ποταμάκι

Σήμερα στη βόλτα του σκύλου, φωτογραφίες πεταμένες στα σκουπίδια.

37961324_2294506440576234_6274932148415758336_n

1. Κάποιοι μετακόμισαν. Στο καινούριο σπίτι, αφημένα ένα σωρό πράγματα απ’ τους παλιούς ενοικιαστές, ποιος ξέρει γιατί. Λένε στο παιδί τους κατέβασέ τα στα σκουπίδια. Βαριέται αλλά τα κατεβάζει σιγά σιγά. Τελευταίες μένουν καμιά ντουζίνα φωτογραφίες. Πατάει ν’ ανοίξει ο κάδος, αλλά καθώς τις σηκώνει στον αέρα, κάπου πέφτει το μάτι του. Ομαδικές πόζες, πάσχα, μια κοντινή από κάποιο γλέντι σε μπουζούκια, μια όμορφη γυναίκα άλλης εποχής. Δεν του πάει καρδιά να τις πετάξει, αλλά φοβάται και να τις κρατήσει. Θα ‘ταν περίεργο και δεν έχει επιχείρημα να πει στους μεγάλους. Ίσως δεν μπορεί να τις κρατήσει, αλλά σίγουρα δεν μπορεί να τις αφήσει να χαθούν ανάμεσα σε αποφάγια, άδεια κουτιά πίτσας και μισάνοιχτες μαύρες σακούλες. Τις ακουμπάει στο πεζοδρόμιο κι επιστρέφει σπίτι να κολλήσει τους φίλους του στον τοίχο με μπλου τακ. Ασυναίσθητα χρησιμοποιεί μεγάλη ποσότητα μπλου τακ και πιέζει με αχρείαστα μεγάλη δύναμη τις φωτογραφίες στον τοίχο.

2. Κάποιος πέθανε και κάποιος προσπαθεί να αποχωριστεί τις μνήμες. Να μην τα βλέπω και βυθίζομαι ολοένα και βαθύτερα σ’ αυτό το παρελθόν που είναι αδύνατο πια να συζητηθεί παρέα, να γίνει ιστορία που λες γύρω απ’ το κοινό τραπέζι και γελάς ξανά και ξανά με το ίδιο παμπάλαιο αστείο. Να ξεχάσω για ν’ αναπνεύσω το χρόνο που τώρα αφαιρείται αναδρομικά.

3. Κάποιος κάνει μια καινούρια αρχή. Κέρδισε το τζόκερ ή παραιτήθηκε ή κουνήθηκαν απλά οι εσωτερικές τεκτονικές πλάκες. Δεν προσπαθεί να ξεχάσει, γιορτάζει, κοιτάζει μόνο μπροστά. Το παρελθόν είναι το βάρος που τον κρατούσε καθηλωμένο, τώρα όμως είναι ελαφρύς, ελαφρύς σαν πουλί κι όχι σαν φτερό (που έλεγε κι ο άλλος).

4. Δίπλα στο μικρό πάκο με τις φωτογραφίες είναι μια τσάντα. Κλάπηκε στην οδό τάδε το απόγευμα της τάδε ημερομηνίας. Η τσάντα περιείχε πορτοφόλι, κλειδιά, κινητό, ένα μικρό σημειωματάριο, ένα μπουκαλάκι νερό και τις φωτογραφίες. Η ιδιοκτήτρια τις βρήκε σε ένα κουτί και πήγαινε να τις δείξει στην αδερφή, στον πατέρα, κάτι φίλους της. Απλά ενθύμια που νομίσανε χαμένα ή η θεία Μαίρη μια φορά κοριτσάκι, υπήρξε όντως, το περίμενε κανείς; ή κάποιο πολύτιμο εύρημα – ο μπαμπάς που η πιο ευτυχισμένη του στιγμή ήταν η κυριακή του πάσχα. Την ώρα που της πήραν την τσάντα, σκεφτόταν έχουμε ζήσει, κι αν έχουμε ζήσει, ε και ψιλοχαμογελούσε. Ο κλέφτης πήρε ό,τι ήθελε απ’ την τσάντα και την παράτησε μαζί με το άχρηστο περιεχόμενο δίπλα σ’ ένα κάδο. Η πασχαλιάτικη φωτογραφία του φάνηκε οικεία, αλλά όλες οι αντίστοιχες φωτογραφίες μοιάζουν.

cl_lis

Το στιγμιότυπο από μια συνέντευξη της Λισπέκτορ που βρήκα στο φμπ τοίχο του Σ.Γ.

[Για κάποιο λόγο σήμερα μου ξανάρθε στο μυαλό αυτή η συνέντευξη και ο τρόπος που η Λισπέκτορ μιλάει, οι παύσεις, η ειλικρίνειά της που δημιουργεί σχεδόν δυσφορία.]

Περπατάω τους ίδιους δρόμους τρεις μέρες τώρα πηγαίνοντας πέρα δώθε με τον σκύλο. Οι φωτογραφίες είναι ακριβώς εκεί, στο ίδιο σημείο. Τις έχουν δει φαντάζομαι πολλοί άνθρωποι, αλλά κανείς δεν είπε να τις πάρει από εκεί, είτε για να τις πετάξει στον κάδο, είτε για οποιοδήποτε άλλο λόγο. Περπατάς και καθώς κοιτάς και ξανακοιτάς, το πρωί, το απόγευμα, το επόμενο πρωί τις ίδιες εικόνες – μια γυναίκα καλοχτενισμένη σε νυχτερινό κέντρο, ένας άντρας ποζάρει καθώς γυρίζει το αρνί, μια παλιότερη ομαδική πόζα – δημιουργείται μια αίσθηση αμηχανίας, κάτι λίγο ανεξήγητο. Δεν δικαιούμαι να τις πετάξω, καλά καλά δεν δικαιούμαι να τις ερμηνεύσω. Οι άνθρωποι της γειτονιάς περνούν και ξαναπερνούν και απλά στο σημείο γίνονται κάπως πιο προσεχτικοί, να μην τις πατήσουν, να ρίξουν και μια λοξή ματιά (αλλά να μην καρφωθούν κιόλας μένοντας για ώρα στο σημείο – πολύ περισσότερο να μην τις σηκώσουν, να μην τις κρατήσουν στα χέρια τους). Το παρελθόν ζυγίζει κάτι τόνους μερικές φορές και εντωμεταξύ χθες πέρασαν και οι υπάλληλοι καθαριότητας. Τίποτα δεν άλλαξε. Ποιος βάζει τα χέρια του να σηκώσει κάτι τόσο βαρύ κι ανεξιχνίαστο;

Άσε που 5. μπορεί κάποιος να μετάνιωσε για εκείνα τα λεπτά θυμού που οδήγησαν σ’ αυτή την ενέργεια. Καμιά φορά, σκέψη στη σκέψη, κουβέντα στην κουβέντα, το μυαλό γίνεται κατσαρόλα που βράζει, όλο βράζει, μέχρι που το νερό χύνεται απ’ έξω. Και κατεβάζεις ό,τι αναμνηστικό βρίσκεις μπροστά σου και τους δίνεις μια να πάνε στο διάολο κι αυτά κι ακόμη περισσότερα. Αλλά μερικές φορές οι άνθρωποι μετανιώνουν. Μπορεί λοιπόν κάποιο πρωί να δούμε να τρέχει κάποιος άγνωστος (ή ακόμη χειρότερα ένας γείτονας) απ’ τη γωνία, να έρχεται με φόρα και να γονατίζει δίπλα στον κάδο. Κι όπως κάποτε η Annette Bening στο American Beauty αγκάλιασε εκείνα τα πουκάμισα, έτσι και τώρα αυτή η άγνωστη φιγούρα θα κρατάει στα χέρια τις φωτογραφίες με ανακούφιση που ‘ναι ακόμη εκεί. Ίσως και να κλαίει λίγο.

Με αυτό το ενδεχόμενο να κρέμεται πάνω απ’ τα κεφάλια μας, δημοτικοί υπάλληλοι και κάτοικοι, δεν κάναμε τίποτα τρεις μέρες τώρα. Οι φωτογραφίες δεν είχαν κουνηθεί χιλιοστό.

Και τώρα Κυριακή μεσημέρι είναι όλοι κολλημένοι στο τζάμι της μπαλκονόπορτας και καθώς βρέχει, βλέπουν το νερό που κατεβάζει ο δρόμος σιγά σιγά να αυξάνεται, να αυξάνεται λίγο ακόμη, μέχρι που καβαλάει ελαφρά το χαμηλό έτσι κι αλλιώς πεζοδρόμιο και γίνεται μικρό ποταμάκι. Μικρό, πολύ μικρό, αλλά ικανό να παρασύρει σκουπιδάκια, φύλλα και άλλα μικροπράγματα που βρίσκονται στο πεζοδρόμιο. Μικρό, πολύ μικρό ποταμάκι, αλλά ικανό να σηκώσει και να πάρει μακριά το βάρος που τόσοι και τόσοι διστάσαμε να πάρουμε στα χέρια μας.

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ασυναρτησίες

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s