σύντομη διαδρομή σε τσιμεντένιο δρόμο

«Κάθε Παρασκευή θάβει μία Πέμπτη»

-//-

Γυρνώντας απ’ την εκκλησία την Πέμπτη, παρατηρούσα τα ξεραμένα δέντρα. Κάποια δεν συνήλθαν ακόμη απ’ τη φωτιά, κάποια απλώς χτυπημένα απ’ το χειμώνα. Την ίδια διαδρομή, κάθε δεκαπενταύγουστο την κάναμε όλοι μαζί, όλο το χωριό δηλαδή. Μισοί περπατώντας στο πλάι, ανάμεσα σε τσιμέντο και βάτα, οι άλλοι μισοί μες στα αμάξια πηγαίνοντας σημειωτόν ανάμεσα στους ποδαράτους. Μια σύντομη δεκαπεντάλεπτη βόλτα, στην οποία παίρναμε μέρος αγουροξυπνημένοι, ακόμη μισομεθυσμένοι, με τον ήλιο κόντρα στα μάτια, κοροϊδεύοντας, κουτσομπολεύοντας, ανυπομονώντας για το πρωινό. Γουρουνοπούλα και κόκκινο κρασί στην αυλή, τυριά και σύντομες γκρίνιες για την εκκλησία, τον παπά, τη λαχειοφόρο αγορά. Όλα, λίγο πριν τις 11.

-//-

Κάθε φορά πια, σε κάθε θάνατο, σκέφτομαι το ύφος του πατέρα, πριν κανά χρόνο. Στην κηδεία της αγαπημένη θείας του. Γέρνοντας το κεφάλι, παρατηρούσε για ώρα τα λουλούδια και το χώμα. Ασυνήθιστη εικόνα. Να μένει κανείς ακίνητος, κοιτώντας απλά, όσο οι άλλοι, απομακρύνονται, πηγαίνοντας για τον καφέ και το κονιάκ. Έβλεπε πιθανά σε ένα και μόνο σημείο όλα όσα είχαν κατά καιρούς ειπωθεί. Τόσες και τόσες χρονιές, γιορτές, καθημερινά τηλεφωνήματα, μικροειδήσεις.

-//-

Παλιότερες διαδρομές για το χωριό. Πέντε ώρες αντί για τις σημερινές δύο. Άπειρες στροφές σ’ ένα γαλάζιο αυτοκίνητο. Θυμάμαι ακόμη πεντακάθαρα, λες και είναι απ’ τις πρώτες μουσικές που άκουσα ποτέ,  έναν Μπιθικώτση απ’ το κασετόφωνο. «κι όπως έκλαιγε το τέλι, έκλαψα κι εγώ μαζί». Ύστερα, αρκετά χρόνια αργότερα, την ώρα που διάβαζα με ανακατεμένη λύσσα και συγκίνηση, για κάποιον Χόλντεν, ένα παρόμοιο κασετόφωνο έπαιζε λοΐζο –αλεξίου. Και οι κάλπηδες του Χόλντεν βρήκαν παρέα στο «κάλπικε ντουνιά, τούτη η γη σου θέλει σπίρτο και φωτιά».

-//-

Κάποτε διάβαζα Κέρουακ και ονειρευόμουν τις ατέλειωτες βόλτες του Ντιν Μοριάρτι. Σκεφτόμουν την ώρα που θα χαθώ στις ερήμους των αμερικάνικων λεωφόρων ή σε μπαρ που μιλάνε μια άγνωστη γλώσσα.  Αργότερα, χάθηκα πραγματικά, εντελώς άγνωστος και μόνος, για λίγες μέρες ή λίγες ώρες, σε μια πόλη της Ευρώπης ή ένα νησί του Ιουλίου. Εξακολουθώ να εκτιμώ απεριόριστα μια κίνηση σαν αυτή του Νίκολσον στον Αντονιόνι, όμως, η επιθυμία μου πια συνήθως λειτουργεί σε ανάποδη κατεύθυνση. Αν κάποτε ήθελα να χαθώ σε ένα αόριστο και ανώνυμο πουθενά, τώρα αναζητώ τα μέρη που μπορώ να βρίσκομαι κάπου. Δεν ξέρω αν φταίει η ηλικία που περνάει ή οι συνθήκες της εποχής. Τώρα, όταν σκέφτομαι διαδρομές ή προορισμούς, θυμάμαι συχνά τους δεκαπενταύγουστους. Επιστροφή στο χωριό, απ’ την παναγία που βρίσκεται λίγο έξω.

-//-

Συνεπώς, όταν οι παλιές μάξελ βγαίνουν απ’ τα ράφια, ξεσηκώνεις κάτι περισσότερο από παλιά τραγούδια. «όπως έκλαιγε το τέλι» και «τούτη η γη σου θέλει σπίρτο και φωτιά». Εξ αντανακλάσεως και από σπόντα, βλέπεις τον μακρινό εαυτό να σου δείχνει με μια απαράμιλλη ηρεμία, το πού να σταθείς. Τα λόγια βρίσκονται πιο εύκολα απ’ όσο νομίζεις, κρατιούνται ακόμη ζωντανά στ’ αυτιά σου κι ας μην το πιστεύεις. Πλένονται με κόκκινο κρασί και παγωμένη ράκη. Μια ατέλειωτη σειρά λόγων και επιχειρημάτων, ένα αίσθημα πιο δυνατό απ’ την οποιαδήποτε ιδεολογία, ξαναβρίσκεται σε μια διαδρομή πάνω στον τσιμεντένιο δρόμο ή σε ένα ρεφραίν του «τι να πω».

-//-

Έτσι, όταν πεθαίνει η μάνα του πατέρα μου, οδηγώντας αυθημερόν για το χωριό, ξανακούω και τον μπιθικώτση και τον κάλπινο ντουνιά. Ξανακάνοντας τη γνωστή διαδρομή, αναρωτιέμαι τι ακριβώς έχει χαθεί. Μετά από κάτι τέτοιους θανάτους, μοιάζουν τα πόδια σου να πατάνε κάπως βαρύτερα, να μπαίνουν λίγο πιο βαθιά στο χώμα. Όμως δεν βουλιάζεις. Νιώθεις περισσότερο ότι μεγαλώνουν οι ρίζες σου, η επαφή σου με το χώμα, παρά ότι κάτι κόβεται ή χάνεται.

Κάτι τέτοιες ώρες, θυμάμαι πού πατάω και τί βρίσκεται κάτω απ’ τα υπερμοντέρνα, κομψά παπούτσια μου.
«Χώμα είσαι» λέει ο παπάς. Τριγύρω οι γνωστές φάτσες μισοθλιμένες, μισοχαμογελαστές.

Ύστερα τρώμε όλοι ψάρι στο ταβερνείο του χωριού.

Χώμα είσαι.

Advertisements

5 Σχόλια

Filed under ασυναρτησίες

5 responses to “σύντομη διαδρομή σε τσιμεντένιο δρόμο

  1. gazakas

    Αφού διάβασα τις δυο-τρεις πρώτες φράσεις κάτι με έσπρωξε -εμένα τον ψυχαναγκαστικό σε αυτό το θέμα- να πάω κατευθείαν στο τέλος του κειμένου. Από κει άρχισα να το διαβάζω κανονικά -τι κανονικά δηλαδή αφού το διάβαζα κομμάτι-κομμάτι από κάτω προς τα πάνω. Κάπως έτσι, ακολουθώντας τη φαντασίωση του Γούντι Άλεν, έφτασα από τον θάνατο και το χώμα στη χαρά του Δεκαπενταύγουστου, μιας γιορτής της ζωής ανήμερα ενός άλλου θανάτου. Ενδιάμεσα όλα είναι δρόμος και βρισκόμαστε πάντα στην αφετηρία γυρνώντας, γυρνώντας, γυρνώντας…

    ΥΓ. Τα λόγια πλένονται με το κρασί, όπως έπλεναν κάποτε τα κόκαλα των νεκρών…

  2. Ωραίο κείμενο!

    Ναι, αλλά πόσο ένδοξο χώμα, έστω και μέσα στην εφήμερη δόξα του.

  3. Ωραιότατο κείμενο…Χώμα είμαστε ναι..αλλά τουλάχιστον χώμα θα γίνουν κι οι εχθροί μας…καλημέρα! 🙂

  4. Όμορφο. Ασυναρτησία ζυγισμένη, τόσο όσο. Μ’ αρεσε.

  5. Πολύ ωραίο κείμενο. Μου ξυπνά παρόμοιες αναμνήσεις από 15αυγουστους στο χωριό.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s