wasted post

Ο ολντ μπόι όταν μιλάει για ταινίες είναι ενοχλητικά επιεικής. Αυτό όμως το ξέραμε. Ο Ξυδάκης γράφει ένα κείμενο πολύ καλύτερο απ’ την ταινία. Αυτό το περιμέναμε. (Συμφωνώ – δυστυχώς συχνά τον τελευταίο καιρό- με τον Σραόσα. Θα το κοιτάξω όμως). Κανονικά θα έπρεπε να αφήσω την άνοιξη να μ’ αρπάξει απ’ το μανίκι, αλλά τί να κάνεις, που πριν βγεις στις παραλίες και τον ήλιο, θες να απαλλαγείς από λίγο απ’ το δηλητήριο του χειμώνα.

Κατ’ αρχάς όποιος δεν έχει δει (και θέλει να δει) το wasted youth ας μην συνεχίσει παρακάτω. Δεν χάνει και τίποτα άλλωστε. Επαναλαμβάνω, ακολουθεί spoiler και γκρίνια.

Στην ταινία βλέπουμε τις παράλληλες ζωές του 16χρονου (;) Χάρη και ενός 40χρονου (;) αστυνομικού. Η ταινία τελειώνει με τη δολοφονία του 16χρονου απ’ τον συνάδελφο του πρωταγωνιστή. Ενδιαμέσως παρακολουθούμε τις ζωές των δυο στην καλοκαιρινή Αθήνα. Αποσπάσματα απ’ τις ατέλειωτες βόλτες του πιτσιρικά, σκέιτ στο Σύνταγμα, φλερτ στα βράχια, σουβλάκια στο Μοναστηράκι. Αν μπορώ να βρω ως θετικό ότι η ταινία επιτρέπει στην απεικόνιση του παιδιού αυθεντικότητα, απ’ την άλλη νομίζω ότι οι σχέσεις του παιδιού παρουσιάζονται σχηματικά. Η σχέση με τον πατέρα σε ένα δυο λεπτά. Κάπου σ’ αυτά υποτίθεται ότι πρέπει να δούμε το χάσμα και να καταλάβουμε ένα χαστούκι και μια επαναλαμβανόμενη προτροπή «θα βρεις δουλειά;». (εδώ παρεμπιπτόντως απορώ, γιατί δουλειά το 16χρονο; Είναι φτωχοί; Για χαρτζιλίκι; Γιατί δεν πρέπει να γυρνάει βολτάροντας άσκοπα;). Για τη σχέση του μικρού με τη μητέρα δες τον Ξυδάκη παραπάνω, κάνει μια έξοχη υπερερμηνεία. Γενικά παρακολουθούμε διάφορες σκηνές, σπαράγματα της ζωής του παιδιού. Αν εξαιρέσεις το άσχετο (και κτγμ αστείο) αρχικό μέρος, όπου ο μικρός βρίσκεται σε ένα άσχετο σπίτι κάποιας πλούσιας φίλης της μάνας, μπορώ να δω μια ειλικρινή διάθεση κινηματογράφησης κλπ.

Ο άλλος ήρωας της ταινίας, ο παραιτημένος, πικρός, αγωνιώδης αστυνομικός του Καλετσάνου δίνεται κτγμ ακόμη πιο ωραία. Το πνιγηρό σπίτι, η κόρη με το ipod, η γριά, οι διαρκείς νυχτερινές βάρδιες, τα ματαιωμένα οικονομικά ανοίγματα.

Όλα αυτά όμως δεν έχουν απολύτως καμία σημασία. Γιατί η ταινία, απ’ την στιγμή που επιλέγει αυτό το τέλος, δεν θέλει απλά να μας δείξει δύο παράλληλες ζωές, ένα χάσμα, την Αθήνα κλπ. Η ταινία υπάρχει για 90 λεπτά, μόνο και μόνο για να μας δείξει τα τελευταία 8. Καλώς ή κακώς το fight club υπάρχει γιατί ο Τάιλερ Ντέρντεν είναι το ίδιο πρόσωπο με τον αφηγητή. Θα ήταν άλλη ταινία αν ο Πιτ δεν ήταν ο Νόρτον και αλλιώς θα την σχολιάζαμε. Παρομοίως, δεν υπάρχει Κάιζερ Σόζε χωρίς το στραβό περπάτημα.

Όλη η «ειλικρινής» κινηματογράφηση λοιπόν συμβαίνει μπροστά στα μάτια μας, μόνο και μόνο για να συναντηθούν οι δύο κόσμοι στο τέλος. Μόνο και μόνο για να δούμε την ακριβή αναπαράσταση, την οπτική του πραγματογνώμονα, την κατασκευασμένη απεικόνιση. Ότι κι αν έλεγα κατά τη διάρκεια της προβολής, η τελευταία σκηνή μου έφερε ντροπή. Αυτή είναι η λέξη. Ντροπή. Πρόκειται για εκμετάλλευση, δυστυχώς. Εξηγούμαι:

Η σκηνή στην οθόνη είναι ότι θα περιέγραφε ένας αυτόπτης μάρτυρας στο δικαστήριο. Παιδιά μαζεμένα, που πίνουν μπύρες έξω από μαγαζί στο πεζοδρόμιο. Λογομαχίες, δυο τρία σκόρπια «άντε γαμήσου», «είσαι μάγκας;», ένα μπουκάλι που φεύγει προς το μέρος των αστυνομικών. Το 16χρονο έχει παρόμοιο μαλλί. Ο αστυνομικός σηκώνει παρομοίως ξαφνικά το όπλο. Θα μπορούσε το γύρισμα να γίνει και στην Μεσολογγίου.

Εκμετάλλευση λοιπόν, όπως εκμετάλλευση και αθλιότητα είναι όταν στα παράθυρα των ειδήσεων, βουλευτές αριστερών και όχι μόνο κομμάτων μιλάνε για τον «Αλέξη». Όπως αθλιότητα είναι όταν γράφουν στους τοίχους οι επαγγελματίες εξεγερμένοι και όχι τα παιδιά που καίγονται το Δεκ. του 08 «αυτές οι μέρες είναι του Αλέξη». Το παιδί είχε και επώνυμο. Η χρήση του μικρού επιχειρεί να δείξει οικειότητα, συμμετοχή στη θλίψη. Τρίχες φυσικά.

Επανέρχομαι. Στην ταινία τον 16χρονο δεν σκοτώνει ο πιεσμένος ήρωας, αλλά ο συνάδελφός του. Αυτός υπάρχει στο φιλμ για περίπου δύο λεπτά. Όταν βλέπει τσόντες στο iphone και όταν σχολιάζει για την κόρη του ήρωα «Άμα είναι όμορφη, δεν χρειάζεται τρεις γλώσσες. Θα της έρθουνε πιο καλά τα πράγματα». Μάλιστα στο σημείο αυτό έχουμε αλλαγή, αφού αρχικά ο πρωταγωνιστής θα σήκωνε το όπλο, αλλά μετά κρίθηκε ότι καλύτερα ο συνάδελφός του, αφού έτσι θα υπήρχαν «λιγότερες εξηγήσεις» (ο σκηνοθέτης το είπε αυτό). Τι σημαίνει άραγε ότι αυτόν που σκοτώνει τον έχουμε δει μόνο σε δύο σχολιάκια σεξουαλικού περιεχομένου; Ευκολία ανυπολόγιστη. Φτήνια.

Συνεχίζω. Ποιός είναι λοιπόν ο σκοπός της ταινίας; Να παρουσιάσει την ιδρωμένη, αντιφατική και ασφυκτιούσα Αθήνα; Να παρουσιάσει δύο παράλληλες ζωές; Να παρουσιάσει μια δολοφονία; Ο ένας απ’ τους δύο σκηνοθέτες μιλάει, αν τον καταλαβαίνω καλά, για τη συνάντηση των δύο κόσμων. Πώς να μιλήσεις όμως για τη συνάντηση αυτών των δύο κόσμων και μάλιστα όταν ο ένας συντρίβει τον άλλο; Εννοώ αυτών των δύο κόσμων που υπήρξαν πραγματικά, μπροστά στα μάτια μας πριν δύο χρόνια. Αν ήθελαν οι σκηνοθέτες να κάνουν μια ταινία «με την αίσθηση του επείγοντος» όπως χαρακτηριστικά λένε, γιατί έπρεπε να δείξουν την δολοφονία και ειδικά με αυτόν τον τρόπο; Γιατί έπρεπε να χρησιμοποιήσουν ένα νεκρό παιδί, που ακόμη στοιχειώνει μια παγωμένη κοινωνία; Και στοιχειώνει γιατί εδώ και δύο χρόνια δεν τον πενθούμε, αλλά τον ανάγουμε σε επιχείρημα. Πώς μπαίνει ο Α.Γ. στην ταινία, όταν στην ουσία παρακολουθούμε τις ιστορίες δύο ανθρώπων που ζουν ζόρικες και μισές ζωές; Είχε ο Γρηγορόπουλος ή ο Κορκονέας παρόμοια ζωή; Πώς συσχετίζονται η πραγματική δολοφονία με τις αφηγήσεις των συγκεκριμένων ζωών;

Είναι ένα τέτοιο χάσμα δηλαδή, που οδήγησε εκείνη τη νύχτα στο νεκρό Γρηγορόπουλο; Είναι η αναπόφευκτη σύγκρουση γενιών που ζουν στερημένες, από την μεταξύ τους επαφή και αγάπη; Αυτό μας λέει η ταινία; Κι αν το λέει, γιατί έπρεπε να μας πετάξει στα μούτρα ξαφνικά τον αληθινό θάνατο;

Αν ενοχλήθηκα μια φορά με την ταινία, βλέποντας τη συνέντευξη του γερμανού συν-σκηνοθέτη εκνευρίστηκα πραγματικά. Στις εύλογες (άσχετο αν συμφωνώ ή όχι) απορίες του ανθρώπου που κάνει τις ερωτήσεις (μην τον πω δημοσιογράφο και τον θίξω 🙂 ), απαντάει με μια θλιβερή αμηχανία. Μου δείχνει ότι δεν ξέρει ακριβώς τι θέλει με το τέλος. Τώρα γενικά δεν έχω ζητήματα, να θέλω συγκεκριμένους σκοπούς, λύσεις και μηνύματα στην τέχνη, αλλά εν προκειμένω υπάρχει τεράστιο πρόβλημα. Δεν χρησιμοποιείς τον πραγματικό νεκρό, χωρίς να ξεχωρίζεις στο μυαλό σου ποιος τον σκοτώνει ή τι ακριβώς θέλεις να δείξεις, εκστομίζοντας επιχειρήματα του στιλ «πήραμε μια απόφαση και την ακολουθήσαμε στην πορεία».

Εν ολίγοις, η ειλικρίνεια ήταν επιδερμική και η αυθεντικότητα πλαστή. Ο τρόπος γυρίσματος ήταν περισσότερο θέμα στιλ παρά άποψης.   Γιατί, ενώ δεν έχεις αποφασίσει τι ρόλο παίζει η δολοφονία στην ταινία σου, απλά αποφασίζεις να την βάλεις έτσι κι αλλιώς. Και να την δείξεις μάλιστα βάζοντας τον καθρέφτη, γωνία Ζωοδόχου Πηγής και Μεσολογγίου. Η προηγούμενη προσπάθεια λοιπόν με αφήνει παγερά αδιάφορο, αφού ο σκοπός της ταινίας είναι φτηνός. Γιατί τελικά, δεν έχει εμπνευστεί απ’ τον θάνατο του Γρηγορόπουλου. Ήθελε απλά να χρησιμοποιήσει μια σκηνή με τον θάνατο του Γρηγορόπουλου.

Αν είμαι υπερβολικός και μίζερος, δεν πειράζει. Ζωή είναι θα περάσει.

Υγ. Σύγχυση ακόμη και για τον (εντελώς μεγαλόστομο) τίτλο της ταινίας βλέπω στο Έλληνα συν-σκηνοθέτη.

Advertisements

18 Σχόλια

Filed under πολιτισμός και καβαλίνα, κινηματογραφικά

18 responses to “wasted post

  1. δεν μπορώ να αποφασίσω μέσα μου αν συμφωνώ ή όχι με την θεματολογία της ταινίας, αλλά αυτό που ξέρω είναι ότι όσο δεν ξεχνάμε, τα πράγματα μπορούν να γίνουν μόνο «καλύτερα». Η ταινία εμμέσως πλην σαφώς είναι επηρεασμένη από το γεγονός της δολοφονίας. Το βλέπουμε άλλοι εκνευριζόμαστε άλλοι τσαντιζόμαστε άλλοι συγκινούμαστε …το θέμα είναι ότι δεν ξεχνάμε και δεν απορούμε ….τι είναι αυτό που μας θυμίζει.

  2. Είπες μια φορά να κάνεις κριτική ταινίας και από τη φόρα σου τις έβαλες όλες μέσα: και Φάιτ Κλαμπ, και Συνήθεις Ύποπτους 🙂

    Εμένα με πείσατε (εσύ και ο Σραό), δεν θα πάω να τη δω. Γενικά δεν έχω καθόλου καλές σχέσεις με αυτή τη γενιά Ελλήνων κινηματογραφιστών. Ιδίως όταν μπλέκουν, έτσι για γούστο και χωρίς λόγο, το πιο πιασάρικο γεγονός της τελευταίας πενταετίας, βλ. «Χώρα προέλευσης». Αυτά.

  3. Δεν μου αρέσει το ύφος αυτού του κειμένου. Μιλάει από κάποιο ανεξακρίβωτο ύψος . Και δεν μου αρέσει (ούτε ως χαριτολόγημα) το ήθος της τελευταίας φράσης του (πριν το υστερόγραφο).

    Δεν πειράζει βέβαια: ζωή είναι. Περνάει…

  4. Γιώργο, πρέπει βέβαια να παραδεχτείς πως είναι προς τιμήν του Βυτίου μας που παραδέχεται τη μιζέρια του. 😛

  5. Δε θα μπορούσα να το θέσω καλύτερα. Κι ούτε μπόρεσα.

    Μικροπρεπείς εφετζήδες τυμβωρύχοι.

  6. Προκαταλαμβάνει τα σχόλιά μας Κροτ και τους χαρακτηρισμούς μας 😉 Δεν μας «αφήνει» εξαρχής να χαρακτηρίσουμε ελεύθερα…

  7. Αυτός δεν είναι αρκετός λόγος για να μην το κάνουμε όμως.
    Επίσης αυτό δε θα μας σταματήσει από το να κάνουμε το wasted post μπουρδέλο! :Ρ του ταιριάζει αφού!

  8. a passer by

    συγνωμη αν χαλαω το υποβαθρο της σοβαροτητας που εχει δημουργηθει,αλλα πιστευω οτι μια κριτικη για το fight club θα ηταν πολυ καλυτερη για ολους,γιατι για την ταινια που σχολιασες ουτε οι σκηνοθετες δεν ξερουν τι εννοει κατα πως φαινεται ας μην το βρουμε εμεις,,(περιμενω κριτικη του fight club εναγωνιως)

  9. @ elasticrash,
    καλώς τον. οκ δεν διαφωνώ σ’ αυτό. επισης όσο περισσότερο μιλάμε γι’ αυτό, όλοι μας – όχι μόνο τα επίσημα μμε- τόσο το καλύτερο. Αλλά εν προκειμένω δεν με ενοχλεί ακριβώς η θεματολογία, αλλά ο τρόπος που ασχολήθηκε με αυτήν.

    @ Δύτη,
    τη χώρα δεν την έχω δει ακόμη, αλλά θέλω. άκουσα αντιφατικά σχόλια.
    πάντως ότι πολλές ταινίες/έργα τέχνης θα χρησιμοποιήσουν το ενλόγω θέμα είναι αναπόφευκτο. Το θέμα είναι πως. Κι επίσης αρχίζω να νιώθω ότι παραήμουν αυστηρός, χωρίς βέβαια να αλλάζω έστω και στο ελάχιστο άποψη. Μη με ρωτήσεις πως γίνεται αυτό.

    @ Γιώργο Κατσαμάκη,
    για την τελευταία φράση ένα δίκιο το έχετε. Τώρα τελευταία τη λέμε μεταξύ μας μια παρέα και μου βγήκε φυσικά, σας διαβεβαιώ στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έκρυβε κάποια ιδιαίτερη ειρωνεία. Πάντως ναι, αυτό το να αυτουπονομευτώ, ώστε να αποδυναμώσω a priori την κριτική, το κάνω συχνά – καλώς ή κακώς. Με πιάσατε. Αλήθεια.
    Όσο για το ύφος, όχι δεν κριτικάρω από κάποιο ύψος, αλλά απ’ τη θέση του θεατή που υπήρξε στην Αθήνα το Δεκέμβρη του 08 και απ’ τη θέση του ανθρώπου που ξαφνιάστηκε – το λιγότερο δυσάρεστα- από αυτό που είδα εγώ ως φτήνια (θα έλεγα και ύβρη, αλλά ακούγεται πολύ μελοδραματικό).

    @ Καλησπέρες Σραόσα.
    (μου χρωστάς 8 €. ή μάλλον όχι εσύ. Ο όλντ μπόι ο φίλος σου).

    @ Κροτ, «ένα μπουρδέλο είμαστε» ρυθμικά και στο ριπίτ.

    @ a passer by,
    η αλήθεια είναι ότι γίνομαι πολύ αυστηρός και περίεργος όταν κρίνω ταινίες. Και δεν έχω και τις γνώσεις. Οπότε γενικά το αποφεύγω. Για το δε φάιτ κλαμπ, τί να πούμε; Τα λέει όλα η τελευταία σκηνή. Νόρτον και Κάρτερ χέρι χέρι την ώρα που διαλύεται μπροστά στα μάτια τους το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Και στα αυτιά μας

    σχεδόν παράδεισος

  10. νομιζω οτι στο βαθμο που το ποστ σου κινητοποιει συζητηση γυρω απο το τι και το πως του γεγονοτος, αυτο ειναι κερδος. ειναι νωπη ακομα η ιστορια για να μπορεσουμε ν α τη δουμε ψυχραιμα, αλλα οχι τοσο ωστε να ειμαστε δικαιολογημενοι οταν δεν προσπαθουμε να καταλαβουμε το πως και το γιατι. με τρομαζει πολυ αυτη η αδυσωπητη αναγκη του Ελληνα για μια οποια σιγουρια, και το οτι οχυρωνεται πισω απο πολιτικα σλογκαν (ολοκληρου του πολιτικου φασματος) θεωρωντας τα δικες του σκεψεις που τον προστατευουν. χωρις καμια προπσαθεια να τα δει μεσα απο τις δικες του εμπειριες ζωης, να τα ζυγισει μεσα απο τη δικη του πραγματικοτητα. επισης, ακομη περισσοτερο με τρομαζει στο οτι πολλα γεγονοτα τα τελευταια χρονια κινητοποιησαν συναισθηματικα τον Ελληνα (η κοπελλα που πεθανε απο καρκινο και τα φακελλακια των γιατρων, οι πυρκαγιες τα καλοκαιρια, αυτο το παιδακι στα εξαρχεια, καποιοι ακομα θανατοι) αλλα τοση εξαρση, τοσος θυμος, και τπτ δεν αλλαξε – τπτ δεν αλλαξαμε. συγνωμη για το σεντονι, εχω παραξενη διαθεση πρωινιατικα.

  11. Εγώ, Βυτίο, θα συμφωνήσω με την ερμηνεία/τοποθέτηση κατά Ξυδάκη.
    Το wasted youth πρέπει να το δούμε ως ταινία, πάνω στη σημερινή γενιά εφήβων, όχι ως ‘κραυγή΄για την υπόθεση Γρηγορόπουλου. Κατ αρχάς, να πώ ότι βρήκα και εγώ το τέλος αδύναμο. Σαν τελική σκηνή, είναι βεβιασμένα φτιαγμένο χωρίς επαρκή επεξεγασία. Με άφησε και μένα με ένα κενό. Πέραν από αυτό όμως, εγώ σαν θεατής, εστιάζω σε όλη την διάρκεια του φιλμ. Και νομίζω ότι θέλει να δείξει πώς είναι μια μερίδα εφήβων της Αθήνας, και επειδή έρχομαι σε επαφή με νέα παδιά λόγω επαγγέλματος, και παρατηρώ και τη ζωή γύρω μου, να σου πώ ότι : έτσι είναι.
    Αυτή η αφασική γλώσσα που ‘κουράζει’ τους μεγαλύτερους, με τα λανθάνονται νοήματά της, αυτή είναι. Και η ‘απουσίες’ στις σχέσεις γονέων και παιδιών έτσι είναι, σε μερικές οικογένειες. Εγώ βρήκα την περιγραφή της σχέσης του Χάρη με πατέρα και μάνα αριστουργηματική. Γιατί τα βλέπω, γύρω μου.
    Και οι νύξεις για νεανική παραβατικότητα της παρέας και την αγωνία τους, και το πώς διασκεδάζουν, πολύ αληθινές είναι. ‘Σοκάρουν’ οι ρεαλιστικές σκηνές στο μπαλκόνι μήπως ή, από άλλες στιγμές της μέρας της παρέας των παιδιών;….μα, έτσι είναι τα πράγματα!….και ο σκηνοθέτης τα δείχνει χωρίς επιθετικότητα, αλλά με τρυφερότητα. Με ωραία, ρυθμική κινηματογράφηση, και όχι ανιαρή. Γιατί δεν ένιωθα ότι πλήττω ούτε δευτερόλεπτο;

    Ο δε αστυνομκός, ναι, ζαρωμένος και ρημαγμένος είναι, και η οικογένειά του επίσης. ‘Ετσι είναι η ζωή πάρα πολλών ανθρώπων. Τους βλέπω καθημερινά. Στις γειτονιές, στην πόλη μου. Αυτό που είδα εγώ στην ταινία, είναι η αληθινή καθημερινότητα. ‘Οσοι βλέπουν υπερβολές, είναι ‘αλλού’. Και οι υπαινιγμοί του σκηνοθέτη για το πώς είναι η ζωή των αστυνομικών, με τη μιζέρια που αυτή περιλαμβάνει, σίγουρα και σε αυτούς ‘μέσα’ πέφτει. Δεν πρέπει να βρίσκουμε φυσικά εκεί ελαφρυντικά για πράξεις κατάχρησης εξουσίας, και εκεί είναι το μόνο σημείο, ξαναλέω, που έχει τη μόνη αδυναμία της η ταινία, στο απότομο και ανεπεξέργαστο τέλος.
    Κατά τα άλλα, μια ελληνική ταινία, που της αξίζει διεθνής καρριέρρα, αφού πολλές ξένες παραγωγές που γίνονται γνωστές, δεν είναι καλύτερες.

  12. Βυτίο, πιο ψύχραιμος τώρα (εγώ):
    Νομίζω πως κάποια πρόσωπα γίνονται σύμβολα, και ως τέτοια «δεινοπαθούν» από τις χρήσεις που τους κάνουμε και τις ιδεοληψίες μας που τους σηματοδοτούν. Ο Γρηγορόπουλος νομίζω πως εκτός από τους κοντινούς του ανθρώπους είναι πια λογικά ένα σύμβολο. Συμβολοποιήθηκε από τους «εξεγερμένους» του Δεκέμβρη και ως τέτοιο χρησιμοποιείται από την τέχνη, την πολιτική ή τα media υπηρετώντας τους σκοπούς ή τις σκοπιμότητες τους. Δεν θεωρώ τον εαυτό μου θεατή του Δεκέμβρη, γιατί ήμουν μέρος του (στα 35 μου χρόνια και όχι στα 15). Καμιά φορά μου βγαίνει και μένα η διάθεση να «υπερασπιστώ» την «ουσία» του. Όταν το «Βήμα» πρωτο-παρουσίασε την ταινία (που δεν έχω δει) υπήρχε ένα πλαισιάκι που θύμιζε (;) «την περίπτωση του «θανάτου» του Γρηγορόπουλου που ξεσήκωσε βίαιες αντιδράσεις…» μπλα, μπλα, μπλα.
    Είναι άσκοπο λίγο όλο αυτό. Το σύμβολο, κοινόχρηστο μεν, αλλά για ιδιωτική κατανάλωση.
    υγ1: Σε παρακαλώ μην μου απαντάς στον πληθυντικό
    υγ2: τελικά αρχίζω να πιστεύω πως δίκαια ήσουν αυστηρός (….), αλλά τα χάλασε λίγο το ύφος, ξέχασες μάλλον πως δεν σε διαβάζει μόνο η «παρέα»..

  13. a passer by

    «σχεδον παραδεισος» :)))

  14. έχουμε να κάνουμε με μια πραγματικότητα απ ότι κατάλαβα…
    αλλά το πρόβλημα είναι ότι δεν ενέπνευσε τους δημιουργούς…
    τολμώ να ιχυριστώ πως απλά την αντέγραψαν ή δεν κατάλαβα καλά;
    δε θα δω την ταινία, αλλά η «χώρα προέλευσης» που προαναφέρθηκε θεωρώ ότι ήταν μια προσέγγιση αυτού που η αφεντιά μου ονομάζει «σινεμά σαν ζωή»
    αν δε βαριέστε, http://katabran.wordpress.com/2010/10/29/1688/

    καλημέρα !

  15. δεν απαντάω ακόμη, γιατί το ξανασκέφτομαι.
    διάφοροι άνθρωποι μου έχουν δημιουργήσει τύψεις. θα επανέλθω αύριο πιστεύω.

  16. Otto

    Τα 8 τελευταία λεπτά αναδεικνύουν όσα προηγούνται».

    Σε αυτή τη φράση θα συμπύκνωνα μια απάντηση στο κείμενο – σχόλιο για την ταινία.
    Η τελευταία σκηνή λίγη σημασία έχει ως προς την ταινία στο σύνολό της. Σε όλη τη διάρκειά της διαγράφεται η καθημερινότητα δύο προσώπων τα οποία, με τον τρόπο που τα χρησιμοποιούν οι σκηνοθέτες, ενσαρκώνουν την καθημερινή ρουτίνα και τα αδιέξοδα πολλών.
    Αυτή η καθημέρινη κίνηση, ρουτίνα στην περίπτωση του παιδιού, αδιέξοδο σε εκείνη του αστυνομικού,αυτές ακριβώς οι παράλληλες διαδρομές είναι, νομίζω, το σημείο αναφοράς της ταινίας, και όχι η τελική σκηνή της δολοφονίας.
    Στη δευτερη ιδιαίτερα περίπτωση (του αστυνομικού) αποθανατίζεται εξαιρετικά η εικόνα ενός ανθρώπου που πνίγεται μέσα στη ζωή που ο ίδιος δημιούργησε και που παρά τη θέλησή του δημιουργήθηκε γι αυτόν, που έχει ανάγκη να μιλήσει, δεν ξέρει όμως πώς να το κάνει. Καταλήγει να εξαντλεί την υπομονή της γυναίκας του που προσπαθεί να τον βοηθήσει, για να παραμεινει και πάλι μόνος, μολονότι αυτό είναι που δε θέλει καθόλου.

    Ίσως η τελική σκηνή φιλοδοξεί να αποτελέσει στιγμή κορύφωσης, όλη όμως η σιωπηλή πορεία που προηγείται της κορύφωσης αυτής είναι νομίζω αποκαλυπτική σε ανθρώπους που δεν καταφέρνουν -διχως να είμαι σε θέση να δώσω με αρκετή βεβαιότητα κάποιο γιατί- να καλύψουν την απόσταση μέχρι τον άλλο.
    Ο στίχος εκείνος του Πας «διδάξου τωρα και το εσύ» (από την Πέτρα του ‘Ηλιου)
    Ως προς τη σχέση του παιδιού με τον πατέρα του, η διάσταση ανάμεσα σε γονείς με τα παιδιά τους είναι σε όλους μας γνωστή, ως βίωμα ή ως πληροφορία από τα βιώματα άλλων, δε βλέπω λοιπόν γιατί έπρεπε αυτή να αναλυθεί περαιτέρω, και ούτε θα προσέφερε κάτι περισσότερο αυτό.

    Κυρίως, αναφορικά με το περιστατικό της δολοφονίας του Γρηγορόπουλου και το ότι αυτό ενσωματώνεται στην ταινία, δε νομίζω ότι εν προκειμένω υπάρχει εκμετάλευση, μολονότι συμφωνώ μαζί σου για το πως ο συμβάν αυτό έχει χρησιμοποιηθεί από πολιτικούς και εκπροσώπους όλου του αριστερού χωρου (το αριστερού με ευρεία έννοια, που συμπεριλαμβάνει εξίσου το χώρο της αυτονομίας, αναρχικούς, κλπ).
    Το γεγονός αυτό ανήκει, από τη στιγμή της τέλεσης του, στην κοινωνική και πολιτική ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας, αναπόφευκτά δε, ως εκ τούτου αποτελεί υλικό το οποίο θα χρησιμοποιηθεί και θα νοηματοδοτηθεί, στο πλαίσιο πολιτικών συζητήσεων και αντιπαραθέσεων, όπως εν γένει συμβαίνει με τα ιστορικά γεγονότα. Εδω οι σκηνοθέτες δεν εστιάζουν στο θανατο που επήλθε, στην απώλεια ενός παιδιού, αλλά στη δολοφονία του. Και αυτό πρέπει να έχουν το δικαίωμα να το κάνουν. Θεωρώ εσφαλμενή την άποψη που και τότε ακουγόταν απο γονείς, φίλους κλπ «αφήστε μας να θρηνησουμε σιωπηλά τον Αλέξη», αφού πέρα από τοπροσωπικό δράμα, υπάρχει μία δολοφονία, που μας αφρά όλους, αφού στη θεση του θα μπορούσαν πολλοί άλλοι να βρίσκονται. Αυτη διαφέρει από τον προσωπικό θρήνο και πόνο και αν ακόμα αμφότερα απορρέουν από το αυτό συμβάν.
    Εδώ χωρούν κριτική, επιχειρηματα, αντιπαράθεση. Σε κάθε περίπτωση, ένας σκηνοθέτης θα πρέπει αν δικαιούται να κάνει χρήση αυτού.
    Το στοίχημα όταν χρησιμοποιεί κανείς τέτοιας εμβέλειας γεγονότα, είναι αν θα καταφέρει να μην τα ευτελίσει προσφέροντας εύκολη συγκίνηση με μία φθηνη παραγωγή.
    Σε ότι αφορά την ταινία, τροφοδοτήθηκε εμφανώς απο το το Δεκέμβρη του 2008, δεν προσκολλήθηκε ομως σε αυτόν. Εκανε μία προσεκτική, σε βάθος τομή πτυχών του σήμερα, και ανέδειξε μία αμφιμερή εσωτερική διαδικασία (αμφιμερή γιατί αφορα τα δύο κεντρικά πρόσωπα, εσωτερική, γιατί έχει έντονα ψυχογραφικό χαρακτήρα) η οποία όδήγησε σε αυτή τη συνάντηση.
    Αυτή την τομή, προσωπικά, τη βρηκα εξαιρετική

    (ΥΓ: Με προβλημάτισες ως προς το ότι ήταν ο συνάδελφος του Καλετσάνου που πυροβόλησε, αυτό πραγματι, αποφεύγει το προβλέψιμο, παραμένει όμως αδικαιολόγητο)

  17. Otto

    Τη φράση με τον Πας αγνοήστε τη, είναι ημιτελής – ουτως η αλλως δε θα προσέφερε κάτι περισότερο!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s