ένα ποτήρι ουίσκι

Δύσκολη μέρα να κόψεις, να ελαττώσεις ή έστω ν’ αναβάλλεις το αλκοόλ.

Πριν από τρεις τέσσερις μέρες, ξύπνησε κατά τις 4 τα ξημερώματα και στριφογυρνούσε στο κρεβάτι για άγνωστο χρονικό διάστημα. Θα έλεγε ότι κράτησε κανένα τετράωρο αυτή η διαδικασία, αλλά μάλλον ήταν υπερβολικός. Απ’ το ένα πλευρό στο άλλο ανά τρίλεπτο. Προσθαφαιρέσεις, αριθμητική, νούμερα, το πρόγραμμα των πρωινών της εβδομάδας, τι τον παίρνει να αναβάλλει. Αόριστα και συγκεκριμένα άγχη συμπλέκονταν στο κεφάλι του φτιάχνοντας έναν φοβερό θόρυβο. Άγχη που περιλάμβαναν ακόμη και πράγματα που είχε διευθετήσει εδώ και μέρες. Κι όμως τα σκεφτόταν λες και ακόμη τα χρωστούσε. Φαίνεται ότι απ’ τη στιγμή που αντιληφθείς τη συστηματικότητα της φύσης των λογαριασμών, αυτοί έχουν την τάση να έρχονται κάθε μέρα. Ανεξάρτητα αν όντως τους έχει φέρει ή όχι ο ταχυδρόμος, αυτοί υπάρχουν στο σπίτι, το χέρι και το αυτοκίνητό σου ως πραγματικότητες που δεν επιδέχονται το ενδεχόμενο μιας βραχυχρόνιας έστω απουσίας.

Δύσκολη μέρα να κόψεις, να ελαττώσεις ή έστω ν’ αναβάλλεις το αλκοόλ.

Ξύπνησε νωρίς απ’ τη βροχή που έπεφτε σαν ήχος πυροβόλου στο μπαλκόνι. Η βροχή χτυπούσε, η ερώτηση αν έχεις αφήσει κάτι έξω χτυπούσε, η σκέψη ότι πρέπει να πας κάπου χτυπούσε, η συνείδηση της απαγόρευσης μιας γενικής αναβολής χτυπούσε. Να έχεις μαζέψει τα ρούχα απ’ το μπαλκόνι, να το ξέρεις και όμως να αναρωτιέσαι στις 7 το πρωί αν έχεις μαζέψει τα ρούχα απ’ το μπαλκόνι. Το άγχος δε σε αφήνει να πιστέψεις τίποτα, ειδικά αυτό που επιμένει να φωνάζει ο εαυτός σου.

Σηκώνεται και παρά το ότι απαγορεύεται να αναβάλλει το οτιδήποτε, αυτός το αναβάλλει, κάνει τσιγάρο και καφέ, το στομάχι φωνάζει κι αυτό με τη σειρά του. Σηκώνεται και έχει πιάσει πάτο, διαβάζει την είδηση ότι στη Νότιο Αφρική έφτιαξαν μια ψεύτικη παραγκούπολη για να την επισκέπτονται οι τουρίστες χωρίς να κινδυνεύουν απ’ τους φτωχούς, τους μαύρους, τους βρώμικους και τους άρρωστους. Πηγαίνουν στην κόλαση, αλλά στους ειδικά διαμορφωμένους κλιματιζόμενους χώρους. Από εκεί παρατηρεί ο πολιτισμένος, φρεσκολουσμένος κόσμος τον βρώμικο, μίζερο, οπισθοδρομικό πληθυσμό. Τον παρατηρεί να αργοπεθαίνει κλέβοντας πορτοφόλια, ζητιανεύοντας νερό, μαστουρώνοντας με ότι βρεθεί πρόχειρο.

Κάνει βόλτες στο σαλόνι και έχει βουλιάξει σε έναν κόσμο που δεν περιγράφεται. Αυτός που δολοφονήθηκε επειδή ζήτησε τα δεδουλευμένα μιας γυναίκας. Αυτός πέφτει νεκρός από τα χέρια του μπράβου. Του μπράβου που προσφέρει υπηρεσίες σε νυχτερινό μαγαζί της Ιεράς Οδού ή σε μικρομάγαζο του κέντρου ή σε νεοναζιστική οργάνωση, αδιάφορο. Ο μπράβος έτσι κι αλλιώς φλερτάρει με το φασισμό. Δεν ξέρει τι άλλο να κάνει, μπορεί μόνο να φλερτάρει με το αφεντικό του, τη διαδικασία που τον δημιούργησε, τον λόγο της ύπαρξής του. Μπορεί μόνο να σκοτώνει ανήμπορους, ξένους, μεθυσμένους, βρώμικους ή εργάτες.

Δύσκολη μέρα σου λέει να κόψεις, να ελαττώσεις ή έστω ν’ αναβάλλεις το αλκοόλ.

Κοιτάει φωτογραφίες στον υπολογιστή. Θα ήθελε να ξαναπάει εκεί. Εκεί που κοιτάει τώρα. Αλλά δεν ξέρει αν γίνεται, δεν ξέρει αν μπορεί.

Οι κακές ειδήσεις εντωμεταξύ συνεχίζονται, άγνωστοι και φίλοι εναλλάσσονται στην ανακοίνωσή τους. Χρειάζεται λέει ένα ποτήρι ουίσκι που και που και ειδικά σήμερα, μια μέρα σαν κι αυτή. Χρειάζεται ένα δυο κονιάκ, μερικές παγωμένες μπύρες και να τις πίνεις ενώ κρυώνεις στα έξω τραπεζάκια μιας καφετέριας. Οι άλλοι να ‘ναι μέσα και συ να πίνεις. Χρειάζεσαι τέτοιες μέρες ένα ουίσκι, σερβιρισμένο όπως το έφερε ο άνθρωπος στον Οινοχόο στη Θεσσαλονίκη, σε τέτοιο ποτήρι. Να το πιεις σιγά σιγά ή ίσως μονοκοπανιά και να βγεις ύστερα στον κόσμο έτοιμος, ετοιμοπόλεμος ή έστω εν γνώσει του ότι είσαι ετοιμόρροπος. Να βγεις στον κόσμο για να πολεμήσεις με νύχια και με δόντια τους ειδικά διαμορφωμένους κλιματιζόμενους χώρους, να σταματήσεις τα λεωφορειακά για τα ψεύτικες παραγκουπόλεις. Να τους βγάλεις όλους έξω και να τους μοιράζεις χαστούκια και πραγματικότητες. Να τους βγάλεις έξω, να τους στήσεις δίπλα στους μπράβους και να μάχεσαι μέσα σου, αν πρέπει ή όχι να τους ξεσκίσεις, αν θέλεις ή όχι να τους πετάξεις σε λάκκους. Να τους κοιτάζεις στα μάτια, τους μπράβους και τους μπάτσους και να μπορείς, να αντέχεις να μην σηκώσεις το χέρι σου, να μην εξαπολύσεις ενάντιά τους όλη τη βρωμιά που αυτοί γεννούν, που αυτοί τροφοδοτούν, που αυτοί φροντίζουν να υπάρχει και να υπάρχει στους αιώνες των αιώνων. Να τους κοιτάζεις και να σκέφτεσαι αν υπάρχει και κάτι άλλο πέρα απ’ το να εκφραστείς με το μόνο τρόπο που σου υποδεικνύουν οι μέρες του αυταρχισμού.

Χρειάζεσαι ένα ποτήρι ουίσκι και είναι δύσκολη μέρα να κόψεις, να ελαττώσεις ή έστω ν’ αναβάλλεις το αλκοόλ.

*

Σήμερα κάτι ήθελα να περιγράψω και θυμήθηκα την Ηρακλειά. Σκέφτηκα ότι δεν είναι το πιο όμορφο νησί, οι παραλίες των υπόλοιπων μικρών Κυκλάδων είναι καλύτερες, το φαγητό είναι ωραίο μόνο σε μία ταβέρνα, το ωραίο μπαρ ακούγεται πως έκλεισε. Όμως θέλω να ξαναπάω και δεν ξέρω αν μπορώ, άραγε θα έχει διακοπές του χρόνου, άραγε θα είμαστε καλά του χρόνου, τι θα ζούμε, πώς; Αν έχουμε λίγα λεφτά από δω και μέχρι το τέλος της ζωής μας, λέω δεν πειράζει, στ’ αρχίδια μου δηλαδή, αλλά αυτό πάει να πει ότι όσο μπορούμε να φεύγουμε θα πηγαίνουμε σε μέρη που δεν έχουμε ξαναπάει ή που αντικειμενικά είναι πιο όμορφα. Αλλά ξαφνικά σκέφτομαι ότι θέλω να ξαναπάω στην Ηρακλειά και εκεί να ξαναδιαβάσω το «οι γυμνοί και οι νεκροί». Να πιάσω στα χέρια μου ένα στιβαρό μυθιστόρημα, με ανθρώπους ευάλωτους και σκληρούς σαν σίδερο, με τις αντιφατικές ιστορίες τους κι όλα αυτά με γλώσσα τσακισμένη και πανίσχυρη. Αλλά θα γίνεται; Θα μπορώ; 

Σκεφτόμουν ότι θα ήθελα να γράψω ένα τραγούδι και να το τραγουδήσει η Μοσχολιού. Αλλά δε γίνεται, δε ζει και έτσι κι αλλιώς δεν ξέρω μουσική, πόσο καιρό θα μου έπαιρνε να μάθω; Άπειρο χρόνο, χρόνια ολόκληρα, καιρό αμέτρητο και μέχρι τότε άραγε ακόμη θα πεθαίνουν οι άνθρωποι απλήρωτοι, αυτόχειρες, ανέστιοι και μόνοι; Μέχρι τότε θα ξαναπάμε στα μέρη που αγαπήσαμε και αγαπηθήκαμε; Μέχρι τότε θα υπάρχει Ηρακλειά, Μέιλερ ή μουσική;

Όπως και να ‘χει, σκεφτόμουν ότι τουλάχιστον μ’ αρέσει που το τραγούδι λέει

drink up baby, look at the stars // and i ‘ll kiss you again between the bars.

Advertisements

2 Σχόλια

Filed under ασυναρτησίες

2 responses to “ένα ποτήρι ουίσκι

  1. mitera

    Kι εμένα σταμάτησε το μυαλό μου όταν άκουσα αυτήν τη είδηση.Σαν φλασιά δεκάδες εικόνες πέρασαν απο το μυαλό μου.
    Στο τέλος αναρωτήθηκα… γιατί εκπλήσσεσαι μητερούλα;Αυτές δεν είναι οι πολυεθνικές;;Ο άνθρωπος έχει γίνει εμπόρευμα στα χέρια τους κι όσο τις ανεχόμαστε τόσο θα μας συμπιέζουν. Εδώ δεν τίθεται πλέον θέμα διαχείρισης.Η θα τις πατάξουμε η θα μπούμε όλοι σε κλουβιά προκείμενου να γίνουμε αντικείμενα διαφήμισης των προϊόντων τους..
    σας παραπέμπω σε διαφημίσεις τηλ.εταιρειών,αλυσίδας καταστημάτων παιχνιδιών,ηλ.ειδών κλπ κλπ.
    Ο χειρισμός του ανθρωπίνου πόνου σαν προϊόν είναι εμφανέστατος.
    Κι όπως γράφει κι ο Σαραμάγκου στην Σπηλιά.
    «Θα σας πουλούσαμε όλα όσα χρειάζεστε,αλλά προτιμούμε να χρειάζεστε αυτά που έχουμε για να σας πουλήσουμε».

  2. Παράθεμα: ένα ποτήρι ουίσκι | Ώρα Κοινής Ανησυχίας

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s