το ‘να ξεχειλίζει τ’ άλλο

*

στο ταχυδρομείο το πρωί, περιμένουμε απ’ έξω. Διαβάζω το βιβλίο μου. Απ’ το βάθος ακούγεται μια φωνή που μιλάει και κλαίει. Είναι κάπως πίσω μου η φωνή που για να μην ακούγεται έχει μπει μέσα στο παρτέρι, έχει περάσει μέσα απ’ το θάμνο που έχει περιποιημένο και καλά φτιαγμένο ο δημοτικός κηπουρός. Έχει μπει μέσα εκεί στο χώμα πίσω απ’ τις φυλλωσιές, κάπου κάπου φαίνεται ένα κεφάλι, μια μάσκα, ένα χέρι που κρατάει το κινητό. Η φωνή κλαίει, κλαίει αδιάκοπα και μιλάει για λεφτά για χρωστούμενα, λέει που υποχρεώθηκε στην από πάνω στην πολυκατοικία. Λέει κάθε λίγα δευτερόλεπτα, σε κλείνω, πάω μέσα να πληρώσω και συνεχίζει να μιλάει και να κλαίει και να λέει κάντο όπως θες, δεν ξέρω κι εγώ τί να σου πω και ξανά κλάμα και ξανά σε κλείνω, πάω μέσα να πληρώσω.

Βγαίνει απ’ τους θάμνους, ανεβάζει τη μάσκα απ’ το σαγόνι στο στόμα. Ρουφάει τη μύτη, φέρνει τους καρπούς στα μάτια να τα σκουπίσει. Ετοιμάζεται να μπει στο ταχυδρομείο, να πληρώσει και όλο ακούγεται που ρουφάει τη μύτη.

*

τυχαία περίληψη σε οπισθόφυλλο του Παπαγιώργη: «μόνο αν με μια κίνηση ανεξήγητης βίας καλύψεις το πρόσωπο, ο άνθρωπος αφανίζεται».

Η γυναίκα που έκλαιγε. Δεν είδα καθαρά το πρόσωπό της, εξαιτίας της μάσκας. Στ’ αλήθεια δεν μπόρεσα να πιάσω κάτι απ’ τον πόνο της. Μου έμεινε ο ήχος, ο τρόπος που ρουφάς μύξες και δάκρυα, ο τρόπος που προσπαθείς να ανασκουμπωθείς, ο τρόπος που πιέζεις τον εαυτό σου να συνέλθει. Να συνέλθει για να μπει μέσα να πληρώσει.

*

Τι να καταλάβεις απ’ τον αφανισμένο άνθρωπο; Πως συνδέεσαι με ένα μη πρόσωπο; Εστιάζεις με όλη σου τη δύναμη στα μάτια, στο βλέμμα. Εκεί θα προσπαθήσεις να αποκρυπτογραφήσεις τα πάντα. Αλλά είναι σαν ένα παζλ που δεν μπορεί να τελειώσει, η έκφραση δεν ολοκληρώνεται, η χαρά δε χαίρεται, η λύπη δε λυπάται, η θλίψη δεν θλίβεται, η κάβλα δεν απευθύνεται. Κόβιντ μας έχεις διαλύσει, μας έχεις ξεσκίσει τα σωθικά.

*

Στο δρόμο τρυκάκια. «δεν ξεριζώνονται οι νύχτες από μέσα μας».

Στίχοι για τη νύχτα, αναμνήσεις από τη νύχτα, λαχτάρα για τη νύχτα.

*

Φυσικά και όλοι είναι χάλια, αφού ζούμε τη στιγμή που όλα τα διλήμματα (ως συνήθως) είναι κακά και όλες οι αποφάσεις λάθος.

Το κράτος/τα κράτη διαλέγουν να απαντήσουν στην πανδημία με τη δύναμη των μπάτσων και την ακλόνητη πεποίθηση ότι δεν υπάρχει τίποτα δομικό και ουσιαστικό να αλλάξει στον τρόπο που βλέπουμε και ζούμε τον κόσμο. Εμείς νικημένοι πολλαπλώς ανάμεσα στο στρες του ποιος θα κολλήσει, ποιος φτωχός κι απόκληρος θα την πληρώσει με τη υγεία και τη ζωή του και στο στρες ότι η ζωή μας έχει πατήσει pause και κάποια στιγμή ίσως, αν είμαστε τυχεροί, αν όλα πάνε κάπως απροσδόκητα καλά, τότε ίσως να συνεχιστεί. Πως να χωρέσεις στο ίδιο μυαλό, στην ίδια καρδιά τρομοκρατικές απαγορεύσεις γελοίου επιπέδου και τις αληθινές συνέπειες της ασθένειας; Πως να χωρέσεις το σηκωμένο δάχτυλο των προνομιούχων που από ένα όμορφο και γεμάτο σπίτι μας λένε ότι δε θα πάθουμε τίποτα να μείνουμε μέσα, να μη συναναστραφούμε με άλλους για λίγο (δηλαδή για πολύ); Πως να χωρέσει ο μόνος τον κόσμο των τακτοποιημένων που του λέει ότι ιτς οκέι, θα φλερτάρει ξανά το 2022;

Παλέψαμε με τα μέσα κι έξω τέρατα μπας και μπορέσουμε ν’ αγγιχτούμε όπως το ζητάει η επιθυμία μας και τώρα το φιλί κι η αγκαλιά είναι όσα συνιστούν τα πιο αρμόδια χείλη να αποφεύγουμε. Δεν είναι τίποτα. Υπομονή, μη ζήσετε μέχρι να ζήσετε. Και αυτή η απαίσια αθλιότητα, να υποψιάζεσαι πως έχει βάση, γιατί δεν υπάρχει τίποτα άλλο ανάμεσα σε σένα και τον ιό (έτσι που τα ‘φερε η ακροδεξιά στροφή του δυτικού κόσμου) πέρα απ’ την αυτοσυγκράτηση και τον (αυτό)περιορισμό. Κι ενώ ξέρεις πως μάλλον κάτι τέτοιο είναι η αλήθεια, ταυτόχρονα να ξέρεις πως αυτό δεν είναι αρκετό για να ‘χεις να πορεύεσαι. Δεν ξεριζώνονται, το είπαμε.

*

Απ’ τον καιρό των μνημονίων συνηθίσαμε τη ρητορική που πανηγύριζε υπέρ της λιτότητας των άλλων. Τώρα ζούμε τον (κυρίαρχο) λόγο υπέρ της δυστυχίας των άλλων. Πανδημία, φτώχεια, no future, σπίτι σας, δουλειά σας και μια ελληνική σημαία στο μπαλκόνι να ταραχτούνε οι προαιώνιοι εχθροί.

Η δεξιά κατουριέται πάνω της που ‘ναι πάλι ο δεσμοφύλακας και ο βασανιστής, χωρίς να χρειάζεται να υποδυθεί κάτι άλλο. Θάτσερ + Τραμπ < ή = Άδωνις Γεωργιάδης

*

Εντωμεταξύ χίλιοι κατασκευαστές ακροδεξιάς ιδεολογίας (ασφάλεια + ομοφοβία + ΜΙΣΟΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΞΕΝΟΥΣ) συνιστούν μία μόνο λύση: ΝΑ ΑΝΑΘΕΣΟΥΜΕ ΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ ΣΤΟΥΣ ΜΠΑΤΣΟΥΣ. Τί άλλο δηλαδή;

*

Το μεσημέρι μπαίνω σε φούρνο φορτσάτος για γραβιερόπιτα, φρέντο εσπρέσο και μπουκαλάκι νερό και η γυναίκα απ’ έξω μου ζητάει ένα ευρώ – δεν έχω ψιλά, μόνο κάρτα – ε κέρνα με ένα καφέ, κάτι να βάλω στο στόμα μου.

Θέλω να βάλω στο στόμα μου την πίκρα και το χαλασμό αυτό του κόσμου και να τον μασάω σαν τσίχλα που διάλεξα την εντελώς λάθος στιγμή να μασήσω και τώρα πρέπει να περάσουν ώρες και ώρες με αυτή στο στόμα, αφού δεν έχει που να την πετάξω και κάθομαι εκεί που όλοι κοιτάνε.

*

Το βράδυ στο οντεόν πάω να φύγω και μου φέρνει ένα σφηνάκι. Σαν από μηχανής θεός, σαν βροχή από ζωή, σαν μια περίληψη όλων όσων υπάρχουν ακόμη εκεί έξω κι ανασαίνουν, τσουγκρίζουμε τα ποτηράκια, κατεβάζουμε τις μάσκες και άσπρο πάτο. Πίνω κι έχω μήνες να πιω τόσο ωραίο ουίσκι. Πίνω και η γλώσσα μου θέλει να μιλήσει δέκα γλώσσες ταυτόχρονα, θέλει να γευτεί δέκα ζωές ταυτόχρονα, θέλει να καταρρεύσει δέκα φορές κι ύστερα, να μην υπάρχει ύστερα.

*

Αμέσως μετά, στο αυτοκίνητο θα κριθούν τα πάντα στο σαφλ:

στάλα στάλα η ευτυχία / ή το δηλητήριο / το ‘να ξεχειλίζει τ’ άλλο / στο ποτήρι που θα πιω

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s