φούσκες, αυτοαναφορές, ενδοσκοπήσεις κλπ

«Δεν γράφεις πια καλά», μου λέει η φίλη Κ. Την ακούω και από μέσα μου συμφωνώ. Οι λέξεις βγαίνουν κομπιαστά, σούρνοντας. Γδέρνουν τη γλώσσα . Απ’ έξω μου βέβαια, με υπερασπίζομαι.
Ισχύει όμως η διαπίστωση. Τί φταίει; Λέω, το τελευταίο διάστημα ο χρόνος πάει αλλού. Μια φευγαλέα σκέψη γίνεται ντραφτ, το ντραφτ δημοσιεύεται χωρίς πολλά πολλά. Ο χρόνος, ο κόπος πάει αλλού, όχι στο γράψιμο. Ας πούμε σε αυτό το παλιό Μπαχάρ* με το οποίο προφανώς σας ζάλισα, σας σπάμαρα, σας έσπασα τα νεύρα. (Παρεμπιπτόντως εδώ στο scribd, thanks to jaquou utopie). Ή με κάτι άλλα πράγματα , για τα οποία μην ανησυχείτε θα σας πρήξω εξίσου (πχ.).

Όταν δεν βρίσκω δικαιολογίες στο άγχος της δουλειάς, το γενικό ζόρι ή την αυξημένη ανάγκη για αλκοόλ και μπαρ, φτάνω χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία στον ίδιο λόγο που έβρισκα από παλιά. Η όποια νοηματοδότηση έρχεται μόνο μέσα απ’ την παρέα. Απ’ το καλοκαίρι και μετά, αυτή η παλιά ιδέα που με στριφογυρνά και κάποτε με κινητοποιεί, έχει πάρει νέες υπέρογκες διαστάσεις. Ακόμη και όσα ποστ ανέβασα στο βλογ τους τελευταίους μήνες είναι κατά κάποιο τρόπο κλεμμένα. Σκόρπιες ιδέες και κουβέντες απ’ τις εξόδους σε μπαρ και καφενεία. Κανονικές κλοπές απ’ τον rs και άλλους φίλους.

Ή το μπαχάρ* ας πούμε. Δεν γεννήθηκε από κάποια δημιουργική ανάγκη ή από κάποια αγωνία να εκφραστούμε, αλλά απ’ την παρέα, το μοιρασμένο ουίσκι και το μπαρ «το Κλουβί» στα Πετράλωνα. Στήθηκε εκεί, και σε μια άλλη καφετέρια, και οι σελίδες του γεννήθηκαν με τη γεύση όχι της καφεΐνης, αλλά κυρίως του jameson, άντε και του κονιάκ. Ακόμη περισσότερο, κάπου μετά το τριτοτέταρτο ποτήρι, συνειδητοποιείς ότι δεν χαίρεσαι τόσο επειδή ένα κείμενο που σου στέλνουν είναι καλό ή πολύ καλό. Η χαρά, ένα είδος καθαρής συγκίνησης, έρχεται επειδή κάποιοι συγκεκριμένοι άνθρωποι σου στέλνουν ένα κείμενο. Η χαρά έχει ως έδρα της εκείνο τον δίχως πρόσωπο άνθρωπο πίσω απ’ τα πλήκτρα και όχι το αποτέλεσμα του ρυθμικού χτυπήματός τους. Ή σε κάποιες περιπτώσεις η στιγμή της συγκίνησης είναι η στιγμή που συνειδητοποιείς ότι κάποιοι άνθρωποι που γράφουν τόσο καλά, είναι ακόμη καλύτεροι από κοντά. Ότι πχ. όλα τα κείμενα του χ σοφού ή του ψ μουγκού δεν κάνουν ένα ποτό με το χ σοφό ή τον ψ μουγκό. Και τί έγινε θα μου πεις; Ίσως να φταίει ο Μίλερ, ίσως κάτι άλλα σκόρπια διαβάσματα. Ίσως η περίφημη κρίση να σε κάνει να ψάχνεις συνενόχους με όλο και μεγαλύτερη μανία.

Με άλλα λόγια, απ’ το καλοκαίρι και μετά, ζω με αυτή την εντελώς έντονη, ξαφνικά, αίσθηση που λέει, τί να κάνεις τις λέξεις όταν οι άνθρωποι που τις ξεστομίζουν είναι τόσο ωραίοι; Παρηγοριά η μια, παρηγοριά κι η άλλη, αλλά στη δεύτερη περίπτωση σπάνε τα τσόφλια, γελάς διπλά, τσαλακώνεσαι και γυρνάς, περπατώντας, σπίτι. Έπειτα, μπορείς να λες, οκ κάτι έγινε και σήμερα. Αντέξαμε.

-//-

Κάπως έτσι λοιπόν, λες γιατί να γράφω όταν μπορώ να συναντήσω τους άλλους εκεί έξω γύρω από μια μποτίλια και μία δίκαιη μοιρασιά; Πριν προλάβω να απαντήσω φτάνει μια πρόσκληση. Τί συμβαίνει όταν κάποιοι δραματοποιούν ένα κείμενό σου;

Πήγα στην αίθουσα μουδιασμένος. Ήξερα τα προβλήματα του κειμένου, αισθανόμουν ήδη άσχημα, αλλά δεν είχα και καθόλου ιδέα τί θα δω. Ύστερα, η παράσταση άρχισε.

Στην αρχή μια απίθανη αμηχανία, μια εντελώς άβολη κατάσταση. Σχεδόν ντροπή. Οι λέξεις σου στη σκηνή, στο στόμα του ηθοποιού, σε μια παράσταση μπροστά σου. Παρακολουθούσα με χαμηλωμένο βλέμμα. Μετά από λίγο, μια ξαφνική αλλαγή μέσα μου. Οι λέξεις πια τρίβονταν στα μούτρα μου, τα λάθη γιγαντώνονταν, ένα κόμμα που έλειπε, μια τέλεια που δεν έπρεπε να μπει. Όλα έσκαγαν με φόρα στο πρόσωπό μου. Απανωτές σφαλιάρες από φωνήεντα, γροθιές στο στομάχι από επαναλήψεις λέξεων. Το ένα νόημα πλάι στο άλλο, σαν να μην κόλλαγε καθόλου. Μετατρεπόταν στη στιγμή σε ρόπαλο του μπέιζμπολ, σε βίτσα, σε λοστό και κατέληγε στην πλάτη, στα γόνατα και στα δόντια. Ξύλο κανονικότατο που δεν έλεγε να σταματήσει. Είναι ψέματα ότι βγάζεις αίμα ψάχνοντας τις κατάλληλες λέξεις. Φτύνεις αίμα όταν τις ακούς, όταν στις διαβάζουν δυνατά, όταν αντιμετωπίζεις στα ίσα το πρώην λευκό χαρτί.
Ένας καθρέφτης, αφόρητα καθαρός. Να πρέπει να σταθείς για ώρα, ανυπεράσπιστος, απέναντι στον εαυτό σου, με όλες τις αισθήσεις οξυμένες στα ακρότατά τους όρια. Η απόλαυση του γραψίματος να γίνεται ξαφνικά μια εκ των προτέρων χαμένη μάχη. Σαν κάποιος να έβγαλε όλο το (όποιο) μυαλό σου απ’ το κρανίο και να το άπλωσε κάτω απ’ το μικροσκόπιο μπροστά σου. Στο τραπέζι του εργαστηρίου, σκέψεις, εικόνες, αυτισμοί και κυρίως η αυτού μεγαλειότης, η εντυπωσιακά απύθμενη μαλακία σου.

Καθισμένος αναπαυτικά στην τελευταία σειρά της αίθουσας, χειρουργούσα χωρίς περιττές αναισθησίες το ίδιο μου το σώμα.

Υγ. Δύο τιτανοτεράστια ευχαριστώ για το τέλος του 2011.
Ένα, σε όσους στείλανε κείμενο για το περιοδικάκι. Ξέρουν αυτοί.
Δεύτερο, στους συντελεστές της παράστασης στην οποία αναφέρομαι («Unemployed – Η θεωρία» Ερμηνεία: Δημήτρης Κερεστετζής, Σκηνοθεσία: Ειρήνη Μαργαρίτη, βίντεο: Κύνθια Λιβανίου) για μία απ’ τις πιο ενδιαφέρουσες, αντιφατικές, υπέροχες, ταπεινωτικές εμπειρίες των τελευταίων χρόνων.

Advertisements

23 Σχόλια

Filed under ασυναρτησίες

23 responses to “φούσκες, αυτοαναφορές, ενδοσκοπήσεις κλπ

  1. λοιπόν είναι όπως τα λές κι όπως τα γράφεις και δεν συμφωνώ ούτε με τη φίλη σου την Κ. ούτε με τις δεύτερες σκέψεις σου, όπως τα γράφεις είναι κι ακόμη περισσότερο όταν, κάπου μετά το τριτοτέταρτο ποτήρι, συνειδητοποιείς ότι δεν χαίρεσαι τόσο επειδή ένα κείμενο που μόλις τέλειωσες είναι καλό ή χλιαρό ή άθλιο. Η χαρά, ένα είδος καθαρής συγκίνησης, έρχεται επειδή κάποιοι συγκεκριμένοι άνθρωποι σου ζητούν, σιωπηλά ή φωναχτά, τις λέξεις σου. Η χαρά έχει ως έδρα της εκείνο τον δίχως πρόσωπο άνθρωπο πίσω απ’ το μέιλ που σου λέει «στείλε» και όχι το αποτέλεσμα του δικού σου ρυθμικού χτυπήματος ανάμεσα σε ένα ποτήρι και δυο τσιγάρα όταν οι άλλοι στο σπίτι κοιμούνται κι εσύ χειρουργείς ακόμη μια φορά τον ίδιο σου τον εαυτό μη ξέροντας τι ακριβώς ψάχνεις να βρεις και γιατί επιμένεις στο ίδιο αναισθητικό που αποδείχθηκε ληγμένο.

    σ ευχαριστώ καλέ άνθρωπε που σε λένε βυτίο 🙂

    το κέρασμα περιμένει, εδώ το κρύο είναι ζωντανό και τα ποτήρια διψασμένα

    K.K.M.

  2. ΑΥΤΟ το κείμενο πάντως είναι πάρα πολύ καλό.

    «Η χαρά, ένα είδος καθαρής συγκίνησης, έρχεται επειδή κάποιοι συγκεκριμένοι άνθρωποι σου στέλνουν ένα κείμενο.»
    Ναι, και ναι.

  3. Σοφία Κου

    πρόσθεσε και την «καθαρή συν-κίνηση’ και μιας αναγνώστριάς σου, καθώς και τις ευχαριστίες της προς όλους τους δημιουργούς τού Μπαχαρ.

  4. δημοκρατικός είναι ο χώρος -διαπιστωμένα πράγματα- άρα έχει ο καθένας δικαίωμα στην άποψή του. η φίλη σας στη δική της κι εγώ που δεν είμαι φίλη σας στη δική μου ότι γράφετε ..παπάδες!!

    και το γιατί να συνεχίσετε να γράφετε, πέρα από τις συγκινήσεις που εσείς παίρνετε από αυτό, είναι σαφές. γιατί θα γίνετε αλκοολικός αν συναντιέστε και μοιράζεστε μερικά ποτήρια κάθε τόσο με όλους όσους νοιώθουν την ίδια συγκίνηση για όσα παίρνουν από τα κείμενά σας χωρίς εσείς να το ξέρετε. χωρίς ποτέ να σχολιάσουν ή να σας στείλουν μειλ.
    το παρατηρώ σε αρκετούς εξ΄υμών -προσωπικά μέσα μου θα μείνω για πάντα στην πλευρά των αναγνωστών- θεωρείτε κατ΄εξοχήν «κοινό» σας τους «συναδέλφους» ή τους ανθρώπους που επικοινωνούν μαζί σας, με αφορμή κάποιο κείμενο και που είναι σαφώς οι λιγότεροι. δεν μπαίνουν όλοι όσοι διαβάζουν σ΄αυτήν τη διαδικασία, ο καθένας για τους δικούς του λόγους. όλους σας διαβάζουν, ασφαλώς, πολλοί περισσότεροι. εντελώς απρόσωποι για εσάς. γι΄αυτούς λοιπόν να συνεχίσετε να γράφετε, άσχετα πόσοι από αυτούς θα αποκτήσουν στην πορεία «πρόσωπο» ή θα γίνουν αληθινοί σας φίλοι.
    κι όσο για το «καλά» ή «λιγότερο καλά», σαν τα φρούτα στα καφάσια είναι και τα κείμενα. τα μονίμως τέλεια και με τον ίδιο πάντα τρόπο αστραφτερά, καλό είναι να μην τα προτιμά κανείς, δεν είναι φυσιολογικά μεγαλωμένα. άνθρωποι είναι πίσω από τα πλήκτρα, με τα πάνω και τα κάτω τους. δεν είναι ούτε όλες οι εποχές ούτε όλα μας τα συναισθήματα ίδια και τα «λιγότερα καλά» , δείγματα αξιοπιστίας είναι και αυτά πως έχουμε να κάνουμε με αληθινούς Ανθρώπους.

    αυτά τα ..ολίγα και συμμορφωθείτε κι αφήστε τα «γιατί να γράφω..» εκτός αν θέλετε την επόμενη φορά το σχόλιο μου να είναι μεγαλύτερο από το κείμενό σας.. 🙂

    • ευχαριστήθηκα το σχόλιο σας, σχεδόν όσο το κείμενό σας στο βλογ.
      αλλά αυτοσχολιασμός και αυτοπαρατήση είναι, μην περιμένετε ότι θα ξεμπερδέψετε έτσι εύκολα. Έχει πολλές λέξεις ακόμη η ποστιέρα να ψήσει. 🙂
      το αλκοολικός θα είναι πρόβλημα μέχρι αυτά τα καθίκια οι γιατροί να αποφασίσουν επιτέλους να φτιάξουν αυτό το πλαστικό αναλλοίωτο συκώτι.

  5. Η χαρά η δική μου είναι που εσείς τα πίνετε και αλληλογραφείτε και χαιρόσαστε κι έτσι απολαμβάνω κι εγώ ένα απαλό άρωμα μες στην δύσοσμη καθημερινότητα.
    Σας είμαι ευγνώμων για το Μπαχαρ*(δεν θα μπορούσα να το βρω αλλιώς).

  6. Εεε….χμ…η MitW με πρόλαβε και τα είπε ολίγον διεξοδικότερα.

  7. moment in the wind, συμφωνώ κι επαυξάνω (κι εγώ)

  8. Εγώ συμφωνώ με την Κ. Επίσης νομίζω πως έχεις δίκιο: η ζωή είναι σαφώς πιο ενδιαφέρουσα. Πάντως τα κείμενα σχεδόν ποτέ δεν προδίδουν, πιο συχνά τα προδίδουμε εμείς. Πιο συχνά από το συχνά η προδοσίες παίζουν με τη ζωή. Αλλά ρε φίλε κάποια κείμενα αντέχουν και αυτό είναι πολύ ωραίο, γιατί τα χρησιμοποιείς σαν σελιδοδείκτες για το μέσα κάποιων ανθρώπων. Ας πούμε εμένα μου έχει μείνει αυτό το δικό σου που λέει για το χωριό και το δέντρο στην αυλή και…..

  9. Παράθεμα: Οι φίλοι μου σαλπάρουνε « Τα Χαμένα Επεισόδια

  10. Evita Myriam

    Εισθε γενναιος.

  11. tanevramou

    Ψιτ, καλά γράφεις. (αντερστέιτμεντ με τα όλα του)
    Αλλά κάποια στιγμή πρέπει να αποφασίσεις αν γράφεις για να βγάλεις το σώψυχο σου επι τούτου ή αν γράφεις γιατί δεν γίνεται να κάνεις αλλιώς.
    Είσαι συγγραφέας ή σχολιαστής ακόμα και του ίδιου σου του εαυτού;

    Αν και μεγαλούτσικος σε ηλικία, σε παίρνει να κάνεις σπουδαία πράγματα με το γράψιμο.

    Φιλικά tanevramou – γνωστός και ως οπορτούνας.

    • αλήθεια σωστή η ερώτηση, έχω αναρωτηθεί κι εγώ, ειδικά τώρα τελευταία που ρέπω μόνο προς την ατέρμονη ψυχανάλυση στο βλογ.
      Δεν έχω όμως σκεφτεί ποτέ σοβαρά κ διεξοδικά, τί θέλω κ γιατί γράφω.

      Οπορτούνας δεν αυτοχρήζεσθε. Η επανάσταση αποφασίζει. 🙂
      Χαιρετώ tanevramou k ευχαριστώ ειλικρινά για τον καλό λόγο.

  12. Παράθεμα: λόλα να ένα λαπ τοπι | just ..moments in winds

  13. έλα, ντάξει, υπερβάλλεις και το ξέρεις.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s