Category Archives: διάφορα

ένας χρόνος μετά

«Σας εύχομαι υγεία και ευτυχία αλλά δεν μπορώ να κάνω το ταξίδι σας/ Είμαι επισκέπτης/ Το κάθε τι που αγγίζω με πονάει πραγματικά/ κι έπειτα δεν μου ανήκει/ Όλο και κάποιος βρίσκεται να πει “δικό μου είναι”/ Εγώ δεν έχω τίποτε δικό μου είχα πει κάποτε με υπεροψία/ Τώρα καταλαβαίνω πως το τίποτε είναι τίποτε/ Ότι δεν έχω καν όνομα/ Και πρέπει να γυρεύω ένα κάθε τόσο/ Δώστε μου ένα μέρος να κοιτάω/ Ξεχάστε με στη θάλασσα/ Σας εύχομαι υγεία και ευτυχία.»»

Θόδωρος Αγγελόπουλος, 1982, ανέκδοτο ποίημα (via zairacat)
Αφού, μέσα στον ζόφο και τη περιρρέουσα μελαγχολία, ξαναψάχνουμε την ομορφιά, όση απέμεινε κι όση μπορούμε να ανακαλύψουμε δηλαδή, είναι μια ευκαιρία να ξαναδούμε τον Αγγελόπουλο απ’ την αρχή.
Θ. Αγγελόπουλος – ένας χρόνος μετά. 24-30 Γενάρη, επιλεγμένες αίθουσες σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και Λάρισα, θα προβάλλουν το σύνολο των ταινιών του.
εδώ οι πληροφορίες για τις αίθουσες, τις ώρες κλπ.

1 σχόλιο

Filed under διάφορα, κινηματογραφικά

ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός ως φάρσα

Ακούμε και ξανακούμε για τον περίφημο πια ευρωπαϊκό προσανατολισμό. Για τις επίμονες προσπάθειες να κρατηθούμε στο ευρώ, για την κόκκινη γραμμή που δεν είναι άλλη από την παραμονή στο κοινό νόμισμα. Αν η ρητορική παράμενε στα επίπεδα του νομίσματος, θα μπορούσα ίσως – διαφωνώντας – να την κατανοήσω. Το πρόβλημα ξεκινάει όταν η Νέα Δημοκρατία αρχίζει να μιλάει για ευρωπαϊκή κουλτούρα και πολιτισμό. Κάπου εδώ, αρχίζω να δυσκολεύομαι να παρακολουθήσω το τηλεοπτικό κήρυγμα.

Ποιά είναι η ευρωπαϊκή κουλτούρα και ποιός είναι ο φορέας της; Απ’ τους «ντιντήδες» του πρώην (;) άτυπου συμβούλου του πρωθυπουργού, μέχρι την απευθείας συνομιλία με το Θεό, του ίδιου του πρωθυπουργού. Απ’ τις καταγγελίες για βασανισμούς με taser και τις δηλώσεις για μηνύσεις στην Guardian, μέχρι τον βουλευτή κύριο Μιχ. Ταμήλο που παραπονιέται ότι οι βουλευτές κάθονται ώρες στη Βουλή συζητώντας για τους υδάτινους πόρους λες και είναι επιστήμονες. Κάπου ανάμεσα σ’ όλα αυτά, θα ανακαλύψουμε κομμάτια του ευρωπαϊκού προσανατολισμού της Νέας Δημοκρατίας.

Ο βασικός πυλώνας της κυβέρνησης, όταν ακούει Ευρώπη, καταλαβαίνει Θάτσερ, στρατόπεδα συγκέντρωσης «λαθρομεταναστών», κάμερες παρακολούθησης της κυκλοφορίας και υπέρογκα mall που λειτουργούν όλο το 24ωρο. Οι όψιμοι θιασώτες του ευρωπαϊκού πολιτισμού (και μέχρι σήμερα ζηλωτές του πελατειακού κράτους) ζηλεύουν τα γήπεδα γκολφ της Ισπανίας και τα κλαμπ της Ίμπιζα. Μπορεί να ταξιδεύουν σ’ όλη την Ευρώπη εδώ και χρόνια, αλλά στην πραγματικότητα δεν άφησαν ποτέ τη Ελλαδάρα (και όχι την Ελλάδα, στην οποία ακόμη τους περιμένουμε). Ακούνε Λονδίνο και σκέφτονται μόνο ψώνια, φοράνε μπλουζάκια με την ελληνική σημαία σε στρασάκια και καταλήγουν να τρώνε σουβλάκια στο Παρίσι. Όταν σπουδάζουν έξω, κάνουν παρέα μόνο με άλλους Έλληνες και ειρωνεύονται τους άλλους τρόπους, γιατί ποτέ δεν αναρωτήθηκαν αληθινά για τον δικό τους. Ταξίδεψαν για χρόνια πρώτη θέση κι όμως ακόμη περιμένουμε το αεροδρόμιο στο οποίο θα αποβιβαστούν πραγματικά.

Η Ευρώπη της ΝΔ δεν περιλαμβάνει τον νεαρό Βέρθερο, τον Λουί Μαλ, τις προσπάθειες για κοινωνικό κράτος, τις ατομικές ελευθερίες, πόσω μάλλον τη γαλλική επανάσταση. Η Ευρώπη της ΝΔ δεν περιλαμβάνει θρησκευτικές ελευθερίες, ανοχή στη διαφορετικότητα ή πίστη στην επιστήμη.

Εδώ είναι η χώρα που υπουργός παιδείας μπορεί να αναπαράγει μύθους για τη «νοηματική» ελληνική γλώσσα, εδώ είναι η χώρα που η κυβέρνηση παράγει με ρυθμούς πολυβόλου πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, εδώ είναι η χώρα που επιτέλους πρέπει να ομολογήσουμε ότι γέμισαν τα νηπιαγωγεία μας, με ξένα παιδάκια. Εδώ, αναμένουμε με ενδιαφέρον τον επόμενο διευθυντή της ΕΡΤ. Συντονιστείτε.

Παρόμοια βέβαια, είναι η οπτική της ΝΔ για την ίδια την Ελλάδα. Ακούσαμε για την ελιά, το αμπέλι και το καράβι του Ελύτη. Πιθανότατα, οι της ΝΔ, θεωρούν ότι ο ποιητής ήταν ένας άριστος κατασκευαστής καλοκαιρινών καρτ ποστάλ. Αλλιώς, δεν θα ονειρεύονταν μια «πατρίδα» γεμάτη γκαζόν, συμβάσεις παραχώρησης αιγιαλού σε ιδιώτες και απεριόριστες δυνατότητες online κράτησης ξαπλώστρας σε υπερμοντέρνες ακτές.

Ας είναι όμως. Όποιος κοιμήθηκε Ιούλιο κάτω απ’ την ελάχιστη σκιά και ξύπνησε στην έρημη παραλία, υποψιάζεται ποιά είναι η μέρα που παράπεσε ανάμεσα στην Τρίτη και την Τετάρτη. Υποψιάζεται ακόμη ότι ο ευρωπαϊκός πολιτισμός δεν μπορεί να συγχωνεύεται με ένα νόμισμα. Για να μην πούμε για τον ελληνικό πολιτισμό και τις συγχωνεύσεις στις οποίες τον οδηγούν καθημερινά όλων των ειδών οι τηλεοπτικοί θαμώνες.

Στο όνομα του ευρωπαϊκού προσανατολισμού, όλες οι φοβίες, όλα τα μαχαίρια, όλοι οι αποκλεισμοί, όλες οι αυταρχικές μέθοδοι προτείνονται, τρία χρόνια τώρα, από τους φανατικούς της φτώχειας των άλλων. Σα μικρό αντίδοτο στη δυστοπία, που παρουσιάζουν ως ευρωπαϊκό μονόδρομο, διαβάζουμε και ξαναδιαβάζουμε ένα στίχο του Γκόρπα: «θέλω να πάμε σ’ ένα πανηγύρι και ν’ αγοράσουμε τα πάντα με τα μάτια».

Βιαστείτε, θα μπορούσα να συμπληρώσω, όσο υπάρχουν ακόμη πανηγύρια.

υγ. ποστάκι παρασκευασμένο για την σαββατιάτικη Ελευθεροτυπία, εκεί δίπλα στο εξαιρετικό κείμενο της Niemands. Πάνω απ’ όλα η παρέα.

9 Σχόλια

Filed under διάφορα

αισιοδοξία

Μπορεί να υπάρχει ένας αισιόδοξος τρόπος να δεις το αποτέλεσμα. Σίγουρα υπάρχει. Πολύ μεγάλο το ποσοστό της αριστεράς. Ιδίως στις νεαρότερες ηλικίες. Καταποντισμός του πασόκ. Μια δυναμική αλλαγής. Η αίσθηση ότι δε θα αντέξουν με τόση φτώχια που επιβάλλουν στους από κάτω. Και λοιπά.

Μερικές φορές όμως, υποχρεώνεσαι απ’ τον άτιμο εαυτό να διαβάσεις όχι αυτό που θα μπορούσες να καταλάβεις, αλλά αυτό που το ένστικτο και το αίσθημα σου χτυπάει στα μούτρα. Η νδ βγαίνει πρώτη χρησιμοποιώντας όχι το λόγο του Κωστάκη του β’. Όχι μιλώντας για ένα μεταρρυθμιστικό κέντρο ή μια επανίδρυση του κράτους (έστω όπως το εννοούν αυτοί). Η νδ βγαίνει πρώτη χρησιμοποιώντας έναν λόγο καθαρά αντιδραστικό. Απ’ την κιβωτό του Πολύδωρα (το τρίπτυχο πατρίς θρησκεία οικογένεια), στο Θεό και την ασφάλεια του Σαμαρά και από κει στο πλυντήριο που με επιτυχία ξέβγαλε το μισό πρώην (ακραί0) λάος. Ο λόγος της εκλογικεύει, ιδεολογικοποιεί και εκ των υστέρων νομιμοποιεί τις ενέργειες των φασιστών. Τα μαχαιρώματα δεν πέφτουν εκ κενώ. Άνθρωποι κυνηγιούνται όχι (μόνο) γιατί μια οργάνωση είναι αποφασισμένη, αλλά κυρίως γιατί οι ενέργειες αυτές βρίσκουν σύμφωνο ένα σημαντικό ποσοστό της κοινωνίας. Ένα άλλο ποσοστό που υπάρχει μέσα στους ανεξάρτητους έλληνες και τη νδ, χειροκροτεί από κοντινή απόσταση. Το εκλογικό σώμα, όχι μόνο με το 6,92%, αναθέτει πια ξεκάθαρα τη βρώμικη δουλειά του ξεπαστρέματος των πιο αδύναμων στρωμάτων σε ένα κόμμα. Αυτό το κόμμα αναμένεται, ως προσδοκία του εκλογικού σώματος, να αναλάβει να βάλει τάξη και μέσα στη βουλή. Όπως είπε κάποιος στο μετρό τις προάλλες. «Ψηφίστε χρυσαυγίτες. Είναι μπάτσοι, μπράβοι …γυμναστές. Λεβέντες σου λεώ».

Οι λεβέντες δεν έχουν αντίπαλο όσο τα κόμματα της αριστεράς περιμένουν απ’ τους ίδιους θεσμούς που εξέθρεψαν και προστατεύουν τους λεβέντες, τώρα να τους καλμάρουν. Αλλά το ζήτημα δεν είναι κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης ή αμαύρωσης του κτιρίου που στέκει στην πλατεία συντάγματος, αδυνατώντας τον τελευταίο καιρό να ενσαρκώσει την οποιαδήποτε σημασία. Το ζήτημα είναι ότι η νίκη του 6,92% είναι πολύ πιο μεγάλη στους δρόμους και τον κοινωνικό στίβο. Όποιος κυκλοφορεί στα μέσα μεταφοράς και στις συνοικίες της Αθήνας, θα δει αυξανόμενη όχι την αγάπη για τη χα, όσο τη ροπή προς τον πιο ανθρωποφάγο εθνικοσοσιαλισμό. Μπορεί να υπερβάλω, μπορεί και όχι.

Η αλήθεια είναι ότι ακούγοντας το βοήθεια στο βίδεο, πιθανότατα περνάς γρήγορα απ’ τη θλίψη στην απόγνωση και ύστερα σε κάτι άλλο. Σε κάτι πρωτόγνωρα ισχυρό. Στην αίσθηση ότι δεν μπορείς πια να ανήκεις εδώ. Ότι δεν έχεις θέση σ’ αυτό τον τόπο ή τον κόσμο (που θα ‘λεγε και μία φίλη). Μια ολοκληρωτική ντροπή, η πιο πικρή γεύση ήττας στο στόμα και δεν μπορείς να τη φτύσεις. Όχι βέβαια γιατί δεν κέρδισε ο σύριζα, αλλά για αυτό που κερδίζει στην κοινωνία. Αυτός ο λόγος της νδ διαδίδεται σαν δηλητήριο για να συναντήσει την απόγνωση και τη φτώχια.

Κι όμως, καλώς ή κακώς, τώρα όλα αρχίζουν. Για καλό ή για κακό, κάθε μέρα που περνάει αποβαίνει κρισιμότερη η στάση σου. Οι ιδέες, η τελευταία σταγόνα αλληλεγγύης, αυτοοργάνωσης, υπεράσπισης σε τελική ανάλυση του ανθρώπου. Αν υπάρχουν αναχώματα απέναντι στην προέλαση της πιο βαθιάς απανθρωπιάς και αντίδρασης, αν υπάρχουν αντίβαρα στη χαώδη κατηφόρα, δεν υπάρχει άλλη δυνατότητα αναβολής. Δεν χωράει άλλο η διάθεση να μιλάμε εκτός κοινωνίας, να μην ανακατευόμαστε, να φοβόμαστε να εμπλακούμε. Αυτό το βοήθεια ας είναι η ντροπή μας, ας είναι ο λόγος του αναχώματος, ας είναι κάτι περισσότερο από ένας ακόμη άγνωστος ανώνυμος μαχαιρωμένος.

υγ. το βίντεο εδώ: http://youtu.be/XmaWNPj3fwc

27 Σχόλια

Filed under διάφορα, Uncategorized

μιλώ

Δεν είναι βέβαια άσπρο μαύρο τα πράγματα και ο καθένας δικαιούται να έχει τις ευαισθησίες του. Απλά, όπως και να το κάνουμε, τα θέματα για τα οποία επιλέγεις να μιλήσεις την επόμενη της καθιέρωσης της φτωχοποίησης, έχουν τη σημασία τους.

Τις πρώτες μέρες μετά την ψήφιση του μνημονίου ΙΙ γράφονται κάποιες λέξεις. Τα τελευταία δύο χρόνια φωτογραφίζονται διάφορες εικόνες. Ενδιαμέσως, ο Μανόλης Αναγνωστάκης.

***

Δευτέρα πρωί. Σταδίου, Χρήστου Λαδά, Ερμού, Πανεπιστημίου, Αθηνάς, Κοραή, Χ. Τρικούπη, Ακαδημίας. 40 τόνοι μάρμαρα, 100 κτίρια, 170 επιχειρήσεις. Βρεγμένα πεζοδρόμια, γυαλιά, πέτρες, κάπνα. Περίεργοι κοιτάζουν τα συντρίμμια, βγάζουν φωτογραφίες, σχολιάζουν χαμηλόφωνα. Οι άλλοι δεν βγάζουν φωτογραφίες. Δεν μιλάνε. Καπνίζουν ένα τσιγάρο σιωπηλοί. Τους καταλαβαίνεις, τα μάτια τους είναι σκοτεινιασμένα, κάπου κάπου μπαίνουν μέσα, σηκώνουν ένα ράφι, μαζεύουν ένα αντικείμενο απ’ τα αποκαΐδια, το κοιτάζουν, το αφήνουν πάλι στο σωρό.

( via )

«Μιλώ (..) για τα τελευταία κουρέλια από τα γιορτινά μας φορέματα
Για τα παιδιά μας που πουλάν τσιγάρα στους διαβάτες»

***

Μην ξεγελάτε άλλο τους εαυτούς σας, δεν θα μείνει όρθιο τίποτε. Μπορεί να τη μισείτε αυτή την πόλη κι εσείς, εξάλλου από το μίσος μέχρι την αδιαφορία και την περιφρόνηση κυμαίνονται τα συναισθήματα απέναντι της. Αλλά θα πρέπει να μισείτε και τον εαυτό σας αν συνεχίστε να τον κοροϊδεύετε. Δεν είναι προβοκάτορες οι άνθρωποι. Είναι επαναστάτες. Ονειρεύονται κρεμάλες, φωτιές, καρμανιόλες, αυτό συγκράτησαν από τη γαλλική επανάσταση, την καρμανιόλα. Τη βία. Τι καθεστώς θέλουν να ιδρύσουν; Μπορείτε να το φανταστείτε.

( via )

«Για τα σπίτια που χάσκουνε δίχως παράθυρα σαν κρανία ξεδοντιασμένα
Για τα κορίτσια που ζητιανεύουνε δείχνοντας στα στήθια τις πληγές τους»

 ***

Από τη μια χαίρομαι, από την άλλη σκέφτομαι πόσο νερό μπορεί να έχει κυλήσει ειδικά στον υπόγειο «Απόλλωνα», έχοντας τουμπανιάσει και μουχλιάσει τα πάντα. Πάντα προτιμούσα τον «Απόλλωνα», πιο μοντέρνα και σημερινή αίθουσα, από το βαρυφορτωμένο, μπαρόκ και πιο κυριλέ «Αττικόν». Αλλά μπροστά στην καταστροφή, μου φαίνεται ότι αγάπησα το ίδιο και τα δυο.

( via )

«Μιλώ για τις ατέλειωτες νύχτες όταν το φως λιγοστεύει τα ξημερώματα
Για τα φορτωμένα καμιόνια και τους βηματισμούς στις υγρές πλάκες»

***

Αυτοί οι «αγώνες» κατέληξαν στον πλήρη εξευτελισμό του πανεπιστημίου που είχε αρχίσει από το 1974. Σήμερα στα πανεπιστήμια εκπέμπουν ραδιοφωνικοί σταθμοί αναρχικών και στα υπόγεια κατασκευάζονται μολότοφ. Οι καθηγητές συμμετέχουν ή κάνουν τα στραβά μάτια – τα έχουμε συζητήσει αυτά.

Eurostat: Στα όρια της φτώχειας το 27,7% των Ελλήνων

( via )

«Για τα προαύλια των φυλακών και για το δάκρυ των μελλοθανάτων»

***

Τι μας συμβαίνει; Υπάρχει και μια άλλη εξήγηση. Είναι απλή αλλά λιγότερο sexy. Το θεμελιώδες δημοκρατικό δικαίωμα του συναθροίζεσθαι, όπως ασκείται στην Ελλάδα, έχει ως αποτέλεσμα να μην προστατεύονται άλλα βασικά ατομικά δικαιώματα, όπως το δικαίωμα στην ελευθερία κίνησης, το δικαίωμα στην ιδιοκτησία ή ακόμη και το δικαίωμα στη ζωή. Και κάπως έτσι, η Αθήνα καίγεται.

(photo: Reuters, κεφάλι αγνώστου)

17 Σχόλια

Filed under διάφορα

η θεωρία

(ποστίδιο παρασκευασμένο για τις Μητροπολιτικές Ιστορίες, το οποίο είχε την παράδοξη τύχη να δραματοποιηθεί κιόλας, πιθανώς ότι πιο αλλόκοτο έχω νιώσει τα τελευταία χρόνια. το αναρτώ κ εδώ για να μπορώ να κάνω αύριο την ανασκόπησή μου.)

—————————————————————————————————————————

Έχω μια θεωρία. Η ζωή μας δεν αποτελείται κυρίως από τις μεγάλες αποφάσεις, τις κομβικές επιλογές και άλλα τέτοια μεγαλόστομα. Αντιθέτως, είναι οι μικρές ενδιάμεσες διάρκειες, όλα αυτά τα κάθε μέρα μεταξύ των λίγων οριακών στιγμών που ξεσπούν κατά καιρούς πάνω στα κεφάλια μας. Τα ανιαρά πήγαινε έλα στη δουλειά, οι μεσημεριανοί καφέδες στο κέντρο το Σάββατο, τα μεθύσια που επαναλαμβάνονται Πέμπτες βράδια μαζί με φίλους χωρίς ιδιαίτερο λόγο ή κεντρικό θέμα συζήτησης. Έξοδοι, εκδρομές, ωραίες ταινίες, γλυκά φιλιά, ανάλαφροι ύπνοι κάτω απ’ τα σκεπάσματα.
Όλες αυτές οι συμβουλές και οι φανφάρες του στιλ «άδραξε τη μέρα» πασχίζουν να ανακαλύψουν ένα νόημα που πιθανότατα δεν κρύβεται, αλλά απλά δεν υπάρχει. Δεν χρειάζονται υπερμεγέθεις στόχοι και φιλόδοξοι σκοποί. Ζούμε μαζί με αυτούς που γουστάρουμε κάθε μέρα, κάθε νύχτα, περιμένοντας να γίνει κάτι φοβερά οριακό. Περιμένοντας όμως, έχουμε ήδη ζήσει.
Με άλλα λόγια, μ’ αρέσει να στέκομαι χαλαρός και ακίνητος απέναντι στα φαινόμενα. Αφήνω τα πράγματα να κυλάνε γύρω μου και πηγαίνω ήρεμος, εκεί που με βγάζει η περίσταση. Προτιμώ να παίρνει η ζωή τις αποφάσεις αντί για μένα.
Η θεωρία μου μάλιστα, σε γενικές γραμμές λειτουργεί μια χαρά.

***

Προχθές, άργησα λίγο να φτάσω στο γραφείο. Νύσταζα, έχασα το λεωφορείο για λίγο, δηλαδή βαρέθηκα να τρέξω. Αν έτρεχα θα το προλάβαινα, αλλά μου φάνηκε ανούσιο. Όταν έφτασα, η ατμόσφαιρα ήταν κάπως βαριά. Δεν έδωσα σημασία, προχώρησα κατευθείαν προς την καφετιέρα, γέμισα το ποτήρι και κρύφτηκα πίσω απ’ την οθόνη μου. Πρωτοσέλιδα, ξένος τύπος, mail.
Σε λίγο, ήρθαν δύο συνάδελφοι. Η Λένα είπε με πολύ σοβαρό ύφος ότι πρωί πρωί ανακοινώθηκαν δύο ακόμη απολύσεις. Ήταν τα άτομα νούμερο εννέα και δέκα που απολύονταν τους τελευταίους τρεις μήνες. Ο ένας απ’ τους δύο, ο νούμερο εννέα, μου ήταν συμπαθής. Κάναμε διάλειμμα αρκετές φορές μαζί, τρώγοντας κάτι μέτρια σάντουιτς με σολομό και άλλα αλλόκοτα συστατικά και μιλώντας κυρίως για μπάσκετ ή τα πόδια της κοπέλας που σέρβιρε τα σάντουιτς. Η Λένα τώρα μιλούσε όλο και πιο δυνατά. Έλεγε ότι ο Χρήστος (το νούμερο εννέα δηλαδή), έφυγε ξαφνικά και είναι ζήτημα πότε και σε πόσες δόσεις θα πάρει την όποια αποζημίωση. Όταν έφευγε λέει ήταν κάτωχρος. Το πρόσωπο του με την ώρα γινόταν γκρι. Έχει γυναίκα, παιδί. Δεν έχει δουλειά. Ύστερα, η Λένα άρχισε ένα παραλήρημα με κεντρική φράση το κάτι πρέπει να κάνουμε. Γύρω απ’ αυτήν, έχτιζε το λόγο της με διάφορες ιδέες, όπως να πάμε στον διευθυντή, να του μιλήσουμε, να τον ρωτήσουμε, να το πάρει πίσω, να μας πει τι ακολουθεί. Να συνεννοηθούμε. Την κοίταζα διερευνητικά. Τη διέκοψε ο άλλος συνάδελφος.  Διέκοψε το λόγο, τον ενθουσιασμό, την απελπισία της. Της είπε ότι αυτά δεν γίνονται και ότι έχει αναλάβει δύο καινούρια project. Δεν γίνονται αυτά. Θα χάσουμε όλοι τη δουλειά μας.
Τα κεφάλια τους γύρισαν κατευθείαν προς τα μένα. Με κοιτούσαν επίμονα. Περίμεναν μια απάντηση, μια λέξη που θα έστρεφε την κατάσταση προς τη μία ή την άλλη πλευρά. Περίμεναν μια μικρή ανάλυση ή ίσως να σηκωθώ και να βαδίσω προς τα άλλα γραφεία. Να μιλήσω με τους υπόλοιπους. Τους κοίταζα απ’ την καρέκλα μου. Η Λένα, ίσως ο πιο κοντινός μου άνθρωπος στην εταιρεία, έσφιξε κάπως αστεία τα χείλη. Περίμενε από μένα κάτι. Με ρώτησε τι πιστεύω, τι να κάνουμε. Είπε κάτι συναισθηματικό. Ψέλλισε κάτι περί αλληλεγγύης. Με κοίταξε. Παρέμεινα στη θέση μου σιωπηλός. Σε λίγο δεν τους έβλεπα. Ήταν διάφανοι. Δεν είπε κανείς τους τίποτα. Έφυγαν για τα γραφεία τους.

***

Το απόγευμα δεν ήθελα να μπω στο λεωφορείο. Περπάτησα για ώρα μέχρι που βρέθηκα στα στενά κάθετα της Πατησίων. Κάθισα να πάρω μια ανάσα στα σκαλάκια μιας πολυκατοικίας. Στο βάθος δεξιά φωνές. Μια φιγούρα τρέχει από κει προς το μέρος μου. Μετανάστης απ’ τα βάθη της Ασίας επιδιδόταν σε τρελό σπριντ σε πεζόδρομο αγνώστου ονόματος μεταξύ Αριστοτέλους και Γ’ Σεπτεμβρίου. Περνώντας από μπροστά μου, γύρισε το κεφάλι του και με κοίταξε καθώς κάπνιζα αργά το τσιγάρο μου. Έτρεχε με όλη του τη δύναμη σε πλήρη πανικό. Τα μάτια του κόντευαν να πεταχτούν έξω. Με κοίταξε και προς στιγμή νόμισα πως κάτι μου έλεγε. Πριν σκεφτώ τι μπορεί να ήταν αυτό, καμιά δεκαριά ζευγάρια πόδια πέρασαν από μπροστά μου. Αυτή τη φορά το τρέξιμο ήταν βαρύ, όχι τόσο γρήγορο, αλλά πιο αποφασιστικό. Οι σόλες των παπουτσιών μοιάζαν λες και χτυπούσαν τις μισοβγαλμένες πλάκες. Σήκωσα να δω το πλήθος των τρεχαλητζίδων, μα είδα μόνο κάτι λευκά, γυαλισμένα κεφάλια και δυο τρία στρατιωτικά κουρέματα. Σε λίγο χάθηκαν από μπροστά μου, στρίβοντας στην Γ’ Σεπτεμβρίου. Οι φωνές που ακούγονταν φανέρωναν ότι το περιστατικό δεν είχε σταματήσει. Τράβηξα μερικές τζούρες ακόμη. Κάθισα για κανένα πεντάλεπτο στα σκαλιά, ύστερα σηκώθηκα και ξεκίνησα προς το σπίτι.

***

Σήμερα έφτασα στην ώρα μου, ίσως και λίγο νωρίτερα, στο γραφείο. Είχε απεργία, τα μέσα δε λειτουργούσαν, οπότε ξεκίνησα πολύ νωρίς για να προλάβω την κίνηση. Έβαλα καφέ. Με είδε ο συνάδελφος με τα δύο καινούρια project. Ανταλλάξαμε καλημέρες. «Τα έμαθες;» Με ρώτησε. Χθες το απόγευμα, απολύθηκε και η Λένα.

***

Την πήρα τηλέφωνο, ήταν στην πορεία. Της είπα να περιμένει, θα κατέβαινα να τη βρω, να πάμε για ένα καφέ, να τη συναντήσω. Άργησα αλλά έφτασα. Την βρήκα στην Αμαλίας. Η ατμόσφαιρα ήταν αποπνιχτική. Η ίδια, δακρυσμένη. Της είπα να πάμε προς Ακρόπολη, να κεράσω μπύρα, φαγητό. Επέμενε ότι δεν ήθελε να φύγει ακόμη, ήταν νωρίς. Της είπα ότι υποφέρει, τα μάτια της είναι κόκκινα, βήχει. Χαμογέλασε, με γέμισε μαλόξ. Το πρόσωπό μου έγινε ίδιο με των διπλανών. Λευκά στρογγυλά σχήματα, παλιάτσοι στην λεωφόρο Αμαλίας.
Έμεινα, δεν ήθελα να την αφήσω μόνη. Πηγαίναμε μπρος πίσω, απ’ τη βουλή ως το ζάππειο και πάλι στη βουλή. Ένα πλήθος κόσμου σε διαρκή κίνηση. Φωνές, διάσπαρτα συνθήματα, πανό που καλούσαν σε δράση. Κάποια στιγμή, πλησιάσαμε αρκετά τη βουλή. Σταθήκαμε για κανένα πεντάλεπτο. Η κατάσταση έδειχνε να ηρεμεί. Ύστερα δυο τρία μπαμ, μερικά δακρυγόνα και κάποιοι που έτρεχαν προς κάθε κατεύθυνση. Πέταξα κάτω το τσιγάρο, έτοιμος να ακολουθήσω το ρυθμό και την κατεύθυνση των γύρω μου. Σηκώνοντας όμως το κεφάλι, νόμισα πως είδα τον μετανάστη απ’ την Γ’ Σεπτεμβρίου. Σάστισα. Πριν προλάβω να συνέλθω άκουσα τις σόλες που χτυπούσαν με φόρα το οδόστρωμα. Φευγαλέες σκιές κοντοκουρεμένων κεφαλιών. Γύρισα να δω καλύτερα. Μπροστά μου ο Χρήστος, δηλαδή το νούμερο εννέα. Αγέλαστος, με σκληρό ύφος, στεκόταν ακίνητος μπροστά μου.
Η φωνή της Λένας με ξύπνησε. Ήταν καμιά δεκαριά μέτρα πιο πίσω και ούρλιαζε να πάω προς το μέρος της. Μπροστά μου δεν ήταν κανένας μετανάστης ή κανένα νούμερο εννέα. Άντρες με βαριές στολές και ασπίδες έτρεχαν κατά πάνω μου. Οι μπότες τους τώρα χτυπούσαν το έδαφος κι αυτό έτριζε για μένα. Δε θα περνούσαν από μπροστά μου για να στρίψουν σε κάποια Γ’ Σεπτεμβρίου. Έτρεχαν εδώ και τώρα στην Αμαλίας κατά πάνω μου.
Έχω μια θεωρία. Η ζωή μας δεν αποτελείται κυρίως από τις μεγάλες αποφάσεις, τις κομβικές επιλογές και άλλα τέτοια μεγαλόστομα. Αντιθέτως, είναι οι μικρές ενδιάμεσες διάρκειες, όλα αυτά τα κάθε μέρα μεταξύ των λίγων οριακών στιγμών που ξεσπούν κατά καιρούς πάνω στα κεφάλια μας. Προτιμώ να παίρνει η ζωή τις αποφάσεις αντί για μένα.
Έμεινα ακίνητος. Έβλεπα ένα ανάποδο γκλομπ να στριφογυρίζει μπροστά μου. Έμεινα ακριβώς στο σημείο που ήμουν. Είδα μόνο ένα μαύρο γκλομπ. Τίποτα άλλο.

16 Σχόλια

Filed under παρένθεση, διάφορα

τρόποι

Το Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου, από τις 12.00 το μεσημέρι έως τις 7.00 το απόγευμα, στο radiobubble (Ιπποκράτους 146, Νεάπολη Εξαρχείων), συγκεντρώνουμε τρόφιμα για άπορες οικογένειες, φτωχά νοικοκυριά, άνεργους, μετανάστες και άστεγους της Αθήνας.

-//-

Περνάνε οι μέρες και τείνω να καταλήξω ότι όλα πλέον μοιάζουν όλο και πιο λίγα. Οι λέξεις, οι μικρές κινήσεις, κάτι σαστισμένες δράσεις, κάτι καλέσματα που απλώνονται στην πόλη. Όλα αυτά αυξάνονται με φοβερό ρυθμό. Απεργίες, κείμενα για απεργίες, κείμενα για τους άστεγους, συζητήσεις, το χέρι ανοίγει την ντουλάπα να βρει ρούχα να βρει χρήματα να βρει ότι μπορεί. Μα μια γεύση ήττας, μια πικρή γεύση κολλάει στο στόμα και δεν μπορείς να τη φτύσεις μακριά. Έχει καθίσει πάνω στα δόντια σου, κατεβαίνει χαμηλά και ανακατεύει το στομάχι. Ότι και να κάνεις, ότι και να πεις είναι λίγο, παράταιρο, άκαιρο, μικρό. Όλες οι κινήσεις σου είναι ανίκανες να σταματήσουν την αδιάκοπη ροή, την ιλιγγιώδη πτώση. Πετυχαίνω τον άλλο στο κέντρο. Πήγε να αφήσει τρόφιμα, έδωσε χρήματα στους απεργούς, τώρα γυρνάει ανάποδα την τσέπη του να δώσει κάτι σε έναν άντρα που κοιμάται στο πεζοδρόμιο της Ασκληπιού επιμένοντας να κρατάει σφιχτά το άδειο πλαστικό ποτήρι. Ο άλλος μπροστά μου βγάζει 640 € το μήνα και δεν είναι αρκετά, όχι για να ζήσει, αλλά για να βοηθήσει. Βλέπω την φιγούρα του να απομακρύνεται καθώς στρίβει δεξιά στην Ακαδημίας. Το να μείνεις ζωντανός στην Ελλάδα του 2011 αποβαίνει το πιο ζόρικο απ’ όλα τα εγχειρήματα.

-//-

Ο φοβερός και τρομερός old επιμένει: «βρες τρόπους να καθυστερήσουμε τη νύχτα» (παρεμπιπτόντως ο old συμμετέχει, όπως κ άλλοι φίλοι στο περιοδικόν Unfollow, να ευχηθούμε καλοτάξιδο). Βρες τρόπους. Μίλα, κουνήσου, μην χάνεις το κουράγιο σου, ανακάλυψε το περίσσευμα αλληλεγγύης, γίνε μέρος αυτού του κόσμου, μην τον μαθαίνεις κάθε βράδυ στις 8, μην κλείνεις τα μάτια σου περνώντας δίπλα του στους δρόμους της πόλης, μην κάνεις υπομονή. Βρες τρόπους να καθυστερήσουμε τη νύχτα.

-//-

«Έζησε κανείς θλιβερά πράγματα. (Σπίτια μαύρα, κλειστά. Αναιμικά, εξόριστα δέντρα του δρόμου. Η «μαντάμα» μετράει απογοητευμένη τις μάρκες της. Στην πλατεία οι λούστροι, κουρασμένοι να κάθονται, σηκώνονται και παίζουν μεταξύ τους. Ο νέος νομάρχης, με μονόκλ, επροσφώνησε τους υπαλλήλους. Δίπλα εξύπνησαν για να πάρουν το τρένο. Ποτά ανδρών 10 δρ., ποτά γυναικών 32,50 δρ.) Στον άνεμο ανοίγει ένα παράθυρο, κ’ έρχεται μπροστά μας. Όλα ξεχνιούνται. Είναι εκεί, άσπιλη, απέραντη, αιώνια. Με το πλατύ της γέλιο σκεπάζει την ασχήμια της. Με τη βαθύτητά της μυκτηρίζει. Η ψυχή του εμπόρου πεθαμένη και περπατεί. Η ψυχή της κοσμικής κυρίας φορεί τα πατίνια της. η ψυχή του ανθρώπου λούζεται στην αγνότητα της θαλάσσης. Βρίσκει η νοσταλγία μας διέξοδο και ο πόνος μας την έκφρασή του.»*

* Ο Καρυωτάκης ως βλόγερ. Τα πεζά του εδώ. Σα να λινκάρω σε Θας.

-//-

Ο Ζαμπέτας με τον Χατζιδάκι στο στούντιο, μπουζούκι και πιάνο. Ακούω το τραγούδι και τοποθετώ όλο το βάρος μου στο δάχτυλο που πατάει f5 να κάνει ριφρές η σελίδα να ξαναρχίζει το κομμάτι, να αλλάξει επιτέλους και η ένδειξη που λέει μηδέν κάτω δεξιά στη σελίδα. Πριν προλάβεις να σκεφτείς, αυτό και το επόμενο τραγούδι αποδεικνύονται συστημένα. Η διάθεση είναι κάτι το περίεργο. Λίγο πριν σκάσεις με φόρα στο έδαφος, ανοίγεις τα μάτια για να διαπιστώσεις πόσο μακριά είσαι απ’ το σημείο μηδέν. Και χάνει στα σημεία ο υποκριτής εαυτός που ήταν έτοιμος να καταφύγει σε άλλο ένα ποστάκι για τους φτωχούς των Αθηνών. Τώρα έχει φεγγάρια και βόλτες και το μπουζούκι του Ζαμπέτα, που αν ακούσεις όλη την εκπομπή παίζει διαρκώς άλλα απ’ αυτά που του λέει ο Μ.Χ. Αλλά για τους αυτοσχεδιασμούς του Ζαμπέτα τα λέει καλύτερα εδώ.

8 Σχόλια

Filed under διάφορα

ούτε γειτονιά

Πίσω απ’ την οθόνη

Δεν με εκπλήσσει η σύνθεση της «κυβέρνησης εθνικής ενότητας». Η έκπληξη ή το σοκ, δεν έρχεται τώρα που οι τσεκουράτοι τηλεπωλητές παίρνουν υπουργεία. Το σοκ ερχόταν τα τελευταία δέκα περίπου χρόνια, όταν κανάλια, δημοσιογράφοι και πολιτικοί των υπολοίπων κομμάτων νομιμοποιούσαν και ξέπλεναν τα μέλη του λάος σε κάθε ζωντανή σύνδεση. Το σοκ ερχόταν επί χρόνια όταν στην ίδια εκπομπή εμφανιζόταν κατά σειρά ο Μάνος Ελευθερίου και στο επόμενο επεισόδιο ο Άδωνις Γεωργιάδης. Το σοκ ερχόταν όταν ο ρατσιστικός, ομοφοβικός, αυταρχικός λόγος δεν είχε κανέναν ιδιαίτερο αντίλογο. Ο λόγος αυτού του είδους καθιερώθηκε μέσω των τηλεοπτικών δεκτών, έγινε δημοφιλής μέσω των κάθε είδους ριάλιτι και πριμοδοτήθηκε απ’ τα πρωτοκλασάτα στελέχη του Πασόκ όταν αναγνώριζαν στους φορείς του σοβαρότητα και υπευθυνότητα. Δε με εκπλήσσει λοιπόν που αυτοί οι άνθρωποι μπαίνουν στην κυβέρνηση. Άλλωστε την έμφαση στη λέξη έθνος επιχειρεί (με επιτυχία μάλιστα) εδώ και αρκετό καιρό ο Βενιζέλος ο ίδιος. Αφού λοιπόν μιλάμε για εθνική ενότητα ποιός καταλληλότερος να την υπηρετήσει απ’ τους πωρωμένους εθνικιστές, που απλά πιστεύουν σε μια μικρότερη πατρίδα (αφαιρέστε απλά τους gay, τους μετανάστες, τους Εβραίους και μια δυο κατηγορίες ακόμη);

Αυτό που δεν παύει να με εκπλήσσει είναι η στάση των Πασόκων. Αυτοί, ακόμη και τώρα, αντί να κατεβάσουν τα βλέμματα από ντροπή, υποστηρίζουν δειλά στην αρχή, ήδη όμως πιο ανοιχτά, ότι δεν έχουν ευθύνη για τη συμμετοχή ΛΑΟΣ. Αυτοί (η Διαμαντοπούλου, ο Πάγκαλος, ο Βενιζέλος) απλά έδιναν συγχαρητήρια. Η αριστερά φταίει που δεν συμμετέχει και έτσι αναγκάζεται το πασόκ να συμπληρώσει δεκαοχτάδα απ’ το λάος. Ή φταίει ο Σαμαράς. Ή ο καιρός. Οι πασόκοι πάντως δεν φταίνε και μάλιστα τονίζουν ότι έχουν ιδεολογικές διαφορές, παρόλα αυτά θα επιμείνουν να σώσουν τη χώρα.

Ας ένιωθαν τουλάχιστον μια κάποια ντροπή. Ας περπατούσαν με κατεβασμένα βλέμματα.

Αυτό που επίσης με εκπλήσσει, είναι η σκυλίσια επιμονή των συγκυβερνόντων στα κάθε είδους διλήμματα. Ο Καρατζαφέρης χτες, το έθεσε πιο καθαρά απ’ τους υπόλοιπους. «Δεν υπάρχουν πια διαφορές στα κόμματα. Υπάρχουν πλέον μόνο δύο πλευρές. Οι ευρωπαϊστές και οι κομμουνιστές». Συνεχίζεται λοιπόν το δόγμα που εφάρμοσε με επιτυχία κατά καιρούς η Αμερική, η λογική που χρησιμοποίησε ο ίδιος ο Γεώργιος Παπαδόπουλος («οι Έλληνες δεν μπορούν να είναι κομμουνιστές»), η λογική που έλεγε ότι  όλοι όσοι βρίσκονταν στα βουνά ήταν συμμορίτες. (Βέβαια, όλοι όσοι θέτουν τέτοιου είδους διλήμματα θα έπρεπε να συλλογιστούν ότι κάποτε μπορεί και να απαντηθούν. Ή ότι κάποτε μπορεί το δίλημμα να τεθεί κι απ’ την ανάποδη.)

Δεν μ’ ενοχλεί το διχαστικό του πράγματος, όσο η επιμονή στην ιδεολογική τρομοκρατία και στη διάθεση να αποδείξουν με το πιο κυνικό τρόπο, ότι η δημοκρατία (τους) δεν έχει αδιέξοδα. Η δημοκρατία τους θα περάσει από πάνω μας και μάλιστα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, με τον οποίο το έχει ξανακάνει και στο πρόσφατο παρελθόν.

Πίσω απ’ το τιμόνι.

Το πρωί οδηγώντας, σκέφτομαι ότι το δίλημμα τίθεται παραμονές της 17ης Νοεμβρίου. Σκέφτομαι χτες βράδυ, τον Καρατζαφέρη καλεσμένο στο Σκάι και τον Βορίδη στο Μέγκα. Σκέφτομαι τα υπουργεία του λάος.

Δεν ξέρω αν υπάρχει χώρος για τίποτα άλλο παρά για απελπισία.

Θυμάμαι στο δεύτερο έτος που έπεσαν στα χέρια μου «οι ανθρωποφύλακες» του Κοροβέση. Το διάβαζε ο ένας μετά τον άλλο κι ύστερα όταν κάποιος ρώταγε πώς σου φάνηκε, απλά γνέφαμε ο ένας στον άλλο. Θυμάμαι που κάπου εκεί στην ίδια ηλικία είδα σε μια ταινία του Κούνδουρου, τον Χρήστο Ρεκλείτη. Δεν ξέρω τον άνθρωπο, δεν ξέρω πού βρίσκεται τώρα, πώς έζησε, τι έκανε, αν έκανε τη μία ή την άλλη επιλογή. Δεν έχω ιδέα. Θυμάμαι μόνο το πρόσωπο και το όνομα του Χρήστου Ρεκλείτη. Εμφανιζόταν μπροστά στην κάμερα και περιέγραφε με ένα περίεργο σχεδόν κενό ύφος, τί του έκαναν οι βασανιστές επί χούντας.

Τώρα που ο γενικός γραμματέας του κόμματος, που ίδρυσε ο επικεφαλής της χούντας, είναι υπουργός, δεν έχω διάθεση να σκεφτώ πολλά πράγματα. Σκέφτομαι μόνο τον Κοροβέση και τον Ρεκλείτη.

21 Σχόλια

Filed under διάφορα

όλων των ειδών οι σφαλιάρες

Στο super market

Φοράει μαύρη φούστα, λίγο κάτω απ’ το γόνατο, σαν αυτές που βλέπουμε σε παλιές ταινίες, και ένα λαδί πουλόβερ. Από πάνω η μπλε ποδιά εργασίας. Μια άλλη γυναίκα γύρω στα 40, 45, εμφανίσιμη, προσεγμένη, με γκρι παντελόνι, μαύρο γυαλιστερό παπούτσι και νεανικό σακάκι, την κοιτάζει με μισό μάτι. Λέει: «εδώ είστε μόνο εσείς; Ρωτάω γιατί στέκομαι τόση ώρα και δεν νομίζω να με έχετε δει». Η γυναίκα που δουλεύει στον πάγκο με τα τυριά, είναι αλήθεια, κινείται σχετικά αργά, μιλάει σχεδόν ψιθυριστά και έχει ένα μόνιμο, σβησμένο χαμόγελο. Εξυπηρετεί την ουρά με μια βραδύτητα και μια υπόγεια, σχεδόν αόρατη, ευγένεια. Συνεχίζει χωρίς να απαντήσει κάτι συγκεκριμένο. Σα να αντιμετωπίζει με μια αλλόκοτη στωικότητα τόσο το ύφος της κυρίας που κάνει την παρατήρηση, όσο και την εμφανή αδυναμία της να κάνει πιο γρήγορα. Είναι προφανές ότι είναι μόνη της στον πάγκο, είναι προφανές ότι η ουρά είναι μεγάλη. Η γυναίκα που περιμένει, δυσανασχετεί μεγαλοφώνως, λέει κάτι για τον χρόνο που είναι πολύτιμος και καθόλου για χάσιμο με μια κάπως νεαρότερη φίλη της.

Παλιότερα, νόμιζα πως, μέσα στα σούπερ μάρκετ, έβλεπα όλα όσα υπάρχει να δει κανείς. Την καταναλωτική μανία, τη βία της ουράς, τη διασκέδαση της βόλτας με το πατίνι καροτσάκι, την απίθανη συσσώρευση πραγμάτων, το πόσο διαφορετικά είναι τα ψώνια του καθενός. Ωραίες γυναίκες, παιδιά τρομοκράτες, κουρασμένα ζευγάρια, διψασμένους εργένηδες και γερασμένους κυνηγούς κουπονιών και εκπτώσεων. Και βέβαια, όσο πιο μικρός, τόσο πιο μεγαλόστομος, τόσο πιο σίγουρος, τόσο πιο σκληρός. Έλεγα λοιπόν πως την όποια αριστεροσύνη μου, την όποια οπτική για τη ζωή, την απέκτησα κυρίως εκεί μέσα. Στα μεγάλα και συνοικιακά σουπερμάρκετ. Παρατηρώντας κυρίως τους εργαζόμενους στα σούπερ μάρκετ και κατά δεύτερο λόγο αυτούς που ψωνίζουν.

Τα όποια, λιγοστά και αποσπασματικά, διαβάσματα ήρθαν αρκετά μετά και χωρίς να κάνουν τίποτα άλλο παρά να επιβεβαιώσουν όσα η παρατήρηση και η ενστικτώδης αντίδραση σ’ αυτή, είχαν υποβάλλει. Η εργασία, για κάποιους, για μερικούς, ήταν κάτι το εξωπραγματικά σκληρό και ανυπόφορο. Τα καρότσια κάποιων ήταν αγρίως μισοάδεια. Το ύφος κάποιων ήταν εντελώς άθλιο. Υπήρχε ένας ξεκάθαρος διαχωρισμός ανάμεσα στους ανθρώπους, τότε δεν έλεγα εργατική τάξη, ούτε καν φτωχοί και πλούσιοι. Ίσως να έφταιγε το σχολικό κήρυγμα περί επιτυχίας, πρωτιάς, κοινωνικής ανόδου (το οποίο από πάντα μου καθόταν πολύ βαρύ). Έτσι αυτό που (νόμιζα πως) έβλεπα ήταν ότι αυτοί που πετύχαιναν, διέλυαν με κάθε τρόπο, αυτούς που δεν είχαν πετύχει. Ασφαλώς παιδική άποψη, αλλά αυτός ήταν ο πρώτος τρόπος που είδα τον κόσμο.

Επακόλουθο όλων αυτών των γλυκανάλατων, είναι ότι εν πολλοίς αντιμετωπίζω την πολιτική ακόμη με το ένστικτο. Όταν βλέπω την εργαζόμενη στον πάγκο των τυριών στο σούπερ μάρκετ, νιώθω ότι ξέρω ποιός είναι ο κόσμος και ξέρω και σε ποιά πλευρά πρέπει να σταθώ. Κρίμα που δεν ξέρω τον τρόπο, σκέφτομαι μόνο.

Κάπως έτσι την Πέμπτη, με έπιασε πάλι εκείνο το αόριστο βάρος, που σε καταπλακώνει σχεδόν οριστικά, όπως ας πούμε όταν δίνεις ένα κέρμα στον Πακιστανό στο φανάρι και σου λέει ένα τέτοιο ευχαριστώ, που σου έρχεται να ρίξεις το αμάξι στον επόμενο τοίχο που θα βρεις μπροστά σου. Ύστερα από λίγο βέβαια, συνέρχεσαι άνετος και ωραίος μπροστά στην οθόνη σου. Πας να πληκτρολογήσεις κάτι, κι όμως τίποτα δεν υπάρχει κάτω απ’ τα γράμματα του laptop. Μόνο ευχές, εξυπνάδες, δηθενιές και ένα κενό χωρίς τέρμα. Υπάρχει μόνο το βλέμμα της υπαλλήλου που δέχεται σα σφαίρες παρατηρήσεις σχετικά με την αργοπορία της, μόνο το αυτοσαρκαστικό χαμόγελο του φίλου που λέει ας μην πάμε βόλτα, δεν βγαίνει ο μήνας, μόνο τα μαύρα πνευμόνια του πατέρα της Χ. που έφαγε τη ζωή του αναπνέοντας τα σκατά της δουλειάς του. Υπάρχουν μόνο οι εξορισμού ανώφελες προσπάθειες να περιγράψεις γλυκερά το ευχαριστώ ενός Πακιστανού σε ένα φανάρι.

Στις εθνικές και άλλες επαιτείους

Σ’ ένα άλλο αυτιστικό μικροσύμπαν, αυτό της παρέας αριστεριστών, αυξάνεται η αγωνία για το αν οι χύμα αντιδράσεις, υπαινίσσονται ένα είδος εκτροπής, φασισμού και βίας προς όλες τις κατευθύνσεις. Είναι άλλη μια ενδιαφέρουσα, αλλά μάλλον ανώφελη συζήτηση, έτσι μου μοιάζει τουλάχιστον, αφού καλώς ή κακώς, πιθανότατα καλώς, η κατάσταση δεν είναι σε κανενός τα χέρια. Δεν υπάρχει κανένας έλεγχος και όπως μου αρέσει να σχολιάζω, οι μούντζες, οι καρπαζιές και οι όποιοι τραμπουκισμοί δεν είναι προοίμιο εκτροπής, αλλά αποτέλεσμα της εκτροπής χρόνων. Οι πασόκοι τώρα εισπράττουν αναδρομικά, όσα κατέθεταν επί χρόνια στο πολιτισμικό και πολιτικό πεδίο. Η καρπαζιά από πίσω, δεν μπορεί να είναι παρά το φυσικό αποτέλεσμα του τραμπουκισμού που επεδείκνυαν στα κανάλια και στην πραγματική ζωή επί μια εικοσαετία (τουλάχιστον). Οι αριστεριστές, μπορεί να ανησυχούν/με ότι οι αντιδράσεις στερούνται πολιτικού υποβάθρου ή στόχου, αλλά όπως και να το κάνουμε η πολιτική επί χρόνια στην Ελλάδα, στερούταν πολιτικού υποβάθρου. Την αρένα στην οποία θα γίνει η μάχη, την επέλεξαν, τη θεσμοθέτησαν και την καθιέρωσαν, αυτοί που τώρα ετοιμάζονται να ταϊστούν στα λιοντάρια.

Ο μονόλογος δημιουργεί μονολόγους. Ο κυνισμός διαπαιδαγωγεί κυνικούς. Το ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, πλάθει επικίνδυνους απελπισμένους. Κι ύστερα, ας μην κρυβόμαστε, μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας για πολλά χρόνια φλερτάρει με τον ρατσισμό, τον αυταρχισμό και τη συντήρηση.

Πασοκονεοδημοκράτες ανακαλύπτουν τώρα με φρίκη ότι το να φτιάχνεις μια κοινωνία με κύρια χαρακτηριστικά τον άκρατο ατομισμό, την αδικία και την τυφλή λατρεία στα λεφτά, είναι μια συνθήκη η οποία αναπόφευκτα κάποια στιγμή θα γυρίσει και θα πέσει με φόρα στο κεφάλι σου. Ας πρόσεχαν.

32 Σχόλια

Filed under διάφορα

το κέντρο του κόσμου

“Είναι δύσκολο να εξηγηθεί ότι κάποτε το κέντρο του κόσμου βρισκόταν παντού κι ότι τώρα όλα τα μέρη βρίσκονται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από το κέντρο του κόσμου”.

Χ. Βακαλόπουλος – Η γραμμή του ορίζοντος

***

Η πλατεία μου είναι ένας κύκλος που τετραγωνίστηκε. Τέλη του 1980, με αρχές του 1990 ήταν ένας κύκλος. Κάθε χρόνο, απ’ το Μάϊο μέχρι τον Οκτώβριο ζούσε μεγαλειώδεις ποδοσφαιρικές στιγμές. Πρώτα στον δρόμο, στην άσφαλτο μπροστά στο νηπιαγωγείο. Για τέρματα πέτρες και μπλουζάκια που εμπόδιζαν την κυκλοφορία και ευέλικτους κανονισμούς που, ας πούμε, επέτρεπαν την κλασσική ντρίπλα – σπόντα με τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Κάτι γείτονες φώναζαν από κάποιο μπαλκόνι. Εμείς απαντούσαμε μόνο στο “πού το είδες το φάουλ;”. Τα υπόλοιπα περίσσευαν ή δεν είχαν ήχο. Αργότερα τα αυτοσχέδια διπλά μετατράπηκαν σε μουντιάλ – πεναλτάκια και μεταφέρθηκαν εντός της πλατείας, πάνω στο γκαζόν. Το τέρμα σχημάτιζαν δύο φοίνικες. Εκεί λύθηκαν μια για πάντα ορισμένα ζητήματα κάποιας ιδιαίτερης βαρύτητας. Πχ. καταλάβαμε όλοι, ποιά είναι η σημασία του να αγαπάς τις ντρίπλες, αλλά να δηλώνεις ότι υποστηρίζεις Αργεντινή και όχι Βραζιλία. Επίσης αντιληφθήκαμε ότι το να είσαι Ολλανδία είναι προτίμηση αποκλειστικής απασχόλησης. Δεν θα είσαι ποτέ και κάτι άλλο.

***

Αρχές 1990, η πλατεία μου ήταν ένας κύκλος. Τα κορίτσια κάθονταν σε παγκάκια και παρακολουθούσαν τα πεναλτάκια. Ανακαλύψαμε έτσι ξαφνικά, ότι ωραίο το παιχνίδι, αλλά υπάρχει και κύπελλο. Εκεί, στον πάτο του κυπέλλου, ανακατεμένη με σαμπάνια και πυροτεχνήματα, βρισκόταν η Κ. Όσο ήθελε, ήμουν δύσκολος, απασχολημένος με τον Hagi, τη Ρουμανία και το κυνηγητό στα πλακάκια. Όταν δεν ήθελε πια, το ποδόσφαιρο εξαφανίστηκε, διαλύθηκε, καταργήθηκε μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα. Το πρώτο σημαντικό φιλί, με γλώσσα και απ’ όλα, το έχασα εξαιτίας του Hagi και ενός φίλου, του ίδιου που είχε αποφασίσει ότι θα είναι πιστός μόνο στην Ολλανδία. Η πλατεία όμως είναι ένας κύκλος και αρκετά χρόνια αργότερα, σ’ ένα πανάθλιο μπαρ, είδα ξανά την Κ. πίσω απ’ τη μπάρα. Ο dj έπαιζε ένα ατέλειωτο, επαναλαμβανόμενο, ιδρωμένο μπιτ και η Κ. σέρβιρε το ένα υποβρύχιο μετά το άλλο. Ήταν μια σχεδόν πικρή στιγμή, για όσους μπορούσαν να νιώσουν ταυτόχρονα στον ουρανίσκο τη μπύρα, το jack και το χρόνο τον ίδιο, αυτοπροσώπως. Το βράδυ έμοιαζε με μια κυνική επίθεση στο γκαζόν της στρογγυλής πλατείας των αρχών του 1990, γιατί ας είμαστε ειλικρινείς, παρόλο που μιλούσαμε για όλα όσα μεσολάβησαν, στην πραγματικότητα, το μόνο που έκανα ήταν να συντονίζω το βλέμμα μου με το μπιτ και το στήθος της Κ. Ταυτόχρονα, μάθαινα, ότι ο παλιός φίλος, αυτός που  κέρδισε τότε το κύπελλο και την Κ., αυτός που ήταν πιστός στην Ολλανδία, αυτός ακριβώς λοιπόν, παράτησε το παιδαγωγικό στο δεύτερο έτος, έδωσε ξανά Πανελλήνιες και τώρα είναι μπάτσος. “Μπάτσος ρε, το φαντάζεσαι;” μου είπε η Κ.

***

Αρχές 1990, η πλατεία μου ήταν κύκλος. Παίρναμε το κασετόφωνο απ’ το σπίτι του Μ., παίρναμε μπαταρίες απ’ το περίπτερο και ακούγαμε μουσική στο σημείο, που αποκαλούσαμε κάτω πλατεία. Ήμαστε μικροί, μας άρεσε ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου. Ντρέπομαι που το αναφέρω, αλλά προς υπεράσπισή μας, μας άρεσαν και οι Τρύπες και άλλωστε τα μικρά υπαίθρια πάρτυ πάντα τελείωναν με Αντίδραση ή αργότερα Green Day. Κάποτε, όταν γύρω στις 12, η “Ιαχωβού” ή ο φύλακας της πλατείας (είχαμε και τέτοιο) ή κάποιος άλλος διαμαρτυρόταν για τη φασαρία, μετακομίζαμε στο σπίτι του Μ. Εκεί χορεύαμε και ιδρώναμε, και μάλιστα χωρίς αλκοόλ (αν μπορείς κάν’το έτσι και τώρα) πάνω στο μωσαϊκό. Εκεί, αγάπησα το μωσαϊκό. Δεν το είχα καταλάβει ποτέ, μέχρι που πολλά χρόνια αργότερα, βρέθηκα σ’ ένα σπίτι στα Εξάρχεια και είδα το μωσαϊκό της κουζίνας. Αν δεν υπήρχε στην παρέα ένα ωραίο και πολλά υποσχόμενο κορίτσι, μπορεί και να καθόμουν σε μια καρέκλα της κουζίνας όλη νύχτα και απλά να κάπνιζα. Να κάπνιζα ασταμάτητα winston και lucky strike και camel μαλακό, και να κοίταζα απλά το μωσαϊκό ξεφυσώντας καπνό και χρόνια. Δεν μιλάω εδώ για μια γλυκιά νοσταγία, για ένα υγιή αναστοχασμό ή για παιδικές αναμνήσεις. Μιλάω για τον Μ. με μαλλί “μοϊκάνα”, μερικά χαμένα δόντια και τα μάγουλα ρουφηγμένα μέσα. Μιλάω για τον Μ. που απ’ το μωσαϊκό και τα πεναλτάκια στη στρογγυλή πλατεία, τον είδα νύχτα, δύο δρόμους απ’ την πλατεία Ομονοίας, να τρεκλίζει προς κάποια άγνωστη κατεύθυνση. Ο Μ. έβαζε το κασετόφωνο, ο Μ. ήταν ο κύριος εμπνευστής του Αργεντινή και όχι Βραζιλία, ο Μ. ήταν ο πρώτος που άνοιξε την πόρτα της στρογγυλής πλατείας, εκεί στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1990 και έφυγε. Ο Μ. από νουμεράκι στα πεναλτάκια, πρεζάκι στο κέντρο της Αθήνας.

***

Μέσα της δεκαετίας του 90, η πλατεία μου ήταν στρογγυλή και το ταμείο κοινό. Συναντιόμαστε με τη μπάλα ή χωρίς αυτή και το πρώτο πράγμα που κάναμε ήταν να ενώσουμε τα κέρματα που μας είχαν δώσει οι γονείς. Κάθε μέρα κοινό ταμείο. Στο τέλος της μπάλας ή του οτιδήποτε άλλου, δύο θα πήγαιναν στο σουβλατζίδικο απέναντι απ’ την πλατεία. Το σουβλατζίδικο λεγόταν “τα δύο αδέλφια” και κάθε πλατεία της Αθήνας είχε κι από ένα τέτοιο. Δύο κουβαλητές, με τα κοινά λεφτά στο χέρι, ψώνιζαν για όλους σουβλάκια, κοκακόλες, πατάτες και πίτες κομμένες. Όταν τα λεφτά ήταν λίγα έπαιρναν μόνο πίτες κομμένες. Κανείς ποτέ δεν αναρωτήθηκε ποιός βάζει τα περισσότερα, γιατί, πόσα ακριβώς είναι τα ρέστα, αν υπάρχουν ή οτιδήποτε άλλο παρόμοιο. Ήμαστε 12, 15, 13 χρονών και αν δεν τρώγαμε μαζί, καλύτερα να μην τρώγαμε καθόλου. Ήμαστε σχεδόν όλα τα παιδιά της γειτονιάς και είχαμε μόνο μία τσέπη. Όσα οι γονείς έβγαζαν αλληλοσκοτωνόμενοι στις πίστες της αγοράς, τα αγιάζαμε στο κοινό ταμείο και τα τρώγαμε υπό τη μορφή κομμένης πίτας. Στο στομάχι μας κατέληγε μόνο η κοινή πίστη, η κοινή πείνα, η κοινή απάντησή της. Το στομάχι μας, εκεί γύρω στις 9 το βράδυ, κάθε μέρα, δεν ήταν πολλά διαφορετικά όργανα σε πολλά διαφορετικά σώματα. Δεν είχαμε στομάχι, μόνο μια κοινή κομμένη πίτα.

***

Η πλατεία μου, τέλη του 1980, με αρχές του 1990 ήταν ένας κύκλος. Είχε μερικούς φοίνικες, κάποιες λεύκες, χώμα και γκαζόν, λίγες κούνιες και πολλά παγκάκια. Είχε έναν φύλακα, που σκούπιζε και πότιζε και μας κυνηγούσε, πότε επειδή είχαμε κάνει κάτι, πότε έτσι για το καλό. Γύρω γύρω, έμεναν ένα σωρό άνθρωποι και κυρίως οι γονείς μας, που όλο εφεύρισκαν λόγους να βγαίνουν στα μπαλκόνια και στις εξώπορτες και να μας φωνάζουν να γυρίσουμε μέσα. Γύρω γύρω, είχε μονοκατοικίες και μερικά δυόρωφα.

Η πλατεία μου, το 2011, είναι πια τετράγωνη. Δεν έχει καθόλου χώμα, έχει λιγότερο γκαζόν, περισσότερα πλακάκια και δυο τρία περίεργα συντριβάνια. Το σουβλατζίδικο “τα δύο αδέλφια” έκλεισε πέρσι. Το καφενείο που υπήρχε υπολειτουργεί, υπάρχει όμως μια καφετέρια με καναπέδες και μαξιλάρια και προτζέκτορα για τους αγώνες. Ακόμη χειρότερα, οι μονοκατοικίες είναι πια ελάχιστες και υπάρχουν τουλάχιστον τέσσερις εφταόροφες πολυκατοικίες. Ακόμη πιο χειρότερα, έχουν πεθάνει όλοι οι εκνευριστικοί και συμπαθητικοί γέροι , που μας έβλεπαν να παίζουμε μπάλα. Για την ακρίβεια, ο θάνατος έχει περικυκλώσει την πλατεία με τέτοιο τρόπο, ώστε αυτοί που χτυπάει πια να μην είναι γέροι ή τέλος πάντων να είναι οι νέοι του τότε, του κάποτε που η πλατεία ήταν στρογγυλή. Μιλάω για τις αρχές του 1990 και λέω ότι όσοι ήταν νέαροί γονείς και ανύπαντροι 30αρηδες στις αρχές του 1990 δεν μπορούν παρά να είναι πάντα τέτοιοι.

Η πλατεία μου, το 2011, δεν είναι πια πλατεία μου, μένω αλλού. Όταν φτάνω όμως εκεί, όταν επιστρέφω στο πατρικό, ξέρω πολύ καλά, ότι εδώ είναι ένα απ’ τα πολλά μέρη, που εξακολουθούν να είναι το κέντρο του κόσμου. Εδώ, βλέπω τους σημερινούς εαυτούς μας να λένε ένα ξεψυχισμένο γειά, τις καινούριες παρέες που παίζουν με μπάλες και λαπτοπ, τους νεαρούς γονείς του τότε, κουρασμένους συνταξιούχους ή σχεδόν τέτοιους. Ξαναβλέπω τα ίδια δοκάρια – φοίνικες να επιμένουν να παριστάνουν την Ιταλία του 1990. Ξαναβλέπω τα πάντα, το κοινό ταμείο, το φιλί της Κ., το πρόσωπο του Μ. πριν την πρέζα, την καρέκλα της γριάς που καθόταν απέναντι. Η ζωή δεν πατάει φρένο ούτε για ένα δευτερόλεπτο, περνάει διαρκώς από πάνω μας. Μια κάλπικη μελαγχολία είναι η συνηθισμένη αντίδρασή μου στους εφτά ορόφους που ορθώνονται πλέον απέναντι απ’ το παλιό δωμάτιό. Κάπου κάπου όμως, εκεί ακριβώς που ανοίγω την πόρτα του αυτοκινήτου, νομίζω πως ακούω μια βουή απ’ την άκρη της – ξαφνικά ξανά – στρογγυλής πλατείας. Είναι οι φωνές που χτυπάνε με όλη τους τη λύσσα πάνω στο μωσαϊκό, περνούν απ’ το ανοιχτό παράθυρο και έρχονται να πέσουν πάνω μου με φόρα μερικών εκατοντάδων χιλιομέτρων.

“Όταν ξυπνάω τρομαγμένος, βλέπω εσένα
μια γνώριμη σκιά στον ουρανό
Με πλησιάζεις με λόγια ιδρωμένα
με νανουρίζεις, μα εγώ κλαίω και σου ζητώ

Στο δρόμο να με βγάλεις που ανεβαίνει
για τη δικιά σου κοντινή Αμερική
Μ’ ένα κλειδί κι ένα περίστροφο στην τσέπη
θέλω να τρέξω κατά εκεί”

**ποστίδιο παρασκευασμένο για τις Μητροπολιτικές Ιστορίες**

9 Σχόλια

Filed under ταυτολογίες - για τη νοσταλγία, διάφορα

pause

«Κρατούσα μια λάμπα και κατέβαινα τη σκάλα, έπρεπε ν’ ανακαλύψω ποιος είμαι, τι είχα κάνει στο παρελθόν, και το σπίτι πώς έστεκε ακόμα, αφού εμείς είχαμε κάποτε γκρεμίσει όλους τους τοίχους, για να χωρέσουν εκείνοι που έφευγαν,

στο βάθος, σακάτηδες χωρίς χέρια παίζαν την τύχη μου στα χαρτιά, ο Ιησούς των μεθυσμένων περνούσε το βράδυ μες στα θαμπά φανάρια, κι έπαιρνα από πίσω το φονιά σκουπίζοντας τα ίχνη του πάνω στο χιόνι, γιατί τώρα ήξερα,
κι η γυναίκα, όταν πήγα να την αγκαλιάσω, έκανε μια μικρή κίνηση και μπήκε σε μια δική της πόρτα, κλειστή, αφήνοντας με έξω.

Δώσε μου, Κύριε, να ‘μαι νεκρός και μεθυσμένος.
Άσε μου μόνο τ’ άστρα, που ήταν το ίδιο φιλικά ακόμα και στους δρόμους που πυροβολούσαν.»

Τ. Λειβαδίτης, αλκοολισμός (via)

———————————————————————————–

Γυρνώντας σήμερα απ’ το σύνταγμα, είχα ακόμη στη σκέψη αυτό που πιθανά αποτέλεσε τον επιθανάτιο ρόγχο της συνέλευσης (και μακάρι να κάνω λάθος και να ξαναγυρίσει το πράγμα). Οδηγώντας, είδα στη Συγγρού ξένους εργάτες να πίνουν μπύρα, δίπλα απ’ το μηχάνημα που έστρωνε πίσσα στη δεξιά λωρίδα. Λίγο πιο κάτω, ο παράδρομος γεμάτος προσφορά και ζήτηση.

Όλων των ειδών οι πραγματικότητες συγκρούονται μες στο κεφάλι μου.

———————————————————————————–

Διακοπή για λίγο καιρό στην ακατάσχετη πολιτικολογία και την πλατειολογεία.

15 Σχόλια

Filed under διάφορα, ζεστές μέρες