ζεστά τσιμέντα

Δευτέρα.

Έχω καιρό να ακούσω ενημερωτική εκπομπή στο ραδιόφωνο, αλλά σήμερα φαίνεται είναι η μέρα. Πετυχαίνω τον Κοττάκη και το αφήνω εκεί να παίζει, καθώς ψάχνω να παρκάρω στο Ζωγράφου. Συζητάνε για τον ρουβίκωνα και για το pride. Συζητάνε για το ποιος πλήττεται απ’ τη δράση της οργάνωσης, μα η έννοια της δημόσιας τάξης βέβαια, η χώρα και διάφοροι άλλοι, συζητάνε για το αν θα κατέβει ο ρουβίκωνας στις εκλογές (και το συζητάνε σοβαρά) και τέλος συζητάνε το ποιος ωφελείται απ’ τη δράση της ομάδας. Το περίφημο cui bono, λέει χαρακτηριστικά ο Κοττάκης. Η φράση πάνω στην οποία συναντώνται οι πάντες, δεξιοί, αριστεροί, η ελεύθερη ώρα και πανεπιστημιακοί με διδακτορικό στη γεωστρατηγική ανάλυση του βαλκανικού χώρου. Νομίζω ότι αν οι monty python γύριζαν σήμερα τους Ιππότες του Νι, θα έβαζαν αυτούς τους γίγαντες να σε ρωτάνε αενάως, όπου σε πετύχουν σε κάθε δρόμο και στενό του κέντρου, cui bono. Ναι αλλά, cui bono, σκέψου το καλύτερα φίλε μου cui bono, κατάλαβες λοιπόν; CUI BONO αυτή είναι η σωστή ερώτηση, το πιασες επιτέλους πως συνδέονται τα κομμάτια CUI BONO, CUI BONO, CUI BONO, CUI BONO, CUI BONO.

Επιτέλους παρκάρω και το μόνο που μπορώ να σκεφτώ είναι το πόσο αδιανόητα αλλόκοτο, σε τόσα πολλά επίπεδα, ήταν αυτό που είχα ακούσει. Θα μπορούσε αυτή η εκπομπή, αυτούσια, χωρίς καμία απολύτως αλλαγή, να σταθεί ως μια αρκετά καλή, αν και κάπως τραβηγμένη, παρωδία.

35071151_2212424232117789_4831685775315697664_n

Πέμπτη.

εζεσταθηκαν τα τσιμεντα

επυρωσανε οι σωληνες

Χ.Σ.

Καταντάει αστείο, αλλά εντέλει φτάνεις σε διάφορα συζητήσεις να βλέπεις δύο πλευρές, μάλιστα όχι εναλλάξ, αλλά και τις δύο ταυτόχρονα. Είναι η Αθήνα ωραία (για να μην πω βιώσιμη) το καλοκαίρι; Ξέρει η Αθήνα να λειώνει; Πας το πρωί δουλειά και καθώς ιδρώνεις και ξεϊδρώνεις αλλάζοντας βαγόνια στο μετρό, αποφαίνεσαι οριστικά. Όλα τα ζητήματα έχουν πλέον συναιρεθεί στο ένα. Ή έχεις ή δεν έχεις. Η Αθήνα καλοκαίρι χωρίς λεφτά είναι εφιαλτική. Χωρίς μία για δροσερά κοκτέιλ το απογευματάκι, χωρίς μία για παγωμένες μπύρες το μεσημέρι, χωρίς μία για αυτή ή την άλλη συναυλία, χωρίς μία για a/c στο αμάξι, χωρίς μία για τριημεράκια στα κοντινά νησιά και το Σούνιο,  χωρίς μία για φαγητό έξω και ύστερα στο θερινό. Όλα αυτά που δεν μπορείς να απολαύσεις και που πλέον δεν μπορείς και να αποφύγεις. Γιατί όλα είναι παντού, ηλιοβασιλέματα στο ινσταγκραμ, καφενεία με φόντο τη θάλασσα στο facebook, μαγικές συναυλίες και στα δύο. Η φάση είναι παντού και γίνεται χαμός – η Αθήνα ξέρει να λειώνει, μόνο που μπορεί να το κάνει και χωρίς εσένα. Ή μάλλον εσένα σ’ αφήνει να περιμένεις ένα συρμό χωρίς κλιματισμό, σε βάζει να ντυθείς με παντελόνι, ενώ σκας, για να πας σε μια δουλειά που καλά καλά δεν πληρώνει. Σε βάζει να περπατάς σε πεζοδρόμια που βράζουν, ενώ από πάνω σου στάζουν βροχή τα a/c. Σε βάζει να κοιτάς στο βάθος της Συγγρού τη θάλασσα, ενώ η θάλασσα φέτος δεν είναι κάτι δεδομένο για σένα. Σε βάζει να παρατηρείς τους απειράριθμους τουρίστες που παίρνουν παγωτό, παίρνουν φωτογραφίες το φως, παίρνουν εισιτήριο και φεύγουν απ’ τον Πειραιά. Ενώ εσύ, ενώ εσύ στέκεσαι στη Σταδίου μαζεύοντας στιγμή τη στιγμή την εξουθενωτική ζέστη.

Αλλά την ίδια ώρα με κάποιο μαγικό τρόπο λεφτά πάντα κάπως βρίσκονται και αν δεν βρίσκονται λεφτά, βρίσκονται φίλοι βρίσκονται σπιτικές ρακές βρίσκονται κερασμένα ποτά βρίσκονται μαγικά μπαλκόνια βρίσκονται παγάκια βρίσκονται ένα σωρό κόλπα. Το ίδιο τσιμέντο που κυκλώνει τα πόδια σου και σε βράζει μέρα νύχτα, είναι το ίδιο τσιμέντο που χαρίζει μια ανάλαφρη ταλαιπωρημένη ιδρωμένη διαύγεια. Ο πονοκέφαλος του μεθυσιού είναι διαφορετικός, ο τρόπος που σε ρουφάει η καρέκλα στο καφέ είναι διαφορετικός, ο τρόπος που οι άνθρωπος κοιτάζονται είναι διαφορετικός – υπάρχει κάτι κουρασμένο, κάτι νωχελικό, κάτι που επιβάλλει να πέσει ο ρυθμός και να ακούσεις λίγο προσεχτικότερα, λίγο πιο ήρεμα, λίγο λιγότερο βιαστικά όλους τους απέναντι. Και όπως τα πόδια της παρέας απλώνονται στις καρέκλες του απέναντι και του δίπλα, όπως τα φουστάνια και τα υφάσματα μετατρέπονται σε αυτοσχέδιες βεντάλιες και όπως κουνιούνται πέρα δώθε βεντάλιες κανονικές και βεντάλιες από διαφημιστικά φυλλάδια, όλα ξαφνικά υπακούν σ’ αυτό το ψευτοαεράκι που δημιουργεί το ίδιο το αίσθημα των ανθρώπων γύρω σου. Και αυτό το αεράκι μοιάζει για μερικά λεπτά αρκετό για να καταρρίψει εκείνο το αντιδραστικό ή έχεις ή δεν έχεις. Αρκετό για να βουλιάξεις σε αυτή τη μητροπολιτική ιδέα ότι ξέρεις να λιώνεις, ότι όλοι δίπλα σου ξέρουν να λιώνουν. Ότι υπάρχει κάτι το σχεδόν ερωτικό σ’ αυτή την μισόγυμνη μουλιασμένη κατάρρευση.

Σάββατο.

Κάποια στιγμή στο Pride περπατάμε δίπλα από ένα φορτηγάκι και όπως ο κόσμος πάνω και κάτω από αυτό χορεύει, δίπλα δύο τύποι συζητάνε: – Τι ωραία να περπατάμε έτσι την Πανεπιστημίου ε; – Ναι ρε. – Καιρό είχα να κατέβω έτσι στο δρόμο. – Ναι κι εγώ, απ’ τις συγκεντρώσεις του ΝΑΙ νομίζω.

Για μερικά λεπτά περπατούσα και σκεφτόμουν τον συγκεκριμένο διάλογο. Αμφιταλαντευόμουν αν πρέπει να αφήσω τον εαυτό μου να ξενερώσει, να χαλαστεί, ίσως να κάτσω κανά μισάωρο ακόμη και μετά να φύγω. Φυσικά επανήλθε μέσα μου όλη η κριτική (με την οποία συμφωνώ έτσι κι αλλιώς) περί χορηγών, νέας δημοκρατίας, βονταφον, πρεσβειών, αποκλεισμών κλπ κλπ. Αλλά συνεχίζοντας να βρίσκομαι εκεί και παρατηρώντας λίγο τα πρόσωπα, αφέθηκα για λίγο σ’ αυτή την εικόνα των κορμιών και των προσώπων στα οποία ανήκε μια κεντρική αθηναϊκή λεωφόρος για λίγες ώρες. Έστω κι έτσι, έστω και μ’ αυτό τον τρόπο, μου φάνηκε τόσο εξωφρενικά γλυκιά αυτή η εικόνα. Η κατάληψη του δημόσιου χώρου από σώματα που μπορούσαν να είναι (προσωρινά τουλάχιστον) ελεύθερα. Να είναι προσωρινά τουλάχιστον, όπως αυτά θέλουν να είναι. Τα λιγοστά είναι η αλήθεια, πάντως υπαρκτά, επιθετικά βλέμματα τυχαίων περαστικών, έκαναν αυτή την αίσθηση ακόμη μεγαλύτερη.

Μάλιστα για να είμαι ειλικρινής, το πήγα και λίγο παρακάτω. Σκεφτόμουν ότι ένα μεγάλο κομμάτι της αριστεράς που έχει πρόβλημα με το pride και προτάσσει τους γνωστούς λόγους περί μη ριζοσπαστικού προτάγματος και περιεχομένου, έχει πέρα απ’ αυτά και ένα πρόβλημα να συνυπάρξει με αυτό το πλήθος. Νομίζω ότι νιώθει μια αμηχανία με τα βαμμένα πρόσωπα, τα ημίγυμνα σώματα, τη χαρά ενός χύμα και ακανόνιστου φλερτ. Νομίζω ότι έχει εξαπλωθεί και στ’ αριστερά αυτή η αφήγηση που λέει πράγματα του στιλ ναι αλλά δε χρειάζονται οι υπερβολές, ναι αλλά αυτή είναι πρόκληση για την πρόκληση και άλλα παρόμοια. Ενώ η ουσία είναι ακριβώς σε αυτό που οι άλλοι αποκαλούν πρόκληση και που φυσικά καθόλου τέτοια δεν είναι. Το περιεχόμενο ενός pride σαν αυτό του Σαββάτου, όσα και όποια ρητά διατυπωμένα αιτήματα κι αν έχει, επιτελεί έτσι κι αλλιώς και μια άλλη λειτουργία. Να φέρει στο προσκήνιο, στα τσιμέντα της Σταδίου και της πλατείας Συντάγματος το σώμα όπως θέλει ο καθένας να είναι, δηλαδή ημίγυμνο, γυμνό, ντυμένο έτσι, ντυμένο αλλιώς, βαμμένο λίγο, βαμμένο πολύ και πάει λέγοντας. Φέρνοντας σε αμηχανία αυτόν που κοιτάζει με τα μάτια του κοινωνικά κανονικού, το σώμα αποδεικνύει τις πολλαπλές καταπιέσεις και την φοβερά δυνατή κυρίαρχη πίστη σε αυτή τη μέση νορμάλ κατάσταση είτε αυτή είναι η πατρίς θρησκεία οικογένεια του δεξιού είτε ο σοβαρός αντικαπιταλισμός του αριστερού.

Έτσι αργότερα, όταν στα γκαζόν πέφτουν βροχή τα φιλάκια που δεν συνηθίζουν να πέφτουν βροχή στο δημόσιο χώρο, η ενσωμάτωση κάνει μερικά βήματα πίσω.

Θα κάνω λίγο αέρα με τη βεντάλια της Στέγης και όλα θα ξαναρθουν στα ίσα τους, αφού το θέμα μου δεν είναι στ’ αλήθεια το pride, αλλά ότι η κριτική για έλλειμμα ριζοσπαστικότητας μοιάζει να εκκινεί από θέσεις βουλιαγμένες μες στην κυρίαρχη αντίληψη για το τι συνιστά κανονική καθημερινότητα.

Δευτέρα.

Στο μετρό Ομόνοια μπαίνουν δύο πρεζάκια. Κάθεται ο ένας δίπλα μου και ο άλλος απέναντί μου. Ο άλλος που καθόταν στην τετράδα σηκώνεται αμέσως και στέκεται παραδίπλα όρθιος. Δεν ξέρω αν φταίνε οι κλασσικές επαναλαμβανόμενες υποδείξεις απ’ το ηχείο να προσέχουμε τα προσωπικά μας αντικείμενα ή η μυρωδιά. Η μυρωδιά των ανθρώπων που έχουν μείνει μέρες στο δρόμο. Η μυρωδιά των ανθρώπων που δεν έχουν αλλάξει ρούχα για μέρες. Μετά από λίγη ώρα, η συζήτησή τους γίνεται σε σχετικά δυνατούς τόνους.

– Ναι ρε φώτα στη βουλή. Τί άλλο θα δούμε ρε μαλάκα; Τί άλλο;

– Τί τι άλλο; Είδες τι είπε πάλι ο Τούρκος;

– Όχι ρε. Για πες.

(έχει γείρει μπροστά και δεν ακούω καλά)

– Το πάνε επιθετικά ρε. Έχει και εκλογές τώρα. Ο Ερντογάν βγαίνει και λέει διάφορα.

– Ναι και οι δικοί μας δεν κάνουν τίποτα. Τίποτα.

– Τι να κάνουνε μωρέ, αφού την εξουσία την έχουν κάτι αδερφές.

Σιωπή. Στο Σύνταγμα κατεβαίνω. Το τελευταίο πράγμα που ακούω είναι το παρακάτω:

– Κάτι τέτοιες στιγμές λέω, μακάρι να ‘χαμε τουλάχιστον τον Αντρέα τον Παπανδρέου.

Advertisements

1 σχόλιο

Filed under Uncategorized

One response to “ζεστά τσιμέντα

  1. Παράθεμα: ζεστά τσιμέντα… « απέραντο γαλάζιο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s