Category Archives: ασυναρτησίες

τυροσαλάτα

Τηn Μεγάλη Παρασκευή το πρωί κάνοντας την πρωινή βόλτα με το σκύλο και αφού συνειδητοποίησα ότι ακόμη δεν έχω πάρει δώρο για τον ανιψιό μου, στάθηκα μπροστά στο συνοικιακό κατάστημα εκδηλώσεις – βαφτίσια – μπαλόνια – πυροτεχνήματα. Ποιος ξέρει τι με έπιασε, πως γύρισε ανάποδα το μυαλό μου και ξαφνικά μου φάνηκε καλή ιδέα να του πάρω κάτι από εκεί. Ίσως επηρεάστηκα από έναν νεαρό πατέρα που την προηγούμενη μέρα είχα πετύχει να βγαίνει από το κατάστημα με τον γιο του (που θα ‘ταν 3 ή 4 χρονών) και ο οποίος έλεγε ότι επέστρεψε να πάρει κι άλλα, αφού πολύ ευχαριστήθηκε ο μικρός τα προηγούμενα. Μπήκα λοιπόν μέσα για να διαπιστώσω ότι όχι, δεν είναι τα πράγματα όπως νόμιζα, δεν έχουν κυκλοφορήσει καινούρια προϊόντα, λιγότερο θορυβώδη, εντελώς ακίνδυνα και κατάλληλα για πολύ μικρά παιδιά. Παρόλα αυτά, ίσως από μια αίσθηση ντροπής που μπήκα μέσα χρονιάρα μέρα, ψώνισα ό,τι μου φάνηκε πιο απλό και ανώδυνο.

Αλλά την επόμενη μέρα, την ώρα που καθίσαμε να παίξουμε με τα καινούρια playmobil του παιδιού, τον πρόσεχα καθώς μιλούσαμε, τον παρατηρούσα να παίζει και να τραγουδάει, ενώ στο μπακγκραουντ ένα βουβό και άγνωστο πράμα έπαιζε στο νικελοντεον. Ξαφνικά, ενώ είχα ήδη αποφασίσει να μην του παρουσιάσω τα μινι πυροτεχνήματα, ένιωσα πως αυτό δεν ήταν αρκετό. Ένιωσα φριχτές τύψεις. Τι σκεφτόμουν; Ποια ήταν η λογική μου; Ότι θα ερχόταν το πάσχα ο κουλ θείος με τα δυναμιτάκια – η μάνα του θα αγχωνόταν, αυτός θα γούσταρε, εγώ θα έδινα την κλασσική παράστασή που παίζεται σε ανάλογες περιστάσεις έλα μωρέ, άστο το παιδί, είναι σχεδόν μεγάλος άντρας πια και θα του έκλεινα συνωμοτικά το μάτι. Ένιωσα πως ήμουν δύο βηματάκια μακριά απ’ το να γίνω το γαλάζιο στερεότυπο. Η περιοχή που περιλαμβάνει όσα λέγονται σ’ ένα παιδί είναι ένα απέραντο ναρκοπέδιο.

Μιλώντας για στερεότυπα.

Στο πίσω στενό απ’ το σπίτι μας, είναι δύο πολυκατοικίες που παραδοσιακά, σε κάθε γιορτή οι κάτοικοι ψήνουν στις πυλωτές τους. Διναμιτάκια και νεοδημοτικά, διναμιτάκια και λαϊκοπόπ, για πολλές ώρες. Την Κυριακή στη βόλτα πάλι του σκύλου, είχα αρχίσει να εκνευρίζομαι, αφού η ρίψη κροτίδων δεν είχε σταματήσει ούτε για πέντε λεπτά, και το σκυλί είχε βάλει την ουρά στα σκέλια και βιαζόταν για πρώτη φορά στη ζωή του να γυρίσει σπίτι. Περνώντας από μπροστά παρατηρούσα τις δύο πυλωτές – ανάμεικτες άσπρες πλαστικές καρέκλες και οι ξύλινες της κουζίνας, καπνός απ’ τις ψησταριές, μπαμ μπουμ, φωνές. Στη μία πυλωτή βασικός συντελεστής είναι ένας ταξιτζής που μένει στην πολυκατοικία (και αν δεν κάνω κάποιο μεγάλο λάθος, ο ίδιος που σε κάθε εθνική επέτειο ανεβάζει και ξεχνάει να κατεβάσει τη γαλανόλευκη). Στη διπλανή πυλωτή, είναι μονίμως παρκαρισμένο ένα χρυσουλί xsara και μέρα νύχτα αράζουν εκεί ασφαλίτες, οι οποίοι είναι τοποθετημένοι εκεί για την ασφάλεια του συριζαίου μεγαλοϋπουργού που μένει στην απέναντι πολυκατοικία. Και στις δύο πυλωτές δεν έχουν κάνει καν τον κόπο να απομακρύνουν αρκετά τα αμάξια τους. Απλά τα έχουν τραβήξει τόσο όσο χρειάζεται για να χωρέσουν. Τώρα, τα μπαμ μπουμ, η φριχτή μουσική, οι αγριοφωνάρες, το ακατάπαυστο ψήσιμο απ’ το πρωί ως το βράδυ, το χρυσουλί xsara, το μονίμως φρεσκοπλυμένο ταξί αποτελούν στα μάτια μου ένα ενιαίο κι αδιαπέραστο σύνολο.

Ένα ενιαίο και αδιαπέραστο σύνολο που στα μάτια μου περιγράφει και ταυτόχρονα εξηγεί τη συνέχεια όσων έχουμε ζήσει όλα αυτά τα τελευταία χρόνια.

Ασφαλίτες επιτηρούν, γείτονες που τους λατρεύουν γιατί πιστεύουν ότι έτσι είναι πιο ασφαλής η γειτονιά, κροτίδες σκάνε στα πόδια μας και στο άδειο οικόπεδο που μαζεύονται οι γάτες. Αμάξια παρκαρισμένα σχεδόν στην άκρη των παπουτσιών μας. Μια γαλανόλευκη ανεμίζει περήφανη στον πρώτο. Πιο δίπλα, υπάρχει ένας που έχει μόνιμα ανεβασμένη μια σημαία με τον ήλιο της Βεργίνας. Η πατρίδα λατρεύεται πιο καλά με συνοδεία κοκορετσιού και στρατιωτικής στολής.

Φεύγω απ’ τη γειτονιά για να πάω να φάω με τους φίλους απόγευμα Κυριακής του Πάσχα. Στην Καλλιρρόης σταματάω να πάρω ένα καφέ. Ένας σαραντάρης παρκάρει το κλασσικό μπλε παπάκι και κατεβαίνει. Με το καρό πουκάμισο και το μπεζ μπουφάν του, με προσπερνάει και παραγγέλνει ένα σάντουιτς (κοτόπουλο – τυροσαλάτα) για εδώ. Ύστερα αράζει στο τραπεζάκι επί της Καλλιρρόης και περιμένει να ετοιμαστεί το φαγητό του. Κυριακή του Πάσχα, αυτός περιμένει και η μία μόνη υπάλληλος που δουλεύει ακούει κάποιο ραδιόφωνο που παίζει άχρωμες πλέιλιστ ακόμη και σήμερα και ετοιμάζει. Φρέντο εσπρέσο μέτριο – γεια σας και χρόνια πολλά, σάντουιτς κοτόπουλο τυροσαλάτα – γεια σας και χρόνια πολλά. Ανηφορίζω για Μαρούσι, οι δρόμοι είναι άδειοι, που και που ένας δυο άνθρωποι περιμένουν σε στάσεις λεωφορείου. Είναι προφανές ότι είτε τελειώνουν βάρδια είτε πάνε να την αρχίσουν.

Τίποτα δεν αλλάζει. Άνθρωποι κλειδαμπαρωμένοι σε στρατόπεδα, απελάσεις, αυτοκτονίες, ένας κρατούμενος απεργός πείνας, υπουργοί που σχολιάζουν με αλαζονεία τα προηγούμενα εγκλήματα του κρατούμενου, εθνικοί κίνδυνοι, βράζει η μεσόγειος, ποινικοί, αναρχικοί, επικίνδυνοι τύποι, η υφαλοκρηπίδα μας, η θέση του κράτους μας στα βαλκάνια, οι εθνικές συμμαχίες, οι επιχειρηματίες, το ποδόσφαιρο, η πίστη στο νόμο, η πίστη στην εφαρμογή του νόμου, οι αναλύσεις επί αναλύσεων σύμφωνα με το τι γράφουν τα αμερικάνικα μίντια, τα ρώσικα μίντια, τα αριστερά μίντια, τα τύμπανα του πολέμου που ηχούν, όπως γράφουν οι εφημερίδες. Και μια υπόκωφη ανησυχία για τις κινήσεις του Ερντογάν και τσαμπουκαλεμένα σχόλια στο φέισμπουκ για το ποιος, πότε και πως θα πολεμήσει. Η αριστερή κυβέρνηση πουλάει καλό κράτος, οι αριστεροί αγοράζουν αντι-ιμπεριαλισμό ή στιβαρούς ηγέτες ή φεϊσμπουκικά στάτους τύπου risk κατά περίπτωση, οι δεξιοί αγοράζουν ως συνήθως μόνο ασφάλεια.

Όταν η φάση ζορίζει, οι λέξεις των από κάτω, οι ιστορίες των ανθρώπων, τα μακρινά και οικεία πρόσωπα, όλα εξαφανίζονται. Τότε αναλαμβάνουν οι μεγάλοι άντρες, οι μεγάλες αφηγήσεις, το μη χείρον βέλτιστον, οι αναγκαστικές επιλογές, τα μεγάλα δίπολα. Η μεγάλη βαναυσότητα που δεν κάνει ποτέ διάλειμμα.

Σχήμα κύκλου. 

Επιστροφή στα βασικά. Ο ανιψιός, ακούραστος, επίμονος, γελαστός, ανοιχτός σε νέες λέξεις, σε πρωτάκουστες ιστορίες, σε κάθε αλαμπουρνέζικη φαντασία, κάνει διάλειμμα απ’ το παιχνίδι. Πάει τρέχοντας στην τουαλέτα. Μετά από λίγο του φωνάζω.

Άντε, τελείωσες;

Όχι, Σπύρο, έχω ακόμη πολλά κακάκια σκατού να κάνω.

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ασυναρτησίες

κόκκινο

Κάθε βράδυ διαβάζω την Joan Didion να γράφει για το θάνατο και κάθε πρωί ένα εκατομμύριο άνθρωποι (μαζί τους κι εγώ) οδηγούν και γράφουν μηνύματα στο τσατ.

Οδηγώ μπροστά απ’ το δημοτικό θέατρο Πειραιά. Μπροστά είναι μαζεμένοι εκατοντάδες μαθητές. Κάποιου είδους εκδρομή. Και ξαφνικά, ενώ είμαστε σταματημένοι στο φανάρι, ξεκινάει ένα άγριο ξύλο μεταξύ μισής ντουζίνας πιτσιρικιών. Βλέπω τις γροθιές και τις κλοτσιές να κατευθύνονται προς αυτόν που προφανώς είναι πεσμένος κάτω. Μια απεγνωσμένη καθηγήτρια προσπαθεί να τους ξεχωρίσει, αλλά δεν το καταφέρνει, παρεμβαίνουν κι άλλοι. Εντέλει ο πεσμένος σηκώνεται. Τον βλέπω καθώς προχωράει, πίσω του οι δύο φίλοι του, με το μάτι μαυρισμένο και σκούρο αίμα να τρέχει κάπου μεταξύ στόματος και μύτης. Καταλαβαίνω ότι λέει κάτι του στιλ «θα σε γαμήσω ρε». Θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι χτυπημένος άσχημα, αλλά αυτός προχωράει τρομερά ευθυτενής, σχεδόν αγέρωχος. Η καθηγήτρια οδύρεται κάπου πίσω του φωνάζοντας προς μια αόριστη κατεύθυνση. Στην αρχή με πιάνει κάτι κάπως άγριο, η εικόνα χεριών και ποδιών που ξεσπούν σε έναν πεσμένο στο πεζοδρόμιο. Αλλά μετά η εικόνα του παιδιού. Ο αέρας των δεκαέξι είναι ισχυρότερος απ’ τη βία. Όσο κι αν πονά, όσο κι αν ματώνει, προχωράει και η λεωφόρος τσαλακώνεται απ’ το βάρος του. Σχεδόν μπορώ να τον δω να ρίχνει πλάγιες ματιές μέσα απ’ το μαύρο του βλέμματός του στα κορίτσια της τάξης.

Ύστερα στο μετρό, ένα ζευγαράκι εφήβων, περνά ανάμεσα στα μηχανήματα χωρίς φυσικά να χτυπήσει εισιτήριο. Παραδίπλα κάποιοι παλεύουν με τα μηχανήματα, με τα ψιλά, με την επαναφόρτιση του εισιτηρίου. Κάποιοι, αρκετοί, στέκονται στην ουρά στο γκισέ. Αλλά αυτοί οι δυο, πανίσχυροι, αλαζόνες, ανίκητοι (ερωτευμένοι ή απλά φλερτάρουν κι αυτό είναι αρκετό) περνάνε, βαδίζοντας πάνω θαρρείς απ’ τα ακυρωτικά μηχανήματα, ακυρώνοντας την ίδια την ιδέα του ελέγχου, ακυρώνοντας τη θλιβερή ύπαρξη ενός σταθμού μετρό γεμάτου ανθρώπους αγχωμένους, βιαστικούς, χορτάτους από ήττα.

 “I remember thinking that I needed to discuss this with John”

O άντρας της Didion έχει πεθάνει και την επόμενη μέρα κάτι προκύπτει και αυτή σκέφτεται το παραπάνω.

Κάθε πρωί οι οδηγοί συνεχίζουν να γράφουν μηνύματα γεμίζοντας ξένα ινμποξ την ώρα που οδηγούν. Αλλά ο θάνατος αφορά πάντα κάποιους άλλους. Η Didion λέει κάπου ότι όταν ψάχνει τα τηλέφωνα των νοσοκομειακών που έχει σημειωμένα, θυμάται ότι τα έχει κρατήσει σε περίπτωση που χρειαστούν για κάποιον στην πολυκατοικία. Εντωμεταξύ στη λεωφόρο Συγγρού το πλήθος των πτωμάτων (ανθρώπινων και μη) διαρκώς αυξάνεται. Αναρωτιέμαι αν όντως τελευταία είναι περισσότερα τα πτώματα στην άσφαλτο ή αν εγώ τα παρατηρώ ή και αν τελικά είναι θέμα συγκυρίας.  Προχθές μου φάνηκε ότι πρώτη φορά παρατήρησα πόσο κόκκινο είναι το κόκκινο του αίματος στην άσφαλτο.

Καθώς οι ρόδες δεν αποφεύγουν τα πτώματα των ζώων, γατιά και σκυλιά διπλό και τριπλοπατημένα, το ραδιόφωνο έχει ξεμείνει στον εν λευκω, αφηρημένος δεν πρόλαβα να το αλλάξω, οπότε ο τζούμας εισβάλλει στο πρωινό με αγανακτισμένο ύφος «έλεος πια, έχετε μάθει μια ζωή τσαμπατζήδες» και τελειώνει έτσι όλη τη συζήτηση για τα εισιτήρια στο μετρό. Το πολύ το κούλνες εντέλει σε μετατρέπει είτε σε φριχτό άνθρωπο είτε σε φωτογραφία (μια στατική εικόνα, η συρρίκνωση του εαυτού σε μια πολύ συγκεκριμένη προσποίηση και τίποτα άλλο)

Αλλά εμένα το μυαλό μου ξανατρέχει στο μετρό και σε αυτό το ζευγαράκι που, με το πανάλαφρο πάτημα, το συνωμοτικό γέλιο και το επιθετικό ύφος, ισοπέδωσε μέσα σε μια στιγμή πέντε έξι ετήσιους ισολογισμούς. Κι ύστερα σκέφτομαι και την υπόλοιπη παρέα των παιδιών. Η πρόσληψη της εικόνας των άλλων αντανακλά τους δικούς μου (εφηβικούς) φόβους. Βλέπω το ζευγάρι και χαίρομαι, βλέπω ένα παιδί να ακολουθεί πιο πίσω, λίγο πιο «νορμάλ» ντυμένο, λίγο πιο συγκρατημένο και αναρωτιέμαι, θα προλάβει αυτό να ζήσει αρκετά έτσι που κρατιέται και όλο περιμένει, περιμένει ποιος ξέρει τι;

Μετρό Πανεπιστήμιο. Η μάχη των αρωμάτων. Στις κυλιόμενες ένας παππούς μυρίζει τη χαρακτηριστική παππουδίλα, που σημαίνει το σώμα που πάλιωσε, το σώμα που ταλαιπωρήθηκε και ταλαιπωρείται τώρα που μιλάμε να ανεβοκατεβαίνει στους υπόγειους σταθμούς μιας πόλης εχθρικής για όποιον δεν έχει φτερωτά ποδάρια και περισσευούμενη ένταση. Λίγο νωρίτερα, μέσα στο υποθηκοφυλακείο, ανάμεσα σε σώματα υπαλλήλων και δικηγόρων που ασφυκτιούν στον ήρεμο θάνατο των αιτήσεων, της σκόνης και των εκατομμυρίων διευκρινιστικών τηλεφωνημάτων, καθώς στέκομαι με πλάτη προς το διάδρομο, ένα άρωμα περνάει από πίσω μου. Κι εμένα που δε μ’ αρέσουν τα δυνατά αρώματα, γυρνάω αντανακλαστικά, να δώσω μορφή στη ζωή που συνεχίζει, που επιμένει, που ακόμη κι εδώ μέσα δεν τα έχει παρατήσει. Βλέπω μόνο μια καπαρντίνα και μακριά ξανθά μαλλιά και ακόμη μυρίζω το άρωμα που εδώ μέσα μοιάζει με επαναστατική προκήρυξη.

Περπατάω προς το μετρό και περνάω απ’ την μικρή οδό Ρεμούνδου. Τέσσερα πέντε νεοκλασικά στη σειρά. Παιδικός σταθμός, μπουρδέλο, κατοικία, εγκαταλελειμμένο κτίριο. Αυτή άραγε η συνθήκη αποτελεί συμφορά ή σωτηρία για την περιοχή; Η λαϊκή παραδίπλα στη Φυλής πως και φωτογραφίζεται τόσο λιγότερο απ’ αυτήν της Καλλιδρομίου (ίσως βέβαια φταίει που δεν έχει αυτή την ανηφοροκατηφόρα. Ίσως δηλαδή είναι ζήτημα εντελώς πρακτικό). Επιβιώνει ό,τι ξεφεύγει απ’ τη μυθολογία των διανοούμενων και την αγκαλιά όλων εμάς των αγαπητικών της αθηναϊκής μητρόπολης. Ο (βάσιμος) αντίλογος φυσικά πάντα είναι ο ίδιος. Τι ζωή είναι κι αυτή στην οδό Ρεμούνδου; Μόνο ζόρι, δράμα και κίτρινες λάμπες να καίνε μες στο καταμεσήμερο πάνω από σιδερένιες πόρτες και θεόκλειστα παντζούρια. Όλα είναι καταδικασμένα να μη συναντήσουν πουθενά τη σωτηρία.

Ξαναμπαίνω στο αυτοκίνητο, αποφεύγω το ίδιο σκοτωμένο τιγρέ γατί που απέφυγα και το πρωί, και την ώρα που γράφω νοερά ένα ποστ για τραυματισμούς, πεσμένα σώματα και θανάτους, στην πραγματικότητα σκέφτομαι μόνο τη δύναμη όχι του αίματος, αλλά της φρασούλας της Didion. Σκέφτομαι τις μικρές κοφτές προτάσεις της. Σύντομοι ειλικρινείς δυναμίτες. Κι αυτοί σαν κατακόκκινο αίμα στην άσφαλτο είναι.

5 Σχόλια

Filed under ασυναρτησίες

πάντα αυτός εμένα

Κοροϊδεύω τον Χρήστο που γίνεται του χρόνου σαράντα. Κλισέ αστειάκια και από μέσα μου παίζει σε λούπα το nel mezzo del camin di nostra vita – στο μέσο της διαδρομής της ζωής, όπως το πρωτοδιάβασα στον Παπαγιώργη (στο σύμπαν των φοιτητικών χρόνων το περί Μέθης προηγείται της Θείας Κωμωδίας και μοιάζει διπλά επείγον).

Το βράδυ πάω να κατουρήσω στο μπαρ και το κορίτσι που περιμένει μπροστά στον νιπτήρα, μου ανοίγει χώρο περάστε. Πόσο πιο μεγάλος είμαι απ’ αυτήν; Πόσο πιο μεγάλος μοιάζω; Στα χείλη του απέναντι, ο ενικός είναι κάποτε αγενής και ο πληθυντικός κάποτε πικρός.

27907368_2067348713292009_432188379_o

(via instagram.com/yallah )

*

Συμβολή Γ’ Σεπτεμβρίου και Ιουλιανού, το αυτοκίνητο τρέχει κάπως παραπάνω, αλλά το φανάρι είναι πράσινο. Ο πεζός άντρας, εκεί γύρω στα πενήντα, διασχίζει το δρόμο χωρίς ιδιαίτερη βιασύνη. Εγώ περπατάω, στ’ ακουστικά κάτι φριχτά αθλητικά, στο ένα χέρι το φρέντο εσπρέσο και στο άλλο η ζαμπονοτυρόπιτα – τυπικό δείγμα ενός ανθρώπου που έχει παραιτηθεί από κάθε προσδοκία ποιότητας. Περπατάω και αντιλαμβάνομαι ότι κανείς απ’ τους δυο, ούτε ο οδηγός ούτε ο πεζός, έχουν υπολογίσει σωστά, και ασυναίσθητα επιβραδύνω κοιτώντας το σκηνικό που έχει στηθεί μπροστά μου. Λες και ήχησε κάποιος βουβός συναγερμός και οι δύο ταυτόχρονα καταλαβαίνουν προς τα που βαδίζουν. Ο οδηγός κοκκαλώνει το φρένο, ο πεζός τρέχει, το αυτοκίνητο κάνει ένα μικρό τετακέ, ο ήχος του λάστιχου στην άσφαλτο σκεπάζει μια θλιβερή συζήτηση για τη διαιτησία. Ο πεζός γλιτώνει στο τσακ, πατάει το απέναντι πεζοδρόμιο και σταυροκοπιέται. Στα μάτια του υπάρχει μόνο τρόμος. Στέκεται στο ίδιο σημείο και σταυροκοπιέται ξανά και ξανά. Βλέπω όσο μπορώ μέσα στο αυτοκίνητο. Ο οδηγός έχει σηκώσει τα χέρια του και κρατάει το κεφάλι του. Το φανάρι παραμένει πράσινο, αλλά αυτός δε λέει να ξαναξεκινήσει. Συνεχίζω τη διαδρομή για τη δουλειά, αυτοί στο ραδιόφωνο κάνουν σαν να μη τρέχει τίποτα, ενώ εδώ μπροστά μου παραλίγο να τελειώσουν (με τον ένα ή τον άλλο τρόπο) δυο ζωές. Θα πεθάνουμε μια μέρα στα καλά καθούμενα κι αυτοί ακόμη θα λιβανίζουν τους μαρινάκηδες.

*

Στο μετρό. Μπαίνει ένας τύπος, δεν τον βλέπω μόνο ακούω, λέει ότι έχει ανάγκη, ότι θέλει να φάει, ότι δεν έχει τίποτα. Κοιτάζω προς τα πίσω και πριν προλάβω να σκεφτώ το οτιδήποτε, τον βλέπω να σηκώνει το χέρι ψηλά. Στο χέρι κρατάει ένα ντέφι. Υπάρχει μια μικρή παύση, λες και όλο το βαγόνι λέει από μέσα του ένα-δύο-τρία και αρχίζει:

Την είδα απόψε λαϊκά να τα κερδίσω τα λεφτά,
να σου χαρίσω φως μου τ’ αστέρια όλου του κόσμου.
Μια μέρα θα `ναι αληθινά τα όνειρά μας τα κρυφά.

Χτυπάει το ντέφι με ορμή και τραγουδάει με όλη του τη δύναμη, σχεδόν φωνάζει. Στο τέλος, αφού, για όσο τουλάχιστον μπορώ να δω, δεν έχει μαζέψει ούτε πενηντάλεπτο, αρχίζει να φωνάζει σε μας. Δε λέω ντροπή μου, μεγάλη μου ντροπή, αλλά ντροπή σας και σας. Ντροπή σας ρε.

Δυο στάσεις μετά, μπαίνει μια γυναίκα, η οποία επίσης ζητάει λεφτά. Μόνο που δεν μιλάει δυνατά, δεν εξηγεί κάποια ιστορία. Μόνο έρχεται, πιάνει έναν προς έναν ξεχωριστά, πλησιάζει τη φάτσα της στη φάτσα του καθενός (σε τέτοια απόσταση που βλέπεις ότι όλοι ένας προς ένας αισθάνονται με τη σειρά τους εντελώς άβολα) και με κάτι αλλόκοτα μάτια, εξωπραγματικά γουρλωμένα και ένα εξίσου περίεργο πεντακάθαρο πάλλευκο και ίσιο χαμόγελο, ζητάει κάτι. Σιγά σιγά όλοι παίρνουν χαμπάρι τι γίνεται και όλοι υποπτεύομαι πως νιώθουν σα να ετοιμάζονται να πουν μάθημα στον πίνακα μπροστά σε όλη την τάξη. Βλέπεις αυτό το άβολο πλησίασμα, σκέφτεσαι γρήγορα τρόπους να το αποφύγεις, αλλά το ξέρεις καλά, έρχεται, φτάνει και συ δεν θα το αποφύγεις. Ούτε αυτή η γυναίκα θα πάρει τίποτα απ’ τους επιβάτες.

Το συμπέρασμα είναι ότι τίποτα δεν πιάνει πια σ’ αυτό τον κόσμο. Ούτε το τραγούδι, ούτε η υπενθύμιση της ντροπής, ούτε το να κοιταχτούμε στα μάτια, ούτε τίποτα. Θέλουμε απλά να πάει ο καθένας στη δουλειά του, στο σπίτι του, στον προορισμό του.

*

«το όνομά μας είναι η ψυχή μας» . Πάντα με εντυπωσίαζε αυτή η φράση. Αυτό σκέφτομαι την ώρα που μπροστά στο μέγαρο μουσικής η αριστερή λωρίδα είναι κλειστή. Περνάμε σημειωτόν και κοιτάμε απ’ τα κλειστά μας παράθυρα τον μηχανόβιο που τώρα είναι ξαπλωμένος – μόνο το δεξί του γόνατο είναι κάπως ανασηκωμένο – με τα χέρια σταυρωμένα πάνω στο στήθος του. Μια κοπέλα κάθεται οκλαδόν δίπλα του και φαίνεται να τον αγγίζει απαλά στο ένα χέρι. Έχει ανοίξει το τζαμάκι του κράνους και την βλέπεις να του μιλάει ήσυχα, καθησυχαστικά. Πιο μπροστά ένα αστυνομικό και ένα μαύρο αμάξι κάπως άτσαλα, διαγώνια, σταματημένο. Ο οδηγός του, στηρίζεται μεταξύ πόρτας και θέσης και μιλάει στο τηλέφωνο. Έχει γυρισμένη την πλάτη στον ξαπλωμένο άντρα. Αυτός τον χτύπησε, πρέπει να σκέφτονται όλοι περνώντας από μπροστά. Καθώς περνάω μπροστά απ’ τον πεσμένο άνθρωπο, μου ξανάρχεται αυτό το «το όνομά μας είναι η ψυχή μας». Θα πεθάνουμε μια μέρα στα καλά καθούμενα και η αριστερά θα κάνει γεωπολιτικές αναλύσεις για χάρη του ελληνικού έθνουςκράτους.

Ύστερα από ώρα, έχω φτάσει πια στη Φρατζή και στο φανάρι μια γυναίκα ίδια η Μπέλλου πλησιάζει τα αμάξια. Μικρόσωμη, με κοντά μαλλιά, φορούσε μακρύ μπουφάν και μαύρα χοντρά κοκάλινα γυαλιά. Έρχεται και σε μένα. Πριν κάνει την κίνηση, την παρατηρώ που τακτοποιεί το μπουφάν, να πέφτει σωστά πάνω της.

Τον πόνο έχω αδελφό
μα τον κρατώ βαθιά κρυφό
δεν έχω φίλους για να πω
το ντέρτι που με καίει
να ξαλαφρώσω την καρδιά
που μέρα νύχτα κλαίει.

Περιπλανώμενη ζωή
περιπλανώμενο κορμί.

*

«χάλασα το χρόνο, τώρα ο χρόνος χαλάει εμένα»

( σχήμα κύκλου για να κλείσει το ποστίδιο. Ένα απ’ τα κεφάλαια στο βιβλίο του Παπαγιώργη χρησιμοποιούσε αυτή τη φράση )

1 σχόλιο

Filed under ασυναρτησίες

πελαργός

Ακούω μια άσχετη ιστορία και μου μένει μόνο μια εικόνα. Μια γυναίκα καπνίζει στον απορροφητήρα. Είναι όρθια, φυσάει τον καπνό προς το σημείο που κάνει θόρυβο και ρουφάει τον αέρα. Ακούει ας πούμε Ronettes ή κάτι αντίστοιχο, παλιό και γλυκό. Η μπαλκονόπορτα είναι ελάχιστα ανοιχτή, ένα σωρό κρύο όμως μπαίνει μέσα. Τη στιγμή που θα μπορούσε να είναι ακριβή, χαλάει ο ήχος από μέσα. Η τηλεόραση παίζει ειδήσεις, ο σύντροφος ενημερώνεται, όλα όσα πρέπει να ξέρετε για το κοινωνικό μέρισμα. Στήνει αυτί, να κάνουμε Χριστούγεννα, βήμα 1, βήμα 2 και πάει λέγοντας. Κάπου στο βήμα 5 ή βήμα 6 το χάνει. Το έντυπο Α21 με έχασε. Ξέρω ένα σωρό άλλα, Ε1, Ε3, Ε9, ΦΠΑ – βιες, αλλά το αυτό το Α21 απλά παραείναι, είναι το όριο, το ξεπέρασμα του οποίου για μένα σημαίνει παραίτηση. Δε γαμιέται και το koinwnikomerisma.gr , λέει σχεδόν δυνατά και πως στο διάολο γίνεται και ο σύντροφος την ακούει ανάμεσα στον Αντ1 και τις Ronettes και κάτι ψελλίζει, έτσι κάνεις και μετά δεν παίζει φράγκο. Δεν παίζει τίποτα και ενώ αυτή συνεχίζει να καπνίζει το ένα τσιγάρο καπάκι στ’ άλλο, τρία πρεζάκια σήμερα το πρωί στην οδό Καποδιστρίου κοιτάζουν ένα χαρτί κάποιας δημόσιας υπηρεσίας, είναι κάτι που πρέπει να καταλάβουν, αλλά είναι και οι τρεις χάλια, είναι εμφανές ότι κάτι δεν μπορούν να καταλάβουν και είναι εμφανές ότι προσπαθούν, αλλά κανείς δε σταματάει να ρωτήσει τι έγινε ρε παιδιά να βοηθήσω, κανείς δε σταματά κι είναι λογικό γιατί είναι τρία πρεζάκια, είναι τρεις άνδρες απόλυτα υπεύθυνοι για την κατάστασή τους, υπεύθυνοι και πιθανώς επικίνδυνοι. Εντωμεταξύ έχει δίκιο ο ζητιάνος στην Σταδίου όταν λέει μη με εγκαταλείπετε, αυτή είναι η σωστή φράση, όχι βοηθείστε, όχι ό,τι έχετε ευχαρίστηση, όχι σας παρακαλώ, η σωστή φράση είναι αυτή. Μη με εγκαταλείπετε. Τον είχαμε, τον είχατε, τον είχαν κάποιοι τέλος πάντων, τον κρατούσαν, ήταν εκεί κοντά και τώρα ζητάει απλά λίγη γαμημένη επιμονή και να παραμείνουν αυτοί οι κάποιοι στην αρχική τους θέση, εκεί που τους τοποθέτησε της ζωής και της κοινωνίας η αίσθηση καθήκοντος, για να μη μιλήσω για αγάπη. Με με εγκαταλείπετε. Ξεκινάει ένα παιχνίδι, γέρνω προς το γκρεμό και κάποιος, εσείς, με κρατάτε απ’ το γιακά και ξαφνικά αυτό το χέρι βαρέθηκε, κουράστηκε, εξαφανίστηκε τέλος πάντων και τώρα που αιωρούμαι όλο και πιο κοντά στην άβυσσο, λέω απλά ε, που είναι αυτό το χέρι, μη με εγκαταλείπετε. Αλλά εγώ ο ζητιάνος κάνω προφανώς λάθος, αφού ειδικά στις περιπτώσεις των αποτυχημένων, των εντελώς χαμένων είναι που πριμοδοτείται στην ερμηνεία και στην νομιμοποίηση της καταδίκης, η χρήση της απόλυτης προσωπικής ευθύνης. Φταις, πέσε. Και η γυναίκα συνεχίζει να καπνίζει, ελαφρά απογοητευμένη, αλλά όχι ιδιαίτερα, έτσι πάνε αυτά τα πράγματα, καλύτερα να μην περιμένεις πολλά κι ας είσαι τόσο όμορφη, τόσο ελαφροπάτητη, τόσο ταιριαστή στο κάδρο του κόσμου. Σκέφτεται να κάνει ένα διάλειμμα απ’ το πάφα πούφα, αλλά και τι να κάνει; Ειδήσεις; καλύτερα να πηδήξει απ’ τον τέταρτο όροφο με το κεφάλι. Λίγο φέισμπουκ; Αλλά δεν αντέχει, δεν αντέχω να δω ξανά τη φάση πόσο καλοί οι μετανάστες που βοηθάνε τους Έλληνες πλημμυροπαθείς, πόσο συγκλονιστικοί οι παλιοί Έλληνες αριστεροί που μες στη βροχή και το χαλασμό υψώνουν τη γροθιά, και δε φταίνε φυσικά ο μετανάστες ούτε οι παλιοί αριστεροί, αλλά όλοι εμείς που το παρόν εξαντλείται στους συμβολισμούς και τις επετείους και τις προσπάθειες να αποδειχθεί με ένα φωτογραφικό ενασταντανέ ότι οι ξένοι είναι καλοί άνθρωποι, όπως κι εμείς. Αλλά δε χρειάζεται οι ξένοι να είναι καλοί άνθρωποι, πόσο μάλλον που δεν είμαστε κι εμείς καθόλου τέτοιοι, κάτι αρχίδια είμαστε, καλό θα ήταν κάποια στιγμή να το παραδεχτούμε. Δεν έχει νόημα η ηλίθια επιμονή στην απονομή του τροπαίου του καλού ανθρώπου, ό,τι μπορούμε κάνουμε, ό,τι μας έμαθαν από παλιά, να μισούμε κανά ξένο, να παρελαύνουμε με τη γαλανόλευκη κι αν κανένας απ’ αυτούς μας αποδείξει πόσο φιλότιμος (και φτηνός) είναι, ε ας πάει και το παλιάμπελο, εμείς τις εξαιρέσεις είμαστε έτοιμοι να τις επισημάνουμε σε πολλά συνεχόμενα οικογενειακά τραπέζια. Ξανά τσιγάρο στον απορροφητήρα, ο σύντροφος κάνει ζάπινγκ πριν βάλουμε σειρά, στα ριάλιτι και στα σπορ έχουμε την βασιλική επιστροφή του θεού. Σαν πελώριο τανκ, εισβάλει στο σαλόνι μας, στ’ αυτιά μας, η επίκληση στη βοήθειά του, είναι φοβερό αυτό, να το λες δημόσια, να το λες μπροστά στην κάμερα χωρίς ίχνος αστεϊσμού ή σεμνότητας, να ζητάς τη βοήθεια του θεού. Να δώσει ο μεγαλοδύναμος να ανοίξουν οι άλλοι χριστιανοί 15 μπουκάλια τσόνι μπλακ στα μπουζούκια που τραγουδάς και να βάλεις εκείνο το κρίσιμο τρίποντο και να δίνει γενικώς, να σε αγαπάνε τα παιδιά σου και μάλιστα εσύ να τους το ανταποδίδεις και να συγκινείσαι ενθυμούμενος το πρώτο πολυβόλο που τους πήρες απ’ τα τζάμπο. To the first of many guys. Φέρνε τσιγάρα, βάλε τον απορροφητήρα στο 4, κι ας πάει μέχρι το 3. Βάλε κάτι να ακούμε, κάτι ειλικρινές, κάτι που να μη θυμίζει τίποτα, κάτι που να μη βασίζεται στο άλλοθι του παλιού αριστερού ηθικού μεγαλείου ή στην κακομοιριά της δεξιάς ηθικολογίας.

Η γυναίκα αγνοεί τις φωνές του συντρόφου απ’ το σαλόνι, χέσε μας κι εσύ ρε μαλάκα, δε βλέπεις τι γίνεται εδώ πέρα;. Στέκεται στο ένα πόδι, πελαργός, που μέσα σ’ ένα δευτερόλεπτο συνειδητοποίησε όση πραγματικότητα μπορεί να χωρέσει στο μικρό του κεφάλι. Και τώρα απομένει δίπλα στον απορροφητήρα – όρθια στο ένα πόδι – και καπνίζει κοιτώντας το στενό άπειρο της κουζίνας, την άκρη του χαρτιού κουζίνας που πάλλεται απαλά κρεμασμένο στον λευκό τοίχο.

3 Σχόλια

Filed under ασυναρτησίες

διάσπαρτα κομμάτια αυγούστου

Απ’ όλους μας αυτός είναι ο πιο ευτυχισμένος γιατί δεν έχει καμμιά ιδέα σχηματισμένη εκ των προτέρων για το τι ζητεί σ’ αντάλλαγμα για τον έρωτά του. Και το ν’ αγαπά κανείς έτσι, με τέτοιον απρομελέτητον τρόπο, είναι κάτι που οι περισσότεροι πρέπει να μετεκπαιδευθούν σ’ αυτό όταν περάσουν τα πενήντα. Τα παιδιά αγαπάνε μ’ αυτό τον τρόπο. Το ίδιο κι αυτός. Δεν αστειεύομαι.

Λώρενς Ντάρρελ

και να τρεις εικόνες καλοκαιριού:

  • μια ριγέ ασπρόμαυρη φούστα, η φωτογραφία όλο πόδια και σεντόνι.
  • το λιγοστό μαύρο τριχωτό ανάμεσα στα πόδια. Η γυναίκα ξαπλωμένη, το ένα πόδι απλωμένο, το άλλο λυγισμένο. Ένα καλά τακτοποιημένο πλαίσιο ευτυχίας.
  • η στιγμιαία παράδοση του σκηνικού σ’ ένα τζιν σορτσάκι.

21291611_1886561661370716_1320698911_n

Είμαστε αιχμάλωτοι της μητροπολιτικής βαναυσότητας, της ανελέητης τρεχάλας και της πόζας που επιμένει σώνει και ντε ότι εδώ συμβαίνει κάτι πάρα πολύ καινούριο, πάρα πολύ ενδιαφέρον. Ταυτόχρονα, είμαστε αιχμάλωτοι του θερινού φολκλόρ και του επιβεβλημένου δέους μπροστά στην φυσική ομορφιά.

και να άλλη μια εικόνα καλοκαιριού:

  • Μπαλκόνι με κίτρινα πατζούρια και ξύλινες καρέκλες και ο αέρας να μας χαϊδεύει, πότε ελαφρά πότε με τρελή δύναμη. Οι Ξεριζωμένοι του Sebald μια λεπτή χειρονομία, η ασύλληπτη δύναμη των ιστοριών του Πάουλ Μπεράιτερ και του Άμπροζ Άντελβαρτ.

και μια εικόνα για τον αυτόματο σχηματισμό νοσταλγίας:

  • ένα καφενείο με μεγάλα παράθυρα (γαλάζιο και κίτρινο χρώμα σαν πύλες προς ένα βίο γαλήνιο και κάπου πεταμένες άχρηστες οι αγωνίες των καθημερινών μικροϋπολογισμών) κι εμείς να τρώμε αχόρταγα τα πιο βασικά, ντομάτα ψιλοκομμένη και μπόλικο κρεμμύδι.

Αγαπώ τη μπάρα του low profile όσο το βράχο στα δεξιά της Λίμνης ή την πρώτη πολύ μικρή σπηλιά στο Σπαραγαρίο. Μπορώ να ζήσω χωρίς τίποτα απ’ αυτά, αλλά κατά καιρούς ονειρεύομαι το αποκλειστικό βασίλειο του ενός ή του άλλου. Μεταξύ της σκληρότητας της δυτικής μητρόπολης και της σκληρότητας μιας ξεφτιλισμένης επαρχίας, εμφανίζεται η ασφαλής επιλογή μεταξύ μιας ήττας και μιας ήττας. Αλλά εμείς σηκώνουμε το κινητό | φωτογραφίζουμε την ομορφιά, αστική και υπαίθρια | ανοίγουμε τα μάτια | φανταζόμαστε περπατώντας ανάμεσα στ’ ερείπια ότι μπορεί ακόμη να μας περισώσουν αδέσποτες, περιρρέουσες ριπές ομορφιάς. (και όντως κάπως έτσι γίνεται).

21291733_1886561571370725_1956056222_n

μετά τη φωτιά στα Κύθηρα

Και να άλλη μια εικόνα καλοκαιριού:

  • η αιώρα που γίνεται κουκούλι, τα μάτια της σχεδόν κλείνουν και ω, να βουλιάζεις στο βυθό της τρυφερότητας απροστάτευτη και με το κεφάλι εντελώς άδειο.

Ενδεχόμενοι παράδεισοι: Το Τσιρίγο χωρίς Τσιριγώτες, το χωριό μου χωρίς συχωριανούς, η Αθήνα χωρίς το δήμαρχό της ή τους επελαύνοντες μιζεροφασίστες της. Διαγράφω αμέσως τα παραπάνω γιατί αποτελούν σαφές δείγμα ελιτισμού και αλαζονείας, αφού αποδίδουν την ευθύνη για το παρόν χάλι μόνο στους άλλους, ενώ εμείς (οι όποιοι εμείς) υπονοείται ότι κάποιοι είμαστε και κάτι παραπάνω ξέρουμε για τη συνύπαρξη και την ομορφιά και το διαρκές γιόλο.

(Όταν αναφέρομαι σε άλλους τους οποίους κατηγορώ ανελέητα από μέσα μου εννοώ: τους ξενοδόχους και εστιάτορες που δε θέλουν τους ελεύθερους κατασκηνωτές αλλά τον «τουρισμό της καγιέν», τους αγαπητικούς των στρατοπέδων συγκέντρωσης, τους εκτοξευτές μίσους απέναντι σε καθετί που δεν περιλαμβάνεται στο γνωστό τρίπτυχο πατρίς – θρησκεία – οικογένεια (και άλλα υπερσυντηρητικά σχήματα), τους ανθρώπους που μετέτρεψαν τις κοινές αυλές τους σε σκουπιδότοπους και τις παραλίες τους σε μπιτς μπαρ, τους πολύπλευρους ευαγγελιστές της ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ. Τους σιχαίνομαι και τους θεωρώ σχεδόν αθώους. Κρίμα, σκέφτομαι, και αυτό – το κρίμα – πάει σε μένα.)

21396840_1886561558037393_318990234_n.jpg

να μια εικόνα καλοκαιριού:

  • Το ρόδο της Ιεριχού (ή ρόδο της νεκρανάστασης ή ρόδο της Παναγίας). Το ακουμπάμε σε ένα πράσινο πλαστικό βαθύ πιάτο, ρίχνουμε νερό και ανοίγει, πρασινίζει, ανθίζει. Το ξεχνάμε και γίνεται μια κλειστή, ξερή μπάλα. Θέλει πότισμα το καθετί, ενώ εμείς έχουμε κάνει επί χρόνια σκληρή προπόνηση στην αυτοματοποιημένη εγκατάλειψη.

Όταν κουρνιάζει μια γάτα ή ένας σκύλος στα πόδια σου στο κάτω μέρος του κρεβατιού, στ’ αλήθεια δεν κουρνιάζει μια γάτα ή ένας σκύλος. Υπάρχει μια εστία ζέστης παρηγορητικής, παρόμοια με αυτή που αισθάνεσαι όταν κοιτάς έναν αγαπημένο φίλο να κάνει κάτι ανιαρό και κοινότοπο. Λυγίζεις όταν βλέπεις κάποιον να μαζεύει το μαγαζί μετά το κλείσιμο, να τινάζει τα πατάκια, να ρίχνει νερό στο φλιτζάνι του καφέ πάνω απ’ το νεροχύτη.

και να δύο εικόνες καλοκαριού:

  • ανάσκελα γυμνοί διαβάζουν μισοκοιμισμένοι, έχοντας ξεπεράσει το σημείο βρασμού, ο ιδρώτας έχει στεγνώσει και η αίσθηση ότι το φως τους καθηλώνει, τους καρφώνει στο έδαφος, σα να σε ισοπεδώνει μια δύναμη φιλική. Αλυσοδεμένοι στη ζωή, βγαίνει αβίαστος ο φριχτός πομπώδης τίτλος, αλλά η ουσία είναι ότι κάτι υπάρχει σ αυτή την ακινησία και άντε να το εντοπίσεις.
  • απόγευμα, οι καρέκλες έξω απ’ το σπίτι. Στο χωριό Κ., και σε κάθε χωριό, μια γυναίκα κάθε απόγευμα κάθεται σταυροπόδι καπνίζοντας και κοιτάζει τα αυτοκίνητα ντόπιων και τουριστών που περνούν πολύ κοντά της, στο ύψος των ματιών. Κι όλο κοιτάζει και καπνίζει.

Πώς σου ήρθε η ιδέα ότι το πιο θαυμάσιο πράγμα που θα μπορούσα να κάνω στη ζωή ήταν να’ μαι υπάκουος;

Φίλιπ Ροθ

 

 

3 Σχόλια

Filed under ασυναρτησίες, Uncategorized

παραμονές

1. Παρόλο που το σινεμά που προτιμώ είναι αυτό του Mike Leigh, του Ken Loach, του Spike Lee του Fatih Akin (και πάει λέγοντας), καμιά φορά με πιάνω να σκέφτομαι ότι να, τώρα αυτό που (δε) λέω από μέσα μου, αυτή η ατμόσφαιρα που με έχει κυκλώσει εσωτερικά, αυτό το αίσθημα που δεν έχει βρει λέξεις αλλά είναι τόσο ξεκάθαρο, θα ήθελα να το αφηγηθεί ο Terence Malick. Καθώς περπατάω στην οδό Αριστοτέλους και δεν έχω λόγια να πω τη συνθήκη που έχω φτιάξει μέσα στο μυαλό μου, τη συνθήκη που με περιβάλλει, τις σκέψεις που δεν παίρνουν λόγια, μου έρχεται ο Malick. Τα μάτια μου, σαν κάμερα, αρχίζουν να κινούνται, καταγράφοντας με ακρίβεια και τρυφερότητα, περικυκλώνοντας το θέμα, χαϊδεύοντάς το, αγκαλιάζοντάς το. Ποιο είναι το θέμα; Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα μέσα στην οποία σιγοβράζουν οι αφορισμοί που συμβαίνουν μέσα στα σωθικά μου. (Στην πραγματικότητα αμφισβητείται η ύπαρξη του θέματος – είναι ένα αίσθημα αγνώστων στοιχείων, αταυτοποίητο. Ένας κυκλώνας – ήρεμος πάντως – αποφάσεων, ενδείξεων, παρατηρήσεων, συγκινητικών στιγμών, πιθανοτήτων, κόμπων και ίσιων γραμμών).

Μια γυναικεία φιγούρα γυρίζει γύρω από έναν άγνωστο ήρωα. Με τεντωμένο χέρι διαγώνια προς τα κάτω και ανοιχτά δάχτυλα που απλώνονται παράλληλα με το έδαφος. Λες και το χέρι είναι άξονας που την κρατά σταθερή σ’ ένα σημείο του κόσμου και το κορμί γυρνά απαλά γύρω του. Ένας άνθρωπος με λειτουργία υδρογείου ή διαβήτη.

Επόμενα πλάνα: Χορτάρια στον άνεμο. Ένας άντρας με γυρισμένα μπατζάκια  βρέχει τα πόδια του σε μια ακτή. Σκηνές από πάρτυ, γεμάτα ποτήρια, έρημες λεωφόροι. Κι ύστερα η φωνή του αφηγητή, άντε τώρα να διαλέξεις ποιον θες σ’ αυτό το ρόλο, ας μείνει καλύτερα κι αυτός αταυτοποίητος.

Τι λέει η φωνή;

to_the_wonder_terrence_malick_33

2. Άραγε πως νιώθει ο αφρικανός την ώρα που βλέπει να έρχονται τα μέλη της ανθρωπιστικής αποστολής από τη βόρεια Ευρώπη;

Αν και συμπαθείς στη συντριπτική πλειοψηφία τους, ξένοι, κυρίως ευρωπαίοι αλλά και αμερικανοί, δημοσιογράφοι και ακτιβιστές δημιουργούν ανάμεικτα συναισθήματα στους κατοίκους της περιοχής των Αθηνών. Είναι συγκινητικό (και έχει και πλάκα) το ενδιαφέρον τους για τα βάσανα των αιχμαλώτων της επταετίας της καταστροφής που διανύουμε. Ο κόσμος του βοηθά, τους απαντά, τους υποδεικνύει. Αλλά από ένα σημείο και μετά πολλοί ντόπιοι, όχι απαραίτητα συνειδητά, τους κοιτούν με μισό μάτι. Κανείς δεν αγαπάει τον τουρίστα, ακόμη κι αν αυτός έρχεται με τις καλύτερες των προθέσεων, γιατί αυτός κρύβει πάντα κάτι απ’ το βλέμμα του καταχτητή, του εμπόρου, του συλλέκτη εξωτικών στιγμών κι ζόρικων εμπειριών.

Όπως πάμε εμείς στα μικρά νησιά του καλοκαιριού και αρχίζουμε να πετάμε με ρυθμούς πολυβόλου τις φυσιολατρικές διαπιστώσεις (αχ, εδώ ζείτε μέσα στην ομορφιά, αλί σε μας) σε συνδυασμό με τις συμβουλές του ασυγκράτητου ξένου (ίσως θα έπρεπε να έχετε μια πιο οικολογική προσέγγιση στο συγκεκριμένο θέμα – το δημοτικό συμβούλιο τι κάνει – έχω μερικές ιδέες για την προστασία και την ανάδειξη του τοπίου). Όμως είμαστε εκεί για είκοσι μέρες (στην καλύτερη) και έχουμε επιλέξει με προσοχή τη σαγιονάρα, το μαγιώ και το σλόγκαν της μπλούζας μας, προκειμένου να φτάσουμε στην ψυχική ανάταση και την ένωση με το τοπίο μια ώρα αρχύτερα.

Το διάλειμμά σου, η ζωή μου.

malick_article_story_large

3. Έμπλεξα τις προάλλες πάλι σε αυτή την ανόητη συζήτηση: τίποτα δεν γίνεται στην Ελλάδα (λογοτεχνικά), δεν γράφεται τίποτα της προκοπής. Έχασα γρήγορα την ψυχραιμία μου και η κουβέντα πήγε στα γενικά και θεωρητικά και άκρη φυσικά δεν βγήκε. Μετά σκεφτόμουν ότι θα μπορούσα απλά να πω ότι μετά το καλοκαίρι διάβασα Παπαμάρκο, Ξυλούρη, Παπαντώνη, Παπαδάκη και αυτό θα ήταν αρκετό.

Μικρές τραγωδίες που κλονίζουν τη δυνατότητα να λες ΕΧΩ ΔΙΚΙΟ ΓΙΑ ΟΛΑ. Πήρα τον «Καρυότυπο» του Παπαντώνη περισσότερο για να έχω επιχειρήματα να κράξω κάποιον που αντιπαθώ και που το εκθείαζε. Άλλωστε οι κριτικές του συγγραφέα στην εφημερίδα δε μου άρεσαν καθόλου, σα να είχαν ένα περίεργο ύφος, τέτοιο που είχε σίγουρα αυτός που το εκθείαζε. Το ξεκίνησα σχεδόν γκρινιάζοντας δυνατά, σαν αναγνωστικός Αλέφαντος, αν ήμουν σκίτσο τα συννεφάκια δίπλα μου θα έλεγαν καμιά εκατομμυριοστή έλα μωρέ έλα μωρέ έλα μωρέ έλα μωρέ έλα μωρέ.

Σήμερα, η κατάσταση περιγράφεται ως εξής: είμαι μεταξύ της απόφασης να το ξαναδιαβάσω και της γκρινιάρικης ανυπομονησίας για το επόμενο βιβλίο του συγγραφέα.

Τίποτα δεν είναι σίγουρο, ακόμη και ένας εντελώς αντιπαθής τύπος μπορεί να προτείνει ένα ωραίο βιβλίο, αν και για να δικαιολογήσω τον εαυτό μου, κάτι τέτοιο προφανώς είναι ένα γεγονός σπάνιο, σχεδόν εξωπραγματικό.

perspectivemalick_baskin

4. Το πρωί συνάντησα στο δρόμο τη μάνα του γάτου μου. Δηλαδή τη μάνα που τον παράτησε στο μπαλκόνι μου, μία μέρα αφού τον γέννησε. Στέκεται και με κοιτάει, κάνω κι εγώ το ίδιο. Δεν περιμένω καμιά ερώτηση, έστω τυπική, ένα δείγμα ανησυχίας, ένα ελάχιστο νεύμα και φυσικά δικαιώνομαι. Απλά στέκεται και με κοιτάζει.

Είμαστε μ’ ένα τρόπο μάνες του ίδιου παιδιού, αλλά δεν ξέρω τίποτα γι’ αυτή, μόνο μια σκόρπια κουβέντα μια γειτόνισσας. Καταραμένη τη φωνάζω. Όλο γεννάει παιδιά και τα παρατάει. Όλη την ώρα αυτό κάνει. Κακίες πιθανότατα, αλλά κι αυτή δεν δείχνει καμία διάθεση να υπερασπιστεί τον εαυτό της, να παρουσιάσει κάποια επιχειρήματα υπέρ της, να αποκαταστήσει το όνομά της (το πραγματικό εννοώ) στα μάτια μιας αυστηρής, σε οικογενειακά ζητήματα, συνοικίας. Είναι αλήθεια, η γειτονιά έχει έντονες ευαισθησίες. Ακόμη συζητάει βγαίνοντας απ’ το ψιλικατζίδικο ή απ’ το να στο άλλο μπαλκόνι γι’ αυτόν τον σύζυγο που δέρνει τη γυναίκα του. Κάθε τόσο το ίδιο γίνεται.

Την κοιτάζω για ώρα, διπλωμένος στο παλτό μου, κάνω κι ένα δυο βήματα να την πλησιάσω λίγο ακόμη. Μένει ακίνητη, αδιάφορη, σα να μη καταλαβαίνει τίποτα. Για λίγο αιωρούμαι μεταξύ του καλά είναι, μην ανησυχείς και του μάνα είσαι συ;  αλλά δεν λέω τίποτα. Ποιος είμαι γω να κουνήσω το δάχτυλο ή ακόμη περισσότερο να συγχωρήσω μια τέτοια πράξη;

screen-shot-2011-06-03-at-4-20-13-am

5. Τέτοιες μέρες επετειακές – γενέθλια, πρωτοχρονιές, σημαδιακές ημερομηνίες και άλλα παρόμοια – σκέφτεσαι αναπόφευκτα κάτι σχετικό με το χρόνο.

Λέει κάπου η Λισπέκτορ στην «ώρα του αστεριού»  τα πράγματα είναι πάντοτε παραμονές, αλλά τι παραμονές. Παραμονές μιας αλλαγής βλέμματος. Με τον καιρό αντιλαμβάνεται ο καθένας ότι έχει πει ήδη πολλές φορές από σήμερα βλέπω τα πράγματα αλλιώς  ή από σήμερα είμαι άλλος. Αλλά η κατάσταση, η εσωτερική κατάσταση, αυτή που δίνει όνομα και νόημα στα πράγματα, μένει ακριβώς ίδια. Το βλέπουμε καθαρά σε κάποιους πολιτικά κατασταλαγμένους. Ορκίζονται στις νέες ερμηνείες, στο άκουσμα του καιρού και άλλα παρόμοια και το νέο τους βλέμμα μπορεί να κοιτάξει μόνο εντός του ίδιου πλαισίου που ανάλογα την εποχή δικαιώνεται περισσότερο ή λιγότερο, πάντως να αλλάξει δεν μπορεί.

Πως άραγε γλιτώνεις απ’ την ασφυξία, απ’ τη στασιμότητα και την αναβολή; Στη χούφτα σου κλεισμένη σφιχτά, αυτή η φράση της Λισπέκτορ τα πράγματα είναι πάντοτε παραμονές. Σε γρατζουνάει, σε γκρεμίζει, σε ξυπνάει στη μέση της νύχτας. Έρχεται στα χέρια σου, ως αγγελιοφόρος ανησυχητικών εξελίξεων, ως υπενθύμιση καθετί αναπόφευκτου, ως σπρώξιμο και ως ο ήχος ενός γκονγκ που χτυπάει για κάθε καλό και κακό. Παραμονή της αλλαγής βλέμματος, παραμονή αυτού που θα συμβεί.

Αυτό ήθελα να λέει η φωνή του αφηγητή. Τη φράση της Λισπέκτορ.

1 σχόλιο

Filed under ασυναρτησίες, Uncategorized

μερικές θερινές σημειώσεις (ααα – τσιριγώτικο είναι αυτό;)

IMG_1474

.Το μασάζ της Β.

Η λέξη είναι αποσυναρμολόγηση. Η Β. αρχίζει να πιέζει με τα δάχτυλα στην πλάτη και η αίσθηση είναι ότι είμαι μια φριχτή άμορφη μάζα, μια σφιχτή μπάλα που σιγά σιγά, άγγιγμα το άγγιγμα, ζούληγμα το ζούληγμα, απλώνεται, ανοίγεται και τελικά παίρνει σχήμα. Όπως ένα εξαιρετικό διάβασμα πετάει μπροστά στα μάτια σου τα υλικά του κόσμου και μετά τα αφηγείται σε μια ενιαία ροή, έτσι και το μασάζ, πρώτα σου παρουσιάζει τον εαυτό σου χιλιοστό χιλιοστό και ύστερα στον αφηγείται ως ένα ενιαίο όλο. Ανακαλύπτεις κάθε σπόνδυλο, κάθε οστό, κάθε απόσταση μεταξύ αυτών και ύστερα αποκαλύπτεται ότι όλα αυτά βρίσκονται μέσα στο ίδιο σύνολο.

Και όταν μετά περπατάς και όταν επιχειρείς μπάσιμο με την πανταχού παρούσα αόρατη μπάλα και όταν τεντώνεσαι να φτάσεις τη θάλασσα απ’ το ανοιχτό παράθυρο του αυτοκινήτου και όταν είσαι στον Άγιο Γεώργιο και απλώνεις το χέρι στο βάθος, αντιλαμβάνεσαι τον εαυτό σου από άκρη σε άκρη, απ’ το δάχτυλο ως την κορυφή του κεφαλιού.

Ώστε έτσι είναι το σχήμα που περιέχει τόσες και τόσες ασυναρτησίες και χάη. Καλώς, συνεχίζουμε.

.Ηδυπάθεια.

Φτάνουμε στη γνωστή λιγότερη δημοφιλή παραλία με την ησυχία και τους γυμνιστές. Ακόμη είναι νωρίς, ο κόσμος ελάχιστος, οι γυμνιστές άφαντοι. Σχετικά δίπλα μας ένα ζευγάρι, ντυμένο, γλυκό, ίσως λίγο κυριλέ (καλό μαγιό, καλό χτένισμα, ωραίες πετσέτες – δεν είναι σωστή λέξη το κυριλέ, αλλά τέλος πάντων) αρχές διακοπών θα υποθέσω – δεν είναι και πολύ μαύροι. Σιγά σιγά ο κόσμος μαζεύεται. Ο κόσμος που μαζεύεται είναι γυμνός. Κάποιοι που πριν ίσως είχαν ανησυχήσει (μας είπαν ότι είναι παραλία γυμνιστών, αλλά τους βρήκαμε όλους ντυμένους, μπας και σημείωσες το όνομα λάθος; ή πάλι μαλακίες έλεγε ο άλλος κλπ) τώρα τα πετάνε ανακουφισμένοι. Παρατηρώ το σκηνικό.

Το κορίτσι πλησιάζει αργά το στόμα της στο αυτί του αγοριού. Βγάζει το πάνω μέρος του μπικίνι. Συνεχίζει να του μιλάει. Αυτός ακίνητος, καθισμένος στο καρεκλάκι του, με το γυαλί ηλίου καρφωμένο στη θάλασσα. Συνεχίζει ακάθεκτη, μιλάει και χαμογελάει. Μετά μοιάζει η κίνηση (από την απόσταση που είμαι) κάπως έτσι: έλα / ελαφρύ σύρσιμο μύτης πίσω απ’ το αυτί του και στο μάγουλο / έλα / λίγο τα χείλη, ίσα που ακουμπάνε / έλα / πρώτο αλατισμένο φιλί όχι ακριβώς πεταχτό όχι ακριβώς διαρκείας / έλα / χείλη με χείλη / έλα / δάγκωμα κάτω χείλους / έλα / μόνο βλέμμα / έλα / τώρα το σώμα της χαϊδεύει το δικό του, κολλάει το στήθος της πάνω του στιγμιαία και απομακρύνεται καθώς γέρνει προς το μέρος του / έλα / η γλώσσα της βγαίνει από το στόμα / έλα. Ο τύπος σηκώνεται, νομίζω χαμογελάει και βγάζει το μαγιό. Αυτή τον κοιτάζει κάπως δεν ξέρω να περιγράψω πως, γδύνεται κι αυτή τελείως και επιστρέφουν στην ενατένιση του μπλε τοπίου και του ελαφρού κύματος αμίλητοι, αλλά κάπως διαφορετικοί σε σχέση με πριν.

Με ενδιαφέρει αυτή η χειρονομία του κοριτσιού. Τι έλεγε; Τι έκανε; Δεν ήταν μια καθαρά καυλωτική προσφορά, δεν ήταν μια μικρή γκρινίτσα, δεν ήταν τρυφερότητα, δεν ήταν η ερωτική οικειότητα του ζευγαριού, δεν ήταν ένα παιχνίδι. Ήταν όλα μαζί και κάτι άλλο ανάμεσα. Φαντάζομαι μόνο ένα επαναλαμβανόμενο έλα αγόρι μου γδύσου και ξέρεις πόσο γουστάρω να σε βλέπω γυμνό.

.Νωποί.

Παλιά μου της έδιναν ατελείωτα οι φανατικοί εναλλακτικοί, φανατικοί γυμνιστές, φανατικοί αντι – ρακετίστες, παραλιάρχες, χιψτεροχίπιδες στην πραγματικότητα. Άρχιζα την κριτική και ήθελα να παίξω ποδόσφαιρο 11 – 11 στην ακρογιαλιά χτυπώντας μόνο καραβολίδες. Τα τελευταία δυο τρία χρόνια δεν εκνευρίζομαι τόσο, όχι γιατί βλέπω αυτούς με άλλο μάτι, αλλά γιατί άλλαξε το φόκους. Το καλοκαιρινό μου δράμα μετατοπίστηκε. Τριγυρνάω γύρω απ’ τη σκέψη του τι σημαίνει στ’ αλήθεια το μαγιό να στεγνώνει πάνω σου. Είναι σα να έχεις ένα μουσκεμένο πολιμπαγκ κολλημένο πάνω στον πούτσο σου.

 

.όλοι έχουμε άδικο, ως συνήθως.

Έχει πλάκα σε πρώτη φάση αυτός ο παράλληλος κόσμος ντόπιων τουριστών. Εμείς ρωτάμε ποια παραλία δε θα έχει πολύ κόσμο και αυτοί λένε ότι όλο τον Αύγουστο όλες οι παραλίες είναι χάλια. Δε βρισκόμαστε πουθενά να βγάλουμε μια μίνι συνεννόηση και αν η συζήτηση τραβήξει σε μάκρος το βλέμμα του ενός λέει απλά χωριάτες είστε αλαζόνες, νομίζετε σας ανήκει ο τόπος και του άλλου γίδια του Αυγούστου go home να ηρεμήσουμε. Φυσικά κάπου εκεί τελειώνει η πλάκα γιατί ως γνωστόν οι μισές αλήθειες πληγώνουν και χαλάνε την ατμόσφαιρα. Πέρσι η Χ., εσχάτως ντόπια ή τέλος πάντων μόνιμη στο νησί, μεθυσμένη και καθώς οδηγούσαμε απ’ τη Χώρα στον Ποταμό ή κάτι αντίστοιχο, φώναζε στα διερχόμενα αυτοκίνητα με αυτή την ιερή εξαλλοσύνη του απογευματινού θερινού αλκοόλ α ρε τα γίδια του Αυγούστου, κοίτα τους πως πάνε και άλλα αντίστοιχα. Γελούσα και ψιλοσυμφωνούσα (η μαζική ροή των τουριστών του Αυγούστου – η καλή παραλία του νησιού, η καλή ταβέρνα του νησιού, η καλή θέα του νησιού, εμείς οι Αθηναίοι αν δεν αναπαράξουμε τις ουρές και τις στήλες των φρι πρες δεν αισθανόμαστε καλά), από μέσα μου όμως πικραινόμουν γιατί, ας είμαστε ειλικρινείς, κι εγώ ένα γίδι του Αυγούστου είμαι. Καταναλώνω ομορφιά και τοπικές λιχουδιές με ένα ρολόι που τρέχει σε αντίστροφη μέτρηση, το ίδιο ρολόι μάλιστα που βλέπουν και μερικές χιλιάδες ακόμη έντρομοι Αθηναίοι αποφασισμένοι σε 5 ή 10 μέρες να αποβάλλουν το άγχος, να θαυμάσουν την απλότητα και να ρουφήξουν ομορφιά και κοκτέιλς σε ίσες δόσεις.

Βέβαια η αλήθεια είναι, έτσι όπως τη βλέπω εγώ δηλαδή, ότι ο Αύγουστος είναι γεμάτος γίδια, εισαγωγής και ντόπια. Όλοι γίδια είμαστε και μάλιστα όχι τόσο γλυκά και συμπαθή όσο τα πραγματικά. Έχει τεθεί το ερώτημα λάθος γι’ αυτό όλοι απαντάμε μαλακισμένα και άσχετα. Μη ρωτάς ποια είναι η έρημη παραλία του Αυγούστου με αγωνία και μη μιλάς με επιμονή για την γαλήνη του επαρχιώτη. Είναι όλα λάθος.

.προϋποθέσεις.

Στο χωριό που μέναμε χαιρετάμε δυο φορές τη μέρα τη γριά που κάθεται μέσα στο σπίτι με την πόρτα ανοιχτή που όλο κάποιος έχει πάει να κεραστεί καφέ και ειδήσεις. Την προτελευταία μέρα την ακούω που συζητάει με ένα νεαρό. Έχει μείνει μόνη της και σκέφτεται να πάει στο γηροκομείο. Δεν γίνεται να συνεχίσει έτσι. Καλά θα κάνεις της λέει ο τύπος. Κι ύστερα αυτή, με την γνωστή ανατριχιαστική σκληρότητα που προκαλεί η εμφάνιση της γραφειοκρατίας, απαριθμεί τις προϋποθέσεις για να σε δεχτούν στο γηροκομείο. Ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε. Μπροστά τους ο ελληνικός αχνίζει, μια λεπτή μαύρη γάτα κάνει το μπάνιο της και το καλοκαίρι τελειώνει.

.IMG_1431.

Όταν πια συνομήλικοί σου έχουν το καφενείο που πηγαίνεις στο νησί, τα πράγματα γίνονται σοβαρά, πολύ σοβαρά.

.Ασχήμια.

Στην επιστροφή, οδηγώντας στην εθνική στην Αθήνα, μένεις έκθαμβος ξανά. Σφαλιάρες ανείπωτης (και αχρείαστης) ασχήμιας. Χύμα λαμαρίνες, τσίγκοι, πινακίδες, τεράστιες ταμπέλες STUDIO 81, γυάλινα κτίρια, παρατημένες βιοτεχνίες, μολ, υπερκαταστήματα και ταράτσες σκουπιδιαριά, σκατά και απόσκατα τοποθετημένα το ένα δίπλα στο άλλο. Δεν είναι απλά η τσιμεντίλα, είναι η ασχήμια του είδους της τσιμεντίλας. Πως είσαι έτσι γαμώ την ψυχή σου, λες μέσα απ’ το δόντια σου. Το ξέρουμε βέβαια, η Αθήνα είναι βιώσιμη (και ίσως όμορφη) μόνο μέσα σε μικρόκοσμους, σε πολύ συγκεκριμένα οικοδομικά τετράγωνα. Απ’ την άλλη σε κανένα δεκαπενθήμερο όλα αυτά θα μου περάσουν και απλά θα αρχίζω πάλι να λέω για το ότι η φτώχεια της Νίκαιας έχει κάτι το αγαπητικό ή ότι η Κυψέλη με τα μαγαζιά των μεταναστών έχει μια άλλη ατμόσφαιρα και άλλα τέτοια παρεμφερή (τερατουργήματα του νου). Όλα είναι λάθος.

Γιατί το λένε τα πουλιά και τα κατεβασμένα βρακιά, το λένε τα ζουριδάκια και τα απλωμένα ρούχα των πολυκατοικιών, το λένε οι φυλακισμένες κούνιες και τα ίδια τα φρένα των αμαξιών. Το λένε όλοι ανεξαιρέτως. Η Αθήνα χρειάζεται μια καταστροφή. Μερικά από εκείνα τα μηχανήματα με τη μαύρη μπάλα και μερικούς γλυκά μεθυσμένους οδηγούς.

 

από τη συλλογή "το όνομά μου" του τσιριγώτη Γιώργου Λευθέρη που ήταν ακουμπισμένη δίπλα στο τραπέζι που πίναμε στα Τριφυλλιάνικα.

από τη συλλογή «το όνομά μου» του τσιριγώτη Γιώργου Λευθέρη που ήταν ακουμπισμένη δίπλα στο τραπέζι που πίναμε στα Τριφυλλιάνικα.

2 Σχόλια

Filed under ασυναρτησίες