Category Archives: εκβάτανα

η c.g. είναι παντού, είναι πολλές

ποστίδιο παρασκευασμένο για τους φίλους του διαδικτυακού Εκβάτανα και τη στήλη kino montag

The city of your final destination

[Παίζουν: Omar Metwally as Omar Razaghi // Alexandra Maria Lara as Deirdre Rothemund // Charlotte Gainsbourg as Arden Langdon // Laura Linney as Caroline Gund // Anthony Hopkins as Adam Gund // Hiroyuki Sanada as Pete]

Ο Omar είναι καθηγητής φιλολογίας. Ο Omar θέλει να γράψει τη βιογραφία του συγγραφέα Jules Gund. Τον βλέπουμε να λαμβάνει την επιστολή των οικείων του, με την οποία τον πληροφορούν ότι δεν δίνουν την (κατά κάποιο τρόπο) εξουσιοδότηση να προχωρήσει.

Ο Omar είναι αγχωμένος και υπερβολικά διακριτικός, έχει μια αμήχανη, σαστισμένη φάτσα και περισσότερο τραυλίζει και χαμογελάει παρά μιλάει. Είναι ένας φοβισμένος άνθρωπος. Η σύντροφός του πάλι, η Deirdre, είναι ακριβώς το ανάποδο. Σίγουρη, πρακτική, λογική, ψύχραιμη, αποφασιστική. Μπορεί να προγραμματίζει και να οργανώνει με θαυμαστή ευκολία και υπευθυνότητα ένα μακρινό ταξίδι, μια σταδιοδρομία (τη δική της ή τη δική του), την ώρα του σεξ. Η ομορφιά της είναι βέβαιη. Ο ευνουχισμός του συντρόφου της επίσης.

Έτσι, αφού διαβάσουν την αρνητική επιστολή, αυτή του λέει να πάνε να συναντήσουν την οικογένεια του συγγραφέα στην Ουρουγουάη.

– Παίζεται η καριέρα σου, το PhD σου, η δουλειά σου. Αν δεν γράψεις το βιβλίο δεν θα σου ανανεώσει το πανεπιστήμιο τη σύμβαση. Τότε τί θα κάνεις;

– Τίποτα, απαντάει ο Omar και πάνω σ’ αυτό το τίποτα θα χτιστεί ολόκληρη η ταινία. Η απειλή της Deirdre μοιάζει σα χαστούκι στο πρόσωπο του Omar. Τα χαστούκια βέβαια, έχουν περίεργα αποτελέσματα. Άλλοτε πονάνε, άλλοτε ξυπνάνε το εμβρόντητο θύμα.

Η ταινία είναι τα πρόσωπά της.

Η οικογένεια του Jules Gund, αποτελείται απ’ τη σύζυγο, την ερωμένη και την κόρη της, τον αδερφό του συγγραφέα και τον εραστή του. Μέσα στα πρώτα πέντε λεπτά της παραμονής στο Ότσος Ρίος, την έκταση στην οποία βρίσκεται το σπίτι του Gund, θα έρθω αντιμέτωπος με δύο εξαιρετικές ερμηνείες. Η Charlotte Gainsbourg και η Laura Linney, ερωμένη και σύζυγος, δίνουν το πρώτο σπρώξιμο στην ταινία, που μέχρι τότε πάει μάλλον ασθμαίνοντας.

Η Gainsbourg, ως συνήθως, ίσα που αγγίζει το έδαφος όταν περπατάει. Ένα αερικό, ένα εύθραυστο, αλαφροΐσκιωτο πλάσμα που σε πείθει εξαρχής ότι πρέπει να παραιτηθείς απ’ την ταινία, για να αφοσιωθείς σ’ αυτήν. Δεν μπορεί να εξηγηθεί με επιχειρήματα η δύναμη που ασκεί αυτό το πρόσωπο. Μένει μόνο η ερώτηση, πώς ο Αντίχριστος του Τρίερ μπορεί να είναι ταυτόχρονα αυτή η πανάλαφρη φιγούρα που αρκεί λίγο να φυσήξει για να χαθεί μια για πάντα απ’ τον κόσμο.

Η Linney, ντυμένη υπέρκομψα και εξεζητημένα, μέσα στην απόλυτη ερημιά. Καπνίζοντας με απαράμιλλο στιλ, κοιτάζοντας ατέλειωτες ώρες τους πίνακές της, ακούγοντας Francis Poulenc (http://blo.gr/5sh ).

Ο Hopkins, αδερφός του συγγραφέα. Η γλυκιά παρακμή, η ωραία και πικρή ζωή. Η αγάπη για τις λέξεις μοιάζει τόσο μεγάλη, που αποβαίνει μεγαλύτερη και απ’ την έννοια για το περιεχόμενο. Η αγάπη με τον Hiroyuki Sanada πάλι, αποβαίνει μεγαλύτερη απ’ όλα. Το περασμένο μεγαλείο ξέρει αν μη τι άλλο, ότι η ζωή είναι απλή. Και δεν αξίζει τίποτα άλλο παρά η επιθυμία. Πίνουμε παρέα το πρώτο ποτήρι της βραδιάς.

Η ταινία είναι οι σκόρπιες στιγμές της.

***

Ο Hopkins δείχνει ένα φουλάρι στον Sanada. Το τυλίγει στο λαιμό του, κοιτάζεται στον καθρέφτη, λέει

– Πρέπει να ήμουν πολύ ευτυχισμένος τότε, αλλιώς πώς θα αγόραζα ένα τόσο όμορφο πράγμα.

Η Βενετία το 1966. Ένας ωραίος τόπος να είσαι ευτυχισμένος. Ένας ωραίος τόπος να αγοράσεις ένα τέτοιο φουλάρι. Αν κοιτάξεις τη ντουλάπα σου, να δεις ποιά ρούχα, που δε σου κάνουν πια, επιμένεις να φυλάς σε κάποιο απ’ τα πάνω ράφια, ίσως συναντήσεις κάποια απ’ αυτές τις ωραίες εποχές. Τη Βενετία του 1966. Το Παρίσι του 1968. Το Σαν Φρανσίσκο του 1970. Την Κομοτηνή του 2000. Την Αθήνα του κάποτε ή ακόμη και του τώρα.

***

Ο Hopkins δείχνει ένα φιλμάκι με τους γονείς του. Αριστοκρατικά αποσπάσματα της ζωής πριν έρθουν στην Ουρουγουάη. Ύστερα λέει

– Απ’ όταν έφυγαν απ’ τη Γερμανία δεν ξαναμίλησαν ποτέ γερμανικά. Ούτε καν ο ένας στον άλλο.

Η εγκατάλειψη της μητρικής γλώσσας, μοιάζει δυσκολότερη απ’ την απόσταση απ’ τη Γερμανία. Οι σκηνές, οι περιγραφές της καθημερινότητας, των μικρών συνηθειών, της βόλτας, της βραδινής εξόδου. Όλα περνούν μπροστά απ’ τα μάτια αυτών που βλέπουν το φιλμάκι. Το ασπρόμαυρο παρελθόν όμως δεν σημαίνει και πολλά για τους παριστάμενους. Άλλωστε, κανείς δεν ξέρει πώς να μιλάει γερμανικά. Η γλώσσα που ξέρουν είναι η πικρή, ειρωνική και αποστασιοποιημένη γλώσσα με την οποία επικοινωνούν μεταξύ τους. Η μητρική τους γλώσσα είναι πνιγμένη, αλαζονική, σαρκαστική, απόμακρη. Γιατί είναι ίδια τους η οικογένειά που είναι ξένη.

***

Ο Omar προσπαθεί να τους πείσει να αλλάξουν άποψη. Η Gainsbourg έχει συμφωνήσει ήδη. Έχει συμφωνήσει απ’ την στιγμή που είδε τον Omar, απ’ τη στιγμή που οι λειψές μέρες της βρήκαν το υπόλοιπο που έλειπε. Ο έρωτας καθαρίζει κατά το 1/3 για τον Omar. Ο Hopkins πάλι, προτείνει μια ανταλλαγή. Να μεταφέρει κρυφά στις ΗΠΑ και να πουλήσει γι’ αυτόν τα κοσμήματα της μάνας του που κρυφά είχε φυλάξει. Ο Omar δέχεται. H Deirdre πάλι όχι. Πηγαίνει να αντιμετωπίσει τον Hopkins σε μια όμορφη σκηνή, στην οποία μοιάζει να έρχεται αντιμέτωπος ο στριφνός ρεαλισμός με το ευγενές μπάχαλο. Η Deirdre πετάει βαριά κομμάτια τσιμέντο – ατόφια ανυπόφορη λογική, προς τον Hopkins που απαντάει με εξυπνάδες, εριστικές, ακριβείς και υπερβατικές. Τον ρωτάει αν συνειδητοποιεί ότι αυτό που ζητάει είναι παράνομο.

– Is it legal? No, it’s moral. O Hopkins μέσα σε μια φράση αντιστρέφει την βουλγαράκειο αθλιότητα, για να μας δείξει ότι κανένα αίνιγμα δεν λύνεται από άρθρα κάποιου νομικού κείμενου. Η νομιμότητα δεν είναι τίποτα άλλο από μια παγίδα, μια στενή οδός που κλείνει όλα τα περάσματα προς αυτή την άλλη ζωή, που κάθε μικρό παιδί ξέρει και κάθε ταξιδιώτης ονειρεύεται. Απ’ τον Ντουρούτι στον κινηματογραφικό D.D.Lewis κι απ’ τον τελευταίο άστεγο της Κλαυθμώνος μέχρι τους ήρωες των βιβλίων του Πετρόπουλου, όλοι τους καταλαβαίνουν εύκολα τί εννοεί ο Hopkins. Η ζωή ρυθμίζεται απ’ τη νομιμότητα, αλλά στις πιο κρίσιμες ώρες δεν μπορεί παρά να ξεφύγει απ’ αυτήν.

***

Η Deirdre πηγαίνει στην Ουρουγουάη για να συναντήσει τον Omar. Ο Omar είναι στο νοσοκομείο, τσιμπημένος από μια μέλισσα και χτυπημένος από μια πτώση από σκάλα. Η Deirdre ευχαριστεί τον γιατρό που γιάτρεψε τον σύντροφό της. Ο γιατρός την κοιτάζει, ύστερα θυμάται την Gainsbourg, που έφερε στο νοσοκομείο τον Omar τις πρώτες μέρες. Ο γιατρός, σε αντίθεση με την συντριπτική πλειοψηφία των αληθινών γιατρών, στάζει σοφία σε κάθε του λέξη.

– Thank me? No. I didn’t cure him. It is the beauty of women that cured him.

H Gainsbourg είχε προειδοποιήσει την Deirdre ότι οι άντρες εδώ είναι περίεργοι, θέλουν να βλέπουν σε κάθε γυναίκα κάτι άλλο. Η Gainsbourg δεν της είπε ότι εδώ, στην Ουρουγουάη, οι άντρες, οι γιατροί όταν ανοίγουν το στόμα τους, δεν αναπαράγουν ιατρικά ανακοινωθέντα ή αλλόκοτους επιστημονικούς όρους. Εδώ, απλώς λένε την αλήθεια.

***

Ο Omar ρωτάει τον Hopkins αν του έχει λείψει ο υπόλοιπος κόσμος, εδώ που είναι κλεισμένος. Ο Hopkins, ως άλλος έγκλειστος στα δεκάδες passwords των social media, ως απολογητής όλων όσων αγαπάνε ακόμη τις ερημικές παραλίες και τα χωριά στα οποία φτάνεις μόνο μετά από στροφές και φιδίσιους δρόμους, λέει

– Το να είσαι εκεί (σ.σ. μέσα στις πόλεις), σημαίνει ότι πρέπει να ενδιαφέρεσαι ή να παριστάνεις ότι ενδιαφέρεσαι για την πολιτική, τη μόδα, τον αθλητισμό. Είναι εξοντωτικό. (exhausting η ακριβής λέξη)

***

Η Deirdre συνεχίζει να περιφέρει το στητό κορμί της, κάνοντας παρατηρήσεις στον σύντροφό της, ηθικολογώντας στον Hopkins και γενικώς, επιμένοντας να σέρνει απ’ το μανίκι μια ζωή περισσότερη απ’ αυτή που της αναλογεί. Ο Hopkins για άλλη μια φορά είναι συντριπτικός.

– Someday you will regret having come all the way to S. America and not involving yourself in what you encounter here.

Σε δύο γραμμές η διάκριση μεταξύ τουρίστα και ταξιδιώτη, τακτοποιημένου και ερωτευμένου, ζόμπι και ζωντανού. Υπερβολές θα πεις, αλλά είναι που όλο σκέφτομαι το ίδιο εκείνο ποτάμι που περνάει απ’ τα χέρια μας χωρίς να πιούμε τη στάλα που μας αναλογεί. Ή τον Φιλέα Φογκ που πίνει με τις χούφτες: «Ο Βερν μπορεί να νόμισε ότι αυτό ήταν πρόσχημα για να γράφει ο ίδιος, αλλά ο Φιλέας Φογκ τον γέλασε, γιατί ο ίδιος έκανε το γύρο του κόσμου, ενώ ο Βερν δεν κουνήθηκε από το σπίτι του». (Χ. Βακαλόπουλος – Υπόθεση Μπεστ Σέλερ)

Η ταινία τελειώνει

και δεν έχω εξηγήσει τι έγινε. Αλλά ας πω μόνο αυτό. Η εξουσιοδότηση για την βιογραφία δίνεται. Ο Hopkins συνεχίζει να ζει ερωτευμένος παρέα με τον Sanada. Ο Sanada εξακολουθεί να μη θέλει άλλη ζωή παρά αυτήν, την γεμάτη έρωτα με τον Hopkins. Η Linney, ολοζώντανη πλέον, βλέπει πια όπερα στην Μαδρίτη. Αυτό το παλιοτόμαρο ο Omar κερδίζει όλα τα στοιχήματα, αφού όχι μόνο δεν γράφει την αυτοβιογραφία, ενώ θα μπορούσε, αλλά παίρνει και την Gainsbourg.

Αλλά όλη η ουσία του έργου δεν βρίσκεται στο τύχη του κάθε ήρωα. Δεν βρίσκεται στο ανέκδοτο χειρόγραφο του νεκρού συγγραφέα. Δεν βρίσκεται στο έργο που παλεύει με τις φλόγες. Έτσι κι αλλιώς, έχω καταλήξει από καιρό, δεν υπάρχει Λογοτεχνία, που να κερδίζει τον οποιοδήποτε αγώνα με το παράταιρο και μαγικό χαμόγελο της Gainsbourg.

Όλη η ταινία, όπως την είδα τουλάχιστον, βρίσκεται εκεί προς το τέλος. Ο Omar επιστρέφει στην Ουρουγουάη μετά από μήνες. Στην αρχή όμως αντιμετωπίζει την απόρριψη της Gainsbourg. Ζητάει τότε την συμβουλή του Hopkins. Αυτός είναι πια σχεδόν μη σάρκινος. Μοιάζει περισσότερο με την ίδια αίσθηση που πλημμυρίζει τους περαστικούς όταν περπατούν στις άκρες του ποταμού και στις καυτές αμμουδιές. Ανοίγει το ουισκένιο στόμα του και πυροβολεί τον Omar, για να τον αναστήσει.

Omar: What should I do?

Hopkins: Go see her again.

O: But what if she tells me to leave again?

H: Then come back here and tomorrow try again, and the day after that, and the day after that.

Αλληλούια. Υμνείτε την Gainsbourg σας.

Advertisements

1 σχόλιο

Filed under εκβάτανα, κινηματογραφικά

να βγαίνεις απ’ το όνειρο

ποστίδιο που φόρτωσα στους φίλους στα Εκβάτανα

[φιλική προειδοποίηση: ακολουθεί κακότεχνο σεντόνι που ατύχησε (και προς στιγμήν είπα να το θάψω), αλλά όπως λένε στο χωριό μου, ήταν όλα τους παιδιά μου]

Οδηγώντας στην οδό Αιγαίου, περνάνε κάτω απ’ τα πρώτα πανό. Τα γνωστά λευκά (για την ακρίβεια έχουν χρώμα τσουβαλιού), με τα κόκκινα και μπλε γράμματα. Το όνομα του υποψήφιου γραμμένο με κεφαλαία και δίπλα συνήθως η φράση «η πόλη αλλάζει». Φέτος, παρατήρησαν ότι χρησιμοποιείται αρκετά το ρήμα συμμετέχω. Ακόμη και ο Κακλαμάνης στο κιόσκι που έστησε έξω απ’ το μετρό του Συγγρού Φιξ έχει υιοθετήσει αυτή την τόσο παράδοξη λέξη. Με μπλε γράμματα γράφει: «Αθήνα, πόλη της ζωής μας. Συνεχίζουμε – Συμμετέχουμε». Σ’ αυτό το σημείο γίνονται μάρτυρες μιας επαναλαμβανόμενης αλλά εντελώς αχώνευτης αθλιότητας. Τα πολιτικά κόμματα και τα γραφεία τύπου τους, δηλαδή οι τηλεοπτικοί σταθμοί (αυτή η πρόταση διαβάζεται και ανάποδα), οικειοποιούνται έναν όρο, μια φράση και διαστρέφουν το νόημα της, στερώντας της κάθε σημασία. Η συμμετοχή γίνεται εθελοντικός καθαρισμός δάσους, τηλεφώνημα σε κάποια υπηρεσία της εφορίας, ανοιχτή διαβούλευση για ένα προαποφασισμένο νομοσχέδιο, ψήφος μέσω sms για το ποιος θα φύγει απ’ το σπίτι. Παρεμπιπτόντως, η πρώτη έννοια που εξατμίστηκε ήταν το σπίτι. Ο συνδυασμός του δήμαρχου της Αθήνας, εξαπολύει λοιπόν τώρα το σύνθημα «συνεχίζουμε – συμμετέχουμε». Το σύνθημα είναι ακίνδυνο, ακριβώς όπως το επιθυμούσε η «πόλη της ζωής μας» εξαρχής.

Κάθονται στο μπαλκόνι. Δεν μπορούν να αποφασίσουν αν φταίνε τα τσίπουρα, το δροσερό αεράκι που έπιασε ξαφνικά ή η διπλανή πολυκατοικία που αποτελεί απ’ ότι φαίνεται τον τόπο που κρύβει μια ατέλειωτη σειρά από όμορφες γυναίκες. Είναι όμως ξαφνικά αισιόδοξοι με έναν αόριστο, αλλά εντελώς χειροπιαστό τρόπο. Νομίζουν δεν τους χωράει η καρέκλα. Θέλουν να πάρουν τους δρόμους. Θέλουν να είναι ηθοποιοί, οργανοπαίκτες, ταχυδακτυλουργοί να κατέβουν στην πλατεία και να δώσουν την παράσταση της ζωής τους. Θέλουν να κατέβουν στο απέναντι πεζοδρόμιο και να παίξουν ένα ματς, με δοκάρι απ’ τη μια, την ταμπέλα του φαρμακείου και απ’ την άλλη, την πινακίδα «απαγορεύεται η δεξιά στροφή». Το τηλέφωνο όμως τους χαλάει τα σχέδια. Η φωνή στο τηλέφωνο σχολιάζει τα πανό των συνδυασμών. Η φωνή στο τηλέφωνο είναι η φίλη που σε σπρώχνει απ’ το βραχάκι όταν σκέφτεσαι μήπως δεν πρέπει να βουτήξεις από τόσο ψηλά. Να βουτήξεις.

«Κάτι πρέπει να κάνουμε». Η φωνή στο τηλέφωνο δεν σχολιάζει πια. Η φωνή στο τηλέφωνο είναι μια άβολη, ενοχλητική υπενθύμιση. Δεν αρκεί μόνο το να γελάς με την κακογουστιά του υποψήφιου που σε κοιτάζει μέσα από τα βάθη του Photoshop. «Κάτι πρέπει να κάνουμε», επαναλαμβάνει με ρυθμούς επαναληπτικής καραμπίνας και σταματάει μόνο όταν μέσα απ’ το «να κάνουμε», ξεπηδάει ένα ηχηρό «το βρήκα». Το τηλέφωνο έκλεισε και πριν προλάβει να μεταφέρει την απορία του στην υπόλοιπη παρέα, άκουσε το κουδούνι.

17 Σεπτεμβρίου

Ο Λ. σκέφτεται:

Ούτε κι εμείς ξέρουμε πώς και γιατί πειστήκαμε. Η φωνή στο τηλέφωνο, η Κ. δηλαδή, εκείνο το βράδυ μας ανακοίνωσε ότι θα κατέβουμε στις δημοτικές εκλογές. Στο μικρό της λόγο, ανέφερε, ότι δεν κατεβαίνουμε για να βγούμε και πώς θα μπορούσε να γίνει αυτό άλλωστε. Απλά θα θέσουμε κάποια ζητήματα και θα προσπαθήσουμε να αλλάξουμε τον τρόπο που γίνεται η συζήτηση. Κανείς μας δε ρώτησε τί εννοούσε μ’ αυτό. Δεν υπήρχε λόγος. Η Κ. έλεγε αυτό που όλοι ήξεραν μετά από τόσο τσίπουρο. Ωραίο το μπαλκόνι, αλλά τα θαύματα συντελούνται στους δρόμους.

24 Σεπτεμβρίου

Ο άντρας με τα μούσια και τις αστείες γκριμάτσες σκέφτεται:

Στο σαλόνι βρίσκονταν καμιά εικοσαριά άτομα. Για την επόμενη φορά θα πρέπει να βρούμε άλλο χώρο, μεγαλύτερο. Η συζήτηση είναι χαώδης, αναμενόμενο. Τους πρότεινα μια συγκεκριμένη διαδικασία, μπας και καταφέρουμε να πούμε δυο κουβέντες. Ανέφερα το «προχωράμε ακούγοντας» ζητώντας να το εφαρμόσουμε στις συναντήσεις μας. Σε κάποιους έφερε χαμόγελα, ενώ άλλοι φάνηκε να δυσανασχετούν. Οι διαφωνίες μας συναγωνίζονταν τα άστρα αυτού και του επόμενου γαλαξία. Προσπάθησα με κανένα δυο αστειάκια και πολύ ευγενικό τρόπο, να τους εξηγήσω ότι μ’ αυτόν τον τρόπο θα μιλήσουμε όλοι. Ξεκινήσαμε, παρά τα ξινισμένα μούτρα του κοριτσιού με το πολύχρωμο φόρεμα και του διπλανού της, για τον οποίο ήξερα μόνο ότι δούλευε στο δήμο. Η διαδικασία, γνωστή και απλή. Ο καθένας άκουγε το διπλανό του για δύο με τρία λεπτά κι ύστερα άλλαζε θέση, έτσι που στο τέλος είχαν καθίσει όλοι μεταξύ τους κι όλοι είχαν ακούσει όλους. Ύστερα η Κ. ανέλαβε να κάνει για όλους μια σύντομη σύνοψη. Διατυπώθηκαν δυο τρεις ενστάσεις, αλλά τίποτα το ιδιαίτερο. Στο τέλος, η σύνοψή της ήταν η βάση για τις επόμενες μέρες.

1 Οκτωβρίου

Ο Τ. σκέφτεται:

Διασκεδάζω όσο ποτέ. Απ’ το ΚΚ, με ρώτησαν εχτές, από πού είμαστε. Αν έχουμε σαφές πολιτικό στίγμα, αν είμαστε κάποια ΜΚΟ και αν καταδικάζουμε τις πολιτικές της ευρωπαϊκής ένωσης. Με κοίταζαν λες και ήμουν ασφαλίτης στο μέσο της πορείας. Στη σκηνή που στήνουν τα μάτια τους, ενσαρκώνω με επιτυχία το ρόλο του ταξικού εχθρού. Στο τέλος μου έδωσαν και ένα φυλλάδιό τους. Θαύμασα την γραμματοσειρά (κεφαλαία, bold, τουλάχιστον 24) κι έφυγα χαζογελώντας. Κάτι φίλοι απ’ το Σύριζα/συν ή όπως αλλιώς τον λένε αυτές τις μέρες, με ρωτάνε τί κάνουμε. Αν είμαστε κίνημα πόλης, αν είμαστε με τον Αλαβάνο ή γιατί δεν πήγαμε σ’ αυτούς για κάποιου είδους συνεννόηση. Θα ήθελα να τους πω ότι εμείς δε θέλουμε συνεννόηση, γιατί σκοπός μας είναι να διαλυθείτε. Να διαλυθούν οι δομές, οι μηχανισμοί και οι εσωκομματικές διαδικασίες σας.

Φαντάζομαι να ανακοινώνω με στόμφο ότι εμείς αν βγαίναμε, θα καταργούσαμε το δημοτικό συμβούλιο. Οι αποφάσεις θα παίρνονταν από όλους, στις γειτονιές. Τα ελάχιστα απαιτούμενα αξιώματα θα δίνονταν με κλήρωση για το πολύ έξι μήνες. Έχω αρχίζει και χαχανίζω περνώντας μπροστά απ’ την καφετέρια με τα μπεζ καναπεδάκια και την τεράστια τζαμαρία. Φαντάζομαι πλέον καθαρά το υπαρξιακό άγχος του νυν δημάρχου, βλέποντας μια συνέλευση στην οποία συναποφασίζουν οι εξής μυθικές φιγούρες: ο κύριος Νίκος, ιδιοκτήτης μανάβικου, μανιακός ρατσιστής και με μεγάλη αδυναμία στον Ονουάτσι, ποδοσφαιριστή αυτή τη στιγμή στην ομάδα της πρώην πατρίδας του, την Καβάλα. Η κυρία Μαρία Παντζαροπούλου, νοικοκυρά, θρησκόληπτη και προστάτρια των αδέσποτων σκύλων της γειτονιάς. Ο κύριος Κώστας, περιπτεράς, παλιός αριστερός, διαβάζει εφημερίδες μονολογώντας «α ρε κερατάδες». Ο Μιχάλης, οικοδόμος απ’ την Αλβανία και κάτοχος του ρεκόρ κατανάλωσης μπύρας πριν τις 9 το πρωί.

Η συνέλευση της γειτονιάς μου είναι ένας μαγικός τόπος, απ’ τον οποίο εξορίζονται μόνο, όσοι για να μιλήσουν πρέπει να διαβάσουν από μέσα. Η συνέλευση της γειτονιάς μου είναι ένα χάος ασυναρτησιών, το βασίλειο της ευθύνης.

Από πού είστε, επιμένει ο φίλος μπροστά από την κόκκινη αφίσα. Απ’ το μπαλκόνι με τα τσίπουρα.

7 Οκτωβρίου

Η Κ. σκέφτεται:

Είμαστε λίγοι, λέω συνεχώς από χτες το βράδυ. Μια εικοσαριά άνθρωποι που δεν μπορούν να μιλήσουν μια κοινή γλώσσα μεταξύ τους. Πώς θα μιλήσουμε στους άλλους; Μας λείπει το πολιτικό υπόβαθρο, η γνώση, ο μηχανισμός. Αναρωτιέμαι αν κάναμε καλά και μόνο που ξεκινήσαμε κάτι τέτοιο. Φοβάμαι μήπως είμαστε άλλο ένα μαγαζάκι στη σειρά, στην πλατεία που περνάει αδιάφορος ο κόσμος. Δεν υπάρχει χειρότερο αίσθημα, απ’ αυτό που σου πέφτει στο κεφάλι, όταν νιώθεις πως σ’ αρέσει, έστω για λίγο, να διευθύνεις. Ζούμε, αποφασίζουμε, πορευόμαστε κάθετα. Ο Καρυωτάκης μας αφιερώνει το ίδιο κατακόρυφο ποίημα απ’ το 1927. Το φαντασιακό μας είναι ένα στενό κοστουμάκι. Θα έπρεπε να ήμαστε ανώνυμοι καλλιτέχνες, αν θέλαμε να αλλάξουμε οριστικά την οπτική μας. Χρησιμοποιούμε την ίδια αριθμητική, την ίδια γραμματική με τα ανθρωπάκια που στέλνουν πολύχρωμα φυλλάδια και παγωμένα χαμόγελα στις εισόδους των πολυκατοικιών. Μας αρέσει να παριστάνουμε τους ρήτορες με τη φτώχεια των άλλων.

Έφτασα στο αλσάκι, όπου είχαμε κανονίσει τη συνάντηση με κατεβασμένο κεφάλι. Όταν το σήκωσα, δεν ψέλλισα τη λέξη παραίτηση. Είπα μόνο δυνατά, σα να το έλεγα στον άσχημο εαυτό μου, δεν είμαστε λίγοι.

10 Οκτωβρίου

Ο Δ. σκέφτεται:

«(..) ζωή χτισμένη με ταξί κρασιά τσιγάρα κι αποτσίγαρα

καταναλωθέντα χέρια υπονοούμενα και βλέμματα…

Ακόμη ονειροπολώ για όλους μια ωραιότερη ζωή

ίσως για τη δική μου ευχαρίστηση κι αυτό δεν είναι λίγο…

Χτενίζουμε το θάνατο χτενίζοντας τα μαλλιά μας

τελειώνει η μέρα τελειώνει η νύχτα

τελειώνουν τα φιλιά μας που ποτέ δε δόθηκαν..»*

Να τα δόσεις επιτέλους, ρε ξεφτίλα.

25 Οκτωβρίου

Η Β. σκέφτεται:

Ο κόσμος δεν έρχεται πια στις συναντήσεις. Κουράστηκαν, τους κουράσαμε μ’ όλες τις παράτες μας για αυτοδιαχειριζόμενες επιχειρήσεις και κοινά ταμεία και μαθήματα. Ίσως έφταιγε κι ο Τ., που άρχισε να τους λέει για τις λαϊκές συνελεύσεις στην κατοχή. Εξαπέλυε λέξεις και ιδέες σαν οβίδες, σ’ ανθρώπους που ακόμη νιώθουν στην εσωτερική τσέπη να καίει το από πριν σταυρωμένο ψηφοδέλτιο του πασοκ. Μπορεί και να τους τρομάξαμε, που τους ζητούσαμε κάθε λίγο και λιγάκι να είναι εκεί, να δηλώνουν το παρόν. Οι δουλειές τρέχουν, δεν προλαβαίνουμε να τις φτάνουμε στη στροφή κι ύστερα πάλι μας προσπερνούν. Όλοι νιώθουμε να μας έχει προσπεράσει, κάτι που τρέχει στο πλάι μας. Μοιάζει με τη σκιά μας, μα ζυγίζει διακόσιους τόνους.

Η ιδέα να κατέβουμε στις εκλογές ήταν λάθος. Δεν χρειαζόταν. Η όποια δουλειά από μας, έπρεπε να περιοριζόταν στις γειτονιές, στην πραγματική ζωή. Τί δουλειά έχουμε να μπλέκουμε με τους θεσμούς και τα δημαρχεία; Με τα άκυρα και τους σταυρούς; Έβλεπα στο αλσάκι τις προάλλες τους ανθρώπους και έλεγα «αυτό είναι». Συγκίνηση έσταζε απ’ το στόμα και τα μάτια μου. Κάθισα λίγο παραπέρα, να μη με καταλάβουν. Παρατηρούσα την Κ. που χόρευε με κάτι κυρίες απ’ τη γειτονιά της. Φουστάνια πήγαιναν πέρα δώθε, χόρευαν κι αυτά όπως μπορούσαν. “If I can’t dance, I don’t want to be part of your revolution”. Μου το θύμισε λίγο αργότερα η Κ.

31 Οκτωβρίου

Ο Π. σκέφτεται:

Καλύτερα έτσι. Η παραίτηση ήταν η πιο λογική απόφαση. Δεν υπήρχε νόημα να κατέβουμε. Αυτό που θέλαμε να πούμε το είπαμε και με το παραπάνω. Κοιτάζω το σλόγκαν στην αφίσα: «αλλάζουμε τον κόσμο, χωρίς να θέλουμε να πάρουμε την εξουσία». Δεν έχω αποφασίσει ακόμη αν συμφωνώ. Τη μια στιγμή με κυριεύει η ηττοπάθεια, η αίσθηση του αναπόφευκτου της αποτυχίας. Είμαστε πολύ αδύναμοι και πολύ μέσα σ’ αυτό το χαμό για να μπορούμε να μιλήσουμε ή να κάνουμε κάτι γι’ αυτό. Πριν απ’ όλα νιώθουμε ένοχοι που η ζωή συνεχίζεται με τέτοιους ρυθμούς. Πριν απ’ όλα νιώθουμε νικημένοι.

8 Νοεμβρίου

Έκλεισε το μπαρ. Επιστρέφουν σπίτι περπατώντας νιώθοντας στο στομάχι τους το άγιο κονιάκ να διανυκτερεύει. Η Κ. περπατάει λίγο πιο μπροστά απ’ τους υπόλοιπους. Τη βλέπουν να στέκεται έξω απ’ το φαρμακείο. Διαβάζει ένα χαρτί κολλημένο στο πλάι της πόρτας. Μαζεύονται και οι άλλοι γύρω της. Τα μάτια τους χορεύουν με τις λέξεις.

Διαβάζουν για «την Τετάρτη 10 Νοεμβρίου», για «συνάντηση της γειτονιάς», για «6 το απόγευμα στο προαύλιο του τρίτου δημοτικού». Κάτω κάτω, η υπογραφή: Επιτροπή γειτονιάς.

Οι μεθυσμένοι του μπαρ, οι θαμώνες της λεπτολόγας διαφωνίας, οι θεωρητικοί του «δεν γίνεται τίποτα», οι επικριτές του τηλεοπτικού κοινού, οι επαγγελματίες ανέστιοι, αποκτούν επιτέλους τη μόνη ιδιότητα που έχει αξία. Εκεί, μπροστά σ’ ένα κομμάτι χαρτί, στο πλάι του φαρμακείου, στις δύο η ώρα τη νύχτα, μια παρέα κωλόπαιδα έγιναν ο σπόρος.

* το ποίημα, του Θ. Γκόρπα

13 Σχόλια

Filed under εκβάτανα

Α2

Τέλη Ιουλίου, η στάση στάζει ιδρώτα και απ’ τα μανίκια μας τρέχουν τα τελευταία περισσεύματα υπομονής. Περιμένουμε το λεωφορείο να μας πάει κάπου στην πόλη, που θα μπορούμε ελεύθερα να μετράμε αντίστροφα μέχρι την ημερομηνία που αναγράφεται στο μικρό ορθογώνιο εισιτήριο. Είναι γνωστό, ότι τα μπαρ της Αθήνας απ’ τα μέσα Ιουλίου και μετά, λειτουργούν ως αίθουσες αναμονής. Είναι χώροι, όπου ο καθένας αναγγέλλει προορισμούς και αν ακούσεις προσεχτικά, καταλαβαίνεις ότι όταν το κορίτσι δίπλα σου λέει τζιν, εννοεί Κυκλάδες, ενώ όταν λέει μοχίτο εννοεί Δωδεκάνησα.

Προς το παρόν όμως περιμένουμε απλά στη στάση να περάσει το Α2. Όταν τελικά φτάνει, αντικρίζω αυτούς που δε μετράνε αντίστροφα για κάποια ημερομηνία. Το μπάνιο τους δεν ισοδυναμεί με τον αριθμό μιας Πύλης στο λιμάνι του Πειραιά. Το μπάνιο τους είναι η απογευματινή διαδρομή του λεωφορείου. Α2, Ακαδημία – Βούλα (μέσω Λεωφ. Αμφιθέας). Το Α2, απόγευμα Ιουλίου, παραδίδει μαθήματα γεωγραφίας με μόλις 1€. Μπαγκλαντές, Πακιστάν, Αφγανιστάν, Αλβανία, Νιγηρία, Άγνωστο.

Ένας φίλος πριν λίγο καιρό περιέγραφε ότι κάποιο βράδυ στην Πατησίων, σταμάτησε στο φανάρι δίπλα σ’ ένα τρόλεϊ. Κοίταξε μέσα και είδε ότι ήταν γεμάτο μόνο με Αφρικανούς. Σκέφτομαι ότι αν το τρόλεϊ στην Πατησίων ήταν ένα απ’ τα παλιά κίτρινα σαράβαλα, μπορεί και να διέκρινες κάπου εκεί μέσα, εκείνο τον ωραίο Πολωνό, τον Καπισίνσκυ. Ή αν ήταν τραμ, ίσως, ανάμεσα στα λαϊκά στρώματα, σε Πακιστανούς, μαύρους και Άραβες, να ξεχώριζες τον Σελίν, να παρατηρεί αηδιασμένος και αιωνίως φευγάτος. Όλα αυτά βέβαια, αν ο χρόνος δεν έπαιζε κάποιο ρόλο, αφού σήμερα οι συγγραφείς δε συχνάζουν στα ίδια μέρη με τους περιθωριακούς. Τώρα, παρουσιάζουν τα βιβλία τους στα κεντρικά βιβλιοπωλεία, συνοδεία γαλλικού καφέ και καταξιωμένων παραγόντων της πολιτιστικής ζωής. Με ή χωρίς ωραίους συγγραφείς όμως, οι μετανάστες γεμίζουν τα τρόλεϊ και τον ηλεκτρικό. Οι αυτόχθονες (ή όσοι τουλάχιστον θεωρούν εαυτούς τέτοιους) βολεύονται με ταξί, μετρό και τα γιωταχί τους. Η Γώγου γράφει πια γι’ αυτούς, που δυσκολεύονται να ξεχωρίσουν τις λέξεις της.

«Πάνω – κάτω. Πάνω – κάτω η Πατησίων.

Η ζωή μας είναι η Πατησίων»

Στο Α2, οι μετανάστες που κολυμπάνε στη Βούλα, τον Άλιμο και τη Βουλιαγμένη μισοκοιμούνται στις θέσεις. Κουρασμένοι απ’ τον ήλιο και την αλμύρα μετράνε αντίστροφα μόνο μέχρι το επόμενο μεσημέρι. Τους παρατηρώ. Μια γυναίκα με δύο παιδιά. Ζαΐρ ή Νιγηρία, σκέφτομαι. Κοτσιδάκια και περίεργα πιασμένα μαλλιά. Μπροστά τους κοιμάται κάποιος, προφανώς προερχόμενος απ’ τα ανατολικά, φορώντας μπλούζα Acropolis και καφέ σαγιονάρα οικοδομής. Δυο Αλβανάκια μιλάνε κάπως πιο δυνατά στη γαλαρία. Ασημένιες αλυσίδες και κουρέματα με τσουλούφια. Δύο ξανθοί άντρες, με έντονη θηλυπρέπεια, ντυμένοι εξεζητημένα, αν όχι αλλόκοτα, ανταλλάσσουν ψιθύρους. Οι μετανάστες του 2010 ντύνονται χωριάτες του 1960 ή επαρχιώτες του 1990. Αλλάζουν δυο και τρία λεωφορεία για να φτάσουν στις παραλίες της Αττικής. Κοιμούνται σε ημιυπόγεια στην Κυψέλη και στα ξενοδοχεία του Γιώργου Ιωάννου στα πέριξ της Ομόνοιας και την Αγ. Κωνσταντίνου. Άγνωστοι μεταξύ αγνώστων, ψωνίζουν σε αυτοσχέδια παντοπωλεία στις κάθετες της Αριστοτέλους και στα κινέζικα του Μεταξουργείου. Η Συνοικία το Όνειρο, το 2010, μιλάει περίεργες γλώσσες και μυρίζει άγνωστα μπαχάρια. Σε ένα απότομο φρενάρισμα, το κεφάλι του κοιμισμένου ακουμπάει με δύναμη στο παράθυρο. Ξυπνάει χαμογελώντας. Χαζεύει λίγο το τσίρκο της Συγγρού που τρέχει ακούραστο νύχτα μέρα. Οι τραβεστί περιμένουν μέσα σε παρκαρισμένα τζιπ, καλλιτέχνες με τροπικό μαύρισμα ποζάρουν στις αφίσες των σκυλάδικων, φωτεινές ταμπέλες υπόσχονται μπλε νέον sex, δεκάδες ενοικιάζεται σε τεράστια πανό γεμίζουν τους ορόφους. Ύστερα αποκοιμιέται ξανά, ευτυχισμένος, με το αλάτι να βαραίνει τα μάτια.

Λίγα χρόνια πριν, στο στρατό, πέρασα για ένα διάστημα απ’ το δεύτερο γραφείο. Μέσα στα καθήκοντά μας ήταν να συνεννοούμαστε με το λιμενικό για τους λαθρομετανάστες που έφταναν απ’ την Τουρκία μέσα σε βάρκες, καΐκια και φουσκωτά. Καταγράφαμε σε χαρτιά τους αριθμούς και τις εθνικότητες που πιάστηκαν τη νύχτα. Θυμάμαι κόλλες χαρτί γεμάτες με «Αφγανοί 15» και «Πακιστανοί 22» και «Μπαγκλαντές 4» (αυτό άκλιτο). Που και που δεν καταλάβαιναν την εθνικότητα κάποιου θαλασσοδαρμένου και γράφαμε «Άγνωστοι 2». Άλλες φορές, όταν ζορίζονταν με τον προσδιορισμό, τους έβγαζαν όλους Αφγανούς. Δε βαριέσαι, όλοι αυτοί μοιάζουν, θα πρέπει να σκέφτονταν.

Έτυχε ένα μεσημέρι να βρεθώ εκεί που τους κρατούσαν. Ένα μικρό δωματιάκι με κάτι στρώματα πεταμένα στο πάτωμα. Πέρασα μπροστά απ’ τη μισάνοιχτη πόρτα και τους είδα για λίγα δευτερόλεπτα. Ήταν εφτά – οχτώ άτομα, ο ένας πάνω στον άλλο. Μακριά παντελόνια, βρώμικα καρό πουκάμισα, σκούρα μαλλιά και χωρίστρες στο πλάι. Με κοίταξαν ταυτόχρονα. Με είδαν με τη στολή, ποιός ξέρει τι περίμεναν. Τα μάτια τους έμοιαζαν μικρά, σωστές κουμπότρυπες, λες και χάνονταν μες στο κεφάλι. Τα βλέμματα τους ήταν ολόιδια. «Αφγανοί» είπε κάποιος πίσω μου. Θα τους κατάλαβε απ’ την απελπισία που κρεμόταν απ’ τις μικρές μαύρες κόρες.

Μερικές μέρες μετά, σε κάποια θρησκευτική γιορτή, μου έλαχε να κουβαλήσω μια εικόνα, μαζί με άλλους τρεις φαντάρους, στους δρόμους του λιμανιού. Την κρατούσαμε σαν επιτάφιο, στους ώμους. Θυμάμαι το πλήθος των ντόπιων να σταυροκοπιέται καθώς περνούσαμε. Άνθρωποι που νοικιάζουν δωμάτια ή πουλάνε καφέδες, σουβλάκια, σουβενίρ, μπλουζάκια και αλκοόλ στους δυτικούς τουρίστες που ξερνούν τα ξημερώματα στις γωνίες, λίγα μέτρα απ’ τη σκοπιά. Τους θυμάμαι να σταυροκοπιούνται στη θέα της εικόνας. Ίδρωνα, Ιούλιο μήνα μέσα στη στολή και σκεφτόμουν τις μικρές μαύρες κόρες των απελπισμένων. Ίδρωνα και κοιτούσα τις γριές έξω από μαγαζιά με τα εποχιακά είδη και τις ομπρέλες θαλάσσης να σπεύδουν να δουν την εικόνα. Νόμιζα πως θα βουλιάζαμε μαζί, θρησκευόμενοι ντόπιοι και σιχτιρίζοντες φαντάροι, μέσα σε αυτό το πηγάδι που είχανε για μάτια οι Αφγανοί. Νόμιζα πως αξίζαμε να βουλιάξουμε μαζί, μια για πάντα, μέσα σ’ αυτή την άβυσσο. Κάποτε, την αυτοκριτική μου, διέκοψε ο Ταξίαρχος. Στητός και περήφανος, σχολίασε κάτι για τον τρόπο που περιφέραμε την εικόνα – επιτάφιο. Ήθελα να του πω, κι εσύ στο πηγάδι κύριε Ταξίαρχε. Βαθιά, πολύ βαθιά, στον πάτο.

Μέσα Αυγούστου, διαβάζω ένα κείμενο της Μ. Τζιαντζή με τίτλο «έγκλημα κάτω απ’ την Ακρόπολη» (Πριν 17/8/10- http://blo.gr/2ei). Το παιδί, Αφγανάκι κι αυτό, γυρνάει αιμόφυρτο, με τα ρούχα του σκισμένα. Τα κλάματά του ξυπνάνε τους άστεγους και λαθραίους γονείς. Μέσα Αυγούστου, βλέπω σε κάποια εφημερίδα μια φωτογραφία απ’ τον Έβρο. Μια πινακίδα που γράφει «Νεκροταφείο λαθρομεταναστών». Από πίσω ένα χωράφι και ο ομαδικός τάφος. Στις σωρούς με τα χώματα μοιάζει ασυναίσθητα να ψάχνω τα δύο κορίτσια με τα κοτσιδάκια, τον μισοκοιμισμένο Πακιστανό ή τους άντρες που στριμώχνονταν στο μικρό δωματιάκι. Όμως στην πραγματικότητα, δεν θα μάθω ποτέ, ποιοί είναι αυτοί πίσω απ’ την πινακίδα. Δε θα συλλαβίσει κανείς το όνομά τους. Όπως και στο στρατό, θα παραμείνουν σκέτα νούμερα δίπλα σε εικασίες σχετικά με την καταγωγή τους.

Τέλη Αυγούστου, σε κάποιο ραδιόφωνο, ο υφυπουργός Προστασίας του Πολίτη αναλύει το σχέδιο του για το ιστορικό κέντρο. Θέλω να ξεράσω πάνω στο νηφάλιο ύφος του υφυπουργού, καθώς γεμίζει το μικρόφωνο με ωραία λογάκια για το μεταναστευτικό και την κατάσταση του κέντρου της Αθήνας το 2011.

Σκέφτομαι, ότι οι σημερινοί φαντάροι, αντί για εικόνα, θα έπρεπε να κουβαλάνε την πινακίδα. Σαν επιτάφιο στους ώμους, «Νεκροταφείο λαθρομεταναστών». Αλλιώς, ας μην κουβαλάνε τίποτα. Αλλιώς, ας τραγουδάνε για την Κυψέλη, ας λένε ζεϊμπέκικα για την Πέτρου Ράλλη. Αλλιώς, ας πορεύονται σιωπηλοί. Ας ακούγεται μόνο η Γώγου, που ανεξαρτήτως μήνα ή εποχής, εξακολουθεί να γράφει γι’ αυτούς που δε θα τη διαβάσουν ποτέ.

«Έχει το χρώμα των Πακιστανών η μοναξιά

Και μετριέται πιάτο – πιάτο

μαζί με τα κομμάτια τους

στον πάτο του φωταγωγού»

Οχτώ και μισή, μέσα Ιουλίου, το Α2, κάνει τέρμα στην Ακαδημία. Τα δύο κοριτσάκια και η γυναίκα απ’ τη Νιγηρία ή το Ζαΐρ στήνονται σε μια άλλη στάση να περιμένουν κάποιο επόμενο λεωφορείο. Απ’ την γυαλιστερή τσάντα που κουβαλάει η γυναίκα, ξεπροβάλλει, καθώς περπατάει, ένα ροζ μπρατσάκι. Το κορίτσι με τα κοτσιδάκια το χώνει ξανά μέσα, μην πέσει. Το κορίτσι με το ροζ μπρατσάκι, σε λίγα χρόνια, γαζέλα σε στίβους και πασαρέλες ή ετοιμόρροπο εμπόρευμα σε κάποια γωνία της Ευριπίδου. Το κορίτσι με το ροζ μπρατσάκι, σε λίγα χρόνια, το απαραίτητο διαφορετικό συστατικό για κάποιο τηλεοπτικό reality ή ένας σωρός χώμα σε κάποιο χωράφι κάπου στον Έβρο. Χωρίς όνομα ή τόπο. «Αφγανή» λέει κάποιος πίσω μου. Τί κι αν είναι μαύρη; Όλοι αυτοί μοιάζουν. Όλοι ξένοι είναι.

υγ. ποστ παρασκευασμένο για το διαδικτυακόν Εκβάτανα

22 Σχόλια

Filed under εκβάτανα, ζεστές μέρες

το μεσημέρι καίει το μετωπό σου

« Δε θα πήγαινα ποτέ στην Ελλάδα αν δεν ήταν αυτό το κορίτσι, η Μπέτυ Ράιαν (…)».

Η πρώτη φράση του Μίλερ στον «Κολοσσό του Μαρουσιού» έχει να μας πει πολλά, ίσως περισσότερα από τις υπόλοιπες 224 σελίδες, στις οποίες παρακολουθούμε την απίθανη προσπάθεια του συγγραφέα να μιλήσει για το φως που πέφτει τα μεσημέρια στην Επίδαυρο, τις Μυκήνες, την Κέρκυρα ή την Ύδρα. Με άλλα λόγια, αν θέλουμε να φλυαρήσουμε σχετικά με τα μεσημέρια του καλοκαιριού, αντί να παρακολουθούμε τις λεκτικές ακροβασίες του κεραυνοβολημένου Μίλερ, που μιλάει για φωτοβόλο ταξίδι, αιθέριο φως και βάπτισμα στο φως, θα αρκούσε ίσως να διαβάσουμε συλλαβιστά το όνομα Μπέτυ Ράιαν.

Κάθε χρόνο λίγο μετά τις δέκα Ιουνίου συμβαίνει ξαφνικά σε όλους όσοι δεν διστάζουν να κοιτάξουν κατευθείαν προς το κέντρο του ήλιου. Αυτό που συμβαίνει δεν μπορεί να περιγραφεί με σαφήνεια κι ούτε έχει όνομα. Ας πούμε ότι έχει στενή σχέση με την ξαφνική μανία για παγωτό καϊμάκι στις 4 και τέταρτο ακριβώς ή με την αίσθηση της πατούσας στο σημείο της αμμουδιάς που το κύμα αρχίζει να επιστρέφει. Ο Μίλερ παραπονιέται ότι, όταν μιλάει για την Ελλάδα, ο Λώρενς Ντάρελ συγχέει το όνειρο με την πραγματικότητα και το μυθολογικό με το ιστορικό. Αν ήμαστε απ’ αυτούς που νιώθουν άνετα μόνο εντός της ασφάλειας των ορισμών, θα είχαμε βρει στις παραπάνω λέξεις μια πρώτης τάξεως περιγραφή. Τα καλοκαιρινά μεσημέρια είναι ο τόπος που η πραγματικότητα εισβάλει, με φόρα μερικών χιλιάδων χιλιομέτρων, στο όνειρο.

Περπατάς στην Πανεπιστημίου και ρίχνεις γρήγορες ματιές στα κορίτσια που κάνουν διάλειμμα τρώγοντας σάντουιτς μπροστά στις βιτρίνες του Άττικα. Ξεθεωμένες πωλήτριες, άθλια βαμμένα κορίτσια που ψεκάζουν τους πελάτες με μια ντουζίνα αρώματα, περιπτεράδες και επιβάτες του αργοπορημένου και χωρίς κλιματισμό μετρό. Παρ’ όλη την αξιοθρήνητη αυτή κατάσταση, υπολογίζεται ότι κατά τη διάρκεια του τρίωρου 2 με 5 ανταλλάσσονται καθημερινά περίπου 15 ραβασάκια με τηλέφωνα και γλυκόλογα.

Στα στενά της πόλης, τα δάχτυλα που αργοπεθαίνουν πάνω σε ταμειακές μηχανές στέκονται για τρία λεπτά δίπλα στην πόρτα κρατώντας ένα ακόμη τσιγάρο. Παρ’ όλο που οι τσάντες είναι πολύ βαριές και τα πορτοφόλια πολύ ελαφριά, οι πελάτες εξακολουθούν να νιώθουν εκείνη τη γνωστή αμηχανία κάθε φορά που χαμογελούν διστακτικά στο κορίτσι με την άκομψη κίτρινη στολή του σούπερ μάρκετ. Τα κορίτσια ανταποδίδουν, ενώ αν είσαι τυχερός ίσως να πετύχεις ένα απ’ τα χιλιάδες κλεφτά φιλιά που χαρίζονται στη μέση μιας αργοκίνητης ουράς.

Στα λεωφορεία γάμπες και μάτια επιμένουν να συναντιούνται μερικές δεκάδες φορές κάθε δευτερόλεπτο. Η δυσοσμία και το φανάρι που αρνείται πεισματικά ν’ ανάψει δημιουργεί έναν ανεκδιήγητο εκνευρισμό. Μοναδικό αντίδοτο προσφέρει ο ηλεκτρικός, αφού, παρά την ταλαιπωρία απ’ τα αιωνίως εκτελούμενα έργα του, λέγεται ότι στην τελευταία στάση του κρύβει την αληθινή ωραία Πύλη, αυτή δηλαδή που οδηγεί στην Πάτμο, την Αμοργό και καμιά φορά την Αστυπάλαια.

Στις πλατείες το τσιμέντο διπλασιάζει αυτό που μετριέται σε Κελσίου, ενώ τα σιντριβάνια που έφτιαξαν οι δήμαρχοι παραμένουν πιο βρώμικα απ’ τους ίδιους τους τοπικούς άρχοντες. Περνώντας δίπλα τους, αναπολείς την παγωμένη λεμονάδα που έφτιαχνε η θεία μιας φίλης της πρώην κοπέλας σου. Η λεμονάδα μού θυμίζει το λευκό βότσαλο που μάζεψα ένα μεσημέρι στον Μύρτο ή στη γριά βάθρα στη Σαμοθράκη και δε θυμάμαι πού ακριβώς το έχω φυλάξει. Κοντοστέκομαι. Κοιτάζω καλύτερα μέσα στο άθλιο σιντριβάνι. Με μία απότομη και αποφασιστική κίνηση, βάζω το χέρι μέσα στο γκρι νερό και ξαναβρίσκω εκείνο το ίδιο βότσαλο. Καθαρό, ολόκληρο, καινούριο.

Βέβαια, όλα αυτά που προσπαθώ να σου πω ότι συμβαίνουν μεταξύ δύο και πέντε το μεσημέρι, είναι δώρο που δεν σου ανήκει δικαιωματικά. Πρέπει να το κερδίσεις με την προσωπική σου στάση. Για παράδειγμα, τα μεσημέρια του Ιουλίου δεν ξεκινάνε παρά μόνο αφού ψιθυρίσεις το κατάλληλο όνομα. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, ο Ελύτης για να γράψει στο ποίημα το μαγικό μυστικό που ήξερε από μικρό παιδί, ότι δηλαδή «Κάπου ανάμεσα Τρίτη και Τετάρτη πρέπει να παράπεσε η αληθινή σου μέρα», έπρεπε πρώτα να χαιρετήσει την αιωνίως φευγάτη Μαρία Νεφέλη.

Σ’ αυτό το σημείο γίνεται λοιπόν αντιληπτό ότι, για να υπάρξει αυτός ο τόπος, πόσω μάλλον τα μεσημέρια του, χρειάζεται να ονομάσεις, ή έστω να ονειρευτείς με τα μάτια ανοιχτά, κάτι απ’ το πάθος σου. Αν ζορίζεσαι, πες έστω το μικρό της. Έτσι, σύμφωνα και με τα παραπάνω, οι συγκεκριμένες 224 σελίδες δε θα είχαν γραφτεί αν δεν υπήρχε αυτή η περίφημη Μπέτυ Ράιαν. Όπως επίσης τα μεσημέρια του καλοκαιριού δε θα σε περίμεναν ήδη λαχανιασμένα αν δεν είχες φάει εκείνο το καρπούζι κάτω απ’ το αρμυρίκι, τον Αύγουστο του 2005.

Γεια σου Μπέτυ Ράιαν. Να έπινες άραγε τζιν τόνικ;

ποστ κατασκευασμένο για το διαδικτυακόν Εκβάτανα.

22 Σχόλια

Filed under εκβάτανα, ζεστές μέρες