η εύχαρις

Μεγάλη Τρίτη.

Όπως μας βαδίζουνε, βαδίζουμε. Το είπε η γυναίκα στο τηλέφωνο; Κάπου το διάβασα; Δεν θυμάμαι τώρα. Η γυναίκα πίσω από το γκισέ πάντως, που μάλλον είπε και την πρώτη φράση, συνέχισε: «Άσε, την προηγούμενη βδομάδα ήμουνα για φούντο. Δεν ξέρω τι θα έκανα, δεν μιλούσα σε άνθρωπο. Αλλά μιλήσανε χθες στο τηλέφωνο και έγινε συμφωνία. Ρύθμιση. 250 € λιγότερα το μήνα. Ο άλλος είναι τρεις μήνες άνεργος, δεν μπορούσαμε να πληρώνουμε. Άσε με, άσε με σου λέω. Εσύ όμως πες μου, πώς είναι η σύνταξη; Βλέπεις τουλάχιστον συνέχεια τα μικρά;»

*

Μεγάλο Σάββατο.

τάφος – ποίημα

Η μπάντα ξεκινάει στο νεκροταφείο της Ερμούπολης. Θα μ’ άρεσε να έπαιζε αυτό, αλλά κι έτσι καλά είναι. Ακριβώς δίπλα απ’ τα πόδια ενός παιδιού που παίζει κάποιο πνευστό, που δεν αναγνωρίζω, ένα ποιηματάκι για μια κόρη, την εύχαρι Ελένη, που καταιγίδα συνήρπασε το σώμα της. Το Πάσχα έχει πάντα κάτι περίεργα αγαπητικό, κάτι εσωστρεφές κάτι τέλος πάντων που σε γλυκαίνει. Μπορεί να έχει να κάνει με τις αναμνήσεις του παιδικού εαυτού στο χωριό, μπορεί να έχω όντως επηρεαστεί απ’ τις γραφικότητες μιας αντιδραστικής παράδοσης που μας θέλει ανοιξιάτικα να σερνόμαστε από εκκλησία σε εκκλησία. Όπως και να ‘χει, η ιδέα του θανάτου πλανιέται από πάνω σου, είτε επειδή βλέπεις σε δεκαπέντε σειρές στην τιβί τον θάνατο του χριστού, είτε επειδή η αναγέννηση της εποχής, προϋποθέτει έναν μικρό θάνατο πριν. Η φύση ξαναγεννιέται, που πάει να πει ότι κάποια στιγμή πριν πρέπει να είχε πεθάνει.

Έτσι, την ώρα που παίζει η μπάντα, δεν ξέρω γιατί σκέφτομαι μόνο γλυκά πράγματα, ας πούμε δίπλες ή για να σοβαρευτώ αυτό το κλασσικό διάστημα του Μεγάλου Σαββάτου, 8 με 11 το βράδυ, που όλοι είναι μαζεμένοι, αλλά δεν γίνεται τίποτα. Οι ετοιμασίες για το φαγητό είτε έχουν γίνει νωρίτερα, είτε θα γίνουν αργότερα κι έτσι κανείς δεν τακτοποιεί κάτι στην κουζίνα. Κανείς δεν κάνει δουλειές στον κήπο, κανείς δεν κοιμάται ακόμη και όλοι έχουν διαβάσει την μία εφημερίδα που έχει κάνει κύκλο σε καμιά δεκαριά ζευγάρια χέρια. Η τηλεόραση δεν παίζει απολύτως τίποτα, είναι σα να εκπέμπει αόρατες εικόνες και ήχους σε συχνότητες που δεν αντιλαμβάνεται το ανθρώπινο αυτί. Όλοι είναι στο σαλόνι χυμένοι σε κάποιο καναπέ, ντιβάνι, καρέκλα και απλά περιμένουν να φτάσει δώδεκα να πάνε στην ανάσταση και μετά να φάνε. Αλλά ως συνήθως τότε αργείς, όταν δεν κάνεις τίποτα, γιατί ο καλύτερος και πιο αυθεντικός σύμβουλος είναι η βραδύτητα, είναι το να μην κάνεις τίποτα. Τότε χαλαρώνεις, τότε το σωματάκι σου δεν ξεκουράζεται απλά, αλλά βρίσκει τη θέση του στον κόσμο κι έτσι δεν μπορεί να κουνηθεί, πόσο μάλλον να βιαστεί. Έτσι ενώ όλοι 8 με 11 δεν κάνουν τίποτα, ποτέ δεν ετοιμάζονται στην ώρα τους και στη διαδρομή για την εκκλησία καταλήγουμε σχεδόν να τρέχουμε.

Γιατί ακριβώς όπως το καλοκαίρι, αν καθίσεις στην παραλία μετά τις 6μιση που πέφτει λίγο το φως, τότε δεν σηκώνεσαι ούτε με γερανό, σεισμό ή καταποντισμό. Η άμμος δροσίζει τα ποδάρια σου, το κυματάκι γαργαλάει τα αυτιά και οι μισές λέξεις σκοντάφτουν κάπου μεταξύ ουρανίσκου και γλώσσας. Τώρα ζούμε, δεν βιαζόμαστε.

Αλλά το θέμα μας είναι ο θάνατος, δηλαδή το ξαδερφάκι της βιασύνης και ο γιός του άγχους. Ενώ ακόμη παίζει η μπάντα, στο βάθος φαίνεται η θάλασσα της Σύρου και κάτι γερανοί ακίνητοι, θυμάμαι μια φωτογραφία που κάποιος χτες ανέβασε και δεν είναι συγκινητική, αλλά μπορεί να σε βυθίσει σε ένα κόσμο που αγαπάς τα πάντα ανθρώπους, πράγματα, ζώα, πέτρες, γερανούς. Η εύχαρις Ελένη ακόμη με τσιγκλάει δυο μέτρα απ’ το παπούτσι μου και σκέφτομαι ότι ο θάνατος αν αγγίξει τα αγαπημένα σου πρόσωπα μπορεί να σε αφήσει οριστικά ανάπηρο. Η απειλή του όμως, η σκιά του, αν δεν σε καθηλώσει, μπορεί να ξεφορτώσει τα άγχη, να σκορπίσει το φόβο και πάει λέγοντας. Απ’ τη Μεγάλη Τρίτη μέχρι το Μεγάλο Σάββατο, άκουγα σε λούπα μέσα στο κεφάλι μου τα λόγια της υπαλλήλου. «Ήμουνα για φούντο και όπου μας βαδίζουνε, βαδίζουμε». Ξανά και ξανά. Τώρα η εύχαρις Ελένη ξεκαθάριζε λίγο το τοπίο. Μέχρι να συναρπάσει το κορμάκι μας η καταιγίδα, στ’ αρχίδια μας η ρύθμιση, η εφορία, το χρέος, η κινητή τηλεφωνία και το εριστικό τηλεφώνημα της εισπρακτικής. Αν είμαστε ωραίοι, σαν την εύχαρι Ελένη, όσο ζούμε ας παλεύουμε για την ελευθερία μας, ας παλεύουμε ενάντια στην καταπίεση, χωρίς να αφήνουμε τους λυσσασμένος καταπιεστές να μας καθηλώνουν. Από λόγια βέβαια, καλά πάω. Στις συμβουλές πάντοτε αρίστευα, αλλά έλα να δεις μπροστά στα πιξελ του taxis πως τρέμουν τα ποδάρια μου. Εύχαρι Ελένη, προσπάθησε λίγο να με υποστηρίξεις και υπόσχομαι να είμαι στο εξής γαλήνιος, επίμονος και άκρως καλοκαιρινός, δηλαδή νωχελικός μέχρι αηδίας.

*

Σήμερα.

Στο ίδιο υποθηκοφυλακείο, η δικηγόρος, γύρω στα 60 υπολογίζω, ρωτάει τον υπάλληλο για ένα διαμέρισμα. Τη ρωτάει: «η κυρία έχει το αρχικό συμβόλαιο;» «Α, δεν ξέρω, λογικά ναι. Δεν την ξέρω», του απαντάει. «Ζει;» επανέρχεται αυτός. «Είναι γεννημένη το ’48. Έπεται ότι ζει» σχολιάζει.

Έπεται ότι ζει. Πολύ μου άρεσε αυτό κι ας μην έπεται τίποτα. Ούτε η δικηγόρος που το είπε, ούτε εγώ που το άκουσα, έπεται ότι θα ζούμε σε 2 λεπτά από τώρα. Παραμονεύει η καταιγίδα που θα συναρπάσει τα σώματά μας, παρόλα αυτά η άνεση της γυναίκας ήταν παρηγορητική. «Είναι γεννημένη το ’48. Έπεται ότι ζει».

Advertisements

1 σχόλιο

Filed under Uncategorized

One response to “η εύχαρις

  1. Παράθεμα: DubiumDubium

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s