Α2

Τέλη Ιουλίου, η στάση στάζει ιδρώτα και απ’ τα μανίκια μας τρέχουν τα τελευταία περισσεύματα υπομονής. Περιμένουμε το λεωφορείο να μας πάει κάπου στην πόλη, που θα μπορούμε ελεύθερα να μετράμε αντίστροφα μέχρι την ημερομηνία που αναγράφεται στο μικρό ορθογώνιο εισιτήριο. Είναι γνωστό, ότι τα μπαρ της Αθήνας απ’ τα μέσα Ιουλίου και μετά, λειτουργούν ως αίθουσες αναμονής. Είναι χώροι, όπου ο καθένας αναγγέλλει προορισμούς και αν ακούσεις προσεχτικά, καταλαβαίνεις ότι όταν το κορίτσι δίπλα σου λέει τζιν, εννοεί Κυκλάδες, ενώ όταν λέει μοχίτο εννοεί Δωδεκάνησα.

Προς το παρόν όμως περιμένουμε απλά στη στάση να περάσει το Α2. Όταν τελικά φτάνει, αντικρίζω αυτούς που δε μετράνε αντίστροφα για κάποια ημερομηνία. Το μπάνιο τους δεν ισοδυναμεί με τον αριθμό μιας Πύλης στο λιμάνι του Πειραιά. Το μπάνιο τους είναι η απογευματινή διαδρομή του λεωφορείου. Α2, Ακαδημία – Βούλα (μέσω Λεωφ. Αμφιθέας). Το Α2, απόγευμα Ιουλίου, παραδίδει μαθήματα γεωγραφίας με μόλις 1€. Μπαγκλαντές, Πακιστάν, Αφγανιστάν, Αλβανία, Νιγηρία, Άγνωστο.

Ένας φίλος πριν λίγο καιρό περιέγραφε ότι κάποιο βράδυ στην Πατησίων, σταμάτησε στο φανάρι δίπλα σ’ ένα τρόλεϊ. Κοίταξε μέσα και είδε ότι ήταν γεμάτο μόνο με Αφρικανούς. Σκέφτομαι ότι αν το τρόλεϊ στην Πατησίων ήταν ένα απ’ τα παλιά κίτρινα σαράβαλα, μπορεί και να διέκρινες κάπου εκεί μέσα, εκείνο τον ωραίο Πολωνό, τον Καπισίνσκυ. Ή αν ήταν τραμ, ίσως, ανάμεσα στα λαϊκά στρώματα, σε Πακιστανούς, μαύρους και Άραβες, να ξεχώριζες τον Σελίν, να παρατηρεί αηδιασμένος και αιωνίως φευγάτος. Όλα αυτά βέβαια, αν ο χρόνος δεν έπαιζε κάποιο ρόλο, αφού σήμερα οι συγγραφείς δε συχνάζουν στα ίδια μέρη με τους περιθωριακούς. Τώρα, παρουσιάζουν τα βιβλία τους στα κεντρικά βιβλιοπωλεία, συνοδεία γαλλικού καφέ και καταξιωμένων παραγόντων της πολιτιστικής ζωής. Με ή χωρίς ωραίους συγγραφείς όμως, οι μετανάστες γεμίζουν τα τρόλεϊ και τον ηλεκτρικό. Οι αυτόχθονες (ή όσοι τουλάχιστον θεωρούν εαυτούς τέτοιους) βολεύονται με ταξί, μετρό και τα γιωταχί τους. Η Γώγου γράφει πια γι’ αυτούς, που δυσκολεύονται να ξεχωρίσουν τις λέξεις της.

«Πάνω – κάτω. Πάνω – κάτω η Πατησίων.

Η ζωή μας είναι η Πατησίων»

Στο Α2, οι μετανάστες που κολυμπάνε στη Βούλα, τον Άλιμο και τη Βουλιαγμένη μισοκοιμούνται στις θέσεις. Κουρασμένοι απ’ τον ήλιο και την αλμύρα μετράνε αντίστροφα μόνο μέχρι το επόμενο μεσημέρι. Τους παρατηρώ. Μια γυναίκα με δύο παιδιά. Ζαΐρ ή Νιγηρία, σκέφτομαι. Κοτσιδάκια και περίεργα πιασμένα μαλλιά. Μπροστά τους κοιμάται κάποιος, προφανώς προερχόμενος απ’ τα ανατολικά, φορώντας μπλούζα Acropolis και καφέ σαγιονάρα οικοδομής. Δυο Αλβανάκια μιλάνε κάπως πιο δυνατά στη γαλαρία. Ασημένιες αλυσίδες και κουρέματα με τσουλούφια. Δύο ξανθοί άντρες, με έντονη θηλυπρέπεια, ντυμένοι εξεζητημένα, αν όχι αλλόκοτα, ανταλλάσσουν ψιθύρους. Οι μετανάστες του 2010 ντύνονται χωριάτες του 1960 ή επαρχιώτες του 1990. Αλλάζουν δυο και τρία λεωφορεία για να φτάσουν στις παραλίες της Αττικής. Κοιμούνται σε ημιυπόγεια στην Κυψέλη και στα ξενοδοχεία του Γιώργου Ιωάννου στα πέριξ της Ομόνοιας και την Αγ. Κωνσταντίνου. Άγνωστοι μεταξύ αγνώστων, ψωνίζουν σε αυτοσχέδια παντοπωλεία στις κάθετες της Αριστοτέλους και στα κινέζικα του Μεταξουργείου. Η Συνοικία το Όνειρο, το 2010, μιλάει περίεργες γλώσσες και μυρίζει άγνωστα μπαχάρια. Σε ένα απότομο φρενάρισμα, το κεφάλι του κοιμισμένου ακουμπάει με δύναμη στο παράθυρο. Ξυπνάει χαμογελώντας. Χαζεύει λίγο το τσίρκο της Συγγρού που τρέχει ακούραστο νύχτα μέρα. Οι τραβεστί περιμένουν μέσα σε παρκαρισμένα τζιπ, καλλιτέχνες με τροπικό μαύρισμα ποζάρουν στις αφίσες των σκυλάδικων, φωτεινές ταμπέλες υπόσχονται μπλε νέον sex, δεκάδες ενοικιάζεται σε τεράστια πανό γεμίζουν τους ορόφους. Ύστερα αποκοιμιέται ξανά, ευτυχισμένος, με το αλάτι να βαραίνει τα μάτια.

Λίγα χρόνια πριν, στο στρατό, πέρασα για ένα διάστημα απ’ το δεύτερο γραφείο. Μέσα στα καθήκοντά μας ήταν να συνεννοούμαστε με το λιμενικό για τους λαθρομετανάστες που έφταναν απ’ την Τουρκία μέσα σε βάρκες, καΐκια και φουσκωτά. Καταγράφαμε σε χαρτιά τους αριθμούς και τις εθνικότητες που πιάστηκαν τη νύχτα. Θυμάμαι κόλλες χαρτί γεμάτες με «Αφγανοί 15» και «Πακιστανοί 22» και «Μπαγκλαντές 4» (αυτό άκλιτο). Που και που δεν καταλάβαιναν την εθνικότητα κάποιου θαλασσοδαρμένου και γράφαμε «Άγνωστοι 2». Άλλες φορές, όταν ζορίζονταν με τον προσδιορισμό, τους έβγαζαν όλους Αφγανούς. Δε βαριέσαι, όλοι αυτοί μοιάζουν, θα πρέπει να σκέφτονταν.

Έτυχε ένα μεσημέρι να βρεθώ εκεί που τους κρατούσαν. Ένα μικρό δωματιάκι με κάτι στρώματα πεταμένα στο πάτωμα. Πέρασα μπροστά απ’ τη μισάνοιχτη πόρτα και τους είδα για λίγα δευτερόλεπτα. Ήταν εφτά – οχτώ άτομα, ο ένας πάνω στον άλλο. Μακριά παντελόνια, βρώμικα καρό πουκάμισα, σκούρα μαλλιά και χωρίστρες στο πλάι. Με κοίταξαν ταυτόχρονα. Με είδαν με τη στολή, ποιός ξέρει τι περίμεναν. Τα μάτια τους έμοιαζαν μικρά, σωστές κουμπότρυπες, λες και χάνονταν μες στο κεφάλι. Τα βλέμματα τους ήταν ολόιδια. «Αφγανοί» είπε κάποιος πίσω μου. Θα τους κατάλαβε απ’ την απελπισία που κρεμόταν απ’ τις μικρές μαύρες κόρες.

Μερικές μέρες μετά, σε κάποια θρησκευτική γιορτή, μου έλαχε να κουβαλήσω μια εικόνα, μαζί με άλλους τρεις φαντάρους, στους δρόμους του λιμανιού. Την κρατούσαμε σαν επιτάφιο, στους ώμους. Θυμάμαι το πλήθος των ντόπιων να σταυροκοπιέται καθώς περνούσαμε. Άνθρωποι που νοικιάζουν δωμάτια ή πουλάνε καφέδες, σουβλάκια, σουβενίρ, μπλουζάκια και αλκοόλ στους δυτικούς τουρίστες που ξερνούν τα ξημερώματα στις γωνίες, λίγα μέτρα απ’ τη σκοπιά. Τους θυμάμαι να σταυροκοπιούνται στη θέα της εικόνας. Ίδρωνα, Ιούλιο μήνα μέσα στη στολή και σκεφτόμουν τις μικρές μαύρες κόρες των απελπισμένων. Ίδρωνα και κοιτούσα τις γριές έξω από μαγαζιά με τα εποχιακά είδη και τις ομπρέλες θαλάσσης να σπεύδουν να δουν την εικόνα. Νόμιζα πως θα βουλιάζαμε μαζί, θρησκευόμενοι ντόπιοι και σιχτιρίζοντες φαντάροι, μέσα σε αυτό το πηγάδι που είχανε για μάτια οι Αφγανοί. Νόμιζα πως αξίζαμε να βουλιάξουμε μαζί, μια για πάντα, μέσα σ’ αυτή την άβυσσο. Κάποτε, την αυτοκριτική μου, διέκοψε ο Ταξίαρχος. Στητός και περήφανος, σχολίασε κάτι για τον τρόπο που περιφέραμε την εικόνα – επιτάφιο. Ήθελα να του πω, κι εσύ στο πηγάδι κύριε Ταξίαρχε. Βαθιά, πολύ βαθιά, στον πάτο.

Μέσα Αυγούστου, διαβάζω ένα κείμενο της Μ. Τζιαντζή με τίτλο «έγκλημα κάτω απ’ την Ακρόπολη» (Πριν 17/8/10- http://blo.gr/2ei). Το παιδί, Αφγανάκι κι αυτό, γυρνάει αιμόφυρτο, με τα ρούχα του σκισμένα. Τα κλάματά του ξυπνάνε τους άστεγους και λαθραίους γονείς. Μέσα Αυγούστου, βλέπω σε κάποια εφημερίδα μια φωτογραφία απ’ τον Έβρο. Μια πινακίδα που γράφει «Νεκροταφείο λαθρομεταναστών». Από πίσω ένα χωράφι και ο ομαδικός τάφος. Στις σωρούς με τα χώματα μοιάζει ασυναίσθητα να ψάχνω τα δύο κορίτσια με τα κοτσιδάκια, τον μισοκοιμισμένο Πακιστανό ή τους άντρες που στριμώχνονταν στο μικρό δωματιάκι. Όμως στην πραγματικότητα, δεν θα μάθω ποτέ, ποιοί είναι αυτοί πίσω απ’ την πινακίδα. Δε θα συλλαβίσει κανείς το όνομά τους. Όπως και στο στρατό, θα παραμείνουν σκέτα νούμερα δίπλα σε εικασίες σχετικά με την καταγωγή τους.

Τέλη Αυγούστου, σε κάποιο ραδιόφωνο, ο υφυπουργός Προστασίας του Πολίτη αναλύει το σχέδιο του για το ιστορικό κέντρο. Θέλω να ξεράσω πάνω στο νηφάλιο ύφος του υφυπουργού, καθώς γεμίζει το μικρόφωνο με ωραία λογάκια για το μεταναστευτικό και την κατάσταση του κέντρου της Αθήνας το 2011.

Σκέφτομαι, ότι οι σημερινοί φαντάροι, αντί για εικόνα, θα έπρεπε να κουβαλάνε την πινακίδα. Σαν επιτάφιο στους ώμους, «Νεκροταφείο λαθρομεταναστών». Αλλιώς, ας μην κουβαλάνε τίποτα. Αλλιώς, ας τραγουδάνε για την Κυψέλη, ας λένε ζεϊμπέκικα για την Πέτρου Ράλλη. Αλλιώς, ας πορεύονται σιωπηλοί. Ας ακούγεται μόνο η Γώγου, που ανεξαρτήτως μήνα ή εποχής, εξακολουθεί να γράφει γι’ αυτούς που δε θα τη διαβάσουν ποτέ.

«Έχει το χρώμα των Πακιστανών η μοναξιά

Και μετριέται πιάτο – πιάτο

μαζί με τα κομμάτια τους

στον πάτο του φωταγωγού»

Οχτώ και μισή, μέσα Ιουλίου, το Α2, κάνει τέρμα στην Ακαδημία. Τα δύο κοριτσάκια και η γυναίκα απ’ τη Νιγηρία ή το Ζαΐρ στήνονται σε μια άλλη στάση να περιμένουν κάποιο επόμενο λεωφορείο. Απ’ την γυαλιστερή τσάντα που κουβαλάει η γυναίκα, ξεπροβάλλει, καθώς περπατάει, ένα ροζ μπρατσάκι. Το κορίτσι με τα κοτσιδάκια το χώνει ξανά μέσα, μην πέσει. Το κορίτσι με το ροζ μπρατσάκι, σε λίγα χρόνια, γαζέλα σε στίβους και πασαρέλες ή ετοιμόρροπο εμπόρευμα σε κάποια γωνία της Ευριπίδου. Το κορίτσι με το ροζ μπρατσάκι, σε λίγα χρόνια, το απαραίτητο διαφορετικό συστατικό για κάποιο τηλεοπτικό reality ή ένας σωρός χώμα σε κάποιο χωράφι κάπου στον Έβρο. Χωρίς όνομα ή τόπο. «Αφγανή» λέει κάποιος πίσω μου. Τί κι αν είναι μαύρη; Όλοι αυτοί μοιάζουν. Όλοι ξένοι είναι.

υγ. ποστ παρασκευασμένο για το διαδικτυακόν Εκβάτανα

Advertisements

22 Σχόλια

Filed under εκβάτανα, ζεστές μέρες

22 responses to “Α2

  1. gasireu

    πες τα και εύγε για το πρότζεκτ!

  2. Θα ήθελα να είχα γράψει εγώ κάτι τέτοιο.

  3. Αφήνω τρία θαυμαστικά και πάω για τo buzz

  4. Ωραίο κείμενο, ωραίες σκέψεις…

    Υ.Γ. Έχω κάνει άγημα σε περιφορά επιταφίου…Τι πίκρα… 😦

  5. Καταλαβαίνω να θες να ξεράσεις στη μούρη του υφυπουργού
    Δεν καταλαβαίνω όμως, να προβλέπουμε το μέλλον του κοριτσιού με το ροζ μπρατσάκι…
    Ξέρεις διαβάζοντας ένιωθα πως είναι το παιδί μου, κι αν έχει το παιδί που λες αυτές τις πιθανότητες, τότε τις έχουν όλα!
    Τι και αν είναι άσπρα, μαύρα, ή ροζ… όλα τα παιδιά μοιάζουν… όλα είναι ξένα για την κοινωνία
    Εκτός κι αν υποθέτουμε πως, στα δικά μας, η μοίρα θα φερθεί με καλοσύνη, ή πως οι ντόπιοι γονείς, αγαπάνε περισσότερό τα παιδιά τους? ή πως μπορούν να διασφαλίσουν ένα καλύτερο μέλλον/…
    αλήθεια μπορούμε?
    κι αν ναι, γιατί προτιμάμε να βλέπουμε το σκοτάδι? (εκεί όπου δεν βλέπεις καν ποιος φωνάζει αλλά η κραυγή του σε καθηλώνει…)

    … αν θέλουμε κάτι παραπάνω από το να είμαστε Κασσάνδρες κακών ειδήσεων, καλύτερα να ασχοληθούμε με τα μάτια που μας μοιάζουν σαν πηγάδια -μικρά ή μεγάλα- … γιατί αυτό που βλέπουν είναι το παρόν…είμαστε εμείς …και η μαύρη τρυπά που μας ρουφάει όλους …

    ας δώσουμε μια οπτική που να φωτίζει…

    υ.γ. γράφεις υπέροχα

  6. Σούπερ. Το είχα ήδη διαβάσει στα Εκβάτανα. Το διάβασα ξανά.

  7. chchristos

    …πέρυσι το χειμώνα σημείωνα κι εγώ σ’ ένα χαρτί, σ’ ένα χωριό στον Έβρο. Κάποια στιγμή μπαίνουν στο γραφείο οι στρατιώτες που είχαν κάνει τη σύλληψη. Τους ακουμπήσατε; ρωτά ο υπολοχαγός.

  8. streetfox, κι όμως η μοίρα ενός ελληνακίου προδιαγράφεται μάλλον λίγο καλύτερη από τη μοίρα ενός νιγηριανακίου ή ενός αφγανακίου. Φταίει το χρώμα του δέρματος και η προφορά.

    Βυτίον, αμάν πια που όποτε σε διαβάζω με πιάνει ένας κόμπος στο στομάχι, αμάν.

  9. gasireu

    Πάντως βρε παιδί, Εκβάτανα το περιοδικόν;
    Με αφορμή εσάς το λοιπόν, είπα ότι πρότζεκτ κάνω, σε όποιο τομέα, για να είμαι αντιστοίχου επιπέδου, να το πω Σεισάχθεια, θα’ναι και ούμπερτρεντυ 😛

  10. σχιζομητροπολιτάνος

    κι όπως θαλεγε κι ο Γκόρπας πενήντα χρόνια πριν…

    Ένα παιδί σωριάστηκε μες στη γιορτή του δρόμου.
    Ήταν τα μάτια του άγρια ξένα και βυθισμένα.
    Το κεφάλι του στην πέτρα βρόντηξε ξεβρόντηξε
    το κορμί του σαν το ελάφι και σαν τ’ άλογο.
    Απ’ το στόμα του πετάχτηκαν αφροί
    κι έπαιξαν στα μάτια σας
    απ’ το στόμα κι απ’ τη μύτη τίναξε το αίμα του
    που έκατσε στα μάτια σας κι άρχισε να κλαίει.
    – Από πείνα. Είπατε.
    Τα πόδια σας πώς είναι ακόμα ανάλαφρα για τον περίπατό σας;
    – Από πείνα. Είπατε.
    Τα χέρια σας πώς ξεριζώθηκαν ωραίοι μου από τους ώμους σας;
    – Από πείνα. Είπατε.
    Τα μάτια σας πώς σκοτεινιάσαν μπρος σε τόσα χρώματα και φώτα;
    – Από πείνα. Είπατε.
    Σηκώστε το λοιπόν να μη βουλιάξει ο δρόμος…

    (Περιστατικό στην οδό Σταδίου, 1957)

  11. Αυτή η είδηση από το Πριν πραγματικά εξοργιστική.Υποψιαζόμαστε αλλά δεν μαθαίνουμε.Κι έτσι εφησυχάζουμε.Φόρτωσα πάλι,Βυτίο.Αλλά άνευ αντικρύσματος,ως συνήθως.

  12. @Κροτκαγια

    Καταλαβαίνω αν εννοείς πως τα παιδιά από άλλες χώρες βιώνουν τον πόλεμο, το διωγμό, την βία, και δέχονται μεγαλύτερο ρατσισμό στη χώρα που τους «δέχεται»…
    δεν εχω λόγια… γιατι γνωρίζω την ευθύνη μου
    Από εμένα ειπώθηκε -περιοριστικά-, το πώς ένιωσα σχετικά με το προδιαγεγραμμένο μέλλον ενός παιδιού, καθώς και η απορία, πως αφού το βλέπουμε γιατί δεν κάνουμε κάτι γι αυτό..
    Επίσης δεν μπορώ να πω, πως τα παιδιά που ζουν στο ελλαδιστάν με τους γονείς, που έχουν πληρώσει (έμμεσα) για τους πολέμους -που διώχνουν τα αλλά που λέγαμε – πως ζούνε καλύτερα… ιδίως με αυτό το βάρος στις πλάτες τους..
    Ψιλά γράμματα «κοιμήσου παιδί μου» (θα τους πούμε)
    … δεν θα μπορούσα πάντως να πω σε ελληνάκι «έχεις χρώμα και πατρίδα …είσαι σε καλύτερη μοίρα» το ακούω να μου λέει «ποια πατρίδα ρε! είσαι σοβαρή?»

  13. Streetfox, προφανώς. Αλλά ένα ελληνάκι στην Ελλάδα πιθανώς να διωχθεί λιγότερο από ένα Αφγανάκι. Επίσης, ένα Ελληνάκι δεν θα χρειαστεί να περάσει τα σύνορα παράνομα με φουσκωτό, το οποίο πιθανώς θα βουλιάξουν οι δουλέμποροι για να μην τους πιάσει το Λιμενικό. Όπως και νά’χει, δεν είναι καθόλου το ίδιο.
    Από κει και πέρα βέβαια, όντως είναι λίγο ηττοπαθές και αρκετά λάθος να τοποθετείς το μέλλον ενός παιδιού στο πεζοδρόμιο, επειδή το χρώμα του δείχνει πως είναι από την Αφρική. (@Βυτίο).
    Άλλοι βέβαια θα το πουν ρεαλισμό. Κακώς.

  14. Σκέφτηκα να γράψω το ένα, να γράψω το άλλο, αλλά γιατί να προσθέσω κάτι; Γεια σου βυτίο.

  15. @ gasireu,
    το πρότζεκτ δεν είναι δικό μου βρε παιδί, μια απλή συμμετοχή είμαι. οι ευθύνες μας ζορίζουν, ως γνωστόν, γι’ αυτό κ τις αποφεύγουμε.

    @ sraosha, (είστε ένας πολύ ευγενικός άνθρωπος) αθανάσιε αναγνωστόπουλε, [μην ακούσετε ιστορία για στρατό ε; 🙂 ]
    τσαλαπετεινέ, takis x, Snowball, sickwitchman,
    σας ευχαριστώ πολύ.

    @ καλή μου streetfox,
    σε ένα επίπεδο δεν έχεις άδικο. Όμως καλώς ή κακώς, άκρως ρεαλιστικά δλδ αν το πάρουμε το πράγμα, τα παιδάκια αυτά έχουν πολύ μεγαλύτερες πιθανότητες να έχουν μια τέτοια μοίρα, όχι λόγω κάποιου παιχνιδιού της μοίρας.
    Αλλά εξαιτίας των αντικειμενικών συνθηκών και των ευκαιριών που θα έχουν τα ημεδαπά παιδιά. Πιθανόν κάποτε να έχουμε και αντίστροφα παραδείγματα στις ζωές των παιδιών, αλλά όπως και αν το δούμε η πραγματικότητα δεν είναι με το μέρος τους. άλλο αν δουλειά μας είναι αυτό να το αλλάξουμε.

    @ χαιρετώ ξεχωριστά την Ιφιμέδεια. Σας ακούω.

    @ chchristos,
    ελπίζω να μην τους ακουμπήσατε. Τους αξιωματικούς εννοώ.

    @ κροτ,
    δεν φταίω εγώ, να προσέξεις τη διατροφή σου. 🙂

    @ σχηζομητροπολιτάνος,
    φοβερός ο Γκόρπας, όπως πάντα. ο τελευταίος στίχος ε; (παρεμπιπτόντως θενκς για τις πληροφορίες, αμέλησα να απαντήσω στο mail.)

    @ Αξιότιμε κ. Σελιτσάνε,
    καλά μην το συζητάμε, να θες να βαράς το κεφάλι σου στον τοίχο. Αλλά αυτό το χωρίς αντίκρυσμα, έτσι όπως το θέτετε με διαλύει.

    @ γειά σου δύτη.

    και καλή μου κροτ, γιατί ηττοπαθές;
    άλλη η διαπίστωση της πραγματικότητας,
    άλλο το τί κάνεις έπειτα γι’ αυτό, άλλο αν ελπίζεις να αλλάξεις την πραγματικότητα και τελικά άλλο αν κατορθώνεις τελικά να την αλλάξεις.

  16. Συμφωνώ με την Κροτ, τα «δικά» μας παιδιά προς το παρόν έχουν λίγο καλύτερη πρόγνωση από το παιδάκι από τη Νιγηρία. Προς το παρόν…… μέχρι να γίνουμε κι εμείς Αφγανιστάν ή Νιγηρία.
    Κι επειδή χρησιμοποιώ μόνον τρόλεϊ και λεωφορεία εδώ και χρόνια παρατηρώ τους επιβάτες. Το πρωί είναι 50-50 έλληνες και αλλοδαποί. Αν όμως μπεις Κυριακή απόγευμα τότε είσαι μια αισχρή μειοψηφία. Την Κυριακή το απόγευμα οι ημεδαποί κυκλοφορούν με τα αυτοκίνητά τους, ακόμ κι αν τις καθημερινές το πρωί παίρνουν το τρόλεϊ.

  17. Σπουδαίο μάθημα είναι και τα πολύ πρωινά λεωφορεία/τρένα. Τα τελευταία χρόνια που φτάνω συχνά στο λιμάνι στις 5.30΄ τα σπουδάζω όσο μπορώ.
    Όχι τόσο για την αναλογία αλλοδαπών/ημεδαπών, όσο για την αόρατη εργατική τάξη.

  18. Έχω ξυπνησει από το άγριο χάραμα, βγαζω το κεφάλι από το παράθυρο (όχι όλο το σώμα, μόνο το κεφάλι, τόσο τολμώ) και κοιτάζω κάτω το δρόμο. Όπως κάθε πρωί, τέτοια ώρα περίπου, επτά οκτώ Άγνωστοι -μπορεί Πακιστάν, μπορεί κάτι άλλο- κάθονται σύριζα στο πεζοδρόμιο και μιλάνε μεταξύ τους. Με χωρίστρες στο πλάι, καρό πουκάμισα και σαγιονάρες οικοδομής. Κάτι λένε μεταξύ τους και γελάνε. Ως εδώ λάμπει το λευκό.
    «Τι κάνουν εδώ;», είχα ρωτήσει κάποτε κάποιον που είχε μια απάντηση για όλα.
    «Περιμένουν να έρθει κάποιος να τους καλέσει για δουλειά. Ο,τιδήποτε», είχε πει ο σοφός κι έκτοτε περνώντας από το ίδιο πεζοδρόμιο απέναντι από το σπίτι μου προσέχω να μη λερώνω τη θέση.
    Καλημέρα βυτίο.
    Συναρπαστικός, ως συνήθως.

  19. @ βυτιο
    καλώς ή κακώς και άκρως ρεαλιστικά την πραγματικότητα την φτιάχνουμε
    και οι σκέψεις αυτές, αυτά τα λόγια …είναι περισσότερο υπεύθυνα από όσο αναλογιζόμαστε διαβάζοντας ένα υπέροχα γραμμένο κείμενο (κι αυτό το εννοώ)
    ..
    ίσως δεν έχουμε αντιληφθεί ακόμη, πως ο λόγος μας γίνεται συνέπεια πιο εύκολα… από ότι η πιθανή πράξη, την οποία προσπερνάμε.

    όμως αναρωτιέμαι
    προς τι η γλαφυρότητα και η λογοτεχνία αν δεν δρα ως κίνητρο για κάτι καλύτερο?
    αν δεν είναι γροθιά, όχι στο στομάχι μόνο, αλλά στο βέβαιο, το ακλόνητο… το στατιστικό, το αμετακίνητο..
    Οι άνθρωποι είμαστε πιθανότητες, και νούμερα τελικά?
    Που μετά τις μετράμε με τι είναι πιο φρικτό?
    …μπαίνει το φρικτό στην ζυγαριά?

    Δεν ξέρω…
    Έχει μεγαλώσει τόσο η απόσταση από την ζωή?

    ρεαλισμός ή πραγματικότητα
    υπάρχει η αλήθεια που όλους μας αφήνει άναυδους
    ας την εκπλήξουμε και εμείς

    κι αν τελικά είμαστε πιθανότητες γιατί να μην είμαστε οι καλύτερες δυνατές?

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s