Category Archives: ασυναρτησίες

μερικές θερινές σημειώσεις (ααα – τσιριγώτικο είναι αυτό;)

IMG_1474

.Το μασάζ της Β.

Η λέξη είναι αποσυναρμολόγηση. Η Β. αρχίζει να πιέζει με τα δάχτυλα στην πλάτη και η αίσθηση είναι ότι είμαι μια φριχτή άμορφη μάζα, μια σφιχτή μπάλα που σιγά σιγά, άγγιγμα το άγγιγμα, ζούληγμα το ζούληγμα, απλώνεται, ανοίγεται και τελικά παίρνει σχήμα. Όπως ένα εξαιρετικό διάβασμα πετάει μπροστά στα μάτια σου τα υλικά του κόσμου και μετά τα αφηγείται σε μια ενιαία ροή, έτσι και το μασάζ, πρώτα σου παρουσιάζει τον εαυτό σου χιλιοστό χιλιοστό και ύστερα στον αφηγείται ως ένα ενιαίο όλο. Ανακαλύπτεις κάθε σπόνδυλο, κάθε οστό, κάθε απόσταση μεταξύ αυτών και ύστερα αποκαλύπτεται ότι όλα αυτά βρίσκονται μέσα στο ίδιο σύνολο.

Και όταν μετά περπατάς και όταν επιχειρείς μπάσιμο με την πανταχού παρούσα αόρατη μπάλα και όταν τεντώνεσαι να φτάσεις τη θάλασσα απ’ το ανοιχτό παράθυρο του αυτοκινήτου και όταν είσαι στον Άγιο Γεώργιο και απλώνεις το χέρι στο βάθος, αντιλαμβάνεσαι τον εαυτό σου από άκρη σε άκρη, απ’ το δάχτυλο ως την κορυφή του κεφαλιού.

Ώστε έτσι είναι το σχήμα που περιέχει τόσες και τόσες ασυναρτησίες και χάη. Καλώς, συνεχίζουμε.

.Ηδυπάθεια.

Φτάνουμε στη γνωστή λιγότερη δημοφιλή παραλία με την ησυχία και τους γυμνιστές. Ακόμη είναι νωρίς, ο κόσμος ελάχιστος, οι γυμνιστές άφαντοι. Σχετικά δίπλα μας ένα ζευγάρι, ντυμένο, γλυκό, ίσως λίγο κυριλέ (καλό μαγιό, καλό χτένισμα, ωραίες πετσέτες – δεν είναι σωστή λέξη το κυριλέ, αλλά τέλος πάντων) αρχές διακοπών θα υποθέσω – δεν είναι και πολύ μαύροι. Σιγά σιγά ο κόσμος μαζεύεται. Ο κόσμος που μαζεύεται είναι γυμνός. Κάποιοι που πριν ίσως είχαν ανησυχήσει (μας είπαν ότι είναι παραλία γυμνιστών, αλλά τους βρήκαμε όλους ντυμένους, μπας και σημείωσες το όνομα λάθος; ή πάλι μαλακίες έλεγε ο άλλος κλπ) τώρα τα πετάνε ανακουφισμένοι. Παρατηρώ το σκηνικό.

Το κορίτσι πλησιάζει αργά το στόμα της στο αυτί του αγοριού. Βγάζει το πάνω μέρος του μπικίνι. Συνεχίζει να του μιλάει. Αυτός ακίνητος, καθισμένος στο καρεκλάκι του, με το γυαλί ηλίου καρφωμένο στη θάλασσα. Συνεχίζει ακάθεκτη, μιλάει και χαμογελάει. Μετά μοιάζει η κίνηση (από την απόσταση που είμαι) κάπως έτσι: έλα / ελαφρύ σύρσιμο μύτης πίσω απ’ το αυτί του και στο μάγουλο / έλα / λίγο τα χείλη, ίσα που ακουμπάνε / έλα / πρώτο αλατισμένο φιλί όχι ακριβώς πεταχτό όχι ακριβώς διαρκείας / έλα / χείλη με χείλη / έλα / δάγκωμα κάτω χείλους / έλα / μόνο βλέμμα / έλα / τώρα το σώμα της χαϊδεύει το δικό του, κολλάει το στήθος της πάνω του στιγμιαία και απομακρύνεται καθώς γέρνει προς το μέρος του / έλα / η γλώσσα της βγαίνει από το στόμα / έλα. Ο τύπος σηκώνεται, νομίζω χαμογελάει και βγάζει το μαγιό. Αυτή τον κοιτάζει κάπως δεν ξέρω να περιγράψω πως, γδύνεται κι αυτή τελείως και επιστρέφουν στην ενατένιση του μπλε τοπίου και του ελαφρού κύματος αμίλητοι, αλλά κάπως διαφορετικοί σε σχέση με πριν.

Με ενδιαφέρει αυτή η χειρονομία του κοριτσιού. Τι έλεγε; Τι έκανε; Δεν ήταν μια καθαρά καυλωτική προσφορά, δεν ήταν μια μικρή γκρινίτσα, δεν ήταν τρυφερότητα, δεν ήταν η ερωτική οικειότητα του ζευγαριού, δεν ήταν ένα παιχνίδι. Ήταν όλα μαζί και κάτι άλλο ανάμεσα. Φαντάζομαι μόνο ένα επαναλαμβανόμενο έλα αγόρι μου γδύσου και ξέρεις πόσο γουστάρω να σε βλέπω γυμνό.

.Νωποί.

Παλιά μου της έδιναν ατελείωτα οι φανατικοί εναλλακτικοί, φανατικοί γυμνιστές, φανατικοί αντι – ρακετίστες, παραλιάρχες, χιψτεροχίπιδες στην πραγματικότητα. Άρχιζα την κριτική και ήθελα να παίξω ποδόσφαιρο 11 – 11 στην ακρογιαλιά χτυπώντας μόνο καραβολίδες. Τα τελευταία δυο τρία χρόνια δεν εκνευρίζομαι τόσο, όχι γιατί βλέπω αυτούς με άλλο μάτι, αλλά γιατί άλλαξε το φόκους. Το καλοκαιρινό μου δράμα μετατοπίστηκε. Τριγυρνάω γύρω απ’ τη σκέψη του τι σημαίνει στ’ αλήθεια το μαγιό να στεγνώνει πάνω σου. Είναι σα να έχεις ένα μουσκεμένο πολιμπαγκ κολλημένο πάνω στον πούτσο σου.

 

.όλοι έχουμε άδικο, ως συνήθως.

Έχει πλάκα σε πρώτη φάση αυτός ο παράλληλος κόσμος ντόπιων τουριστών. Εμείς ρωτάμε ποια παραλία δε θα έχει πολύ κόσμο και αυτοί λένε ότι όλο τον Αύγουστο όλες οι παραλίες είναι χάλια. Δε βρισκόμαστε πουθενά να βγάλουμε μια μίνι συνεννόηση και αν η συζήτηση τραβήξει σε μάκρος το βλέμμα του ενός λέει απλά χωριάτες είστε αλαζόνες, νομίζετε σας ανήκει ο τόπος και του άλλου γίδια του Αυγούστου go home να ηρεμήσουμε. Φυσικά κάπου εκεί τελειώνει η πλάκα γιατί ως γνωστόν οι μισές αλήθειες πληγώνουν και χαλάνε την ατμόσφαιρα. Πέρσι η Χ., εσχάτως ντόπια ή τέλος πάντων μόνιμη στο νησί, μεθυσμένη και καθώς οδηγούσαμε απ’ τη Χώρα στον Ποταμό ή κάτι αντίστοιχο, φώναζε στα διερχόμενα αυτοκίνητα με αυτή την ιερή εξαλλοσύνη του απογευματινού θερινού αλκοόλ α ρε τα γίδια του Αυγούστου, κοίτα τους πως πάνε και άλλα αντίστοιχα. Γελούσα και ψιλοσυμφωνούσα (η μαζική ροή των τουριστών του Αυγούστου – η καλή παραλία του νησιού, η καλή ταβέρνα του νησιού, η καλή θέα του νησιού, εμείς οι Αθηναίοι αν δεν αναπαράξουμε τις ουρές και τις στήλες των φρι πρες δεν αισθανόμαστε καλά), από μέσα μου όμως πικραινόμουν γιατί, ας είμαστε ειλικρινείς, κι εγώ ένα γίδι του Αυγούστου είμαι. Καταναλώνω ομορφιά και τοπικές λιχουδιές με ένα ρολόι που τρέχει σε αντίστροφη μέτρηση, το ίδιο ρολόι μάλιστα που βλέπουν και μερικές χιλιάδες ακόμη έντρομοι Αθηναίοι αποφασισμένοι σε 5 ή 10 μέρες να αποβάλλουν το άγχος, να θαυμάσουν την απλότητα και να ρουφήξουν ομορφιά και κοκτέιλς σε ίσες δόσεις.

Βέβαια η αλήθεια είναι, έτσι όπως τη βλέπω εγώ δηλαδή, ότι ο Αύγουστος είναι γεμάτος γίδια, εισαγωγής και ντόπια. Όλοι γίδια είμαστε και μάλιστα όχι τόσο γλυκά και συμπαθή όσο τα πραγματικά. Έχει τεθεί το ερώτημα λάθος γι’ αυτό όλοι απαντάμε μαλακισμένα και άσχετα. Μη ρωτάς ποια είναι η έρημη παραλία του Αυγούστου με αγωνία και μη μιλάς με επιμονή για την γαλήνη του επαρχιώτη. Είναι όλα λάθος.

.προϋποθέσεις.

Στο χωριό που μέναμε χαιρετάμε δυο φορές τη μέρα τη γριά που κάθεται μέσα στο σπίτι με την πόρτα ανοιχτή που όλο κάποιος έχει πάει να κεραστεί καφέ και ειδήσεις. Την προτελευταία μέρα την ακούω που συζητάει με ένα νεαρό. Έχει μείνει μόνη της και σκέφτεται να πάει στο γηροκομείο. Δεν γίνεται να συνεχίσει έτσι. Καλά θα κάνεις της λέει ο τύπος. Κι ύστερα αυτή, με την γνωστή ανατριχιαστική σκληρότητα που προκαλεί η εμφάνιση της γραφειοκρατίας, απαριθμεί τις προϋποθέσεις για να σε δεχτούν στο γηροκομείο. Ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε. Μπροστά τους ο ελληνικός αχνίζει, μια λεπτή μαύρη γάτα κάνει το μπάνιο της και το καλοκαίρι τελειώνει.

.IMG_1431.

Όταν πια συνομήλικοί σου έχουν το καφενείο που πηγαίνεις στο νησί, τα πράγματα γίνονται σοβαρά, πολύ σοβαρά.

.Ασχήμια.

Στην επιστροφή, οδηγώντας στην εθνική στην Αθήνα, μένεις έκθαμβος ξανά. Σφαλιάρες ανείπωτης (και αχρείαστης) ασχήμιας. Χύμα λαμαρίνες, τσίγκοι, πινακίδες, τεράστιες ταμπέλες STUDIO 81, γυάλινα κτίρια, παρατημένες βιοτεχνίες, μολ, υπερκαταστήματα και ταράτσες σκουπιδιαριά, σκατά και απόσκατα τοποθετημένα το ένα δίπλα στο άλλο. Δεν είναι απλά η τσιμεντίλα, είναι η ασχήμια του είδους της τσιμεντίλας. Πως είσαι έτσι γαμώ την ψυχή σου, λες μέσα απ’ το δόντια σου. Το ξέρουμε βέβαια, η Αθήνα είναι βιώσιμη (και ίσως όμορφη) μόνο μέσα σε μικρόκοσμους, σε πολύ συγκεκριμένα οικοδομικά τετράγωνα. Απ’ την άλλη σε κανένα δεκαπενθήμερο όλα αυτά θα μου περάσουν και απλά θα αρχίζω πάλι να λέω για το ότι η φτώχεια της Νίκαιας έχει κάτι το αγαπητικό ή ότι η Κυψέλη με τα μαγαζιά των μεταναστών έχει μια άλλη ατμόσφαιρα και άλλα τέτοια παρεμφερή (τερατουργήματα του νου). Όλα είναι λάθος.

Γιατί το λένε τα πουλιά και τα κατεβασμένα βρακιά, το λένε τα ζουριδάκια και τα απλωμένα ρούχα των πολυκατοικιών, το λένε οι φυλακισμένες κούνιες και τα ίδια τα φρένα των αμαξιών. Το λένε όλοι ανεξαιρέτως. Η Αθήνα χρειάζεται μια καταστροφή. Μερικά από εκείνα τα μηχανήματα με τη μαύρη μπάλα και μερικούς γλυκά μεθυσμένους οδηγούς.

 

από τη συλλογή "το όνομά μου" του τσιριγώτη Γιώργου Λευθέρη που ήταν ακουμπισμένη δίπλα στο τραπέζι που πίναμε στα Τριφυλλιάνικα.

από τη συλλογή «το όνομά μου» του τσιριγώτη Γιώργου Λευθέρη που ήταν ακουμπισμένη δίπλα στο τραπέζι που πίναμε στα Τριφυλλιάνικα.

2 σχόλια

Filed under ασυναρτησίες

Καλοκαιράκι, αχ.

1.

Περιμένοντας στην ουρά τη βλέπω. Το ξανθό κορίτσι κουβαλάει καμιά ντουζίνα φακέλους από τη μία άκρη της αίθουσας στην άλλη. Περπατάει πάρα πολύ αργά, σέρνει τα πόδια της, τα μαλλιά της ακουμπάνε στη γυμνή πλάτη, το άσπρο μπλουζάκι της πίσω έχει μια τεράστια θαυμάσια τρύπα. Θυμήθηκα τις προάλλες (καθώς μου υποδείχθηκε ένα ποίημα) τη λέξη ραστώνη. Τι λέξη κι αυτή. Ορθώς είχα καιρό να τη συναντήσω και να την ακούσω, αφού είναι μια λέξη που μπορεί και ίσως πρέπει κιόλας να χρησιμοποιείται μόνο μόνη της. Είναι λέξη ολόκληρη νουβέλα, ολόκληρο τραγούδι, ολόκληρη σεκάνς και πάει λέγοντας. Ραστώνη. Καλώς δεν την ακούμε και πολύ συχνά, γιατί είναι λέξη εκτός της σημερινής πραγματικότητας, δεν μπορεί να μας καταλάβει και δεν μπορεί να χωρέσει σε ένα κόσμο διαρκούς εξωτερικής και εσωτερικής έντασης. Όσο εγώ σκέφτομαι τη λέξη ραστώνη το ξανθό κορίτσι συνεχίζει να την ενσαρκώνει. Όσοι – τυχεροί εν προκειμένω – περιμένουμε στην ουρά είμαστε μάρτυρες μιας υποβλητική σκηνής. Μια αόρατη δύναμη έχει σταθεί πάνω απ’ τα κεφάλια και απαντώντας στην ερώτηση κάποιου απ’ τους παρόντες, εξηγεί με πλήρη σαφήνεια τον ορισμό της «καλοκαιρινής νωχέλειας». Και όσο αυτή σέρνει σαδιστικά αργά τα πόδια της, θυμόμαστε όλοι ότι συνεχίζει ακόμη να υπάρχει κάτι πέρα απ’ την υπερβολικά αληθινή απόγνωση της σημερινής συγκυρίας. Μπορεί οι ζωές μας να πηγαίνουν ολοταχώς και με τα φρένα σπασμένα στο διάβολο, αλλά ο στιγμιαίος ερωτισμός του θέρους μας τραβάει απ’ τα μαλλιά σα να υπονοούσε ότι ποιος ξέρει ίσως και να μην πνιγούμε, ίσως και να μην υποκύψουμε αμέσως τώρα στο μοιραίο. Περιμένουμε αργοπίνοντας το μαγικό ελιξίριο, τους χυμούς της νωχελικής ομορφιάς.

Μετά από τρεις μέρες, περιμένοντας σε μια άλλη ουρά τη βλέπω. Το ξανθό κορίτσι κουβαλάει καμιά ντουζίνα φακέλους απ’ τη μία άκρη της αίθουσας στην άλλη. Περπατάει πάρα πολύ αργά, σέρνει τα πόδια της, το πρόσωπό της είναι παραμορφωμένο απ’ τις πιο βαθιές λαβωματιές της ανίας, το κορμί της είναι εξουθενωμένο. Αυτό δεν είναι νωχέλεια, αυτό είναι η ίδια η βαρβαρότητα μιας ζωής που τελειώνει σαδιστικά αργά ανάμεσα στους τέσσερις τοίχους. Αυτό είναι όλα τα στερεότυπα περί δημοσίου υπαλλήλου κι άλλα τόσα ακόμη καρφωμένα σε μία μορφή, σε μία κίνηση, σε δύο ατελείωτα λεπτά υποχρεωτικού κουβαλήματος. Όσοι περιμένουμε την παρακολουθούμε σε αυτή την μισοκωμική μισόδραματική (πάντως ολότελα ανθρώπινη) στιγμή και αποσβολωμένοι καθρεφτιζόμαστε. Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένοι κουβαλητές του ασήμαντου, πηγαίνοντας ολόισια προς την μάταια πρόσκρουση, που βέβαια δεν μπορεί να αναμένεται ούτε ως κάτι λυτρωτικό ούτε ως κάτι τραγικό.

Όταν τελείωσαν (προσωρινά μόνο εννοείται) οι ουρές αναρωτιόμουν ποιοι στ’ αλήθεια είμαστε, πως προχωράμε τα πρωινά του Ιουλίου και πως μας καταγράφει ο αόρατος φακός. Είμαστε ζωντανά σκίτσα της νωχέλειας, ερωτικά πλάσματα σε διάλειμμα απ’ την αληθινή ζωή (που όμως υπόσχεται ότι δεν αργεί να ξαναξεκινήσει) ή καταδικασμένα κορμιά, εξουθενωμένες σκουριές που κουβαλάνε το βάρος ενός ανόητου και ανιαρού κόσμου; Τι λέει ο ξένος που σε βλέπει να ιδροκοπάς με τα ρούχα της δουλειάς στο (άνευ κλιματισμού) μετρό; Σε πονάει, σε κρίνει, σε κατατάσσει στους κακομοίρηδες; Τι εκπέμπεται από ένα τυχαίο συρμό του Μετρό καθημερινή μεσημέρι; Μυρίζουν αργό βασανιστικό ερωτικό προσκλητήριο τα κορμιά ή μοιράζουν απλόχερα τη θλίψη του πλάσματος που πρέπει να παλέψει για να κερδίσει την πιθανότητα μιας υπερβαρετής καθημερινότητας.

2.

Θέλω να γράψω κάτι εξόχως αντικαλοκαιρινό και απαισιόδοξο για τους πρόσφυγες αλλά όλο το σταματάω. (Για όποιον κοιτάζει λίγο προσεκτικά το μέλλον προδιαγράφεται δραματικό. Έχουν μπει σε λειτουργία τα γρανάζια και προσεχώς ξεκινάει ο φαύλος κύκλος της – ακόμη μεγαλύτερης – βαναυσότητας.) Κάθε φορά που το αποφασίζω να κάτσω να το γράψω κάτι συμβαίνει. Τη μια φορά με προλαβαίνουν οι συμβολισμοί, τους καταναλώνω όπως το οξυγόνο κι ύστερα μπορώ να ξεράσω μόνο συγκίνηση και σκέψεις για το πόσο μεγάλο εσωτερικό μπαμ μπορεί να κάνει μια στιγμή. Έχω δίπλα μου τη Γιούσρα, ένα 9χρονο παιδί που έχει ζήσει 4 χρόνια πόλεμο, ανάβαση στα τούρκικα βουνά και πυροβολισμούς τούρκων μπάτσων, πλεύση του Αιγαίου με φουσκωτό και μετά διαμονή στα πατώματα του Πειραιά. Το παιδί δεν έχει πάει καν σχολείο, δεν έχει ζήσει σχεδόν τίποτα, απ’ όσα μπορούμε να πούμε ότι συγκροτούν ένα παιδί. Αλλά την έχω δίπλα μου, βόλτα στο αντιρατσιστικό φεστιβάλ (δεν μπορεί να αντιληφθεί καν τι εστί αντιρατσιστικό φεστιβάλ, δεν ξέρει αγγλικά, δεν ξέρω αραβικά, της κουτσολέω: πίπλ χίαρ λοβ λοβ ρεφιουτζίς και κάνει ααα γκουντ γκουντ). Είναι λοιπόν δίπλα μου και καθώς πάμε μπροστά για να δούμε τη συναυλία, συνειδητοποιώ ότι κατά πάσα πιθανότητα είναι η πρώτη φορά που βρίσκεται σε συναυλία και ξεκινάει η Φριτζήλα και ο Δεληβοριάς (άγνωστο πως θα λειτουργήσει αυτό στο συναυλιακό της μέλλον) και λένε το κλάμα του εμιγκράντου. Και η Γιούσρα μένει με το στόμα ανοιχτό, κοιτάζει με δέος, ακούει με δέος, ούτε βέβαια που ξέρει τι λέει το κομμάτι, δεν συνειδητοποιεί τίποτα, μόνο κοιτάζει και ακούει αυτή τη γυναίκα που τραγουδάει και είναι ενθουσιασμένη. Είναι ένα παιδί που ακούει μια φωνή που τραγουδάει και δεν ξέρει πώς να αντιδράσει παρά να χειροκροτήσει εκστασιασμένη και αυτή που συνήθως πάει ροδάνι η γλώσσα της να ακούει το ένα τραγούδι μετά το άλλο κολλημένη στο κάγκελο.

Πριν κάποια ώρα τυχαία καθώς τριγυρνούσαμε στο φεστιβάλ πέσαμε πάνω σε μια μίνι παράσταση, όλο το σκηνικό διαδραματιζόταν σε ένα ταξί (πέντε καρέκλες έκαναν το ταξί) η μία κοπέλα μίλαγε αραβικά, δύο μιλούσαν ελληνικά και μία αγγλικά. Και τα μικρά γελούσαν και έκατσαν να δουν απορροφημένα και ούτε παραπονέθηκαν όταν ακούγονταν ελληνικά ή αγγλικά και ούτε βιάστηκαν να ρωτήσουν τι και πως. Και στο τέλος οι συντελεστές της μίνι παράστασης κάπως όλοι μαζί πιάστηκαν και βγήκε απ’ την υπόκλιση κάτι περίεργο, μια αίσθηση αλλόκοτης συγκίνησης – ποιοι ήταν αυτοί οι άνθρωποι, άραγε να αγαπιούνται στ’ αλήθεια έτσι;

Κάποιοι φίλοι μας απ’ τη Συρία αυτές τις μέρες φεύγουν για Γαλλία, το περίφημο relocation. Κάποιοι άλλοι απ’ το Αφγανιστάν κι αλλού, ετοιμάζονται να ζήσουν την απόλυτη σκληρότητα στην Αθήνα, υποδυόμενοι πότε τα θύματα και πότε τους θύτες μιας κατάστασης που έχει στηθεί με τέτοιο τρόπο λες και πρέπει να ζήσουμε κι αυτό το Κακό σαν κάτι το αναπόφευκτο.

Την επόμενη μέρα, περιμένοντας στο ταχυδρομείο, σκεφτόμουν ποιος είναι άραγε ο δίκαιος τρόπος να μετρήσεις τη ζωή. Τι είναι στ’ αλήθεια καθοριστικό; Μια αγαπητική στιγμή την ώρα που η μουσική πλημμυρίζει τα πάντα ή η αγωνία ότι οι φίλοι σου θα πάνε να ζήσουν στα γαλλικά γκέτο, καταδικασμένοι να γυρνοβολάνε αιωνίως απ’ τη μνήμη του πολέμου στον κυνισμό της μητρόπολης; Ποια είναι η αληθινή ουσία των ημερών που ζω; Αυτές οι ώρες που συνυπάρχεις εντός μιας αφάνταστης μέχρι πρόσφατα παρέας ή η όλη περιρρέουσα ατμόσφαιρα, το υλικό ζόρι το δικό τους και το δικό μας;

Οι απαντήσεις ασφαλώς είναι περισσότερο θέμα οπτικής. Με ένα περίεργο τρόπο όμως, τον τελευταίο καιρό, άνθρωποι των οποίων το μέλλον (το κοντινό και πρακτικό) είναι συζητήσιμο, αόριστο και επισφαλές, βρήκαν ένα κοινό παρόν. Κι ας τρέχουμε προς τον τοίχο με το μαύρο μαντήλι στα μάτια, μπορούμε να κοιτάξουμε τριγύρω και να πούμε ότι ναι, υπάρχουμε. Μέχρι νεωτέρας έστω, υπάρχουμε σ’ αυτό το κοινό παρόν και έχουμε εξορίσει το χθες και το αύριο κι όποτε πια τελικά μας προλάβουν και τα δύο, ας μας προλάβουν. Θα δούμε τι θα γίνει.

3 σχόλια

Filed under ασυναρτησίες

«να φυτρώσει λουλούδι δροσερό»

Σας γράφω έχοντας μέσα μου μίσος, μίσος πηχτό και άσβεστο.

Δεν είναι πολιτικώς ορθό, δεν είναι αποτελεσματικό, δεν είναι συνεπές με μια κάποια πολιτική συγκρότηση και σκέψη. Αλλά δεν μπορώ να κάνω κάτι άλλο παρά να περπατάω πάνω κάτω στην προβλήτα και να στριφογυρίζω μέσα μου αυτό το πέτρινο αίσθημα. Έχω στο στομάχι μια πέτρα που όλο μεγαλώνει και όλο σκληραίνει.

*

Ας φανταστούμε μια σκηνή: Λιμενικοί, υπάλληλοι κάποιας αόριστης ΜΚΟ, μπάτσοι, οδηγοί λεωφορείων και υπεύθυνοι ταξιδιωτικών πρακτορείων βρίσκονται έξω απ’ την πύλη Ε3 στον Πειραιά. Αδειάζουν την πύλη απ’ τους περίπου 150 πρόσφυγες που βρίσκονται μέσα. Χωρίς καμιά ειδοποίηση, χωρίς παρουσία διερμηνέα εμφανίζεται ξαφνικά ένα πρωί αυτή η κουστωδία και με βιαστικές κινήσεις προστάζει go go go. Τρίκαλα. Ανάμεσα στους πρόσφυγες υπάρχουν κάποιοι που έχουν κινήσει διαδικασίες με την Υπηρεσία Ασύλου. Που έχουν κλείσει ραντεβού για την επόμενη εβδομάδα. Άλλοι έχουν ιατρικά θέματα, πρέπει να ακολουθούν συγκεκριμένη θεραπεία ή να ξαναπάνε τις επόμενες μέρες στο γιατρό να τους ξαναδεί. Άλλοι δεν έχουν ενημερωθεί  ποτέ για τίποτα σχετικά με τις πιθανές επιλογές τους. Είναι άνθρωποι που δεν ξέρουν αγγλικά, που δεν ξέρουν τίποτα επίσημο σχετικά με την κατάσταση στα σύνορα ή με το τι μπορούν οι ίδιοι να κάνουν εναλλακτικά με το να προσπαθούν να περάσουν τα σύνορα παράνομα ή περιμένοντας υπομονετικά στη λάσπη. Υπάρχουν μικρά παιδιά και ένα που δεν έχει σαραντίσει που λένε. Υπάρχουν γέροι. Υπάρχουν γυναίκες μόνες με τρία παιδιά.

Η απάντηση σε όλα αυτά είναι διάφοροι ημιεπίσημοι τύποι, ένστολοι και μη, που φωνάζουν go go go. Φωνάζουν και βιάζονται. Οι αλληλέγγυοι που είναι παρόντες προφανώς δεν ξέρουν τι ακριβώς να κάνουν. Άλλοι γεμίζουν σακούλες με τρόφιμα και άλλα απαραίτητα, άλλοι ρωτάνε με επιμονή το λιμενικό, άλλοι έχουν μείνει αποσβολωμένοι και κοιτάνε. Ακολουθούν αγκαλιές, αποχαιρετισμοί και τα υπόλοιπα συγκινητικά.

Στο λεωφορείο μπαίνουν διάφοροι που δεν πρέπει να μπουν (γιατί είπαμε έχουν ξεκινήσει διαδικασίες που δεν γίνονται από απόσταση κλπ). Μία απ’ αυτές τις οικογένειες  έχει μαζέψει πράγματα και μένει αναποφάσιστη έξω απ’ το λεωφορείο. Κάποιοι κλαίνε. Δεν υπάρχει κάποιος να ξέρει αραβικά να τους πει να μη μπούνε, να τους εξηγήσει, να τους πείσει. Η φωνή από μέσα επιμένει go go go. Μπαίνουν στο λεωφορείο.

Η πύλη έχει αδειάσει. Την απολυμαίνουν. Διάφοροι που ξεγλίστρησαν απ’ το λεωφορείο για Τρίκαλα, είτε γιατί δεν έχουν εμπιστοσύνη, είτε γιατί ξέρουν κάτι παραπάνω, είτε για κάποια λίγα αγγλικά μιλάνε και συνενοήθηκαν με κάποιον, τριγυρνάνε στις άλλες πύλες, να βρουν σημείο να μείνουν.

*

Χύμα σημειώσεις από λίγες μέρες στο λιμάνι:

 

«φουτμπολ» λέει ο μπόμπιρας σχηματίζοντας ένα κύκλο με τα χέρια κι αν δεν βρεις μπάλα στην αποθήκη, βάζει τα κλάματα. Φούτμπολ ρε τι σου ζήτησε το παιδί ρε; Φουτμπολ.

1. Η ζωή στην Ε3 μπορεί να είναι καλύτερη απ’ τις λάσπες της Ειδομένης αλλά τι είναι άραγε η ζωή στην Ε3; Η λέξη που μας απασχολεί είναι η λέξη στρατόπεδο. Ουρές για συσσίτιο. Η έννοια συσσίτιο. Ερώτησεις ευγενικές (ή όχι ευγενικές) για τα πάντα: Να πάρω νερό; Να πάρω χυμό για το παιδί; Να πάρω κουβέρτα; Να πάρω παπούτσια γιατί αυτά έχουν διαλυθεί απ’ το αλάτι του Αιγαίου; Να πάρω κρουασάν; Να πάρω υγρό μαντηλάκι; Να πάρω κωλόχαρτο;

Όλα αυτά στη νοηματική. Όλα αυτά τα ρωτούν και τα ζητούν διαρκώς οι πρόσφυγες από άσχετους ανώνυμους αλληλέγγυους για να τα πάρουν. Οι πρόσφυγες χρειάζονται μονίμως την άδεια από κάποιον για να κάνουν το οτιδήποτε. Για να χέσουν ή να ξεδιψάσουν. Χρειάζονται άδεια. Χρειάζονται κάποιον να κάνει τη χειρονομία προς αυτούς.

Οι πρόσφυγες πρέπει να ρωτήσουν για να μάθουν το οτιδήποτε, πρέπει να ρωτήσουν για να χέσουν, πρέπει να ρωτήσουν για να πλύνουν τα ρούχα ή τα μούτρα τους. Πρέπει να σταθούν σε ουρά για το συσσίτιο. Να πουν στη νοηματική ότι το παιδί τους είναι άρρωστο. Να πουν στη νοηματική ότι το παιδί κρυώνει, χρειάζεται κουβέρτα.

Η ίδια η ύπαρξη του πρόσφυγα είναι υπό αίρεση. Η ζωή στο στρατόπεδο έτσι κι αλλιώς είναι η ζωή του ανθρώπου που ζητάει άδεια για όλα. Δεν δικαιούται εξορισμού τίποτα. Η ίδια η υπόστασή του δεν αρκεί για τίποτα. Πρέπει να του επιτραπεί να πάρει κωλόχαρτο, tide, χυμό, νερό, φαΐ, γάλα σκόνη. Πρέπει τα προϊόντα αυτά να υπάρχουν και να είναι η ώρα που μοιράζονται. Πρέπει να επιτρέψει η καθαρίστρια να χρησιμοποιηθεί η τουαλέτα και να μην την καθαρίζει εκείνη τη στιγμή. Η περίπτωση του πρόσφυγα στο στρατόπεδο είναι δύο φορές δυσκολότερη γιατί δεν μιλάει την ίδια γλώσσα με αυτόν που δίνει κατά κάποιο τρόπο την άδεια. Ο αλληλέγγυος ό,τι και να είναι, ο πιο ευγενικός, ο πιο λογικός, ο πιο καλόκαρδος, πιο πολιτικά συγκροτημένος είναι σε μια θέση εξορισμού προβληματική. Διαχειρίζεται το νερό, το κωλόχαρτο και την κουβέρτα του πρόσφυγα.

Αυτός ο διαχωρισμός πρέπει να βρεθεί τρόπος να σπάσει. Αυτή η απόσταση δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι μπορεί να σπάσει.

2. Το κράτος τον καιρό αυτό είναι παντοδύναμο σαν ένα φάντασμα. Δεν υπάρχει στο ίδιο το δωμάτιο, αλλά η απουσία του (όσο και η παρουσία του σε ένα άλλο επίπεδο) καθορίζει τα πάντα. Το κράτος στον Πειραιά δεν υπάρχει. Δεν προσφέρει τίποτα στους ανθρώπους. Δεν έχει δώσει ένα γάλα, ένα κωλόχαρτο, ένα νερό. Δεν έχει περάσει να ενημερώσει επίσημα και υπεύθυνα τους πρόσφυγες τι συμβαίνει στα σύνορα ή τι πρέπει να κάνει κανείς αν είναι Σύριος, Αφγανός, Ιρακινός ή οτιδήποτε άλλο. Δεν έχει στείλει έναν μεταφραστή. Δεν έχει στείλει έναν γιατρό. Έναν παιδίατρο. Ένα φάρμακο.

Δεν μένει όμως στα δεν. Όταν χρειαστεί κάνει και ζημιά σ’ όσα δεν είχε συμμετάσχει πριν. Παίρνει μαζικά ανθρώπους χωρίς να ρωτά τι και πως. Τους  μεταφέρει όπου να ’ναι. Δεν αναρωτιέται για τις ευπαθείς ομάδες. Επιτρέπει σε διακινητές, πράκτορες λεωφορείων να έρχονται στο λιμάνι και να κάνουν ό,τι γουστάρουν. Λέει ψέματα σε πρόσφυγες για να τους βάλει στα λεωφορεία. Υπάλληλος του υπουργείου έρχεται και τους λέει πάμε στην Κοζάνη, ενώ το λεωφορείο πάει στον Αλμυρό. Πάλι φυσικά χωρίς μεταφραστή.

Δεν αναφερόμαστε καν στα ουσιαστικά κλειστά σύνορα, στην παρανομοποίηση, στο σπρώξιμο να πάρουν τους δύσκολους παράνομους δρόμους της Αλβανίας ή στις λάσπες της Ειδομένης. Αυτά είναι γνωστά.

Εντωμεταξύ στον ίδιο περίπου ρόλο και οι ΜΚΟ. Διαρκώς απούσες. Μάλιστα παρατηρήθηκαν περιστατικά όπου άνθρωποι με καρτελάκια γνωστών ΜΚΟ πήγαιναν και έπιαναν οικογένειες οικογένειες και τους έλεγαν διάφορα, ποιος ξέρει τι. Οι ΜΚΟ αρνούνταν ότι έστειλαν κόσμο. Οι αλληλέγγυοι δεν είναι εύκολο να κάνουν τους μπάτσους για μια σειρά από λόγους. Δεν μπορείς να ελέγξεις το χώρο του λιμανιού αποτελεσματικά, είναι αυτονόητο. Κι αν κάποιος με διακριτικά πλησιάσει τους πρόσφυγες με δήθεν λεπτομέρειες και πληροφορίες για τα σύνορα, δεν είναι πάντα εύκολο να πείσεις τον πρόσφυγα ότι αυτά είναι ψέματα. Αν έχεις προλάβει να χτίσεις προσωπική σχέση ναι, αλλά αλλιώς; Ποιόν να πιστέψει ο απελπισμένος άνθρωπος;

3. Πριν δύο εβδομάδες οι πρόσφυγες με τους οποίους μιλούσα επέμεναν να πάνε Ειδομένη. Επέμεναν ότι μπορούν να περάσουν. Τώρα πολλοί απ’ αυτούς υπογράφουν για relocation ή λένε δεν είναι άσχημα στην Ελλάδα. Εμείς τι λέμε όμως; Θέλουμε να μείνουν εδώ οι πρόσφυγες αν έτσι θέλουν κι αυτοί; Τι είναι για μας αυτό το ενδεχόμενο; Πρόβλημα; Αναγκαστική εξέλιξη; Καλό; Κακό; Λέμε χαρτιά σε όλους για να πάνε όπου θέλουν. Σ’ αυτό το «όπου» περιλαμβάνεται και η Ελλάδα; Κι αν ναι, τι είμαστε διατεθειμένοι να κάνουμε και πως προετοιμαζόμαστε γι’ αυτό;

(κι αν έμεναν ο πλούτος, ο πολιτισμός, η ζωή που θα έβαζαν στον τόπο θα αποτελούσε ένα μέγιστο δώρο. ο τόπος που έζησε τον τρόμο των αβγών να γνωρίσει νέες γλώσσες, νέες συνήθειες, νέα αισθήματα)

4. Η (εξευτελιστική για εμάς όπως και να το κάνουμε) παρουσία Μαρινάκη – Κόκκαλη και λοιπών στον Πειραιά έχει διάφορες σημασίες. Πρώτα απ’ όλα και πέρα απ’ το ανθρωπιστικό ξέπλυμα, έχουμε το εξής φαινόμενο. Οι άνθρωποι που εξέθρεψαν τον ελληνικό φασισμό ταΐζουν τώρα τα εν δυνάμει θύματά του. Οι άνθρωποι που έπαιξαν με τα αβγά, με τον ρατσισμό, τώρα εμφανίζονται να σιτίζουν εκατοντάδες πρόσφυγες. Αυτό από μόνο του είναι πρόβλημα. Δεν θα έπρεπε να μπορεί να δώσει ούτε ένα πιλάφι ο άνθρωπος που η αριστερά και ο χώρος λένε και ξαναλένε ότι έχει συντελέσει στην άνοδο του φασισμού. Όμως υπάρχει ένα πρόβλημα. Το πιο απτό και πρακτικό. Τι θα φάνε οι χιλιάδες άνθρωποι στον Πειραιά;

Όταν το κράτος απουσιάζει και μάλιστα όταν απουσιάζει τόσο εξόφθαλμα η αριστερή κυβέρνηση απ’ τα πιο απλά και αναγκαία, το κενό καλύπτεται. Γι’ αυτού του είδους την κάλυψη ευθύνεται η αριστερή κυβέρνηση γιατί δίνει ένα άδειο γήπεδο που δεν θα έπρεπε να πατάνε κάποιοι το πόδι τους και λέει σ’ αυτούς τους ίδιους κάποιους: Παίξετε. Κάντε ό,τι θέλετε.

Αλλά και όταν το κίνημα απουσιάζει, τότε το κενό καλύπτεται. Συζήταγαν κάποια φίλοι αλληλέγγυοι στον Πειραιά αν θα έπρεπε να γίνει παρέμβαση και να εκδιωχθεί ο ολυμπιακός απ’ το λιμάνι. Ναι αλλά μπορούμε εμείς να αναλάβουμε το φαγητό τόσων ανθρώπων; Και ναι και όχι. Για κάποιο διάστημα συλλογικές κουζίνες και κάποια σωματεία το ανέλαβαν. Αλλά προφανώς δεν ήταν τόσο απλό και εύκολο να γίνεται αυτό διαρκώς. Οπότε για το ποσοστό που αναλογεί στο όχι, εμείς δεν μπορούμε να αναλάβουμε το φαγητό των ανθρώπων μας αναλογεί μια ευθύνη που τρυπώνει ο Μαρινάκης και ο δήμος Πειραιά. Θα πει κανείς: μα είναι εύκολο να ταϊστούν χιλιάδες άνθρωποι καθημερινά απ’ το κίνημα; Όχι, αλλά και πάλι δεν υπήρχε η απαιτούμενη προετοιμασία, η απαιτουμένη συζήτηση και η απαιτούμενη προσπάθεια από συλλογικότητες, οργανώσεις και κόμματα του προοδευτικού φάσματος (μη με ρωτάτε δεν ξέρω ποια εννοώ).

5. Η Ν. που πήγε στους Ζαπατίστας επαναλαμβάνει το πρώτο μάθημα που πήρε εκεί. Οργάνωσηοργάνωσηοργάνωση.

IMG_0302

η ζωή βρίσκει τον τρόπο, αυτοσχεδιάζει, συνεχίζει, παίζει. στη foto ιρακινή πρακτική για να περάσει η ώρα ευχάριστα.

6. Έχει ενδιαφέρον ότι οι καθαρίστριες στις πύλες του λιμανιού δεν είναι δημόσιοι υπάλληλοι. Είναι εργαζόμενες σε κάποιον εργολάβο. Οικολογικά Α.Ε. Είναι επίσης προφανές ότι οι γυναίκες αυτές ξεπατώνονταν ανελέητα με χαμηλό μισθό και τραγικές συνθήκες εργασίας. Μπορούσαμε να εντοπίσουμε τις γυναίκες που έκαναν και 24ωρο χωρίς να παίρνουν φυσικά υπερωρίες. Μπορούσαμε να εντοπίζουμε και γυναίκες που σιχτίριζαν γιατί θα πεθάνουμε απ’ τις αρρώστιες. Όλα λογικά και ανθρώπινα. Εδώ μπορούσαμε να παρατηρήσουμε δύο κατηγορίες ανθρώπων που για διαφορετικούς λόγους βρίσκονται στον ταξικό πάτο. Βλέπουμε τη συνύπαρξή τους και βλέπουμε ότι στο συντριπτικό ποσοστό μπορούν και γίνονται θαύματα. Ακόμη και όσοι ξεκίνησαν από ένα σχετικά ρατσιστικό σημείο, δεν μπόρεσαν με τον καιρό να μείνουν ασυγκίνητοι απ’ τη ζωή την ίδια. Τα παιδιά, οι οικογένειες, η μοναξιά, η εξαθλίωση. Όλα αυτά αν τα δεις από αρκετά κοντά, γράφουν σ’ ένα σημείο, που ο φτωχός άνθρωπος μπορεί να τα δει στον καθρέφτη του.

7. Φυσικά όταν πας κάπου όπως στον Πειραιά δεν περιμένεις να συναντήσεις πολιτικές συμφωνίες και κοινές οπτικές. Μπορεί να συναντάς εγωισμούς, παλαβομάρες, υστερίες, πανικούς, μικροεξουσίες, μικρότητες, αυτοπροβολή, αλλά αυτό δεν έχει σημασία. Μπορεί να μην ταιριάζουν τα χνώτα μας, μπορεί να μην κατέβουμε μαζί στην πορεία για τα δικαιώματα των κρατουμένων, μπορεί να μην έχουμε την ίδια ή ούτε καν παραπλήσια πολιτική οπτική, αλλά αυτό δεν έχει σημασία. Έχω μόνο απέραντο σεβασμό και βαθιά συμπάθεια για τους αλληλέγγυους που γνώρισα που είχαν δώσει μήνες ολόκληρους στο να βοηθήσουν όπως καταλαβαίνουν και μπορούν τους πρόσφυγες. Είναι συγκινητικό, είναι απίθανα συγκινητικό να βλέπεις τους ανθρώπους να παίρνουν αγνώστους στο σπίτι τους για να τους δώσουν το δικαίωμα σε ένα μπάνιο. Είναι συγκινητικό να βλέπεις ανθρώπους να βράζουν γάλα και να ψάχνουν παιδικά παπούτσια όλη μέρα. Είναι εκτός της καθημερινής λογικής, εκτός της εικόνας που έχουμε για τον κόσμο να παρατηρείς τον άνθρωπο που άφησε απόψε την τηλεόραση κλειστή και παλεύει να καταλάβει τι έχει ανάγκη ένας άνθρωπος που μιλάει αραβικά και φαρσί και ποιος ξέρει τι άλλο.

Είναι κατανοητό απ’ την άλλη για κάποιους να μην μπορούν να συνυπάρξουν έτσι. Κάποιοι χρειάζονται την ομάδα τους και τη συνεννόησή τους. Δεκτό, αρκεί να μην αποτελεί αυτό πρόφαση για την απραξία.

8. Χρειαζόμαστε δομές, καταλήψεις, καταλήψεις, δομές. Δεν χρειάζεται να είναι τεράστια και μεγαλεπήβολα τα σχέδια. Δύο διαμερίσματα ή πέντε, ένα ή οκτώ. Συλλογικότητα συλλογικότητα, παρέα παρέα (ναι μια παρέα αρκεί) μπορεί να βοηθήσει αυτούς τους ανθρώπους να μην περάσουν μήνες και χρόνια σε camps, γυμναστήρια και στρατόπεδα. Γιατί μπορεί να μοιάζει ότι η ζωή είναι η αναμονή μέχρι να πάνε στη Γερμανία ή όπου αλλού τους βγάλει ο δρόμος, αλλά η ζωή είναι και τώρα. Αυτές οι δύο εβδομάδες. Αυτοί οι τρεις μήνες. Αυτός ο ένας χρόνος. Τα στρατόπεδα όσο περιποιημένα κι αν γίνουν (που δεν πρόκειται) είναι στρατόπεδα. Εκεί μέσα δεν έχει ζωή.

Όχι στη στρατοπεδοποίηση. Ό,τι κι αν αποφασίσουν οι πρόσφυγες (relocation, επανένωση – αν έχουν συγγενείς σε κάποια ευρωπαϊκή χώρα, άσυλο εδώ, πορεία προς τα σύνορα όταν και αν χαλαρώσουν λίγο τα πράγματα) θα μείνουν για καιρό εδώ. Εκτός απ’ τις περιπτώσεις που – προς το παρόν – το κράτος παρέχει στέγη (relocation) , οι πρόσφυγες χρειάζεται κάπου να μείνουν. Χρειάζεται κάτι να τρώνε. Δεν είναι απαραίτητο ότι όλοι έχουν χρήματα.

Στήστε καταλήψεις, νοικιάστε ή παραχωρείστε σπίτια, φιλοξενείστε. Να ζήσουν για όσο – ας είναι και για πάντα, μακάρι – ανάμεσά μας, μαζί μας. Ας κάνουμε αυτό τον τόπο που εδώ και χρόνια ανθίζει ο φασισμός, ένα έδαφος που οι άνθρωποι θα βρουν κοινά σημεία, που θα βρουν τον τρόπο να ζουν μαζί. Δεν χρειάζεται οπωσδήποτε πείρα, συγκρότηση, υπόβαθρο (καλό είναι να υπάρχουν αλλά δεν πειράζει αν δεν). Για να παραφράσω τον Μέηλερ. Την κατάληψη πρώτα την κάνεις κι ύστερα τη μαθαίνεις.

Μην τους πετάξουμε στα στρατόπεδα. Να τους βάλουμε στις γειτονιές μας. Να υπάρξουμε μαζί τους. Να μάθουμε απ’ αυτούς, να μάθουνε από μας. Να βρούμε τρόπους και πρακτικές. Τώρα, όχι σε λίγο καιρό. Τώρα, αμέσως.

 

IMG_0308

στα δικά μας τα σχολεία (ντάξει, που λέει ο λόγος)

9. Τι είναι επείγον; Να στεγάσουμε και να δώσουμε φαΐ σε εκατό οικογένειες ή όσες μπορούμε τέλος πάντων; Ή να χτυπήσουμε το πρόβλημα στη ρίζα του (πορείες, πολιτική πίεση, ανυπακοή, σαμποτάζ στρατοπέδων/μεταφοράς, τρύπες στα σύνορα κλπ); Όλα είναι ταυτόχρονα επείγοντα με τρομακτικό τρόπο και πρέπει επιπλέον να βρούμε τον τρόπο να πούμε διαφορετικά τη λέξη επείγον. Να την πούμε έτσι που να την πιστέψουμε επιτέλους. Και να κάνει ο καθένας αυτό που μπορεί, αυτό που του ταιριάζει, αυτό με το οποίο νιώθει πιο κοντά, έχοντας πάντα στο μυαλό βέβαια τη βάση και την αρχή του προβλήματος, που είναι πολιτικό και μόνιμο. Αλλά τίποτα δεν είναι λίγο, τίποτα δεν είναι αχρείαστο, τίποτα δεν είναι μια τρύπα στο νερό. Όλα μετράνε και όλα κάτι προσθέτουν.

***

Σας γράφω και έχω μέσα μου έναν καινούριο κόσμο. Ο Μοχάμεντ και ο Μοχάμεντ και ο Άχμεντ και η Γιουσρα και ο Σαλάχ και ο Άχμεντ και τα πιτσιρίκια που αγαπάνε το Βαγγέλη και ένα σωρό άνθρωποι. Σας γράφω γιατί το ζήτημα είναι τόσο προσωπικό όσο είναι γενικό κι αόριστο. Είναι οι πρόσφυγες γενικά στη λάσπη της Ειδομένης και είναι η Καουσέρ συγκεκριμένα που κρυώνει στα Τρίκαλα. Σας γράφω γιατί έχω στο στομάχι μου την πιο τεράστια και ελαφριά πέτρα του πλανήτη. Είμαι σε μόνιμη αμηχανία, ντρέπομαι και αγχώνομαι. Αλλά βέβαια, γελάω, διασκεδάζω, ανταλλάζω περίεργες πληροφορίες. Και μαθαίνω. Μαθαίνω ότι το γάλα είναι χαλίμπ και ότι το χαλίμπ είναι γάλα. Μαθαίνω ότι ο Γκασάν ήταν ράφτης. Μαθαίνω ότι το Χαλέπι ήταν πολύ όμορφο.

Καθόμαστε με τον 16χρονο Μοχάμεντ. Έχουμε γνωριστεί με τις μέρες και καθόμαστε παρέα, κυρίως βουβά ή κουνώντας το κεφάλι. Τον βρίζω σε όλες τις γλώσσες που ξέρω. Κοτζάμ μαντράχαλος και δεν ξέρει μια λέξη στα αγγλικά να πούμε δυο πράγματα. Γελάει που τον βρίζω, δεν ξέρει τι λέω ακριβώς αλλά καταλαβαίνει στο περίπου και γελάει και βέβαια ανταποδίδω. Μια άλλη μέρα μαθαίνω απ’ την Άγια ότι ο Μοχάμεντ έχει να πάει σχολείο 3μιση χρόνια. Φτώχεια, πόλεμος, μετακίνηση, ,στρατόπεδο στην Τουρκία, Αιγαίο, Πειραιάς. Να γιατί δεν ξέρει μια λέξη αγγλικά, έχει να πάει σχολείο τρεισήμισι χρόνια. Πήγαμε τις προάλλες στην Υπηρεσία Ασύλου για να ξεκινήσει η οικογένειά του τις διαδικασίες. Χάος κι εκεί. Μεταφραστές με το σταγονόμετρο, αναμονή. Στο γυρισμό ήταν κουρασμένος, κοιμήθηκε στο αμάξι. Πάντως θα είχανε ραντεβού αυτή την εβδομάδα στην Υπηρεσία, όλη η οικογένεια ήταν κάπως χαρούμενη.

Την Πέμπτη ο Μοχάμεντ φορτώθηκε σ’ ένα λεωφορείο για τα Τρίκαλα χωρίς καλά καλά να καταλάβει τι συμβαίνει και που πήγαινε και τι θα μπορούσε να κάνει εκεί. Δεν ήμουν εκεί. Μου ‘παν ότι έκλαιγε εκείνο το πρωί και ότι όλη η οικογένεια ήταν σα χαμένη έξω απ’ το λεωφορείο.

***

Έχω ένα πηχτό και άσβεστο μίσος γι’ αυτό το κράτος και γι’ αυτή την Ευρώπη. Αλλά ταυτόχρονα είμαι ελαφρύς και περπατάω ένα μέτρο πάνω απ’ το έδαφος γιατί για τον Μοχάμεντ ενδιαφέρθηκαν στη στιγμή ένα σωρό άνθρωποι και είπαν, εδώ είμαι, θα βοηθήσω όπως μπορώ.

Και η οπτική μας ας είναι λοιπόν όλη την ώρα διπλή. Να ‘μαστε στο πλευρό όσων περισσότερων Μοχάμεντ μπορούμε, να γίνουμε αδέρφια με όσους περισσότερους Μοχάμεντ μπορούμε. Να μιλήσουμε επιτέλους την ίδια γλώσσα, τη νοηματική της συντροφικότητας. Την ίδια ώρα ας ακονίζουμε εργαλεία, μαχαίρια και κόφτες, ας σφίγγουμε τον διπλανό μας στο δρόμο. Η ζωή να περάσει, η ζωή να νικήσει. Οι άνθρωποι να συναντήσουν έναν γέρο στην Ειδομένη και όπως τους άνοιξε την πόρτα του σπιτιού του, να τους ανοίξει, αν θέλουν, και τα ίδια τα σύνορα.

10 σχόλια

Filed under ασυναρτησίες

το θέμα είναι ν’ απολογείσαι

Όλο το σημείο που βρισκόμαστε συνοψίζεται στην Ανατροπή της περασμένης εβδομάδας για το εθνικό θέατρο. Θλίψη για τους ακόμη ανυποψίαστους, απίθανα σκηνικά γέλιου για όσους παρακολουθούν τα του δημοσίου λόγου τα τελευταία χρόνια. Ηθοποιοί ξεφτιλίζονται λάιβ λέγοντας χοντράδες ή πουλώντας μια δήθεν υπευθυνότητα. Κατά τ’ άλλα ο τάδε παίζει Πίντερ  και δεν πρέπει να μπερδεύουμε την προσωπικότητα του καλλιτέχνη με το έργο ή το ταλέντο του.

Για την ντόπια διανόηση και την πολιτική ελίτ αυτού του τόπου είναι ιδιαίτερα δύσκολο να ξεχωρίσει τα δικαιώματα του κρατούμενου απ’ την προηγούμενη πράξη του. Είναι δύσκολο να αποδώσει το δικαίωμα του λόγου σε κάποιον που αυτή κρίνει ανάξιο του δικαιώματος. Η έννοια της τιμωρίας λαμβάνει χαρακτηριστικά εξουδετέρωσης. Μαλάκα τρομοκράτη θα σε εξαφανίσουμε. Θα μπορούσαν να κανονίζουν κάθε Τετάρτη και Παρασκευή ξενάγηση στο Γκουαντάναμο. Είναι ασφαλώς ο τόπος αυτός, το καλύτερο σημείο να βρίσκεται κανείς αμέσως μετά το Παρίσι και τη Νέα Υόρκη. Τι ‘ναι και ο Ντόναλντ Τραμπ μπροστά στην ελληνική αφρόκρεμα του δημοσίου λόγου; Ένα σκουλήκι που δεν έχει το κατάλληλο λεξιλόγιο για να κατακεραυνώσει την Πηγή Δημητρακοπούλου.

Εντωμεταξύ ζούμε και πεθαίνουμε με την αγωνία για τη συνθήκη Σένγκεν. «Λέτε εσείς βλακείες και λαϊκισμούς αλλά καταλαβαίνετε άαραγε τι σημαίνει να μας πετάξουν έξω απ’ τη Σένγκεν;». Ο σύγχρονος μεταρρυθμιστής, ο σύγχρονος μορφωμένος και προκομμένος εντερπρενέρ, που μέσω της εργασίας προσεγγίζει το καλύτερο μέλλον, μπορεί να φανταστεί με ακρίβεια και σοβαρότητα τις συνέπειες μιας τέτοιας δραματικής εξέλιξης. Η φαντασία και η γνώση τον εξυπηρετούν και τον βοηθούν να μιλήσει για το αύριο. Μπροστά στα πτώματα του Αιγαίου, το βλέμμα τους παραμένει θεότυφλο και η γλώσσα τρέχει ροδάνι: «Φυλάξτε τα σύνορα». Ή ας είμαστε ειλικρινείς: «ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΠΝΙΞΤΕΣ ΤΟΥΣ ΟΛΟΥΣ ΝΑ ΤΕΛΕΙΩΝΟΥΜΕ». Πόσους τέλος πάντων χωράει η μικρή Ελλάδα σε ρωτάω μαλάκα και ανεύθυνε αλληλέγγυε; Κι ο άνθρωπος που έχει τόσα και τόσα πτυχία από τα καλά πανεπιστήμια της Αμερικής ή του Λονδίνου δεν ξέρει πως η επόμενη ερώτηση είναι πόσα πτώματα χωράει η θάλασσα και ότι αυτός την έχει ήδη απαντήσει. Όσα χρειαστεί. Όσα χρειαστεί προκειμένου να τηρήσει τις διεθνείς υποχρεώσεις, τον εθνικό προϋπολογισμό, τις ευρωπαϊκές απαιτήσεις, τους γενικότερους συσχετισμούς. Ακριβώς όπως σε με μια συνθήκη πολέμου, μας ζητούν να μάθουμε το μάθημά μας. Μια ζωή δεν είναι τίποτα, παρά ένα κορμί που περιμένει να θαφτεί, να πνιγεί, να καταμετρηθεί ή να φυλακιστεί. Όπως πρόκειται για την λιτότητα των άλλων, έτσι πρόκειται και για τα πτώματα των άλλων. Εμείς απλά αρθρογραφούμε για την ανάγκη φύλαξης των συνόρων.

Να ‘χαν και οι νεκροί ένα καλό χορηγό. Θα μπορούσε αυτός να πάρει ένα τηλέφωνο να τα κανονίσει κάπως τα πράγματα.

Αλλά τι είναι οι άνθρωποι για να ζητάτε να ζήσουν; Και τι είναι η ελεύθερη έκφραση για να τη ζητάτε; Κάτι τελευταίες ιδεοληψίες, κάτι παιδιάστικες υπερβολές που ποιος ξέρει από ποιο τόμο ποιανού βιβλίου ξεπήδησαν. Επικίνδυνα πράγματα.

Εδώ έχει μόνο μόρφωση και δουλειά. Μόνο μόρφωση που υποστηρίζει τη δουλειά. Μόνο μόρφωση που μετατρέπεται σε δουλειά.

Τι κόσμος κι αυτός να πουλάει εισιτήριο για το έργο του Καμύ, να το διαφημίζει και μετά να θέλει να σβήσει απ’ τον ορίζοντα την επίδρασή του. Θέλουν να καταναλώνουμε την τέχνη, αλλά για όνομα του θεού, όχι και να ‘χει νόημα, όχι και να μας ταράζει. Γενικά δεν είμαστε υπέρ των αναταραχών. Μια παράσταση, ένα βιβλίο, ένα φιλμ, ένα τραγούδι πρέπει να επέχει τη θέση ενός χάμπουργκερ. Η μόνη της συνέπεια να ‘ναι δέκα λεπτά στην τουαλέτα. Μετά βγαίνεις και είσαι ακριβώς ο ίδιος, πανέτοιμος να επιστρέψεις στο πόστο σου. Μόρφωση και δουλειά. Δουλειά και μόρφωση.

Και όποτε υπερασπίζεσαι τίποτα που μοιάζει κάπως προοδευτικό, να φροντίζεις πρώτα να απολογείσαι ακόμη κι αν βρίσκεται εκτός θέματος. «Φυσικά και κακώς ανέβηκε η παράσταση, αλλά αφού ανέβηκε δεν έπρεπε να κατέβει». «Φυσικά και καταδικάζουμε τη βία και χέζουμε πάνω στους αλήτες τους τρομοκράτες, αλλά δεν έπρεπε και να κατέβει η παράσταση». Μια απολογία πάντα κάνει καλό. Ή έστω μια μίνι υπόκλιση στο γεγονός ότι την ατζέντα την θέτει το τηλεπαράθυρο και οι υπόλοιποι καλούνται απλά να συμφωνήσουν λίγο με τον Κικίλια, τον Καρατζαφέρη, τον Γεωργιάδη παίρνοντας βέβαια ελαφριές αποστάσεις ως προς τις διατυπώσεις. Έχουν κ ένα ντοκτορά στα ανθρώπινα δικαιώματα. Παρακαλούμε να συνεχιστούν οι σφαγές αλλά να έχουν πάρει πρώτα μια πιστοποίηση, ένα ISO, το κατιτίς τους τέλος πάντων.

Η απολογία είναι το κύριο πιάτο στο τραπέζι της θεσμικής αριστεράς εδώ και χρόνια.

Κατά τ΄ άλλα, οι ίδιοι άνθρωποι λένε τα ίδια πράγματα. Εδώ ο κόσμος καίγεται και πανηγυρίζουν για ένα κοινό δελτίο τύπου που δε σημαίνει τίποτα, «πάντως σημειώνει δυνατότητες».

Εντωμεταξύ ακόμη και στα πιο ανύποπτα μέρη κάποτε έχει ρεζερβέ – ποιος ξέρει κάποια δικαιολογία θα υπάρχει, πάντα υπάρχει και πάντα έχει κάποια βάση, αλλά και τι έγινε. Το ζήτημα είναι να μην αναπαράγεις το σκοτωμό ως μόνη δυνατή στάση ζωής.

Ο κόσμος μας έχει κάνει μια χαψιά. Μένουν κάτι χειρονομίες, ένα βλέμμα, η απελπισία ενός δικού σου ανθρώπου, η περιφρόνηση ενός δικού σου ανθρώπου, το γέλιο. Τα κείμενα, η γνώση ότι παρόλο που η πόζα και η περφόρμανς είναι πλέον ο κανόνας στην ανθρώπινη συμπεριφορά υπάρχουν θυμωμένοι τύποι, άκομψοι, τσαλακωμένοι που κάνουν λάθος πάντως κάτι κάνουν και δεν περιχαρακώνονται πίσω απ’ τα ίδια και τα ίδια και τη μόνιμη επωδό της εποχής: δεν γίνεται τίποτα, δεν υπάρχει άλλη λύση. Ή η λύση είναι ξανά το κόμμα σου, το κομματάκι σου, η κομματάρα σου, νέα ή παλιά, μικρή σημασία έχει, που αναπαράγεται πάντως πάνω στην ίδια δομή, την ίδια λογική, τα ίδια βλέμματα. Έτσι δεν ανατρέπεται όχι κάποια πολιτική, αλλά ούτε μισό τελάρο σε λαϊκή.

Χρειαζόμαστε έναν λόγο που δεν ντρέπεται να μιλάει για ελευθερία, αντιθέτως επιθυμεί διακαώς να μιλήσει για αυτήν και δε φοβάται, παρά αρπάζει κάθε ευκαιρία.  Έναν λόγο όμως που να ντρέπεται όταν παίρνει ως δεδομένη την έννοια της ελευθερίας και την ταυτίζει με ένα ανέξοδο ποιηματάκι ή μια ανώδυνη προσκόλληση σε όσα τον έμαθαν δεκαετίες πριν. Να ντρεπόμαστε και λίγο όταν το μόνο που κάνουμε είναι να μαθαίνουμε να επιβιώνουμε (και να ξαναγεννάμε) μικροεξουσίες, ιεραρχιούλες και όλων των ειδών τις γραφειοκρατίες και τις βεβαιότητες.

Όλος ο τόπος είναι ένα αδιέξοδο, το θέμα είναι να πάρεις φορά και να πέσεις πάνω στον τοίχο που σου λέει ότι δε γίνεται αλλιώς, πρέπει να ξαναστρίψεις και να  επιστρέψεις σ’ αυτά που ήξερες. Ή ξέρω ‘γω μπορεί και αυτό που λέω να μη σημαίνει τίποτα και το θέμα να είναι απλά να μην απολογείσαι όταν υποστηρίζεις τη ζωή και την ελευθερία, να μην ξεφτιλίζεσαι για το τίποτα, για να χωρέσεις και συ στη χορεία των υπερασπιστών της αιματηρής πραγματικότητας.

Δεν είναι η ήττα το οικονομικό μοντέλο που ακολουθείται, είναι η αποδοχή της ιδέας ότι αν κάποιος σου κοστίζει λιγότερο νεκρός ή τσακισμένος, είναι λογικό να στέκεσαι και να τον βλέπεις να βασανίζεται μέχρι τελικής πτώσης. Αρκεί να σωθείς εσύ, μόνος, γατζωμένος στη ζωή από όλες σου τις υπαναχωρήσεις.

3 σχόλια

Filed under ασυναρτησίες

σκέψη μου παράλογη (δις)

Κλασικά σκόρπιες, ανάκατες και όχι πρωτότυπες σκέψεις για το όχι που θα πω την Κυριακή. Αλέρτ λαϊκισμού, μην προχωρήσετε αν θέλετε αναλύσεις δημοσιονομικού περιεχομένου.

<3

ανευθυνότης, λαϊκισμός, χιούμορ στις πιο κρίσιμες στιγμές.

***

Πρώτα η γκρίνια (ή αχ αυτός ο σύριζα).

Είναι ο σύριζα κατσαπλιάς και ασυνάρτητος; Ναι και ναι. Κάνει ένα δημοψήφισμα εντελώς απροετοίμαστος, χωρίς κανένα σχέδιο, καμία συγκρότηση, τίποτα απολύτως. Λέει στον κόσμο ψηφίστε όχι (καλά δεν έχει τρελαθεί κιόλας να το λέει, αλλά το λέει) και δεν έχει προβεί σε καμία απολύτως κίνηση για να εξασφαλίσει τα βασικά της διαχείρισης του κράτους και της καθημερινής ζωής από Δευτέρα. Δεν έχει καν εξασφαλίσει ότι θα υπάρχουν 10 ευρώ από τη Δευτέρα και μετά στις τράπεζες. Μάζεψε για καιρό ότι αποθεματικό υπήρχε και το έδινε σε δόσεις του ΔΝΤ. Μας παρουσιάζει ως περίεργο ότι έκανε δημοψήφισμα και του έκλεισαν τις τράπεζες. (όποτε και να γινόταν δημοψήφισμα θα έκλειναν οι τράπεζες, αλίμονο τώρα).

Εξάλλου, όσο ανόητη ήταν η ιδέα (αν ισχύει) ότι μετά τις εκλογές θα πάει στις Βρυξέλλες και η Ε.Ε. θα του πει «καλωσήρθατε, να τρατάρουμε λίγη ανάπτυξη κι ένα κουρεματάκι χρέους», άλλο τόσο ανόητη είναι η ιδέα (αν ισχύει) ότι επειδή θα ψηφίσουμε εμείς όχι η Ε.Ε. θα του πει «οκ, μας έπεισε ο κυρίαρχος λαός, να τρατάρουμε λίγη ανάπτυξη κι ένα κουρεματάκι χρέους».

Ο Σύριζα δυσκολεύεται να πει αυτή είναι η Ε.Ε. σήμερα, τώρα. Και θέλει να διαπραγματευτεί σκληρά, περιμένοντας την Ε.Ε. να φερθεί δημοκρατικά και αλληλέγγυα. Δεν πρόκειται να το κάνει και αυτό δεν είναι πρόβλημα της Ε.Ε. (δλδ είναι αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας τώρα), αλλά είναι πρόβλημα του σύριζα που δεν το αντιλαμβάνεται και κάθεται σε μια γωνία και καταγγέλλει. Επειδή ξέρεις ποια είναι η Ε.Ε. σήμερα, κανονικά θα έπρεπε να είσαι προετοιμασμένος. Και να έχεις ενημερώσει τον κόσμο, σοβαρά και ειλικρινά.

Και δύο ακόμη σημεία:

Την ώρα που μας λέει πείτε το όχι της αξιοπρέπειας κάθε τέσσερα λεπτά προτείνει στην Ε.Ε. ένα μνημόνιο, έτσι ώστε να νομιμοποιείται κάποιος να λέει ότι ψηφίζουμε πολύ ή μέτριο μνημόνιο ή απλά ψηφίζουμε για να νομιμοποιήσουμε περισσότερο από ποτέ την υπογραφή επόμενη μνημονίου.

Συν Παπαδημούλης: ναι ή όχι, όχι ή ναι; Τι ώρα είναι;

λολ

λολ

***

Ύστερα οι ερμηνείες (ή το δημοψήφισμα δεν έχει σχέση με το σύριζα).

Όλα τα παραπάνω έχουν σχέση μόνο με το κόμμα σύριζα, αλλά όχι τόσο με την γενική πραγματικότητα ή τέλος πάντων με τη δική μας πραγματικότητα. Όπως σε κάθε εκλογική αναμέτρηση κάθε ψήφος έχει τη δική της ερμηνεία και ακόμη περισσότερο η ίδια η ιστορία υπάρχει με διαφορετικό τρόπο από διαφορετικές σκοπιές. Όπως αυτή η στιγμή στο χρόνο δεν εξαρτάται από τις ερμηνείες του νδπασοκποταμι μπλοκ, έτσι δεν εξαρτάται από το τι έκανε και το *τι θα κάνει* τη Δευτέρα ο Τσίπρας.

όταν ο λαϊκισμός ξεπερνιέται από την ίδια την πραγματικότητα. Και ω ναι αυτή είναι η πραγματικότητα.

όταν ο λαϊκισμός ξεπερνιέται από την ίδια την πραγματικότητα. Και ω ναι αυτή είναι η πραγματικότητα.

(συγχωρείστε μου το α’ πρόσωπο από δω και πέρα, αλλά το α’ πληθ. θα μου έβγαινε εντελώς πατερναλιστικό)

Ψηφίζω όχι και ψηφίζω όχι μέχρι το τέλος ενάντια και στον σύριζα, ενάντια σε οποιονδήποτε νομίζει ότι το όχι σημαίνει επιλογή του ενός ή του άλλου μνημονίου. Ο οποιοσδήποτε μπορεί να προσπαθήσει να αντλήσει νομιμοποίηση και να εξηγήσει το όχι όπως θέλει, αυτό δε με απασχολεί. Εμένα με απασχολεί ότι το δικό μου όχι σημαίνει όχι σε όλα. Η ψήφος δεν είναι ψήφος στην αριστερά ή για την χαμένη τιμή της δημοκρατίας και άλλα παρόμοια και δεν με απασχολεί το πολιτικό μέλλον της θεσμικής αριστεράς στην Ελλάδα και η πολιτική αναπαραγωγή της. Η ιστορία των αγώνων δεν είναι η ιστορία της αριστεράς, αλλά η ιστορία των ανθρώπων της εργατικής τάξης, η ιστορία των καταπιεζόμενων, η ιστορία των φτωχοποιημένων και εκτοπισμένων.

Το όχι δεν ανήκει στον σύριζα ούτε δίνει πολιτικό κεφάλαιο στον σύριζα, ούτε εξαρτάται πλέον από τις κινήσεις του σύριζα. Αυτή είναι η επιθυμία μου και αυτή είναι η ερμηνεία μου και προφανώς ο καθένας μπορεί να διαφωνεί και να περιφέρει την ψήφο μου σαν μέρος ενός ποσοστού σε οποιοδήποτε τηλεοπτικό κανάλι για τους δικούς του σκοπούς. Αδιαφορώ.

Ξαναλέω, ψηφίζω όχι, όχι μέχρι τέλους, όχι ενάντια σε όλους όσους νομίζουν ότι θα διαλέξω τη μία ή την άλλη συμφωνία.

***

Σχετικά με το ναι και τα περί ευρωπαϊσμού δεν λέμε τίποτα, δεν χρειάζεται, θεωρώ ότι είναι και αστείο να το συζητάμε τις τελευταίες μέρες. Ας μιλήσουν οι ευρωβουλευτές.

να ένα βασικό επιχείρημα να απαντήσουμε όχι όποιο κι αν είναι το ερώτημα. φχαριστούμε Μαράκι.

να ένα βασικό επιχείρημα να απαντήσουμε όχι όποιο κι αν είναι το ερώτημα. φχαριστούμε Μαράκι.

***

και τελικά λέω όχι αναδρομικά με όλο το φόβο του κόσμου αλλά χωρίς αυταπάτες (ή γραφικότητες, λαϊκισμοί και άλλες ακρότητες)

Ξέρω και πιστεύω ότι κανείς δεν πρέπει να το ξεχνάει ότι το όχι κρύβει ένα σωρό κινδύνους και δραματικές εξελίξεις. Πολύ μεγαλύτερες ουρές, δελτία, παρατεταμένη περίοδο αβεβαιότητας, φτώχεια. Δεν συντάσσομαι με την τρομοκρατία των ΜΜΕ, αλλά πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας ότι όταν ψηφίζουμε όχι, δεν ψηφίζουμε γιατί μας το επιτρέπει κάποια καθησυχαστική δήλωση του Σόιμπλε («δεν θα βγείτε από το ευρώ, θα ξανασυζητήσουμε»), δεν ψηφίζουμε όχι, επειδή πιστεύουμε ότι τη Δευτέρα με κάποιο μαγικό τρόπο θα είναι καλύτερα. Όποιος ψηφίζει όχι να αναλάβει την ευθύνη το ρίσκο και το βάρος του εαυτού του. Ψηφίζω όχι και ενάντια σε μένα και το δικό μου φόβο.

Ψηφίζω όχι για λόγους αναδρομικότητας. Δεν είναι θέμα αξιοπρέπειας, είναι ότι τώρα που ξώφαλτσα και από σπόντα μπορώ να πω μια κουβέντα και θεσμικά, γιατί στο δρόμο έχουμε μιλήσει και θα ξαναμιλήσουμε, πρέπει η απάντησή μου να είναι το απόσταγμα πέντε χρόνων. Πρέπει να είναι μια περίληψη πέντε ετών διαρκούς εσωτερικής υποτίμησης και ανόδου του φασισμού.

Το όχι μου ξεκινά να συναντήσει τον φίλο Αντώνη που δύο χρόνια στην ημιφτώχεια δεν μας άφησε ούτε μια νύχτα να γυρίσουμε σπίτι στεγνοί, αλλά πλήρωνε και πληρώνει για όλους, χάνοντας ο ίδιος. Ξεκινά να συναντήσει τον φίλο Χρήστο που στις πιο δύσκολες οικονομικές συγκυρίες αρνήθηκε να εργαστεί τσάμπα περιμένοντας μια πληρωμή που ίσως κάποτε και να ερχόταν. Ξεκινά να συναντήσει τον φίλο Γιάννη που άκουσε τόσα χρόνια στις συνεντεύξεις για δουλειά τα μύρια όσα κι ακόμη γελάει σα μαλάκας λες και υπάρχει ένα αύριο κανονικό, με ζωή και απ’ όλα. Ξεκινά να συναντήσει τη φίλη Αγγελική που στεκόμενη στο χείλος του γκρεμού, έχοντας χάσει σχεδόν τα πάντα, είναι ο πιο αξιοπρεπής άνθρωπος που ξέρω. Ξεκινά να συναντήσει τη Σοφία που μέσα στο χυδαία ρατσιστικό τοπίο τριγύρω έτρεξε άγνωστη μεταξύ αγνώστων να κρατήσει το χέρι σε μια γυναίκα που δεν ξέρει ούτε ελληνικά ούτε αγγλικά ούτε καμία γνωστή γλώσσα στον κόσμο των δυτικών, αλλά που έφτασε έγκυος από κάπου και γέννησε σε ένα ελληνικό νοσοκομείο. Άγνωστη μεταξύ αγνώστων. Το όχι ξεκινά να συναντήσει τη Μαριάννα που δεν έκανε ούτε βήμα πίσω. Τα παιδιά που τρέχουν άυπνοι να βοηθήσουν τους μετανάστες ενάντια σε κάθε τι που θεωρεί κανονικό αυτή η κοινωνία. Τους αναρχικούς που έκαναν μοτοπορεία στα ΕΛΠΕ ενώ οι άλλοι κοιμούνταν χαλαροί μπροστά στους θανάτους των εργατών. Τις γυναίκες που η ελληνική κοινωνία και ο Ανδρέας Λοβέρδος διαπόμπευσαν για να διατρανώσουν το φασισμό τους και την ανωτερότητα της φριχτής τους πατρίδας. Τον Ουαλίντ που ποιος ξέρει που βρήκε τόση δύναμη και μίλησε όρθιος μπροστά στους βασανιστές του. Το πρωί που ξυπνήσαμε και διαβάσαμε σε μια υπηρεσιακή γλώσσα, το πιο σκληρό ποίημα, τις λέξεις που μας καθήλωσαν για πάντα, Shahzad Luqman που τρέχεις και κάνεις ποδήλατο μέσα στο φασιστότοπο;

Το όχι πάει να συναντήσει τα παιδιά του Δεκεμβρίου του 2008, του Μάη του ’10, του καλοκαιριού του ’11, του Φλεβάρη του ’12 και πάει λέγοντας. Τα παιδιά που μας στέλνουν mail απ’ έξω και συγκινούνται με μισό ποτήρι τσίπουρο, όχι γιατί είναι γραφικοί, αλλά γιατί δεν ήθελαν να φύγουν. Τον φίλο που δεν είναι πια εδώ – ποιος ξέρει τι εκπομπή θα έκανε τώρα και πόσο βάρος θα έπαιρνε από πάνω μας – , αλλά τότε μας περιέγραφε τι περνούν στα νοσοκομεία οι καρκινοπαθείς. Το όχι πάει να συναντήσει όσους θα απέχουν γιατί έχουν μια άλλη σοβαρή συγκροτημένη άποψη για την αλλαγή στην κοινωνία και δεν έχουν κάτσει ποτέ στ’ αβγά τους και δεν περιμένουν την Κυριακή για να πουν όχι, το λένε κάθε μέρα. Το όχι πάει να βρει ακόμη και όσους πουν ναι γιατί πολύ απλά φοβούνται, τους καταλαβαίνω, διαφωνώ αλλά τους καταλαβαίνω.

Κυρίως πάει να βρει όσους δεν έχουν τίποτα πια να χάσουν, ναι βέβαια πάντα έχεις κάτι παραπάνω να χάσεις, αλλά αυτό το παραπάνω κάποτε δεν είναι κάτι άλλο, παρά μια σκέτη αλυσίδα. Όσους έζησαν ήδη φτωχοί, όσους δεν φοβούνται τα κλειστά ATM γιατί γι’ αυτούς ήταν ήδη κλειστά, όσους κυνηγήθηκαν απ’ τους μπάτσους και τους φασίστες, όσους έχουν ήδη υπάρξει εκεί για τους διπλανούς τους.

Τέλος το όχι πάει να συναντήσει εμένα τον ίδιο, τον πρόσφατο εαυτό μου. Ό,τι έζησα πέντε χρόνια τώρα και όσα είδα, τους ανθρώπους και την πόλη να καταρρέουν, ενώ κάποιοι γιόρταζαν πρόθυμοι για τις θυσίες των άλλων απειλώντας μας με μονοδρόμους στις οθόνες των 8, όλα έχουν γίνει ένα. Όλα έχουν γίνει ένα και όλα μαζί είναι ένα όμορφο όχι, ψύχραιμο και πιο σίγουρο από ποτέ.

Κι αν βγει ναι και δικαιώσουμε αναδρομικά το ζόρι μας κι αν νομίσουμε ότι ανοίγεται μπροστά μας ένας εφιάλτης, πάλι εγώ όχι γιατί όλα συνεχίζονται. Κι αν βγει όχι κι απλά συνεχιστούν τα ίδια και τα παρόμοια (το πιθανότερο), πάλι εγώ όχι γιατί όλα συνεχίζονται. Όχι σε όλα, όχι μέχρι τέλους, όχι ενάντια σε κάθε δικαιολογημένο φόβο και κάθε αδικαιολόγητη ψευδαίσθηση. Όχι και την επόμενη μέρα, όποια κι αν είναι αυτή, όπως κι αν ξημερώσει, με οργάνωση, αλληλεγγύη και δύναμη.

όχι λάθη, πάντα λάθη.

όχι λάθη, πάντα λάθη.

7 σχόλια

Filed under πολιτικές ασυναρτησίες, ασυναρτησίες

ένα στέρεο πράγμα

Την είδε πρώτη φορά πριν τρία χρόνια. Στη δημόσια υπηρεσία που τον έστελναν από τη δουλειά, αυτή είχε μόλις αρχίσει να δουλεύει. Στη μεγάλη αίθουσα του αρχείου, καθόταν στο τρίτο γραφείο στα αριστερά. Κάθε φορά που κοιτούσε νούμερα και γράμματα και το μάτι του περνούσε απ’ την αριστερή μεριά της αίθουσας, έκανε μια παύση. Η αναζήτηση του σωστού αρχείου σταματούσε, γιατί δεν μπορούσες να αναζητάς κάτι όταν το είχες ήδη βρει. Δέκα δεκαπέντε δευτερόλεπτα παύση και παρατήρηση. Η μάχη των δαχτύλων με το πληκτρολόγιο, ένα χαμόγελο απ’ το αστείο της διπλανής, μια απάντηση σ’ έναν άγνωστο που ζητούσε να εξυπηρετηθεί.

Την είδε πρώτη φορά πριν τρία χρόνια. Στη δημόσια υπηρεσία σε ένα γραφείο με τα γυαλάκια της και τα κασκολάκια της. Εκεί που πάνε οι ιδέες για να πεθάνουν. Στο βασίλειο της ανίας των άχρηστων κανόνων (αν υπάρχουν κι άλλου είδους είναι έτσι κι αλλιώς συζητήσιμο). Εκείνη επέμενε. Κατέβα στην κόλαση που παγώνουν τα πάντα, στο μηδέν που στεγνώνει ακόμη κι ο ιδρώτας, στο κενό που όλα αιωρούνται και τίποτα δεν κινείται. Εκεί ήταν κι όμως εκείνη επέμενε. Επέμενε με τα δάχτυλά της, με το σβηστό χαμόγελο, με τα μαύρα γυαλιά της. Φυσικά και γίνεται να φυτρώσει λουλούδι στην άσφαλτο, φυσικά και γίνεται να βγει μουσική από την κατσαρόλα, φυσικά και μπορεί να ζήσει έρωτας σε ένα άθλιο room to let βγαλμένο από κακή φωτοτυπία, φυσικά και γίνεται αυτό που δεν μπορείς να φανταστείς ότι μπορεί να γίνει. Εκείνη επέμενε και η ύπαρξή της ήταν η πιο χειροπιαστή απόδειξη ότι μπορείς να αντισταθείς στα πάντα. Ακόμη και στην κατάρρευση του τοπίου και της ζωής που συμβαίνει στο χώρο της δουλειάς.

Μετά από τρία χρόνια διαρκώς πήγαινε έλα, αυτοκίνητο κίνηση, δοκιμές με το λεωφορείο, μετακίνηση με βιβλίο, μετακίνηση με ακουστικά, εκείνη παρέμενε εκεί. Στο τρίτο γραφείο στ’ αριστερά.

Τώρα την είχε ρουφήξει το πληκτρολόγιο, το αστείο της διπλανής, ο άγνωστος που ζητούσε να εξυπηρετηθεί. Στο τηλέφωνο έκλεινε τραπέζι στον Μαραβέγια ή τον Χατζηγιάννη. Συζητούσε με την συνάδελφο για την καινούρια συνοικιακή καφετέρια με τους καναπέδες και το brunch. Αρχειοθετούσε και αρχειοθετούνταν. Τα μάτια πίσω απ’ τα γυαλιά κρύφτηκαν, βούλιαξαν, τα δάχτυλα δεν ήταν πια μακριά, το χαμόγελο δεν ήταν σβηστό ήταν φορετό.

Τι ζητάμε από έναν άνθρωπο για να τον δούμε όμορφο. Να μην μοιάζει, να μην στέκεται στην πεπατημένη, να μην κόβει τις άκρες του για να χωρέσει στο πλαίσιο. Να μην βουλιάξει. Να μην ακούγεται η φωνή του σαν του συναδέλφου στο αριστερό γραφείο, να μην φαίνεται το χαμόγελό του σαν του συναδέλφου στο δεξιό γραφείο. Η ομορφιά καταργείται από μια απόφαση, που δεν πάρθηκε ποτέ στ’ αλήθεια, αλλά είχε τις πιο μη αναστρέψιμες συνέπειες . Η απόφαση να συμμετέχεις στη συλλογική παράνοια, να κάνεις τη δουλειά σου, να βγεις για ποτό και να πας για ύπνο. Η ροή των πραγμάτων σε πήρε και σε σήκωσε και ξυπνάς μια μέρα και να που όντως δεν φυτρώνει λουλούδι στην άσφαλτο, δεν παίζει μουσική η κατσαρόλα, δεν υπάρχει έρωτας στο room to let.

Από κει και πέρα δεν υπάρχει ομορφιά, μόνο η δικαίωση της συμπόρευσης με την «κοινή λογική».

 *

φωτογραφία (18)

Τους είδα. Ανάμεσα σε καμιά δεκαριά ανθρώπους. Χαμογελάνε, πάει ο ένας να ανοίξει το στόμα, δεν έχει λέξη. Δεν είναι αμηχανία, είναι που δεν μπορείς να πεις κάτι , γιατί δεν όλα μοιάζουν άκαιρα ή εντελώς άσχετα. Τα τυπικά δεν έχουν νόημα. Θες να πηδήξεις πέντε ώρες συζήτησης και τρεις ώρες αλκοόλ και να βρεθείς κατευθείαν εκεί. Στο μέρος που πάνε οι άνθρωποι για να συναντηθούν. Πλησίασε μια δυο φορές ο ένας τον άλλο, πήγαν κάτι να πουν, δεν είπαν τίποτα, είπαν μισή πρόταση.

Δεν είναι μόνο ερωτικό το θέμα. Γνωρίζεις κάποιον που έγραψε αυτό το συγκεκριμένο κάτι και δεν ξέρεις τι να πεις. Τι να σου κάνουν κι οι λέξεις οι κακόμοιρες που έχουν αρχή μέση και τέλος, που έχουν σειρά και κανόνες; Πώς να μεταφέρεις το απλό καθαρό αίσθημα κι ένα κομμάτι του νοήματος; Θες απλά να απλώσεις το χέρι και να δώσεις σε έναν άνθρωπο λίγη ατόφια συγκίνηση. Να μπορούσες να τη στερεοποιήσεις, να την κάνεις πράγμα, με γωνίες μυρωδιά και βάρος. Να την κρατήσεις στα χέρια και να την παραδόσεις με κάθε έλλειψη επισημότητας σ’ ένα πρόσωπο.

Δεν ξέρω ακριβώς τι να σου πω, με ταράζεις που σε βλέπω δέκα άτομα μακριά, να, πάρε αυτό το πράγμα. Είναι το αίσθημά μου.

Δεν ξέρω ακριβώς τι να σου πω, διάβασα κάποτε εκείνη την κουβέντα, με τάραξες, να, πάρε αυτό το πράγμα. Είναι το αίσθημά μου.

Τους είδα. Ανάμεσα σε καμιά δεκαριά ανθρώπους. Χαμογελάνε, πάει ο ένας να ανοίξει το στόμα, δεν έχει λέξη. Μην ανησυχείτε, δεν έχετε να πείτε τίποτα, γιατί είναι τέτοια η περίπτωσή σας. Θα πρέπει να συνεννοηθείτε αλλιώς, χωρίς λόγια, με βλέμματα, μάτια, γέλια, τσουγκρίσματα, φιλιά. Ποιος ξέρει; Να βρείτε τρόπο.

*

φωτογραφία (17)

Εσύ θα το είχες γράψει καλύτερα.

Μια κάρτα είναι μωρέ πως κάνεις έτσι. Μια κάρτα είναι. Μα είναι δυνατόν να θες να βάλεις σε τρεις γραμμές όλη την αγάπη και  όλο το μίσος για τον κόσμο; Πώς να τακτοποιήσεις τη σκέψη σου έτσι;

Εντωμεταξύ έξω δεν έχει σταματήσει να βρέχει.

Στο είπα, εσύ θα το είχες γράψει καλύτερα. Εγώ πια ξέρω μόνο να λαϊκίζω και να μιλάω με συνθήματα. Έχω χάσει τις λέξεις μου και ο κόσμος μου ξινίζει.

Χρειάζεσαι μια νίκη.

Χρειάζομαι λίγο οξυγόνο, λίγη επιμονή, ένα μακρινό ταξίδι και δυο ανθρώπους που να πιστεύουν σε κάτι περισσότερο απ’ το εφικτό.

Δοκίμασε ρε παιδί μου, δοκίμασε σου λέω. Μια κάρτα είναι.

Γεια σας.

Ο Χ. έκανε ένα γιο, του έδωσε το όνομα του πατέρα του. Βάζουμε κονιάκ και γελάμε. Μας έστειλε βίντεο από την Ολλανδία, πως αλλάζει τον μικρό. Η δουλειά είναι καλή και οι γείτονες ωραίοι τύποι. Οι Σύριοι είναι ακόμη στην πλατεία. Απ’ ότι φαίνεται ετοιμάζονται να τους διώξουν, χαλάνε το γιορτινό κλίμα. Γενικά, δεν φαίνεται να μπορεί να βρεθεί λύση γι’ αυτούς. Είναι οριστικό.

Καλές γιορτές.

Σας στέλνουμε φιλιά.

Αγάπη σε σας και επίθεση στον κόσμο.

2 σχόλια

Filed under ασυναρτησίες

χαρά

// κειμενάκι γραμμένο για το project χαρά που η ομάδα [nomades artcore] πραγματοποίησε στη Μυτιλήνη στις αρχές Αυγούστου //

Μοιάζει με έκρηξη. Το παιδί που παίρνει φόρα και πηδάει απ’ το βράχο στη θάλασσα κρατώντας σφιχτά με τα χέρια του τα λυγισμένα γόνατα. Μπόμπα. Σηκώνεται ένα νερένιο μανιτάρι, ακούγεται ένας γδούπος, ένα τεράστιο ανθρώπινο βότσαλο στη θάλασσα και το νερό φτάνει ψηλά και καταβρέχει τους υπόλοιπους. Χαρά. Έχει καύσωνα, ήσουν κολλημένος στην κίνηση, ιδροκοπάς, φτάνεις, η άμμος καίει, πετάς τη μπλούζα όπως όπως και βουτάς τρέχοντας. Χαρά. Τέλειωσες τη δουλειά, το πουκάμισο σε στενεύει, η τσάντα είναι βαριά, κάθισες στο τραπεζάκι στον πεζόδρομο, ήρθε η παγωμένη μπύρα. Χαρά. Ξεκλειδώνεις, γυρνάς σπίτι μετά από κάμποσες ώρες, ο σκύλος έχει κολλήσει τη μούρη του στην πόρτα. Κουνιέται η ουρά του πέρα δώθε, κουνιέται και το σώμα του ολόκληρο. Πηδάει πάνω σου, λυγίζει τα πόδια του, κάνει κύκλους γύρω απ’ τον εαυτό του. Ο σκύλος ξέρει να σου πει τί θα πει χαρά. Χαρά. Το παγωτό καϊμάκι, τα σταφύλια, το παγωμένο νερό, ένα σαρδάμ μπροστά στους φίλους, ο μεσημεριανός ύπνος σε αυλή, τα γεμιστά, οι λαχανοντολμάδες, τα εισιτήρια για το ταξίδι εκδόθηκαν, μεθύσι καθημερινή απόγευμα, συναυλία και όλοι χορεύουν, αυτοσχέδια ερμηνεία άπαιχτου ακόμη μιούζικαλ στο σαλόνι, ο Μπομπ Ρος και συ στον καναπέ νυσταγμένος, τα χαστουκόψαρα, τα κείμενα κάποιας ouming, ονειρεύεσαι στον ξύπνιο, κάποιος που λέει με φοβερό τρόπο ανέκδοτα, μια αιώρα, ένας θερινός κινηματογράφος, ένα παιδί κάνει μια απίθανη ερώτηση, ο ήλιος τον Μάιο, τον Σεπτέμβριο, το Φεβρουάριο. Χαρά. Πέτυχες τη Χαρά τη χορεύτρια στο δρόμο. Διάβασες τους Πτυχιούχους. Άκουσες ένα οποιοδήποτε τραγούδι τη στιγμή ακριβώς που το χρειαζόσουν. Ήσουν στο μαιευτήριο, στα γενέθλια, στην αίθουσα αναμονής και όλα πήγαν καλά. Την παρατήρησες τη στιγμή που περνούσε, έπιασε με τη χούφτα της το βασιλικό και τον κούνησε ελαφρά. Γυρνάς πατημένος στην εθνική για να προλάβεις, μετανιώνεις την ίδια στιγμή που τρέχεις, αλλά τρέχεις, φτάνεις, προλαβαίνεις και ιδού μια αγκαλιά που μετανιώνεις ακόμη περισσότερο που έτρεχες, αλλά εσύ νιώθεις μόνο χαρά. Ατόφια χαρά. Σου έκαναν ένα δώρο. Έκανες ένα δώρο. Ήταν ένα μπλουζάκι που πάνω έχει μια ατάκα που θα την καταλάβει μόνο η παρέα. Γελάς και τη φοράς σαν πολύτιμο λάφυρο και σαν πανοπλία. Μπήκε η κωλόμπαλα, μιάμιση ώρα παρακαλάς, μπήκε. Χαρά. Γαλακτομπούρεκο. Κεράσια. Ουίσκι. Τάβλι στο χωριό. Πανηγύρι σε άσχετο χωριό, τρως μέχρι σκασμού και πίνεις και στο τέλος είσαι ο τελευταίος στο χορό. Σε σέρνουν. Σε σέρνουν σ’ αυτό το μέρος που είναι άβολα και βολικά, γνώριμα και νοσταλγικά, που είναι εδώ και τώρα και να δεις πως το λένε, το λένε χαρά. Χαρά. Είπε ναι με τη μία, είπε έρχομαι, είπε φίλα με, είπε και τι δεν είπε, μίλαγε διαρκώς. Χαρά. Το παγωμένο ποτάμι στη Φλώρινα, η παλιά πόλη στην Ξάνθη, το πλοίο βγαίνει από το λιμάνι του Πειραιά. Επιτέλους ξαπλώνεις, επιτέλους τους βλέπεις, επιτέλους φωνάζεις, επιτέλους ξεκινάς. Είναι 22 Δεκεμβρίου τα μπαρ της Αθήνας είναι όλα γεμάτα, φωνάζετε και δεν χορταίνεστε. Είναι Αύγουστος και τα αστέρια στο νησί είναι πιο καθαρά απ’ το δρόμο. Περπατάτε αργά, το αλάτι στα μαλλιά, κοιτάτε πάνω και βλέπετε παντού. Που και που κάποιος λέει ένα μισοπετυχημένο αστείο. Περπατάτε αργά. Δεν βιάζεστε. Χαρά.

DSC_0127

2 σχόλια

Filed under ασυναρτησίες, Uncategorized