η πιο επικίνδυνη εποχή του χρόνου

Την μεγαλύτερη μέρα του χρόνου, φέτος, βρέθηκα στην περίπου υπό κατάληψη ερτ. Στις 11 ακριβώς ανέβηκε στη σκηνή του προαυλίου ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου. Αφήνοντας κατά μέρος την συνήθη κριτική, έκανα μια σύντομη βόλτα με τη βοήθεια του Βασίλη.

Τη μεγαλύτερη μέρα του χρόνου, κάπου αρχές του 1990, δέκα περίπου παιδιά χοροπηδούσαμε, χτυπιόμαστε, ιδρώναμε σε ένα ισόγειο της οδού Ευφράτη στο Βύρωνα. Κλείναμε την ενδιάμεση τζαμένια πόρτα να μην ενοχλούμε τους γονείς που υποτίθεται κοιμόντουσαν και βάζαμε στο τέρμα την α’ πλευρά της κασέτας. Metallica, Nirvana και ναι Βασίλης Παπακωνσταντίνου. Τί κι αν το μωσαϊκό έβραζε, τί κι αν το μόνο που κυκλοφορούσε στο αίμα μας ήταν σουβλάκια και κοκακόλα. Εμείς θα ξανακούγαμε το όλα από χέρι καμένα και το enter sandman και θα νομίζαμε πως δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο να γίνει αυτή τη μέρα, τη μεγαλύτερη μέρα του χρόνου, μέσα στο αποπνιχτικό καλοκαίρι. Από την παρέα αυτή, ξέρω πως σήμερα δύο άτομα χάνουν τα νιάτα και τα δόντια τους κάπου στην Ομόνοια. Έναν άλλον τον πέτυχα χρόνια μετά, Ιούνιο, κατακαλόκαιρο, κολλημένος πίσω από ένα σκουπιδιάρικο, στις 6 το πρωί Κυριακής, στην οδό Φρύνης. Τότε ξενυχτούσαμε στο ντισκοκαφενείο η ψύρρα. Ακόμη μπορούσες να βγεις στο Ψυρρή ή έτσι υποστηρίζαμε εμείς που μας άρεσε να βγαίνουμε σχετικά ανάποδα απ’ ότι επέβαλλε η κάθε εποχή. Εννοείται πως συμμετείχαμε κι εμείς στην ίδια συλλογική πόζα, απλά από άλλο πόστο. Τα ίδια σκατά ήμαστε, απλά τότε δεν παραδεχόμαστε τίποτα. Δεν παραδεχόμαστε ότι τον Ιούλιο, κολλημένοι στη οδό Φρύνης ξημερώματα, ο άνθρωπος πάνω στο σκουπιδιάρικο ήταν εκείνος ο φίλος που χόρευε πάνω στο μωσαϊκό και πιθανότατα δεν είχε ποτέ την ευκαιρία να συμμετέχει στη συλλογική πόζα της Σκουφά, της Κολοκοτρώνη ή του Θησείου. Μερικές φορές υπάρχει μόνο ένας δρόμος, ακόμη κι αν είναι Ιούλιος.

Ένα μήνα μετά τη μεγαλύτερη μέρα του χρόνου, Ιούλιο, μέσα του 2000, δίπλα στο χαωτικό camping των Κουφονησίων, οι εναλλακτικοί κατασκηνωτές έπαιρναν τον ύπνο τους ή το τελευταίο τσιγαριλίκι. Μερικά μέτρα πιο κει, στο μοναδικό κοντινό καφέ γινόταν γάμος. Κάποιοι γλεντούσαν με βιολιά και κερνούσαν αφρισμένες μπύρες ακόμη κι εμάς τους ξένους, τους αγαπητικούς του ούζου. Χοροί και βιολιά. Ήταν απ’ τα πιο γλυκά μεθύσια, υπάρχει μια φωτογραφία που ένας φίλος προσπαθεί να φορέσει μια μπλούζα στο κλαδί ενός δέντρου. Λίγο αργότερα ήρθε μια παρέα ενοχλημένων κατασκηνωτών για να κάνει παρατήρηση, «κάνετε φασαρία, θέλουμε να κοιμηθούμε». Ο ανέραστος αποκάλεσε φασαρία το βιολί του γλεντιού και ύστερα γύρισε την πλάτη, ανυποψίαστος ή και αδιάφορος για την ύβρη του. Λίγο μετά, άκουσα για πρώτη φορά το «όταν χαράζει στο αιγαίο». Καμιά φορά, άμα βγαίνω ξημερώματα στο κατάστρωμα, νομίζω πάλι πως το ακούω.

Δύο μήνες μετά τη μεγαλύτερη μέρα του χρόνου, Αύγουστο, μέσα του 2000, περπατούσα με στρατιωτική στολή σε ακριτικό νησί. Μας έστελναν στο λιμενικό να πάρουμε το επίσημο χαρτί με τα νούμερα. Τα νούμερα με τους μετανάστες που χθες βράδυ πιάστηκαν απ’ τους λιμενικούς πάνω σε φουσκωτά ή απλά να κολυμπάνε στ’ ανοιχτά. Στην πλατεία, οι γυμνές πλάτες αντανακλούσαν το φως και έκαναν τη ζωή διάφανη. Μπήκα στο γραφείο χαμογελώντας. Ο υπεύθυνος μου είπε ότι δεν είχαν έτοιμο το χαρτί, «να τους μετρήσεις μόνος σου». Άνοιξα την πόρτα του κελιού, του δωματίου ή ότι σκατά μπορείς να το αποκαλέσεις. Δύο στρώματα πεταμένα κάλυπταν όλη την επιφάνεια. Πάνω τους όρθιοι μια εικοσαριά άνθρωποι. Άνοιξα την πόρτα και γύρισαν όλα τα κεφάλια να κοιτάξουν. Κουβέντα δεν ακούστηκε, μέτρησα όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Πρώτη φορά, μέσα στο απίθανο καλοκαίρι, ήπια τόσο πρωί, τεκίλες. Κίτρινη τεκίλα, απ’ αυτή που δεν αντέχω, απ’ αυτή που μου ανακατέβει το στομάχι. Η ζωή ήταν διάφανη, η Τσέχα που σέρβιρε η πιο επιθυμητή γυναίκα του κόσμου και όλα συνεχίζονταν αργά και με διάσπαρτα ίχνη γλυκύτητας. Οι άλλοι, μετρημένοι πια, παρέμεναν στο ιδιότυπο κελί τους, αποκλεισμένοι απ’ την πλατεία και τον Αύγουστο. Άξιζε να δραπετεύσουν παίρνοντας σβάρνα όποιον έβλεπαν μπροστά τους, ακόμη και μένα, μόνο και μόνο για να αντικρίσουν για λίγο εκείνη την Τσέχα. Ποιός ξέρει αν τους απέλασαν ή αν τελικά δραπέτευσαν. Αν δραπέτευσαν προς το εφιαλτικό αθηναϊκό καλοκαίρι του 2013.

Λίγα χρόνια μετά, ενάμιση μήνα μετά τη μεγαλύτερη μέρα του χρόνου, τέλη Ιουλίου στην χειρότερη παραλία της Πάτμου, τρώγαμε την πιο ωραία κολοκυθόπιτα όλων των εποχών. Είχα ξεχάσει ότι κάποτε μέτρησα κεφάλια σε ένα μικρό δωμάτιο, είχα ξεχάσει την οδό Φρύνης ξημερώματα. Τα είχα ξεχάσει όλα και σκεφτόμουν μόνο ότι το καλοκαίρι είναι αναπόφευκτα μια σύντομη ματιά στην ουτοπία, μια αιώνια αναχώρηση χωρίς χαρτιά και διαβατήριο, η βασιλεία των ουρανών εδώ και τώρα, ένα μικρομέγαλο δείγμα του εαυτού που δεν φοβάται πια να είναι ότι θέλει να είναι.

Ήταν γλυκό το κολοκύθι, παρασύρθηκα και δεν πρόσεξα ότι το καλοκαίρι ως κατασκευή περιοδικών και ταξιδιωτικών γραφείων, ήταν καταδικασμένο να παραμένει ένα απλό συνώνυμο των διακοπών. Ένα διάλειμμα που δεν είναι προορισμένο να μας ξεπλύνει απ’ την αρρώστια, αλλά η απαραίτητη παύση που θα μας επιτρέψει να πέσουμε βαθύτερα μέσα της.

Ίσως γι’ αυτό, σ’ αυτόν τον τόπο που είχε την τύχη να ζει για τουλάχιστον τρεις μήνες το χρόνο μια αληθινά επικίνδυνη εποχή, έχουμε τέτοια πρεμούρα να κουβαλήσουμε την παραλιακή στην παραλία. Ίσως γι’ αυτό κάνουμε ότι είναι δυνατό ώστε να απονοηματοδοτηθεί το καλοκαίρι, αναπαράγοντας χωρίς τέλος τα ρεζερβέ του χειμώνα.

Γιατί ακόμη κι έτσι, το καλοκαίρι εδώ είναι επικίνδυνη εποχή. Κάθε στιγμή, μπορεί να σε βρει εκείνη η παλιά γκόμενα, αιωνίως ξυπόλητη και με κόκκινη μύτη. Μπορεί να σου πει «σύνελθε, έλα να πηδηχτούμε και πες ένα τραγούδι να χορέψουμε, απ’ αυτά που δεν κινδυνεύουν ποτέ να γίνουν χαλί σε διαφήμιση». Εσύ δεν θα ξέρεις τί να πεις. Μπορεί να έρθει και να πει «λιώσε πάνω μου σα μεσημέρι Ιουλίου ή έστω έλα να φύγουμε μαζί το καλοκαίρι». Εσύ δεν θα ξέρεις τι να απαντήσεις. Το πολύ να πεις, πως είναι πολλές ώρες το καράβι, μήπως να παίρναμε αεροπλάνο. Και κάπως έτσι, μπορείς να κοιμηθείς ήσυχος, ούτε και φέτος θα πετύχεις το καλοκαίρι. Ούτε και φέτος δεν θα σου πει εκείνη, συγκεκριμένα εκείνη, ξέρεις ποιά λέω, «έλα να πηδηχτούμε».

// μέσα στον βροχερό αντι-αθηναϊκό καιρό, θυμήθηκα να ανεβάσω το κειμενάκι που είχε την τύχη να βρεθεί ανάμεσα σε άλλα πολύ σπουδαία κείμενα στο Μπαχάρ*5 με θέμα καλοκαίρι (το οποίο παρεμπιπτόντως βρίσκεται ελεύθερο για κατέβασμα εδώ)  //

Advertisements

4 Σχόλια

Filed under μπαχάρ*

4 responses to “η πιο επικίνδυνη εποχή του χρόνου

  1. antoni-team

    Δεν θα τολμήσω να σχολιάσω την ζωή κανενός, όταν δεν θιγεί άλλα πράγματα γενικού ενδιαφέροντος!.
    Ενδιαφέρουσα αναδρομή, που βρίσκει και δικες μου κινήσεις παρωχημένων εποχών.
    Το έκανε έτσι, ενώ εγώ δεν θα το έκανα?. Και ποιος με ρώτησε?. Μα δεν μου έπεφτε λόγος.
    Μα αξίζουν τέτοια κείμενα, για να συγκρίνουμε το τότε με το σήμερα και να ενεργούμε καθοδηγώντας τους νεώτερους!. Έτσι εάν η κάρα μας δεν είναι κενή, παίρνουμε τα καλά του τότε, και τα καλά του σήμερα, και αποτάσσουμε τα κακά…..
    Μου αρέσει να διαβάζω και διάφορες σκέψεις από την δικιά μου, διότι το ολιγότερο μαθαίνω και άλλους τρόπους αποτύπωσης αυτών!!!!……
    Ευχαριστώ συγγραφέα!.
    Antonis-team.

  2. Στο Βύρωνα που μεγαλώσαμε,(παλιότερα ίσως απ’ το δικό σου τότε), ο Βασίλης ερχόταν παιδί ακόμα στο Φ.Ο.Υ, μας τραγουδούσε αντάρτικα και έκανε τα ίδια αστεία για τη μύτη του. Αυτή η προσφυγοπούλα γειτονιά με τον χαμηλό πολεοδομικό συντελεστή, τα σπιτάκια(κάποτε) με κεφαλόσκαλο και αυλή και με μόνα αυτοκίνητα τα φορτηγά της ΕΡΓΑΝΗ να κατεβαίνουν απ’ τα νταμάρια, όπου κι’ αν πήγαμε, όσο κι’ αν φύγαμε, τα πολύ ζεστά καλοκαίρια ή τους πολύ κρύους χειμώνες, πάντα γυρνά σα χαμηλός πυρετός και θυμίζει λίγο απ’ το τότες που οι άνθρωποι είχαν ακόμα αίμα.

  3. a passer by

    αυτες οι αναδρομες σου ειναι μαχαιρια και ουτοπιες μαζι…καλησπερα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s