Category Archives: ενδοσκοπικά (λέμε τώρα)

ντιν ντιν ντιν

Όπως ψάχνεις στο mp3 player το τραγούδι που θα ακούσεις. Ακούς μόνο τον ήχο που κάνει το κουμπί που σημαίνει «επόμενο». Ντιν ντιν ντιν. Ή κάπως έτσι. Ανάμεσα στα δύο ντιν, συμβαίνει όλος ό κόσμος.

FullSizeRender

Κοιτάζω μπροστά μου το ATM, πλησιάζω, έχω πληρωθεί – λέμε τώρα – , ακριβώς από κάτω κάθεται μια γυναίκα, φαίνεται σε κακή κατάσταση, απελπισμένη, σηκώνω το βλέμμα, σκέφτομαι ότι η επόμενη τράπεζα είναι κοντά, να πάω σε άλλο ATM, να μην είναι άνθρωπος από κάτω καθισμένος, να μην είναι άνθρωπος απεγνωσμένος, ξανακοιτάζω το ATM, λέω θα πάω, σιγά, θα αποφύγω τη γυναίκα επειδή είναι άστεγη, ζητιάνα, ποιος ξέρει; Ξανακοιτάζω το ATM, ίδια εικόνα, ίδιο το ATM, η γυναίκα εκεί, μόνο που τώρα έχει βάλει το πρόσωπό της μέσα στις χούφτες της. Κλαίει, απελπίζεται, σκέφτεται. Κάνω στροφή 180 μοιρών, εδώ το πράγμα παραπήγε. Το σημείο πλέον είναι μη προσπελάσιμο. Σκέφτομαι τα δύο παρόμοια αλλά κάπως διαφορετικά καρέ και στ’ αυτιά μου ακούγεται το ντιν ντιν ντιν, το χέρι μου μέσα στην τσέπη του σακακιού, σπαστικά κι επαναλαμβανόμενα πατάει το κουμπί «επόμενο». Δεν μπορώ να βρω τραγούδι να ακούσω αυτή τη στιγμή. Ανάμεσα στο προηγούμενο και το επόμενο τραγούδι, που κανένα από τα δύο δεν θα ακούσω, το πρόσωπο κρύφτηκε, η γυναίκα έμεινε στο ίδιο σημείο, το ATM προσπεράστηκε. Μπορεί η κίνηση να μη σήμαινε τίποτα, μπορεί η κίνηση να ήταν κάτι που έχει επαναληφθεί πενήντα φορές εκείνο το πρωί, μπορεί να ήταν η στιγμή της οριστικής απόφασης της απόλυτης παραίτησης.

Ντιν ντιν ντιν.

Το ένα από τα γατάκια που μαζέψαμε ξαφνικά δεν είναι καλά. Μέσα σε μισή ώρα από κει που λύσσαγε, έτρωγε, κοιμόταν, τώρα σέρνεται. Δεν μπορεί να προχωρήσει, να σηκώσει πρώτα το ένα πόδι και μετά το άλλο. Σαν κάποιος να ξέχασε ξαφνικά τι συνιστά περπάτημα. Σα μια ασθένεια όχι τους σώματος, αλλά του μυαλού. Το παρατηρεί κανείς, δίχως να εισβάλλει το κύμα της αγάπης, δεν πρόλαβε, δύο μέρες είναι εδώ. Μια συμπάθεια, μια λύπη, μια απογοήτευση, αλλά όχι ακόμη αγάπη, όχι δέσιμο. Το χαϊδεύουμε, το κρατάμε ζεστό, όσο πιο ζεστό μπορούμε, το αφήνουμε να ηρεμήσει. Ένα πανέμορφο γατάκι μερικών ημερών. Πριν λίγες ώρες σκαρφάλωνε στη μπλούζα και κρεμόταν από τη φόρμα. Μέσα σε μισή ώρα υπάρχει μια πλήρης κατάπτωση. Μέσα σε μια ώρα έχει ήδη πεθάνει. Μέχρι να σκεφτούμε αν πρέπει να το χωρίσουμε από τα αδερφάκια του, να μην πεθάνει δίπλα τους – ποιος ξέρει αν αυτό είναι σωστό ή λάθος -, το γατάκι – με το πρόχειρο όνομα Μάξιμος ή Κική (ανάλογα τι θα αποδεικνυόταν) έχει πεθάνει. Ο χρόνος έτρεξε σαν παλαβός μέχρι να συναντήσει το θάνατο του Μάξιμου/της Κικής. Κι όμως τώρα ο χρόνος ξεκίνησε απότομα το αργό βάδισμα. Να το πάρουμε μέσα από την κούτα, να το μεταφέρουμε, να πάμε να το θάψουμε. Μα περίμενε. Εδώ υπάρχει ζήτημα. Πριν αλλάξει η ώρα, 8 το απόγευμα ήταν πριν, 8 και κάτι τώρα, οι συνθήκες έχουν αλλάξει ολοκληρωτικά. Από κει που το χάιδευες με όλη σου την ψυχή, που το πιανες, το άγγιζες, το τάιζες, ξαφνικά τίποτα. Το χέρι σου στέκεται ακίνητο πάνω από το γατί. Πώς πιάνεις τον πεθαμένο; Τι κι αν μέχρι τρία λεπτά πριν το χέρι σου οδηγούνταν στο χάδι με τη μεγαλύτερη ευκολία του κόσμου. Ξαφνικά το σώμα πεθαίνει, ο αέρας φεύγει, η ζωή αποχωρεί και το χέρι ζορίζεται να πλησιάσει. Το ίδιο σώμα που τρία λεπτά πριν προσκαλούσε χειρονομίες αγάπης, τώρα σε δυσκολεύει ακόμη και να το μεταφέρεις. Ας είμαι μεγαλόστομος: ο θάνατος είναι απόσταση. Όχι από άποψη μνήμης ή απώλειας. Από καθαρά πρακτική άποψη, από πραγματική άποψη. Το πλάσμα μπροστά μας, μόλις πεθάνει, είναι κάτι άλλο, κάτι που αποφεύγουμε, κάτι μακρινό, κάτι που μήπως να βάλουμε γάντια, να πάρουμε χαρτί για να το πιάσουμε. Όχι μόνο δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε το θάνατο, να πενθήσουμε, να αποχωριστούμε, αλλά σε ένα τελείως μικρό, ασήμαντο, αστείο πλαίσιο, δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε τον τοίχο που στήνει η στιγμή του τέλους. Τι κι αν το πλάσμα έπινε γάλα στην αγκαλιά μας; Τώρα, που πέθανε, είναι ένα κάτι, κάτι που δεν ξέρουμε τι ακριβώς είναι. Ίσως μια αλλοίωση του χρόνου και των αισθήσεων. Μια πινακίδα που λέει: Μην αγγίζετε. Μείνε μακριά.

Βέβαια, υπάρχει ακόμη στη μνήμη η σκηνή σ’ ένα σπίτι στο χωριό. Ο πεθαμένος ξαπλωμένος σ’ ένα κρεβάτι για ένα ολόκληρο βράδυ και γύρω γύρω κόσμος, ομιλίες, πιοτί, φαΐ. Πιτσιρίκια μπαινοβγαίναμε στο σπίτι γεμάτοι περιέργεια και μια αίσθηση σκανδαλιάς. Ο παππούς της τάδε έχει πεθάνει, αλλά είναι ακόμη εκεί, στο κρεβάτι. Η πινακίδα εδώ έλεγε: Άγγιξε. Μείνε κοντά. Και βέβαια σ’ αυτή την περίπτωση η πινακίδα απευθυνόταν εξίσου σε ζωντανούς και νεκρούς. Όχι όπως προηγουμένως, που φωνή είχε μόνο η απόσταση του ζωντανού ανθρώπου του 2015, που και σ’ αυτή την περίπτωση όπως σε τόσες άλλες, ακούει τον ίδιο λόγο στ’ αόρατα ακουστικά της συνείδησής του. Μείνε μακριά κι αν θες να αγγίξεις, βάλε γάντια, βάλε άλλον, βάλε ένα αλλοδαπό ή έστω μια ΜΚΟ. Τα χέρια σου όμως κράτα τα καθαρά ή μάλλον όλες τις ώρες σαπουνισμένα.

IMG_1807

 

Ντιν ντιν ντιν

Όταν πρωτοανακάλυψα (κι έμεινα εκεί – α τι ωραία γεύση αυτό το λαγκαβουλιν, σας ευχαριστούμε για την πρόταση, εμείς βέβαια θα συνεχίσουμε με τζέιμσον) κάπως τα ποιήματα και διάβαζα Σεφέρη, μου είχαν κάνει εντύπωση εκείνοι οι στίχοι

«Καθὼς περνοῦν τὰ χρόνια | πληθαίνουν οἱ κριτὲς ποὺ σὲ καταδικάζουν | καθὼς περνοῦν τὰ χρόνια καὶ κουβεντιάζεις μὲ λιγότερες φωνές, | βλέπεις τὸν ἥλιο μ᾿ ἄλλα μάτια».

Έτσι είναι βέβαια εκείνα τα χρόνια, εφηβεία και λίγο μετά. Αισθάνεσαι απέναντι σε όλον τον κόσμο, μάχεσαι μόνος σε μια μάχη που δεν μπορεί να εξηγηθεί ή να κατανοηθεί από κανέναν, κουβαλάς μια μελαγχολία αιώνων κι όλο νομίζεις πως μεγάλωσες, είδες, κατάλαβες. Όπως και να ’χει, μ’ άρεσε πολύ και ο στίχος και το ποίημα και τα σκεφτόμουν τις προάλλες, όταν το επόμενο ντιν με οδήγησε στα ασφαλή χέρια της Μοσχολιού κι αυτή απάντησε στον ποιητή, με μια απλή κουβέντα κι ένα τσικ ουίσκι στα χείλη: «όταν όλοι σε κρίνουν, σ’ αγαπάω».

Πόσο άδικος είμαι απέναντι στον κάτοχο του νόμπελ, όταν περπατάω στη Σταδίου, τραγουδάω και νιώθω σίγουρος ότι κανείς ποτέ δε θα το πει καλύτερα. «Όταν όλοι σε κρίνουν, σ’ αγαπάω». Ο στίχος πίνεται και μετά κουμπώνεις το σακάκι να ‘σαι ζεστός και περπατάς στη μισοάδεια Σταδίου. Υπάρχει ένας κόσμος όταν σταματάς να πατάς όλο επόμενο και επόμενο και ο ήχος αγκαλιάζει το σύμπαν εκείνου του λεπτού. Για εκεί όλο ψάχνουμε μια σίγουρη διαδρομή κι αυτή όλο μας διαφεύγει, καθώς διαρκώς σκεφτόμαστε, σχολιάζουμε, ξεχνάμε, χρωστάμε, συνηθίζουμε χανόμαστε και πεθαίνουμε.

Advertisements

4 Σχόλια

Filed under ενδοσκοπικά (λέμε τώρα)

μικρά κατόπιν εορτών

Ψωνίζουμε απ’ αυτό το πετ σοπ τελευταία. Το έχουν δύο νέα παιδιά και το χαρακτηριστικό του μαγαζιού είναι η διαφορά στη μονάδα μέτρησης του χρόνου (ή μάλλον η διαφορά της αίσθησης του χρόνου) που ισχύει εντός και εκτός μαγαζιού. Εννοώ ότι τα παιδιά λειτουργούν αργά. Συζητούν με τον κανονικό ρυθμό, με τον ρυθμό που αν υπήρχε θα ήταν κανονικός. Παίρνουν ανάσες ανάμεσα στις προτάσεις, εξηγούν αναλυτικά, ψάχνουν τις σωστές λέξεις, ακούνε το συνομιλητή με προσοχή, απαντάνε σ’ αυτό που ρωτάς. Σου δίνουν χρόνο να αποφασίσεις. Αυτή ή την άλλη τροφή. Αυτή ή την άλλη πρωτεΐνη. Αυτό ή το άλλο ποσοστό κρέατος στην κροκέτα. Ο τρόπος του είναι εν μέρει ένα στέρεο κομμάτι ξεκούρασης που σου χαρίζεται καθώς μπαίνεις στο μικρό κατάστημα. Κλείνεις την πόρτα κι αφήνεις απ’ έξω όλη την υπόλοιπη πόλη. Από την άλλη, ο τρόπος τους είναι μια μαύρη τρύπα. Έρχεσαι από το άγχος του «από το πρωί είχα να κάνω τέσσερις δουλειές, έκανα τις δύο, νιώθω σα να έκανα οκτώ», βιάζεσαι χωρίς συγκεκριμένο λόγο ή ακριβώς γι’ αυτό, έχεις διπλοπαρκάρει ή έψαξες δέκα λεπτά για μια θέση με άπειρη μανούβρα, φτάνεις εκεί και ξαφνικά είναι σα να πέφτεις σε ένα τοίχο.

Η βραδύτητά τους, που τόσο εκτιμάς, μοιάζει με όπλο στραμμένο στο ανοιχτό στόμα σου. Η παραμικρή παύση νιώθεις ότι σε καθυστερεί ασύλληπτα, η λεπτομερής απάντηση στις ερωτήσεις νιώθεις ότι είναι αχρείαστη, η χειρονομία του έξτρα μικρού δώρου προτιμάς να απουσίαζε.

Οπότε το ερώτημα γεννιέται ξαφνικά μέσα σου, πόσο πολύ έχει φουντώσει η αρρώστια μέσα σου. Βιάζεσαι να προλάβεις τι; Μια όσο το δυνατόν μεγαλύτερη βουτιά στο κακό και το βάσανο; Ένα όσο το δυνατόν βαθύτερο γλίστρημα σε μια ταχύτητα που αφαιρεί από τα μέρη το όνομα και από τους ανθρώπους το σχήμα;

Την τελευταία φορά που πήγα στο πετ σοπ, παραμονή πρωτοχρονιάς, τρέχοντας και διπλοπαρκαρισμένος, ήταν σαν επίσκεψη σε γιατρό. Έφυγα έχοντας πάρει αντιβίωση, κούρα, τριήμερη επίσκεψη σε ιαματικά λουτρά. Μπήκα στο αυτοκίνητο σχεδόν άλλος, λες και ο τύπος εκεί μέσα με έγδυσε από το σκληρό και ψυχοφθόρο 2014 και με έστειλε σπίτι κάπως πιο έτοιμο για το επόμενο ζόρι.

Καμιά φορά σκέφτομαι έτσι είναι οι άνθρωποι που κατάφεραν ένα μέρος του ονείρου τους. Έφτιαξαν μαζί το πετ σοπ όπως το ονειρεύονταν, με τις συγκεκριμένες τροφές, λίγο πιο εναλλακτικές, λίγο πιο εκτός κυρίαρχου εμπορίου, κάθονται στο γραφείο τους και στα πόδια τους γουργουρίζουν γάτες, κάνουν δώρο σε πελάτες λιχουδιές για τα σκυλιά τους. Συνεπώς, ναι, η βραδύτητα (η παύση από το ασταμάτητο μπιτ της συλλογικής παράνοιας) είναι το δώρο τους. Που και που τη σκέψη μου γι’ αυτούς δηλητηριάζει η φράση χαλασμός των τελευταίων ετών: «είναι βιώσιμο;». Αδιαφορώ να πάρω απάντηση και ανταλλάζω την ερώτηση: «πόσο ζωντανοί είναι; Τι ακτινοβολούν;»

tumblr_nazotxtV5e1swze9do3_1280

*

Ο Κ. μου λέει μη γεμίζεις συνέχεια το ποτήρι σου. Δεν είναι εδώ το μέρος για τόσο ουίσκι. Μεγαλώσαμε πια. Χάριζε το μεθύσι σου σε λίγους. Δεν είναι όλα τα μέρη ίδια. Μην λειώνεις εδώ κι εκεί, με αυτόν ή τον άλλον. Το μεθύσι πια πρέπει να σε βρίσκει σε ζεστό, οικείο, δικό σου χώρο. Οι άλλοι γύρω πρέπει να είναι συμπότες και αγαπημένοι, όχι άσχετοι, ημιγνωστοί, παρέες, τρελαμένοι. Ο παλαβός εαυτός του αλκοόλ να μοιράζεται με φειδώ και μόνο σε όσους έχουν στόμα και δάχτυλα να τον χωρέσουν. Οι άλλοι να είναι προϊόν επιλογής και κοινής συγκίνησης, όχι αποτέλεσμα τύχης, ανάγκης ή συγκυρίας.

Ο Λ. μου ότι λέει όλο άδειο είναι το ποτήρι σου. Δεν έχει σημασία πια αν και που εκτίθεσαι. Όσο μεγαλώνεις το μόνο κοινό είναι ο εαυτός σου, θα κριθείς έτσι κι αλλιώς και δεν θα έχει σημασία. Δεν λέει να μην σε νοιάζει η εικόνα που σχηματίζουν οι άλλοι, λέει ότι η εικόνα, η έκθεση δεν υπάρχουν. Υπάρχει μόνο ο εαυτός μόνος μπροστά στον κόσμο και δεν υπάρχει δευτερόλεπτο για χάσιμο καθώς η σκηνή κάθε ώρα λιγοστεύει. Ότι παράσταση έχεις να δώσεις, δώστη. Βούτα τώρα κι όποιος καταλάβει, κατάλαβε.

*

Στο Βαρδάρη και στη Βάθη, στου Συγγρού και στου Ψειρή
οι καλύτεροί μου φίλοι λιώνουνε σαν το κερί

*

Καμιά φορά αναρωτιέμαι τι αξία στ’ αλήθεια έχουν τα λεφτά (ß τι φράση παναζίαμ, να ‘χε και λίγο μπουζουκάκι από πίσω, θα γινόμαστε).  Λένε διάφοροι ότι τα λεφτά είναι χειρότερα κι από σκατά, δεν σημαίνουν τίποτα. Το πλαίσιο όμως εντός του οποίου είμαστε καρφωμένοι αναγορεύει τα λεφτά – θέλοντας και μη – στο κυρίαρχο ζήτημα. Αν δεν έχεις, σχεδόν δεν μπορείς να είσαι. Η αφραγκία σκοτώνει πρώτα την αξιοπρέπεια. Δεν μπορείς, δεν πας, δεν κάνεις. Απ’ την άλλη, η επιβίωση είναι ένα διαρκές κυνήγι ενός κόκκαλου που σου κάθεται στο λαιμό. Η επιβίωση κατέστη το συνώνυμο μιας άθλιας εργασίας, ενός αγκομαχητού να βρεις τρόπο ύπαρξης μέσα στο διαρκή ζόφο και συνοψίζεται από το ανάποδο της επιθυμίας. Γλύψε, υπέμεινε, κάνε αυτό που δε θες. Τα τελευταία χρόνια κοιτάζω τη δουλειά μου. Πρέπει να δουλεύω περισσότερο για να κερδίζω λιγότερα. Ως απάντηση δουλεύω ακόμη λιγότερο για να κερδίζω ακόμη πιο λίγα. Η αντίδραση είναι ενστικτώδης. Η τεμπελιά μου επιχειρεί να με πιάσει απ’ τα μαλλιά καθώς ο αγώνας για επιβίωση μου κάνει πατητή στην κινούμενη άμμο. Ο αγώνας για επιβίωση δε ρωτάει τι θες, τι λες, τι κάνεις. Απαιτεί, εδώ και τώρα, αρπάζει απ’ το λαιμό, βάζει τελεσίγραφα κάθε πέντε λεπτά. Θα μας σκοτώσει ο αγώνας για επιβίωση. Από την άλλη η λέξη αφραγκία είναι δηλωτική της θέσης μας στον κόσμο κι αυτή η θέση είναι η θέση του προνομιούχου. Άλλοι άνθρωποι στη θέση της λέξης «αφραγκία», λένε «φτώχεια», «πείνα». Άλλοι άνθρωποι δεν κλαίνε απλώς το ενδεχόμενο του σινεμά ή του νυχτερινού μπαρ που λείπει. Η θέση μας στον κόσμο είναι περίεργη. Μας σπρώχνουν βιαίως όλο και πιο κάτω, αλλά από κάτω υπάρχει ένα χάος για το οποίο δυσκολευόμαστε να μιλήσουμε, πόσο μάλλον να το προσεγγίσουμε στ’ αλήθεια.

tumblr_nazotxtV5e1swze9do6_1280

*

(..) Μάνα δεν ξέρεις τον κακό καιρό που κάνει έξω

έξω απ’ το σπίτι σου η αρχαία μάχη μαίνεται στην τελευταία της

φάση.

Φτωχιά μου καίγεσαι πικραίνεσαι πονάς και περιμένεις

φυλακισμένη σε τανάλια σπαραχτικών ονείρων

που θέλουν να μας δουν σε θέση «κοινωνική» και καλοπαντρεμένους

στην εκκλησία στις επισκέψεις της ωραίας Κυριακής.

Όταν τυχαίνει να πετύχουμε κανένα μεροκάματο

εκεί που καθαρίζεις στην κουζίνα τις πατάτες μας

παραμιλάς απ’ τους μαυραγορίτες αγοράζεις

βέρες χρυσαφικά κιλίμια πιατικά σεντόνια

σαν ανοιξιάτικο λιβάδι αναστενάζεις

και λες τα χέρια σου σηκώνοντας προς το ταβάνι «Δόξα σοι ο Θεός»

Για κάτι τέτοια σ’ αποπαίρνουμε σε στέλνουμε στο διάολο

με δαγκωμένη την καρδιά σε σπρώχνουμε όπως

πόρτα παραθυρόφυλλο καρέκλα. Επιβάλλοντας

απότομα διαστήματα σιωπής ελπίζουμε

να μαχαιρώσουμε τον πόνο μας

κι αντί γι’ αυτόν εσένα μαχαιρώνουμε

με βάναυσες κι όμως στο βάθος συντριμμένες φράσεις

σου σπάμε τη μιλιά όπως σπάμε μουσική γλυκιά γυρίζοντας

το διακόπτη του ραδιοφώνου απότομα

μέσα στη μοναξιά

μ’ έξαλλο φέρσιμο σχεδόν απελπισμένο.

Μάνα εκείνο που λέμε απλώς καρδιά

Χρειάζεται όλου του κόσμου τον παλμό για να μπορεί

να πάλλει

στα μέτρα του μέλλοντος.(..)

Θ. Γκόρπας

*

Κι ύστερα τόσα και τόσα και τόσα ακόμη.

Το βιβλίο στο κομοδίνο, το μελομακάρονο στις δύο τη νύχτα, η γάτα που γουργουρίζει. Πόσα καραφάκια ρακές προλαβαίνουμε να πιούμε; Πόσους Jack White προλαβαίνουμε να κολλήσουμε σε πόσες Μπέλλου; Πόσους δεν προλαβαίνουμε να δούμε στο καφέ με τη φτηνή μπύρα και το ονειρικό Tullamore; Τι αποχαιρετάμε κάθε φορά που μεθάμε; Ποιος εαυτός θάβεται ζωντανός για λίγες ώρες; Σε τι υποτασσόμαστε όταν λέμε «έτσι είναι, δεν μπορεί να γίνει αλλιώς»;

Σκέφτομαι ότι η αγάπη για τις ασυναρτησίες ξεκινάει από την ιδέα ότι μπορώ να περιγράψω τη ζωή με σκισμένες φωτογραφίες, με παζλ ανθρώπων, με διάσπαρτα αστεία, με ξεχασμένα αξέχαστα βουνά και κλειστά πια παραθαλάσσια μπαρ.

Ψάχνω ένα παλιό ποστ ενός αγαπημένου βλόγερ να το τυπώσω να το βάλω στο κομοδίνο και του χρόνου να το σημειώσω στη λίστα με τα δέκα αγαπημένα μου βίβλία. Αλλά έχω χάσει τα bookmarks και η μνήμη δε με βοηθάει. Κάποτε αυτό το ποστ με είχε στείλει στο διάολο. Τώρα δεν υπάρχει πια πουθενά και το βλογ εκείνο έχει κατέβει.

υγ. οι εικόνες από εδώ

3 Σχόλια

Filed under ενδοσκοπικά (λέμε τώρα)

ο Αλ στο σκαμπό

Μια δημοσιογράφος ζηλεύει, κατά κάποιο τρόπο, την νεκρολογία που γράφτηκε για κάποιον Big Al που πέθανε στις 21 Σεπτεμβρίου. Διαβάζω:

He despised canned cranberry sauce, wearing shorts, cigarette butts in his driveway, oatmeal, loud-mouth know-it-alls, Tabasco sauce, reality TV shows, and anything to do with the Kardashians…

(..)

He also loved milk shakes, fried shrimp, the Steelers, the Playboy channel, Silky’s Gentleman’s Club, taking afternoon naps in his recliner, hanging out at the VFW, playing poker, eating jelly beans by the handful, and his hunting dogs-his favorite being Holly Hill Rip Van Winkle, a loyal beagle that answered to the nickname of Rip…

Big Al was world-renowned for his lack of patience, not holding back his opinion, and a knack for telling it like it is. He was highly proficient at cursing. He liked four-letter words just about as much as four-wheel drive pick-up trucks. He was a connoisseur of banana cream pie and a firm believer that ham sandwiches should only be served on Mancini’s bread. He always told you the truth, even if it wasn’t what you wanted to hear. He was generous to a fault, a pussy cat at heart, and yet he sugar-coated absolutely nothing…

His fondness of spaghetti Westerns was only surpassed by his love of bacon, beer and butter pecan ice cream… Quite a teller of tales, Big Al’s elaborate stories often were punctuated with the phrase, «And that’s when I kicked his ass.» He enjoyed outlaw country music: Waylon, Willie, Hank, Johnny. He was also on a first-name basis with the Four Horsemen of liquor: Jack, Jim, Johnnie and Jose…

Αυτός που έγραψε τη νεκρολογία παίρνει το μικροσκόπιο και κοιτάζει λεπτομερώς τα χούγια και τις επιθυμίες του big Al. Σαν αυτοαναφορικό ποστάκι, σαν άρθρο καλλιτέχνη σε φρι πρες που μιλάει για τον εαυτό του μέσα στην πόλη τα χρόνια που ήταν νέος και σημαντικός. Σα να έχει σημασία το πώς πρέπει να τρώγεται ένα τοστ ζαμπόν. Σα να έχει σημασία η γνώμη ενός κάποιου για τις Καρντάσιανς. Μια μακροσκελής αφήγηση των πιο λεπτών, των πιο ασήμαντων και μπανάλ κομματιών της ζωής ενός big Al. Διαβάζω κι αναρωτιέμαι πως θα προσεγγίσω αυτό το πράγμα, σαν άλλη μια απ’ τις περίφημες αμερικάνικες παλαβομάρες – διαρκείς εξουθενωτικές γιορτές του ασήμαντου – ή σαν μια τρυφερή χειρονομία.

Η ανάγκη κάποιου κοντινού του big Al να μην υπάρχει το παραμικρό περιθώριο παρεξήγησης για τον άνθρωπό του. Θα αφηγηθεί όλες τις λεπτομέρειες ώστε να μην μπορεί κανείς να πει κάτι άλλο, να μη μπορεί κανείς να θυμηθεί κάτι άλλο. Θα ανασυστήσω τον big Al λες και εγώ τον δημιούργησα, εγώ τον έζησα, εγώ τον ήξερα, εγώ τον κατάλαβα. Το έργο ενός καθαρού εγωισμού δηλαδή, που θέλει να αποκλείσει τις υπόλοιπες ερμηνείες, που ακόμη χειρότερα θέλει να απαγορεύσει στον big Al οποιαδήποτε αμφισημία, οποιαδήποτε άλλη πιθανότητα. Θέλει να απαγορεύσει στον big Al τη δυνατότητα να υπάρχει έξω απ’ το βλέμμα του γράφοντος.

Απ’ την άλλη όταν μιλάω εγώ πχ. για την Κομοτηνή του 2002, δεν είναι γιατί επιζητώ την αποκλειστικότητα της ερμηνείας, αλλά γιατί θέλω να σώσω μερικές στιγμές, μερικές μέρες που ήδη, είναι η αλήθεια, έχουν αποσυρθεί όχι μόνο απ’ την πραγματικότητα αλλά κι απ’ την ίδια τη μνήμη. Υπάρχουν θραύσματα που φτιάχνουν ένα παζλ που εξυπηρετεί την εκάστοτε ανάγκη, η μέρα εκείνη όμως, η πολυαγαπημένη, έχει χαθεί.

Όπως και να’ χει, ο συγγραφέας της νεκρολογίας λέγοντας μας ότι ο πεθαμένος ονόμασε το μπιγκλ του από έναν ήρωα ενός παράδοξου διηγήματος ή λέγοντάς μας ότι ο big Al γούσταρε τα φορτηγάκια, τις πίτες με μπανάνα, το κανάλι του playboy ή τον Ηανκ Williams, πιθανόν να θέλει να συγκρατήσει στη ζωή ένα μόνο συγκεκριμένο απόγευμα. Σ’ αυτό το μπαρ που ο μακαρίτης σύχναζε, μπορεί ο συγγραφέας μια Κυριακή απόγευμα να ήπιε δέκα jack Daniels ακούγοντας στο ριπίτ το«lost highway» και ο big Al να έλεγε μια απ’ αυτές τις ιστορίες που τόσο του άρεσε να λέει.

I’m a rolling stone, all alone and lost
For a life of sin, I have paid the cost
When I pass by, all the people say
«Just another guy on the lost highway»

Ίσως λοιπόν το μικροσκόπιο, ίσως οι λεπτομέρειες, ίσως αυτό το μακροσκελές ποστάκι υπό μορφή νεκρολογίας να είναι μόνο μια τρυφερή και απεγνωσμένη προσπάθεια να αντιμετωπίσει ο συγγραφέας το δικό του θάνατο. Τον κανονικό αλλά και το μικρό θάνατο που βρίσκεται εκεί σε κάθε ξύπνημα, κάθε πρωινό. Το μικρό θάνατο που του στερεί – λίγο λίγο, μια ελάχιστη λεπτομέρεια του παρελθόντος τη φορά – ένα ταξίδι στη Φλώρινα, μια αγαπημένη θεία που πέθανε, έναν φίλο που μένει πια μακριά, ένα απόγευμα στο Ποπ και πάει λέγοντας. Ο συγγραφέας, ίσως, προσπαθεί να τα βάλει με αυτό τον ιδιότυπο μικρό θάνατο. Ο ζωντανός προχωρώντας προς το μέλλον πάει να συναντήσει έναν απότομο τερματισμό. Από πίσω του όμως ταυτόχρονα μαζεύεται το χαλί. Το παρελθόν σβήνεται, κομμάτια αφαιρούνται, έτσι που αν ο κόσμος σου είναι 50 μέτρα, θα’ ναι πάντα 50 μέτρα, όσο κι αν προχωρήσεις. Γιατί εσύ μπορεί να ζήσεις άλλα είκοσι χρόνια μετά το θάνατο του big Al, αλλά τί να το κάνεις αν εντωμεταξύ έχεις ξεχάσει τη φράση με την οποία έκλεινε τις ιστορίες ο big Al. Ο big Al ήταν λίγο απ’ τη ζωή σου. Αν χαθεί αυτή η φράση έχεις χάσει καμιά πενηνταριά απογεύματα.

Μπορεί λοιπόν ο τρόμος του ανθρώπου που κάθισε μπροστά στο πληκτρολόγιο να γράψει μια τυπική νεκρολογία, να μας έδωσε αυτή την τρυφερή και πικρή απόπειρα να αποχαιρετίσουμε μεν τον big Al αλλά να κρατήσουμε και κάτι, να μείνει ζωντανό κάτι τέλος πάντων, μπας και δεν αδειάσει το σκαμπό του Al στο μπαρ.

-//-

«Αυτή η αιωνιότητα μιας χρήσης, που είναι η κάθε μέρα – μολονότι δεν παραλείπει να επανέρχεται, πάλι και πάλι, ξανά μανά – είναι με νοίκι, ορίζει αυστηρές προθεσμίες και δεν αναγνωρίζει κανένα ενοικιοστάσιο».

Κωστής Παπαγιώργης.

3 Σχόλια

Filed under ενδοσκοπικά (λέμε τώρα)