το κέντρο του κόσμου

“Είναι δύσκολο να εξηγηθεί ότι κάποτε το κέντρο του κόσμου βρισκόταν παντού κι ότι τώρα όλα τα μέρη βρίσκονται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από το κέντρο του κόσμου”.

Χ. Βακαλόπουλος – Η γραμμή του ορίζοντος

***

Η πλατεία μου είναι ένας κύκλος που τετραγωνίστηκε. Τέλη του 1980, με αρχές του 1990 ήταν ένας κύκλος. Κάθε χρόνο, απ’ το Μάϊο μέχρι τον Οκτώβριο ζούσε μεγαλειώδεις ποδοσφαιρικές στιγμές. Πρώτα στον δρόμο, στην άσφαλτο μπροστά στο νηπιαγωγείο. Για τέρματα πέτρες και μπλουζάκια που εμπόδιζαν την κυκλοφορία και ευέλικτους κανονισμούς που, ας πούμε, επέτρεπαν την κλασσική ντρίπλα – σπόντα με τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Κάτι γείτονες φώναζαν από κάποιο μπαλκόνι. Εμείς απαντούσαμε μόνο στο “πού το είδες το φάουλ;”. Τα υπόλοιπα περίσσευαν ή δεν είχαν ήχο. Αργότερα τα αυτοσχέδια διπλά μετατράπηκαν σε μουντιάλ – πεναλτάκια και μεταφέρθηκαν εντός της πλατείας, πάνω στο γκαζόν. Το τέρμα σχημάτιζαν δύο φοίνικες. Εκεί λύθηκαν μια για πάντα ορισμένα ζητήματα κάποιας ιδιαίτερης βαρύτητας. Πχ. καταλάβαμε όλοι, ποιά είναι η σημασία του να αγαπάς τις ντρίπλες, αλλά να δηλώνεις ότι υποστηρίζεις Αργεντινή και όχι Βραζιλία. Επίσης αντιληφθήκαμε ότι το να είσαι Ολλανδία είναι προτίμηση αποκλειστικής απασχόλησης. Δεν θα είσαι ποτέ και κάτι άλλο.

***

Αρχές 1990, η πλατεία μου ήταν ένας κύκλος. Τα κορίτσια κάθονταν σε παγκάκια και παρακολουθούσαν τα πεναλτάκια. Ανακαλύψαμε έτσι ξαφνικά, ότι ωραίο το παιχνίδι, αλλά υπάρχει και κύπελλο. Εκεί, στον πάτο του κυπέλλου, ανακατεμένη με σαμπάνια και πυροτεχνήματα, βρισκόταν η Κ. Όσο ήθελε, ήμουν δύσκολος, απασχολημένος με τον Hagi, τη Ρουμανία και το κυνηγητό στα πλακάκια. Όταν δεν ήθελε πια, το ποδόσφαιρο εξαφανίστηκε, διαλύθηκε, καταργήθηκε μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα. Το πρώτο σημαντικό φιλί, με γλώσσα και απ’ όλα, το έχασα εξαιτίας του Hagi και ενός φίλου, του ίδιου που είχε αποφασίσει ότι θα είναι πιστός μόνο στην Ολλανδία. Η πλατεία όμως είναι ένας κύκλος και αρκετά χρόνια αργότερα, σ’ ένα πανάθλιο μπαρ, είδα ξανά την Κ. πίσω απ’ τη μπάρα. Ο dj έπαιζε ένα ατέλειωτο, επαναλαμβανόμενο, ιδρωμένο μπιτ και η Κ. σέρβιρε το ένα υποβρύχιο μετά το άλλο. Ήταν μια σχεδόν πικρή στιγμή, για όσους μπορούσαν να νιώσουν ταυτόχρονα στον ουρανίσκο τη μπύρα, το jack και το χρόνο τον ίδιο, αυτοπροσώπως. Το βράδυ έμοιαζε με μια κυνική επίθεση στο γκαζόν της στρογγυλής πλατείας των αρχών του 1990, γιατί ας είμαστε ειλικρινείς, παρόλο που μιλούσαμε για όλα όσα μεσολάβησαν, στην πραγματικότητα, το μόνο που έκανα ήταν να συντονίζω το βλέμμα μου με το μπιτ και το στήθος της Κ. Ταυτόχρονα, μάθαινα, ότι ο παλιός φίλος, αυτός που  κέρδισε τότε το κύπελλο και την Κ., αυτός που ήταν πιστός στην Ολλανδία, αυτός ακριβώς λοιπόν, παράτησε το παιδαγωγικό στο δεύτερο έτος, έδωσε ξανά Πανελλήνιες και τώρα είναι μπάτσος. “Μπάτσος ρε, το φαντάζεσαι;” μου είπε η Κ.

***

Αρχές 1990, η πλατεία μου ήταν κύκλος. Παίρναμε το κασετόφωνο απ’ το σπίτι του Μ., παίρναμε μπαταρίες απ’ το περίπτερο και ακούγαμε μουσική στο σημείο, που αποκαλούσαμε κάτω πλατεία. Ήμαστε μικροί, μας άρεσε ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου. Ντρέπομαι που το αναφέρω, αλλά προς υπεράσπισή μας, μας άρεσαν και οι Τρύπες και άλλωστε τα μικρά υπαίθρια πάρτυ πάντα τελείωναν με Αντίδραση ή αργότερα Green Day. Κάποτε, όταν γύρω στις 12, η “Ιαχωβού” ή ο φύλακας της πλατείας (είχαμε και τέτοιο) ή κάποιος άλλος διαμαρτυρόταν για τη φασαρία, μετακομίζαμε στο σπίτι του Μ. Εκεί χορεύαμε και ιδρώναμε, και μάλιστα χωρίς αλκοόλ (αν μπορείς κάν’το έτσι και τώρα) πάνω στο μωσαϊκό. Εκεί, αγάπησα το μωσαϊκό. Δεν το είχα καταλάβει ποτέ, μέχρι που πολλά χρόνια αργότερα, βρέθηκα σ’ ένα σπίτι στα Εξάρχεια και είδα το μωσαϊκό της κουζίνας. Αν δεν υπήρχε στην παρέα ένα ωραίο και πολλά υποσχόμενο κορίτσι, μπορεί και να καθόμουν σε μια καρέκλα της κουζίνας όλη νύχτα και απλά να κάπνιζα. Να κάπνιζα ασταμάτητα winston και lucky strike και camel μαλακό, και να κοίταζα απλά το μωσαϊκό ξεφυσώντας καπνό και χρόνια. Δεν μιλάω εδώ για μια γλυκιά νοσταγία, για ένα υγιή αναστοχασμό ή για παιδικές αναμνήσεις. Μιλάω για τον Μ. με μαλλί “μοϊκάνα”, μερικά χαμένα δόντια και τα μάγουλα ρουφηγμένα μέσα. Μιλάω για τον Μ. που απ’ το μωσαϊκό και τα πεναλτάκια στη στρογγυλή πλατεία, τον είδα νύχτα, δύο δρόμους απ’ την πλατεία Ομονοίας, να τρεκλίζει προς κάποια άγνωστη κατεύθυνση. Ο Μ. έβαζε το κασετόφωνο, ο Μ. ήταν ο κύριος εμπνευστής του Αργεντινή και όχι Βραζιλία, ο Μ. ήταν ο πρώτος που άνοιξε την πόρτα της στρογγυλής πλατείας, εκεί στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1990 και έφυγε. Ο Μ. από νουμεράκι στα πεναλτάκια, πρεζάκι στο κέντρο της Αθήνας.

***

Μέσα της δεκαετίας του 90, η πλατεία μου ήταν στρογγυλή και το ταμείο κοινό. Συναντιόμαστε με τη μπάλα ή χωρίς αυτή και το πρώτο πράγμα που κάναμε ήταν να ενώσουμε τα κέρματα που μας είχαν δώσει οι γονείς. Κάθε μέρα κοινό ταμείο. Στο τέλος της μπάλας ή του οτιδήποτε άλλου, δύο θα πήγαιναν στο σουβλατζίδικο απέναντι απ’ την πλατεία. Το σουβλατζίδικο λεγόταν “τα δύο αδέλφια” και κάθε πλατεία της Αθήνας είχε κι από ένα τέτοιο. Δύο κουβαλητές, με τα κοινά λεφτά στο χέρι, ψώνιζαν για όλους σουβλάκια, κοκακόλες, πατάτες και πίτες κομμένες. Όταν τα λεφτά ήταν λίγα έπαιρναν μόνο πίτες κομμένες. Κανείς ποτέ δεν αναρωτήθηκε ποιός βάζει τα περισσότερα, γιατί, πόσα ακριβώς είναι τα ρέστα, αν υπάρχουν ή οτιδήποτε άλλο παρόμοιο. Ήμαστε 12, 15, 13 χρονών και αν δεν τρώγαμε μαζί, καλύτερα να μην τρώγαμε καθόλου. Ήμαστε σχεδόν όλα τα παιδιά της γειτονιάς και είχαμε μόνο μία τσέπη. Όσα οι γονείς έβγαζαν αλληλοσκοτωνόμενοι στις πίστες της αγοράς, τα αγιάζαμε στο κοινό ταμείο και τα τρώγαμε υπό τη μορφή κομμένης πίτας. Στο στομάχι μας κατέληγε μόνο η κοινή πίστη, η κοινή πείνα, η κοινή απάντησή της. Το στομάχι μας, εκεί γύρω στις 9 το βράδυ, κάθε μέρα, δεν ήταν πολλά διαφορετικά όργανα σε πολλά διαφορετικά σώματα. Δεν είχαμε στομάχι, μόνο μια κοινή κομμένη πίτα.

***

Η πλατεία μου, τέλη του 1980, με αρχές του 1990 ήταν ένας κύκλος. Είχε μερικούς φοίνικες, κάποιες λεύκες, χώμα και γκαζόν, λίγες κούνιες και πολλά παγκάκια. Είχε έναν φύλακα, που σκούπιζε και πότιζε και μας κυνηγούσε, πότε επειδή είχαμε κάνει κάτι, πότε έτσι για το καλό. Γύρω γύρω, έμεναν ένα σωρό άνθρωποι και κυρίως οι γονείς μας, που όλο εφεύρισκαν λόγους να βγαίνουν στα μπαλκόνια και στις εξώπορτες και να μας φωνάζουν να γυρίσουμε μέσα. Γύρω γύρω, είχε μονοκατοικίες και μερικά δυόρωφα.

Η πλατεία μου, το 2011, είναι πια τετράγωνη. Δεν έχει καθόλου χώμα, έχει λιγότερο γκαζόν, περισσότερα πλακάκια και δυο τρία περίεργα συντριβάνια. Το σουβλατζίδικο “τα δύο αδέλφια” έκλεισε πέρσι. Το καφενείο που υπήρχε υπολειτουργεί, υπάρχει όμως μια καφετέρια με καναπέδες και μαξιλάρια και προτζέκτορα για τους αγώνες. Ακόμη χειρότερα, οι μονοκατοικίες είναι πια ελάχιστες και υπάρχουν τουλάχιστον τέσσερις εφταόροφες πολυκατοικίες. Ακόμη πιο χειρότερα, έχουν πεθάνει όλοι οι εκνευριστικοί και συμπαθητικοί γέροι , που μας έβλεπαν να παίζουμε μπάλα. Για την ακρίβεια, ο θάνατος έχει περικυκλώσει την πλατεία με τέτοιο τρόπο, ώστε αυτοί που χτυπάει πια να μην είναι γέροι ή τέλος πάντων να είναι οι νέοι του τότε, του κάποτε που η πλατεία ήταν στρογγυλή. Μιλάω για τις αρχές του 1990 και λέω ότι όσοι ήταν νέαροί γονείς και ανύπαντροι 30αρηδες στις αρχές του 1990 δεν μπορούν παρά να είναι πάντα τέτοιοι.

Η πλατεία μου, το 2011, δεν είναι πια πλατεία μου, μένω αλλού. Όταν φτάνω όμως εκεί, όταν επιστρέφω στο πατρικό, ξέρω πολύ καλά, ότι εδώ είναι ένα απ’ τα πολλά μέρη, που εξακολουθούν να είναι το κέντρο του κόσμου. Εδώ, βλέπω τους σημερινούς εαυτούς μας να λένε ένα ξεψυχισμένο γειά, τις καινούριες παρέες που παίζουν με μπάλες και λαπτοπ, τους νεαρούς γονείς του τότε, κουρασμένους συνταξιούχους ή σχεδόν τέτοιους. Ξαναβλέπω τα ίδια δοκάρια – φοίνικες να επιμένουν να παριστάνουν την Ιταλία του 1990. Ξαναβλέπω τα πάντα, το κοινό ταμείο, το φιλί της Κ., το πρόσωπο του Μ. πριν την πρέζα, την καρέκλα της γριάς που καθόταν απέναντι. Η ζωή δεν πατάει φρένο ούτε για ένα δευτερόλεπτο, περνάει διαρκώς από πάνω μας. Μια κάλπικη μελαγχολία είναι η συνηθισμένη αντίδρασή μου στους εφτά ορόφους που ορθώνονται πλέον απέναντι απ’ το παλιό δωμάτιό. Κάπου κάπου όμως, εκεί ακριβώς που ανοίγω την πόρτα του αυτοκινήτου, νομίζω πως ακούω μια βουή απ’ την άκρη της – ξαφνικά ξανά – στρογγυλής πλατείας. Είναι οι φωνές που χτυπάνε με όλη τους τη λύσσα πάνω στο μωσαϊκό, περνούν απ’ το ανοιχτό παράθυρο και έρχονται να πέσουν πάνω μου με φόρα μερικών εκατοντάδων χιλιομέτρων.

“Όταν ξυπνάω τρομαγμένος, βλέπω εσένα
μια γνώριμη σκιά στον ουρανό
Με πλησιάζεις με λόγια ιδρωμένα
με νανουρίζεις, μα εγώ κλαίω και σου ζητώ

Στο δρόμο να με βγάλεις που ανεβαίνει
για τη δικιά σου κοντινή Αμερική
Μ’ ένα κλειδί κι ένα περίστροφο στην τσέπη
θέλω να τρέξω κατά εκεί”

**ποστίδιο παρασκευασμένο για τις Μητροπολιτικές Ιστορίες**

Advertisements

9 Σχόλια

Filed under ταυτολογίες - για τη νοσταλγία, διάφορα

9 responses to “το κέντρο του κόσμου

  1. a passer by

    ανατριχιασα ρε φιλε..θυμηθηκα τα δικα μου που παραλιγο να μην τα ζησω για καμια 3ετια,,δεν εφτανε το ποστ ηρθε και ο ποιητης αγγελακας να με αποτελειωσει,,

  2. το κέντρο του κόσμου, αυτό που έγραψες, αυτό πόσο παίζει να ισχυεί κ σκέφτομαι… εμένα η δικιά μου πλατεία ήταν το «τούνελ», σε μια γειτονια των Τιράνων…

  3. Φαντάσου πόσο παράξενα αισθάνεται κανείς όταν, μετά από τις αγαπημένες πλατείες των στάκαμαν και του κυνηγητού, των πρώτων κανονικών φιλιών και των ατέλειωτων εφηβικών συζητήσεων, βρεθεί ξαφνικά σε μια πλατεία ξενόγλωσση, με κτίρια που δεν έχουν πάνω τους ίχνη από κανένα αθώο παρελθόν, από κανενός είδους «παιχνίδι», και παραδεχτεί μέσα του πως ναι, έτσι όπως ήρθαν τελικά τα πράγματα, «εμένα αυτή είναι η δική μου πλατεία».
    Γιατί όλες οι άλλες άλλαξαν, έφυγαν, μου ξέφυγαν, και μόνον αυτή η τσιμεντένια, η παροδική, η καταρχάς ελάχιστα εκτιμημένη είναι ακόμη εδώ και, τίμια, συνεχίζει να μου λέει πως παρόλη τη γύμνια της θα είναι εδώ και αύριο, ολόιδια, και θα με περιμένει… Χωρίς να μου τάζει λαγούς με πετραχήλια ή συγκινήσεις σαν τις παλιές, αυτή τουλάχιστον, η ασχημούλα, μου ξεκαθάρισε από την αρχή τα πράγματα και με άφησε ελεύθερη να διαλέξω.
    Ενώ οι άλλες, οι αγαπημένες, στην περίπτωσή μου δεν υπάρχουν καν.
    Στο μυαλό μου μόνο, ενδεχομένως, μα πόσο να αντέξει πια ένας άνθρωπος να τρέφεται μόνο με αναμνήσεις;…

  4. Παναγιώτης

    φιλαράκι βυτίο,
    μια απο τα ίδια
    και για τη δικιά μου πλατεία , που δεν ήταν πλατεία , μα ένα πάρκο με γρασίδι , στο οποίο ξημεροβραδιαζόμασταν παίζοντας μπάλα.
    και επειδή κάποιος έφτιαξε ένα άγαλμα από αυτά της μπερδεμένης τέχνης
    και επειδή κάποιος στο δήμο το έπαιζε κουλτουριάρης
    όλο το πάρκο άλλαξε σε ένα μπερδεμένο πλακόστρωτο με ένα σύμπλεγμα τέχνης για να το φυλάει.
    και μεις απομείναμε χωρίς μπάλα.
    σε πάω που δεν έχεις αδειάσει από τις αναμνήσεις σου

  5. χαιρετώ σας catalternative, a passer by, ανυπο/μονε, xilaren, theorema, Παναγιώτη, Κροτ.
    θενκ γιου γενικώς.

  6. Τσιγαράκι, τσιγαράκι, που λέει και η από πάνω σου, κι ας το έχω κόψει…
    (Πού και πού παρασπονδώ)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s