κουτσό

Συνεχίζω να εκτιμώ το βαθύ σαδιστικό χιούμορ της ζωής, ακόμη κι όταν το εκτοξεύει προς τα μούτρα μου. Λίγες μέρες αφού ποστάρω τα περί λυσσασμένου παιχνιδιού και μαχαιριού στα δόντια, βρίσκομαι ξανά στο γήπεδο. Το παιχνίδι ακυρώνεται, ένα αυτοσχέδιο φιλικό στήνεται, το ζέσταμα μισογίνεται. Ύστερα από κανένα εικοσάλεπτο, βρίσκομαι με ένα χιαστό λιγότερο. Δεν πειράζει λέω, η κίνηση, η απόπειρα ντρίπλας άξιζε τον κόπο.

*

Την επόμενη, περιμένοντας την ακτινογραφία, χαζογελάω, κουτσαίνοντας με τα κορίτσια της reception της βιο – κάτι. Με πλησιάζει ο γιατρός. Με αυστηρό ύφος, κολλάει σχεδόν το έγκυρο πρόσωπό του στο δικό μου. «Γιατί γελάς; Ξέρεις ότι άμα έχει πειραχτεί ο χιαστός, τέρμα η Αράχοβα, το σκι, και οι γκόμενες στο βουνό;». Μου έρχεται να πεθάνω χασκογελώντας εκεί ακριβώς μπροστά του. Δεν το κάνω, παρά ρωτάω «με μαλώνεις;».

Μπαίνει στο διπλανό δωμάτιο και συζητάει με άλλο γιατρό, σχετικά με κάποιο νέο μοντέλο κινητού. Η μάνα μου, σε χρώμα γκρι, στέκεται δίπλα στην πόρτα. Ο δεύτερος γιατρός με όλο το στιλ του κόσμου της λέει: «θα κάνεις διάγνωση;». Απαντάω από δίπλα, παλεύοντας να αποφύγω το σιχτίρι, «άμα δεν ξέρει να κάνει διάγνωση η μάνα για το γόνατο του ποδιού της, ποιός ξέρει; Εσύ;». Ο γιατρός ανακοινώνει ότι δεν υπάρχει ζημιά σε οστό.

*

Μετά από δύο μέρες κι ενώ μιλάω στο τηλέφωνο, χτυπάει η πόρτα. Αμέριμνος πηγαίνω ν’ ανοίξω. Είναι ο γείτονας που θέλει να μου πει, ότι έσπασε ένας σωλήνας στο διαμέρισμά του και τώρα τα νερά μπαίνουν σπίτι μου. Εγώ όμως ακόμη δεν έχω δει τα νερά και ρητορεύω στο τηλέφωνο. Πέφτοντας κάτω, βλαστημάω, γελάω και μουρμουρίζω «και τί το θες ρε μαλάκα το πόδι;»

*

Δεν με τρομάζει η επιπλέον τούμπα. Κοιτάζω το πρησμένο πόδι και παίζω ξανά στο μυαλό μου τον ήχο του μαγνητικού τομογράφου. Απόκοσμες επαναλαμβανόμενες σφυριές που χτυπάνε στο κέντρο του αυτιού. Η οδύσσεια του διαστήματος, τεράστιες ατσάλινες πόρτες που ανοιγοκλείνουν με δύναμη, καρφιά που κλειδώνουν ένα παραλληλόγραμμο ξύλινο κουτί. Το σώμα αποκλεισμένο μέσα σ’ αυτήν την υπερμοντέρνα κατασκευή. Τα δάχτυλα ακουμπάνε την οβάλ οροφή. Το ένα μου χέρι δεν τοποθετήθηκε καλά εξαρχής. Βρίσκεται εδώ και 16 λεπτά στον αέρα. Απ’ το 8 και μετά, τρέμει. Ο κύριος με την κλασσική λευκή ρόμπα μου τα είπε όλα πολύ γρήγορα. Δεν πρόλαβα να βολευτώ. Να κλείσω τα μάτια ή να τα έχω ανοιχτά; Να είμαι ολόκληρος ακίνητος ή μόνο στα πόδια; Να μετράω από μέσα μου ή να σκέφτομαι κάτι διαφορετικό; Θέλω να ξυστώ, να φταρνιστώ, να κουνηθώ, να ξεπιαστώ, να σκίσω το δέρμα μου, να ρίξω μια στροφή στον αέρα. Το χέρι τρέμει στην αγωνία του να μείνει ακίνητο. Ταυτόχρονα φαντάζομαι ένα ιδρωμένο break-dance, στροβιλιζόμενους δερβίσηδες, μαστουρωμένους πρώην συμφοιτητές που κλυδωνίζονται υπό τους ήχους ενός επαναλαμβανόμενου μπιτ δίχως τέλος. Απευθύνω δυνατά ερωτήσεις σε αόρατους συγγενείς. «Πώς μπήκες εδώ μέσα;». Πώς στάθηκες σε μια ουρά, μπροστά σε ένα γκισέ, παίρνοντας ένα χαρτάκι, πώς ρώτησες το ταμείο σου τί ακριβώς καλύπτει, μέχρι ποιό πόσο; Πώς πέρασες απ’ τον ακτινολόγο στον ειδικό γιατρό; Οι απόψεις, οι διαγνώσεις, τα χαρτιά με την πορεία του πυρετού σου. Μια τρελά πειθαρχημένη πορεία που καταλήγει σε ένα δραματικό – ή όχι και τόσο – αποτέλεσμα.

Η λέξη εξέταση έχει μια χροιά απερίγραπτη. Μοιάζει με το θόρυβο του μαγνητικού τομογράφου. Απάνθρωπη συσκευή, μια κυνική διαπίστωση ότι ο θάνατος που έρχεται, είναι το τελευταίο ίχνος μια γραφειοκρατικής διαδικασίας. Ο θόρυβος συνεχίζεται με την ίδια ένταση. Με κλειστά τα μάτια και το αριστερό μου χέρι να τρέμει, προσπαθώ να περιγράψω αυτόν ακριβώς τον ήχο. Θέλω να βουλιάξω μέσα του και να τον ονομάσω.

*

Πριν μία ή δύο εβδομάδες, τελειώνω τη δουλειά μεσημεράκι. Βγαίνω απ’ το κτίριο και περπατάω προς το παρκαρισμένο αυτοκίνητο. Από το ανοιχτό παράθυρο ενός ισογείου διαμερίσματος, συμβολή Αιτωλικού (νομίζω) και Π. Ράλλη, έρχεται μια μυρωδιά. Κάποιος μαγειρεύει. Δεν εντοπίζω ακριβώς τί είναι, αντιλαμβάνομαι κατευθείαν όμως, πως είναι κάτι γνώριμο. Οδηγώντας στην Ποσειδώνος, το καταλαβαίνω πια καθαρά. Θυμάμαι το φαγητό μαγειρεμένο απ’ τη συγκεκριμένη γυναίκα. Η μυρωδιά, μαζί σχεδόν και η γεύση βαραίνουν το πόδι μου στο γκάζι. Η θεία λείπει εδώ και μήνες. Τρέχοντας στην αριστερή λωρίδα, δέχομαι απανωτά χτυπήματα στο κεφάλι. Όπως παλιά, τις απόκριες, που γεμίζαμε εκείνα τα πράσινα και κόκκινα ρόπαλα με εφημερίδες και πολεμούσαμε με τα διπλανά σχολεία ή άσχετους στην Πλάκα. Καταιγισμός στο μέτωπο και το πλάι του κεφαλιού. Να πως μοιάζει ο ήχος της μαγνητικής τομογραφίας. Με σωρεία χτυπημάτων από ρόπαλα γεμάτα εφημερίδες. Η μυρωδιά του φαγητού που δεν θα σερβιριστεί ξανά, τώρα μετατρέπεται στον επίμονο θόρυβο του μαγνητικού τομογράφου. Εντελώς ξαφνικά, λες και το Φάληρο είναι το μέσο ενός ανήσυχου ύπνου, κάθομαι στο ίδιο τραπέζι και σερβίρεται το ίδιο φαγητό. Το μεσημέρι πριν μήνες, στο τηλέφωνο είπα μόνο «κι όμως. Έπρεπε πρώτα να δει αυτό».

Ο ήχος του μαγνητικού τομογράφου μια επαναληπτική καραμπίνα που αντί να πυροβολεί, όλο λέει «κι όμως, έπρεπε πρώτα να δει αυτό».

Advertisements

21 Σχόλια

Filed under τα ελάχιστα, ζεστές μέρες

21 responses to “κουτσό

  1. Σε καταλαβαίνω .Οταν είχα διαλύσει και το δικό μου πόδι ετσι αισθανόμουν . Ωσπου ηρθε ενα Βυτίο και εγραψε για λογαριασμο μου.

  2. scan blues…
    περαστικά, ας περιμένουν οι αράχωβες, τα σκι και οι γυναίκες

  3. Τι το ήθελες κι εσύ το σκι;
    (περαστικά)

  4. Παράθεμα: Tweets that mention κουτσό | το βυτιο -- Topsy.com

  5. Τι σημασία έχει ένα κουτσό πόδι (ή ακόμη και δυο κουτσά) μπροστά στις εμπειρίες?? Έτσι είναι και η ζωή.. Σηκώνεσαι, πέφτεις, ξανασηκώνεσαι… και, εξάλλου, αν δεν πέσεις πώς θα δεις τη γλύκα του να ξανασηκωθείς? Και πώς θα δεις τον κόσμο από κάτω, απ’ την άσχημη πλευρά του, την απάνθρωπη?

    Κουτσό πόδι, πατερίτσες, ταλαιπωρία… κι, όμως, θα ξανακάνω τα ίδια λάθη..!!!

  6. Όπως λέει και η λαϊκή γηπεδική σοφία: Επιτρέπεται να πέσεις, επιβάλλεται να σηκωθείς. Περαστικά!

  7. περαστικά και σιδερένιος, και καλά μυαλά.
    🙂

  8. Ο μαγνητικός τομογράφος μου είχε δώσει μια ιδέα για το πώς περίπου πρέπει να ήταν τα λευκά κελιά. μάλλον το χειρότερο 20λεπτο της ζωής μου (καλά, ένα από τα χειρότερα, μπορώ να θυμηθώ κι άλλα). και μετά σκεφτόμουν πως αυτοί στα λευκά κελιά το βίωναν για χρόνια κι έλεγα στον εαυτό μου, ντάξει, είσαι μια ηλίθια δειλή κότα.

    Περαστικά αγαπημένο Βυτίο και προσοχή στα νερά και τα γρασίδια.
    Τον χρειαζόμαστε το χιαστό.

  9. Ήθελα να πω ότι μέχρι τα 30 μου που ξεκίνησα να κάνω ποδήλατο (αν και έκανα και σκι μικρότερος χωρίς ατύχημα) δεν είχα χτυπήσει ποτέ. Ούτε σαν παιδάκι είχα χτυπήσει ποτέ ιδιαίτερα, τίποτα σπασμένο, κανένα στραμπούλιγμα …τίποτα.

    Τα τελευταία 2 χρόνια έχω πέσει 3 φορές την μια δε έπαθα και εξάρθωση αγκώνα. Δεν με νοιάζει όμως….μου αρέσει κατα βάθος. Ένα χτύπημα μερικές φορές μπορεί να δώσει και μια ευχάριστη αίσθηση μια έκρηξη αδρεναλίνης.

    🙂 τους τομογράφους ποτέ δεν τους πήγαινα και έχω μπει πάνω από 4-5 φορές στην ζωή μου….τρελό μαρτύριο.

    περαστικά

  10. HappyHour

    Αφού πω πρώτα περαστικά… περαστικά σου… να σου θυμίσω πως κι ο μπουχέσας, εμ συγγνώμη, ο Καραμανλής, ήθελα να πω, είχε πέσει πριν γίνει πρωθυπουργός σε ανάλογο περιστατικό και κυκλοφορούσε με την πατερίτσα 😛 Τυχαίο;

    Πολύ ωραίο το κομμάτι με την μυρώδια, και την μνήμη και την θεία…
    Αλλά με την λυγούρα μείναμε, τελικά τι φαί ήταν; :Ρ

  11. Μεγαλώνοντας κανείς πρέπει να είναι προσεκτικός, ρώτα και τη θεία Κροτ. Γι’ αυτό το κουτσό είναι παιχνίδι όταν είσαι παιδί και συνέπεια παλιμπαιδισμού όταν μεγαλώσεις.

    Να προσέχεις τις μυρωδιές, είναι δαγκάνες… είναι…. αγκίστρια είναι… μπορεί κάποιο απόγευμα πριν από χρόνια να μαγειρέψει κάποια αγκινάρες α λα πολίτα, να σου μυρίσουν, να της ζητήσεις ένα πιάτο και να την παντρευτείς…

  12. @δύο βοσκοί:
    Με προλάβατε, το ίδιο σκεφτόμουν. Βέβαια αυτό το βιβλίο έχει ένα πρόβλημα, ο Βυτίος θα το πάρει για μια προσωρινή κουτσαμάρα και θα του μείνει στο μυαλό για μια ζωή.

  13. μπήκα κι εγώ πρόσφατα σε διαδικασία μαγνητικού τομογράφου και με ξεκούφανε ο ήχος. άσε που νόμιζα πως άκουγα επαναλαμβανόμενες λέξεις π.χ. πεη-πεη-πεη, ποη-ποη-ποη, τρωει-τρωει-τρωει κ.ο.κ. μεγάλο βασανιστήριο ο ήχος αυτός.
    πάντως με χτυπημάτα από ρόπαλα γεμάτα εφημερίδες δε θα τον παρομοίαζα 🙂
    μάλλον με χτύπημα από κανονικό ρόπαλο!

  14. Περαστικά βρε! Είσαι σίγουρος πως δε διορθώνεται ο χιαστός ;

    Μέσα στον τομογράφο πριν 14 χρόνια ανακάλυψα πως είμαι κλειστοφοβική. 😦

    Η απώλεια όταν είναι πρόσφατη βαράει έτσι. Με το χρόνο τη νιώθεις πιο υπόκωφη χωρίς να πάψεις να πονάς.

  15. Τι να πω;Είναι η αλήθεια ότι διαθέτουμε μεγάλη ποικιλία διαβολικών εργαλείων βασανισμού και τρομοκράτησης των απλών ανθρώπων.Το μόνο παρήγορο είναι ότι πού και πού,μ’αυτά τα εργαλεία,προκαλούμε την ανάδυση ποιητικής φλέβας.Και ότι όσοι έμαθαν να τα δουλεύουν και τα παράτησαν,ξορκίζοντάς τα,παίρνουν και κανένα βραβείο ποίησης.
    Το μόνο που μπορώ να ευχηθώ είναι να ξεμπερδέψετε γρήγορα.

  16. Το γράψιμό σου, μια φορά, ανεπηρέαστο. Περαστικά ρε.

  17. Τελικά ποιο ήταν το πόρισμα; Ζει ο χιαστός;
    (Μην τους ακούτε πάντως- ιδιαίτερα τους ακτινολόγους: και στη χειρότερη περίπτωση, το γέλιο κάνει πάντα καλό. Οι χιαστοί φτιάχνονται και τα κορίτσια συγκινούνται από τις πατερίτσες.)
    ΥΓ2: Μπορείτε να θεωρείτε τον εαυτό σας ευνοούμενο του συστήματος. Να ξέρατε πόσοι ασφαλισμένοι του ΙΚΑ θα σκότωναν για μια μαγνητική! Μου φαίνεται ότι θα τυπώσω την ανάρτηση και θα την κολλήσω έξω από το ιατρείο…

    Πιο βασανιστικό απ’ όλα είναι η ανάμνηση ενός φαγητού- ενός ανθρώπου…. (τύφλα να’ χουν όλοι οι τομογράφοι- αυτό το ρόπαλο πονάει στ’ αλήθεια!)

  18. ένα σύντομο σχόλιο και θα επανέλθω μεταμεσονυχτίως.

    συνειδητοποίησα ότι ξέχασα να γράψω τί ήταν αυτό που έδεσε τους συνειρμούς και έκανε τις ασυναρτησίες ποστ.
    Διάβασα λοιπόν ένα σχόλιο του δύτη, ο οποίος αναφερόταν σε κάποιον που πέθανε, και έλεγε: «ελπίζω να ήμουν ευγενικός μαζί του».
    αυτή η φράση με πέθανε. την άκουσα κ αργά τη νύχτα, ήμουν κ κάπως κλπ

    (radio_sociale, άσε τα σάπια, παίρνω αντιβίωση εννέα μέρες. Αύριο τελειώνει. Το Σάββατο πέφτει ο κλήρος σε σένα να με συντροφέψεις στην προσπάθεια να κερδίσω το χαμένο χρόνο. Everybody needs a scotch, που λέει κι ο David Strathairn

  19. σας ευχαριστώ όλους για τα περαστικά. ήδη αισθάνομαι καλύτερα. αλήθεια όμως.

    @takis x, @ exiled , @tougo , @renata, @ kkmoiris, @a passer by, @δύο βοσκοί θενκ γιου βέρι βέρι ματς.

    μερικά επί των σχολίων:

    @ δύτη έχω να κάνω σκι πάνω από τρία χρόνια. απορώ πως του ήρθε του γιατρού να πει κάτι τέτοιο. (Επίσης τόσες φορές που έχεις πει για τον κορτάσαρ λες να μην έχω πάρει το βιβλίο;)

    @c-snoopy, δεν ξέρω για την άσχημη πλευρά της ζωής, πάντως από δευτέρα που ξαναδουλεύω βλέπω πως αυτή η πόλη δεν είναι για κουτσούς (για να το θέσω ωμά).

    @ athinovio, το τελευταίο δεν το βλέπω. απ’ το κακό στο χειρότερο πάω 🙂

    @happy hour, πες κάτι άλλο κ συ παιδί μου, τί μου φέρνεις τον μπουχέσα εδώ μέσα;

    @ Γ. Κατσαμάκης, αγκινάρες ε; Τί να λέμε τώρα; Ένα συγγενής μου στο χωριό λέει να παντρευτείς αυτήν που κάνει καλό ελληνικό.

    @ daisy crazy, αυτό το πεη-πεη- πεη με γονάτισε. δεν μπορούσε να λέει κάτι άλλο;

    @ καλά σελιτσάνε, εσείς είσαστε οι χειρότεροι. καλύτερα στον τομογράφο παρά στον τροχό. (έχω κ γω τα προβλήματά μου).

    @ Θεία Θ, απ’ το ταμείο μου είπαν να πάρω τηλέφωνο σε 90 μέρες να δω σε ποιό σημείο βρίσκεται η αίτησή μου για να πάρω τα λεφτά που έδωσα για την μαγνητική. χα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s