που του πήρε γερανός το αμάξι, αλλά μέσα είχε ταυτότητα και δίπλωμα και τώρα τα θέλει. Ο διευθυντής ψάχνει σε ένα ντοσιέ κάτι χαρτιά να εξυπηρετήσει τον κύριο με την περίπτωση του γερανού. Ο κύριος του λέει κάτι. Ένας άλλος κύριος που περιμένει στην ουρά προχωράει λίγο πιο κοντά για να δει τί συμβαίνει. Τώρα όλη η ουρά (τέσσερα πέντε άτομα) συμπιέζεται στον ίδιο μικρό χώρο με τον διοικητή, το κύριο που ο γερανός του πήρε το αμάξι, την αστυνομικίνα, αυτόν που με έγραψε και το παιδί που περιμένει τις χειροπέδες του. Αυτός που με έγραψε βγαίνει στο διάδρομο να συναντήσει το συνάδελφο που του φέρνει τις δανεικές χειροπέδες. Ο άλλος απ’ το γκισέ με τις πινακίδες, του φωνάζει γελώντας «do you have a transportation today;». Ο τροχονόμος που με έγραψε περνάει ανάμεσά μας, κρατάει στο χέρι τις χειροπέδες, λέει στο παιδί να απλώσει τα χέρια, να σηκώσει τα μανίκια, του φοράει τις χειροπέδες. Η πλάτη του παιδιού ακουμπάει μια κυρία που στέκεται στην ουρά και προσπαθεί να στείλει μήνυμα στο κινητό της. Το πρόσωπό του, βρίσκεται πολύ κοντά, τον παρατηρώ. Μοιάζει βουρκωμένος, αλλά δεν είναι, και πάλι όμως έχει μια έκφραση περίεργη. Ο τροχονόμος περνάει ανάμεσά μας, πίσω του το παιδί, που είναι πια κρατούμενος.

Ξεχνάω το δίπλωμα, χέστο λεώ, έφταιγα εξάλλου. Για μερικές μέρες με λεωφορείο.

Ο τροχονόμος ανοίγει το ασανσέρ, ακολουθεί το παιδί που είναι πια κρατούμενος. Ο διοικητής μπαίνει στο γραφείο του, ο άλλος πίσω απ’ το γκισέ και η κοπέλα συνεχίζει να κοιτά μόνο την οθόνη του υπολογιστή της.

Έχω ένα μούδιασμα και ένα αόριστο θυμό. Μια αόριστη αίσθηση αηδίας με πιάνει καθώς μπαίνω στο ίδιο ασανσέρ που πριν λίγο μπήκε ο τροχονόμος και το παιδί που είναι πια κρατούμενος. Το βλέμμα του παιδιού. Όχι βουρκωμένο, αλλά σα χαμένο. Σαν να στέκεσαι, ανάμεσα σε μια ουρά που περιμένει να πάρει τις πινακίδες της, και να παρατηρείς ένα τύπο με στολή και ray ban που προσπαθεί να βρει τις χειροπέδες σου. Το βλέμμα του ήταν τρόμος ή απόγνωση.

Το υπόλοιπο πρωί περπατούσα και στους δρόμους έτρεχε διαρκώς ένα αόριστο και ακατέργαστο μίσος.

Ίσως εκείνη η παλιά βαθιά συμπάθεια προς τις αναρχικές ιδέες να μην έχει να κάνει με κάποια πολιτική ανάλυση ή με μια x ιδεολογική συγκρότηση. Ίσως να φταίει εκείνη η ακόμη πιο παλιά απέχθεια προς οτιδήποτε στερεί την ελευθερία. Ίσως ακόμη να είναι το βλέμμα του ανθρώπου που ξέρει πως θα γίνει κρατούμενος. Μια αφόρητη δυσφορία για την κατάσταση που θέλει τον άνθρωπο να στριμώχνεται σε γραφεία αναμονής και να οδηγείται έπειτα με χειροπέδες κατά μήκος ενός διαδρόμου. Κι όλα αυτά, υπό το βλέμμα κόσμου απορροφημένου από το καθημερινό μικροζόρι. Κι όλα αυτά, σα να μη συμβαίνει τίποτα. Κι όλα αυτά με γυαλιά ray ban και κομποσκοίνι και αγγλικά αστεία.

Λες και υπάρχει τίποτα χειρότερο απ’ το να περιφρονείς τον άνθρωπο που χάνει (για λίγο; για πολύ; για πάντα;) την ελευθερία του.

 «όμως τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη του αιχμάλωτου τη σκέψη του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς»

8 Σχόλια

Filed under ζεστές μέρες

σημεία διανομής και άλλα (μπαχάρ* τ.3)

Το Μπαχάρ*3 με θέμα «ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας» κυκλοφορεί σε καφέ και βιβλιοπωλεία. Πάρτε το, γεμίστε το άμμους και αθηναϊκό καύσωνα και ετοιμαστείτε για τα πιο σκληρά ζόρια.

Αναζητήστε το (update 24/07) : Στα βιβλιοπωλεία Πολιτεία, Πρωτοπορία, Εναλλακτικό Βιβλιοπωλείο, Free Thinkin Zone (κέντρο Αθήνας), Βιβλιοπωλείο Π.Μοσχονά (Αγρίνιο). Στα καφέ Σέλας, Πέντε Δρόμοι, Χάρτες, Κόκκοι Καφέ, Φλοράλ (κέντρο Αθήνας), Μπάμπουρας (Πετράλωνα), Φυσαλίδα (Αγρίνιο). Προσεχώς σε Γιάννενα, Θεσσαλονίκη, Γρεβενά, Πάτρα, Ανάφη, Τήνο, Κρήτη, Σύρο, Γαύδο, Ξάνθη, Κέρκυρα και βλέπουμε.

foto @domianos

Με τον @radio_sociale μας έχουν κολλήσει διάφορες έμμονες ιδέες. Τις γυροφέρνουμε από πέρσι το καλοκαίρι πίνοντας καυτή αγκοστούρα και περπατώντας ημιλιπόθυμοι κάτω απ’ τον ήλιο.

Ιδέες, όπως ας πούμε ότι πολιτική τοποθέτηση κρίνεται όχι απ’ το λεξιλόγιο ή την επιθετικότητα ενός συλλογισμού, αλλά απ’ τη γενικότερη στάση απέναντι σε μια σειρά από πράγματα (πχ. σχέσεις με τους συναδέλφους ή τα περίφημα αφεντικά) ή απ’ το πώς μιλάμε για τον έρωτα. Ακούγεται προφανώς ανόητο ή υπερφίαλο τον καιρό των απολύσεων ή της φτώχειας, εσύ να επικεντρώνεσαι στο ερωτικό ζήτημα. Πιθανώς και να είναι. Οπότε προς το παρόν το αφήνω στην άκρη.

Μια άλλη εμμονή είναι η ιδέα ότι στο διαδίκτυο τα διάφορα ανώνυμα και ύποπτα άβαταρς παράγουν πολύ πιο ενδιαφέροντα λόγο, απ’ αυτόν που κυκλοφορεί σε καθωσπρέπει και σοβαρά έντυπα ή βαριά από άποψης βιογραφικού τοκ σόου. Αυτά που λέγονται και ο τρόπος που εκφέρονται μοιάζουν να αποκαλύπτουν μια οπτική του σημερινού κόσμου που στις επίσημες σελίδες παραμένει υποβαθμισμένη αν όχι κρυφή. Ο τρόπος που εκφέρονται, ο τρόπος που αποτυπώνονται οι λέξεις, που μοιράζονται και διαχέονται είναι από μόνος του κάτι άλλο εξίσου ενδιαφέρον.

Τις λέξεις των άβαταρς τις εκτιμάμε ιδιαίτερα και τείνουμε να τις αποδώσουμε μια σημασία αρκετά μεγάλη. Στα κείμενα του σραόσα, της ουμίνγκ, του ολντ ή του ΚΚΜ και πάει λέγοντας, δεν χρειάζεται να τους αναφέρω όλους, προσωπικά αναγνωρίζω το αίσθημα που είχα όταν στα 16 και στα 18 μου πρωτοδιάβαζα αυτούς που ακόμη και σήμερα θεωρώ σημαντικούς γραφιάδες. Ακόμη περισσότερο το σημείο απ’ το οποίο αφηγούνται την πραγματική ζωή, είναι το σημείο που με ενδιαφέρει. Ζωή εν τω γενάσθαι που είπε και ο Ξυδάκης, με άλλη βέβαια αφορμή. Εδώ, σ’ αυτά τα κείμενα, αυτών των ανώνυμων πληκτρολογούντων, γεννιέται, περιγράφεται και τελικά συνδιαμορφώνεται μια μεγάλη αφήγηση. Η κρίση, η ζωή η ίδια, εδώ κάτω στο κέντρο της πόλης και στις παρυφές των οριακών προβλημάτων (κάποτε κ μέσα τους), έτσι γραμμένη, μοιάζει στα μάτια μου σαν μια εκδοχή της ιστορίας από τα κάτω (για να πολιτικολογήσω και λίγο). Πιθανώς υπερβάλλω, πιθανώς υπερεκτιμώ φίλους ή σχεδόν φίλους.

Το Μπαχάρ* , ως κομμάτι του blogs.radiobubble.gr , όμως, ήρθε να συναντήσει αυτήν ακριβώς την υπερβολική/αλαζονική/ακραία πεποίθηση. Κείμενα, διηγήματα, σχόλια όπως τα ονειρευτήκαμε ο RS κ ο υποφαινόμενος.

Έτσι δεν μπορούμε παρά να ευχαριστήσουμε όλους τους ωραίους αυτούς ανθρώπους που συμμετείχαν στο Μπαχάρ*, γράφοντας, φωτογραφίζοντας, σχεδιάζοντας. Τον εντελώς ύποπτο τύπο (@domianos) που το έστησε. Και βέβαια όλους όσους συμμετείχαν στο donate του radiobubble αφού με αυτά τα λεφτά τυπώθηκε.

Στο Μπαχάρ* γράφουν οι : sraosha, κ.κ.μοίρης, morgan s. bailey, silentcrossing, ou ming, gasireu, φωτιάδης, το βυτίο, mdsousou, tintooth, δημουλάς, radio_sociale, jaquou utopie, δομιανός, πορτατίφ

Φωτογραφίζουν οι: Σπ. Στάβερης, Pen Tri, Muplejane, Arcadesx, Patsiko_, M.Khalili, Urbanisms, Κ. Μασσέρας

Σχεδιάζουν οι: Τ. Αναστασιάδης, Γ. Νικολόπουλος, Odysseasgp

15 Σχόλια

Filed under ζεστές μέρες, radiobubble

χωρίς ειρμό

Το Σάββατο το βράδυ απαντάω στο τηλέφωνο ότι δεν είμαι Σύνταγμα. Δεν κατέβηκα, ήμουν στο Λαύριο και έπινα μπύρες. Αναρωτήθηκα προς στιγμή αν πρέπει να νιώθω τύψεις, αν έκανα λάθος, αν είμαι απαράδεκτος και τα ρέστα. Θα είμαι ειλικρινής. Δεν νιώθω άσχημα, το μόνο που νιώθω είναι μια παρατεταμένη δίψα. Δίψα για μπύρα.

-/1/-

«First International Bank. Crocker Bank. Bank of America. Pentecostal Savings (όχι αυτό είναι εκκλησία). Όλες συγκεντρωμένες στην καρδιά των πόλεων (..). Το χρήμα είναι ρευστό, είναι όπως η θεία χάρη, δεν είναι ποτέ δικό σας. Το να έρθετε να το ζητήσετε αποτελεί προσβολή για τη θεότητα. Την αξίζετε αυτή την εύνοια; Ποιός είστε και τι θα το κάνετε; Υποψιαζόμαστε ότι θέλετε να το χρησιμοποιήσετε αναγκαστικά με τρόπο αισχρό, ενώ το χρήμα είναι τόσο όμορφο στη ρευστή και αχρονική κατάστασή του, όπως είναι στην τράπεζα, επενδυμένο αντί να ξοδεύεται. Ντροπή σας, και φιλήστε το χέρι που σας το δίνει.»

J. Baudrillard

Κάποιος εκεί έξω έχει πάρει ένα ρόπαλο και μας χτυπάει διαρκώς στο κεφάλι. Παρόλο που, εξαιτίας ενός ωραίου καλοκαιριού συνεχίζω να αιωρούμαι ανάλαφρος πάνω από – ότι μου φαίνεται – μια υπέροχη πόλη, βλέπω ξεκάθαρα μπροστά μου την κατηφόρα. Ακροβατούμε κάθε μέρα μεταξύ του έχω δουλειά – δεν έχω δουλειά, έχω λεφτά – δεν έχω λεφτά κι όμως η σκληρότητα της ανεργίας, μου μοιάζει να μπαίνει σε δεύτερη μοίρα. Χύμα σημάδια.

Υπονοείται πλέον ανοιχτά, ότι από δω και πέρα πρέπει να κυκλοφορούμε με την ταυτότητα στο στόμα, είτε πάμε για ποτό το βράδυ, είτε περπατάμε σε μια διαδήλωση, είτε γράφουμε το μακρύ και το κοντό μας στο δίκτυο. (Να θυμηθώ να σβήσω απ’ το about το όνομά μου). Εκπομπές τιμωρούνται με πρόστιμα επειδή παρουσιάζουν πολιτικούς χρησιμοποιώντας για μουσική υπόκρουση στρατιωτικά εμβατήρια. Κάθε μέρα στον υπολογιστή μαθαίνεις για έναν μετανάστη χτυπημένο από ντόπιο χέρι. Στην πολιτισμένη δύση, δικαστήρια απαγορεύουν την βραδινή έξοδο σε έφηβους που εξεγείρονται ή κάνουν το κέφι τους (μικρή σημασία έχει ο λόγος, εν προκειμένω). Όσοι ζητάνε με μανία απολύσεις χωρίς αποζημιώσεις, στα πλαίσια πάντα της ανταγωνιστικότητας, μιλάνε με σεβασμό για τους απολυμένους του Ριζοσπάστη. Στην πολιτισμένη ημεδαπή, δικαστήρια αποφασίζουν ότι δεν επιτρέπονται οι σύλλογοι που διαφωνούν με το νατο ή την ε.ε. Προχθές πέρασα με το αμάξι μπροστά απ’ τη βουλή και είδα μια παρέα μπροστά σε μια απλωμένη ελληνική σημαία να φωτογραφίζεται. Ξέρω πως έχει πολλές ερμηνείες, ξέρω πως δεν είναι λογικό να είμαι απόλυτος, αλλά εκείνη ακριβώς τη στιγμή με ενοχλεί. Λίγες μέρες πριν, δημοσιογράφοι μιλάνε για συνταγματικό τόξο πασόκ-νδ-λαός (άντε και δημαρ, αν έχουμε κέφια).

Ξέρω πως όλοι έχουμε τον πόνο μας, τους λογαριασμούς μας, το άγχος της δουλειάς μας. Μα ότι πιάνω απ’ τα λίγα που διάβασα μες στο καλοκαίρι νομίζω πως δείχνει την κατρακύλα, την αργή μας βύθιση σ’ έναν αυταρχισμό, για τον οποίο κάποτε διαβάζαμε στα βιβλία.

-/2/-

Ο RS μου λέει ότι μετά απ’ τις φετινές διακοπές και την επιμονή στο διάβασμα (και τη συζήτηση) των βιβλίων του Βακαλόπουλου, μοιάζει να έχει γίνει ένα κλικ στο κεφάλι του. Μιλάει και για μένα.

Πίνω λες και είμαι σε διακοπές, κοιμάμαι λίγο και τραγουδάω περιμένοντας στα φανάρια. Ακούω εναλλάξ λαϊκά και ηλεκτρικές κιθάρες. Στη δουλειά αφαιρέθηκα σκεπτόμενος ότι είναι κρίμα που δεν πρόλαβα να δω από κοντά τον τρόπο που ο Στράτος Διονυσίου κράταγε το μικρόφωνο. Ύστερα το δυσθεώρητο νούμερο που μου έστειλε η ΔΕΗ (με την επισήμανση περί έγκαιρης πληρωμής), διακόπτει άλλους βαρυσήμαντους συλλογισμούς. Ας πούμε τί είναι αυτό το ιδιαίτερο που κυριαρχεί στην ατμόσφαιρα κάθε φορά που μπαίνεις βράδυ στο Λαύριο. Γιατί επιμένεις να λες, ας φάμε εδώ, γυρνώντας απ’ τη θάλασσα. Είναι άσχημο, βρώμικο, επαρχιώτικο με τον πιο στραβό τρόπο. Κι όμως, αφού εκθέσεις με ακρίβεια όλα τα προβλήματα, λες ένα «μ’ αρέσει εδώ» και τελειώνει η υπόθεση. Έχει έναν περίεργο αέρα το Λαύριο και δεν περνάς χωρίς να σταματήσεις, τάχα να φας μια τυρόπιτα.

Τέτοια είναι τα θέματα που με απασχολούν εδώ και κανένα δίμηνο. Ή ας πούμε είδα από κοντά τα γήπεδα γκολφ στη Μεσσηνία. Τεράστια, τακτοποιημένα, καταπράσινα, έτοιμα να υποδεχτούν τον πιο απαιτητικό τουρίστα. Καθαρός τρόμος. Λες και κάποιος φαντάστηκε το πιο άσχετο και αταίριαστο πράγμα που θα μπορούσε να τοποθετήσει στο τοπίο και μετά πήγε και το έβαλε ακριβώς μπροστά στα μάτια μας. Το γκαζόν εκεί κάτω ήταν παντού, ύστερα από λίγο έβλεπες τον ουρανό κάπως πράσινο.

Ύστερα, ένα βράδυ ανακάλυψα ότι οι φίλοι μου μπορούν να γίνονται διάφανοι. Τους κοιτούσα κι όμως έβλεπα μέσα απ’ αυτούς, πίσω απ’ αυτούς, ένα λευκό φόρεμα που κρατούσε ένα ροζ (ή κάτι τέτοιο) βετέξ. Όταν πλησίασε είπε κάτι, αλλά στάθηκε αδύνατο ν’ απαντήσω το οτιδήποτε. Ένα ωραίο πρόσωπο μια Παρασκευή θα σε καθηλώσει. Θα ακινητοποιηθείς, τα πόδια σου θα βγάλουν ρίζες, οι οθόνες θα παίζουν μόνο μια λούπα, την τούφα που πέφτει στο πίσω μέρος του λαιμού της. Συντριπτική η θέα ενός προσώπου.

Το μαλλιοτράβηγμα στο λεωφορείο θα με ξυπνήσει. Μια 30αρα προσπαθεί να ξεφύγει από μια αρκετά μεγαλύτερη γυναίκα. Της πήρε το πορτοφόλι μέσα απ’ την τσάντα. Κατεβαίνουν στη στάση και κυνηγιούνται. Στην ίδια στάση ανεβαίνει κάποιος και ζητάει χρήματα, δείχνοντας κάτι χαρτιά. Ήταν φυλακή για χρέη, λέει.

 -//-

Θα ήθελα να μπορώ να εξηγήσω τι σημαίνει ότι το μυαλό έχει κάνει ένα κλικ. Αλλά αυτό δεν εξηγείται, γιατί προϋποθέτει μια υπέρβαση, ανάλογη με αυτή που επιχειρεί ο Βακαλόπουλος στη «γραμμή του ορίζοντος». Για όσο διαρκέσει μέσα μου, καλώς. Κατά τ’ άλλα, εδώ και τρεις μέρες ακούω μόνο το live with me (στην εκδοχή που έδειξε ο ΚΚΜοίρης) και Πάνο Τζανετή.

 

40 Σχόλια

Filed under ασυναρτησίες, ζεστές μέρες

κάτω οι εναλλακτικοί

Το πρώτο απόγευμα έχει μια κάπως περίεργη αίσθηση. Στην αρχή το αποδίδω στην Αθήνα, στη ζέστη, στο κουβάλημα, στη μισοσπασμένη σκηνή. Ύστερα, στην παραλία, παρακολουθώ μια συγκεκριμένη παρέα. Το βράδυ, κάποιοι φίλοι που είναι από μέρες στο ίδιο μέρος, μου περιγράφουν μια σκηνή. Παίζουν ρακέτες, και δύο τύποι που κάθονται λίγο παραπέρα, μουρμουρίζουν και απ’ τις πετσέτες τους ακούγεται: «καλά, στην Δονούσα θα παίξουν ρακέτες; Αν είναι δυνατόν».

Είναι φανερό. Το νησί είναι γεμάτο, ξεχειλίζει δηλαδή, από υπερεναλλακτικούς τύπους. Είναι οι άνθρωποι που ανεμίζουν τη γύμνια τους σαν παντιέρα. Που ντύνονται την χαλαρότητα και την ελευθεριότητα, όπως φοράνε οι δαπίτες τα πουλόβερ στον ώμο. Όπου και να κοιτάξεις, βλέπεις εξεζητημένες, υπερψαγμένες παρουσίες. Κουνάνε τα παπάρια και τα χειροποίητα κοσμήματά τους και η γύμνια τους υποτίθεται ότι αποτελεί από μόνη της την εναλλακτική τους αφήγηση. Το βράδυ χορεύουν όλοι μόνοι κι ας είναι σε κύκλο. Η εναλλακτική τους αφήγηση δεν είναι παρά ένας διαρκής αγώνας να ξεχωρίσουν, να φωτίσουν την μοναδικότητά τους. Ο καθένας απ’ αυτούς είναι εκατό εκατομμύρια φορές πιο ψαγμένος, πιο βαθύς, πιο χαλαρός και πιο αληθινός από σένα. Οι μουσικές τους είναι άγνωστες, τα βιβλία τους μυστικά, τα βλέμματά τους μονίμως επικριτικά. Ο ευλογημένος και υπέροχος εαυτός τους επιβάλλεται να κάνει παρατηρήσεις σε όποιον παίζει ρακέτες ή φοράει μαγιό.

Δε θα μας πουν λοιπόν την αλήθεια για το καλοκαίρι οι επαγγελματίες εναλλακτικοί, οι ζηλωτές οποιουδήποτε είδους. Αυτοί, όπως ακριβώς οι φανατικοί της ξαπλώστρας και του γκαζόν, σηκώνουν ένα περίστροφο και πυροβολούν το καλοκαίρι ανάμεσα στα μάτια. Διαλύουν την ιδέα μιας θερινής νήσου, αφού ζουν σε εκείνο το μέρος όπου όλα είναι πιθανά, ενώ θα έπρεπε να είναι απλά ανθρώπινα. Γεμάτα συστολή και έκσταση, αμηχανία και υπέρβαση.

Δεν ξέρω γιατί φέτος με ενοχλούν τόσο πολύ. Ίσως επειδή φέτος όλη η παρέα συζητάει για τον Βακαλόπουλο πιο έντονα από ποτέ. Ίσως γιατί αν το ερώτημα είναι «καλά, στη Δονούσα θα παίξετε ρακέτες;», τότε η απάντηση είναι ότι αν πρέπει φέτος, κάπου να παίζουμε όλοι υποχρεωτικά ρακέτες, τότε αυτό το μέρος είναι η Δονούσα.

Κάποτε στις διάφορες συζητήσεις κατηγορούσαμε τους δαπίτες της Μυκόνου και της Πάρου για αλαζονεία, ψώνιο, παραισθήσεις και κυνισμό. Τώρα στους εναλλακτικούς, μας χτυπάει κατακέφαλα η παντελής απουσία ταπεινότητας ή ακόμη χειρότερα αίσθησης της ματαιότητας. Στους γεμάτους ύφος παραθεριστές (που δεν λένε να αποδεχτούν ότι αναπόφευκτα τουρίστες είναι κι αυτοί), περισσεύει η ιδέα της μοναδικότητας, του ολοφάνερα δίκιου. Της ελάχιστης σχέσης με την πραγματικότητα, αυτής που είναι εκεί έξω και αυτής που θα μπορούσε να υπάρξει.

Όμως, αν το καλοκαίρι έχει κάποια ιδιαιτερότητα, αν τελικά υπάρχει μια αυθεντικότητα στον Ιούλιο των νησιών, αυτή δεν μπορεί να εξισώνεται με την έλλειψη μαγιό. Αντίθετα μπορούμε να εντοπίσουμε την όποια ιδιαιτερότητα σε μια φυσικότητα, η οποία έχει να κάνει με την συνύπαρξη και την ένταξη στο τοπίο, με τη σωματική επαφή ή με την κατανόηση ότι κολυμπάμε ταυτόχρονα σε μια απέραντη αφόρητη ομορφιά και σε μια εντελώς άγρια πραγματικότητα. Το βάθος των πραγμάτων προσεγγίζεται μόνο με τη δέουσα ελαφρότητα.

Και τελικά κάποια απ’ όσα θέλω να πω, τα υπαινίσσεται η πόρτα μιας τουαλέτας της οδού Ναυαρίνου. Γράφει κάποιος: «Οι ελεύθεροι άνθρωποι κάνουν ΜΟΝΟ ελεύθερο camping». Με ενδιαφέρει η ιστορία την οποία γράφει ένας άλλος που ακριβώς από κάτω απαντάει: «οι ελεύθεροι άνθρωποι κάνουν ότι γουστάρουν».

 ***

Βέβαια όλα αυτά είναι δύσκολο να σε ενοχλήσουν για πολύ. Αναζητώντας την επόμενη παραλία, ανακαλύπταμε τυχαία την ίδια πάντα μέρα που παράπεσε και τους αόρατους ανθρώπους που την κατοικούν.

* Περιμένουμε στην σκιά της ταβέρνας κάποιον καπετάνιο να μας πάει βόλτα με το καΐκι. Δίπλα οι άλλοι τρώνε. Εμείς, μεγάλη παρέα που μάλλον φωνάζει, δεν παραγγέλνει τίποτα, ενώ κάποιοι παίζουν με μπαλάκια και άλλα παρόμοια ζογκλερικά. Βγαίνει ο ταβερνιάρης και λέω τώρα θα μας κάνει παρατήρηση και δικαίως δηλαδή. Αντί για παρατήρηση όμως, βγάζει μέσα σε μια λεκάνη, μισό καρπούζι και δέκα κουτάλια. Λάβετε, φάγετε, τούτο εστί το σώμα μου.

* Ο κύριος Χρήστος, ωραίος, αργοπορημένος και γελαστός. Οδηγεί ένα γεμάτο ταξί, δείχνει το σπίτι του, καθυστερεί χαρακτηριστικά γιατί είδε ένα ξένο που περπατούσε ο κακομοίρης την ανηφόρα μες στη ζέστη. Μιλάει κουνώντας τα χέρια του. Κρατάει μια αόρατη μπαγκέτα.

* Αυστριακή ή Γερμανίδα δεν έχω καταλάβει, πάντως μιλάει κάτι σπαστά, έως πολύ σπαστά ελληνικά. Κάθεται δίπλα μου, πίνω καφέ, πίνει καφέ. Κοιτάζει στο βάθος τη θάλασσα ή τη σκηνή της, ανοίγει την τσάντα της, βγάζει το βιβλίο της. Δονούσα, 9μιση η ώρα το πρωί, η διπλανή μου Αυστριακή ή Γερμανίδα, δεν έχω καταλάβει, διαβάζει τα λόγια της πλώρης.

* Διαβάζει σ’ ένα μπαρ 11 η ώρα το βράδυ. Μόνη στο διπλανό τραπέζι, αυτή και η κίτρινη τεκίλα. Το βιβλίο είναι μάλλον του συρμού. Οι άλλοι μου λένε, «δεν είναι όμορφη». Δεν είναι όμορφη, έχει κάτι πεταλούδες ζωγραφιστές στην πλάτη, έναν λαιμό που όλο χαϊδεύει, φοράει μια περίεργη γκρι βερμούδα. Δεν είναι όμορφη λέει η παρέα. Συνεχίζει να διαβάζει και να πίνει κίτρινη τεκίλα. Μια ταμπέλα στο εσωτερικό του μπαρ λέει στα ισπανικά: «Η έλλειψη αγάπης γεμίζει τα μπαρ» (ή κάτι τέτοιο).

 ***

Οι αόρατοι άνθρωποι κρυμμένοι μες στον κόσμο, εξακολουθούν να κρύβουν όλων των ειδών τα μυστικά. Ας πούμε, ο αντίχειρας του δεξιού χεριού φτιάχτηκε για να μπορείς να συγκρατείς το κρεμμύδι μαζί με το ψωμί, όταν κάνεις βούτα στη χωριάτικη. Ή ένα σωρό ημιδιαλυμμένοι τριανταφεύγα διάβαζαν τη «γραμμή του ορίζοντος» και όλοι έμεναν στην ίδια φράση.

Είναι ένα μικρό θαύμα να κολυμπάς στο Λιβάδι της Δονούσας, ειδικά αν μείνεις ακίνητος με κλειστά τα μάτια για ώρα, φάτσα στον ήλιο. Όταν τα ανοίξεις, ο κόσμος είναι γαλάζιος, πράσινος, σέπια. Δοκίμασε αμέσως να τα’ ανοίξεις μες στο νερό. Είναι ένα μικρό θαύμα να αντιλαμβάνεσαι τις γρατζουνιές και τις αμυχές απ’ το αλάτι της θάλασσας. Στην Αθήνα ένα κουνούπι σε τσιμπάει και το καταλαβαίνεις στο δευτερόλεπτο. Να έχεις μαυρισμένες σκληρές πατούσες επειδή πατάς συνεχώς σε όλα τα εδάφη, στα χώματα και την άσφαλτο. Είναι ένα μεγάλο θαύμα να περπατάς νύχτα απ’ το λιμάνι στον Κέδρο. Ιδρωμένος, μισοπιωμένος, κουρασμένος, χωρίς νερό, κουβαλώντας όλων των ειδών τις αποσκευές. Είναι όμως εκεί ακριβώς στη μέση της θεοσκότεινης ανηφόρας, κοιτώντας λίγο τον ουρανό, λίγο τους άλλους που περπατάνε δίπλα σου, που αντιλαμβάνεσαι μια σειρά από νοήματα που δεν μπορείς και δε θες έτσι κι αλλιώς να εκφράσεις. Θέλεις να ακούσεις για έναν κόσμο ολόκληρο, για ένα παρόν που βρίσκεται ανυπόμονο και γλυκό μες στις μικροσκοπικές πλατείες και τα βράχια και τους αμίλητους ντόπιους και τα πανηγύρια του Σεπτέμβρη και τον 5χρονο Παρασκευά που συζητάει με τους θαμώνες του καφενείου στην Ερμούπολη. Ένα παρόν που βρίσκεται σε όσους χαμογελάνε σε αγνώστους και σε όσους κερνάνε καρπούζι τους ξένους και σε όσους θέλουν να χορεύουν μαζί με τους άλλους και σε όσους ξέρουν ότι ένας ικαριώτικος μπορεί να σε σώσει οριστικά. Και σκέφτεσαι, να πούμε για τη ζωή μας κάτι, που να μην μοιάζει στριφνό, μίζερο, κυνικό, μετρήσιμο. Να πούμε κάτι να μοιάζει με γάργαρο νεράκι.

67 Σχόλια

Filed under υπερβολές, ζεστές μέρες

φίλε, έχεις χαρτομάντηλο;

[ποστ εσωτερικής κατανάλωσης. δεν μπόρεσα να κρατήσω το pause, οκ. αποποιούμαι κάθε ιδέα πως μεταφέρω ειδήσεις/πληροφορίες. Μόνο προσωπικές προβολές, επαναλμβάνω ]

Ενάντια σ’ όλους τους καιρούς.

Την Κυριακή λέμε θα πάμε για μπάνιο. Βρέχει, ρίχνει καρέκλες, ο ουρανός είναι γκρι, μαύρος, γκρι ξανά.

Επιμένουμε. Καβαλάμε το αμάξι, φτάνουμε στη θάλασσα βουτάμε. Βρέχει ξανά. Φεύγουμε για λίγο κι ύστερα, 8 το βράδυ πια επιστρέφουμε στη θάλασσα.

Οι βουτιές μας δεν είναι σκέτες βουτιές. Είναι οριακά διαλείμματα, ξέβγαλμα απ’ την καθημερινή χολή, καθαρό κεφάλι. Στεγνώνουμε άλλοι μες στον κόσμο.

***

Ενάντια σ’ όλους τους καιρούς.

Την Τετάρτη ξεκινάω με όλη την κακή διάθεση και τη μίρλα του πλανήτη να κατέβω στο κέντρο. Χημικά και κρότου λάμψης και μηχανές και παρακράτος (με τον ένα ή τον άλλο τρόπο) και ξανά χημικά και το μέτωπο να καίει, ιδρώτας και δακρυγόνο. Τσούξιμο σαν ξυράφι με οινόπνευμα πάνω σε χθεσινές εκδορές. Τα μάτια, ο βήχας, το φτέρνισμα, τα σωθικά που ανεβαίνουν στο λαιμό. Σιχτίρι, επίκληση στα θεία, θυμός. Ένα σαρωτικό κύμα απογοήτευσης, σαν τεράστιο ντουβάρι απέναντί μου. Ένα τείχος οι μηχανόβιοι με τις στολές και τα ρέιμπαν γυαλιά. Από μέσα μου λέω μόνο: «ντροπή, ντροπή».

Αλλά ποια είναι επιτέλους εκείνη η μακρινή εξέγερση που περιμένουμε να μας αφηγηθούν; Πού βρίσκεται; Σε ποια πολιτική απόφαση; Σε ποια επιλογή; Τι είναι αυτή η ρημάδα η συνέλευση της πλατείας Συντάγματος και ποιοι είναι αυτοί που πάνε εκεί μέρα τη μέρα; Η ίδια συνέλευση που βυθίζεται στο χάος, που βαλτώνει, που μπερδεύει την ιδεολογία με την κομματική ταυτότητα και την προσωπική στάση με τις κομματικές δομές, αυτή που σε εκνευρίζει αφόρητα, είναι αυτή που βρίσκεται μια τυχαία Τετάρτη, Ιουνίου, εν μέσω μιας απεργίας στην πλατεία Συντάγματος.

Και εκεί στην πλατεία Συντάγματος όλοι οι καιροί έρχονται ανάποδα.

Το ιατρείο των διαδηλωτών προμηθεύει μάσκες και μαλόξ. // ο κόσμος, χωρίς να έχει επιλέξει την παθητική αντίσταση, χωρίς να έχει διαβάσει τις αναλύσεις, τα άρθρα ή να έχει σταθμίσει τις επιλογές, δεν φεύγει. Στέκεται και αναπνέει όλα τα χημικά του ελληνικού κράτους, για να μην εγκαταλείψει την πλατεία. Ο κόσμος κλαίει, λιποθυμά, κινδυνεύει να ποδοπατηθεί. Όμως μένει. //  Ο κόσμος χορεύει μέσα στο μακελειό. // Ο κόσμος επιστρέφει στην πλατεία, περισσότερος από πριν. Κάνει μια αλυσίδα και καθαρίζει απ’ την δακρυγονίλα την πλατεία και τους γύρω δρόμους. (edit: δες εδώ) // Η ομάδα καθαριότητας σήμερα δεκαπλασιάζεται. Στο λέει ο Α. και ακούς την ευτυχία του. // Πριν τη συνέλευση με μια ακούρδιστη κιθάρα και ένα κακό μικρόφωνο ο Μηλιώκας τραγουδάει για το καλό μου. Το χειροκρότημα που είναι πιο έντονο απ’ όλα, πιάνει τον Φουκώ απ’ το χέρι και τον καθίζει οκλαδόν στην πλατεία. Οι πειθαρχίες, οι μη κανονικοί, οι σουγιάδες. Κατάλαβέ τα όλα σε τρία λεπτά, όσο διαρκεί το κομμάτι. Οι παρεκκλίνοντες, όσοι το αστραφτερό lifestyle, το βασίλειο του ανταγωνισμού και της κυνικότητας, άφησε απ’ έξω, ξανασυστήνονται μέσα απ’ τα στόματα αυτών που σιγοντάρουν. // Θαυμαστή επιμονή, ψυχραιμία, αλληλεγγύη εδώ και τώρα, την ώρα του χαμού. // Στο μικρόφωνο με – σχεδόν – τρεμάμενη φωνή. «Δεν θέλω να πω τίποτα άλλο, μόνο να ευχαριστήσω αυτόν που με σήκωσε από κάτω, όταν πέταξαν στο ιατρείο το δακρυγόνο». // Άγνωστοι απλώνουν τα χέρια. Σε λίγο στη συνέλευση θα αποκαλούνται σύντροφοι, χωρίς τύψεις ή κόμπλεξ, θα δεις. // Λύτρωση. // Στους δρόμους περπατούν οι συνειδήσεις. // Όσοι μυρίζουν ακόμη δακρυγόνο, είναι τώρα γελαστοί. Ανυπακοή με κάποιους νέους όρους, που αναζητούνται ακόμη. Θα βρεθεί ο τρόπος. // Για πρώτη φορά σύνθημα απ’ όλη τη συνέλευση. «ψωμί παιδεία ελευθερία». // Ενάντια σ’ όλους τους καιρούς. Να κοιμηθούμε έστω μια νύχτα λίγο πιο ελαφρείς.

***

Είναι νίκη ή στροφή προς το χειρότερο η κίνηση ΓΑΠ; Είναι επικοινωνιακό τρικ ή αποτέλεσμα της πίεσης του κόσμου; Δημοσιογράφοι θα μας ερμηνεύσουν αύριο από κάποια συχνότητα. Κάποιοι άλλοι, με τα μάτια ακόμη να τσούζουν, θα πάνε στη δουλειά, με λίγο λιγότερο φόβο.

32 Σχόλια

Filed under ασυναρτησίες, ζεστές μέρες

pause

«Κρατούσα μια λάμπα και κατέβαινα τη σκάλα, έπρεπε ν’ ανακαλύψω ποιος είμαι, τι είχα κάνει στο παρελθόν, και το σπίτι πώς έστεκε ακόμα, αφού εμείς είχαμε κάποτε γκρεμίσει όλους τους τοίχους, για να χωρέσουν εκείνοι που έφευγαν,

στο βάθος, σακάτηδες χωρίς χέρια παίζαν την τύχη μου στα χαρτιά, ο Ιησούς των μεθυσμένων περνούσε το βράδυ μες στα θαμπά φανάρια, κι έπαιρνα από πίσω το φονιά σκουπίζοντας τα ίχνη του πάνω στο χιόνι, γιατί τώρα ήξερα,
κι η γυναίκα, όταν πήγα να την αγκαλιάσω, έκανε μια μικρή κίνηση και μπήκε σε μια δική της πόρτα, κλειστή, αφήνοντας με έξω.

Δώσε μου, Κύριε, να ‘μαι νεκρός και μεθυσμένος.
Άσε μου μόνο τ’ άστρα, που ήταν το ίδιο φιλικά ακόμα και στους δρόμους που πυροβολούσαν.»

Τ. Λειβαδίτης, αλκοολισμός (via)

———————————————————————————–

Γυρνώντας σήμερα απ’ το σύνταγμα, είχα ακόμη στη σκέψη αυτό που πιθανά αποτέλεσε τον επιθανάτιο ρόγχο της συνέλευσης (και μακάρι να κάνω λάθος και να ξαναγυρίσει το πράγμα). Οδηγώντας, είδα στη Συγγρού ξένους εργάτες να πίνουν μπύρα, δίπλα απ’ το μηχάνημα που έστρωνε πίσσα στη δεξιά λωρίδα. Λίγο πιο κάτω, ο παράδρομος γεμάτος προσφορά και ζήτηση.

Όλων των ειδών οι πραγματικότητες συγκρούονται μες στο κεφάλι μου.

———————————————————————————–

Διακοπή για λίγο καιρό στην ακατάσχετη πολιτικολογία και την πλατειολογεία.

15 Σχόλια

Filed under διάφορα, ζεστές μέρες

and you don’t know what it is

Μέρος Πρώτο:

Δεύτερη και τρίτη μέρα στη συνέλευση:

«Του Μαρξ τον κάθε τόμο ανοίγαμε / όπως ανοίγουμε τι γρίλιες του σπιτιού / μα και χωρίς διαβάσματα / εμείς το ξεδιαλύναμε σε ποια παράταξη να πάμε και να καταταχτούμε πού / Τη διαλεκτική εμείς δε διδαχτήκαμε απ’ του Έγελου τα λόγια / μέσα στης μάχης την κλαγγή / στους στίχους εισορμούσε ευθύς»

Μαγιακόφσκι (via)

Έβδομη και όγδοη μέρα στη συνέλευση:

Δεν είναι το πρόβλημα οι ιδεολογίες. Το πρόβλημα είναι αυτοί που νομίζουν ότι είναι φορείς της. Δεν είναι το πρόβλημα οι πολιτικοί φορείς ή τα αριστερά κόμματα. Το πρόβλημα είναι οι κομματικές δομές. Αυτές που δεν παράγουν λόγο, αλλά στελέχη που φτάνουν στη συνέλευση απλά για να φωνάξουν κάτι για το μεσοπρόθεσμο, που δεν ακούν ούτε μιλάνε, ούτε προτείνουν πραγματικά κάτι για τους χώρους δουλειάς, αλλά απλά τους αναφέρουν. Τα στελέχη που καταργούν στην πράξη τη διαλεκτική και υιοθετούν την χειρότερη εκδοχή του τηλεοπτικού λόγου. Αυτοί που δεν μιλούν για ταξική συνείδηση, αλλά προτιμούν να δείχνουν γρυλλίζοντας αυτούς εκεί πάνω. Οι φερόμενοι ως φορείς μιας ιδεολογίας που την απογυμνώνουν καθημερινά, μετατρέποντάς την σε σκέτη άναρθρη κραυγή.

Δέκατη μέρα στη συνέλευση:

«Δεν μπορώ να επιχειρήσω τίποτα αν δεν αποχωριστώ όσα γνωρίζω. Μόλις τα φέρω στο νου μου και τα σκεφτώ, έστω και για ένα δευτερόλεπτο, χάνω το θάρρος μου, ηττώμαι».

Ε. Σιοράν

Μέρος δεύτερο:

Χθες τη στιγμή που τέλειωνε η γενική συνέλευση και ο διάλογος με τους οικονομολόγους, κατέβηκαν απ’ την Αμαλίας καμιά εικοσαριά άτομα κρατώντας ελληνικές σημαίες. Προχώρησαν με ύφος που προμήνυε φασαρία προς την μικροφωνική. Πάει να ξεκινήσει ιστορία, κάποιοι (καμιά δεκαριά ίσως) απ’ τη συνέλευση αρχίζουν το «φασίστες κουφάλες κλπ». Όμως, λίγο πριν η ένταση γενικευτεί, λίγο πριν τον τσακωμό, ο συντονιστής μαζί με το σώμα της συνέλευσης αντιμετωπίζει την κατάσταση εντυπωσιακά ψύχραιμα και ώριμα. «Καθίστε όλοι κάτω. Θα μιλήσουμε όπως προβλέπει η διαδικασία. Είμαστε όλοι μαζί». Επαναλαμβάνοντας αυτή τη φράση είκοσι φορές, σιγά σιγά ο κόσμος κάθισε, όλοι ηρεμήσαμε. Ο συντονιστής ξαναπήρε το μικρόφωνο: «Πρώτα απ’ όλα ψυχραιμία. Να πούμε ένα ευχαριστώ σε όλο τον κόσμο που είναι εδώ. Στον κόσμο που την ώρα που εμείς μιλάμε έχει επιλέξει να είναι μπροστά στη βουλή και να διαμαρτύρεται με άλλο τρόπο. Είμαι όλοι μαζί. Ο αγώνας είναι κοινός». Χειροκρότημα. Ύστερα, κατά τη διάρκεια των ομιλιών, κάποιος απ’ τους πάνω παίρνει το λόγο. Επαναλαμβάνει: «είμαστε όλοι μαζί».

Δύο στοιχεία. Πρώτο: Η συνέλευση έχει κερδίσει να μπορεί να συζητάει ψύχραιμα, έχει κερδίσει ότι δεν αντιδρά σε κάτι που υπό άλλες συνθήκες θα προκαλούσε σύρραξη. Η συνέλευση έχει αναπτύξει τον μηχανισμό εκείνο που τη βοηθάει να μην διαλυθεί, εξαιτίας μεμονωμένων προκλήσεων. Θαυμαστή ωριμότητα, που δεν έχω συναντήσει σε συζητήσεις λίγων ατόμων, πόσο μάλλον σε πορείες και συγκεντρώσεις παλαιότερων ετών.

Δεύτερο: Την ώρα εκείνη, μια σκέψη τραβηγμένη απ’ τα μαλλιά, μια τρομερή υπερβολή έρχεται και καρφώνεται στο μυαλό μου. Το «όλοι μαζί είμαστε» που λένε οι ομιλητές (απ’ την πάνω και την κάτω πλατεία), το δεν υπάρχουν δύο πλατείες αλλά ένας κοινός αγώνας, με σπρώχνει εκτός πραγματικότητας. Τι είναι αυτό που μας ενώνει εκείνη τη στιγμή στην πλατεία; Το εθνικό στοιχείο δεν αναφέρεται καθόλου. Ένας που λέει «είμαστε Έλληνες», το ξανασκέφτεται υπό την πίεση της συνέλευσης. «Όχι ρε παιδιά, και οι Αλβανοί και οι μετανάστες, όλοι εδώ, το ίδιο συμφέρον έχουμε». (Ο συγκεκριμένος βέβαια δεν είναι καλό παράδειγμα, αφού πρόκειται για ιδιότυπη φιγούρα έτσι κι αλλιώς). Τι λοιπόν ένωνε τον κόσμο χθες το βράδυ στο Σύνταγμα; Απλά τα νέα μέτρα; Μα οι περισσότεροι το λένε, δεν είναι το μεσοπρόθεσμο. Μιλάνε για εργασία, για δικαιοσύνη κλπ. Κάπως έτσι, εκείνη τη στιγμή, αγκαλιάζω την πιο παλαβή ερμηνεία και αναρωτιέμαι, αν η ταξική συνείδηση (στην οποία σπανίως αναφερόμαστε ευθέως) έρχεται στο πλήθος απ’ την πίσω πόρτα. Αν όλες αυτές οι συζητήσεις για τη φύση των προβλημάτων στους χώρους εργασίας ή η απλή ερώτηση «σε ποιόν ανήκει το χρέος» οδηγούν σ’ αυτό, για το οποίο δεν μιλάνε οι αριστεροί που ανεβαίνουν στο βήμα. Για μια στιγμή μου πιστεύω, πως εμφανίζεται επιτέλους η ενστικτώδης οπτική των ανθρώπων που βλέπουν την οικονομική εξαθλίωση και την αλλοτρίωση στην ζόρικη πραγματικότητα. Στην υπάλληλο του super market, στον απολυμένο ξάδερφο, στο μακελειό των λεωφορείων.

Οπότε, η χθεσινή μέρα στο Σύνταγμα με επαναφέρει στον Μαγιακόφσκι.

Μέρος τρίτο:

Το μικρό κοινωνικό θαύμα. Χύμα στιγμές: Οι οικονομολόγοι, οι ειδικοί ανάμεσα στο πλήθος. Δεν υπάρχουν δημοσιογράφοι να μεσολαβήσουν, να εκτρέψουν, να διαλύσουν τη συζήτηση. Δεν γλύφει κανείς κανένα. Ισότιμη (κατά το δυνατόν) κουβέντα. // Μετά τις δώδεκα και το τέλος των ψηφισμάτων μικρά όμορφα αποσπάσματα: ένας παπάς παίρνει το λόγο. Αρχικά δυσπιστία απ’ τη συνέλευση. Λέει ότι είναι κκ. Απαγγέλλει Παλαμά. Χειροκροτείται. Στο καπάκι ένα παιδί λέει, απορώ πως χειροκροτείτε έναν άνθρωπο που εκπροσωπεί τον σκοταδισμό και που έχει διαλύσει την κοινωνία με το λόγο της (ή κάτι τέτοιο). Η συνέλευση μάλλον δικαιώνει εντέλει τον νεαρό ομιλητή. // Δύο παιδιά στο μικρόφωνο διαβάζουν τον «εξουσιαστή» του Μ. Χατζιδάκι. Κάποια χιλιάδες άτομα ακούνε προσεκτικά στο μέσο της πλατείας.

Μέρος τέταρτο:

Έτσι ή αλλιώς, έχοντας στο νου τα πατριωτικά/εθνικιστικά ενδεχόμενα του Σ. ή απλά την κούραση των συμμετεχόντων, κοιτάζοντας όλα τα ανυπέρβλητα προβλήματα και την πραγματικότητα που τρέχει με ταχύτητα φωτός, η κατάληξη κάθε απόγευμα είναι η ίδια. Δεν μπορώ παρά να είμαι εκεί.

something is happening here but you don’t know what it is, do you?

19 Σχόλια

Filed under υπερβολές, ζεστές μέρες