τίνος είσαι συ;

* Μοιάζει εύκολο να λυθεί το ζήτημα που προέκυψε. Στην αυλή, η κερασιά έχει μεγαλώσει πάρα πολύ και οι ρίζες της έχουν αρχίσει να πετάνε το τσιμέντο σε διάφορα σημεία. Φυσικά όποιον και να ρωτήσεις έχει μια γρήγορη απάντηση. Να μην κόψετε την κερασιά. Είναι δυνατόν να σας νοιάζουν κάποια τετραγωνικά τσιμέντου και μερικά πλακάκια; Ας το πετάξει το δέντρο και ας το αφήσετε χώμα. Ή ξαναφτιάχνετε το κομμάτι όταν και αν χαλάσει. Η απάντηση είναι απλή. Ωραία έρχεστε εσείς δύο φορές το χρόνο και κάθεστε πάνω στο τσιμεντάκι και τρώτε. Άλλος το φτιάχνει, άλλος πληρώνει, άλλος είναι μονίμως μ’ ένα βρώμικο πουκάμισο εργασίας όταν φτάνει στο χωριό.

Η σκιά της καρυδιάς ξεκαθαρίζει μερικά πράγματα σχετικά με τον μεσημεριανό ύπνο.

* Πέρα απ’ το οικολογικό, το πρακτικό (το ζήτημα της σκιάς εννοώ), το αισθητικό και μερικά ακόμη, μέσα μου, μου αρέσει να επαναφέρω συνεχώς και το μελοδραματικό μέρος του πράγματος. Η κερασιά έχει φυτρώσει εκεί, επειδή στο σημείο αυτό έτρωγε ο παππούς μου, στα κλεφτά, φρούτα και εκεί έφτυνε τα κουκούτσια. Γι’ αυτό είναι και οι ρίζες επιφανειακές. Ένα κουκούτσι έκανε την κερασιά, κανείς δεν τη φύτεψε. Εκτός αυτού, όταν έχω πιει και λιγάκι, μ’ αρέσει να σκέφτομαι ότι η κερασιά άρχισε να μεγαλώνει λίγα χρόνια αφού πέθανε ο παππούς. Μοιάζει λοιπόν κάπως σαν τη συνέχεια της παρουσίας του, κάπως σαν υπενθύμιση ή σαν τη σκιά ενός ανθρώπου που έζησε ακριβώς σ’ εκείνο το σημείο επί μισό και βάλε αιώνα. Έπειτα, ο συγκεκριμένος άνθρωπος παραμένει ένα δίχτυ ασφαλείας για τύπους σαν κι εμένα. Κάποτε του βρήκαν δουλειά και τον έστειλαν σε κάποια δημόσια υπηρεσία στην Αθήνα. Πολύ γρήγορα όμως αυτός παραιτήθηκε και επέστρεψε στο χωριό. Όλα αυτά σε μια εποχή που το κύμα των ανθρώπων ακολουθούσε εντελώς αντίθετες διαδρομές. Απ’ το χωριό στην πρωτεύουσα, αν όχι στις ΗΠΑ ή κυρίως στον Καναδά. Με καθησυχάζει η θέα της κερασιάς, λες και αυτή αποτελεί μια διαρκή υπόμνηση της αντίστροφης πορείας του συνονόματου. Ο οποίος φυσικά, δεν γύρισε επειδή ήταν εργατικός, δημιουργικός ή κάτι άλλο τέτοιο. Επέστρεψε γιατί προτιμούσε να κρατάει το καφενείο, πέφτοντας συνεχώς έξω και πότε πότε να μισοδουλεύει στα χωράφια (έτσι μου αφηγούνται τουλάχιστον). Αφήγηση που πρέπει να στέκει αν θυμηθώ την παροιμιώδη αφηρημάδα και την άσβεστη αγάπη για το κρασί, το φαγητό και τις κάθε είδους σιέστες. Ο παππούς λοιπόν ώρες ώρες μοιάζει να καταλήγει το μόνο ειλικρινές πρότυπο, ένας άνθρωπος χωρίς φιλοδοξίες, αλλά γεμάτος αργή, αβίαστη και γλυκιά όρεξη για ζωή.

Στην Αρκαδία, μετά τα τζιν τόνικ δεν πάμε για τυρόπιτες. Ζεστή γουρνοπούλα πάνω στο καπό

* Φτάνοντας στο χωριό, κατευθύνομαι αμέσως στην αυλή. Δεν κοιτάζω σε ποιό δωμάτιο υπάρχει κενό κρεβάτι. Υπάρχει μόνο η σκιά της καρυδιάς. Ξαπλώνω (και κρυώνω) μες στο μεσημέρι. Κοιμάμαι χωρίς να το καταλάβω. Κάποια στιγμή ξυπνάω και βλέπω στην ανοιχτή μου παλάμη ένα φύλλο απ’ το δέντρο. Δεν κουνάω καν το χέρι μου, αφήνω το φύλλο εκεί που είναι και ξανακλείνω τα μάτια μου, αδιαφορώντας πλήρως για όσους αυτή την ώρα τρέχουν σαν τρελοί στην εθνική οδό, για όσους πεθαίνουν ή επαναστατούν, για όσους θα κληθούν να πληρώσουν τα νέα μέτρα που αναγράφονται στο εσωτερικό της εφημερίδας που ανεμίζει λίγο παραπέρα. Ξανακοιμάμαι και κάνω έναν ανεπανάληπτα γλυκό και ελαφρύ ύπνο. Σκέφτομαι ότι σ’ αυτό τον ύπνο, στη σκιά της καρυδιάς κρύβεται πιθανότατα η εξήγηση του γιατί τα παιδιά αγαπούν και μισούν ταυτόχρονα τα καλοκαιρινά μεσημέρια, όταν τα αναγκάζουν να πάνε με το ζόρι για ύπνο. Ύστερα, ξυπνώντας βλέπω ότι ο αέρας έχει στείλει τις τέχνες στην τριανταφυλλιά. Πάω να τις μαζέψω, αλλά τελικά χαζεύω τη μακριά διαδρομή της χελώνας και στοιχηματίζω μέσα μου αν το πόδι του συμπαθούς ζώου θα πατήσει πάνω στη φωτογραφία του γνωστού καλλιτέχνη που δίνει συναυλία σε κάποια επαρχιακή πόλη. Δεν μου κάνει η χάρη.

Νέο – δημοτικά στο χωριό του Νικηταρά. Κι όμως, χωριό και άνθρωποι κερδίζουν με χαρακτηριστική άνεση τις εφηθωδικές αθλιότητες

* Λίγες μέρες μετά, βάζοντας τα πράγματα στο αυτοκίνητο, αλλάζω ύφος, φοράω τη στολή του πολέμου, της δουλειάς και της σπαστικής βιασύνης. Την ώρα που βάζω πρώτη, είμαι θαρρείς άλλος άνθρωπος. Φεύγοντας όμως, κοιτάζω απ’ τον καθρέφτη τους γονείς, που λίγο πριν με χαιρετούσαν. Σκέφτομαι ότι ζούμε συνεχώς το ίδιο σκηνικό. Στον καθρέφτη βλέπω παππού και γιαγιά όπως χαιρετούσαν, όταν αποχωρούσαμε οικογενειακώς στο τέλος του καλοκαιριού. Τότε καθόμουν στο πίσω κάθισμα ενός γαλάζιου honda civic, τώρα οδηγώ ένα μαύρο opel. Μέσα στον καθρέφτη, ο πατέρας μου επαναλαμβάνει τα βήματα του πατέρα του. Περνάει αργά το δρόμο για να μπει ξανά σπίτι, στεκόμενος για λίγο πάνω στη διαγράμμιση, σκύβοντας ελαφρά το κεφάλι. Ζούμε το ίδιο σκηνικό. Ο παππούς έβγαινε κρυφά στην αυλή να φάει ένα μεζέ, ένα γλυκό, μερικά κεράσια. Οι άλλοι του φώναζαν, δεν κάνει. Τώρα στο ίδιο περίπου σημείο, άλλοι φωνάζουν σ’ αυτούς που φώναζαν για τα τσιγάρα, τα κρέατα, τα άδεια ποτήρια κρασί. Άνθρωποι μπαινοβγαίνουν στην αυλή, τα παιδιά των πατεράδων τους σχολιάζουν τα πολιτικά, κοιτάζουν εικόνες των νεκρών σε ipad, κάθονται στις ίδιες καρέκλες, μαστορεύουν αυτά που ξεκίνησαν οι άλλοι. Χαζογελάνε, μα είναι ήδη διαλυμένοι. Μετράνε τις καρέκλες που χρειάζονται και βλέπεις ότι ντρέπονται να πουν ότι από μέσα τους μετράνε δυο τρεις καρέκλες παραπάνω. Θα έπρεπε να μην φοβούνται, να τις τοποθετούν άδειες, γύρω ή δίπλα στο τραπέζι. Μιλάνε όλοι μαζί πάνω απ’ το αρνί, μπροστά απ’ τη γουρνοπούλα, μέσα απ’ το κρασί. Είναι σοβαροί και πανίσχυροι και καλοσιδερωμένοι και είναι από καιρό διαλυμένοι.

Η επίμαχη κερασιά. Οι επίμαχες άδειες καρέκλες.

Λίγες μέρες πριν, μαζεμένοι οι (πάνω – κάτω ) τριαντάρηδες (κι όμως πολύ μεγαλύτεροι) της παρέας, σκοτώνουμε, γελώντας, άλλη μια φορά οικογένειες, σχέσεις, παλιούς τρόπους. Δίκιο έχουμε απ’ την αρχή ως το τέλος βέβαια. Μα κάτι συμβαίνει πάντα γύρω απ’ αυτά τα ξύλινα τραπέζια κάτω απ’ την κερασιά. Είναι ο αέρας, η αίσθηση ότι αυτή η μάζωξη δεν θα τελειώσει έτσι εύκολα όπως στην Αθήνα (κατά τις 5: «να σας αφήσουμε να κοιμηθείτε κιόλας»). Κι όλο ανοίγει η πόρτα και έρχεται κάποιος φέρνοντας κάτι ακόμη. Κάποια στιγμή μπερδεύομαι, μιλάω στην μάνα ή την κόρη, πίνω κρασί από μπουκάλι ή απ’ το παλιό βαρέλι (με την έξτρα οξύτητα), χαιρετάω πίσω απ’ το τζάμι του αυτοκινήτου πατέρα ή παππού. Πεθύμησα Κωλοσούρτη και αλεπάλληλες στροφές και τη γίδα βραστή που δεν έφαγα ποτέ. Οδηγώ με Άκη Πάνου και κρητικά, μετά από πολύ καιρό, αργά στη δεξιά λωρίδα.

Να πάει να γαμηθεί και το τσιμέντο. Θα τρώμε πάνω στο χώμα.

Advertisements

31 Σχόλια

Filed under τόποι που φαντάστηκα

31 responses to “τίνος είσαι συ;

  1. τ’ αγγέλου είσαι μάτια μου..

  2. «… την παροιμιώδη αφηρημάδα και την άσβεστη αγάπη για το κρασί, το φαγητό και τις κάθε είδους σιέστες…» σοφός ο παππούς!

    Στα πρακτικά θέματα υπάρχουν πρακτικές λύσεις. Ο πόνος, ομως, σταματάει ποτέ?

  3. Σκόνη και λάσπη να γίνουν τα τσιμέντα. Και όποιος 50+ πει ότι χρειάζονται, για την καθαριότητα και άλλα τέτοια παλαβά, να ξέρει ότι μία μέρα θα ξηλωθούν.

    Συνολικά 4 ώρες κρυφών ηχογραφήσεων της γιαγιάς εξύψωσαν κι αυτή και τον παππού σε δυσθεώρητα ύψη. Σκατά να φάμε και μεις οι φλώροι.

    Την καλησπέρα μου 🙂

  4. renata

    Όμορφα! Μια χαρά είναι το χώμα. Αύγουστος χωρίς επιστροφή εκεί δε γίνεται 😉

  5. προίκα σου είναι το σπίτι και η κερασιά; υποθέτω πως ναι.
    κι απορώ τι σκατά κάνεις στην Αθήνα.

  6. Τι ίδιες εικόνες έχουμε πολλοί σαν κι εσένα. Δεν είναι τυχαίο αυτο.
    Τις ίδιες σκηνές αναπαράγουμε με τα παιδιά μας. Για τα παιδιά μας.
    ΕΥΤΥΧΩΣ, υπάρχει ελπίδα ακόμη!

  7. ´Οταν κατάγεσαι από την Πελοπόνησο πονάει η πατρίδα μέσα σου…

  8. μια γνωστη μου, μου ελεγε καποτε με περισσια χαρα οτι η μανα της εριχνε χλωρινη σε ενα δεντρο για να το καψει ετσι ωστε να μαδισει και να αναγκαστουν οι ενοικοι της πολυκατοικιας να το κοψουν (γιατι ειχε γινει σχετικη συνέλευση και αποφασισανε να μη το κόψουνε)

  9. Η καρυδιά κάνει βαριά σκιά και βαθύ ύπνο. Για να έκανες γλυκό και ελαφρύ ύπνο, όντως ξανάγινες παιδί.

  10. πάντως για αποφυγή παρανοήσεων δεν γίνεται σοβαρά η συζήτηση περί κοπής της κερασιάς. Έτσι γίνεται μόνο για να διαφωνήσουμε οικογενειακώς. Πώς αλλιώς θα περάσουμε καλά; 🙂

  11. Ούτε εγώ έφαγα ποτέ γίδα βραστή στον κωλοσούρτη, είχαμε και εμείς παλιά ένα ξύλινο ράντζο ολόιδιο με αυτό κάτω απ’ την καρυδιά και αυτά τα φευγιά από το γενέθλιο τόπο είναι λίγο τελετουργικά νομίζω. Υπέροχος βυτίε.

  12. τι τέλειος ο παππούς που άφησε την ‘ασφάλεια’ της δημόσιας υπηρεσίας και την πρωτεύουσα για το χωριό του! παράδειγμα για όλους μας να’ναι αυτός ο λεβέντης παππούς που πήγε κόντρα στο ρεύμα.
    δεν υπάρχει πιο δύσκολο πράγμα, χρειάζεται κότσια και ψυχή.

    καλή μας επιστροφή..

  13. Το όνειρο να γίνει ταβερνιάρης προέρχεται δηλαδή από τις εικόνες του παππού σου;; Τι γλυκό!!! 😀 Κάτι μου λέει πάντως ότι έχεις κληρονομήσει και «την άσβεστη αγάπη για το κρασί, το φαγητό και τις κάθε είδους σιέστες» του παππού 😉

    Καλώς όρισες…. 😀

  14. catalternative με όλη τη συμπάθεια που σου τρέφω, θα σου έλεγα να σταματήσεις να διαβάζεις ποστ και να αρχίσεις να μελετάς τη δισκογραφία του φίλιππου νικολάου. Είδα ότι δεν ήξερες το άδειο μου πακέτο.
    Όταν έρθεις Αθήνα, θα εξεταστείς, να ξέρεις όλα τα αναγκαία άσματα.:)

    • Καλό μου βυτίο, αυτή την περίοδο ανακαλύπτω το Madchester μετά από προτροπή/χώσιμο του Γαλαξιάρχη. Υπόσχομαι όμως τα επόμενα σου ποστ να τα διαβάσω με μουσική υπόκρουση του Φίλιππου Νικολάου (αν και μου είναι κάπως βαρύς) για να σου κάνω το χατήρι 😀

      • Μην τον ακούς, στο βούρκο κυλιόμαστε μόνο αν το επιλέξουμε, όχι κατόπιν σύστασης :Ρ

        Βυτιο, δεν ήταν Φίλιππος Νικολάου, ήταν Μάκης Χριστοδουλόπουλος. Δεν ήταν «το άδειο μου πακέτο», ήταν » δεν κοιμάμαι τώρα πια τα βράδια».

        Με απογοητεύεις βαθειά, δεν το περίμενα αυτό από σένα. :Ρ

  15. Κι’ η κερασιά, κι’ η καρυδιά κι’ όσα αγαπάς εκεί είναι και σε περιμένουν να επιστρέφεις. Δεν σε ξέρω αλλά νομίζω πως εκεί ανήκεις.

  16. Όμορφα λόγια που αγγίζουν την ψυχή… Ευχαριστούμε για το μοίρασμα!

  17. Ιεεεπ!Συνελήφθητε κλέπτων οπώρας:
    ή
    1.διεκδικείται η καταγωγή του Νικηταρά από τους Αρκάδες-οπότε σπεύδω στη Νέδουσσα,να ξεσηκώσω τον κόσμο και να ξεσκονίσω τα καρυοφίλια
    ή
    2.πήγατε στη Νέδουσσα,περνώντας δίπλα από το σπίτι μου,χωρίς να μιλήσετε.
    Ένοχος κυριε πρόεδρε!

    • αλλιώς τα ξέρουμε εμείς αγαπητέ Σελιτσάνε. Τουρκολέκα ήμουν και από εκεί μου έχουν πει ότι κατάγεται ο Νικηταράς, εξού και ο μοναδικός δρόμος του χωριού που έχει όνομα, λέγεται οδός Νικηταρά.

      και εκτός των άλλων θα περνούσα δίπλα απ’ το σπίτι σας,χωρίς να πω μια καλησπέρα; όχι δα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s