τρόμος και νοσταλγία

Γυρίσαμε απ’ το Βερολίνο την Πέμπτη. Περπατήσαμε μέσα στη διαρκή συννεφιά, ανάμεσα σε εκατοντάδες αντιφασιστικά συνθήματα και μονίμως υπό το βάρος της ιστορίας.

Επισκεφθήκαμε το μουσείο «Topographie des Terrors» (τοπογραφία του τρόμου). Για κάποιο περίεργο λόγο δεν σταθήκαμε τόσο στις θηριωδίες του ναζιστικού καθεστώτος. Δεν σταθήκαμε στην εν μέρει μη ουσιαστική αποναζιστοποίηση της μεταπολεμικής Γερμανίας. Ούτε καν στον τρόπο που ο φασισμός έγινε πανίσχυρος. Μείναμε για πολύ ώρα και διαβάσαμε προσεκτικά το υλικό στην αίθουσα στην οποία δέσποζαν τα πορτρέτα κάποιων ανθρώπων. Άλλοι οδηγήθηκαν στην εξορία, άλλοι ωθήθηκαν στην αυτοκτονία ή βασανίστηκαν απ’ την αστυνομία του καθεστώτος στην περίοδο απ’ το 1933 έως το 1938. Αριστεροί, δημοκράτες, ομοφυλόφιλοι, καλλιτέχνες, άνθρωποι που δεν συμβάδισαν με την τρέλα της εποχής. Χωρίς απαραίτητα να είναι αντιστασιακοί, ήταν άνθρωποι που δεν δέχτηκαν απλά να καταπιούν την αυταρχική κατηφόρα της χώρας τους.

Τις επόμενες μέρες συναντήσαμε παιδιά, Έλληνες, που πήγαν εκεί, τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια της κρίσης. Ένας έφυγε γιατί δεν άντεχε άλλο την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, άλλος για σπουδές, άλλος για να βρει δουλειά. Μιλούσαμε για το εκεί και το εδώ. Για το πόσο ωραίο είναι το Βερολίνο, αλλά και για το πόσο πολύ νοσταλγούν τις παλιές γειτονιές τους. Θέλουν να επιστρέψουν. Τους περιγράφαμε πως έχει η κατάσταση. Τους λέγαμε να μείνουν εκεί που είναι. Στην Ελλάδα έχει ζόρια, ανεργία, αστυνομικές εφόδους αξημέρωτα και επελαύνοντα φασισμό. Τους αποθαρρύναμε. Άκουγαν, τα ήξεραν, τα διαβάζουν, τα ακούνε, στις σύντομες επιστροφές τα βλέπουν. Αλλά εκεί, κάτω απ’ τον κυριακάτικο ήλιο του Mauerpark, δίπλα στο παζάρι, η νοσταλγία είναι ασυγκράτητη.

Τα παιδιά αυτά, εκεί γύρω στα τριάντα, δουλεύουν σκληρά, στο πανεπιστήμια, σε εστιατόρια, σε μόνιμες και προσωρινές εργασίες. Διαπρέπουν, ζουν καλά, γίνονται μέρος της φοβερά ενδιαφέρουσας βερολινέζικης κουλτούρας. Δεν ξεχνάνε το χάος του τόπου τους, δεν εξιδανικεύουν, αλλά λες και δεν μπορούν παρά να νοσταλγούν. Δεν ζηλεύουν το ανοργάνωτο φρενοκομείο ή τις φραπεδουπόλεις της Ελλάδας, παρά νοσταλγούν τον τόπο των φίλων, τις γνώριμες διαδρομές, κάτι σκόρπιες μυρωδιές, το φως, όχι την ιδέα της καλοκαιρίας, αλλά το φως, όπως το περιγράφει ο Μίλερ και όπως το εξηγεί ο Μόραλης.

Το Σάββατο το βράδυ βρεθήκαμε μαζί με αυτούς τους αθεράπευτους νοσταλγούς εκείνου του τόπου, που τραγούδησε ο Ρασούλης και τσαλαπάτησε κάθε πατριωτική κυβέρνηση, σ’ ένα αλλόκοτο εστιατόριο – ντίσκο. Στο κέντρο του μαγαζιού υπήρχε μια πίστα, όπου ο χορός έδινε και έπαιρνε από μια μείξη χίπστερς, σοβαρών σαραντάρηδων και λαϊκών τύπων όλων των ηλικιών. Κάπου ανάμεσα στις γερμανικές μπύρες και τη συζήτηση περί της κατάστασης στην Ελλάδα, ακούστηκε η εισαγωγή του Ζορμπά. Σ’ εκείνο ακριβώς το σημείο, ο μετανάστης και ο τουρίστας ίσως να μπορούν να ξεπεράσουν, να υπερβούν, για ένα μόνο δευτερόλεπτο και όχι περισσότερο, όλο το φολκλόρ που φάγαμε στη μάπα για δεκαετίες. Τότε, δεν καθορίζουν τη στιγμή ο χώρος, η διακόσμηση, το πολιτισμικό κεφάλαιο ή οι αναμνήσεις απ’ τα τσολιαδάκια της Βάρης και τους στημένους μαγαζάτορες της Πλάκας. Εκείνη τη στιγμή, όποιος μπορεί να δει με τα μάτια κλειστά και να νιώσει με το αίμα καυτό, βλέπει ατόφια μπροστά του τη συγκίνηση, τη συνάντηση, την αγωνία των ανθρώπων, την ίδια την αγάπη που συγκλονίζει την καρδιά, για όσους αγαπημένους είναι μακριά.

Επιρρεπής στο μελοδραματισμό και την ανακάλυψη δήθεν μεγαλειωδών μικροστιγμών, παρασύρθηκα μάλλον εύκολα. Κοίταζα τη Μύριαμ και τον Κώστα, αυτά τα υπέροχα παιδιά που δίνουν τη μάχη τους στην γερμανική πρωτεύουσα και την κερδίζουν. Για ώρες μετά, δεν ένιωθα τίποτα άλλο από μια φοβερή δύναμη. Μια δύναμη που λες και πολλαπλασίαζε τη θέληση να αποδώσουμε, εμείς που μείναμε πίσω, στη Μύριαμ και τον Κώστα, τον τόπο της νοσταλγίας τους, ελεύθερο από Λοβέρδους, Δένδιες, αυταρχικά παραληρήματα και φασιστικά κόμματα.

υγ. ποστίδιο παρασκευασμένο για την Σαββατιάτικη Ελευθεροτυπία

Advertisements

11 Σχόλια

Filed under ταυτολογίες - για τη νοσταλγία, ασυναρτησίες

11 responses to “τρόμος και νοσταλγία

  1. παπανικολαου αντωνησ

    Μια αλήθεια που πληγώνει…..
    Μια αλήθεια που δεν μπορεί να αποδεχτεί φασισμό, αναρχισμό, αντιεξουσιαστές, άνομες καταστάσεις.
    Antonis-team.

  2. για μετά τον Ζορμπά, μετά τον τρόμο. τρόπος και νοσταλγία.. ξέρεις.. -:))

  3. Βυτίο, ξέρω τόσο πολύ καλά αυτό που περιγράφεις. Δλδ συγκινούμαι.

    Κι υποθέτω πως και οι φίλοι σας, όπως κι εμείς, όπως και τόσοι άλλοι σε τόσες γωνιές αυτού του κόσμου, κάνουμε ό,τι κάνουμε, κάνουμε ό,τι μπορούμε, έχοντας μονίμως στο κεφάλι μας το δίλημμα: από πού είναι άραγε καλύτερα να κάνουμε όσα μπορούμε με στόχο ακριβώς να απελευθερώσουμε τον τόπο που αγαπάμε από Λοβέρδους, Δένδιες, αυταρχικά παραληρήματα και φασιστικά κόμματα.

    Εγώ δεν έχω βρει απάντηση. Κι αν βρω θα είναι σίγουρα πασπαλισμένη από εγωιστικές αποχρώσεις.

  4. kostas.nik

    μια απ τα ίδια και στις Βρυξέλλες βυτίε.
    πολύ ωραίο το κείμενό σου.
    και ας χαραμίζεται στην Ελευθεροτυπία..

  5. Και το cognord «εξόριστο» στο βερολίνο είναι, οπότε λειτούργησε σε διάφορα επίπεδα το κείμενο. Τα σέβη μου. Αν μου επιτρέπεται και μια προσθήκη στο θέμα της νοσταλγίας, προτείνω το παρακάτω εξαιρετικά ενδιαφέρον κείμενο. (http://nomadicuniversality.wordpress.com/2012/04/20/%CF%80%CE%AC%CE%BF%CE%BB%CE%BF-%CE%B2%CE%AF%CF%81%CE%BD%CE%BF-%CE%B7-%CF%86%CF%81%CE%AF%CE%BA%CE%B7-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CF%80%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%AF%CE%B4%CF%89%CE%BD/)

  6. myriam

    Όταν αναρτήθηκε αυτό το ποστ, δάκρυα συγκίνησης γέμισαν τα μάτια μου. Είναι όμορφη κι απαραίτητη η συγκίνηση του Εντός μας. Στις μέρες μας εκλείπει. Ας σταθούμε όμως λίγο στον Τρόμο:
    Το Σάββατο βρέθηκα μ’έναν φίλο σ’ένα καφέ στην Μπεργκμανστρασσε. Με αγωνία συζητούσαμε τα άσχημα που συμβαίνουν στην Ελλάδα και τον ρώτησα για την οικογένειά του. Ο Γιάννης γύρισε και μου είπε: «είναι καλά, μα εγώ ανησυχώ και τους μπριζώνω να φύγουν απο την Αθήνα να πάνε στο νησί». «Γιατί» τον ρώτησα. «Για να μην είναι σε απόσταση εμβέλειας όταν θα γίνουν τα χειρότερα (κι ο ένας θ’αρπάζει το ψωμί του άλλου)». Μ’έπιασε κράμπα στο στομάχι. Κι ενώ γίνονται όλα αυτά εκεί, Δένδιες, Λοβέρδοι, φασισμός ένα αβίαστο «Κι εγώ τι κάνω εδώ;» ξεπήδησε από μέσα μας, αποκριθήκαμε σχεδόν ταυτόχρονα κι οι δυο. Πέρα από την φυσική νοσταλγία και την ενδεχόμενη εξιδανίκευση, μας κηνυγούν σαν σκιες οι Ερινύες. Όταν οι δικοί μας άνθρωποι δεν είναι καλά, TI να το κάνουμε–που εμείς διαπρέπουμε στην ξενιτιά; Πείτε μου;
    Όπως θα λεγε κι η φίλη μου η Γεωργία «ακρωτηριασμός εδώ, ακρωτηριασμός κι εκεί». Προτιμώ να μην έχω τίποτα κι η καρδιά μου να είναι στην φυσική της θέση, ήτοι δίπλα στους ανθρώπους τους δικούς μου. Γιατί για κάποιους πατρίδα είναι οι άνθρωποι και το φως συνάμα.

    Θα γ υ ρ ί σ ω.

    (μύριαμ)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s