η μόνη σοβαρή οφειλή

Μετράω τα δε θα ‘ρθουμε απόψε και τα ας κανονίσουμε άλλη μέρα και τα όχι για φαΐ. Ο ένας δεν βγαίνει, ο άλλος τα κρατάει για μια συναυλία, η ταβέρνα μοιάζει ακριβή. Την κοιτάζω να λέει ότι τέσσερα άτομα σκέφτονταν αν θα πάρουν δεύτερο ποτό. Γέλιο αντί για κλάμα, σαρκασμός αντί για απελπισία. Τί να κάνουν; Στο τέλος ήπιαν τα κοινόχρηστα.

Είναι άνοιξη, είμαι ωραίος, είναι επιτέλους άνοιξη, είμαι ελαφρύς. Φοράω ένα καινούριο καλοσιδερομένο πουκάμισο και το αγαπημένο μου σακάκι. Κατεβαίνω με χαλαρή φόρα τις κυλιόμενες. Κάποιο λάτιν τραγούδι στα ακουστικά. Στο βαγόνι, τα παράθυρα μετά από καιρό ανοιχτά. «Συγγνώμη, βοηθήστε με. Συγγνώμη. Είμαι μητέρα ενός ανήλικου παιδιού, ο σύζυγός μου..» ο ήχος της σήραγγας παίρνει την ιδιότητα του συζύγου μακριά. Μια βουή, ένας αναζωογονητικός αέρας μας χτυπάει στο πρόσωπο και πατάει το πολυπόθητο mute.

«σβήνω, κυλώντας στα νερά»

Είμαστε μια πράξη που την κάνουμε και την ξανακάνουμε μπας και αλλάξει το αποτέλεσμα. Ξεκινάμε να φτάσουμε σε ένα συν και καταλήγουμε πιο μείον από όσο θα μπορούσαμε να υπολογίσουμε. Τί θα αφήσεις απλήρωτο αυτό το μήνα;

Είμαστε ένας πετσοκομμένος μισθός, ένα γελοίο επίδομα ανεργίας, μια διαρκής αφαίρεση. Ο γέρος στη στάση ενδίδει στην επίμονη γυναίκα που ζητιανεύει. Της δίνει είκοσι λεπτά. Τόσα είχε. Αυτή στραβομουτσουνιάζει. Ο γέρος με κοιτάζει σα χαμένος. «Κάθε δεκαπέντε μέτρα και ένας. Πού να δώσεις; Τώρα με τέτοια σύνταξη. Αλλά κι αυτοί πού νόμιζαν ότι έρχονταν; Δεν είναι παράδεισος εδώ». Ο γέρος με το σφιχτό του γκρι σακάκι – γιλεκάκι και το λευκό πουκάμισο κοιτάζει σα χαμένος. Μπαίνω στο δεύτερο κατά σειρά λεωφορείο.

Το κορίτσι βγαίνοντας απ’ το αμάξι κάνει μια αστεία γκριμάτσα. Κανονικά, αν δηλαδή υπήρχε κανονικά, θα έπρεπε κάτι αόρατα ηχεία στον ουρανό να παίζουν το «ο κόσμος πλούτη λαχταρά, μα εγώ ποθώ εσένα» και ύστερα να βρέχει για ώρες κόκκινα μαλλιά.

Ίσως αυτός, να είναι άλλος ένα λογαριασμός που πρέπει να πληρωθεί. Την άνοιξη, από δω και πέρα, όταν βλέπεις πεζοδρόμια δε θα μπορείς να σκέφτεσαι αυτόματα γυναικείες γάμπες και αέρινα βαδίσματα. Την άνοιξη φέτος, θα βλέπεις πεζοδρόμια και θα σκέφτεσαι τους σωρούς τα πτώματα. Λυπούμαστε πολύ. Το οικονομικό μας πρόγραμμα δεν περιλαμβάνει την άνοιξη που ονειρεύτηκες. Μήπως θα μπορούσες να ονειρευτείς κάτι πιο ισοσκελισμένο;

Με άλλα λόγια, το να επιμείνεις σε αυτή την πρωταρχική εμμονή, αποβαίνει οριακό. Να μπορείς ακόμη, χωρίς τύψεις, χωρίς ίχνη μιζέριας ή θλίψης, να χαζεύεις για ώρα μια γυναικεία πατούσα.

Advertisements

11 Σχόλια

Filed under Uncategorized

11 responses to “η μόνη σοβαρή οφειλή

  1. Νοητό υστερόγραφο: Ρε παρατήστε τα όλα κι ελάτε εδώ που τα ποτά είναι φτηνά και οι ζακέτες βγήκαν ήδη απ’ τη ντουλάπα!

  2. Δεν ξέρω, αλλά ποτέ στην ιστορία δεν νιώσαν τύψεις οι ζωντανοί, που δεν είναι με τους πεθαμένους.

  3. Παράθεμα: η μόνη σοβαρή οφειλή | TheNewsGr

  4. Raggedy Man

    Οι γάμπες σε βοηθάνε πολύ να ξεχάσεις τα απλήρωτα, αυτό έχω να πω.

  5. η άνοιξη

    αυτή η άνοιξη
    χίλιες
    φορές πιό δυνατή

    φέτος
    η άνοιξη

    σβήνω κυλώντας στα νερά βεβαίως
    δυνατά μ’ αγαπάς

  6. Παράθεμα: 18 Blogs που αξίζει να διαβάζεις

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s