την είδες;

Πήγαμε στον λογιστή. Καθίσαμε στο γραφείο του για καμιά ώρα και μας έκανε την καρδιά περιβόλι. «Φύγετε» μας λέει, «αυτή είναι η επαγγελματική μου συμβουλή». Κι ύστερα μια παράθεση άγνωστων λέξεων και αλλόκοτων φθόγγων, κομμάτια μιας άγνωστης γλώσσας αποτελούμενης από νούμερα και ποσοστά. Κοίταζα τον φίλο δίπλα μου. Ήταν κόκκινος. Κόκκινος κόκκινος, όχι αστεία. Σαν παπαρούνα ή σαν σημαία, λες και όλο του το αίμα είχε μαζευτεί στο κεφάλι και γύρναγε σαν τρελό ανάμεσα στο μυαλό και πίσω απ’ τα μάτια.

Στο δρόμο πιο μετά, στην Πλάκα, περπατούσα ανάμεσα σε δυο γκρουπ τουριστών. Ακούγονταν μόνο κάτι ψιθυριστά σχεδόν γαλλικά και ο ήχος των ρολών καθώς γλίστραγαν προς το πεζοδρόμιο. Σ’ ένα μαγαζί με σουβενίρ, ο υπάλληλος μάζευε μπλούζες με την επιγραφή Λεωνίδας ή την ελληνική σημαία.

«Φύγετε, δεν έχει νόημα». Αυτή ήταν η επαγγελματική του συμβουλή.

Περπατούσα με τον άλλο κάτι δρόμους παρακάτω, «την είδες;» μου λέει. Ναι ρε, φυσικά την είδα. Και το κορίτσι που σέρβιρε και αυτή που καθόταν με το σκουφάκι μες στο μαγαζί. Πώς γίνεται να μην την είδα;

Όσες επαγγελματικές συμβουλές ακούω, όσες ρυθμίσεις κι αν απλωθούν τρομαχτικά μπροστά στα μάτια μου, πάντα θα διακόπτεται αναγκαστικά η κουβέντα περί ποσοστών απ’ την κοπέλα με το σκουφάκι. Πάντα θα φαίνεται πίσω απ’ τη τζαμαρία, στο σκαμπό του μπαρ και πάντα εμείς θα καθυστερούμε το βηματισμό μας, μήπως γυρίσει το κεφάλι να δούμε καθαρότερα το πρόσωπό της. Κι ύστερα η καθυστέρηση θα γίνεται παύση, στεκόμαστε στη μέση του πεζοδρομίου, ενοχλώντας τους περαστικούς και στην ανάγκη κάνουμε και μερικά βήματα πίσω.

Γιατί ποιός λογιστής μπορεί να πει την αλήθεια; Μπορεί να οργανώσει και να διαχειριστεί μια κάποια όψη της πραγματικότητας. Αυτής της πραγματικότητας που διαστρέφει και εξουθενώνει το βλέμμα, την αίσθηση, το άσκοπο περπάτημα. Αλλά την αλήθεια; Πώς να την πει, αφού δεν την ξέρει; Χάσαμε στα ποσοστά, γίναμε κόκκινοι απ’ το άγχος, είδαμε το σκουφάκι. Άρα η ζυγαριά γέρνει προς το μέρος μας.

Παλιότερα, όταν πιεζόμουν απ’ την εφορία, τη δουλειά ή ό,τι άλλο, ξέφευγα απ’ το αδιέξοδο σκεπτόμενος ότι σε κάθε περίπτωση, ανά πάσα στιγμή, μπορώ να κάνω ένα αλματάκι, να πάρω τον ηλεκτρικό και μετά ένα οποιοδήποτε πλοίο από μια οποιοδήποτε πύλη. Μ’ ένα τελευταίο άντε γαμήσου από το κατάστρωμα θα αποχαιρετήσω την υπέροχη κι αφόρητη πόλη κι ύστερα θα βρεθώ σε κάποιο απ’ τα γνωστά παραθαλάσσια ταβερνάκια. Χωρίς τουρίστες αφού δε θα ‘ναι καλοκαίρι, θα κάθομαι σ’ ένα ακριανό τραπεζάκι και γύρω όλα άδεια. Στα μάτια μόνο θάλασσα και καρό τραπεζομάντηλα. Θα γινόμουν ψαράς ή αχθοφόρος ή κάτι σχετικό. Το όνομά μου θα χανόταν απ’ τα επίσημα χαρτιά του κράτους ή κάπου θα παράπεφτε. Θα περπατούσα κάθε πρωί πάνω κάτω την παραλία και θα ακουγόταν μόνο ο αέρας και ο ήχος που κάνει το βότσαλο όταν συγκρούεται με το νερό.

«What’s your way out?» που ρωτάνε τώρα τελευταία στις σειρές μυστικοί πράκτορες και περιβόητοι εγκληματίες. Μια παραλία στην Πάτμο ή ένα χωριό στην Αμοργό απαντάω αυτομάτως και κάπως ενοχλημένα στην εντελώς εκνευριστική πρωταγωνίστρια του homeland, να κοιτάξεις τα δικά σου τα χαΐρια, μη σε νοιάζει για μένα, ένα σωρό τόποι με περιμένουν. Και τέλος πάντων, θυμάμαι πάντα τί σημαίνει να κοιμάσαι στο κατάστρωμα.

Πήγαμε στον λογιστή. Καθίσαμε στο γραφείο του για καμιά ώρα και μας έκανε την καρδιά περιβόλι. Τι περίεργη φράση αυτή. Και γιατί παρακαλώ χρησιμοποιείται αρνητικά; Θα έπρεπε να λέμε μου έκανε την καρδιά περιβόλι, σε εντελώς διαφορετικές περιπτώσεις. Πχ. Τον συνάντησα τυχαία στην πλατεία. Καθίσαμε για ένα σύντομο καφέ, μετά με κέρασε και μια μπύρα, θυμήθηκε και κάτι παλιά αστεία. Μου έκανε την καρδιά περιβόλι. Ή δεν πρόλαβα καλά καλά να της μιλήσω και με έπιασε να με φιλήσει. Μου έκανε την καρδιά περιβόλι.

Πήγαμε στον λογιστή. Καθίσαμε στο γραφείο του για καμιά ώρα. «Φύγετε» μας λέει, «αυτή είναι η επαγγελματική μου συμβουλή». Έχεις δίκιο, έπρεπε να ‘χαμε πει. Εκείνη με το σκουφάκι κάθεται ακόμη στο μπαρ με πλάτη στη τζαμαρία. Πώς να ‘ναι άραγε το πρόσωπό της; Μιλάει μήπως τη γλώσσα των ποσοστών; Ή αδιαφορεί γι’ αυτήν, δεν καταλαβαίνει γρι από λογιστικά, αλλά μόνο γελάει, κουβεντιάζει, πίνει, φιλάει και τελικά καθρεφτίζει τον πραγματικό κόσμο;

Advertisements

6 Σχόλια

Filed under ασυναρτησίες

6 responses to “την είδες;

  1. claude rami

    Μας έκανες την καρδιά περιβόλι βυτίε.. Πότε είναι η κατάλληλη στιγμή άραγε να επιχειρήσεις το way out αλήθεια?

  2. Παράθεμα: την είδες; | Ελεύθερη Λαική Αντιστασιακή Συσπείρωση

  3. a passer by

    ωραιος;) καλη χρονια βυτιοο

  4. j95

    Δεν κατάλαβα τι έγινε.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s