Category Archives: γυναικών λέχος πολύπονον

χριστουγεννιάτικο

Είδα την Anouk Aimée χθες το βράδυ έξω απ’ το Grain. Φορούσε λευκό πουκάμισο και ονειρευόταν ένα ποτήρι κονιάκ. Περπατούσε πάνω κάτω στην Ομήρου. Όταν περνούσε έξω απ’ το Γκαίτε, μουρμούριζε το γράμμα του Βέρθερου. Στεκόταν στην άκρη του πεζοδρομίου παριστάνοντας το εκκρεμές, φτάνοντας τη μία στα κάγκελα και την άλλη στις ρόδες των αυτοκινήτων. Χαμογελούσε σε μερικά κορίτσια και ζητούσε πληροφορίες για εκείνο το bar που ακόμη και τώρα ήταν bar κι όχι κάτι άλλο. Θέλω να πάω εκεί που μπορεί κανείς να είναι μεθυσμένος νωρίς το απόγευμα, είπε. Αγόρασε από έναν περαστικό πωλητή δύο λαχεία και τα χάρισε σ’ έναν άντρα με μαύρο παλτό και καπέλο, ξεκαθαρίζοντας έτσι οριστικά, ότι η τύχη δεν βρίσκεται σ’ αυτό που σου δίνει, αλλά σ’ Αυτή που σου δίνει. Πέρασε με κόκκινο διαγωνίως την Πανεπιστημίου. Στάθηκε για λίγο μπροστά απ’ τις άδειες βιτρίνες του Άττικα και κοίταξε τα κινηματογραφικά πρόσωπα που παρίσταναν τις κούκλες. Ο θίασος έφυγε με όλα τα ρούχα και τώρα χορεύει πιασμένος χέρι χέρι γύρω απ’ τους περαστικούς.

Όταν με ρώτησε τι είδα σήμερα της είπα:

– Στο Μετρό το πρωί, νεαρή αλλοδαπή συνόδευε τη μάνα της. Εκείνη εμφανώς πρώτη φορά στο Μετρό, κρατιόταν γερά, κοιτούσε ανήσυχη την ώρα, τις στάσεις, το σχεδιάγραμμα πάνω απ’ την πόρτα. Η κόρη γελούσε κι έλεγε μην άγχεσαι. Θα πάμε γρήγορα και όπου θέλουμε. Έπειτα της εξηγούσε τη διαδρομή, σαφώς και με ακρίβεια. Στο Μετρό το πρωί είδα μια Αθηναία.

– Στο Μετρό το μεσημέρι, κάθισε δίπλα μου μια γυναίκα με τεράστια γυαλιά, κασκόλ τυλιγμένο γύρω απ’ το λαιμό της και μάσκα νοσοκομείου, προφανώς για τη γρίπη. Έτσι όπως είχε κρύψει το πρόσωπό της, μου ήρθε να πάω πάνω από το κεφάλι της και να αρχίσω να βήχω και να ανασαίνω πάνω της. Σαν άλλος Τάιλερ Ντέρντεν που ποτίζει με το αίμα του τον ιδιοκτήτη του υπογείου.

– Στο λεωφορείο το απόγευμα δύο κορίτσια μιλούσαν επί τουλάχιστον είκοσι λεπτά για το ΙΚΑ. Κάτι σαν 6,80 την ώρα αν σου βάζει ΙΚΑ, 7,10 αν όχι. Δεν θυμάμαι καλά τα νούμερα. Θυμάμαι πόσο λάθος έμοιαζε η συζήτηση όμως.

Είδα την Anouk Aimée χθες το βράδυ να κάθεται σταυροπόδι στην Πανεπιστημίου. Πλησίασε τον αυτοσχέδιο βιολιστή στον πεζόδρομο και του είπε μια σύντομη ιστορία για τον άγιο Donizetti. Αμέσως άρχιζε να παίζει. Αυτή πλησίασε ένα νεαρό που καθόταν στο Ζόναρς και αφού του έδωσε το πορτοφόλι της, του είπε να πάει να την κεράσει κάπου, που οι γυναίκες είναι ζωντανές και οι σερβιτόροι ξέρουν ότι άλλο το κονιάκ που ζητάει αυτή κι άλλο αυτό που προσφέρουν στα μνημόσυνα. Μετά μου ψιθύρισε ότι θέλει απόψε να χορέψει, να κρυφτεί, να πηδήξει απ’ το παράθυρο ενός ξενοδοχείου, να σηκωθεί στις μύτες των ποδιών και να ακούει όλη τη νύχτα το “violin concerto in D major” του Brahms. Ύστερα μου υποσχέθηκε ότι μια βραδιά που θα φοράει αυτή το πουκάμισό μου κι εγώ το παλιό γκρι παλτό θα με πάει εκεί που ακόμη και σήμερα οι ερωτευμένοι ακούνε Enrico Caruso.

Είδα την Anouk Aimée χθες το βράδυ, κοίταζε περίεργα τους θαμώνες του Pop. Μου είχες πει ότι ήταν ωραία εδώ, παραπονέθηκε. Κι όμως κι αυτοί ποζάρουν όπως οι άλλοι στο Σύνταγμα, μπροστά στο δέντρο. Θέλω galaxy μου λέει. Αν ήταν Πέμπτη θα σε πήγαινα στο Godot, αν ήταν Κυριακή θα σε πήγαινα στο Σούνιο, αν ήταν αλήθεια κάτι έστω απ’ όλα θα σε πήγαινα απλά σπίτι, απαντάω. Όταν αναρωτήθηκα μήπως είναι ήδη αργά απάντησε, με το στόμα του Ελύτη, πως εδώ και τώρα είναι Άνοιξη παρά τέταρτο και πως «εντελώς αντίθετα απ’ τον (…) Hervey de Saint-Denys, που ζητούσε να φωτίσει τον ύπνο απ’ τη μεριά του ξύπνιου εαυτού του, επεδίωκα εγώ να συλλαμβάνω την καθημερινή ζωή από τη μεριά του ονείρου». Όταν επέμεινα, μου έδωσε ένα φιλί με γεύση πραγματικής Γυναίκας και είπε πολύ γλυκά, σκάσε επιτέλους και άκου τη μουσική.

υγ. η βόλτα μου ξεκίνησε από εδώ βέβαια.

13 Σχόλια

Filed under τόποι που φαντάστηκα, ταυτολογίες - για τη νοσταλγία, υπερβολές, γυναικών λέχος πολύπονον

μακριά μαλλιά & δόντια σουβλερά

Χθες βράδυ, μερικά στιγμιότυπα που φαντάστηκα:

Η κα Κουντουρά με το αψεγάδιαστο μαλλί λέει με όλο το πάθος που καίει τα σωθικά της ότι το πρώτο που την ενδιαφέρει είναι η ασφάλεια στην Αθήνα. «Να κυκλοφορούν τα παιδιά μας και να μην φοβούνται». Η πόλη μας ένα άντρο περιθωριακών και παράνομων. Η Πανεπιστημίου όπως και να το πάρεις, μια τρομακτική διαδρομή.

«Η βουλευτής της Ν.Δ. Ελενα Κουντουρά, παλαίμαχη καλλονή, επιχειρηματίας και, εντέλει, εκδότης του λαμπερού περιοδικού «Glam», δίνει την αρτιότερη μέχρι σήμερα δημοσιευμένη περιγραφή του τρόπου με τον οποίο προσλαμβάνει η συγκεκριμένη παράταξη το μέλλον της ευτυχίας σε σχέση με την αποτρίχωση». Έγραφε από τότε (ποιός άλλος;) ο καλός κύριος Αρανίτσης.

Την ώρα που κάποια συνάδελφός της έλεγε κάτι ομολογουμένως ξινό και ελάχιστα ενδιαφέρον, η Άννα Νταλάρα χαμογελούσε μόνη της, κουνώντας το κεφάλι με νόημα. Σκέφτομαι ότι δεν έχει συνειδητοποιήσει ακόμη ότι το μάτι της κάμερας αποτυπώνει τα πάντα, λόγια, νεύματα και εκφράσεις. Η καταγραφή δεν σταματάει ποτέ. Η καταγραφή κυρίως στοχεύει στα ενδιάμεσα διαστήματα. Εκεί που μιλάει κάποιος άλλος, εκεί που υποτίθεται η προσοχή στρέφεται στον επόμενο ομιλητή. Όμως η κάμερα είναι αμείλικτη και δεν ξεχνιέται ούτε για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου. Πιάνει το άκομψο κι ενοχλημένο ύφος της υποψήφιας του ΠΑΣΟΚ που φανερώνει ότι ναι, εκείνη την ώρα θεωρεί πως ακούει βλακείες, πως δεν αντέχει άλλο να περιμένει να βάλει την αντίπαλο στη θέση της. Είναι βέβαιη ότι η επερχόμενη εξυπνάδα της θα είναι αποστομωτική.

Στο «πόλεμος και κινηματογράφος» ο Βιριλιό παραθέτει μια εξαιρετική φωτογραφία, η οποία περιγράφεται από τη λεζάντα ως εξής: «κάμερα στερεωμένη στον κιλλίβαντα ενός μυδραλίου, συνδεδεμένη με τα προστατευτικά του αεροπλάνου. Η λαβή του όπλου βρίσκεται κάτω από τη μηχανή λήψης».

Η υποψήφια του ΛΑ.Ο.Σ. τινάζει πίσω τα μαλλιά της με μια αποφασιστική κίνηση. Ύστερα χαρίζει ένα βλέμμα κατευθείαν στην κάμερα, δηλαδή σε όλους μας τους ταλαιπωρημένους τηλεθεατές. Κάποια στιγμή, χωρίς καλά καλά να το αντιληφθεί, αγγίζει τον πυρήνα του προβλήματος. «Εμείς τους μεγαλώσαμε (σ.σ. τους άντρες)».

Μετά μιλάει η Λίλα Καφαντάρη, η υποψήφια του ΣΥΡΙΖΑ, η υποψήφια των Ο-Π κι έπειτα ο κακός χαμός. Μιλάνε όλες μαζί. Υψώνουν τις φωνές τους ταυτόχρονα, λέει η καθεμία τα δικά τους κι όλες μαζί ταυτόχρονα κοιτάνε τον παρουσιαστή. Καμία δεν γυρνάει να κοιτάξει εκείνη στην οποία απευθύνεται. Υστερία.

Ο παρουσιαστής, αμήχανος, καταρρέει αργά μπροστά σ’ αυτό τον ορυμαγδό αφρισμένων λέξεων. Έβλεπε μπροστά του εκείνο το όλο πονηριά και υπονοούμενο «εμείς τους μεγαλώσαμε» και τρόμαζε μπροστά στη μαζεμένη επιθετικότητα, την βιαιότητα της ματαιοδοξίας και την στιλιζαρισμένη υστερία. Ευτυχώς υπάρχουν πια Φιλιππινέζες, παιδικοί σταθμοί και τα ίντερνετς, ώστε να αναλάβουν με επιτυχία εκείνο που παραλίγο να μας λείψει, το να μεγαλώνουν δηλαδή τα παιδιά με τη συλλογική φροντίδα της γειτονιάς. Αντίθετα, εκείνα τα αγόρια που εγκαταλείφθηκαν στην αποκλειστική προσοχή της αιμοδιψούς και αχόρταγης, σύγχρονης μάνας, μπορεί να πετυχαίνουν συνεχώς και αδιαλείπτως στον επαγγελματικό στίβο, έχουν όμως ξεχάσει στη βάση κάποιας μισοσπασμένη μπασκέτας όχι μόνο τα κλειδιά του σπιτιού, αλλά και τον ευνουχισμένο εαυτό.

Με άφθονη λακ, υπέροχα αξεσουάρ και τη βεβαιότητα του συντηρητικού ανθρώπου που αγαπά να υποδεικνύει το καλό μας, εξαπολύοντας απαγορεύσεις, πορεύονται οι γυναίκες προς τη λέσχη των 300. Αρνούμενες την όποια θηλυκότητα, υιοθετούν τα χειρότερα ανδρικά χαρακτηριστικά, για να τα εμπλουτίσουν με το δηλητήριο της γυναικείας ματιάς μπροστά στην ανεπιθύμητη νύφη. Όπως θα έλεγε και ο Γούντυ, «αν το βλέμμα σκότωνε θα ήμουν από ώρα νεκρός».

14 Σχόλια

Filed under γυναικών λέχος πολύπονον, διάφορα

οι κόρες του μεσημεριού

Μαθητής ακόμη, περίμενα ανυπόμονα κάποιος στο σπίτι να ζητήσει τσιγάρα, στη σκέψη της κοπέλας και του χαμόγελου που θα συναντούσα στο περίπτερο. Μια όμορφη μαυρομάλλα, που θα ήταν μακράν ο σπουδαιότερος λόγος να αρχίσει κάποιος το κάπνισμα. Την έχασα ξαφνικά πριν 3 χρόνια. Αργότερα έμαθα ότι είχε παντρευτεί κι έφυγε από τη γειτονιά, ενώ πούλησε και το περίπτερο. Τον τελευταίο καιρό την είδα πάλι. Ήταν ακόμη πιο όμορφη κι απέπνεε μια ζεστασιά και μια καρτερικότητα ή μπορεί απλά και να ήταν η ιδέα μου. Είχε χωρίσει και μετά από καιρό περιφερόταν μόνη ανάμεσα στα μακαρόνια και τα ρύζια του super market, λες και αναρωτιόταν αν θα έπρεπε να συνεχίσει να μαγειρεύει, τώρα που δεν υπήρχε κάποιος να δοκιμάσει το φαγητό και την αγάπη της.

Στο video club και στο super market της γειτονιάς, όποιος πει ότι δεν τις έχει προσέξει θα είναι ασφαλώς ψεύτης. Ευγένεια και χάρη. Καμία ιδιαίτερη φροντίδα να τονίσουν τη θηλυκότητά τους. Καλημέρες που στάζουν επιθυμία, ανεπαίσθητα αγγίγματα που θυμίζουν φρεσκοπλυμένα σεντόνια. Η «ερεθιστική χωματίλα», που λέει ο Μυριβήλης, οι βαριές σακούλες, η απουσία προσποίησης όλα είναι εδώ. Στα καφενεία ξέρουν να σου πουν γι’ αυτές. Περνούν μπροστά από τη τζαμαρία και σταματά το παιχνίδι. Η μπάλα αφήνει για λίγο το αδιάκοπο πάνω κάτω, το αμάξι καθυστερεί λίγο περισσότερο στο stop, ο περαστικός ξεχνάει για δευτερόλεπτα την αργοπορία του. Φτάνεις βιαστικός στο περίπτερο κι όμως αργείς να διαλέξεις τσίχλες. Στα super market σχηματίζονται αλλοπρόσαλλες ουρές.

Τα υπέροχα κορίτσια, ηρωίδες συνοικιών ή πολλών οικοδομικών τετραγώνων, ακαταμάχητα και δικά μας. Κατοικούν στην άκρη του στόματος, στο πρωινό που ο ήλιος βγήκε ύστερα από συνεχόμενες βροχές. Όμορφες, χωρίς να το ξέρουν, αποφορτίζουν το διαρκή εκνευρισμό. Κοιτάζουν τις βισσοβανδήδες στα γυαλιστερά περιοδικά, ανίκανες να καταλάβουν την εξακολουθητική ανωτερότητά τους. Σύντροφοι στη σκέψη και τα σιωπηλά ταξίδια ενός ακόμη διαβάτη.

Οι μοιραίες γυναίκες είθισται να μονοπωλούν συζητήσεις και εξώφυλλα. Πανέμορφα πρόσωπα και αλάνθαστα σώματα απέναντι από το φακό και το θαυμασμό. Ηθοποιοί που καπνίζουν αφηρημένα σε ταινίες που τις αποθεώνουν, ηδονικά βλέμματα και μυστήρια πλάσματα τροφοδοτούν το μύθο και διασχίζουν ήρεμα τις νυχτερινές σκέψεις. Ακόμη, διάσημοι κώλοι και πετυχημένες τραγουδίστριες με πλαστικά χαρακτηριστικά και ακόμη πιο πλαστικά λόγια συνηθίζουν να παρελαύνουν στις κουβέντες όλων. Αντιλαμβάνομαι το μεγαλείο της Ναυπλιώτου και τον λυσσασμένο ιδρώτα που προκαλεί η Pamela, αλλά παρατηρώ παντού τη φοβερή γοητεία των κοριτσιών που χαλάνε τα δάχτυλά τους, σε σκληρές αναμετρήσεις με την ταμειακή μηχανή.

Στο δρόμο η γοητεία δε φωτίζει μόνο τον ονειρικό γαλαξία των εξεζητημένων θηλυκών. Πέρα από τις ανέραστες καλοντυμένες ξανθές που απολαμβάνουν τον καφέ τους στη Σκουφά και τα «εναλλακτικά» κοριτσάκια που γεμίζουν το Γκάζι, τα μάτια δε δυσκολεύονται να εντοπίσουν την επιθυμία στις χαμηλόφωνες καθημερινές συναναστροφές. Είναι οι γυναίκες που δεν φωνάζουν για τις άγριες γιορτές της νύχτας. Αυτές που δεν τρελαίνονται να κερδίσουν την αφόρητη μάχη του πρωινού. Είναι οι γυναίκες της επιθυμίας, που μοιάζει με την αυτονόητη δροσερή αύρα του μεσημεριού.

Οι γυναίκες αυτές που αρνούνται να πιστέψουν ότι ο έρωτας (το μουνί το έφαγε η αυτολογοκρισία) είναι άλλο ένα όπλο ή μέσο επιβολής, αλλά συνεχίζουν να υπαινίσσονται ότι αυτός είναι άλλος ένας τρόπος να συλλαβίσει κανείς την ανάσα. Με άλλα λόγια εκπνοή και εισπνοή, όχι σοβατισμένα πρόσωπα, υπεροπτικά βλέμματα και καύλα πνιγμένη πίσω από τεράστια γυαλιά ηλίου. Αν όμως η επιθυμία κάποτε είναι αγκαλιά κι όχι κατάκτηση, οφείλουμε ένα τραγουδάκι στο κορίτσι που λάμπει στα στενά της συνοικίας κι αγνοεί τα φώτα της κοινωνικής πίστας.

12 Σχόλια

Filed under γυναικών λέχος πολύπονον

τα κορίτσια που δε συμπαθούν τα αινίγματα

Κορίτσια όμορφα κοντοστέκονται ανάμεσα στις βιτρίνες του city link κι είναι η αντανάκλασή τους στο τζάμι που φωτίζει ένα ολόκληρο σωρό από χρυσές επιλογές. Με το πρόσωπο να λάμπει μπροστά στο φακό, δίνουν συνέντευξη κι υπογραμμίζουν τα νιάτα, το στυλ και τα όνειρά τους για μια ισορροπημένη επαγγελματική κι οικογενειακή σταδιοδρομία.

Στο μεταξύ ο τοίχος στη γωνία, που στρίβει με δυσκολία πάντα το λεωφορείο, γράφει: «οι ωραίες πληθαίνουν – οι παρέες πεθαίνουν». Απαισιόδοξο το μήνυμα κι η γραφή σιγά σιγά ξεθωριάζει. Η αλήθεια του όμως, τουλάχιστον ως προς το πρώτο σκέλος, βγάζει μάτι. Κορίτσια περιποιημένα, εν δυνάμει μοντέλα, ηθοποιοί και τεράστιες διαφημιστικές αφίσες στην εθνική οδό. Με ρούχα βγαλμένα από την τελευταία ταινία που σάρωσε στα multiplex ή στα κουλτουριάρικα στέκια και ύφος που θα ζήλευε η οποιαδήποτε star του παγκόσμιου στερεώματος. Κυκλοφορούν και το μάτι παίζει, σχεδόν μετράει τους διερχόμενους οδηγούς. Λογαριάζει το ύψος, το ντύσιμο, την επιφάνεια, την τρυφερότητα ή την αγριάδα του καθενός. Πιο όμορφες από ποτέ, πιο πονηρές από ποτέ. Πιο ελεύθερες από ποτέ, πιο κομφορμίστριες από ποτέ. Το μάτι γυαλίζει, απομυθοποιεί το εφήμερο, λατρεύει τη σταθερότητα, ισοπεδώνει το μυστήριο, υπολογίζει το αύριο.

Κατάκοποι, όσο και διψασμένοι από τον αυτόβουλο εγκλεισμό μας, παρατηρούμε από το ψηλό σκαμπό ενός ακόμη όμορφα διακοσμημένου bar, το αλλόκοτο θέαμα και το αφήνουμε να μας παρασύρει. Αυτά τα κορίτσια, με τη φλεβίτσα να πάλλεται στο λαιμό και τα χείλη πάντα μισόκλειστα, κοιτάνε, παρατηρούν, ζυγίζουν και τελικά χρησιμοποιούν τη νύχτα. Θύματα και θύτες, με την ίδια πάντα ευκολία εμείς, διαλέγουμε να παίξουμε σ’ αυτήν την μέτρια κι άνοστη κωμωδία, στην οποία κορμιά συμμετέχουν, το πάθος όμως απουσιάζει κι η απουσία αυτή κάνει πάταγο. Φλερτάροντας ήσυχα, χαλαρά, σχεδόν χωρίς καμία ελπίδα ή αγωνία, αφήνοντας την ένταση και τον ιδρώτα να απαντάνε μόνο σε ταινίες τρόμου ή σε καύσωνες του Ιουλίου. Το επόμενο βήμα είναι η εκλογίκευση του σώματος, της επαφής.

audrey-hepburn-tiffanys_moonriver.jpgΣ’ ένα κόσμο που δε θέλει πια να ζει στο όριο, η Χόλυ Γκολάιτλυ έπαψε να μας επισκέπτεται. Η Στέλλα δεν βγαίνει βόλτα στις γειτονιές, αφού τα κορίτσια κάνουν παρέα, προβάροντας την αυστηρότητα, τη σοβαρότητα και τη βαρύτητα της γυναίκας που μόλις τελείωσε με τις υποχρεώσεις της. Δηλαδή τη διεκπεραίωση των εγγράφων, το διάβασμα των παιδιών και την επίβλεψη της αλλοδαπής που σιδερώνει. (Μια ολόκληρη κοινωνία περδικλωμένη στις υποσχέσεις της διαφήμισης και της μετακόμισης σε ένα οικόπεδο στα βόρεια προάστια) Κορίτσια που το κορμί και το μυαλό τους φτιάχτηκε για μακρινές πτήσεις, περπατάνε στις λεωφόρους απόμακρες, στεγνές κι έτοιμες να θυσιαστούν στο βωμό ενός κόσμου που έπαψε πια να αναζητά τη φυγή ή τ’ όνειρο.

Εμείς ποινικοποιήσαμε τη φαντασία, εμείς καταδικάσαμε τα κορίτσια στην προσποίηση και την αδιαφορία. Αυτές ερμήνευσαν τον έρωτα σαν συνεννόηση μεταξύ των αντισυμβαλλόμενων, σαν επίδειξη του θηράματος και υπέγραψαν τη σύμβαση που θα συντρίψει τις οξύτητες και την τραγωδία. Τα ζευγάρια κάνουν αμοιβαίους συμβιβασμούς κι όλοι, άντρες και γυναίκες, θα προσεγγίσουμε το πρότυπο της ήρεμης, διαδικαστικής οδού.

35.jpgΟι ταινίες τελευταία δεν μεθούν από την παρουσία μυστήριων κι υπέροχων γυναικών. Οι μόνες ηρωίδες που δικαιώνουν την ελάχιστη απόκλιση από το μέσο όρο, είναι αυτές που έχουν υπερφυσικές δυνάμεις, πετούν, βγάζουν φωτιές ή πλακώνουν στο ξύλο καμιά σαρανταριά ένοπλους μαφιόζους. Οι υπόλοιπες πρέπει απλά να είναι όμορφες, με το μέτρο των πολυεθνικών και των καλλυντικών, και ρομαντικές στο μέτρο που λατρεύουν τις ροζ κάρτες και τα μικρά αρκουδάκια, ακόμα κι όταν απ’ το πρωί έχουν υποστεί άλλον ένα παροιμιώδη ευνουχισμό στον εργασιακό τους χώρο.

Να γίνουν όλες ίδιες, νέες, αδύνατες, μοδάτες, ήταν το σχέδιο και έχει ήδη πετύχει. Το τίμημα, ήδη φοβερό, το πληρώνουμε κάθε δευτερόλεπτο, αφού σπανίζει πια η ακατανίκητη επιθυμία, η λύσσα κι η απόφαση που παραμερίζει τις λογικές αναλύσεις, που μόνο η μοναδικότητα και η ξένη κι αφάνταστη προσωπικότητα μιας γυναίκας μπορεί να προσδώσει στις νύχτες μας. image.jpgΣήμερα η Monroe δε θα ήταν ανεξήγητο αίνιγμα, ικανό να καταβάλλει συγγραφείς, τρομερούς αθλητές και περαστικούς που χαζεύουν πρωτοσέλιδα στα περίπτερα. Σήμερα ψάχνοντας για τον ωραιότερο κώλο του 2007, καμία δίνη δε θα μας παρασύρει σε άστοχες επιλογές και παράτολμες διαδρομές. Αντίθετα άλλο ένα κάτασπρο και τέλειο χαμόγελο θα φροντίσει να μας προσγειώσει και να μας κρατήσει αιωνίως δεμένους με τα δεσμά της βουβαμάρας.

Όμως το χαμόγελο μιας γυναίκας, όμορφης, μοναδικής, παράταιρης σχεδόν, σ’ ένα κόσμο που λες και φτιάχτηκε για να δεις εσύ και μόνο εσύ αυτό το χαμόγελο, είναι η σπίθα που γύρισε σήμερα τον πλανήτη, το αυτοκίνητο ή το μοτέρ του σκηνοθέτη. Καμία τέχνη, κανένας έρωτας δεν μπορεί να εμπνευσθεί από την ομοιομορφία, τη μηχανική αντίληψη των κορμιών και τα στεγνά πρόσωπα. Προς το παρόν στο βλέμμα θ’ αναζητάμε το τελευταίο καταφύγιο κι εκεί θα προσμένουμε την πιθανότητα μιας ανάσας.

ellielambeti.jpg

Σχολιάστε

Filed under γυναικών λέχος πολύπονον

σίδερο με ατμό ή η χειραφέτηση που δεν ήρθε ποτέ.

Η μοναξιά…

δεν έχει το θλιμμένο χρώμα στα μάτια

της συννεφένιας γκόμενας…

… Στέκεται υπομονετικά όρθια στην ουρά

Μπουρνάζι – Αγ. Βαρβάρα – Κοκκινιά

Τούμπα – Σταυρούπολη – Καλαμαριά

κάτω απ’ όλους τους καιρούς με ιδρωμένο κεφάλι. (με τον τρόπο της Κ. Γώγου) 

Γυναίκες που σιδέρωναν ατελείωτα πουκάμισα, καθάριζαν ξανά και ξανά το καθιστικό, ξεσκόνιζαν σεμεδάκια (η ακριβή και ασφυκτική τους προίκα) και τίναζαν τραπεζομάντιλα σε μικροσκοπικούς ακάλυπτους. Γνώριζαν περίεργα μυστικά για τους λεκέδες, προλάβαιναν να μαγειρέψουν, να πλύνουν τα παιδιά, να ανησυχήσουν, να τα αγαπήσουν κι όλα αυτά πριν πέσει ο ήλιος. Ακούραστες, προκομένες έπιαναν στα χέρια τους το τίποτα και το έκαναν χρυσάφι. Παρατημένα όνειρα, θυσίες, γκρίνιες, λεφτά κι ένα σπίτι στενό γεμάτο ξένους κι άπλυτα. Σιωπηλά, ακούραστα δράματα, άλλοτε χτυπημένες, άλλοτε κατάκοπες, άλλοτε δίχως γνώση και γνώμη τελείωναν τη ζωή, που σπάνια είχαν ζήσει κι όλος ο κόσμος τους χρωστούσε. Τους χρωστούσε το γεμάτο στομάχι, το χορτάτο χαμόγελο, τα καθαρά σεντόνια, τον έρωτα. Ταλαιπωρημένη, μ’ ένα καρεκλάκι και τα χέρια διπλωμένα πάνω στα γόνατα στο μπαλκόνι ή παλιότερα στην αυλή, έτοιμη να προσφέρει γλυκό στον επισκέπτη ή την ίδια της τη ζωή στην οικογένειά της.

«Κι είχε ένα σίδερο μ’ ατμό
και λίγο ιδρώτα στο λαιμό
Σάββατο απόγευμα στην άκρη της κουζίνας.
Γυρνάει ραντίζει ένα γιακά
και λέει στον άντρα ξαφνικά
πως πάει κι αυτός ο μήνας.» (ακούγεται στο τραγούδι του Κραουνάκη)

Ο χρόνος που πέρασε πάνω από καταπιεσμένες σκέψεις και εγκλωβισμένα, στεγνά κορμιά έφερε πανεπιστήμια, βιβλιοπωλεία, δουλειές, περιοδικά μόδας και νόμους για την ισότητα. Από τα σκληρά λόγια της Κ. Γώγου στο χιούμορ και την πίκρα της Μ. Παναγιωταρά η απόσταση δεν ήταν και τόσο μεγάλη. Το μέλλον υποσχέθηκε να πάρει μακριά τη δυστυχία των γυναικών αυτών, που στην πραγματικότητα δεν ήταν τίποτα άλλο παρά η απάτη ότι η ευτυχία (ή η επιτυχία όπως τη θέλει η κατεστημένη ιδεολογία) των άλλων, του άντρα ή των παιδιών θα ισοφάριζε τη χασούρα της δικής τους προσωπικής ζωής. Η αντανάκλαση όμως παραμένει αντανάκλαση και η πληρωμή αναπόφευκτη. Ακόμα κι αν αμπαρώσεις τη βαριά πόρτα με τα ίδια σου τα χέρια, το δωμάτιο δε μπορεί παρά να’ ναι κελί.

Τώρα αυτές οι γυναίκες λιγόστεψαν, τις ρούφηξε η πόλη, το internet, οι διαφημιστικές, οι γραμματείες πολυεθνικών και οι εταιρείες που ζητούν άμεσα τηλεφωνήτριες. Οι νοικοκυρές έπαψαν να είναι σκλάβες του συζύγου, έχουν ολοκαίνουριο κινητό, μοδάτα ρούχα, άποψη για το τελευταίο reality και πολλά διαφημιστικά φυλλάδια με τα τηλέφωνα της κοντινής πιτσαρίας. Η ελευθερία που για μια στιγμή έμοιαζε τόσο κοντά, πέταξε μακριά με την ταχύτητα που φεύγει το sms από τα επιδέξια δάχτυλά της με το απαραίτητο μανικιούρ.

Οι γυναίκες δεν έχασαν καθόλου τα δεσμά τους παρά άλλαξαν απλώς το δυνάστη τους. Διαβάζουν μανιωδώς βιβλία αυτοβοήθειας, πίνουν άνοστους καφέδες και συμμετέχουν σε τηλεοπτικές εκπομπές που φτύνουν στα μούτρα μας αισθηματικά προβλήματα. Κουτσομπολεύουν δηλαδή, κρατώντας απ’ τη μνήμη της γειτονιάς ότι χειρότερο. Με περισσή κακία, ματαιοδοξία, αστείρευτες αρλούμπες κρυμμένες πίσω από επιστημονικές ταμπέλες και μια αλαζονεία που σπάει κοκάλα σχολιάζουν ερωτικά μπερδέματα και βαρύγδουπες ψευτορομαντικές ανοησίες. Παντρεμένες με τα τσιτάτα του Κοέλιο, έτοιμες να κατακτήσουν την κοσμική Αθήνα και τις σελίδες των περιοδικών γάμου. Μορφωμένες, κοσμογυρισμένες και πανέμορφες μα με περισσότερες μικροαστικές αγωνίες από ποτέ. Δυστυχώς ή ευτυχώς καμία ποσόστωση δε χαρίζει ποτέ την ελευθερία.

Κι αν στις «νοικοκυρές» του χθες χρωστάμε πάρα πολλά, στα κορίτσια που γεμίζουν τους δρόμους της πόλης ας χαρίσουμε μερικές σελίδες από οποιοδήποτε βιβλίο της Λιλής Ζωγράφου.

Σχολιάστε

Filed under γυναικών λέχος πολύπονον

τα κορίτσια που κρατάνε δίσκους

Η σκέψη των χεριών που κρατάνε και μεταφέρουν δίσκους μου προκαλούσε πάντα ευφορία και συγκίνηση. Ήταν δίσκοι γεμάτοι τραγούδια που ανυπομονούσαν να φέρουν βόλτες στο πικαπ ή δίπλες και μελομακάρονα πάνω σε ασημένιους δίσκους στο χωριό. Ακόμη και ο δίσκος της εκκλησίας που περνάει μπροστά μου γεμάτος τσαλακωμένα χαρτονομίσματα, με παραπέμπει στο Δεκαπενταύγουστο, οπότε από κάπου περιμένω ότι θα εμφανιστεί κόκκινο κρασί και γουρουνόπουλο.

Ο δίσκος όμως ο αληθινά σπουδαίος απολάμβανε από παλιά τα χάδια από τα μακριά δάχτυλα του κοριτσιού, που εντελώς πεζά αποκαλείται συνήθως σερβιτόρα. Πιστοί υπήκοοι, όλοι εμείς, αυτών των δίσκων και πολύ περισσότερο αυτών των κοριτσιών, οφείλουμε από καιρό σε καιρό να τους αποδίδουμε τις τιμές, τις οποίες η καρδιά μας, σε αντίθεση με το τομάρι το χαρακτήρα μας, ποτέ δεν αρνήθηκε.

Στα 18, μετακομίζαμε από καφετέρια σε καφετέρια στο Παγκράτι, ανάλογα με τις μεταγραφές και τις βάρδιες του προσωπικού. Στα φοιτητικά χρόνια σερβιτόρες μας «ανάγκασαν» να ξημεροβραδιάζουμε σε άδεια μαγαζιά μακριά από το υπόλοιπο φοιτηταριό που φλέρταρε κατά συρροή στα πολύχρωμα ποτάδικα της πλατείας Ειρήνης. Ο γυρισμός στην Αθήνα σηματοδότησε καθημερινούς καφέδες στο ίδιο μαγαζί του κέντρου για μήνες, βόλτες και συνεχείς επιστροφές στα πέριξ των Εξαρχείων.

Δεν είναι η ομορφιά τους, που απαιτεί τον καθημερινό γυρισμό μας, ούτε καν κάποιο μυστήριο που συνοδεύει το σώμα τους. Είναι ο τρόπος τους, το περπάτημα, το απλό ερώτημα «τι θα πάρετε», το παγωμένο νερό που βρέχει τα χείλη σου στον καύσωνα της Αθήνας και (κάπως πιο σπάνια είναι η αλήθεια) το χαμόγελό τους. Η αίσθηση γλυκιάς συνομωσίας μεταξύ σας όταν ο κόσμος είναι λίγος και η ώρα δύσκολη, το ότι θυμάται αν πίνεις καφέ γλυκό ή σκέτο και η απλή καλημέρα, ορφανή από κουβέντες και λόγια περισσότερα και περιττά. Η καλή τους διάθεση είναι σχεδόν πάντα ευεργετική για κάθε χωριστό τραπεζάκι, ενώ η ευγένειά τους παραμένει ικανή να σε κάνει να ξεχάσεις την ουρά που σε εξουθένωσε πριν λίγο στην τράπεζα. Τα ποτήρια που έρχονται στο τραπέζι μας, χάρη σ’ αυτές και μόνο, είναι που μοιάζουν κάποτε με νέκταρ που θα μας ξεδιψάσει και όχι με απλά δοχεία που θα αδειάσουν, για να αποκαλύψουν στον πάτο τους τα ζαλισμένα μούτρα μας.

Ακριβώς για όλους αυτούς τους λόγους είναι που η αλαζονική συμπεριφορά, η ψυχρή αντιμετώπιση και η δυσφορία της σερβιτόρας, είναι λόγοι ικανοί (πολύ περισσότερο απ’ το τι καφέ φτιάχνει ή πόσο κακή μουσική παίζει) να απορρίψεις μια για πάντα, τη συγκεκριμένη καφετέρια.

Βέβαια όταν το κοινό ερωτεύεται τη σερβιτόρα, συνήθως αντικρίζει την άρνηση, αφού αυτή καμία διάθεση δεν έχει να ριχτεί στην αγκαλιά του πιστού. Όμως αυτός δε γίνεται σμπαράλια. Η κατάκτησή της δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αφού το κοινό, ακόμη κι αν την κακολογήσει, πάλι στα χέρια της θα αφεθεί σε λίγο, δίχως καμία επιφύλαξη.

Η σερβιτόρα είναι εκεί και θα γεμίσει όλων μας τα ποτήρια, είτε αυτά περιέχουν ούζο είτε κρύο νερό είτε φευγαλέες σκέψεις για την αγάπη μας. Το κορίτσι θα παραμείνει εκεί και θα ακούει τις παραγγελίες μας, τις βλαστήμιες, τις εξομολογήσεις, τα γέλια και τις γαϊδουροφωνάρες μας. Μακρινή, εκνευρισμένη, ενοχλημένη αλλά σχεδόν πάντοτε σύμμαχος στις ώρες που περνούν από πάνω μας.        

5 Σχόλια

Filed under γυναικών λέχος πολύπονον

αμερικάνικη κουπ

Ζέστη και κρύο, δεν έχει σημασία τι λένε τα θερμόμετρα. Παντελόνια που κατεβαίνουν ολοένα πιο χαμηλά. Πλάτες γυμνές, κοιλιές σε κοινή θέα όπως ο ωκεανός κάτω απ’ τον ήλιο. Μικροσκοπικά top, σανδάλια που σφίγγουν τις γάμπες κι αεράτα, διάφανα πουκάμισα. Θερμοκρασίες που υπερβαίνουν κατά πολύ τους 42 βαθμούς Κελσίου. Καύσωνας. Ο λίβας καίει πια τα σωθικά. Μαγιό τριγωνάκια, χαμηλοκάβαλα τζιν. Τα ρούχα στενεύουν, λιγοστεύουν κι εμείς δοξολογούμε κάποιον άγιο Diesel, γελώντας περιφρονητικά μπρος στους συμβατικούς αγίους του ημετέρου, ορθόδοξου δόγματος. Γυαλιά μάσκες, ενέσεις μυστηρίου σε μελαμψά, εξωτικά ή και λευκά, αρχοντικά κορμιά. Λυγίζουν σε καφετέριες χέρια, γυμνή σάρκα. Ένα τσιγάρο αβάσταχτα καίει στο στόμα της, δάχτυλα μακριά περιπαιχτικά αγγίζουν ποτήρια κι εμπαίζουν τα χάδια που λαχταρήσαμε. Ανοιχτές μπλούζες περιοδεύουν τα στήθη τους στα κρεβάτια μας και ξυπνάς ξανά με κείνη την περίεργη αίσθηση πως η μέρα σου χρειάζεται μια γυναίκα για να ξημερώσει. Στα καφέ χαμογελάνε στα διπλανά τραπέζια αγκαλιάζοντας φαντασιακά σενάρια κι αυτή που κρατάει το δίσκο σερβίρει μαζί με τα ξέχειλα ποτήρια κι ατελείωτες υποσχέσεις αέναης στύσης κι αλλεπάλληλων οργασμών. Γυναίκες. Γυναίκες παντού. Στους δρόμους, τα μαγαζιά, τα τρένα. Τι έγινε λοιπόν; Ομόρφυναν οι γυναίκες ή έγιναν πιο εντυπωσιακοί οι αντικατοπτρισμοί;          

Κάνεις μια βόλτα στο κέντρο, όπου υποτίθεται θα δεις να κυκλοφορούν όμορφες γυναίκες. Είναι γεγονός πως περπατάς και κάθε λίγο παρατηρείς μια ακόμη υπέροχη γυναίκα. Μετά κι άλλη, κι άλλη. Όταν γυρίσεις σπίτι κάθεσαι αγκαλιά με τη μπύρα σου και παλεύεις να ανακαλέσεις στη μνήμη μία απ’ αυτές. Προσπαθείς να την περιγράψεις σ’ ένα φίλο. Θυμάσαι, είσαι σίγουρος ήταν πολύ όμορφη, μα δεν μπορείς να την περιγράψεις. Η φαντασία σου αρνείται να συνεργαστεί μαζί σου. Τη μορφή της δε μπορείς να την αναπλάσεις.

Οι γυναίκες έξω είναι και πολλές και όμορφες. Είναι όμως κι όλες τους ίδιες. Περίεργη φράντζα, υπέροχο σώμα, χαμηλοκάβαλα τζιν, καλόγουστη, μοδάτη μπλούζα και βέβαια τεράστια γυαλιά ηλίου. Δε μπορείς να τις θυμηθείς γιατί δε μπορείς να τις ξεχωρίσεις. Δίαιτες και γυμναστήρια, περιοδικά μόδας και lifestyle, ακριβά ρούχα, τα περίφημα γυαλιά μάσκες. Όλα πέτυχαν το σκοπό τους. Οι γυναίκες είναι πανέμορφες. Αλλά η ομορφιά τους είναι τέτοια όπως ενός εκθέματος μουσείου, ενός αντικειμένου. Τέλεια, στεγνή, αποστειρωμένη αισθητική. Μάλλον η ομορφιά τους είναι εκείνη του μοντέλου. Πώς ν’ αγγίξεις όμως ένα εξώφυλλο περιοδικού; (για να θυμηθώ το Μοντεχρίστο του Αρκά που κοιτώντας μια αφίσα περιοδικού λέει ωραίες οι γυναίκες αλλά επίπεδες.)Μες σ’ αυτήν την τρέλα ν’ αποκτήσουν οι γυναίκες το τέλειο κορμί, τους υπέροχους κοιλιακούς ,το καλόγουστο καλοκαιρινό ρουχαλάκι κατάφεραν να γίνουν sexy μ’ ένα τελείως μη γήινο, μη πραγματικό τρόπο. Κατάφεραν κυρίως να απολέσουν τη θηλυκότητά τους. Κρύβοντας τα μάτια πίσω από μαύρους πελώριους φακούς και ένα υποτιθέμενο sexy look έχασαν (οριστικά;) το βλέμμα τους, το πρόσωπό τους, δηλαδή τη μοναδικότητά τους. Η προσπάθειά τους, αν καταλαβαίνω καλά ήταν να γίνουν ανεξάρτητες, sexy, υπερεπιτυχημένες δικηγορίνες, διαφημίστριες και στελέχη πολυεθνικών. Σ’ αυτό ακριβώς πέτυχαν διάνα. Στον αγώνα τους όμως επάνω ξέχασαν να είναι γυναίκες. Προφανώς, μ’ όλες τις εξαιρέσεις οι γυναίκες μετατράπηκαν στα μάτια μας σε κινούμενες πόζες των σελίδων γυαλιστερών περιοδικών.

Οι γυναίκες βρήκαν το στυλ, βρήκαν το χτένισμα και το ύφος στους διαδρόμους της τηλεοπτικής πραγματικότητας. Πείστηκαν ότι η ζωή είναι σήριαλ κι ότι το να’ σαι γυναίκα σημαίνει να ποζάρεις περιποιημένη 24 ώρες το 24ωρο. Περιφέρονται μ’ ένα περίεργο cocktail στους δρόμους της πόλης με τα πολύχρωμα μπλουζάκια και τις μοδάτες σαγιονάρες τους. Τις βλέπεις, είναι ωραιότατα εκθέματα, ζωντανές αποδείξεις ότι ο πολιτισμός μας πέτυχε, δημιούργησε μια πανέμορφη νέα γενιά. Κινούνται, κάθονται στις καφετέριες σα να υπάρχει συνεχώς μια αόρατη πασαρέλα ή μια κάμερα που θα της ρωτήσει σε λίγο πώς περνάνε, αν τους αρέσει το μαγαζί στο οποίο διασκεδάζουν. Είναι πανέμορφες κι έτσι δε χρειάζονται τίποτε άλλο. Γι΄ αυτό ακριβώς αυτός, που θα αποπειραθεί να συζητήσει, να μιλήσει μαζί τους(ή ακόμη χειρότερα να ζητήσει τη γνώμη τους για ένα θέμα διάφορο της Eurovision ή του νέου σχήματος στο Romeo) θα συναντήσει την έκπληξη αν όχι την αμηχανία τους. Έτσι, νομίζω, γεμίζουν οι μέρες μας, από αυτές τις πανέμορφες γυναίκες που μοιάζουν φυλακισμένες σ’ αυτό το ρόλο, παγιδευμένες πίσω απ’ το γυαλί με την ταμπέλα μην αγγίζετε ή μάλλον μην αισθάνεστε ή ακόμη καλύτερα μην εκφράζεσθε. Δεν παραγνωρίζω βέβαια την ευθύνη των άλλων, που πάντα ήθελαν ν’ αντικρίζουν «κούκλες»  προσπάθησαν σκληρά γι’ αυτό και τώρα νομίζω, πληρώνουν το τίμημα. Οι γυναίκες αυτές (και μάλλον είναι πολλές) όμως, είναι γνήσια παιδιά ενός κόσμου που θεωρεί κορυφαία προσωπική στιγμή το παγωμένο χαμόγελο της φωτογραφίας που στολίζει τις σελίδες κάποιου μηνιαίου περιοδικού.

Αλλά όσο κι αν καθημερινά εξυμνούνται τα κέρινα ομοιώματα κι η μακιγιαρισμένη ομορφιά και όχι οι ανθρώπινες ιδιαιτερότητες κι αδυναμίες, είναι πια καλοκαίρι κι αυτό είναι από μόνο του αρκετό να ανατρέψει τα πάντα(;). Οι όμορφες και αληθινές γυναίκες είναι εδώ και προβάλλουν μέσα απ’ τα έρημα δρομάκια της πόλης.

3 Σχόλια

Filed under γυναικών λέχος πολύπονον